ALPROSTADIL
Αλπροσταδίλη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας κωδικός ATC: G04BE01 ### Μηχανισμός δράσης: Η αλπροσταδίλη είναι χημικά ταυτόσημη με την προσταγλανδίνη Ε1, οι δράσεις της οποίας περιλαμβάνουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N48 Άλλες διαταραχές του πέους
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Στυτική δυσλειτουργία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος VITAROS
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ουρηθρικά
- Χορήγηση: εντός 5 έως 30 λεπτών πριν από τη σεξουαλική επαφή
- Δόση έναρξης: 300 mcg
- Τιτλοποίηση: Οι ασθενείς που δεν ανέχονται τη δόση 300 mcg λόγω των τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών, μπορούν να τιτλοποιηθούν στην χαμηλότερη δόση των 200 mcg.
-
ΕνήλικεςΗ μέγιστη συχνότητα χρήσης δεν πρέπει να ξεπερνά τις 2-3 φορές την εβδομάδα και όχι περισσότερες από μία φορά μέσα σε διάστημα 24 ωρών. Κάθε ασθενής πρέπει να καθοδηγείται από έναν γιατρό σχετικά με την κατάλληλη τεχνική για τη χορήγηση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υποκείμενες διαταραχές (ορθοστατική υπόταση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, συγκοπή)
-
Υπερευαισθησία στην αλπροσταδίλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του Αλπροσταδίλη
-
Καταστάσεις που προδιαθέτουν σε πριαπισμό (δρεπανοκυτταρική αναιμία, αναιμία, θρομβοκυττάρωση, πολυκυτταραιμία, πολλαπλό μυέλωμα, λευχαιμία)
-
Ανατομική ανωμαλία του πέους (υποσπαδία σοβαρής μορφής, κάμψη, ουρηθρίτιδα, βαλανίτιδα)
-
Προδιάθεση για φλεβική θρόμβωση ή σύνδρομο υπεργλοιότητας με αυξημένο κίνδυνο πριαπισμού
-
Σεξουαλική δραστηριότητα αντενδείκνυται (π.χ. σε ασταθείς καρδιαγγειακές ή εγκεφαλοαγγειακές καταστάσεις)ΠληθυσμόςΆνδρες
-
Σεξουαλική επαφή με γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία χωρίς χρήση προφυλακτικού
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΠριαπισμόςΥψηλόςΕάν εμφανιστεί παρατεταμένη στύση (>4 ώρες), να αναζητηθεί άμεσα ιατρική βοήθεια.
-
Συμπτωματική υπόταση και συγκοπήΜέτριοςΝα αποφεύγονται δραστηριότητες όπως οδήγηση ή επικίνδυνες εργασίες εάν εμφανιστούν υπόταση ή συγκοπή.
-
Αίτια στυτικής δυσλειτουργίαςΠριν την έναρξη της θεραπείας, να αποκλείονται θεραπεύσιμα αίτια στυτικής δυσλειτουργίας.
-
Υποκείμενες διαταραχέςΥψηλόςΠληθυσμόςΑσθενείς με ορθοστατική υπόταση, έμφραγμα μυοκαρδίου, συγκοπήΔεν πρέπει να χρησιμοποιούν το Αλπροσταδίλη (βλ. Αντενδείξεις).
-
Νευρολογική ασθένεια ή τραυματισμός σπονδυλικής στήληςΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό νευρολογικής ασθένειας ή τραυματισμού της σπονδυλικής στήληςΔεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες.
-
Ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκειαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκειαΊσως απαιτηθεί μείωση της δόσης λόγω επηρεασμένου μεταβολισμού.
-
Ακούσια ενδοουρηθρική έκθεσηΠροσοχήΜπορεί να προκαλέσει αίσθημα καύσου ή μουδιάσματος και πόνου στο πέος. Η μακροχρόνια επίδραση είναι άγνωστη.
-
Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ)ΥψηλόςΠληθυσμόςΑσθενείς και σύντροφοιΤο Αλπροσταδίλη δεν παρέχει προστασία. Να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα (συμπεριλαμβανομένου του HIV).
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύντροφους (κολπικός ερεθισμός)ΜέτριοςΠληθυσμόςΕρωτικοί σύντροφοι χρηστών ΑλπροσταδίληΣυνιστάται η χρήση προφυλακτικού.
-
Στοματική ή πρωκτική σεξουαλική επαφήΠροσοχήΟι επιπτώσεις στην βλεννογόνο δεν έχουν μελετηθεί. Πρέπει να χρησιμοποιείται προφυλακτικό.
-
Αντισυλληπτικές ιδιότητεςΥψηλόςΠληθυσμόςΖευγάρια με γυναίκα σύντροφο σε αναπαραγωγική ηλικίαΤο Αλπροσταδίλη δεν έχει αντισυλληπτικές ιδιότητες. Να λαμβάνονται επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
-
Χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή με γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εγκύους ή θηλάζουσεςΥψηλόςΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, έγκυες ή θηλάζουσεςΠρέπει να χρησιμοποιείται προφυλακτικό.
-
Τύπος προφυλακτικούΠροσοχήΜόνο τα προφυλακτικά από λάτεξ έχουν μελετηθεί. Κίνδυνος βλάβης σε προφυλακτικά από άλλο υλικό.
-
Περιεκτικότητα σε αιθανόληΠροσοχήΠεριέχει 5 mg αιθανόλης ανά 100 mg δόσης. Μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καψίματος σε βλάβη του δέρματος.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
αντένδειξηΑυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνοςΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό.
-
Εμφυτεύματα πέους, χαλαρωτικά των λείων μυών (παπαβερίνη), α-αποκλειστές (φαιντολαμίνη, θυμοξαμίνη)προσοχήΚίνδυνος εμφάνισης πριαπισμού
-
Συμπαθομιμητικά, αποσυμφορητικά, κατασταλτικά όρεξηςπροσοχήΜείωση της επίδρασης της αλπροσταδίλης
-
Αντιπηκτικά και αναστολείς της συσσώρευσης των αιμοπεταλίωνπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας της ουρήθρας, αιματουρίας
-
Αντιυπερτασικά και αγγειοδραστικά φάρμακα (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπότασης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ζάλη
- Συγκοπή
- Υπεραισθησία
- Υπόταση
- Εξάνθημα
- Πόνος στα άκρα
- Υπερβολική ακαμψία
- Άλγος ουρήθρας
- Στένωση ουρήθρας
- Ουρολοίμωξη
- Κολπίτιδα
- Αίσθημα καύσου στο πέος
- Άλγος πέους
- Ερύθημα του πέους
- Άλγος γεννητικών οργάνων
- Δυσφορία γεννητικών οργάνων
- Ερύθημα γεννητικών οργάνων
- Αυξημένη στύση
- Κνησμός γεννητικών οργάνων
- Οίδημα πέους
- Βαλανίτιδα
- Μούδιασμα πέους
- Αίσθημα παλμών στο πέος
- Παρατεταμένη στύση
- Πριαπισμός
- Κνησμώδες πέος
- Εξάνθημα γεννητικών οργάνων
- Άλγος οσχέου
- Αίσθημα πίεσης στα γεννητικά όργανα
- Έλλειψη αίσθησης στο πέος
- Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου
- Αιδοιοκολπικός κνησμός
- Αιμωδία πέους
- Πόνος στο σημείο εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΆλγος γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΆλγος ουρήθραςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΆλγος πέουςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσου στο πέοςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου (στις γυναίκες συντρόφους)Στις γυναίκες συντρόφους
-
ΣυχνέςΑυξημένη στύσηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΒαλανίτιδαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΕρύθημα γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΕρύθημα του πέουςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμός γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚολπίτιδα (στις γυναίκες συντρόφους)Στις γυναίκες συντρόφους
-
ΣυχνέςΟίδημα πέουςΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτένωση ουρήθραςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΆλγος οσχέουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΈλλειψη αίσθησης στο πέοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα πίεσης στα γεννητικά όργαναΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμών στο πέοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπικός κνησμός (στις γυναίκες συντρόφους)Στις γυναίκες συντρόφους
-
Όχι συχνέςΑιμωδία πέουςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕξάνθημα γεννητικών οργάνωνΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες πέοςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜούδιασμα πέουςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένη στύσηΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠόνος στο σημείο εφαρμογήςΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερβολική ακαμψίαΜυοσκελετικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Αλπροσταδίλη σε έγκυες γυναίκες. Η έμμεση έκθεση των γυναικών στην αλπροσταδίλη είναι πιθανό να είναι χαμηλή. Μελέτες σε ζώα που έλαβαν υψηλότερες δόσεις αλπροσταδίλης κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι έγκυες γυναίκες δεν πρέπει να εκτίθενται στο Αλπροσταδίλη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η έμμεση έκθεση στην αλπροσταδίλη μέσω του Αλπροσταδίλη οδηγεί σε σημαντική απέκκριση στο ανθρώπινο γάλα. Η χρήση του Αλπροσταδίλη κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται.
