Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C01EA01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

ALPROSTADIL

Αλπροσταδίλη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας κωδικός ATC: G04BE01 ### Μηχανισμός δράσης: Η αλπροσταδίλη είναι χημικά ταυτόσημη με την προσταγλανδίνη Ε1, οι δράσεις της οποίας περιλαμβάνουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων …

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • N48 Άλλες διαταραχές του πέους

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Στυτική δυσλειτουργία

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 06/2023
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος VITAROS
expand_more
Κρέμα
Το Αλπροσταδίλη είναι μία λευκή έως υπόλευκη κρέμα η οποία διατίθεται σε
περιέκτη AccuDose, ένα περιέκτη μίας δόσης. Ο AccuDose είναι ένας περιέκτης
που αποτελείται από ένα έμβολο, έναν κύλινδρο, και ένα προστατευτικό
κάλυμμα και διατίθεται μέσα σε προστατευτικό φακελίσκο.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
ουρηθρικά
Χορήγηση:
εντός 5 έως 30 λεπτών πριν από τη σεξουαλική επαφή
Δόση έναρξης:
300 mcg
Τιτλοποίηση:
Οι ασθενείς που δεν ανέχονται τη δόση 300 mcg λόγω των τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών, μπορούν να τιτλοποιηθούν στην χαμηλότερη δόση των 200 mcg.
  • Ενήλικες
    Η μέγιστη συχνότητα χρήσης δεν πρέπει να ξεπερνά τις 2-3 φορές την εβδομάδα και όχι περισσότερες από μία φορά μέσα σε διάστημα 24 ωρών. Κάθε ασθενής πρέπει να καθοδηγείται από έναν γιατρό σχετικά με την κατάλληλη τεχνική για τη χορήγηση.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υποκείμενες διαταραχές (ορθοστατική υπόταση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, συγκοπή)
  • Υπερευαισθησία στην αλπροσταδίλη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του Αλπροσταδίλη
  • Καταστάσεις που προδιαθέτουν σε πριαπισμό (δρεπανοκυτταρική αναιμία, αναιμία, θρομβοκυττάρωση, πολυκυτταραιμία, πολλαπλό μυέλωμα, λευχαιμία)
  • Ανατομική ανωμαλία του πέους (υποσπαδία σοβαρής μορφής, κάμψη, ουρηθρίτιδα, βαλανίτιδα)
  • Προδιάθεση για φλεβική θρόμβωση ή σύνδρομο υπεργλοιότητας με αυξημένο κίνδυνο πριαπισμού
  • Σεξουαλική δραστηριότητα αντενδείκνυται (π.χ. σε ασταθείς καρδιαγγειακές ή εγκεφαλοαγγειακές καταστάσεις)
    ΠληθυσμόςΆνδρες
  • Σεξουαλική επαφή με γυναίκα σε αναπαραγωγική ηλικία χωρίς χρήση προφυλακτικού
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Πριαπισμός
    Υψηλός
    Εάν εμφανιστεί παρατεταμένη στύση (>4 ώρες), να αναζητηθεί άμεσα ιατρική βοήθεια.
  • Συμπτωματική υπόταση και συγκοπή
    Μέτριος
    Να αποφεύγονται δραστηριότητες όπως οδήγηση ή επικίνδυνες εργασίες εάν εμφανιστούν υπόταση ή συγκοπή.
  • Αίτια στυτικής δυσλειτουργίας
    Πριν την έναρξη της θεραπείας, να αποκλείονται θεραπεύσιμα αίτια στυτικής δυσλειτουργίας.
  • Υποκείμενες διαταραχές
    Υψηλός
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ορθοστατική υπόταση, έμφραγμα μυοκαρδίου, συγκοπή
    Δεν πρέπει να χρησιμοποιούν το Αλπροσταδίλη (βλ. Αντενδείξεις).
  • Νευρολογική ασθένεια ή τραυματισμός σπονδυλικής στήλης
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό νευρολογικής ασθένειας ή τραυματισμού της σπονδυλικής στήλης
    Δεν έχουν διεξαχθεί κλινικές μελέτες.
  • Ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκεια
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική και/ή νεφρική ανεπάρκεια
    Ίσως απαιτηθεί μείωση της δόσης λόγω επηρεασμένου μεταβολισμού.
  • Ακούσια ενδοουρηθρική έκθεση
    Προσοχή
    Μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καύσου ή μουδιάσματος και πόνου στο πέος. Η μακροχρόνια επίδραση είναι άγνωστη.
  • Σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ΣΜΝ)
    Υψηλός
    ΠληθυσμόςΑσθενείς και σύντροφοι
    Το Αλπροσταδίλη δεν παρέχει προστασία. Να λαμβάνονται προφυλακτικά μέτρα (συμπεριλαμβανομένου του HIV).
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύντροφους (κολπικός ερεθισμός)
    Μέτριος
    ΠληθυσμόςΕρωτικοί σύντροφοι χρηστών Αλπροσταδίλη
    Συνιστάται η χρήση προφυλακτικού.
  • Στοματική ή πρωκτική σεξουαλική επαφή
    Προσοχή
    Οι επιπτώσεις στην βλεννογόνο δεν έχουν μελετηθεί. Πρέπει να χρησιμοποιείται προφυλακτικό.
  • Αντισυλληπτικές ιδιότητες
    Υψηλός
    ΠληθυσμόςΖευγάρια με γυναίκα σύντροφο σε αναπαραγωγική ηλικία
    Το Αλπροσταδίλη δεν έχει αντισυλληπτικές ιδιότητες. Να λαμβάνονται επαρκή μέτρα αντισύλληψης.
  • Χρήση προφυλακτικού κατά τη σεξουαλική επαφή με γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εγκύους ή θηλάζουσες
    Υψηλός
    ΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, έγκυες ή θηλάζουσες
    Πρέπει να χρησιμοποιείται προφυλακτικό.
  • Τύπος προφυλακτικού
    Προσοχή
    Μόνο τα προφυλακτικά από λάτεξ έχουν μελετηθεί. Κίνδυνος βλάβης σε προφυλακτικά από άλλο υλικό.
  • Περιεκτικότητα σε αιθανόλη
    Προσοχή
    Περιέχει 5 mg αιθανόλης ανά 100 mg δόσης. Μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καψίματος σε βλάβη του δέρματος.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Αναστολείς της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE-5) (σιλδεναφίλη, ταδαλαφίλη, βαρδεναφίλη)
    αντένδειξη
    Αυξημένος καρδιαγγειακός κίνδυνος
    ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό.
  • Εμφυτεύματα πέους, χαλαρωτικά των λείων μυών (παπαβερίνη), α-αποκλειστές (φαιντολαμίνη, θυμοξαμίνη)
    προσοχή
    Κίνδυνος εμφάνισης πριαπισμού
  • Συμπαθομιμητικά, αποσυμφορητικά, κατασταλτικά όρεξης
    προσοχή
    Μείωση της επίδρασης της αλπροσταδίλης
  • Αντιπηκτικά και αναστολείς της συσσώρευσης των αιμοπεταλίων
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας της ουρήθρας, αιματουρίας
  • Αντιυπερτασικά και αγγειοδραστικά φάρμακα (ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος υπότασης
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Νευρικό
  • Ζάλη
  • Συγκοπή
  • Υπεραισθησία
Αγγειακές
  • Υπόταση
Δέρμα
  • Εξάνθημα
Μυοσκελετικό
  • Πόνος στα άκρα
  • Υπερβολική ακαμψία
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Άλγος ουρήθρας
  • Στένωση ουρήθρας
Λοιμώξεις
  • Ουρολοίμωξη
  • Κολπίτιδα
Αναπαραγωγικό
  • Αίσθημα καύσου στο πέος
  • Άλγος πέους
  • Ερύθημα του πέους
  • Άλγος γεννητικών οργάνων
  • Δυσφορία γεννητικών οργάνων
  • Ερύθημα γεννητικών οργάνων
  • Αυξημένη στύση
  • Κνησμός γεννητικών οργάνων
  • Οίδημα πέους
  • Βαλανίτιδα
  • Μούδιασμα πέους
  • Αίσθημα παλμών στο πέος
  • Παρατεταμένη στύση
  • Πριαπισμός
  • Κνησμώδες πέος
  • Εξάνθημα γεννητικών οργάνων
  • Άλγος οσχέου
  • Αίσθημα πίεσης στα γεννητικά όργανα
  • Έλλειψη αίσθησης στο πέος
  • Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου
  • Αιδοιοκολπικός κνησμός
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Αιμωδία πέους
Γενικές
  • Πόνος στο σημείο εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος γεννητικών οργάνων
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Άλγος ουρήθρας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Άλγος πέους
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Αίσθημα καύσου στο πέος
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Αιδοιοκολπικό αίσθημα καύσου (στις γυναίκες συντρόφους)
    Στις γυναίκες συντρόφους
    Συχνές
  • Αυξημένη στύση
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Βαλανίτιδα
