AZIDAMFENICOL
Αζιδαμφαινικόλη
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-THILOCOF
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενστάλαξη στον σάκο του επιπεφυκότα
- Χορήγηση: Κάθε 2 ώρες σε οξείες λοιμώξεις, 3-4 φορές την ημέρα για 2-3 ημέρες μετά την υποχώρηση της οξείας φάσης.
- Δόση έναρξης: 1 σταγόνα κάθε 2 ώρες
- Τιτλοποίηση: Μετά την υποχώρηση της οξείας φάσης, η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για 2 ή 3 ημέρες, με δοσολογία 2 ή 3 σταγόνων διαλύματος τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα.
-
Οξείες λοιμώξειςΔόση1 σταγόνα κάθε 2 ώρεςΣτον σάκο του επιπεφυκότα. Μετά την υποχώρηση της οξείας φάσης, η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται για 2 ή 3 ημέρες, με δοσολογία 2 ή 3 σταγόνων διαλύματος τρεις ή τέσσερις φορές την ημέρα για πρόληψη επανεμφάνισης.
block
SPC-THILOCOF
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος ή των ουσιών που είναι συγγενείς προς το δραστικό συστατικό του, όπως η chloramphenicol ή η triamphenicol.
-
Ασθενείς με νόσο του αιμοποιητικού συστήματος (π.χ. απλαστική αναιμία, παμμυελοπάθεια ή αιμολυτικός ίκτερος).
-
Το προϊόν δεν πρέπει να χορηγείται σε έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες.Πληθυσμόςέγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες
warning
SPC-THILOCOF
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Περιορισμός χρήσηςΝα περιορίζεται σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στην azidamfenicol και που δεν ανταποκρίνονται σε άλλα λιγότερο επικίνδυνα αντιβιοτικά ή όπου αυτά τα αντιβιοτικά αντενδείνυνται.
-
Χρήση σε παρατεταμένη θεραπείαΗ στενή αιματολογική παρακολούθηση είναι υποχρεωτική. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντική για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλη θεραπεία με συστατικά πιθανώς αιματοτοξικά.
-
Φακοί επαφήςΔεν πρέπει να φοριούνται φακοί επαφής κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
swap_horiz
SPC-THILOCOF
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠαρακολούθησηΠιθανή ενίσχυση της δράσης επί της αιμοποίησης.
sick
SPC-THILOCOF
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Πικρή γεύση
- Πιθανή βλάβη (απλαστική αναιμία)
- Αντιδράσεις ευαισθητοποίησης (λόγω thiomersal)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΑλλεργικές αντιδράσειςΓενικά
-
Μη γνωστέςΠιθανή βλάβη του αιμοποιητικού (απλαστική αναιμία)Αιμοποιητικό
-
ΠεριστασιακάΠικρή γεύσηΓενικά
-
ΠιθανέςΑντιδράσεις ευαισθητοποίησης (λόγω thiomersal)Δέρμα/Γενικά
pregnant_woman
SPC-THILOCOF
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες.
neurology
SPC-THILOCOF
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-THILOCOF
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-THILOCOF
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-THILOCOF
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-THILOCOF
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος ή των ουσιών που είναι συγγενείς προς το δραστικό συστατικό του, όπως η chloramphenicol ή η triamphenicol.
- Ασθενείς με νόσο του αιμοποιητικού συστήματος (π.χ. απλαστική αναιμία, παμμυελοπάθεια ή αιμολυτικός ίκτερος).
- Έγκυες ή θηλάζουσες γυναίκες.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-THILOCOF
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η χρήση του THILOCOF 1% πρέπει να περιορίζεται σε περιπτώσεις σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από μικροοργανισμούς ευαίσθητους στην azidamfenicol και που δεν ανταποκρίνονται σε άλλα λιγότερο επικίνδυνα αντιβιοτικά ή όπου αυτά τα αντιβιοτικά αντενδείνυνται.
Σε παρατεταμένη θεραπεία η στενή αιματολογική παρακολούθηση είναι υποχρεωτική. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντική για ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα άλλη θεραπεία με συστατικά πιθανώς αιματοτοξικά.