-
ΓονιμότηταΣε αρσενικά κουνέλια, παρατηρήθηκε ατροφία των σπερματικών σωληναρίων των όρχεων, μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μορφών Αλπροσταδίλη που περιέχουν το έκδοχο DDAIP HCl (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν το Αλπροσταδίλη έχει επίδραση στην ανδρική γονιμότητα στους ασθενείς.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- συγκοπή
- ζάλη
- άλγος πέους
- πριαπισμός
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας κωδικός ATC: G04BE01
Μηχανισμός δράσης:
Η αλπροσταδίλη είναι χημικά ταυτόσημη με την προσταγλανδίνη Ε1, οι δράσεις της οποίας περιλαμβάνουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων του στυτικού ιστού των σηραγγωδών σωμάτων και αύξηση της αιματικής ροής μέσω της σηραγγώδους αρτηρίας, προκαλώντας τη σκληρότητα του πέους.
Μετά την εφαρμογή του Αλπροσταδίλη η έναρξη της στύσης πραγματοποιείται εντός 5 έως 30 λεπτών. Η αλπροσταδίλη έχει μικρό χρόνο ημίσειας ζωής στους άνδρες και η βελτίωση της στυτικής λειτουργίας μπορεί να διαρκέσει από 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.
Αποτελεσματικότητα:
Η αποτελεσματικότητα του Αλπροσταδίλη σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία αξιολογήθηκε με δύο κύριες μελέτες φάσης ΙΙΙ. Στις ομάδες που έλαβαν 100, 200 και 300 mcg αλπροσταδίλης αντίστοιχα παρατηρήθηκε σε σχέση με το εικονικό φάρμακο μια στατιστικά σημαντική συνολική βελτίωση σε καθένα από τα κύρια τελικά σημεία της αποτελεσματικότητας, π.χ. στη βαθμολογία του τομέα στυτικής δυσλειτουργίας του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF) και αυξημένη επιτυχία στην κολπική διείσδυση και εκσπερμάτιση. Επιπλέον, υπήρξαν επίσης στατιστικά σημαντικές συνολικές βελτιώσεις των ομάδων θεραπείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε αρκετές από τις δευτερεύουσες μεταβλητές αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένων των βαθμολογιών σε άλλους τομείς της κλίμακας του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF) (οργασμός, ικανοποίηση σεξουαλικής επαφής, και συνολική ικανοποίηση), της Αυτοαξιολόγησης Στύσης από τον ίδιο τον ασθενή (PSAE), και το Ερωτηματολόγιο Σφαιρικής Εκτίμησης (GAQ).
Αποτελεσματικότητα στον υποπληθυσμό:
Παρόμοιες βελτιώσεις με εκείνες του συνόλου των ασθενών παρατηρήθηκαν γενικά εντός των υποπληθυσμών (ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη, καρδιακές διαταραχές, προστατεκτομή, υπέρταση, και ασθενείς στους οποίους απέτυχε προηγούμενη θεραπεία με Viagra) και δύο ηλικιακών ομάδων (ηλικίας από 65 ετών και κάτω και ηλικίας άνω των 65 ετών), στις βαθμολογίες των τομέων του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF).
Απορρόφηση:
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δια της τοπικής οδού χορήγησης δεν έχει προσδιοριστεί. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία έλαβαν θεραπεία με 100 mg κρέμα Αλπροσταδίλη, σε δόσεις των 100, 200 και 300 mcg αλπροσταδίλης. Τα επίπεδα της προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1), και του μεταβολίτη της PGE0 στο πλάσμα ήταν χαμηλά ή μη ανιχνεύσιμα στα περισσότερα άτομα στις περισσότερες δειγματοληψίες αίματος μετά τη χορήγηση της δόσης, με αποτέλεσμα οι φαρμακοκινητικές παράμετροι να μην μπορούν να εκτιμηθούν. Οι τιμές της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) και του της AUC της 15-κετο-PGE0 ήταν χαμηλές και παρουσίασαν μικρότερη αναλογικά με τη δόση αύξηση στο δοσολογικό εύρος 100-300 mcg. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της 15-κετο-PGE0 στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός μίας ώρας μετά τη χορήγηση.
Πίνακας 2
Οι μέσες (SD) Φαρμακοκινητικές παράμετροι της 15-keto-PGE0
| Παράμετρος | Εικονικό φάρμακο (N=5) | Αλπροσταδίλη 100 mcg (N=5) | Αλπροσταδίλη 200 mcg (N=5) | Αλπροσταδίλη 300 mcg (N=5) |
|---|---|---|---|---|
| AUC (pg*hr/mL) | 388 (256) | 439 (107) | 504 (247) | 960 (544) |
| Cmax (pg/mL) | 23 (19) | 202 (229) | 120 (103) | 332 (224) |
| Tmax (hr) | 6 (8) | 0,6 (0,4) | 1 (0,7) | 0.7 (0,3) |
| T1/2 (hr) | 4 (–) | 5 (3) | 3 (1) | 6 (6) |
AUC είναι η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα από το σημείο μηδέν έως τις 24 ώρες bΜόνο ένα άτομο είχε επαρκή στοιχεία για την εκτίμηση της ημίσειας ζωής. cΜόνο τρία άτομα είχαν επαρκή στοιχεία για την εκτίμηση της ημίσειας ζωής. SD = τυπική απόκλιση
Κατανομή:
Μετά τη χορήγηση του Αλπροσταδίλη στη σχισμή και στη βάλανο του πέους, η αλπροσταδίλη απορροφάται ταχέως από το σπογγώδες σώμα και τα σηραγγώδη σώματα μέσω παράπλευρων αγγείων. Η υπόλοιπη ποσότητα περνά στην φλεβική κυκλοφορία της πυέλου μέσω των φλεβών που αποστραγγίζουν το σπογγώδες σώμα.
Μεταβολισμός:
Μετά από τοπική χορήγηση, η προσταγλανδίνη Ε1 (PGE1) μεταβολίζεται ταχέως τοπικά μέσω ενζυματικής οξείδωσης της 15-υδροξυλομάδας σε 15-κετο-ΡGΕ1. H 15-κετο-ΡGΕ1 διατηρεί μόνο το 1-2% της βιολογικής δραστικότητας της προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1) και μειώνεται ταχέως για να σχηματίσει τον ευρισκόμενο σε μεγαλύτερη αφθονία ανενεργό μεταβολίτη, 13, 14-διυδρο, 15-κετο-PGE που αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς και το ήπαρ.
Αποβολή:
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της επισημασμένης με τρίτιο αλπροσταδίλης στον άνθρωπο, το επισημασμένο φάρμακο εξαφανίζεται ταχέως από το αίμα στα πρώτα 10 λεπτά και μετά από 1 ώρα παραμένει στο αίμα μόνο χαμηλού επιπέδου ραδιενέργεια. Οι μεταβολίτες της αλπροσταδίλης απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς με περίπου το 90% της χορηγούμενης ενδοφλέβιας δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών μετά τη χορήγηση. Η υπόλοιπη ποσότητα απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη κατακράτησης της αλπροσταδίλης ή των μεταβολιτών της στους ιστούς μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.
Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς:
Πνευμονοπάθεια: οι ασθενείς με πνευμονοπάθεια μπορεί να έχουν μειωμένη ικανότητα απομάκρυνσης του φαρμάκου. Η πνευμονική απέκκριση της ενδοφλεβίως χορηγούμενης προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1) από τον πνεύμονα, σε ασθενείς με σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μειώθηκε κατά περίπου 15% σε σύγκριση με μία ομάδα ελέγχου ασθενών με φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία.
Γένος: Οι επιδράσεις του φύλου στη φαρμακοκινητική του Αλπροσταδίλη δεν έχουν μελετηθεί και δεν έχουν διεξαχθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε γυναίκες συντρόφους.
Ηλικιωμένοι, Παιδιατρικός πληθυσμός: Οι επιδράσεις τις ηλικίας στη φαρμακοκινητική της τοπικά χορηγούμενης αλπροσταδίλης δεν έχουν μελετηθεί. Δεν συνιστάται η χρήση του Αλπροσταδίλη σε παιδιά ή σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Απορρόφηση: Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δια της τοπικής οδού χορήγησης δεν έχει προσδιοριστεί. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία έλαβαν θεραπεία με 100 mg κρέμα Αλπροσταδίλη, σε δόσεις των 100, 200 και 300 mcg…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η προσταγλανδίνη Ε1 (PGE1) παράγεται ενδογενώς για να χαλαρώσει τα αγγειακά λείους μυς και να προκαλέσει αγγειοδιαστολή. Ως συνθετική μορφή της PGE1, η αλπροσταδίλη έχει τις ίδιες φαρμακοδυναμικές επιδράσεις.
Η αλπροσταδίλη:
- Αναστέλλει τη συσσωμάτωση των αιμοπεταλίων.
- Έχει αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις.
- Παρεμβαίνει στις ανοσολογικές αποκρίσεις.
- Διεγείρει τον παράγοντα Χ, ένα ένζυμο πήξης του αίματος.
Επιδράσεις σε Ενήλικες Άρρενες:
Σε ενήλικες άνδρες, η χρήση αλπροσταδίλης μπορεί να οδηγήσει σε παρατεταμένη στύση και πριαπισμό, ίνωση του πέους, υπόταση και αιμορραγία στο σημείο της ένεσης. Σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία έως και 24 μήνες με αλπροσταδίλη, η συχνότητα παρατεταμένων στύσεων (>4 ώρες) ήταν 4%, και η συχνότητα πριαπισμού (στύσεις μεγαλύτερες από 6 ώρες) ήταν <1%.
Επιδράσεις σε Ασθενείς με Υποκείμενες Παθήσεις:
- Καρδιαγγειακή Νόσος: Ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο που λαμβάνουν αλπροσταδίλη μπορεί να διατρέχουν υψηλότερο καρδιακό κίνδυνο.
- Νεογνά με Συγγενείς Καρδιακές Ανωμαλίες: Τα νεογνά με συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες που λαμβάνουν αλπροσταδίλη μπορεί να εμφανίσουν άπνοια. Η άπνοια εμφανίζεται στο 10-12% των νεογνών και είναι συχνότερη σε όσους ζυγίζουν λιγότερο από 2 kg κατά τη γέννηση.
- Γαστρική Απόφραξη: Η χορήγηση αλπροσταδίλης σε νεογνά μπορεί επίσης να οδηγήσει σε γαστρική απόφραξη δευτεροπαθώς λόγω πυλωρικής υπερπλασίας.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αλπροσταδίλη είναι ένας μυοχαλαρωτικός παράγοντας που προάγει την αγγειοδιαστολή και την αναστολή της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων.