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Δυσφορία γεννητικών οργάνων
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Ερύθημα γεννητικών οργάνων
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Ερύθημα του πέους
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κνησμός γεννητικών οργάνων
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Κολπίτιδα (στις γυναίκες συντρόφους)
    Στις γυναίκες συντρόφους
    Συχνές
  • Οίδημα πέους
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Στένωση ουρήθρας
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Άλγος οσχέου
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Έλλειψη αίσθησης στο πέος
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα πίεσης στα γεννητικά όργανα
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών στο πέος
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Αιδοιοκολπικός κνησμός (στις γυναίκες συντρόφους)
    Στις γυναίκες συντρόφους
    Όχι συχνές
  • Αιμωδία πέους
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα γεννητικών οργάνων
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Κνησμώδες πέος
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Μούδιασμα πέους
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Παρατεταμένη στύση
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Πριαπισμός
    Αναπαραγωγικό
    Όχι συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
  • Πόνος στο σημείο εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υπεραισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπερβολική ακαμψία
    Μυοσκελετικό
    Όχι συχνές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Αποφεύγεται
    Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Αλπροσταδίλη σε έγκυες γυναίκες. Η έμμεση έκθεση των γυναικών στην αλπροσταδίλη είναι πιθανό να είναι χαμηλή. Μελέτες σε ζώα που έλαβαν υψηλότερες δόσεις αλπροσταδίλης κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Οι έγκυες γυναίκες δεν πρέπει να εκτίθενται στο Αλπροσταδίλη.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Δεν είναι γνωστό εάν η έμμεση έκθεση στην αλπροσταδίλη μέσω του Αλπροσταδίλη οδηγεί σε σημαντική απέκκριση στο ανθρώπινο γάλα. Η χρήση του Αλπροσταδίλη κατά τη διάρκεια του θηλασμού δεν συνιστάται.
  • Γονιμότητα
    Σε αρσενικά κουνέλια, παρατηρήθηκε ατροφία των σπερματικών σωληναρίων των όρχεων, μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση μορφών Αλπροσταδίλη που περιέχουν το έκδοχο DDAIP HCl (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν το Αλπροσταδίλη έχει επίδραση στην ανδρική γονιμότητα στους ασθενείς.
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • υπόταση
  • συγκοπή
  • ζάλη
  • άλγος πέους
  • πριαπισμός
Αντιμετώπιση
Υποστήριξη (ύπτια/πλάγια θέση), τοπική ψύξη (παγοκύστη), αναρρόφηση αίματος από το πέος, ενδοσηραγγώδης ένεση α-αδρενεργικών αποκλειστών (φαινυλεφρίνη, αδρεναλίνη, μεταραμινόλη), χειρουργική αντιμετώπιση.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Καθώς έχουν σπανίως αναφερθεί ζάλη και συγκοπή (λιποθυμία) σε κλινικές δοκιμές με Αλπροσταδίλη, οι ασθενείς πρέπει να αποφεύγουν δραστηριότητες, όπως η οδήγηση ή επικίνδυνες ενέργειες όπου υπάρχει κίνδυνος τραυματισμού εάν εμφανίσουν συγκοπή εντός 1 έως 2 ωρών μετά τη χορήγηση του Αλπροσταδίλη.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Ύδωρ κεκαθαρμένο
Αιθανόλη, άνυδρη
Λαουρικός αιθυλεστέρας
Υδροξυπροπυλικό κόμμι κυαμόψεως (Γουάρ)
Υδροχλωρικός δωδεκυλο-2-Ν,Ν- διμεθυλαμινοπροπυλεστέρας
Δισόξινο φωσφορικό κάλιο
Υδροξείδιο του νατρίου, για τη ρύθμιση του pH
Φωσφορικό οξύ, για τη ρύθμιση του pH
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας κωδικός ATC: G04BE01

