1. ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ
Zinadol 250 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Zinadol 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία
2. ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΣΥΝΘΕΣΗ
Zinadol 250 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 250 mg κεφουροξίμης (ως κεφουροξίμη αξετίλ).
Zinadol 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 500 mg κεφουροξίμης (ως κεφουροξίμη αξετίλ).
Έκδοχο(α) με γνωστή δράση:
Zinadol 250 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 0,00203 mg βενζοϊκού νατρίου (E211)
Κάθε δισκίο περιέχει 0,07 mg παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (E218) και 0,06 mg παραϋδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα Zinadol 500 mg επικαλυμμένα με λεπτό υμένιο δισκία Κάθε δισκίο περιέχει 0,00506 mg βενζοϊκού νατρίου (E211)
Κάθε δισκίο περιέχει 0,18 mg παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (E218) και 0,15 mg παραϋδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα Για τον πλήρη κατάλογο των εκδόχων, βλέπε παράγραφο 6.1.
3. ΦΑΡΜΑΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΜΟΡΦΗ
Επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο (δισκίο)
4. ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
4.1 Θεραπευτικές ενδείξεις
Το Zinadol ενδείκνυται για την αντιμετώπιση των λοιμώξεων που αναφέρονται παρακάτω σε ενήλικες και παιδιά από την ηλικία των 3 μηνών (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.1.
• Οξεία στρεπτοκοκκική αμυγδαλίτιδα και φαρυγγίτιδα
• Οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα
• Οξεία μέση ωτίτιδα
• Οξείες παροξύνσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας
• Κυστίτιδα
• Πυελονεφρίτιδα
• Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων
• Θεραπεία πρώιμης νόσου του Lyme
Θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι επίσημες οδηγίες αναφορικά με την κατάλληλη χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων.
4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης
Δοσολογία Η συνήθης πορεία θεραπείας είναι επτά ημέρες (ενδέχεται να κυμαίνεται από πέντε έως δέκα ημέρες). Η δόση της κεφουροξίμης που επιλέγεται για τη θεραπεία μιας μεμονωμένης λοίμωξης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη:
• Τα αναμενόμενα παθογόνα και την πιθανή ευαισθησία τους στην κεφουροξίμη αξετιλ.
• Τη σοβαρότητα και το σημείο της λοίμωξης.
• Την ηλικία, το βάρος και τη νεφρική λειτουργία του ασθενούς. όπως φαίνεται παρακάτω.
Η διάρκεια της θεραπείας θα πρέπει να καθορίζεται από τον τύπο της λοίμωξης και την ανταπόκριση του ασθενούς και γενικά δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη.
Πίνακας 1. Ενήλικες και παιδιά ( 40 kg)
| Ένδειξη | Δοσολογία |
|---|---|
| Οξεία αμυγδαλίτιδα και φαρυγγίτιδα, οξεία βακτηριακή παραρρινοκολπίτιδα | 250 mg δις ημερησίως |
| Οξεία μέση ωτίτιδα | 500 mg δις ημερησίως |
| Οξείες παροξύνσεις χρόνιας αποφρακτικής πνευμονοπάθειας | 500 mg δις ημερησίως |
| Κυστίτιδα | 250 mg δις ημερησίως |
| Πυελονεφρίτιδα | 250 mg δις ημερησίως |
| Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων | 250 mg δις ημερησίως |
| Νόσος Lyme | 500 mg δις ημερησίως για 14 ημέρες (διακύμανση από 10 έως 21 ημέρες) |
Πίνακας 2. Παιδιά (< 40 kg)
| Ένδειξη | Δοσολογία |
|---|---|
| Οξεία αμυγδαλίτιδα και φαρυγγίτιδα | 10 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως |
| Οξεία μέση ωτίτιδα | 15 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως |
| Οξεία βακτηριακή ιγμορίτιδα | 10 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως |
| Κυστίτιδα | 15 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως |
| Πυελονεφρίτιδα | 15 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως για 10 έως14 ημέρες |
| Μη επιπλεγμένες λοιμώξεις δέρματος και μαλακών μορίων | 15 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως |
| Νόσος Lyme | 15 mg/kg δις ημερησίως με μέγιστη τα 250 mg δις ημερησίως για 14 ημέρες (εύρος 10 έως 21 ημέρες) |
Δεν υπάρχει εμπειρία σχετικά με τη χρήση του Zinadol σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
Σε βρέφη (από την ηλικία των 3 μηνών) και σε παιδιά με σωματικό βάρος μικρότερο από 40 kg, μπορεί να είναι προτιμότερο να προσαρμόζεται η δοσολογία ανάλογα με το βάρος.
Τα δισκία κεφουροξίμης αξετίλ και τα κοκκία κεφουροξίμης αξετίλ για πόσιμο εναιώρημα δεν είναι βιοϊσοδύναμα και δεν αλληλο-αντικαθίστανται στη βάση χιλιοστόγραμμου προς χιλιοστόγραμμο (βλέπε παράγραφο 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κεφουροξίμης αξετίλ σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Η κεφουροξίμη αξετίλ απεκκρίνεται κυρίως µέσω των νεφρών. Σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία συνιστάται να μειώνεται η δοσολογία της κεφουροξίμης για να αντισταθμίζεται η βραδύτερη απέκκρισή της. Η κεφουροξίμη απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση.
Πίνακας 3. Συνιστώμενες δόσεις Zinadol σε νεφρική δυσλειτουργία
| Κάθαρση κρεατινίνης | T1/2 (ώρες) | Συνιστώμενη δοσολογία |
|---|---|---|
| ≥30 ml/min/1,73 m2 | 1,4–2,4 | δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης (καθιερωμένη δόση των 125 mg έως 500 mg χορηγούμενη δις ημερησίως) |
| 10-29 ml/min/1,73 m2 | 4,6 | σταθερή ατομική δόση χορηγούμενη κάθε 24 ώρες |
| <10 ml/min/1,73 m2 | 16,8 | σταθερή ατομική δόση χορηγούμενη κάθε 48 ώρες |
| Υπό αιμοκάθαρση | 2–4 | μία εφάπαξ επιπρόσθετη σταθερή ατομική δόση θα πρέπει να χορηγείται κατά το πέρας κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης |
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν διατίθενται δεδομένα για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Καθώς η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η παρουσία ηπατικής δυσλειτουργίας δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της Τρόπος χορήγησης Από στόματος χρήση.
Τα δισκία Zinadol θα πρέπει να λαμβάνονται μετά το φαγητό για την επίτευξη βέλτιστης απορρόφησης.
Τα δισκία Zinadol δεν θα πρέπει να διασπώνται και ως εκ τούτου είναι ακατάλληλα για τη θεραπεία ασθενών που δεν μπορούν να καταπιούν δισκία. Σε παιδιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί το Zinadol σε μορφή πόσιμου εναιωρήματος.
Ανάλογα με τη δοσολογία, υπάρχουν διαθέσιμες άλλες μορφές.
4.3 Αντενδείξεις
Υπερευαισθησία στην κεφουροξίμη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα που αναφέρονται στο τμήμα 6.1.
Ασθενείς με γνωστή υπερευαισθησία σε αντιβιοτικά με κεφαλοσπορίνες.
Ιστορικό σοβαρής υπερευαισθησίας (π.χ. αναφυλακτική αντίδραση) σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού αντιβακτηριακού παράγοντα (πενικιλλίνες, μονομπακτάμες και καρβαπενέμες).
4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας Ειδική μέριμνα ενδείκνυται σε ασθενείς που έχουν παρουσιάσει αλλεργική αντίδραση σε πενικιλλίνες ή άλλα β-λακταμικά αντιβιοτικά επειδή υπάρχει κίνδυνος διασταυρούμενης ευαισθησίας. Όπως με όλους τους β-λακταμικούς αντιβακτηριακούς παράγοντες, έχουν αναφερθεί σοβαρές και περιστασιακά θανατηφόρες αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Έχουν αναφερθεί αντιδράσεις υπερευαισθησίας οι οποίες μπορεί να εξελιχθούν σε σύνδρομο Κούνη, (οξύς σπασμός των στεφανιαίων αρτηριών αλλεργικής αιτιολογίας που μπορεί να οδηγήσει σε έμφραγμα του μυοκαρδίου (βλ.
παράγραφο 4.8). Σε περίπτωση σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας, η θεραπεία με κεφουροξίμη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να αρχίζει η λήψη κατάλληλων μέτρων έκτακτης ανάγκης.
Πριν την έναρξη της θεραπείας, θα πρέπει να καθοριστεί εάν ο ασθενής έχει ιστορικό σοβαρών αντιδράσεων υπερευαισθησίας στη κεφουροξίμη, σε άλλες κεφαλοσπορίνες ή σε οποιοδήποτε άλλο τύπο β-λακταμικού παράγοντα. Χρειάζεται προσοχή εάν η κεφουροξίμη χορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό μη σοβαρής υπερευαισθησίας σε άλλους β-λακταμικούς παράγοντες.
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες (SCARS)
Σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες ενέργειες όπως: σύνδρομο Stevens-Johnson (SJS), τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS), που μπορεί να είναι απειλητικές για τη ζωή ή θανατηφόρες, έχουν αναφερθεί σε σχέση με τη θεραπεία με κεφουροξίμη (βλ. παράγραφο 4.8).
Κατά τη στιγμή της συνταγογράφησης, οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα σημεία και τα συμπτώματα και να παρακολουθούνται στενά για δερματικές αντιδράσεις. Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η κεφουροξίμη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως και να εξεταστεί εναλλακτική θεραπεία. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια όπως SJS, TEN ή DRESS με τη χρήση κεφουροξίμης, η θεραπεία με κεφουροξίμη δεν πρέπει να ξαναρχίσει σε αυτόν τον ασθενή οποιαδήποτε στιγμή.
Αντίδραση Jarisch-Herxheimer Η αντίδραση Jarisch-Herxheimer έχει παρατηρηθεί μετά από θεραπεία με κεφουροξίμη αξετίλ για νόσο Lyme. Προκαλείται απευθείας από τη βακτηριοκτόνο δράση της κεφουροξίμης αξετίλ στα λοιμογόνα βακτήρια της νόσου Lyme, τις σπειροχαίτες Borrelia burgdorferi. Οι ασθενείς θα πρέπει να διαβεβαιώνονται ότι αυτή είναι μία κοινή και συνήθως αυτοπεριοριζόμενη συνέπεια της αντιβιοτικής θεραπείας της νόσου Lyme (βλέπε παράγραφο 4.8).
Υπερανάπτυξη μη ευαίσθητων μικροοργανισμών Όπως συμβαίνει και με άλλα αντιβιοτικά, η χρήση της κεφουροξίμης αξετίλ ενδέχεται να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη της Candida. Η παρατεταμένη χρήση ενδέχεται επίσης να οδηγήσει σε υπερανάπτυξη άλλων μη ευαίσθητων μικροοργανισμών (π.χ.
εντερόκοκκοι και Clostridioides difficile), η οποία μπορεί να επιβάλλει τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.8).
Έχει αναφερθεί ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα σχετιζόμενη µε αντιβακτηριακούς παράγοντες µε σχεδόν όλους τους αντιβακτηριακούς παράγοντες, περιλαμβανομένης της κεφουροξίμης και η βαρύτητα µπορεί να κυµαίνεται από ήπια µέχρι απειλητική για τη ζωή του ασθενούς. Αυτή η διάγνωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε ασθενείς με διάρροια στη διάρκεια ή ως επακόλουθο της χορήγησης κεφουροξίμης (βλέπε παράγραφο 4.8). Η διακοπή της θεραπείας με κεφουροξίμη και η χορήγηση ειδικής θεραπείας για το Clostridioides difficile θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τον περισταλτισμό (βλέπε παράγραφο 4.8).
Επίδραση στις διαγνωστικές εξετάσεις Η ανάπτυξη θετικής εξέτασης Coombs που συσχετίζεται με τη χρήση κεφουροξίμης μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος (βλέπε παράγραφο 4.8).
Καθώς στην εξέταση σιδηροκυανιούχου μπορεί να συμβεί ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα, για τον προσδιορισμό των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα/πλάσμα σε ασθενείς που λαμβάνουν κεφουροξίμη αξετίλ συνιστάται η χρήση είτε της μεθόδου της οξειδάσης της γλυκόζης είτε της μεθόδου της εξοκινάσης.
Σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα έκδοχα Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,00203 mg βενζοϊκό νάτριο σε κάθε 250 mg δισκίο Αυτό το φάρμακο περιέχει 0,00506 mg βενζοϊκό νάτριο σε κάθε 500 mg δισκίο Τα δισκία Zinadol περιέχουν parabens (παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (E218) και παραϋδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα (E216)) τα οποία μπορεί να προκαλέσουν
αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένες). Αυτό το φάρμακο περιέχει λιγότερο από 1 mmol (23 mg) νατρίου, δηλαδή ουσιαστικά μπορεί να θεωρηθεί «ελεύθερο νατρίου»
4.5 Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές
αλληλεπίδρασης Τα φάρμακα που μειώνουν τη γαστρική οξύτητα ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη χαμηλότερη βιοδιαθεσιμότητα της κεφουροξίμης αξετίλ συγκριτικά με εκείνη της κατάστασης νηστείας και τείνουν να ακυρώνουν την επίδραση της αυξημένης απορρόφησης μετά το φαγητό.
Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η συγχορήγηση με προβενεσίδη δεν συνιστάται. Η ταυτόχρονη χορήγηση προβενεσίδης αυξάνει σημαντικά τη μέγιστη συγκέντρωση, την περιοχή κάτω από την καμπύλη χρόνου συγκέντρωσης ορού και την ημίσεια ζωή αποβολής της Η ταυτόχρονη χρήση από του στόματος αντιπηκτικών μπορεί να προκαλέσει αύξηση του INR.
4.6 Γονιμότητα, κύηση και γαλουχία
Κύηση Τα στοιχεία από τη χρήση της κεφουροξίμης σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα.
Μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιβλαβείς επιδράσεις στην κύηση, στην ανάπτυξη του εμβρύου ή του κυήματος, στον τοκετό ή στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Το Zinadol θα πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες μόνο εάν το όφελος υπερσκελίζει τον κίνδυνο.
Θηλασμός Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα σε μικρές ποσότητες. Δεν αναμένονται ανεπιθύμητες επιδράσεις στις θεραπευτικές δόσεις, αν και ο κίνδυνος διάρροιας και μυκητιασικής λοίμωξης των βλεννογόνων υμένων δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ο θηλασμός μπορεί να χρειαστεί να διακοπεί λόγω των επιδράσεων αυτών. Η πιθανότητα ευαισθητοποίησης θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Η κεφουροξίμη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό μόνο μετά από αξιολόγηση της σχέσης οφέλους /κινδύνου από τον υπεύθυνο γιατρό.
Γονιμότητα Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της κεφουροξίμης αξετίλ στην ανθρώπινη γονιμότητα. Αναπαραγωγικές μελέτες σε ζώα δεν έχουν δείξει επιδράσεις στη γονιμότητα.
4.7 Επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες σχετικά με τις επιδράσεις στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων. Ωστόσο, καθώς το φάρμακο αυτό ενδέχεται να προκαλέσει ζάλη, οι ασθενείς θα πρέπει να προειδοποιούνται να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα.
4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι υπερανάπτυξη της Candida, ηωσινοφιλία, κεφαλαλγία, ζάλη, γαστρεντερικά ενοχλήματα και παροδική αύξηση των ηπατικών ενζύμων.
Οι κατηγορίες συχνότητας εμφάνισης που αποδίδονται στις ανεπιθύμητες ενέργειες παρακάτω αποτελούν εκτιμήσεις, καθώς για τις περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν ήταν διαθέσιμα κατάλληλα στοιχεία (για παράδειγμα από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες) για τον υπολογισμό της επίπτωσης. Επιπλέον, η επίπτωση των ανεπιθύμητων ενεργειών που συσχετίζονται με την κεφουροξίμη αξετίλ ενδέχεται να ποικίλει ανάλογα με την ένδειξη.
Δεδομένα από μεγάλες κλινικές μελέτες χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό της συχνότητας των πολύ συχνών έως σπάνιων ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι συχνότητες που παρουσιάζονται για όλες τις υπόλοιπες ανεπιθύμητες ενέργειες (δηλαδή, εκείνες που συμβαίνουν με συχνότητα <1/10.000) προσδιορίστηκαν κυρίως χρησιμοποιώντας στοιχεία που συγκεντρώθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου και αφορούν μάλλον το ποσοστό αναφορών παρά την πραγματική συχνότητα. Στοιχεία μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο δεν ήταν διαθέσιμα. Όπου οι επιπτώσεις υπολογίστηκαν από δεδομένα κλινικών μελετών, βασίστηκαν σε στοιχεία σχετιζόμενα με το φάρμακο (αξιολογημένα από ερευνητές). Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
Οι σχετιζόμενες με τη θεραπεία ανεπιθύμητες ενέργειες, όλων των βαθμών, παρατίθενται παρακάτω κατά κατηγορία οργανικού συστήματος του MedDRA, συχνότητα και βαθμό βαρύτητας. Για την ταξινόμηση των ανεπιθύμητων ενεργειών ανάλογα με τη συχνότητά τους, χρησιμοποιήθηκε η ακόλουθη συνθήκη: πολύ συχνές ≥1/10, συχνές ≥1/100 έως <1/10, όχι συχνές ≥1/1.000 έως <1/100, σπάνιες ≥1/10.000 έως <1/1.000, πολύ σπάνιες <1/10.000 και άγνωστης συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν βάσει των διαθέσιμων δεδομένων).
| Κατηγορία συστήματος οργάνου | Συχνές | Όχι συχνές | Μη γνωστές |
|---|---|---|---|
| Λοιμώξεις και παρασιτώσεις | υπερανάπτυξη Candida | υπερανάπτυξη Clostridioides difficile | |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | ηωσινοφιλία | θετικός έλεγχος Coomb’s θρομβοκυτταροπενία, λευκοπενία (μερικές φορές εκσεσημασμένη) | αιμολυτική αναιμία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | φαρμακευτικός πυρετός, ορονοσία, αναφυλαξία, αντίδραση Jarisch-Herxheimer | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Σύνδρομο Κούνη | ||
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | κεφαλαλγία, ζάλη |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | διάρροια, ναυτία, κοιλιακό άλγος | έμετος | ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα (βλέπε παράγραφο 4.4) |
|---|---|---|---|
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | παροδικές αυξήσεις επιπέδων ηπατικών ενζύμων | ίκτερος (κυρίως χολοστατικός), ηπατίτιδα | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | δερματικά εξανθήματα | κνίδωση, κνησμός, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (εξανθηματική νεκρόλυση) (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος), αγγειονευρωτικό οίδημα, Φαρμακευτική Αντίδραση με Ηωσινοφιλία και Συστηματικά Συμπτώματα (DRESS) | |
| Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Οι κεφαλοσπορίνες ως κατηγορία τείνουν να απορροφώνται στην επιφάνεια των μεμβρανών των ερυθροκυττάρων και αντιδρούν με αντισώματα που κατευθύνονται εναντίον του φαρμάκου για την πρόκληση θετικής αντίδρασης Coombs (που μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος) και πολύ σπάνια αιμολυτικής αναιμίας. Παροδικές αυξήσεις στα ηπατικά ένζυμα του ορού έχουν παρατηρηθεί και είναι συνήθως αναστρέψιμες. |
Παιδιατρικός πληθυσμός Το προφίλ ασφάλειας της κεφουροξίμης αξετίλ στα παιδιά συνάδει με το προφίλ της στους ενήλικες.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος.
Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Ιστότοπος: http://www.eof.gr).
4.9 Υπερδοσολογία
Η υπερδοσολογία μπορεί να οδηγήσει σε νευρολογικά επακόλουθα, όπως, μεταξύ άλλων, εγκεφαλοπάθεια, σπασμοί και κώμα. Συμπτώματα υπερδοσολογίας μπορεί να εκδηλωθούν εάν η δόση δεν μειώνεται καταλλήλως σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 και 4.4).
Τα επίπεδα της κεφουροξίμης στον ορό μπορεί να μειωθούν με αιμοκάθαρση και περιτοναϊκή κάθαρση.
5. ΦΑΡΜΑΚΟΛΟΓΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ
5.1 Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση, κεφαλοσπορίνες δεύτερης γενιάς, κωδικός ATC: J01DC02 Μηχανισμός δράσης Η κεφουροξίμη αξετίλ υπόκειται σε υδρόλυση από εστεράσες προς παραγωγή του δραστικού αντιβιοτικού, κεφουροξίμη.
Η κεφουροξίμη αναστέλλει τη σύνθεση του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος μετά από σύνδεση σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες (PBP). Αυτό συνεπάγεται τη διακοπή της βιοσύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος (πεπτιδογλυκάνη), που οδηγεί σε λύση και απόπτωση του βακτηριακού κυττάρου.
Μηχανισμός ανθεκτικότητας Η ανθεκτικότητα των βακτηρίων στην κεφουροξίμη οφείλεται ενδεχομένως σε έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους μηχανισμούς:
• υδρόλυση από β-λακταμάσες που περιλαμβάνουν (αλλά δεν περιορίζονται σε)
ευρέως φάσματος β-λακταμάσες (ESBL) και AmpC ένζυμα που μπορεί να επάγονται ή να καταστέλλονται σταθερά σε ορισμένα αερόβια Gram-αρνητικά είδη βακτηρίων,
• μειωμένη συγγένεια πενικιλλινοδεσμευτικών πρωτεϊνών για την κεφουροξίμη,
• αδιαπερατότητα εξωτερικής μεμβράνης, που περιορίζει την πρόσβαση της κεφουροξίμης σε πενικιλλινοδεσμευτικές πρωτεΐνες σε Gram-αρνητικά βακτήρια,
• βακτηριακές αντλίες εκροής Οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή σε άλλες ενέσιμες κεφαλοσπορίνες αναμένεται να είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.
Ανάλογα με το μηχανισμό αντίστασης, οι οργανισμοί που απέκτησαν αντοχή στις πενικιλλίνες μπορεί να εμφανίσουν μειωμένη ευαισθησία ή αντοχή στη κεφουροξίμη.
Οριακά Σημεία της Κεφουροξίμης Αξετίλ Τα οριακά σημεία ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που έχουν καθοριστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δοκιμής της Ευαισθησίας σε Αντιμικροβιακούς Παράγοντες (EUCAST) έκδοση 13, που ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2023, είναι τα εξής:
| Μικροοργανισμός | Οριακά σημεία (mg/L) | |
|---|---|---|
| S≤ | R> | |
| Εντεροβακτηριοειδή 1, 2 | 8 | 8 |
| Staphylococcus spp | Σημείωση3 | Σημείωση3 |
| Στρεπτόκοκκος ομάδες A,B,C και G | Σημείωση4 | Σημείωση4 |
| Streptococcus pneumoniae | 0,25 | 0,5 |
|---|---|---|
| Αιμόφιλος γρίππης | 0,001 | 1 |
| Moxarella catarrhalis | 0,001 | 4 |
| 1 Τα οριακά σημεία κεφαλοσπορίνης για τα Εντεροβακτηριοειδή ανιχνεύουν κάθε κλινικά σημαντικό μηχανισμό αντοχής (περιλαμβανομένων των ESBL και των διαμεσολαβούμενων από πλασμίδιο AmpC). Μερικά στελέχη που παράγουν β-λακταμάσες είναι ευαίσθητα στις κεφαλοσπορίνες 3ης ή 4ης γενιάς με αυτά τα οριακά σημεία και θα πρέπει να αναφέρονται ως ελεγχθέντα, δηλαδή, η παρουσία ή απουσία μίας ESBL δεν επηρεάζει η ίδια την κατηγοριοποίηση της ευαισθησίας. Η ανίχνευση και ο χαρακτηρισμός της ESBL συνιστάται για σκοπούς δημόσιας υγείας και ελέγχου της λοίμωξης. 2 Ανεπίπλεκτες λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος (UTI) μόνο, E. coli, Klebsiella spp. (except K. aerogenes), Raoultella spp. and P. mirabilis. 3 Η ευαισθησία των σταφυλόκοκκων στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στη κεφοξιτίμη εκτός της κεφιξίμης της κεφταζιδίμης, της κεφταζιδίμης- αβιμπακτάμης, της κεφτιβουτένης, και της κεφτολοζάνης-ταζομπακτάμης, οι οποίες δεν έχουν οριακά σημεία και δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για σταφυλοκοκκικές λοιμώξεις. Για τους παράγοντες που χορηγούνται από το στόμα, θα πρέπει να δίνεται προσοχή ώστε να επιτυγχάνεται επαρκής έκθεση στο σημείο της λοίμωξης. Εάν η κεφοταξίμη και η κεφτριαξόνη αναφέρονται για σταφυλόκοκκους ευαίσθητους στη μεθικιλλίνη, αυτοί θα πρέπει να αναφέρονται ως «Ευαίσθητη, αυξημένη έκθεση» (I). Ορισμένοι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ευαίσθητοι στην κεφταρολίνη και την κεφτομπιπρόλη. 4 Η ευαισθησία των στρεπτόκοκκων ομάδας A, B, C και G στις κεφαλοσπορίνες συνάγεται από την ευαισθησία στην βενζυλοπενικιλλίνη. |
S=ευαίσθητος, τυπικό δοσολογικό σχήμα, I=ευαίσθητη, αυξημένη έκθεση;
R=ανθεκτικός Μικροβιολογική ευαισθησία Ο επιπολασμός της επίκτητης ανθεκτικότητας ενδεχομένως ποικίλει ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και το χρόνο για επιλεγμένα είδη, συνεπώς είναι επιθυμητή η ύπαρξη πληροφοριών σχετικά με την ανθεκτικότητα σε τοπικό επίπεδο, κυρίως κατά τη θεραπεία σοβαρών λοιμώξεων. Ανάλογα με τις απαιτήσεις, θα πρέπει να ζητείται η συνδρομή ειδικού όταν ο τοπικός επιπολασμός ανθεκτικότητας διακυβεύει τη χρησιμότητα της κεφουροξίμης αξετίλ τουλάχιστον σε ορισμένους τύπους λοίμωξης.
Η κεφουροξίμη είναι συνήθως δραστική έναντι των παρακάτω μικροοργανισμών in vitro.
Συνήθως ευαίσθητα είδη Gram-θετικά αερόβια:
Staphylococcus aureus (ευαίσθητος στη μεθικιλλίνη)* Coagulase negative staphylococcus (ανθεκτικός στη μεθικιλλίνη)
Streptococcus pyogenes Streptococcus agalactiae Gram-αρνητικά αερόβια:
Haemophilus influenzae Haemophilus parainfluenzae
Moraxella catarrhalis Σπειροχαίτες Borrelia burgdorferi Μικροοργανισμοί για τους οποίους η αποκτηθείσα ανθεκτικότητα μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα Gram-θετικά αερόβια:
Streptococcus pneumoniae Gram-αρνητικά αερόβια:
Citrobacter freundii Klebsiella aerogenes Enterobacter cloacae Escherichia coli Klebsiella pneumoniae Proteus mirabilis Proteus spp. (άλλα εκτός του P. vulgaris)
Providencia spp.
Gram-θετικά αναερόβια:
Peptostreptococcus spp.
Propionibacterium spp.
Gram-αρνητικά αναερόβια:
Fusobacterium spp.
Bacteroides spp.
Εγγενώς ανθεκτικοί μικροοργανισμοί Gram-θετικά αερόβια:
Enterococcus faecalis Enterococcus faecium Gram-αρνητικά αερόβια:
Acinetobacter spp.
Campylobacter spp.
Morganella morganii Proteus vulgaris Pseudomonas aeruginosa Serratia marcescens Gram-αρνητικά αναερόβια:
Bacteroides fragilis Άλλα:
Chlamydia spp.
Mycoplasma spp.
Legionella spp.
* Όλοι οι ανθεκτικοί στη μεθικιλλίνη S. aureus είναι ανθεκτικοί στη κεφουροξίμη.
5.2 Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματος χορήγηση η κεφουροξίμη αξετίλ απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα υδρολύεται ταχέως στον εντερικό βλεννογόνο και στο αίμα για να απελευθερώσει την κεφουροξίμη στην κυκλοφορία. Η βέλτιστη απορρόφηση συμβαίνει όταν η χορήγηση γίνεται σύντομα μετά το γεύμα.
Μετά τη χορήγηση των δισκίων της κεφουροξίμης αξετίλ το μέγιστο των επιπέδων στον ορό (2,1 mcg/ml για δόση 125 mg, 4,1 mcg/ml για δόση 250 mg, 7,0 mcg/ml για δόση 500 mg και 13,6 mcg/ml για δόση 1000 mg) παρουσιάζονται περίπου 2 έως 3 ώρες μετά τη χορήγηση όταν το φάρμακο λαμβάνεται με το φαγητό. Ο ρυθμός απορρόφησης της κεφουροξίμης από το εναιώρημα είναι μειωμένο συγκριτικά με τα δισκία, οδηγώντας σε βραδύτερα, χαμηλότερα μέγιστα επίπεδα ορού και ελαττωμένη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα (4 έως 17% μικρότερη). Το πόσιμο εναιώρημα κεφουροξίμης αξετίλ δεν ήταν βιοϊσοδύναμο των δισκίων κεφουροξίμης αξετίλ όταν δοκιμάστηκαν σε υγιείς ενήλικες και ως εκ τούτου δεν μπορούν να αλληλο-αντικατασταθούν στη βάση milligram-προς-milligram (βλέπε παράγραφο 4.2).
Η φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης είναι γραμμική για το από του στόματος δοσολογικό φάσμα των 125 έως 1000 mg. Δεν παρουσιάστηκε συσσώρευση κεφουροξίμης μετά από επανάληψη από του στόματος δόσεων των 250 έως 500 mg.
Κατανομή Η σύνδεση με πρωτεΐνες έχει δηλωθεί ως 33 έως 50%, ανάλογα με τη χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία. Μετά από μία εφάπαξ δόση δισκίου κεφουροξίμης αξετίλ 500 mg σε 12 υγιείς εθελοντές, ο προφανής όγκος κατανομής ήταν 50 L (CV%=28%). Συγκεντρώσεις κεφουροξίμης που υπερβαίνουν τα ελάχιστα ανασταλτικά επίπεδα για τα κοινά παθογόνα μπορούν να επιτευχθούν στην αμυγδαλή, στους παραρρίνιους ιστούς, στο βρογχικό βλεννογόνο, στο οστό, στο πλευριτικό υγρό, σε υγρό άρθρωσης, στο αρθρικό υγρό, στο διάμεσο υγρό, στη χολή, στα πτύελα και στο υδατοειδές υγρό. Η κεφουροξίμη διαπερνά τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό όταν οι μήνιγγες φλεγμαίνουν.
Βιομετασχηματισμός Η κεφουροξίμη δεν μεταβολίζεται.
Αποβολή Η ημιζωή στον ορό είναι μεταξύ 1 και 1,5 ώρας. Η κεφουροξίμη απεκκρίνεται μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής έκκρισης. Η νεφρική κάθαρση βρίσκεται στην περιοχή των 125 έως 148 ml/min/1,73 m2.
Ειδικοί πληθυσμοί ασθενών Φύλο Δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Ηλικιωμένοι Δεν χρειάζεται ειδική προσοχή στους ηλικιωμένους ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία σε δόσεις μέχρι το φυσιολογικό μέγιστο του 1 g ανά ημέρα. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς είναι πιθανότερο να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία˙ ως εκ τούτου, η
δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τη νεφρική λειτουργία στους ηλικιωμένους (βλέπε παράγραφο 4.2).
Παιδιατρικοί ασθενείς Στα μεγαλύτερα βρέφη (ηλικίας >3 μηνών) και στα παιδιά, η φαρμακοκινητική της κεφουροξίμης είναι παρόμοια με εκείνη που παρατηρείται στους ενήλικες.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα κλινικά στοιχεία για τη χρήση της κεφουροξίμης αξετίλ σε παιδιά ηλικίας κάτω των 3 μηνών.
Νεφρική δυσλειτουργία Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της κεφουροξίμης αξετίλ σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια δεν έχουν τεκμηριωθεί.
Η κεφουροξίμη αξετίλ απεκκρίνεται κυρίως µέσω των νεφρών. Επομένως, όπως συμβαίνει με όλα τα αντίστοιχα αντιβιοτικά, σε ασθενείς με εκσεσημασμένη νεφρική δυσλειτουργία (δηλαδή, C1cr <30 ml/λεπτό) συνιστάται η δοσολογία της κεφουροξίμης να μειώνεται προς αντιστάθμιση της βραδύτερης απέκκρισής της (βλέπε παράγραφο 4.2). Η κεφουροξίμη απομακρύνεται αποτελεσματικά με αιμοκάθαρση.
Ηπατική δυσλειτουργία Δεν διατίθενται δεδομένα για ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Καθώς η κεφουροξίμη απεκκρίνεται κυρίως από τους νεφρούς, η παρουσία ηπατικής δυσλειτουργίας δεν αναμένεται να έχει επίδραση στη φαρμακοκινητική της Σχέση Φαρμακοκινητικής/Φαρμακοδυναμικής Για τις κεφαλοσπορίνες, ο σημαντικότερος δείκτης φαρμακοκινητικής-φαρμακοδυναμικής που συσχετίζεται με in vivo αποτελεσματικότητα έχει αποδειχτεί ότι είναι το ποσοστό του μεσοδιαστήματος των δόσεων (%Τ) κατά το οποίο η αδέσμευτη ποσότητα εξακολουθεί να είναι μεγαλύτερη της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) της κεφουροξίμης για κάθε είδος-στόχο (δηλαδή, %T>MIC).
5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια
Τα μη-κλινικά δεδομένα δεν αποκαλύπτουν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον άνθρωπο με βάση τις μελέτες φαρμακολογικής ασφάλειας, τοξικότητας επαναλαμβανόμενων δόσεων, γονιδιοτοξικότητας και τοξικότητας στην αναπαραγωγική ικανότητα και στην ανάπτυξη.
Δεν έχουν διενεργηθεί μελέτες καρκινογένεσης. Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία που να υποδηλώνουν πιθανότητα καρκινογόνου δράσης.
Η δραστηριότητα της γ-γλουταμυλοτρανσπεπτιδάσης στα ούρα αρουραίων αναστέλλεται από διάφορες κεφαλοσπορίνες, ωστόσο το επίπεδο της αναστολής είναι μικρότερο με την κεφουροξίμη. Αυτό μπορεί να έχει σημασία στην παρεμβολή σε κλινικές εργαστηριακές εξετάσεις σε ανθρώπους.
6. ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
6.1 Κατάλογος εκδόχων
Μικροκρυσταλλική κυτταρίνη Λαουρυλοθειϊκό νάτριο Διασταυρούμενη νατριούχος καρμελλόζη Έλαιο φυτικό υδρογονωμένο Κολλοειδές άνυδρο οξείδιο του πυριτίου Υπρομελλόζη Προπυλενογλυκόλη Παραϋδροξυβενζοϊκός μεθυλεστέρας (E218)
Παραϋδροξυβενζοϊκός προπυλεστέρας Opaspray white M-1-7120J [περιέχει διοξείδιο του τιτανίου (E171) και βενζοϊκό νάτριο (E211)]
6.2 Ασυμβατότητες
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κεφαλοσπορίνες έχει αναφερθεί θετικό αποτέλεσμα δοκιμασίας Coombs – το φαινόμενο αυτό μπορεί να επηρεάσει τη διασταύρωση αίματος.
6.3 Διάρκεια ζωής
36 μήνες
6.4 Ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη φύλαξη του προϊόντος
Δισκία κεφουροξίμης αξετίλ σε συσκευασίες κυψελών από φύλλο αλουμινίου Μη φυλάσσετε σε θερμοκρασία μεγαλύτερη των 30°C.
6.5 Φύση και συστατικά του περιέκτη
Συσκευασία κυψελών από φύλλο αλουμινίου με κάλυμμα από αλουμίνιο.
Μέγεθος συσκευασίας: 6, 10, 12, 14, 16, 20, 24 και 50 Μπορεί να μην κυκλοφορούν όλες οι συσκευασίες.
6.6 Ιδιαίτερες προφυλάξεις απόρριψης και άλλος χειρισμός
Κάθε αχρησιμοποίητο φαρμακευτικό προϊόν ή υπόλειμμα πρέπει να απορρίπτεται σύμφωνα με τις κατά τόπους ισχύουσες σχετικές διατάξεις.
7. ΚΑΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Sandoz Pharmaceuticals d.d.
Verovškova ulica 57 SI-1000 Ljubljana Σλοβενία
8. ΑΡΙΘΜΟΣ(ΟΙ) ΑΔΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
Δισκία 250mg 41696/05-11-2009 Δισκία 500mg 41698/05-11-2009
9. ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΠΡΩΤΗΣ ΕΓΚΡΙΣΗΣ / ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΤΗΣ ΑΔΕΙΑΣ
Ημερομηνία πρώτης άδειας:
Δισκία 250 mg 28-2-1989 Δισκία 500 mg 28-2-1989 Ημερομηνία τελευταίας ανανέωσης:
Δισκία 250 mg 05-11-2009 Δισκία 500 mg 05-11-2009