TADALAFIL
Ταδαλαφίλη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος, Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N48 Άλλες διαταραχές του πέους
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Στυτική δυσλειτουργία
-
I27 Άλλες πνευμονικές καρδιοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
-
N40 Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZENAVIL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Πριν την προβλεπόμενη σεξουαλική δραστηριότητα, τουλάχιστον 30 λεπτά πριν (για κατ' επίκληση χρήση ΣΔ). Περίπου την ίδια ώρα καθημερινά (για καθημερινή χρήση ΣΔ και ΚΥΠ). Μία φορά την ημέρα (για ΠΑΥ).
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Σε εκείνους τους ασθενείς, όπου η δόση των 10 mg ταδαλαφίλης δεν επιφέρει ικανοποιητικό αποτέλεσμα, η δόση των 20 mg μπορεί να επιχειρηθεί.
-
Ενήλικες άνδρες με στυτική δυσλειτουργία (κατ’ επίκληση)Δόση10 mgΠριν την προβλεπόμενη σεξουαλική δραστηριότητα, τουλάχιστον 30 λεπτά πριν. Μέγιστη συχνότητα μία φορά την ημέρα. Δε συνιστάται για συνεχή καθημερινή χορήγηση.
-
Ενήλικες άνδρες με στυτική δυσλειτουργία (καθημερινή χρήση)Δόση5 mg ημερησίωςΓια ασθενείς που προσδοκούν συχνή χρήση (τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα). Λαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα καθημερινά. Η καταλληλότητα πρέπει να επαναξιολογείται περιοδικά.
-
Ενήλικες άνδρες με καλοήθη υπερπλασία του προστάτηΔόση5 mgΛαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα καθημερινά και ανεξάρτητα από τη λήψη τροφής.
-
Ενήλικες άνδρες με καλοήθη υπερπλασία του προστάτη και στυτική δυσλειτουργίαΔόση5 mgΛαμβάνεται περίπου την ίδια ώρα καθημερινά.
-
Ενήλικες άνδρες με πνευμονική αρτηριακή υπέρτασηΔόση40 mgΜία φορά την ημέρα με ή χωρίς φαγητό. Η θεραπεία πρέπει να αρχίζει και να παρακολουθείται από ιατρό με εμπειρία.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΠροσαρμογές της δόσης δεν απαιτούνται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (Στυτική δυσλειτουργία ή καλοήθης υπερπλασία του προστάτη)Προσαρμογές της δόσης δεν απαιτούνται.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (Στυτική δυσλειτουργία ή καλοήθης υπερπλασία του προστάτη - κατ’ επίκληση)Μέγ. δόση10 mgΜέγιστη συνιστώμενη δόση.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (Στυτική δυσλειτουργία ή καλοήθης υπερπλασία του προστάτη - άπαξ ημερησίως)Δε συνιστάται.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια (Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)Δόση20 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση40 mg μία φορά την ημέραΑρχική δόση 20 mg. Δόση μπορεί να αυξηθεί στα 40 mg βάσει αποτελεσματικότητας και ανεκτικότητας.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)Δε συνιστάται η χρήση.
-
Ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh A και B) (Στυτική δυσλειτουργία - κατ’ απαίτηση)Δόση10 mgΛαμβάνεται πριν την προσδοκώμενη σεξουαλική δραστηριότητα με ή χωρίς τροφή.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh C) (Στυτική δυσλειτουργία - κατ’ απαίτηση)Περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου. Δεν υπάρχουν δεδομένα για δόσεις άνω των 10 mg.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία (Στυτική δυσλειτουργία ή καλοήθης υπερπλασία του προστάτη - άπαξ ημερησίως)Δεν έχει αξιολογηθεί. Εάν συνταγογραφηθεί, απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική κίρρωση (Child-Pugh A και B) (Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)Δόση20 mg άπαξ ημερησίωςΑρχική δόση 20 mg. Απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική αξιολόγηση οφέλους/κινδύνου λόγω περιορισμένης κλινικής εμπειρίας.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική κίρρωση (Child-Pugh C) (Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση)Δε συνιστάται η χορήγηση.
-
Άνδρες με σακχαρώδη διαβήτηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή κάποιο από τα έκδοχα
-
Συγχορήγηση με οργανικά νιτρώδη σε οποιαδήποτε μορφή
-
Καρδιακή πάθηση στην οποία δε συνιστάται η σεξουαλική δραστηριότηταΠληθυσμόςΆνδρες
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 90 ημερώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ασταθής στηθάγχη ή στηθάγχη επερχόμενη στη διάρκεια της σεξουαλικής πράξηςΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Καρδιακή ανεπάρκεια κατηγορίας 2 κατά την κλίμακα New York Heart Association ή σοβαρότερης μορφής εντός των τελευταίων 6 μηνώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Μη-ελεγχόμενη αρρυθμία, υπόταση (αρτηριακή πίεση < 90/50 mm Hg), ή μη ελεγχόμενη υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο εντός των τελευταίων 6 μηνώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Απώλεια της όρασης στον έναν οφθαλμό λόγω μη-αρτηριτιδικής ισχαιμικής οπτικής νευροπάθειας (ΝΑΙΟΝ)
-
Συγχορήγηση με διεγέρτες γουανυλικής κυκλάσης (π.χ. ριοσιγουάτη)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΔιάγνωσηΠλήρες ιατρικό ιστορικό και φυσική εξέταση πριν την έναρξη της αγωγής για στυτική δυσλειτουργία ή καλοήθη υπερπλασία του προστάτη.
-
Καρδιαγγειακή κατάστασηΠληθυσμόςΑσθενείς με στυτική δυσλειτουργίαΕκτίμηση καρδιαγγειακής κατάστασης πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Καρκίνωμα προστάτη / Καρδιαγγειακές παθήσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με καλοήθη υπερπλασία του προστάτηΕξέταση για αποκλεισμό καρκινώματος του προστάτη και αξιολόγηση καρδιαγγειακών παθήσεων πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Αποτελεσματικότητα σε συγκεκριμένες επεμβάσειςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά από πυελική εγχείρηση ή ριζική προστατεκτομή χωρίς διατήρηση των επιχώριων νεύρωνΝα λαμβάνεται υπόψη η περιορισμένη αποτελεσματικότητα.
-
Χρήση σε ασθενείς με συγκεκριμένες καρδιαγγειακές παθήσεις (για ΠΑΥ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με κλινικά σημαντική νόσο αορτικής/μιτροειδούς βαλβίδας, περικαρδιακή σύσπαση, περιοριστική/συμφορητική μυοκαρδιοπάθεια, σημαντική δυσλειτουργία αριστερής κοιλίας, απειλητικές για τη ζωή αρρυθμίες, συμπτωματική στεφανιαία νόσο, μη ελεγχόμενη υπέρτασηΔεν συνιστάται η χρήση.
-
Πνευμονική φλεβοαποφρακτική νόσος (ΠΦΝ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ΠΦΝΔεν συνιστάται η χορήγηση. Σε περίπτωση πνευμονικού οιδήματος, εξέταση για ΠΦΝ.
-
Αγγειοδιαστολή και υπότασηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με βαριά απόφραξη αριστερής κοιλίας, μεγάλη έλλειψη υγρών, υπόταση λόγω αυτόνομου νευρικού συστήματος, υπόταση σε ανάπαυσηΠροσεκτική εξέταση της χρήσης.
-
Συγχορήγηση με α1-αποκλειστές (π.χ. δοξασίνη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν α1-αποκλειστέςΔεν συνιστάται η συγχορήγηση με δοξασίνη. Ενδέχεται να οδηγήσει σε υπόταση με συμπτωματολογία.
-
Συγχορήγηση με αντιϋπερτασικάΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιϋπερτασικάΕξέταση για πιθανή αναπροσαρμογή της δόσης της αντιϋπερτασικής αγωγής κατά την έναρξη της ταδαλαφίλης.
-
Διαταραχές της όρασης (CSCR, ΝΑΙΟΝ)Διακοπή ταδαλαφίλης και άμεση ιατρική συμβουλή σε περίπτωση αιφνίδιας απώλειας όρασης, διαταραχής οπτικής οξύτητας ή/και οπτικής παραμόρφωσης.
-
Κληρονομικές εκφυλιστικές διαταραχές του αμφιβληστροειδούςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστές κληρονομικές εκφυλιστικές διαταραχές του αμφιβληστροειδούς (π.χ. μελαγχρωστική αμφιβληστροειδοπάθεια)Δεν συνιστάται η χρήση.
-
Αιφνίδια μείωση ή απώλεια ακοήςΔιακοπή ταδαλαφίλης και άμεση ιατρική βοήθεια.
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται η καθημερινή χρήση.
-
Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια / Κίρρωση ήπατος (Child-Pugh C)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh C) και/ή ΠΑΥΓια εφάπαξ δόση σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (Child-Pugh C), απαιτείται εξατομικευμένη εκτίμηση οφέλους/κινδύνου. Δεν συνιστάται για ασθενείς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος (Child-Pugh C) και ΠΑΥ. Καθημερινό σχήμα δεν έχει αξιολογηθεί σε ηπατική δυσλειτουργία.
-
ΠριαπισμόςΑναζήτηση άμεσης ιατρικής αντιμετώπισης σε περίπτωση στύσης που διαρκεί ≥4 ώρες.
-
Ανατομικές δυσμορφίες πέους / Καταστάσεις που προδιαθέτουν για πριαπισμόπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ανατομικές δυσμορφίες του πέους (π.χ. κάμψη, ίνωση σηραγγωδών σωμάτων, νόσος Peyronie) ή καταστάσεις που προδιαθέτουν για πριαπισμό (π.χ. δρεπανοκυτταρική αναιμία, πολλαπλό μυέλωμα, λευχαιμία)Να λαμβάνεται με προσοχή.
-
Συγχορήγηση με αναστολείς CYP3A4προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν δυνητικούς αναστολείς του CYP3A4 (ριτοναβίρη, σακουιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, ερυθρομυκίνη)Να χορηγείται με προσοχή.
-
Συγχορήγηση με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια λήψη ισχυρών επαγωγέων του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη)Δεν συνιστάται η χρήση.
-
Συγχορήγηση με άλλους αναστολείς PDE5 ή άλλες θεραπείες στυτικής δυσλειτουργίαςΟι ασθενείς να μη λαμβάνουν ταδαλαφίλη με τέτοιες συνδυασμένες θεραπείες.
-
Συγχορήγηση με προστακυκλίνη ή ανάλογά τηςπροσοχήΣυνιστάται προσοχή.
-
Ταδαλαφίλη σε θεραπεία με βοσεντάνηΠληθυσμόςΑσθενείς που βρίσκονται ήδη σε θεραπεία με βοσεντάνηΛήψη υπόψη ότι η αποτελεσματικότητα δεν έχει αποδειχθεί οριστικά.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Κετοκοναζόλη (200 mg ημερησίως)προσοχήΔιπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (10 mg) και αύξηση της Cmax κατά 15%.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή διότι ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
Κετοκοναζόλη (400 mg ημερησίως)προσοχήΤετραπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (20 mg) και αύξηση της Cmax κατά 22%.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή διότι ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
Ριτοναβίρη (200 mg δις ημερησίως)προσοχήΔιπλάσια αύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (20 mg) χωρίς αύξηση της Cmax.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή διότι ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
Ριτοναβίρη (500 mg ή 600 mg δις ημερησίως)προσοχήΑύξηση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης (20 mg) κατά 32% και μείωση της Cmax κατά 30%.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή διότι ενδέχεται να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
προσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΕνδέχεται να αυξήσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή.
-
p-γλυκοπρωτεΐνηπαρακολούθησηΠιθανότητα φαρμακευτικής αλληλεπίδρασης μέσω αναστολής των μεταφορέων. Ο ρόλος δεν είναι γνωστός.
-
Ριφαμπικίνη (600 mg ημερησίως)προσοχήΜείωση της έκθεσης (AUC) της ταδαλαφίλης κατά 88% και της Cmax κατά 46%. Μπορεί να μειωθεί η αποτελεσματικότητα της ταδαλαφίλης.
-
προσοχήΕνδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
προσοχήΕνδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
προσοχήΕνδέχεται να μειώσει τις συγκεντρώσεις πλάσματος της ταδαλαφίλης.
-
Βοσεντάνη (125 mg δύο φορές ημερησίως)προσοχήΜείωσε τη συστηματική έκθεση στην ταδαλαφίλη (40 mg άπαξ ημερησίως) κατά 42% και τη Cmax κατά 27%. Η αποτελεσματικότητα της ταδαλαφίλης δεν έχει αποδειχθεί οριστικά.
-
Άλλοι ανταγωνιστές του υποδοχέα της ενδοθηλίνης-1προσοχήΔεν έχουν μελετηθεί οι συνδυασμοί.
-
Οργανικά νιτρώδηαντένδειξηΗ ταδαλαφίλη ενισχύει τις υποτασικές δράσεις των νιτρωδών για περισσότερο από 24 ώρες.ΣύστασηΗ χορήγηση ταδαλαφίλης αντενδείκνυται. Εάν κριθεί απαραίτητη η χορήγηση νιτρωδών, θα πρέπει να παρέλθουν τουλάχιστον 48 ώρες μετά την τελευταία δόση ταδαλαφίλης και να χορηγούνται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
Δοξαζοσίνη (4 και 8 mg ημερησίως)αντένδειξηΕνισχύει την υποτασική επίδραση αυτού του α-αποκλειστή σε σημαντικό βαθμό, με διάρκεια τουλάχιστον 12 ώρες και πιθανότητα συγκοπής.ΣύστασηΟ συνδυασμός δε συστήνεται.
-
προσοχήΔεν αναφέρθηκαν επιδράσεις σε περιορισμένο αριθμό υγιών εθελοντών.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή όταν η ταδαλαφίλη χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν α-αποκλειστές, ειδικά σε ηλικιωμένους. Οι θεραπείες θα πρέπει να ξεκινούν με τη μικρότερη δοσολογία και να ρυθμίζονται σταδιακά.
-
ΤαμσουλοζίνηπροσοχήΔεν αναφέρθηκαν επιδράσεις σε περιορισμένο αριθμό υγιών εθελοντών.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή όταν η ταδαλαφίλη χορηγείται σε ασθενείς που λαμβάνουν α-αποκλειστές, ειδικά σε ηλικιωμένους. Οι θεραπείες θα πρέπει να ξεκινούν με τη μικρότερη δοσολογία και να ρυθμίζονται σταδιακά.
-
Οποιοιδήποτε α-αποκλειστέςπροσοχήΕνδέχεται να ενισχύσουν την υποτασική επίδραση.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή, ειδικά στους ηλικιωμένους ασθενείς. Οι θεραπείες θα πρέπει να ξεκινούν με τη μικρότερη δοσολογία και να ρυθμίζονται σταδιακά.
-
Ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου (Αμλοδιπίνη)παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις (με ταδαλαφίλη 10 mg ή 20 mg).
-
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (ACE) (Εναλαπρίλη)παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις (με ταδαλαφίλη 10 mg).
-
Αποκλειστές των β-αδρενεργικών υποδοχέων (Μετοπρολόλη)παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις (με ταδαλαφίλη 10 mg).
-
Θειαζιδικά διουρητικά (Βεντροφλουαζίδη)παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις (με ταδαλαφίλη 10 mg).
-
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης-IIπαρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις (με ταδαλαφίλη 20 mg).
-
Αντιϋπερτασικά φαρμακευτικά προϊόντα (πολλαπλά)προσοχήΗ ταδαλαφίλη 20 mg ενδέχεται να προκαλέσει μία μείωση της αρτηριακής πίεσης, γενικά μικρή και όχι κλινικά σημαντική (με εξαίρεση τους α-αποκλειστές).ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται αναφορικά με την ενδεχόμενη μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
αντένδειξηΕνισχύει τις υποτασικές επιδράσεις των αναστολέων PDE5. Αθροιστική επίδραση στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Δεν υπήρξε ένδειξη ευνοϊκής κλινικής επίδρασης.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση αντενδείκνυται.
-
Φιναστερίδη (5 mg)προσοχήΔεν παρατηρήθηκε καμία νέα ανεπιθύμητη ενέργεια. Δεν έχει γίνει επίσημη μελέτη αλληλεπιδράσεων.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ταδαλαφίλη συγχορηγείται με 5-ARIs.
-
Αναστολείς της 5-άλφα αναγωγάσης (5-ARIs)προσοχήΔεν έχει γίνει επίσημη μελέτη αλληλεπιδράσεων.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή όταν η ταδαλαφίλη συγχορηγείται με 5-ARIs.
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση. Μικρή (3,5 bpm) αύξηση του καρδιακού ρυθμού.ΣύστασηΗ επίδραση πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συγχορήγηση.
-
Αιθινυλοιστραδιόλη (σε από του στόματος αντισυλληπτικά)παρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης (AUC) κατά 26% και της Cmax κατά 70% λόγω αναστολής του σχηματισμού θεϊκών αλάτων στο έντερο.ΣύστασηΗ κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
-
Λεβονοργεστρέλη (σε από του στόματος αντισυλληπτικά)παρακολούθησηΔεν υπήρξε στατιστικά σημαντική επίδραση.
-
παρακολούθησηΠιθανή αύξηση της AUC και της Cmax λόγω αναστολής του σχηματισμού θεϊκών αλάτων στο έντερο.ΣύστασηΗ κλινική σημασία δεν είναι γνωστή.
-
ΑλκοόλπροσοχήΟι συγκεντρώσεις αλκοόλ δεν επηρεάσθηκαν. Η ταδαλαφίλη (20 mg) δεν ενίσχυσε τη μέση ελάττωση της αρτηριακής πίεσης που προκλήθηκε από αλκοόλ, αλλά παρατηρήθηκαν ορθοστατική ζάλη και ορθοστατική υπόταση σε μερικούς ασθενείς. Με μικρότερες δόσεις αλκοόλ, δεν παρατηρήθηκε υπόταση. Δεν ενισχύθηκε η επίδραση στην γνωστική λειτουργία.
-
S-βαρφαρίνηπαρακολούθησηΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση (AUC) και δεν επηρέασε τον χρόνο προθρομβίνης.
-
R-βαρφαρίνηπαρακολούθησηΔεν προκάλεσε κλινικά σημαντική επίδραση στην έκθεση (AUC) και δεν επηρέασε τον χρόνο προθρομβίνης.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (Ασπιρίνη)παρακολούθησηΔεν ενίσχυσε την αύξηση στο χρόνο ροής αίματος.
-
παρακολούθησηΔεν είχε κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της.
-
Αντιδιαβητικά φαρμακευτικά προϊόνταπροσοχήΕιδικές μελέτες αλληλεπίδρασης δεν έχουν πραγματοποιηθεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές υπερευαισθησίας (Όχι συχνές)
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αγγειοοίδημα (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Οίδημα προσώπου
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Εγκεφαλικό επεισόδιο (περιλαμβανομένων των αιμορραγικών επεισοδίων) (Σπάνιες)
- Συγκοπή (Σπάνιες)
- Επιληπτικοί σπασμοί (Σπάνιες)
- Παροδική αμνησία (Σπάνιες)
- Κεφαλαλγία (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Συγκοπή (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Ημικρανία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Επιληπτικοί σπασμοί (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Παροδική αμνησία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Εγκεφαλικό επεισόδιο (περιλαμβανομένων των αιμορραγικών επεισοδίων) (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο
- Εξάψεις
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Περιφερικό οίδημα
- Θάμβος όρασης (Όχι συχνές)
- Αίσθημα που περιγράφεται ως πόνος στο μάτι (Όχι συχνές)
- Έλλειμμα στα οπτικά πεδία (Σπάνιες)
- Οίδημα των βλεφάρων (Σπάνιες)
- Υπεραιμία του επιπεφυκότα (Σπάνιες)
- Μη-αρτηριτιδική ισχαιμική οπτική νευροπάθεια (NAION) (Σπάνιες)
- Απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων (Σπάνιες)
- Κεντρική Ορώδης Χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια (Μη γνωστές)
- Θάμβος όρασης (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Μη-αρτηριτιδική ισχαιμική οπτική νευροπάθεια (NAION) (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Απόφραξη των αμφιβληστροειδικών αγγείων (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Έλλειμμα στα οπτικά πεδία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Εμβοές
- Αιφνίδια κώφωση (Σπάνιες)
- Εμβοές (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αιφνίδια κώφωση (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Ασταθής στηθάγχη (Σπάνιες)
- Κοιλιακή αρρυθμία (Σπάνιες)
- Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Ταχυκαρδία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αίσθημα παλμών (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Ασταθής στηθάγχη (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Κοιλιακή αρρυθμία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Εξάψεις (Συχνές, ΠΑΥ)
- Υπόταση (Όχι συχνές, ΠΑΥ)
- Υπέρταση (Όχι συχνές, ΠΑΥ)
- Ρινική συμφόρηση
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Ρινοφαρυγγίτιδα (συμπεριλαμβανομένων της ρινικής συμφόρησης, ιγμορίτιδας και ρινίτιδας) (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Επίσταξη (Συχνές, ΠΑΥ)
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Ναυτία
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές)
- Έμετος (Συχνές, ΠΑΥ)
- Ναυτία (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Δυσπεψία (συμπεριλαμβανομένων των κοιλιακού άλγους / δυσφορίας) (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση (Όχι συχνές, ΠΑΥ)
- Υπεριδρωσία (εφίδρωση) (Όχι συχνές)
- Εξάνθημα (Συχνές, ΠΑΥ)
- Κνίδωση (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Εφίδρωση αυξημένη (ιδρώτας) (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Σύνδρομο Stevens-Johnson (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αιματουρία (Σπάνιες)
- Αιματουρία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Άλγος στα άκρα (Συχνές)
- Μυαλγία (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Οσφυαλγία (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Άλγος των άκρων (συμπεριλαμβανομένων των ενοχλήσεων των άκρων) (Πολύ συχνές, ΠΑΥ)
- Παρατεταμένη στύση (Σπάνιες)
- Αιμορραγία πέους (Σπάνιες)
- Αιματοσπερμία (Σπάνιες)
- Αυξημένη αιμορραγία της μήτρας (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Πριαπισμός (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αιμορραγία πέους (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Αιματοσπερμία (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Παρατεταμένη στύση (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Πριαπισμός
- Θωρακικό άλγος
- Κόπωση
- Αιφνίδιος καρδιακός θάνατος (Σπάνιες)
- Οίδημα προσώπου (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
- Θωρακικό άλγος (Μη γνωστές, ΠΑΥ)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγος άκρωνΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΆλγος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές υπερευαισθησίαςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΖάληΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στο μάτιΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπεριδρωσία (εφίδρωση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΈλλειμμα στα οπτικά πεδίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑιματοσπερμίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγία πέουςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΑιμορραγικό επεισόδιοΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑιφνίδια κώφωσηΑυτί
-
ΣπάνιεςΑιφνίδιος καρδιακός θάνατοςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικών αγγείωνΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΑσταθής στηθάγχηΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιληπτικοί σπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚοιλιακή αρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΜη-αρτηριτιδική ισχαιμική οπτική νευροπάθειαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟίδημα βλεφάρωνΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣπάνιεςΠαρατεταμένη στύσηΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΠαροδικό ισχαιμικό επεισόδιοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠριαπισμόςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπεραιμία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη αιμορραγία της μήτραςΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑυξημένη εφίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚεντρική Ορώδης ΧοριοαμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ταδαλαφίλης σε έγκυες γυναίκες. Οι μελέτες σε ζώα δεν δείχνουν άμεσα ή έμμεσα επιβλαβή αποτελέσματα όσον αφορά στην εγκυμοσύνη, την εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή την επακόλουθη ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ως προληπτικό μέτρο είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της ταδαλαφίλης στο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο κίνδυνος για το θηλάζον παιδί. Η ταδαλαφίλη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΕπιδράσεις που παρατηρήθηκαν σε σκύλους ενδέχεται να υποδηλώνουν διαταραχή της γονιμότητας. Δύο μετέπειτα κλινικές μελέτες υποδηλώνουν ότι αυτή η επίδραση είναι απίθανη στους ανθρώπους, παρόλο που παρατηρήθηκε μια μείωση στη συγκέντρωση σπέρματος σε ορισμένους άνδρες (βλ. Φαρμακοδυναμικές και Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν με τη χορήγηση μικρότερων δόσεων
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος, Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Κωδικός ATC G04BE08.
Μηχανισμός δράσης
H ταδαλαφίλη είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, ανάδρομος αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5), του ενζύμου που ευθύνεται για την αποδόμηση της κυκλικής μονοφωσφορικής γουανοσίνης (cGMP).
Στυτική δυσλειτουργία και καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
Όταν η σεξουαλική διέγερση προκαλεί τοπική απελευθέρωση μονοξειδίου του αζώτου, η αναστολή της PDE5, προκαλούμενη από την ταδαλαφίλη, επιτυγχάνει αυξημένα επίπεδα της cGMP στα σηραγγώδη σώματα. Αυτό οδηγεί σε χαλάρωση των λείων μυϊκών ινών στα σηραγγώδη σώματα και εισροή αίματος εντός των ιστών του πέους, προκαλώντας έτσι στύση. Η ταδαλαφίλη δεν έχει καμία επίδραση στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας σε απουσία σεξουαλικής διέγερσης.
Η επίδραση της αναστολής της PDE5 από τη συγκέντρωση cGMP στα σηραγγώδη σώματα παρατηρείται επίσης στις λείες μυϊκές ίνες του προστάτη, της ουροδόχου κύστης και στην αγγειακή παροχή τους. Η προκύπτουσα αγγειακή χαλάρωση αυξάνει την αιμάτωση που μπορεί να είναι ο μηχανισμός με τον οποίο μειώνονται τα συμπτώματα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη. Αυτές οι αγγειακές επιδράσεις μπορεί να συμπληρώνονται από την αναστολή της δραστηριότητας των προσαγωγών νεύρων της κύστης και τη χάλαση των λείων μυϊκών ινών του προστάτη και της ουροδόχου κύστης.
Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
Η πνευμονική αρτηριακή υπέρταση σχετίζεται με μία διαταραχή στην απελευθέρωση του μονοξειδίου του αζώτου από το αγγειακό ενδοθήλιο και επακόλουθη μείωση των συγκεντρώσεων του cGMP εντός του πνευμονικού αγγειακού λείου μυός. Η PDE5 είναι η επικρατούσα φωσφοδιεστεράση στα πνευμονικά αγγεία. Αναστολή της PDE5 από την ταδαλαφίλη αυξάνει τις συγκεντρώσεις της cGMP, οδηγεί σε χαλάρωση των πνευμονικών αγγειακών λείων μυϊκών κυττάρων και αγγειοδιαστολή του πνευμονικού αγγειακού τοιχώματος.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η ταδαλαφίλη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας της PDE5. Η PDE5 είναι ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στις λείες μυϊκές ίνες των σηραγγωδών σωμάτων, τις λείες αγγειακές και σπλαγχνικές μυϊκές ίνες, τις σκελετικές μυϊκές ίνες, τα αιμοπετάλια, τους νεφρούς, τους πνεύμονες και την παρεγκεφαλίδα. Η δράση της ταδαλαφίλης είναι περισσότερο ισχυρή προς την PDE5 σε σχέση με τις άλλες φωσφοδιεστεράσες. Η ταδαλαφίλη έχει ισχυρή εκλεκτικότητα > 10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE1, την PDE2, την PDE4 οι οποίες είναι ένζυμα τα οποία βρίσκονται στην καρδιά, τον εγκέφαλο, τα αιμοφόρα αγγεία, το ήπαρ και άλλα όργανα. Η ταδαλαφίλη έχει εκλεκτικότητα >10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE3, ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στην καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία. Η εκλεκτικότητα αυτή προς την PDE5 σε σχέση με την PDE3 είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι η PDE3 είναι ένα ένζυμο που μετέχει στον έλεγχο της καρδιακής συσπαστικότητας. Επιπλέον, η ταδαλαφίλη έχει εκλεκτικότητα περίπου 700 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE6, ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται στον αμφιβληστροειδή και είναι υπεύθυνο για τις αντιδράσεις φωτομετατροπής. Επίσης, η ταδαλαφίλη έχει εκλεκτικότητα > 10.000 φορές μεγαλύτερη προς την PDE5 σε σχέση με την PDE7 έως την PDE10.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ταδαλαφίλη χορηγούμενη σε υγιείς εθελοντές δεν προκάλεσε σημαντικές μεταβολές, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (μέγιστη μέση μείωση 1,6/0,8 mm Hg, αντίστοιχα), στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε όρθια θέση (μέγιστη μέση μείωση 0,2/4,6 mm Hg, αντίστοιχα) και δεν είχε σημαντικές επιδράσεις στον καρδιακό ρυθμό.
Σε μία μελέτη, όπου εξετάσθηκαν οι επιδράσεις της ταδαλαφίλης στην όραση με χρήση της δοκιμασίας Farnsworth-Munsell 100-hue test, δεν παρατηρήθηκαν διαταραχές στην αντίληψη των χρωμάτων (μπλε/πράσινο). Τα ευρήματα αυτά είναι σύμφωνα με τη χαμηλή εκλεκτικότητα της ταδαλαφίλης προς την PDE6 σε σχέση με την εκλεκτικότητα προς την PDE5. Σε όλες τις κλινικές μελέτες, οι αναφορές μεταβολών στην αντίληψη των χρωμάτων ήταν σπάνιες (< 0,1%).
Τρείς κλινικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν με άνδρες για την εκτίμηση των ενδεχόμενων επιδράσεων της ταδαλαφίλης στη σπερματογένεση και χορηγήθηκαν 10 mg ταδαλαφίλης (σε μία μελέτη 6-μηνών) και 20 mg (σε μία μελέτη 6-μηνών και σε μία μελέτη 9-μηνών) ημερησίως. Σε δύο από αυτές τις μελέτες παρατηρήθηκαν μειώσεις στον αριθμό των σπερματοζωαρίων και στη συγκέντρωση του σπέρματος σχετιζόμενες με την αγωγή της ταδαλαφίλης, με απίθανη κλινική σημασία. Τα συμβάντα αυτά δεν συνοδεύτηκαν με μεταβολές σε άλλες παραμέτρους όπως η κινητικότητα, η μορφολογία και η FSH.
Στυτική δυσλειτουργία
Τρεις κλινικές μελέτες, στις οποίες συμμετείχαν 1.054 περιπατητικοί ασθενείς, σχεδιάστηκαν για να προσδιορισθεί το χρονικό διάστημα μετά τη χορήγηση της δόσης για την αποτελεσματική ανταπόκριση στη ταδαλαφίλη στην κατ΄ επίκληση χρήση. Η ταδαλαφίλη αποδείχθηκε ότι προκαλεί στατιστικά σημαντική βελτίωση στη στυτική λειτουργία και στην ικανότητα για επίτευξη ικανοποιητικής σεξουαλικής επαφής, σε χρονικό διάστημα έως 36 ώρες μετά τη λήψη του φαρμάκου, καθώς επίσης και στην ικανότητα του ασθενή για επίτευξη και διατήρηση στύσης για ικανοποιητική σεξουαλική επαφή μόλις εντός 16 λεπτών μετά τη λήψη του φαρμάκου, συγκριτικά με το εικονικό (placebo) φάρμακο.
Η ταδαλαφίλη, σε δόσεις 2 έως 100 mg έχει αξιολογηθεί σε 16 κλινικές μελέτες όπου συμμετείχαν 3.250 ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων ασθενών με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης βαρύτητας (ήπιας, μέτριας, σοβαρής μορφής), αιτιολογίας, ηλικίας των ασθενών (εύρους 21-86 ετών) και εθνικότητας. Οι περισσότεροι ασθενείς ανέφεραν στυτική δυσλειτουργία διάρκειας τουλάχιστον 1 έτους. Στις μελέτες πρωταρχικής αποτελεσματικότητας σε γενικό πληθυσμό, ποσοστό 81% των ασθενών που έλαβαν ταδαλαφίλη ανέφεραν βελτίωση στη στυτική λειτουργία τους συγκριτικά με το 35% με το εικονικό φάρμακο. Επίσης, οι ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία, ανεξαρτήτως του βαθμού σοβαρότητας, ανέφεραν βελτίωση στις στύσεις τους με την ταδαλαφίλη (86%, 83%, και 72% για ήπιας, μέτριας και σοβαρής μορφής, αντίστοιχα, σε σύγκριση με το 45%, 42%, και 19% με το εικονικό φάρμακο). Στις μελέτες πρωταρχικής αποτελεσματικότητας, το 75% των σεξουαλικών επαφών ήταν επιτυχημένες σε ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη συγκριτικά με 32% με το εικονικό φάρμακο.
Σε μια μελέτη 12-εβδομάδων που διεξήχθη σε 186 ασθενείς (142 εκ των οποίων έλαβαν ταδαλαφίλη και 44 έλαβαν εικονικό φάρμακο) με δευτεροπαθή στυτική δυσλειτουργία οφειλόμενη σε τραυματισμό του νωτιαίου μυελού, η χορήγηση της ταδαλαφίλης βελτίωσε σημαντικά τη στυτική λειτουργία και οδήγησε σε ένα μέσο όρο επιτυχών προσπαθειών ανά ασθενή 48% σε εκείνους που έλαβαν 10 ή 20 mg ταδαλαφίλης (με ευελιξία στο δοσολογικό σχήμα, «κατά επίκληση») σε σύγκριση με 17% σε εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).
Η ταδαλαφίλη, σε δόσεις 2,5, 5, και 10 mg, που λαμβάνεται μια φορά ημερησίως, μελετήθηκε αρχικά σε 3 κλινικές μελέτες όπου συμμετείχαν 853 ασθενείς, διάφορων ηλικιών (εύρους 21-82 ετών) και εθνικοτήτων, με στυτική δυσλειτουργία ποικίλης βαρύτητας (ήπιας, μέτριας, σοβαρής μορφής) και αιτιολογίας. Στις δύο μελέτες πρωταρχικής αποτελεσματικότητας σε γενικό πληθυσμό, ο μέσος όρος των κατ’ άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 57 και 67% σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg και 50% σε ασθενείς που έλαβαν 2,5 mg ταδαλαφίλης συγκριτικά με ποσοστό 31% και 37% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Στη μελέτη ασθενών με στυτική δυσλειτουργία οφειλόμενη σε σακχαρώδη διαβήτη ο μέσος όρος των κατ’ άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 41% και 46% σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg και 2,5 mg ταδαλαφίλης, αντιστοίχως, συγκριτικά με το 28% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Οι περισσότεροι ασθενείς στις 3 αυτές μελέτες είχαν ανταποκριθεί σε προηγούμενη κατ’ επίκληση αγωγή με αναστολείς PDE5. Σε μία μετέπειτα μελέτη, 217 ασθενείς που δεν είχαν προηγουμένως λάβει θεραπεία με αναστολείς PDE5 τυχαιοποιήθηκαν σε 5 mg ταδαλαφίλης μία φορά την ημέρα έναντι του εικονικού φαρμάκου. Κατά άτομο, ο μέσος όρος των επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 68% για αυτούς που έλαβαν ταδαλαφίλη σε σύγκριση με το 52% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
Η ταδαλαφίλη μελετήθηκε σε 4 κλινικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων με τη συμμετοχή πάνω από 1.500 ασθενών με σημεία και συμπτώματα καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη. Η βελτίωση στη συνολική βαθμολογία της διεθνούς κλίμακας συμπτωμάτων του προστάτη σε ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη 5 mg στις 4 μελέτες ήταν -4,8, -5,6, -6,1 και -6,3 συγκριτικά με -2,2, -3,6, -3,8 και -4,2 στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo). Αυτές οι βελτιώσεις στη συνολική βαθμολογία της διεθνούς κλίμακας συμπτωμάτων του προστάτη εμφανίστηκαν από την 1η εβδομάδα.
Σε μία από τις μελέτες, η οποία περιλάμβανε επίσης 0,4 mg ταμσουλοσίνης ως συγκρινόμενη ουσία, η βελτίωση στη συνολική βαθμολογία της διεθνούς κλίμακας συμπτωμάτων του προστάτη σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg ταδαλαφίλης, ταμσουλοσίνη και εικονικό φάρμακο ήταν -6,3, -5,7 και -4,2 αντίστοιχα.
Μια από αυτές τις μελέτες κατέδειξε βελτιώσεις στη στυτική δυσλειτουργία και στα σημεία και στα συμπτώματα της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη σε ασθενείς που έπασχαν και από τις δύο καταστάσεις. Οι βελτιώσεις στην κατηγορία «λειτουργία στύσης» του διεθνούς δείκτη της στυτικής λειτουργίας και της συνολικής βαθμολογίας της κλίμακας των διεθνών συμπτωμάτων του προστάτη σε αυτή τη μελέτη ήταν 6,5 και -6,1 σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg ταδαλαφίλης συγκριτικά με 1,8 και -3,8 στους ασθενείς που έλαβαν αντίστοιχα εικονικό φάρμακο (placebo). Ο μέσος όρος των κατ’ άτομο επιτυχημένων σεξουαλικών επαφών ήταν 71,9% σε ασθενείς που έλαβαν 5 mg ταδαλαφίλης συγκριτικά με 48,3% στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo).
Η διατήρηση της αποτελεσματικότητας αξιολογήθηκε μέσα από ανοικτού σχεδιασμού επέκταση σε μια από τις μελέτες, η οποία έδειξε ότι η βελτίωση της συνολικής βαθμολογίας στη διεθνή κλίμακα συμπτωμάτων του προστάτη που παρατηρήθηκε στις 12 εβδομάδες διατηρήθηκε για έως και 1 επιπλέον έτος θεραπείας με 5 mg ταδαλαφίλης.
Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ)
Μια τυχαιοποιημένη, διπλή-τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη διεξήχθη σε 405 ασθενείς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (ΠΑΥ). Η επιτρεπόμενη θεραπεία περιελάμβανε βοσεντάνη (σταθερή δόση συντήρησης έως 125 mg δύο φορές ημερησίως) και χρόνια αντιπηκτική αγωγή, διγοξίνη, διουρητικά και οξυγόνο. Περισσότεροι από τους μισούς (53,3%) ασθενείς στη μελέτη λάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με βοσεντάνη.
Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία από τις πέντε ομάδες θεραπείας (2,5 mg, 10 mg, 20 mg, 40 mg ταδαλαφίλης ή εικονικό φάρμακο). Οι ασθενείς ήταν τουλάχιστον 12 ετών και είχαν διάγνωση ΠΑΥ ιδιοπαθούς αιτιολογίας, σχετιζόμενη με τη νόσο του κολλαγόνου, με τη χρήση ανορεξιογόνου, σχετιζόμενη με λοίμωξη από τον ιό της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), σχετιζόμενη με έλλειμμα μεσοκολπικού διαφράγματος ή σχετιζόμενη με χειρουργική αποκατάσταση συγγενούς διαφυγής από τη συστηματική στην πνευμονική κυκλοφορία διάρκειας τουλάχιστον 1 έτους (για παράδειγμα, έλλειμμα μεσοκοιλιακού διαφράγματος, ανοικτού αρτηριακού πόρου). Η μέση ηλικία όλων των ασθενών ήταν 54 έτη (εύρος 14 έως 90 ετών) και η πλειοψηφία των ασθενών ήταν καυκάσιας φυλής (80,5%) και γυναίκες (78,3%). Οι αιτιολογίες της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης (ΠΑΥ) ήταν κυρίως ιδιοπαθής ΠΑΥ (61,0%) και σχετιζόμενη με αγγειακή νόσο οφειλόμενη σε κολλαγονικά νοσήματα (23,5%). Η πλειοψηφία των ασθενών που κατατάσσονταν στη λειτουργική κατηγορία ΙΙΙ κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) (65,2%) ή τη λειτουργική κατηγορία II (32,1%). Η μέση απόσταση βάδισης 6 λεπτών (6MWD) ήταν 343,6 μέτρα.
Το κύριο τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η μεταβολή την εβδομάδα 16, σε σχέση με το σημείο αναφοράς, στην απόσταση βάδισης 6 λεπτών (6MWD). Μόνο η 40 mg ταδαλαφίλης πέτυχε το καθορισμένο από το πρωτόκολλο επίπεδο σημαντικότητας με προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο διάμεση αύξηση της 6MWD στα 26 μέτρα (p=0,0004, 95% CI: 9,5-44,0, Προκαθορισμένη μέθοδος Hodges-Lehman) (μέση τιμή 33 μέτρα, 95% CI: 15,2-50,3). Η βελτίωση στην απόσταση βάδισης ήταν εμφανής από την 8η εβδομάδα θεραπείας. Σημαντική βελτίωση (p < 0,01) στην 6MWD επιδείχθηκε την εβδομάδα 12 όταν στους ασθενείς ζητήθηκε να καθυστερήσουν να λάβουν το φαρμακευτικό προϊόν της μελέτης προκειμένου να αντικατοπτριστεί η κατώτατη συγκέντρωση της δραστικής ουσίας. Τα αποτελέσματα ήταν γενικά σταθερά στις υποομάδες, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την αιτιολογία της ΠΑΥ και τη λειτουργική κατηγορία κατά τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) και την 6MWD στο σημείο αναφοράς. Η προσαρμοσμένη ως προς το εικονικό φάρμακο (placebo) διάμεση αύξηση στην 6MWD ήταν 17 μέτρα (p=0,09, 95% CI: -7,1, 43,0, Προκαθορισμένη μέθοδος Hodges-Lehman) (μέση τιμή 23 μέτρα, 95% CI: -2,4, 47,8) στους ασθενείς που έλαβαν ταδαλαφίλη 40 mg επιπρόσθετα στη συγχορηγούμενη βοσεντάνη (n=39), και ήταν 39 μέτρα (p < 0,01, 95% CI:13,0-66,0, Προκαθορισμένη μέθοδος Hodges-Lehman) (μέση τιμή 44 μέτρα, 95% CI: 19,7-69,0) στους ασθενείς που έλαβαν μόνο 40 mg ταδαλαφίλης (n= 37).
Το ποσοστό των ασθενών με βελτίωση στη λειτουργική κατηγορία κατά WHO την εβδομάδα 16 ήταν παρόμοια στις ομάδες της 40 mg ταδαλαφίλης και του εικονικού φαρμάκου (23% έναντι 21%). Η επίπτωση της κλινικής επιδείνωσης έως την εβδομάδα 16 σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 40 mg ταδαλαφίλης (5%; 4 από 79 ασθενείς) ήταν μικρότερη από ό,τι στο εικονικό φάρμακο (16%; 13 από 82 ασθενείς). Οι μεταβολές στη βαθμολογία δύσπνοιας κατά Borg ήταν μικρές και μη σημαντικές τόσο με το εικονικό φάρμακο όσο και με την 40 mg ταδαλαφίλης.
Επιπρόσθετα, βελτιώσεις σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) παρατηρήθηκαν με την 40 mg ταδαλαφίλης στα πεδία σωματικής λειτουργικότητας, φυσικού ρόλου, σωματικού άλγους, γενικής υγείας, ζωτικότητας και κοινωνικής λειτουργικότητας του SF-36. Δεν παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στα πεδία συναισθηματικού ρόλου και ψυχικής υγείας του SF-36. Βελτιώσεις σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo) παρατηρήθηκαν με την 40 mg ταδαλαφίλης στις βαθμολογίες EuroQol (EQ-5D) US και UK που περιελάμβαναν την κινητικότητα, την αυτο-φροντίδα, τις συνήθεις δραστηριότητες, τον πόνο/ενόχληση, το άγχος/κατάθλιψη, καθώς και στην κλίμακα οπτικών αναλόγων (VAS).
Καρδιοπνευμονική αιμοδυναμική εξέταση πραγματοποιήθηκε σε 93 ασθενείς. Η ταδαλαφίλη 40 mg αύξησε την καρδιακή παροχή (0,6 L/min) και μείωσε τις πνευμονικές αρτηριακές πιέσεις (-4,3 mmHg) και την πνευμονική αγγειακή αντίσταση (-209 dyn.s/cm5) σε σύγκριση με το σημείο αναφοράς (p< 0,05). Ωστόσο, οι μετέπειτα αναλύσεις έδειξαν ότι οι μεταβολές σε σχέση με το σημείο αναφοράς στις καρδιοπνευμονικές αιμοδυναμικές παραμέτρους για την ομάδα που έλαβε θεραπεία με 40 mg ταδαλαφίλης δεν διέφεραν σημαντικά σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (placebo).
Μακροχρόνια θεραπεία
357 ασθενείς από την ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη εισήχθησαν σε μακροχρόνια μελέτη επέκτασης. Από αυτούς, 311 ασθενείς είχαν λάβει ταδαλαφίλη για τουλάχιστον 6 μήνες και 293 για 1 έτος (διάμεση έκθεση 365 ημέρες, εύρος 2 έως 415 ημέρες). Στους ασθενείς για τους οποίους υπάρχουν δεδομένα, το ποσοστό επιβίωσης στο 1 έτος είναι 96,4%. Επιπλέον, η απόσταση βάδισης 6 λεπτών και η λειτουργική κατηγορία κατά WHO έδειξαν να είναι σταθερές στους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με ταδαλαφίλη για 1 έτος.
Η 20 mg ταδαλαφίλης χορηγούμενη σε υγιείς εθελοντές δεν προκάλεσε σημαντικές μεταβολές, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo), στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση (μέγιστη μέση μείωση 1,6/0,8 mm Hg, αντίστοιχα), στη συστολική και στη διαστολική αρτηριακή πίεση σε όρθια θέση (μέγιστη μέση μείωση 0,2/4,6 mm Hg, αντίστοιχα) και δεν είχε σημαντικές επιδράσεις στο καρδιακό ρυθμό.
Σε μελέτη, όπου εξετάσθηκαν οι επιδράσεις της ταδαλαφίλης στην όραση με χρήση της δοκιμασίας Farnsworth-Munsell 100-hue test, δεν παρατηρήθηκαν διαταραχές στην αντίληψη των χρωμάτων (μπλε/πράσινο). Τα ευρήματα αυτά είναι σύμφωνα με τη χαμηλή εκλεκτικότητα της ταδαλαφίλης προς τη PDE6 σε σχέση με την εκλεκτικότητα προς τη PDE5. Σε όλες τις κλινικές μελέτες, οι αναφορές μεταβολών στην αντίληψη των χρωμάτων ήταν σπάνιες (< 0,1%).
Τρείς κλινικές μελέτες πραγματοποιήθηκαν σε άνδρες για την εκτίμηση των ενδεχόμενων επιδράσεων της ταδαλαφίλης στη σπερματογένεση και χορηγήθηκαν 10 mg (σε μελέτη 6-μηνών) και 20 mg (σε μελέτη 6-μηνών και σε μία μελέτη 9-μηνών) ταδαλαφίλης ημερησίως. Σε δύο από αυτές τις μελέτες παρατηρήθηκαν μειώσεις στον αριθμό των σπερματοζωαρίων και στη συγκέντρωση του σπέρματος σχετιζόμενες με την αγωγή της ταδαλαφίλης, με απίθανη κλινική σημασία. Τα συμβάντα αυτά δεν συνοδεύτηκαν με μεταβολές σε άλλες παραμέτρους όπως η κινητικότητα, η μορφολογία και η FSH.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μία μόνο μελέτη έχει διεξαχθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς με Μυϊκή Δυστροφία Duchenne (Duchenne Muscular Dystrophy, DMD), στην οποία δεν καταδείχτηκε αποτελεσματικότητα. Η τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, παράλληλου σχεδιασμού, με 3 ερευνητικά σκέλη μελέτη διεξήχθη σε 331 αγόρια ηλικίας 7-14 ετών με DMD, τα οποία λάμβαναν συγχρόνως θεραπεία με κορτικοστεροειδή. Η μελέτη περιλάμβανε μία διπλά τυφλή περίοδο 48 εβδομάδων, κατά την οποία οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 0,3 mg/kg ταδαλαφίλης, 0,6 mg/kg ταδαλαφίλης ή εικονικό φάρμακο σε καθημερινή βάση. Η ταδαλαφίλη δεν παρουσίασε αποτελεσματικότητα ως προς την επιβράδυνση στη φθίνουσα πορεία της δυνατότητας για βάδιση, όπως αυτή μετρήθηκε μέσω του πρωταρχικού καταληκτικού σημείου της διανυόμενης απόστασης κατά τη δοκιμασία βάδισης 6 λεπτών (6 minute walk distance, 6MWD): η μέση μεταβολή ελαχίστων τετραγώνων (least squares, LS) σε 6MWD στις 48 εβδομάδες ήταν -51,0 μέτρα (m), στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, σε σύγκριση με -64,7 m στην ομάδα 0,3 mg/kg ταδαλαφίλης (p = 0,307) και -59,1 m στην ομάδα 0,6 mg/kg ταδαλαφίλης (p = 0,538). Επιπλέον, δεν καταδείχτηκε αποτελεσματικότητα σε κάποια από τις δευτερεύουσες αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν σε αυτήν τη μελέτη. Τα συνολικά αποτελέσματα ασφάλειας από αυτήν τη μελέτη, ήταν γενικά συμβατά με το γνωστό προφίλ ασφάλειας της ταδαλαφίλης και με αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, για έναν παιδιατρικό πληθυσμό με DMD που λαμβάνει κορτικοστεροειδή.
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας και της πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης. Δείτε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Απορρόφηση
Η ταδαλαφίλη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση και η μέση μέγιστη μετρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται εντός χρονικού διαστήματος μέσης διάρκειας 2 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ταδαλαφίλης, μετά την από του στόματος χορήγηση, δεν έχει προσδιορισθεί.
Ο ρυθμός και η έκταση της απορρόφησης της ταδαλαφίλης δεν επηρεάζονται από τη λήψη τροφής, επομένως η ταδαλαφίλη μπορεί να χορηγείται με ή χωρίς τη λήψη τροφής. Η ώρα λήψης του φαρμάκου (πρωινής έναντι βραδινής χορήγησης μετά από χορήγηση μονής δόσης 10 mg) δεν είχε κλινικά σημαντικές επιδράσεις στο ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης του φαρμάκου.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής είναι περίπου 63-77 λίτρα στη σταθεροποιημένη κατάσταση, το οποίο δηλώνει ότι η ταδαλαφίλη κατανέμεται στους ιστούς. Στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις, ποσοστό 94% της ταδαλαφίλης δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Η πρωτεϊνική δέσμευση δεν επηρεάζεται από την παρουσία διαταραχής της νεφρικής λειτουργίας.
Ποσοστό μικρότερο από 0,0005% της χορηγούμενης δόσης βρέθηκε στο σπερματικό υγρό, σε υγιείς εθελοντές.
Βιομεταβολισμός
Η ταδαλαφίλη μεταβολίζεται κυρίως στο κυτόχρωμα P450 (CYP) 3A4 ισόμορφο. Ο κύριος μεταβολίτης είναι το μεθυλοκατεχολογλυκουρονίδιο. Ο μεταβολίτης αυτός είναι τουλάχιστον 13.000 φορές λιγότερο δραστικός από τη μητρική ουσία ταδαλαφίλη προς την PDE5. Επομένως, δεν αναμένεται κλινική δράση του μεταβολίτη στις επιτυγχάνόμενες συγκεντρώσεις αυτού στο πλάσμα.
Αποβολή
Η μέση κάθαρση μετά την από του στόματος χορήγηση της ταδαλαφίλης είναι 2,5-3,4 l/h σε σταθερή κατάσταση και ο μέσος χρόνος ημιζωής είναι 16-17,5 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Η ταδαλαφίλη απεκκρίνεται, κυρίως με τη μορφή ανενεργών μεταβολιτών, κυρίως στα κόπρανα (περίπου 61% της χορηγούμενης δόσης) και σε μικρότερο βαθμό στα ούρα (περίπου 36% της χορηγούμενης δόσης).
Γραμμικότητα/μη-γραμμικότητα
Σε υγιείς εθελοντές η φαρμακοκινητική της ταδαλαφίλης είναι γραμμικά ανάλογη με το χρόνο και τη χορηγούμενη δόση. Σε δοσολογικό εύρος από 2,5 mg έως 20 mg, η έκθεση στην ταδαλαφίλη (AUC) αυξάνεται αναλογικά με τη δόση σε υγιή άτομα. Σε δόσεις από 20 mg έως 40 mg, παρατηρείται λιγότερο από αναλογική αύξηση της έκθεσης. Στη διάρκεια δοσολογίας ταδαλαφίλης στα 20 mg και στα 40 mg άπαξ ημερησίως, συγκεντρώσεις πλάσματος σταθερής κατάστασης επιτεύχθησαν σε 5 ημέρες και η έκθεση είναι περίπου 1,5 φορά της έκθεσης μετά από μία μονή δόση.
Φαρμακοκινητική πληθυσμού
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες όπως διαπιστώθηκαν στον πληθυσμό των ασθενών με στυτική δυσλειτουργία είναι παρόμοιες με τις αντίστοιχες φαρμακοκινητικές ιδιότητες σε υγιείς εθελοντές χωρίς στυτική δυσλειτουργία.
Σε ασθενείς με πνευμονική υπέρταση που δεν λάμβαναν ταυτόχρονη θεραπεία με βοσεντάνη, ο μέσος όρος της έκθεσης στην ταδαλαφίλη στη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από δόση 40 mg ήταν αυξημένος κατά 26% σε σύγκριση με αυτόν σε υγιείς εθελοντές. Δεν υπήρχαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη Cmax σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν μικρότερη κάθαρση της ταδαλαφίλης σε ασθενείς με πνευμονική υπέρταση σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Υγιείς ηλικιωμένοι εθελοντές (65 ετών ή άνω) εμφάνισαν μειωμένη κάθαρση της από του στόματος χορηγούμενης ταδαλαφίλης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση κατά 25% υψηλότερης έκθεσης (AUC) σε σύγκριση με νεότερους υγιείς εθελοντές ηλικίας 19 έως 45 ετών. Αυτή η επίδραση, της ηλικίας του ασθενούς, δεν είναι κλινικά σημαντική και δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε κλινικές φαρμακολογικές μελέτες, μετά τη χορήγηση μίας δόσης ταδαλαφίλης (5 έως 20 mg), η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης περίπου διπλασιάσθηκε, σε ασθενείς με ήπια (κάθαρση κρεατινίνης 51 έως 80 ml/min) ή μέτρια (κάθαρση κρεατινίνης 31 έως 50 ml/min) νεφρική δυσλειτουργία, καθώς και σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου που υφίστανται αιμοκάθαρση. Σε ασθενείς που υφίστανται αιμοκάθαρση, η Cmax ήταν αυξημένη κατά 41% σε σύγκριση με υγιείς εθελοντές. Η αιμοδιάλυση συνεισφέρει αμελητέα στην αποβολή της ταδαλαφίλης.
Λόγω της αυξημένης έκθεσης (AUC) στην ταδαλαφίλη, της περιορισμένης κλινικής εμπειρίας και της έλλειψης ικανότητας αποβολής μέσω αιμοδιύλισης, η ταδαλαφίλη δε συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
Ηπατική ανεπάρκεια
Η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης σε εθελοντές με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορίας Α και Β κατά Child-Pugh) είναι συγκρίσιμη με την αντίστοιχη έκθεση σε υγιείς εθελοντές, μετά τη χορήγηση δόσης των 10 mg.
Περιορισμένα κλινικά δεδομένα είναι διαθέσιμα σχετικά με την ασφάλεια της ταδαλαφίλης σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (κατηγορίας C κατά Child-Pugh). Αν συνταγογραφηθεί Ταδαλαφίλη απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, από το θεράποντα ιατρό. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χορήγηση δόσεων άνω των 10 mg ταδαλαφίλης σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη χορήγηση της ταδαλαφίλης μία φορά την ημέρα σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Εάν συνταγογραφηθεί ταδαλαφίλη για καθημερινή χρήση, απαιτείται εξατομικευμένη προσεκτική εκτίμηση του αναμενόμενου οφέλους έναντι του κινδύνου, από το θεράποντα ιατρό.
Ασθενείς με σοβαρή κίρρωση του ήπατος (Child-Pugh Class C) δεν έχουν μελετηθεί και επομένως η χορήγηση ταδαλαφίλης σε αυτούς τους ασθενείς δε συνιστάται.
Ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη
Η έκθεση (AUC) της ταδαλαφίλης σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη ήταν περίπου 19% μικρότερη από τις μετρήσεις AUC σε υγιείς εθελοντές. Οι διαφορές αυτές στην έκθεση δεν απαιτούν την προσαρμογή της δόσης στους ασθενείς αυτούς.
Φυλή
Φαρμακοκινητικές μελέτες έχουν συμπεριλάβει άτομα και ασθενείς από διαφορετικές εθνικές ομάδες, και δεν παρατηρήθηκαν διαφορές στη τυπική έκθεση στην ταδαλαφίλη. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φύλο
Σε υγιείς γυναίκες και άνδρες, μετά από εφάπαξ και πολλαπλές δόσεις ταδαλαφίλης, δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές όσον αφορά στην έκθεση. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα παθήσεων του ουροποιητικού συστήματος, Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Κωδικός ATC G04BE08. ### Μηχανισμός δράσης H ταδαλαφίλη είναι ένας ισχυρός, εκλεκτικός, ανάδρομος…
Απορρόφηση Η ταδαλαφίλη απορροφάται ταχέως μετά την από του στόματος χορήγηση και η μέση μέγιστη μετρούμενη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται εντός χρονικού διαστήματος μέσης διάρκειας 2 ωρών μετά τη χορήγηση της δόσης. Η απόλυτη…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 63 L
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- από του στόματος cl=2.5 L/ώρα
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Το Tadalafil ασκεί θεραπευτική δράση στη Στυτική Δυσλειτουργία (ΣΔ) αυξάνοντας τη χαλάρωση των λείων μυών του πέους, η οποία εξαρτάται από τη σεξουαλική διέγερση, επιτρέποντας στο σηραγονοειδές σώμα να γεμίσει με αίμα για την παραγωγή στύσης.
Η χαλάρωση των λείων μυών στην πνευμονική αγγείωση συμβάλλει στην αγγειοδιαστολή στην Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΠΑΥ), μειώνοντας την πίεση του αίματος στις πνευμονικές αρτηρίες.
Στη Καλοήθη Υπερπλασία του Προστάτη (ΚΥΠ), το Tadalafil μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του πολλαπλασιασμού των κυττάρων των λείων μυών, γεγονός που μπορεί να μειώσει το μέγεθος του προστάτη και να ανακουφίσει την ανατομική απόφραξη που προκαλεί τα ουρολογικά συμπτώματα της ΚΥΠ.
Η μειωμένη συγγένεια του Tadalafil για το PDE6 σε σύγκριση με άλλους αναστολείς PDE5 μπορεί να εξηγήσει τη μειωμένη επίπτωση των οπτικών παρενεργειών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Το Tadalafil είναι ένας επιλεκτικός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης-5 (PDE5) που παράγει διάφορες δευτερογενείς επιδράσεις, με πιο κοινή θεραπευτική δράση τη χαλάρωση των λείων μυών.
Στυτική Δυσλειτουργία (ΣΔ): Οι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν ΣΔ λόγω ποικίλων αιτιών, συμπεριλαμβανομένων ψυχογενών, νευρογενών, αγγειογενών, ιατρογενών ή ενδοκρινικών. Αυτές οι αιτίες οδηγούν σε δυσλειτουργία της χαλάρωσης των λείων μυών του πέους είτε μέσω διαταραγμένης νευρωνικής σηματοδότησης είτε μέσω άμεσης επίδρασης στα κύτταρα των λείων μυών.
Κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής διέγερσης, οι μη-αδρενεργικοί μη-χολινεργικοί (NANC) νευρώνες απελευθερώνουν μονοξείδιο του αζώτου (NO). Το μονοξείδιο του αζώτου διεγείρει τη γουανυλική κυκλάση, η οποία μετατρέπει τη γουανοσινοτριφωσφορική αδενοσίνη σε κυκλική μονοφωσφορική γουανοσίνη (cGMP).
Το cGMP ενεργοποιεί την εξαρτώμενη από το cGMP κινάση (PKG) σε μια αλληλουχία σηματοδότησης που ενεργοποιεί τα κανάλια K+ οδηγώντας σε αναστολή των καναλιών Ca2+, αναστέλλει την ενεργοποίηση των αιμοπεταλίων και αναστέλλει τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων των λείων μυών, ενώ προκαλεί απόπτωση.
Αυτή η αλληλουχία σηματοδότησης εξασθενεί από την PDE5, η οποία διασπά τον δεσμό φωσφοδιεστεράσης του cGMP, μετατρέποντάς το σε GMP.
Η αναστολή της PDE5 από το Tadalafil αυξάνει τη σηματοδότηση μέσω της αλληλουχίας PKG, η οποία υποστηρίζει τη χαλάρωση των λείων μυών του πέους κατά τη σεξουαλική διέγερση, μειώνοντας την είσοδο Ca2+ στα κύτταρα των λείων μυών.
Αυτή η χαλάρωση των λείων μυών επιτρέπει στο αίμα να γεμίσει το σηραγονοειδές σώμα, παράγοντας έτσι στύση.
Πνευμονική Αρτηριακή Υπέρταση (ΠΑΥ): Στην ΠΑΥ, η αρτηριακή πίεση στις πνευμονικές αρτηρίες αυξάνεται λόγω ποικίλων μηχανισμών που προκύπτουν από ενδοθηλιακή δυσλειτουργία. Η μειωμένη παραγωγή NO και προσταγλανδίνης μειώνει τη σηματοδότηση αγγειοδιαστολής, ενώ η υπερπαραγωγή ενδοθηλίνης-1 και θρομβοξάνης αυξάνει την αγγειοσύσπαση. Φλεγμονή, θρομβώσεις και υποξία αργότερα συμβάλλουν στην αγγειακή αναδιαμόρφωση, η οποία μειώνει περαιτέρω το αυλό.
Η επακόλουθη αύξηση της αρτηριακής πίεσης μειώνει την ικανότητα ανταλλαγής αερίων και αυξάνει το μεταφορτίο της δεξιάς κοιλίας, προκαλώντας συμπτώματα δύσπνοιας, κόπωσης και ζάλης, καθώς και οδηγώντας σε καρδιακή ανεπάρκεια δεξιού τύπου.
Το Tadalafil ασκεί τη θεραπευτική του δράση στην ΠΑΥ ενισχύοντας τη σηματοδότηση NO-cGMP για να συμβάλει στη χαλάρωση των λείων μυών, όπως και στη ΣΔ.
Καλοήθης Υπερπλασία του Προστάτη (ΚΥΠ): Τέλος, το Tadalafil χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της ΚΥΠ. Η ΚΥΠ προκαλεί ουρολογική δυσλειτουργία μέσω υπερπολλαπλασιασμού των επιθηλιακών και λείων μυϊκών στιβάδων του προστάτη. Το αυξημένο μέγεθος του προστάτη εμποδίζει τη ροή των ούρων μέσω της ουρήθρας, με αποτέλεσμα υψηλότερους υπολειπόμενους όγκους λόγω ατελούς κένωσης.
Το Tadalafil δεν φαίνεται να ασκεί το όφελός του μέσω της χαλάρωσης των λείων μυών του προστάτη. Αντίθετα, μπορεί να ασκεί την επίδρασή του μέσω ενός συνδυασμού αυξημένης οξυγόνωσης και μειωμένης φλεγμονής, η οποία μειώνει την αναδιαμόρφωση των ιστών, και αναστολής του κυτταρικού πολλαπλασιασμού μέσω της αλληλουχίας cGMP.
Επιλεκτικότητα για PDE:
- Η μειωμένη συγγένεια για το PDE6 σε σύγκριση με άλλους αναστολείς PDE5 μπορεί να εξηγήσει τη μειωμένη επίπτωση των οπτικών παρενεργειών, καθώς το PDE6 υπάρχει στο μάτι και συμβάλλει στην έγχρωμη όραση.
- Μελέτες in vitro έδειξαν ότι η επίδραση του Tadalafil είναι πιο ισχυρή στην φωσφοδιεστεράση τύπου 5 (PDE5) παρά σε άλλες φωσφοδιεστεράσες. Αυτές οι μελέτες έδειξαν ότι το Tadalafil είναι >10.000 φορές πιο ισχυρό για την PDE5 παρά για τα ένζυμα PDE1, PDE2, PDE4 και PDE7, τα οποία βρίσκονται στην καρδιά, τον εγκέφαλο, τα αιμοφόρα αγγεία, το ήπαρ, τους λευκοκύτταρους, τον σκελετικό μυ και άλλα όργανα.
- Το Tadalafil είναι >10.000 φορές πιο ισχυρό για την PDE5 παρά για την PDE3, ένα ένζυμο που βρίσκεται στην καρδιά και τα αιμοφόρα αγγεία.
- Επιπλέον, το Tadalafil είναι 700 φορές πιο ισχυρό για την PDE5 παρά για την PDE8 και 14 φορές πιο ισχυρό για την PDE5 παρά για την PDE11A1, ένα ένζυμο που βρίσκεται στον ανθρώπινο σκελετικό μυ.
- Το Tadalafil αναστέλλει την ανθρώπινη ανασυνδυασμένη PDE11A1 δραστηριότητα σε συγκεντρώσεις εντός του θεραπευτικού εύρους. Ο φυσιολογικός ρόλος και η κλινική συνέπεια της αναστολής της PDE11 σε ανθρώπους δεν έχουν οριστεί.
Επιλεκτικότητα PDE5:
- Μελέτες in vitro κατέδειξαν ότι το Tadalafil είναι ένας επιλεκτικός αναστολέας της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5).
- Η PDE5 βρίσκεται στους λείους μύες του σηραγονοειδούς σώματος, στους αγγειακούς και σπλαχνικούς λείους μύες, στον σκελετικό μυ, στα αιμοπετάλια, στους νεφρούς, στους πνεύμονες, στην παρεγκεφαλίδα και στο πάγκρεας.
Σηματοδότηση NO-cGMP:
- Η στύση του πέους κατά τη σεξουαλική διέγερση προκαλείται από αυξημένη ροή αίματος στο πέος, αποτέλεσμα της χαλάρωσης των αρτηριών του πέους και των λείων μυών του σηραγονοειδούς σώματος.
- Αυτή η απόκριση μεσολαβείται από την απελευθέρωση μονοξειδίου του αζώτου (NO) από νευρικές απολήξεις και ενδοθηλιακά κύτταρα, η οποία διεγείρει τη σύνθεση κυκλικής GMP στα κύτταρα των λείων μυών.
- Το κυκλικό GMP προκαλεί χαλάρωση των λείων μυών και αυξημένη ροή αίματος στο σηραγονοειδές σώμα.
- Η αναστολή της φωσφοδιεστεράσης τύπου 5 (PDE5) ενισχύει τη στυτική λειτουργία αυξάνοντας την ποσότητα του κυκλικού GMP.
- Το Tadalafil αναστέλλει την PDE5.
- Επειδή η σεξουαλική διέγερση απαιτείται για την έναρξη της τοπικής απελευθέρωσης μονοξειδίου του αζώτου, η αναστολή της PDE5 από το Tadalafil δεν έχει καμία επίδραση στην απουσία σεξουαλικής διέγερσης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορρόφηση:
- Χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης (tmax):
- Υγιείς ενήλικες: 0,5-6 ώρες (διάμεσος τιμή 2 ώρες).
- Ενήλικες με ΠΑΥ: 2-8 ώρες (διάμεσος τιμή 4 ώρες).
- Δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική επίδραση στην απορρόφηση όταν το Tadalafil λαμβάνεται με τροφή.
- Απολύτως βιοδιαθεσιμότητα: Δεν έχει προσδιοριστεί.
- Ρυθμός και έκταση απορρόφησης: Δεν επηρεάζονται από την τροφή.
Κατανομή:
- Φαινομενικός όγκος κατανομής:
- Υγιείς ενήλικες: 63 L.
- Ενήλικες με ΠΑΥ: 77 L.
- Υποδηλώνει κατανομή στους ιστούς.
- Λιγότερο από 0,0005% της χορηγούμενης δόσης ανιχνεύθηκε στο σπέρμα υγιών ατόμων.
Κάθαρση:
- Μέση φαινομενική από του στόματος κάθαρση:
- Υγιείς ενήλικες: 2,5-3,4 L/h.
- Ενήλικες με ΠΑΥ: 3,5 L/h.
- Μέση από του στόματος κάθαρση: 2,5 L ανά ώρα.
Έκκριση:
- Το Tadalafil αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού.
- Αυτοί οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως στα κόπρανα (61%) και σε μικρότερο βαθμό στα ούρα (36%).
- Απέκκριση στα κόπρανα: 61%.
- Απέκκριση στα ούρα: 36%.
Επιπλέον Πληροφορίες:
- Σε εύρος δόσεων 2,5 έως 20 mg, η έκθεση στο Tadalafil (AUC) αυξάνεται αναλογικά με τη δόση σε υγιή άτομα.
- Οι σταθερές συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 5 ημερών με εφάπαξ ημερήσια χορήγηση, και η έκθεση είναι περίπου 1,6 φορές μεγαλύτερη από ό,τι μετά από μία μόνο δόση.
- Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για το TADALAFIL (11 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συγγένεια με Πρωτεΐνες Πλάσματος
Το Tadalafil συνδέεται κατά 94% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Το Tadalafil υφίσταται ηπατικό μεταβολισμό μέσω του CYP3A4 σε μια κατεχόλη μεταβολίτη. Αυτός ο κατεχόλης μεταβολίτης υφίσταται στη συνέχεια μεθυλίωση και γλυκουρονιδίωση, με τον μεθυλ-γλυκουρονιδικό μεταβολίτη να γίνεται ο κύριος μεταβολίτης στον κύκλο του αίματος. Κανένας από τους γνωστούς μεταβολίτες δεν θεωρείται ενεργός.
Βιομετασχηματισμός: Ηπατικός μεταβολισμός, κυρίως από τον CYP3A4. Το Tadalafil μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από τον CYP3A4 σε μια κατεχόλη μεταβολίτη. Η κατεχόλη μεταβολίτης υφίσταται εκτεταμένη μεθυλίωση και γλυκουρονιδίωση για να σχηματίσει τη μεθυλκατεχόλη και το σύζευγμα μεθυλκατεχόλης-γλυκουρονιδίου, αντίστοιχα. Ο κύριος κυκλοφορών μεταβολίτης είναι το σύζευγμα μεθυλκατεχόλης-γλυκουρονιδίου. Οι συγκεντρώσεις μεθυλκατεχόλης είναι μικρότερες από το 10% των συγκεντρώσεων γλυκουρονιδίου. Δεδομένα in vitro υποδηλώνουν ότι οι μεταβολίτες δεν αναμένεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί στις παρατηρούμενες συγκεντρώσεις μεταβολιτών.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του Tadalafil είναι 15-17,5 ώρες σε υγιείς ενήλικες. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής σε ενήλικες με ΠΑΥ αναφέρεται ως 35 ώρες.
Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής: 17,5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 5.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και νόσων όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
- 742SXX0ICT
- TADALAFIL
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 5
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 5
- Το Tadalafil είναι Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 5. Ο μηχανισμός δράσης του Tadalafil είναι ως Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 5.
- TADALAFIL
- Αναστολείς Φωσφοδιεστεράσης 5 [MoA]; Αναστολέας Φωσφοδιεστεράσης 5 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς φωσφοδιεστεράσης τύπου 5
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση αγγειοδιαστολής.
- Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΦΩΣΦΟΔΙΕΣΤΕΡΑΣΗ 5.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία ουρολογικών παθήσεων και νόσων όπως η ΑΚΡΑΤΕΙΑ ΟΥΡΩΝ και οι ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΤΟΥ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.