Μηχανισμός δράσης:

Η αλπροσταδίλη είναι χημικά ταυτόσημη με την προσταγλανδίνη Ε1, οι δράσεις της οποίας περιλαμβάνουν αγγειοδιαστολή των αιμοφόρων αγγείων του στυτικού ιστού των σηραγγωδών σωμάτων και αύξηση της αιματικής ροής μέσω της σηραγγώδους αρτηρίας, προκαλώντας τη σκληρότητα του πέους.

Μετά την εφαρμογή του Αλπροσταδίλη η έναρξη της στύσης πραγματοποιείται εντός 5 έως 30 λεπτών. Η αλπροσταδίλη έχει μικρό χρόνο ημίσειας ζωής στους άνδρες και η βελτίωση της στυτικής λειτουργίας μπορεί να διαρκέσει από 1 έως 2 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης.

Αποτελεσματικότητα:

Η αποτελεσματικότητα του Αλπροσταδίλη σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία αξιολογήθηκε με δύο κύριες μελέτες φάσης ΙΙΙ. Στις ομάδες που έλαβαν 100, 200 και 300 mcg αλπροσταδίλης αντίστοιχα παρατηρήθηκε σε σχέση με το εικονικό φάρμακο μια στατιστικά σημαντική συνολική βελτίωση σε καθένα από τα κύρια τελικά σημεία της αποτελεσματικότητας, π.χ. στη βαθμολογία του τομέα στυτικής δυσλειτουργίας του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF) και αυξημένη επιτυχία στην κολπική διείσδυση και εκσπερμάτιση. Επιπλέον, υπήρξαν επίσης στατιστικά σημαντικές συνολικές βελτιώσεις των ομάδων θεραπείας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, σε αρκετές από τις δευτερεύουσες μεταβλητές αποτελεσματικότητας, συμπεριλαμβανομένων των βαθμολογιών σε άλλους τομείς της κλίμακας του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF) (οργασμός, ικανοποίηση σεξουαλικής επαφής, και συνολική ικανοποίηση), της Αυτοαξιολόγησης Στύσης από τον ίδιο τον ασθενή (PSAE), και το Ερωτηματολόγιο Σφαιρικής Εκτίμησης (GAQ).

Αποτελεσματικότητα στον υποπληθυσμό:

Παρόμοιες βελτιώσεις με εκείνες του συνόλου των ασθενών παρατηρήθηκαν γενικά εντός των υποπληθυσμών (ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη, καρδιακές διαταραχές, προστατεκτομή, υπέρταση, και ασθενείς στους οποίους απέτυχε προηγούμενη θεραπεία με Viagra) και δύο ηλικιακών ομάδων (ηλικίας από 65 ετών και κάτω και ηλικίας άνω των 65 ετών), στις βαθμολογίες των τομέων του Διεθνούς Δείκτη Στυτικής Λειτουργίας (ΙΙΕF).

Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση:

Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δια της τοπικής οδού χορήγησης δεν έχει προσδιοριστεί. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία έλαβαν θεραπεία με 100 mg κρέμα Αλπροσταδίλη, σε δόσεις των 100, 200 και 300 mcg αλπροσταδίλης. Τα επίπεδα της προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1), και του μεταβολίτη της PGE0 στο πλάσμα ήταν χαμηλά ή μη ανιχνεύσιμα στα περισσότερα άτομα στις περισσότερες δειγματοληψίες αίματος μετά τη χορήγηση της δόσης, με αποτέλεσμα οι φαρμακοκινητικές παράμετροι να μην μπορούν να εκτιμηθούν. Οι τιμές της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα (Cmax) και του της AUC της 15-κετο-PGE0 ήταν χαμηλές και παρουσίασαν μικρότερη αναλογικά με τη δόση αύξηση στο δοσολογικό εύρος 100-300 mcg. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις της 15-κετο-PGE0 στο πλάσμα επιτεύχθηκαν εντός μίας ώρας μετά τη χορήγηση.