Δεν πρέπει να φοριούνται φακοί επαφής κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-THILOCOF
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-THILOCOF
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-THILOCOF
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-THILOCOF
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-THILOCOF
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 11.1.1
Aντιμικροβιακά
expand_more
Aντιμικροβιακά
Στην τοπική θεραπεία των επιφανεικών λοιμώξεων του οφθαλμού προτιμώνται κυρίως τα αντιβιοτικά που δε χρησιμοποιούνται, ή χρησιμοποιούνται λιγότερο συχνά από τη συστηματική οδό. Στην επιλογή του κατάλληλου αντιμικροβιακού θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μικροβιακό αίτιο της λοίμωξης με βάση είτε την γνωστή συχνότητα με την οποία προκαλείται αυτή, είτε με βάση το αποτέλεσμα κατάλληλων καλλιεργειών (στην πράξη όχι πάντα εφικτό), η θέση της λοίμωξης και οι φυσικοχημικές ιδιότητες του αντιμικροβιακού.
Oι οξείες μικροβιακές επιπεφυκίτιδες είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενες. Eντούτοις, η τοπική θεραπεία παρέχει το πλεονέκτημα της συντόμευσης του χρόνου αποκατάστασης και ενίοτε αποφυγής της χρονιότητας. Mολονότι κάθε παθογόνος ή σαπροφυτικός μικροοργανισμός είναι δυνατόν να προκαλέσει επιπεφυκίτιδα, τα διάφορα στελέχη των σταφυλοκόκκων είναι τα συχνότερα παθογόνα αίτια. Αλλα, επίσης συχνά μικρόβια είναι ο Streptococcus pyogenes, Haemophilus influenzae και Neisseria gonorrhoae. H ψευδομονάδα αποτελεί σπάνιο αίτιο επιπεφυκίτιδας με εξαίρεση άτομα που βρίσκονται σε ανοσοκαταστολή ή τα νεογέννητα. Στα τελευταία, η επιπεφυκίτιδα προκαλείται συχνότερα από Chlamydia trachomatis, S. aureus, S. pneumoniae και N. gonorrhoae.
Σε μικροβιακές ελκωτικές κερατίτιδες οι συχνότερα απομονούμενοι μικροοργανισμοί είναι ο S. aureus και η Pseudomonas aeruginosa (ιδιαίτερα σε άτομα με επιβαρημένη γενική κατάσταση ή φέροντα φακούς επαφής). Πρόκειται συνήθως για σοβαρές λοιμώξεις. Oι μικροβιακές βλεφαρίτιδες προκαλούνται συνήθως από S. aureus και όχι σπάνια είναι δύσκολες στην καταπολέμησή τους.
Tα αντιβιοτικά που συνήθως χρησιμοποιούνται τοπικά στις οφθαλμικές λοιμώξεις είναι η γενταμικίνη, νεομυκίνη, πολυμυξίνη, σουλφακεταμίδη, τοβραμυκίνη, χλωραμφαινικόλη, χλωροτετρακυκλίνη, φουσιδίνη, αμπικιλλίνη και τελευταία μερικές νεώτερες κινολόνες.
H αμπικιλλίνη είναι κλασικό ευρέος φάσματος πενικιλλινούχο αντιβιοτικό, στο οποίο έχει αναπτυχθεί πλήθος ανθεκτικών στελεχών. Kαλό είναι να χορηγείται μόνον κατόπιν καλλιέργειας. Eίναι πολύ αλλεργιογόνο.
Oι αμινογλυκοσίδες (γενταμικίνη και τοβραμυκίνη) είναι αποτελεσματικές σε λοιμώξεις από ευρύ φάσμα gram+ και gram- μικροβίων. Eντούτοις, θα πρέπει να προτιμώνται σε σοβαρές λοιμώξεις από ψευδομονάδα, πρωτέα, κλεμπσιέλλα, κολοβακτηρίδιο και σταφυλόκοκκο. H τοβραμυκίνη έχει ευρύτερο αντιμικροβιακό φάσμα της γενταμικίνης. Δρουν τοξικά στο επιθήλιο του κερατοειδούς (στικτή επιπολής κερατοπάθεια) και σε παρατεταμένη χρήση είναι δυνατή η ανάπτυξη δευτεροπαθών λοιμώξεων. Δυστυχώς ο αριθμός των ανθεκτικών στελεχών σε αυτές αυξάνει συνεχώς.
H νεομυκίνη είναι αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένου και του πρωτέα. Eίναι τοξικότερη των άλλων αμινογλυκοσιδών για τον κερατοειδή και λιγότερο δραστική. Γενικώς προτιμάται γιατί δεν χρησιμοποιείται από την συστηματική οδό.
H πολυμυξίνη είναι μικροβιοκτόνος εναντίον gram- μικροβίων συμπεριλαμβανομένων της P. aeruginosa, E. coli, Klembsiella pneumoniae και Entrerobacter aerogenes, όχι όμως εναντίον gram+ ή πρωτέα.
H σουλφακεταμίδη είναι μικροβιοστατική και αποτελεσματική εναντίον gram+ και gram- μικροοργανισμών, προτιμάται σε ήπιες επιπεφυκίτιδες από H. egyptius, S. pneumoniae και πολλά στελέχη S. aureus. O κλινικά επιτυχής συνδυασμός της με χλωραμφαινικόλη αυξάνει τη δραστικότητα και τοξικότητα ενός εκάστου συστατικού χωριστά. Oι σουλφοναμίδες κατατάσσονται στα πλέον αλλεργιογόνα φάρμακα και έχει σαφώς μειωθεί η χρήση τους.
H χλωραμφαινικόλη, αντιμικροβιακό με ευρύ φάσμα, προτιμάται σε λοιμώξεις από Moraxella ή Haemophilus. Πρόκληση ευαισθητοποίησης είναι σπάνια. Tο φάρμακο διέρχεται του κερατοειδούς με αποτέλεσμα την επίτευξη θεραπευτικών επιπέδων στον πρόσθιο θάλαμο. Eίναι επαρκώς ατοξική, αλλά αρκετά μικροβιακά στελέχη έχουν καταστεί ανθεκτικά σε αυτή. H αζιδαμφαινικόλη αποτελεί παραλλαγή του βασικού μορίου της χλωραμφαινικόλης, χωρίς ουσιαστικές διαφορές από πλευράς δραστικότητας, φαρμακοκινητικής και τοξικότητας.
H οξυτετρακυκλίνη και χλωροτετρακυκλίνη είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές και προτιμώνται στη μακροχρόνια θεραπεία του τραχώματος καθώς και σε επιφανειακές λοιμώξεις από μεγαλοκυτταροϊούς. Aναλόγου φάσματος και ενδείξεων είναι και η οξυτετρακυκλίνη σε συνδυασμό με πολυμυξίνη διευρυνομένου του φάσματός της.
H οφλοξασίνη και σιπροφλοξασίνη ανήκουν στις νεώτερες φθοριωμένες κινολόνες. Oι νεώτερες κινολόνες έχουν ευρύ αντιμικροβιακό φάσμα στο οποίο περιλαμβάνονται πιθανώς και ορισμένα στελέχη ψευδομονάδος. Προς αποφυγή ανάπτυξης αντοχής των μικροοργανισμών από άσκοπη χρήση, απαιτείται ειδική αιτιολογημένη συνταγή φυλασσόμενη επί διετία.
Tο φουσιδικό οξύ, με μορφή σταγόνων υψηλού ιξώδους (ημιγέλη), είναι δραστική εναντίον gram+ μικροοργανισμών και κυρίως σταφυλοκόκκων. Eμφανίζει ικανοποιητική διακερατοειδική διαπερατότητα μετά τοπική εφαρμογή. Δεν εμφανίζει σημαντική οφθαλμοτοξικότητα και αλλεργιογόνο δράση.
Σε ορισμένες βαριές περιπτώσεις κερατίτιδας, επιπεφυκίτιδας ή ενδοφθαλμίτιδας που δεν υπάρχει ανταπόκριση στα παραπάνω φάρμακα, μπορούν να χρησιμοποιηθούν, σε ειδικά παρασκευαζόμενες μορφές για τοπική οφθαλμική χρήση, κεφαλοσπορίνες και διάφορα άλλα παρεντερικά χορηγούμενα αντιβιοτικά.
Nεώτερα μακρολίδια χορηγούνται συστηματικά για τη θεραπεία των χλαμυδιακών επιπεφυκίτιδων/βλεφαρίτιδων.
Aντένδειξη στη χορήγηση όλων των παραπάνω αναφερθέντων φαρμάκων αποτελεί η τυχόν ύπαρξη υπερευαισθησίας.
Οι από του στόματος μορφές των κεφαλοσπορινών γ’ γενεάς καθώς και οι νεώτερες κινολόνες που χορηγούνται από το στόμα ή για τοπική οφθαλμική χρήση ή τοπική ωτική χρήση διατίθενται με Ειδική συνταγή φυλασσόμενη επί διετία (σύμφωνα με σχετική Εγκύκλιο του ΕΟΦ).