Δράση σε Νεογνά:
Σε νεογνά με πατέντα του αρτηριακού πόρου (DA), η αλπροσταδίλη χαλαρώνει τον λείο μυ του DA, εμποδίζοντας ή αντιστρέφοντας το λειτουργικό κλείσιμο του DA που συμβαίνει λίγο μετά τη γέννηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της πνευμονικής ή συστημικής ροής αίματος στα βρέφη. Η αλπροσταδίλη φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική εντός 96 ωρών μετά τη γέννηση, καθώς ο DA χάνει γρήγορα την ανταπόκρισή του σε αυτήν.
Δράση κατά την Τοπική Χορήγηση (Πέος):
Όταν χορηγείται με ενδοπεϊκή ένεση ή ως ενδοουρηθρικό υπόθετο, η αλπροσταδίλη δρα τοπικά για να χαλαρώσει τον λείο μυ των τραβηκτών του σηραγγώδους σώματος και των σηραγγωδών αρτηριών. Οίδημα, επιμήκυνση και ακαμψία του πέους προκύπτουν όταν το αρτηριακό αίμα ρέει γρήγορα στο σηραγγώδες σώμα για να διαστείλει τους λακωνικούς χώρους. Το παγιδευμένο αίμα μειώνει την αρτηριακή φλεβική ροή καθώς οι κόλποι συμπιέζονται κατά της αλβουγινικής χιτώνας, οδηγώντας σε ακαμψία του πέους. Αυτό αναφέρεται ως ο μηχανισμός σπηλαιοπηγμάτων (corporal veno-occlusive mechanism).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Συσσωματωμένη Πλασματική Συγκέντρωση:
Σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία που έλαβαν 20 μg αλπροσταδίλης ενδοπεϊκά, οι συστημικές πλασματικές συγκεντρώσεις της προσταγλανδίνης Ε1 αυξήθηκαν από μια βασική τιμή 0.8 pg/mL σε Cmax 16.8 pg/mL (διορθωμένη για τη βασική τιμή). Το tmax και το AUC για αυτή την ομάδα ασθενών ήταν 4.8 λεπτά και 173 pg·min/mL, αντίστοιχα.
Σε ασθενείς που έλαβαν 20 μg αλπροσταδίλης ενδοφλεβίως, το AUC ήταν παρόμοιο με αυτό που ανιχνεύθηκε σε ασθενείς που έλαβαν αλπροσταδίλη ενδοπεϊκά (174 pg·min/mL). Ωστόσο, είχαν υψηλότερο tmax (25.5 λεπτά) και χαμηλότερο Cmax (7.09 pg/mL).
Σε σύγκριση με την ίδια δόση που χορηγήθηκε με βραχείας διάρκειας ενδοφλέβια έγχυση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της αλπροσταδίλης, όπως εκτιμήθηκε από τη συστημική έκθεση, ήταν περίπου 98%.
Απέκκριση Μεταβολιτών:
Μετά την αποικοδόμηση της αλπροσταδίλης μέσω βήτα- και ωμέγα-οξείδωσης, οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς, και η απέκκριση είναι ουσιαστικά ολοκληρωμένη εντός 24 ωρών μετά τη χορήγηση (92%). Περίπου το 88% και το 12% των μεταβολιτών της αλπροσταδίλης απεκκρίνονται μέσω των ούρων και των κοπράνων, αντίστοιχα, σε διάστημα 72 ωρών. Η αλπροσταδίλη και οι μεταβολίτες της δεν παραμένουν στους ιστούς, και αμετάβλητη αλπροσταδίλη δεν έχει ανιχνευθεί στα ούρα.
Όγκος Κατανομής:
Ο όγκος κατανομής της αλπροσταδίλης δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Συνολική Κάθαρση Σώματος:
Σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία που έλαβαν ενδοφλέβια έγχυση αλπροσταδίλης (20 μg), η συνολική κάθαρση σώματος ήταν 115 L/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η αλπροσταδίλη συνδέεται στο πλάσμα κυρίως με την αλβουμίνη (81% σύνδεση) και, σε μικρότερο βαθμό, με το κλάσμα αλφα-σφαιρίνης IV-4 (55% σύνδεση).
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αλπροσταδίλη μεταβολίζεται ταχέως στον ανθρώπινο οργανισμό.
- Μετά από Ενδοπεϊκή Χορήγηση: Η αλπροσταδίλη μεταβολίζεται στο σηραγγώδες σώμα, και ένα μικρότερο ποσοστό απορροφάται από το πέος στη συστημική κυκλοφορία.
- Μετά από Ενδοφλέβια ή Αρτηριακή Χορήγηση: Η αλπροσταδίλη μεταβολίζεται και κατανέμεται σε ολόκληρο το σώμα, εκτός από το κεντρικό νευρικό σύστημα.
Πνευμονική Μεταβολισμός:
Έως και 60-90% της κυκλοφορούσας αλπροσταδίλης μπορεί να μεταβολιστεί στους πνεύμονες μέσω πνευμονικής απέκκρισης πρώτης διόδου, σε μια διαδικασία γνωστή ως βήτα- και ωμέγα-οξείδωση.
Μεταβολίτες:
Η ενζυμική οξείδωση της υδροξυλομάδας C15 της αλπροσταδίλης οδηγεί στο σχηματισμό 15-κέτο-PGE1, ενώ η αναγωγή του διπλού δεσμού C13,14 παράγει 15-κέτο-PGE0 και 13,14-διυδρο-PGE1 (PGE0). Οι 15-κέτο μεταβολίτες είναι ανενεργοί, αλλά ο μεταβολίτης PGE0 έχει παρόμοια ισχύ με την αλπροσταδίλη σε απομονωμένα ζωικά όργανα. Ο κύριος μεταβολίτης της αλπροσταδίλης είναι η 15-κέτο-PGE0.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Σε υγιείς ενήλικες και νεογνά που έλαβαν μία εφάπαξ ενδοφλέβια δόση αλπροσταδίλης, ο χρόνος ημίσειας ζωής κυμαίνεται από 5 έως 10 λεπτά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αντιαιμοπεταλιακοί Παράγοντες: Φάρμακα ή παράγοντες που αντικαθιστούν ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδινών-θρομβοξανών.
- Αγγειοδιασταλτικά: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Ουρολογικά Φάρμακα: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ακράτεια ούρων και οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
F5TD010360
ΑΛΠΡΟΣΤΑΔΙΛΗ
-
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE]: Αρτηριακή Αγγειοδιαστολή Ουρογεννητικού Συστήματος
-
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC]: Αναλόγων Προσταγλανδινών
-
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC]: Αγωνιστής Προσταγλανδίνης Ε1
-
Μηχανισμοί Δράσης [MoA]: Αγωνιστές Υποδοχέων Προσταγλανδινών
-
Χημική Δομή [CS]: Προσταγλανδίνες
-
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE]: Φλεβική Αγγειοδιαστολή
Η αλπροσταδίλη είναι ένα Ανάλογο Προσταγλανδίνης και Αγωνιστής Προσταγλανδίνης Ε1. Ο μηχανισμός δράσης της αλπροσταδίλης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Προσταγλανδινών. Η φυσιολογική επίπτωση της αλπροσταδίλης είναι μέσω Αρτηριακής Αγγειοδιαστολής Ουρογεννητικού Συστήματος και Φλεβικής Αγγειοδιαστολής.
ΑΛΠΡΟΣΤΑΔΙΛΗ
Φλεβική Αγγειοδιαστολή [PE]; Αρτηριακή Αγγειοδιαστολή Ουρογεννητικού Συστήματος [PE]; Προσταγλανδίνες [CS]; Αγωνιστής Προσταγλανδίνης Ε1 [EPC]; Αγωνιστές Υποδοχέων Προσταγλανδινών [MoA]; Ανάλογο Προσταγλανδίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Αντιαιμοπεταλιακοί Παράγοντες: Φάρμακα ή παράγοντες που αντικαθιστούν ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδινών-θρομβοξανών.
- Αγγειοδιασταλτικά: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
- Ουρολογικά Φάρμακα: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ακράτεια ούρων και οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.