Πίνακας 2

Οι μέσες (SD) Φαρμακοκινητικές παράμετροι της 15-keto-PGE0

Παράμετρος Εικονικό φάρμακο (N=5) Αλπροσταδίλη 100 mcg (N=5) Αλπροσταδίλη 200 mcg (N=5) Αλπροσταδίλη 300 mcg (N=5)
AUC (pg*hr/mL) 388 (256) 439 (107) 504 (247) 960 (544)
Cmax (pg/mL) 23 (19) 202 (229) 120 (103) 332 (224)
Tmax (hr) 6 (8) 0,6 (0,4) 1 (0,7) 0.7 (0,3)
T1/2 (hr) 4 (–) 5 (3) 3 (1) 6 (6)

AUC είναι η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης στο πλάσμα από το σημείο μηδέν έως τις 24 ώρες bΜόνο ένα άτομο είχε επαρκή στοιχεία για την εκτίμηση της ημίσειας ζωής. cΜόνο τρία άτομα είχαν επαρκή στοιχεία για την εκτίμηση της ημίσειας ζωής. SD = τυπική απόκλιση

Κατανομή:

Μετά τη χορήγηση του Αλπροσταδίλη στη σχισμή και στη βάλανο του πέους, η αλπροσταδίλη απορροφάται ταχέως από το σπογγώδες σώμα και τα σηραγγώδη σώματα μέσω παράπλευρων αγγείων. Η υπόλοιπη ποσότητα περνά στην φλεβική κυκλοφορία της πυέλου μέσω των φλεβών που αποστραγγίζουν το σπογγώδες σώμα.

Μεταβολισμός:

Μετά από τοπική χορήγηση, η προσταγλανδίνη Ε1 (PGE1) μεταβολίζεται ταχέως τοπικά μέσω ενζυματικής οξείδωσης της 15-υδροξυλομάδας σε 15-κετο-ΡGΕ1. H 15-κετο-ΡGΕ1 διατηρεί μόνο το 1-2% της βιολογικής δραστικότητας της προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1) και μειώνεται ταχέως για να σχηματίσει τον ευρισκόμενο σε μεγαλύτερη αφθονία ανενεργό μεταβολίτη, 13, 14-διυδρο, 15-κετο-PGE που αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς και το ήπαρ.

Αποβολή:

Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση της επισημασμένης με τρίτιο αλπροσταδίλης στον άνθρωπο, το επισημασμένο φάρμακο εξαφανίζεται ταχέως από το αίμα στα πρώτα 10 λεπτά και μετά από 1 ώρα παραμένει στο αίμα μόνο χαμηλού επιπέδου ραδιενέργεια. Οι μεταβολίτες της αλπροσταδίλης απεκκρίνονται κυρίως από τους νεφρούς με περίπου το 90% της χορηγούμενης ενδοφλέβιας δόσης να απεκκρίνεται στα ούρα εντός 24 ωρών μετά τη χορήγηση. Η υπόλοιπη ποσότητα απεκκρίνεται στα κόπρανα. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη κατακράτησης της αλπροσταδίλης ή των μεταβολιτών της στους ιστούς μετά την ενδοφλέβια χορήγηση.

Φαρμακοκινητική σε ειδικούς πληθυσμούς:

Πνευμονοπάθεια: οι ασθενείς με πνευμονοπάθεια μπορεί να έχουν μειωμένη ικανότητα απομάκρυνσης του φαρμάκου. Η πνευμονική απέκκριση της ενδοφλεβίως χορηγούμενης προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1) από τον πνεύμονα, σε ασθενείς με σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας ενηλίκων, μειώθηκε κατά περίπου 15% σε σύγκριση με μία ομάδα ελέγχου ασθενών με φυσιολογική αναπνευστική λειτουργία.

Γένος: Οι επιδράσεις του φύλου στη φαρμακοκινητική του Αλπροσταδίλη δεν έχουν μελετηθεί και δεν έχουν διεξαχθεί φαρμακοκινητικές μελέτες σε γυναίκες συντρόφους.

Ηλικιωμένοι, Παιδιατρικός πληθυσμός: Οι επιδράσεις τις ηλικίας στη φαρμακοκινητική της τοπικά χορηγούμενης αλπροσταδίλης δεν έχουν μελετηθεί. Δεν συνιστάται η χρήση του Αλπροσταδίλη σε παιδιά ή σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Μηχανισμός δράσης
Αλποσταδιλ προκαλεί αγγειοδιαστολή με άμεση επίδραση στον λείο μυ του αρτηριακού πόρου (DA) και σε αγγεία, αποτρέποντας ή αναστρέφοντας τη λειτουργική κλείση του DA που συμβαίνει λίγο μετά τη γέννηση. Ως μορφή προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1), έχει πολλαπλές…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας κωδικός ATC: G04BE01 ### Μηχανισμός δράσης: Η αλπροσταδίλη είναι χημικά ταυτόσημη με την προσταγλανδίνη Ε1, οι δράσεις της οποίας περιλαμβάνουν αγγειοδιαστολή…
Φαρμακοκινητική

