Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 3.1 / PATCH | 68.42 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
R11 Ναυτία και έμετος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καθυστερημένη ναυτία λόγω ακτινοθεραπείας · Καθυστερημένη ναυτία λόγω χημειοθεραπείας · Καθυστερημένοι έμετοι λόγω ακτινοθεραπείας · Καθυστερημένοι έμετοι λόγω χημειοθεραπείας · Μετεγχειρητική ναυτία · Μετεγχειρητικοί έμετοι · Οξεία ναυτία λόγω ακτινοθεραπείας · Οξεία ναυτία λόγω χημειοθεραπείας · Οξείς έμετοι λόγω ακτινοθεραπείας · Οξείς έμετοι λόγω χημειοθεραπείας
SANCUSO — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας / πριν την επαγωγή της αναισθησίας / σε περίπτωση οξείας ναυτίας
- Δόση έναρξης: 1-3 mg (10-40 microg/kg)
-
Ενήλικες (Πρόληψη CINV/RINV)Δόση1-3 mg (10-40 microg/kg)Ως βραδεία ενδοφλέβια ένεση ή ως ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση (5 ml ανά mg), 5 λεπτά πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας.
-
Ενήλικες (Θεραπεία οξείας CINV/RINV)Δόση1-3 mg (10-40 microg/kg)Μέγ. δόση9 mg εντός 24 ωρώνΩς βραδεία ενδοφλέβια ένεση ή ως ενδοφλέβια έγχυση μετά από αραίωση (5 ml ανά mg), χορηγούμενη σε διάστημα 5 λεπτών. Πρόσθετες δόσεις συντήρησης μπορούν να χορηγηθούν με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 10 λεπτών.
-
Παιδιά (2 ετών και άνω) (CINV/RINV)Δόση10 - 40 microg/kg βάρους σώματος (έως 3 mg)Ως ενδοφλέβια έγχυση, μετά από αραίωση σε 10 - 30 ml υγρού έγχυσης, σε διάστημα 5 λεπτών πριν την έναρξη της χημειοθεραπείας. Μία επιπλέον δόση μπορεί να χορηγηθεί εντός 24 ωρών εάν απαιτηθεί, όχι νωρίτερα από 10 λεπτά μετά την αρχική έγχυση.
-
Ενήλικες (PONV)Δόση1 mg (10 microg/kg)Μέγ. δόση3 mg εντός 24 ωρώνΩς βραδεία ενδοφλέβια ένεση. Για την πρόληψη, η χορήγηση πρέπει να ολοκληρώνεται πριν την επαγωγή της αναισθησίας.
-
Παιδιά (PONV)Δεν υπάρχει επαρκής κλινική τεκμηρίωση για σύσταση δοσολογίας για την πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτων (PONV).
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν είναι απαραίτητη η προσαρμογή της δοσολογίας, αλλά πρέπει να χρησιμοποιείται με κάποια προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ελαττωμένη κινητικότητα παχέος εντέρουΠληθυσμόςΑσθενείς με σημεία υποξείας εντερικής απόφραξηςΣτενή παρακολούθηση
-
Μεταβολές στο ΗΚΓ, συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QTΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακές συνοσηρότητες, ασθενείς που λαμβάνουν καρδιοτοξική χημειοθεραπεία και/ή έχουν συνυπάρχουσες ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ασθενείς με προϋπάρχουσες αρρυθμίες ή διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότηταςΕφιστάται προσοχή
-
Διασταυρούμενη ευαισθησίαΠληθυσμόςΓενικός πληθυσμόςΕπίγνωση διασταυρούμενης ευαισθησίας μεταξύ ανταγωνιστών 5-HT3 (π.χ. δολασετρόνη, οντανσετρόνη)
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΑσθενείς σε δίαιτα χαμηλή σε νάτριο, εάν η δόση ξεπερνά τα 6,5 ml (1 mmol νατρίου)Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που παρατείνουν το διάστημα QT και/ή προκαλούν αρρυθμίεςπροσοχήΠιθανότητα κλινικών συνεπειών (π.χ. αλλαγές στο ΗΚΓ, παράταση QT, αρρυθμίες)ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση ΗΚΓ και κλινική παρακολούθηση
-
Βενζοδιαζεπίνες (λοραζεπάμη)καμίαΔεν υπήρξε καμία ένδειξη για αλληλεπίδραση
-
Νευροληπτικά (αλοπεριδόλη)καμίαΔεν υπήρξε καμία ένδειξη για αλληλεπίδραση
-
Φαρμακευτικά προϊόντα κατά του έλκους (σιμετιδίνη)καμίαΔεν υπήρξε καμία ένδειξη για αλληλεπίδραση
-
Φαρμακευτικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται σε αντινεοπλασματική χημειοθεραπεία με εμετογόνο δράσηκαμίαΚαμία εμφανής αλληλεπίδραση
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, κνίδωση)
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Εξωπυραμιδικές αντιδράσεις
- Παράταση διαστήματος QT
- Δυσκοιλιότητα
- Διάρροια
- Ηπατικές τρανσαμινάσες αυξημένες
- Εξάνθημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΗπατικές τρανσαμινάσες αυξημένεςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, κνίδωση)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξωπυραμιδικές αντιδράσειςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QTΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της γρανισετρόνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις όσον αφορά στην τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ως προληπτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της γρανισετρόνης κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν η γρανισετρόνη ή οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ως προληπτικό μέτρο, ο θηλασμός δεν πρέπει να συνιστάται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Γρανισετρόνη®.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΣτους επίμυες, η γρανισετρόνη δεν είχε βλαβερές επιδράσεις στην αναπαραγωγική επίδοση ή τη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ήπιου πονοκέφαλου
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα αντιεμετικά και κατά της ναυτίας, Ανταγωνιστές της σεροτονίνης (5ΗΤ3) Κωδικός ATC: A 04 AA 02
Νευρολογικοί μηχανισμοί, ναυτία και έμετος επαγόμενα από τη σεροτονίνη
Η σεροτονίνη είναι ο βασικός νευροδιαβιβαστής υπεύθυνος για έμεση, μετά από χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία. Οι υποδοχείς 5-ΗΤ3 βρίσκονται σε τρεις τοποθεσίες: στις απολήξεις του πνευμονογαστρικού νεύρου, στο γαστρεντερικό σωλήνα και κεντρικά στη ζώνη του χημειοϋποδοχέα της έσχατης (οπίσθιας) πτέρυγας και στον πυρήνα της μονήρους δεσμίδας του κέντρου έμεσης στο εγκεφαλικό στέλεχος. Οι ζώνες ενεργοποίησης του χημειοϋποδοχέα βρίσκονται στο ουραίο τμήμα της τέταρτης κοιλίας (έσχατης-οπίσθιας πτέρυγας). Η δομή αυτή στερείται αποτελεσματικού αιματοεγκεφαλικού φραγμού, και θα εντοπίσει εμετογόνους παράγοντες τόσο στην συστηματική κυκλοφορία όσο και στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Το κέντρο έμεσης βρίσκεται στο εγκεφαλικό στέλεχος του μυελού. Λαμβάνει σημαντικά ερεθίσματα από τις ζώνες ενεργοποίησης του χημειοϋποδοχέα, καθώς και πνευμονογαστρικά και συμπαθητικά ερεθίσματα από το έντερο. Μετά από έκθεση σε ακτινοβολία ή σε κυτταροτοξικά φάρμακα, η σεροτονίνη (5-ΗΤ) απελευθερώνεται από τα εντεροχρωμιόφιλα κύτταρα στο εντερικό βλεννογόνο του λεπτού εντέρου, οι οποίες συνορεύουν με τους προσαγωγούς νευρώνες του πνευμονογαστρικού όπου βρίσκονται οι 5-ΗΤ3 υποδοχείς. Η σεροτονίνη που απελευθερώνεται ενεργοποιεί τους πνευμονογαστρικούς νευρώνες, μέσω των υποδοχέων 5-HT3 που οδηγεί τελικά σε σοβαρή ανταπόκριση έμεσης μέσω της ζώνης του χημειοϋποδοχέα της έσχατης πτέρυγας.
Μηχανισμός δράσης
Η γρανισετρόνη είναι ισχυρό αντιεμετικό και εξαιρετικά εκλεκτικός ανταγωνιστής των υποδοχέων της 5-υδροξυτρυπταμίνης (5-ΗΤ3). Έρευνες με ραδιοϊσότοπα έδειξαν ότι η γρανισετρόνη έχει αμεληταία συγγένεια προς άλλους τύπους υποδοχέων, περιλαμβανομένων των σημείων συνδέσεως της 5-ΗΤ και της ντοπαμίνης D2.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Ναυτία και έμετοι επαγόμενα από τη χημειοθεραπεία ή την ακτινοθεραπεία Η γρανισετρόνη χορηγούμενη ενδοφλεβίως έχει δείξει αποτελεσματικότητα στην πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που σχετίζονται με τη χημειοθεραπεία καρκίνου σε ενήλικες και παιδιά ηλικίας 2 έως 16 ετών.
Θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και των εμέτων Η γρανισετρόνη χορηγούμενη ενδοφλεβίως έχει δείξει αποτελεσματικότητα στην πρόληψη και τη θεραπεία της μετεγχειρητικής ναυτίας και των εμέτων σε ενήλικες.
Φαρμακολογικές ιδιότητες της γρανισετρόνης Έχει αναφερθεί αλληλεπίδραση με νευροτρόπους και άλλες δραστικές ουσίες μέσω της δραστηριότητάς της στο κυτόχρωμα P 450 (βλ. Αλληλεπιδράσεις). In vitro μελέτες έχουν δείξει ότι η υποκατηγορία 3Α4 του κυτοχρώματος Ρ450 (εμπλέκεται στο μεταβολισμό ορισμένων από τα κύρια ναρκωτικά) δεν μεταβάλλεται από τη γρανισετρόνη. Αν και η κετοκοναζόλη έδειξε να αναστέλλει την οξείδωση του δακτυλίου της γρανισετρόνης in vitro, η δράση αυτή δε θεωρείται κλινικά σημαντική. Παρόλο που έχει παρατηρηθεί παράταση του διαστήματος QT με ανταγωνιστές του υποδοχέα 5-ΗΤ3 (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), αυτή η επίδραση είναι τέτοιας συχνότητας και μεγέθους που δεν είναι κλινικά σημαντική σε υγιή άτομα. Εντούτοις συνιστάται να γίνεται παρακολούθηση τόσο του ΗΚΓ όσο και των κλινικών ανωμαλιών όταν γίνεται θεραπεία σε ασθενείς οι οποίοι λαμβάνουν ταυτόχρονα φάρμακα που είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Η φαρμακοκινητική της από του στόματος χορήγησης είναι γραμμική για συγκεντρώσεις έως και 2,5 φορές τη συνιστώμενη δόση σε ενήλικες. Από το εκτενές πρόγραμμα καθορισμού της δόσης είναι σαφές ότι η παρατηρούμενη αντιεμετική δράση δεν σχετίζεται απόλυτα ούτε με τις χορηγούμενες δόσεις ούτε με τη συγκέντρωση της γρανισετρόνης στο πλάσμα. Μια τετραπλάσια αύξηση της αρχικής προφυλακτικής δόσης της γρανισετρόνης δεν επέφερε καμία διαφορά ούτε στην αναλογία των ασθενών που ανταποκρίθηκαν στη θεραπεία ούτε στη διάρκεια του ελέγχου των συμπτωμάτων.
Κατανομή
Η γρανισετρόνη κατανέμεται ευρέως, με μέσο όγκο κατανομής περίπου 3 l/kg. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 65%.
Βιομετατροπή
Η γρανισετρόνη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ μέσω οξείδωσης ακολουθούμενης από σύζευξη. Οι κύριες ουσίες είναι η 7-ΟΗ- γρανισετρόνη και τα σουλφιδικά και γλυκουρονικά παράγωγά της. Παρόλο που έχουν παρατηρηθεί αντιεμετικές ιδιότητες για την 7-ΟΗ-γρανισετρόνη και την ινδαζολινο - Ν- διμεθυλογρανισετρόνη, δεν είναι πιθανό αυτές οι ουσίες να συνεισφέρουν σημαντικά στη φαρμακολογική δράση της γρανισετρόνης στον άνθρωπο. In vitro μικροσωματικές μελέτες στο ήπαρ δείχνουν ότι η μείζονα οδός μεταβολισμού της γρανισετρόνης αναστέλλεται από την κετοκοναζόλη, το οποίο υποδηλώνει ότι ο μεταβολισμός γίνεται με τη μεσολάβηση της υποομάδας 3A του κυτοχρώματος P-450 (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Απομάκρυνση
Η κάθαρση γίνεται κυρίως με μεταβολισμό στο ήπαρ. Η διά των ούρων αποβολή αμετάβλητης γρανισετρόνης είναι κατά μέσον όρο 12% της δόσης, ενώ αυτή των μεταβολιτών ανέρχεται στο 47% της δόσης περίπου. Το υπόλοιπο απεκκρίνεται στα κόπρανα ως μεταβολίτες. Ο μέσος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα σε ασθενείς για την από του στόματος και την ενδοφλέβια οδό είναι 9 ώρες, με ευρείες ατομικές αποκλίσεις.
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Νεφρική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια, τα δεδομένα δείχνουν ότι οι φαρμακοκινητικές παράμετροι μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια δόση, είναι γενικά παρόμοιες με εκείνες που παρατηρούνται σε υγιή άτομα.
Hπατική ανεπάρκεια Σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια που οφείλεται σε νεοπλασματική προσβολή του ήπατος, η συνολική κάθαρση πλάσματος μίας ενδοφλέβιας δόσης ήταν περίπου μισή σε σύγκριση με ασθενείς χωρίς ηπατική προσβολή. Παρά τις μεταβολές αυτές, δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. Δοσολογία).
Hλικιωμένοι ασθενείς Σε ηλικιωμένα άτομα, μετά από εφάπαξ χορήγηση ενδοφλέβιων δόσεων, οι φαρμακοκινητικές παράμετροι ήταν εντός των ορίων που ανευρίσκονται σε μη ηλικιωμένα άτομα.
Στα παιδιά, μετά από χορήγηση εφάπαξ ενδοφλεβίων δόσεων, η φαρμακοκινητική είναι παρόμοια με αυτή των ενηλίκων όταν οι κατάλληλες παράμετροι (όγκος κατανομής, συνολική κάθαρση πλάσματος) προσαρμόζονται ως προς το βάρος του σώματος.