Απορρόφηση: Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα δια της τοπικής οδού χορήγησης δεν έχει προσδιοριστεί. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία έλαβαν θεραπεία με 100 mg κρέμα Αλπροσταδίλη, σε δόσεις των 100, 200 και 300 mcg…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η αλπροσταδίλη μεταβολίζεται ταχέως στον ανθρώπινο οργανισμό. * Μετά από Ενδοπεϊκή Χορήγηση: Η αλπροσταδίλη μεταβολίζεται στο σηραγγώδες σώμα, και ένα μικρότερο ποσοστό απορροφάται από το πέος στη συστημική κυκλοφορία. * **Μετά από…
Απέκκριση
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Η αλποσταδιλ παράγεται ενδογενώς και προκαλεί αγγειοδιαστολή μέσω άμεσης δράσης στον λείο μυ των αιμοφόρων αγγείων και του αρτηριακού πόρου (DA), αποτρέποντας ή αναστρέφοντας τη λειτουργική κλείση του DA που επέρχεται λίγο μετά τη γέννηση. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη πνευμονική ή συστηματική ροή αίματος στα βρέφη. Στα νεογνά χρησιμοποιείται ως παρηγορική, όχι οριστικής θεραπείας, για τη βραχυπρόθεσμη διατήρηση της διαπερατότητας του αρτηριακού πόρου μέχρι να πραγματοποιηθεί επιδιόρθωση ή παρηγορητική χειρουργική επέμβαση για νεογνά με συγγενείς καρδιακές ανωμαλίες που εξαρτώνται από τον ανοιχτό πόρο για την επιβίωση. Στους ενήλικες χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας λόγω νευρογενούς, αγγειογενετικής, ψυχικής ή μεικτής αιτιολογίας.
DrugBank

Indication

expand_more
Για παρηγορητική, όχι οριστικής θεραπείας, για τη βραχυπρόθεσμη διατήρηση της διαπερατότητας του αρτηριακού πόρου μέχρι την πραγματοποίηση επιδιορθωτικής ή παρηγορητικής χειρουργικής επέμβασης σε νεογνά με συγγενείς καρδιακές παθήσεις που εξαρτώνται από τον ανοιχτό πόρο για επιβίωση. Επίσης για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας λόγω νευρογενούς, αγγειογενετικής, ψυχικής ή μεικτής αιτιολογίας.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Αλποσταδιλ (προσταγλανδίνη Ε1) παράγεται ενδογενώς για να χαλαρώνει τον λείο μυ του αγγειακού συστήματος και να προκαλεί αγγειοδιαστολή. Στους ενήλικες άνδρες, οι αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις της αλποσταδιλ στις καβονοσσωτικές αρτηρίες και στον λείο μυ των σωμάτων του πεϊκού (corpora cavernosa) οδηγούν σε ταχεία εισροή αρτηριακού αίματος και διεύρυνση των διαστολικών χώρων εντός των corpora cavernosa. Καθώς οι επεκταμένες κρανιακές κοιλότητες συμπιέζονται προς την tunica albuginea, εμποδίζεται η φλεβική εκροή μέσω των υποτωνείων αγγείων και αναπτύσσεται στύση. Ο μηχανισμός αυτός ονομάζεται μηχανισμός φλεβικής απόφραξης της στύσης. Στα βρέφη, οι αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις της αλποσταδιλ αυξάνουν τη ροή αίματος στους πνεύμονες ή στο σώμα.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Αλποσταδιλ προκαλεί αγγειοδιαστολή με άμεση επίδραση στον λείο μυ του αρτηριακού πόρου (DA) και σε αγγεία, αποτρέποντας ή αναστρέφοντας τη λειτουργική κλείση του DA που συμβαίνει λίγο μετά τη γέννηση. Ως μορφή προσταγλανδίνης Ε1 (PGE1), έχει πολλαπλές επιδράσεις στην ροή του αίματος. Αυτό οδηγεί σε αυξημένη πνευμονική ή συστηματική ροή αίματος στα βρέφη. Σε κυανωτικές συγγενείς καρδιοπάθειες, οι δράσεις της αλποσταδιλ οδηγούν σε αυξημένη οξυγόνωση ιστών. Σε βρέφη με διακοπή αορτής ή σοβαρή στένωση της αορτής, διατηρεί τη διαπερατότητα της περιφερικής ροής μέσω του DA από την πνευμονική αρτηρία προς την αορτή. Σε βρέφη με στένωση της αορτής, η αλποσταδιλ μειώνει την απόφραξη της αορτής είτε χαλαρώνοντας τον ιστό του πόρου στον τοίχο της αορτής είτε αυξάνοντας το πραγματικό διάμετρο της αορτής δια διαστολής του DA. Σε βρέφη με αυτές τις ανωμαλίες, η συστηματική ροή προς τα κάτω σώματος αυξάνεται, βελτιώνεται η ιστική οξυγόνωση και η νεφρική αιμάτωση. Όταν χορηγείται ενδοκρανιακά ή ενδοουρηθηκώς, η δράση είναι τοπική και χαλαρώνει τον λείο μυ των corpora cavernosa και των αρτηριών του πέους. Οίδημα, επιμήκυνση και στύση προκύπτουν όταν το αρτηριακό αίμα ρέει γρήγορα στα σπηλατώδη, επεκτείνοντας τους διασταλτικούς χώρους. Ο εγκλωβισμένος αίμα μειώνει τη φλεβική εξαγωγή όπως οι σπηλαιώδεις σωλήνες πιέζουν την tunica albuginea.
DrugBank

Absorption

expand_more
Απορρόφηση: Δεν έχει προσδιοριστεί η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της αλποσταδιλ.
DrugBank

Half life

expand_more
5–10 λεπτά
DrugBank

Protein binding

expand_more
Δεσμεύεται στο πλάσμα κυρίως στην αλβουμίνη (81% συνδεδεμένο) και σε μικρότερο βαθμό στην ομάδα α-γ globulin IV-4 (55% συνδεδεμένο).
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Αποβολή: Πρέπει να συνεχίζεται η χορήγηση επειδή μεταβολίζεται πολύ γρήγορα. Μέχρι 80% του κυκλοφορούντος φαρμάκου μπορεί να μεταβολιστεί σε ένα πέρασμα μέσω των πνευμόνων, κυρίως από οξείδωση β- και ω- (β-ω-oxidation). Οι μεταβολίτες αποβάλλονται κυρίως από τα νεφρά και η απέκκριση είναι ουσιαστικά πλήρης εντός 24 ωρών μετά τη χορήγηση.
DrugBank

Toxicity

expand_more
Τοξικότητα: Pοντίκια, από του στόματος: LD50 = 186 mg/kg. Αρουραίοι, από του στόματος: LD50 = 228 mg/kg. Απνοία, βραδυκαρδία, πυρετός, υπόταση και ερυθρότητα μπορεί να είναι ενδείξεις υπερδοσολογίας.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

5–10 λεπτά
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

81% συνδεδεμένο στην αλβουμίνη; 55% συνδεδεμένο στην α-γ globulin IV-4 φάσης
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 1 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
5280723
Μοριακός τύπος
C20H34O5
Μοριακό βάρος
354.5
IUPAC
7-[(1R,2R,3R)-3-hydroxy-2-[(E,3S)-3-hydroxyoct-1-enyl]-5-oxocyclopentyl]heptanoic acid
InChIKey
GMVPRGQOIOIIMI-DWKJAMRDSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

  • Αντιαιμοπεταλιακοί Παράγοντες: Φάρμακα ή παράγοντες που αντικαθιστούν ή βλάπτουν οποιονδήποτε μηχανισμό οδηγεί σε συσσώρευση αιμοπεταλίων, είτε κατά τις φάσεις ενεργοποίησης και αλλαγής σχήματος είτε μετά την αντίδραση απελευθέρωσης πυκνών κοκκίων και τη διέγερση του συστήματος προσταγλανδινών-θρομβοξανών.
  • Αγγειοδιασταλτικά: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για να προκαλέσουν διαστολή των αιμοφόρων αγγείων.
  • Ουρολογικά Φάρμακα: Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών καταστάσεων και ασθενειών, όπως η ακράτεια ούρων και οι λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος.