CICLOSPORIN
Κυκλοσπορίνη
Xρησιμοποιούνται κυρίως η μεθοτρεξάτη, η κυκλοσπορίνη-A και υδροξυουρία σε ορισμένες βαριές ανθεκτικές περιπτώσεις.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SANDIMMUN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Δόση έναρξης: 10 mg/kg
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή αύξηση ή μείωση ανάλογα με την ανταπόκριση, την ανεκτικότητα και τις κλινικές παραμέτρους.
-
Μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων (προεγχειρητικά)Δόση10-15 mg/kgΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις, εντός 12 ωρών πριν τη χειρουργική επέμβαση.
-
Μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων (μετεγχειρητικά, 1-2 εβδομάδες)Δόση10-15 mg/kgΗμερήσια δόση, μειώνεται βαθμιαία βάσει επιπέδων φαρμάκου στο αίμα και πρωτοκόλλων.
-
Μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων (συντήρηση)Δόση2-6 mg/kgΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων (με άλλα ανοσοκατασταλτικά)Δόση3-6 mg/kgΑρχική αγωγή, χορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Μεταμόσχευση μυελού των οστών (ενδοφλέβια)Δόση3-5 mg/kg/ημέραΑρχική δόση, χορηγείται μια μέρα πριν τη μεταμόσχευση, για έως 2 εβδομάδες.
-
Μεταμόσχευση μυελού των οστών (από του στόματος, έναρξη)Δόση12,5-15 mg/kgΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις, αρχίζοντας την προηγούμενη ημέρα της μεταμόσχευσης.
-
Μεταμόσχευση μυελού των οστών (συντήρηση)Δόση12,5 mg/kg/ημέραΔιηρημένη σε 2 δόσεις, για τουλάχιστον 3-6 μήνες, με σταδιακή μείωση.
-
Ενδογενής ραγοειδίτιδα (ύφεση)Δόση5 mg/kg/ημέραΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Ενδογενής ραγοειδίτιδα (ανθεκτικές περιπτώσεις)Δόσηέως 7 mg/kg/ημέραΓια περιορισμένο χρονικό διάστημα.
-
Ενδογενής ραγοειδίτιδα (συντήρηση)Δόση≤ 5 mg/kg/ημέραΣταδιακή μείωση.
-
Νεφρωσικό σύνδρομο (ενήλικες, φυσιολογική νεφρική λειτουργία)Δόση5 mg/kgΗμερήσια δόση, χορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Νεφρωσικό σύνδρομο (παιδιά, φυσιολογική νεφρική λειτουργία)Δόση6 mg/kgΗμερήσια δόση, χορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Νεφρωσικό σύνδρομο (νεφρική δυσλειτουργία)Δόση≤ 2,5 mg/kg/ημέραΑρχική δόση.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (αρχική, 6 εβδομάδες)Δόση3 mg/kg/ημέραΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (αύξηση δόσης)Δόσηέως 5 mg/kgΣταδιακή αύξηση, ανεκτή.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα (συντήρηση)Δόσηχαμηλότερο αποτελεσματικό επίπεδοΕξατομικευμένη τιτλοποίηση.
-
Ψωρίαση (ύφεση)Δόση2,5 mg/kg/ημέραΑρχική δόση, χορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Ψωρίαση (αύξηση δόσης)Δόσηέως 5 mg/kgΣταδιακή αύξηση, αν δεν υπάρξει βελτίωση μετά από 1 μήνα.
-
Ψωρίαση (ταχεία βελτίωση)Δόση5 mg/kg/ημέραΑρχική δόση.
-
Ψωρίαση (συντήρηση)Δόση≤ 5 mg/kg/ημέραΕξατομικευμένη τιτλοποίηση.
-
Ατοπική δερματίτιδαΔόση2,5-5 mg/kg/ημέραΧορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις.
-
Ατοπική δερματίτιδα (έναρξη, σοβαρές περιπτώσεις)Δόση5 mg/kg/ημέραΓια ταχεία και επαρκή έλεγχο.
-
ΗλικιωμένοιΈναρξη με τη χαμηλότερη δόση του δοσολογικού εύρους, λόγω μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας.
block
SPC-SANDIMMUN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν υπερικό το διάτρητο (St. John’s wort).
-
Συγορήγηση με φάρμακα που είναι υποστρώματα της γλυκοπρωτεΐνης-Ρ, αντλίας εκροής πολλών φαρμάκων ή των πρωτεϊνών μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP), και τα οποία σε υψηλές συγκεντρώσεις πλάσματος σχετίζονται με σοβαρές και/ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέγειες, π.χ. βοσεντάνη, ετεξιλική δαβιγατράνη και αλισκιρένη.
warning
SPC-SANDIMMUN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ιατρική επίβλεψηΤο Sandimmun Neoral πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν κατάλληλη παρακολούθηση, η οποία περιλαμβάνει τακτική πλήρη κλινική εξέταση, μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης και έλεγχο των εργαστηριακών παραμέτρων ασφαλείας.
-
Λεμφώματα και άλλες κακοήθειεςΗ κυκλοσπορίνη αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης λεμφωμάτων και άλλων κακοηθειών, ιδιαίτερα εκείνων του δέρματος. Το θεραπευτικό σχήμα που περιλαμβάνει πολλά ανοσοκατασταλτικά πρέπει να χορηγείται με προσοχή. Οι ασθενείς πρέπει να λαμβάνουν προειδοποίηση να αποφεύγουν την υπερβολική και χωρίς προστασία έκθεση στον ήλιο και να μην υποβάλλονται ταυτοχρόνως σε θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία B ή σε φωτοχημειοθεραπεία με PUVA, ιδίως όσοι θεραπεύονται για ψωρίαση ή ατοπική δερματίτιδα.
-
ΛοιμώξειςΗ κυκλοσπορίνη προδιαθέτει τους ασθενείς για ανάπτυξη ποικίλων λοιμώξεων. Έχουν αναφερθεί σοβαρές και/ή θανατηφόρες εκβάσεις. Πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικές προληπτικές και θεραπευτικές στρατηγικές.
-
ΝεφροτοξικότηταΜπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της κρεατινίνης και της ουρίας ορού, δοσοεξαρτώμενες και αρχικά αναστρέψιμες. Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία, μπορεί να εμφανιστούν δομικές αλλοιώσεις των νεφρών. Απαιτείται συχνή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
ΗπατοτοξικότηταΜπορεί να προκληθούν δοσοεξαρτώμενες, αναστρέψιμες αυξήσεις της χολερυθρίνης του ορού και των ηπατικών ενζύμων. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις ηπατοτοξικότητας και ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της ηπατικής ανεπάρκειας, με μοιραίες εκβάσεις σε ορισμένες περιπτώσεις. Απαιτείται στενή παρακολούθηση των παραμέτρων αξιολόγησης της ηπατικής λειτουργίας.
-
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)Η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται με ιδιαίτερη προσοχή.
-
Παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνηςΓια τους μεταμοσχευμένους ασθενείς, η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα είναι ένα σημαντικό μέτρο ασφαλείας. Σε μη-μεταμοσχευμένους ασθενείς συνιστάται περιστασιακή παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα, π.χ. όταν συγχορηγείται με δραστικές ουσίες που μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της ή σε περίπτωση ασυνήθους κλινικής ανταπόκρισης. Τα αποτελέσματα πρέπει να χρησιμεύουν μόνο ως οδηγός για τη δοσολογία σε συνάρτηση με τις άλλες κλινικές και εργαστηριακές παραμέτρους.
-
ΥπέρτασηΑπαιτείται τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης. Εάν εμφανισθεί υπέρταση, πρέπει να δοθεί κατάλληλη αντιυπερτασική αγωγή. Πρέπει να προτιμώνται οι αντιυπερτασικοί παράγοντες που δεν επηρεάζουν την φαρμακοκινητική της κυκλοσπορίνης.
-
Αύξηση λιπιδίων αίματοςΣυνιστάται η μέτρηση των λιπιδίων πριν από την αγωγή και μετά τον πρώτο μήνα της θεραπείας. Σε περίπτωση αυξημένων λιπιδίων πρέπει να εξετάζονται οι δυνατότητες περιορισμού του διαιτητικού λίπους και, αν ενδείκνυται, ελάττωσης της δόσης.
-
ΥπερκαλιαιμίαΑυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται προσοχή όταν συγχορηγείται με καλιοσυντηρητικά φάρμακα ή καλιούχα προϊόντα, ή σε ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα πλούσια σε κάλιο. Συνιστάται έλεγχος των επιπέδων καλίου.
-
ΥπομαγνησιαιμίαΜπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματική υπομαγνησιαιμία, ειδικά στη περιεγχειρητική περίοδο της μεταμόσχευσης. Συνιστάται έλεγχος των επιπέδων μαγνησίου του ορού κατά την περιεγχειρητική περίοδο, ιδίως παρουσία νευρολογικών συμπτωμάτων/σημείων. Εάν κριθεί απαραίτητο, πρέπει να χορηγείται συμπλήρωμα μαγνησίου.
-
ΥπερουριχαιμίαΑπαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με υπερουριχαιμία.
-
Εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούςΗ χρήση εμβολίων από ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς πρέπει να αποφεύγεται.
-
ΑλληλεπιδράσειςΑπαιτείται προσοχή όταν συγχορηγείται με φάρμακα που αυξάνουν ή μειώνουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα. Η νεφροτοξικότητα πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της συγχορήγησης με δραστικές ουσίες που αυξάνουν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης ή εμφανίζουν συνεργική νεφροτοξικότητα. Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται. Η κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα πλάσματος των συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υπόστρωμα του CYP3A4, της P-γλυκοπρωτεΐνης ή των OATP. Η κυκλοσπορίνη αυξάνει την έκθεση στους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης (στατίνες). Η ταυτόχρονη χρήση ορισμένων στατινών πρέπει να αποφεύγεται. Η θεραπεία με στατίνες είναι αναγκαίο να αναστέλλεται προσωρινά ή να διακόπτεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα μυοπάθειας ή με προδιαθεσικούς παράγοντες για σοβαρή νεφρική βλάβη. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και λερκανιδιπίνης, μεσοδιάστημα τουλάχιστον 3 ωρών.
-
Ειδικά έκδοχα: Υδρoγovωμέvo πoλυoξυλιωμέvo 40 καστoρέλαιoΜπορεί να προκαλέσει στομαχικές διαταραχές και διάρροια.
-
Ειδικά έκδοχα: ΑιθανόληΤο Sandimmun Neoral περιέχει αιθανόλη, η οποία μπορεί να είναι επιβλαβής για αλκοολικούς ασθενείς και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε εγκύους ή θηλάζουσες γυναίκες, σε ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία ή σε παιδιά.
-
Πρόσθετες προφυλάξεις σε μη μεταμοσχευμένους ασθενείςΟι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (εκτός των ασθενών με νεφρωσικό σύνδρομο με αποδεκτό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας), μη ελεγχόμενη υπέρταση, μη ελεγχόμενες λοιμώξεις ή κάθε μορφής κακοήθεια δεν πρέπει να λαμβάνουν κυκλοσπορίνη. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται συχνά καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Πρόσθετες προφυλάξεις στην ενδογενή ραγοειδίτιδαΤο Sandimmun Neoral πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νευρολογικό σύνδρομο Behçet. Η νευρολογική κατάσταση αυτών των ασθενών πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Η εμπειρία σε παιδιά είναι περιορισμένη.
-
Πρόσθετες προφυλάξεις στo νεφρωσικό σύνδρoμoΟι ασθενείς με μη φυσιολογική αρχική νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθούνται πολύ προσεκτικά. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο νεφρικής βιοψίας σε ορισμένες περιπτώσεις. Έχουν αναφερθεί περιστατικά κακοηθειών.
-
Πρόσθετες πρoφυλάξεις στη ρευματoειδή αρθρίτιδαΗ νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται τακτικά. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή αν χορηγείται σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη λόγω της νεφροτοξικής συνέργειας. Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών.
-
Πρόσθετες προφυλάξεις στην ψωρίασηΟι ασθενείς δεν πρέπει να εκτίθενται ταυτόχρονα σε υπεριώδη ακτινοβολία Β ή σε φωτοχημειοθεραπεία PUVA. Έχει αναφερθεί ανάπτυξη κακοηθειών (ιδίως του δέρματος). Λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές ανταποκρίθηκαν στη διακοπή της θεραπείας.
-
Ειδικές πρoφυλάξεις και πρoειδoπoιήσεις στην ατoπική δερματίτιδαΟι ασθενείς δεν πρέπει να εκτίθενται ταυτόχρονα σε υπεριώδη ακτινοβολία Β ή σε φωτοχημειοθεραπεία PUVA. Όταν η λεμφαδενοπάθεια επιμένει, συνιστάται βιοψία. Η από του στόματος ερυθρομυκίνη πρέπει να αποφεύγεται.
-
Παιδιατρική χρήση σε ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσηςΔεν υπάρχει επαρκής διαθέσιμη εμπειρία για χρήση σε παιδιά κάτω των 16 ετών για ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης, πλην του νεφρωσικού συνδρόμου.
swap_horiz
SPC-SANDIMMUN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Υπερικό το διάτρητο (St Jοhn’s wοrt)ΠροσοχήΜείωση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα και μείωση της δραστικότητας.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτοχρόνως.
-
ΠαρακολούθησηΕπαγωγή του εντερικού και ηπατικού μεταβολισμού της κυκλοσπορίνης. Αύξηση δόσης κυκλοσπορίνης 3-5 φορές.
-
ΠαρακολούθησηΜείωση της από του στόματος απορρόφησης. Πιθανή μείωση δόσης κυκλοσπορίνης ή αλλαγή σε ενδοφλέβια χορήγηση.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη 4-7 φορές, πιθανή νεφροτοξικότητα.
-
ΠαρακολούθησηΔιπλασιασμός της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση επιπέδων κυκλοσπορίνης κατά ~20%.
-
ΠαρακολούθησηΥπερδιπλασιασμός της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης στο αίμα 2-3 φορές.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην κυκλοσπορίνη κατά 4.64 φορές.
-
ΑμιοδαρόνηΠαρακολούθησηΣημαντική αύξηση συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα, αύξηση κρεατινίνης ορού. Η αλληλεπίδραση μπορεί να επιμένει.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο αίμα κατά ~50%.
-
Διλτιαζέμη (90 mg/ημέρα)ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκέντρωσης κυκλοσπορίνης στο πλάσμα έως 50%.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση έκθεσης στην κυκλοσπορίνη και Cmax κατά ~20%.
-
Γκρέϊπφρουτ/χυμός γκρέϊπφρουτΠροσοχήΑύξηση βιοδιαθεσιμότητας κυκλοσπορίνης.
-
Αμινογλυκοσίδες (γενταμυκίνη, τομπραμυκίνη), αμφοτερικίνη Β, σιπροφλοξασίνη, βανκομυκίνη, τριμεθοπρίμη (+ σουλφαμεθοξαζόλη), παράγωγα φιμπρικού οξέος, ΜΣΑΦ, μελφαλάνη, ανταγωνιστές H2-υποδοχέων, μεθοτρεξάτηΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος νεφροτοξικότητας.ΣύστασηΤακτικός έλεγχος νεφρικής λειτουργίας. Μείωση δόσης ή εναλλακτική θεραπεία.
-
ΑντένδειξηΚίνδυνος νεφροτοξικότητας και φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης.ΣύστασηΠρέπει να αποφεύγεται.
-
Μειωμένη κάθαρση, αυξημένα επίπεδα πλάσματος. Κίνδυνος τοξικών επιδράσεων.ΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση. Μείωση δόσης ή διακοπή.
-
ΑντένδειξηΑύξηση Cmax αλισκιρένης (~2.5 φορές) και AUC (~5 φορές). Μικρή μεταβολή κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
Ετεξιλική δαβιγατράνηΑντένδειξηΑνασταλτική δράση στην P-gp.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση.
-
ΠαρακολούθησηΑυξημένη συχνότητα υπερπλασίας των ούλων.
-
ΠαρακολούθησηΣημαντική αύξηση βιοδιαθεσιμότητας, πιθανή νεφρική δυσλειτουργία.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση επιπέδων στο αίμα. Αυξημένες κρεατινίνης ορού (αναστρέψιμη με μείωση δόσης κυκλοσπορίνης).
-
Καλιοσυντηρητικά φάρμακα (διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, προϊόντα με κάλιο)ΠροσοχήΣημαντική αύξηση καλίου ορού.
-
ΠαρακολούθησηΑύξηση συγκέντρωσης στο πλάσμα, κίνδυνος υπογλυκαιμίας.
-
ΑντένδειξηΑύξηση έκθεσης στη βοσεντάνη, μείωση έκθεσης στην κυκλοσπορίνη (35%).ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση.
-
ΑμπρισεντάνηΠαρακολούθησηΣχεδόν διπλασιασμός έκθεσης αμπρισεντάνης, οριακή αύξηση έκθεσης κυκλοσπορίνης (~10%).
-
ΠαρακολούθησηΣημαντική αύξηση έκθεσης.
sick
SPC-SANDIMMUN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αυξημένος κίνδυνος λοιμώξεων (ιογενών, βακτηριακών, μυκητιασικών, παρασιτικών)
- Γενικευμένες και εντοπισμένες λοιμώξεις
- Επιδείνωση προϋπαρχουσών λοιμώξεων
- Σχετιζόμενη με polyomaνirus νεφροπάθεια (PVAN)
- Σχετιζόμενη με τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML)
- Αυξημένος κίνδυνος λεμφωμάτων ή λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών
- Άλλες κακοήθειες, ιδιαίτερα του δέρματος
- Διαταραχές της ομοιόστασης ιόντων (υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία, υπερουριχαιμία)
- Χρόνιες μορφολογικές μεταβολές (υαλίνωση αρτηριδίων, σωληναριακή ατροφία, διάμεση ίνωση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΛευκοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομοΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΜικροαγγειοπαθητική αιμολυτική αναιμίαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστές*Θρομβωτική μικροαγγειοπάθειαΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Μη γνωστές*Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύραΑιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥπερουριχαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
ΣυχνέςΥπομαγνησιαιμίαΜεταβολισμός και θρέψη
-
Πολύ συχνέςΤρόμοςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό σύστημα
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλοπάθεια (PRES)Νευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΚινητική πολυνευροπάθειαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα οπτικού δίσκουΝευρικό σύστημα
-
Μη γνωστές*ΗμικρανίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ συχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορία/άλγοςΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΥπερπλασία ούλωνΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικός
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστές*ΗπατοτοξικότηταΉπατος και χοληφόρων
-
Μη γνωστές*Ηπατική βλάβη (χολόσταση, ίκτερος, ηπατίτιδα, ηπατική ανεπάρκεια)Ήπατος και χοληφόρων
-
Πολύ συχνέςΔασυτριχισμόςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΥπερτρίχωσηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑλλεργικά εξανθήματαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Μη γνωστές*Άλγος κάτω άκρωνΜυοσκελετικό σύστημα και συνδετικός ιστός
-
Πολύ συχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρών και ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές εμμήνου ρύσεωςΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό σύστημα και μαστός
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑύξηση σωματικού βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-SANDIMMUN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
Κύησηδεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο
-
Γαλουχίαδεν πρέπει να θηλάζουν
-
ΓονιμότηταΥπάρχουν περιορισμένα δεδομένα
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SANDIMMUN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς καλσινευρίνης, κωδικός ATC: L04AD01 Η κυκλοσπορίνη (επίσης γνωστή ως κυκλοσπορίνη Α) είναι ένα κυκλικό πολυπεπτίδιο αποτελούμενο από 11 αμινοξέα. Είναι μία ισχυρή ανοσοκατασταλτική…
biotech
SPC-SANDIMMUN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Μετά την από του στόματοςχορήγηση του Sandimmun Neoral επιτυγχάνονται μέγιστες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο αίμα εντός 1-2 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης μετά από χορήγηση Sandimmun Neoral είναι 20 έως…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Τα δοσολογικά όρια για την από του στόματος χορήγηση έχουν σκοπό να χρησιμεύσουν μόνο ως κατευθυντήριες οδηγίες.
Οι ημερήσιες δόσεις Sandimmun Neοral πρέπει να χορηγούνται σε δύο διηρημένες δόσεις, ισομερώς κατανεμημένες στη διάρκεια της ημέρας. Συνιστάται το Sandimmun Neoral να χορηγείται σε σταθερό πρόγραμμα αναφορικά με την ώρα της λήψης και σε σχέση με τα γεύματα.
Το Sandimmun Neoral πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ιατρό με εμπειρία στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία και/ή την μεταμόσχευση οργάνων ή σε στενή συνεργασία μαζί του.
Μεταμόσχευση
Μεταμόσχευση συμπαγών οργάνων
Η αγωγή με Sandimmun Neoral πρέπει να αρχίζει εντός 12 ωρών πριν τη χειρουργική επέμβαση, σε δοσολογία 10 έως 15 mg/kg χορηγούμενη σε 2 διηρημένες δόσεις. Η δοσολογία αυτή θα πρέπει να διατηρείται ως ημερήσια δόση επί 1 έως 2 εβδομάδες μετεγχειρητικώς και εν συνεχεία να μειώνεται βαθμιαία σύμφωνα με τα επίπεδα του φαρμάκου στο αίμα, με βάση τα τοπικά ανοσοκατασταλτικά πρωτόκολλα, έως ότου επιτευχθεί μια συνιστώμενη δοσολογία συντήρησης περίπου 2 έως 6 mg/kg χορηγούμενη σε 2 διηρημένες δόσεις.
Όταν το Sandimmun Neοral συγχορηγείται με άλλα ανοσοκατασταλτικά (π.χ. με κορτικοστεροειδή ή ως μέρος τριπλού ή τετραπλού φαρμακευτικού σχήματος), μπορεί να χορηγείται σε χαμηλότερη δοσολογία (π.χ. 3 έως 6 mg/kg χορηγούμενα σε 2 διηρημένες δόσεις για την αρχική αγωγή).
Μεταμόσχευση μυελού των οστών
Η αρχική δόση πρέπει να χορηγείται μια μέρα πριν από τη μεταμόσχευση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, για τον σκοπό αυτό προτιμάται το Sandimmun, πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση. Η συνιστώμενη ενδοφλέβια δόση είναι 3 έως 5 mg/kg/ημέρα. Η έγχυση συνεχίζεται σε αυτό το δοσολογικό επίπεδο κατά την άμεση μετα-μεταμοσχευτική περίοδο, για χρονικό διάστημα έως 2 εβδομάδες, πριν τη μετάβαση σε θεραπεία συντήρησης από του στόματος με Sandimmun Neοral σε δοσολογία περίπου 12,5 mg/Kg την ημέρα διηρημένη σε 2 δόσεις.
Η θεραπεία συντήρησης πρέπει να συνεχίζεται επί τουλάχιστον 3 μήνες (και κατά προτίμηση επί 6 μήνες) πριν μειωθεί σταδιακά η δόση μέχρι μηδενισμού έως 1 χρόνο μετά τη μεταμόσχευση.
Αν το Sandimmun Neοral χρησιμοποιείται ως θεραπεία έναρξης, η συνιστώμενη δοσολογία είναι 12,5 έως 15 mg/kg διηρημένη σε 2 δόσεις, αρχίζοντας την προηγούμενη ημέρα της μεταμόσχευσης.
Μπορεί να απαιτηθούν μεγαλύτερες δόσεις Sandimmun Neοral ή η χρήση Sandimmun σε ενδοφλέβια έγχυση, σε περίπτωση γαστρεντερικών διαταραχών οι οποίες πιθανόν να μειώσουν την απορρόφηση.
Σε ορισμένους ασθενείς, εμφανίζεται GVHD μετά από τη διακοπή της θεραπείας με κυκλοσπορίνη, αλλά συνήθως ανταποκρίνεται θετικά στην επανέναρξη της θεραπείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να χορηγείται μια αρχική δόση εφόδου από του στόματος 10 έως 12,5 mg/kg, ακολουθούμενη από ημερήσια χορήγηση από του στόματος της δόσης συντήρησης που είχε προηγουμένως κριθεί ικανοποιητική.
Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται χαμηλές δόσεις Sandimmun Neοral για τη θεραπεία της ήπιας, χρόνιας GVHD.
Ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης
Όταν το Sandimmun Neοral χρησιμοποιείται σε κάποια από τις κύριες ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθοι γενικοί κανόνες:
Πριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται με αξιοπιστία η αρχική νεφρική λειτουργία με τουλάχιστον δύο μετρήσεις. Ο εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης (eGFR), βάσει του τύπου MDRD, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας σε ενήλικες και ένας κατάλληλος τύπος θα πρέπει να εφαρμόζεται για τον υπολογισμό του eGFR σε παιδιατρικούς ασθενείς. Δεδομένου ότι το Sandimmun Neoral μπορεί να προκαλέσει νεφρική δυσλειτουργία, απαιτείται συχνή αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας. Σε περίπτωση που ο eGFR ελαττωθεί περισσότερο από 25% κάτω από την αρχική του τιμή σε περισσότερες από μία μετρήσεις, η δοσολογία του Sandimmun Neoral θα πρέπει να μειωθεί κατά 25 έως 50%. Εάν η ελάττωση του eGFR από την αρχική του τιμή υπερβαίνει το 35% πρέπει να εξετάζεται περαιτέρω μείωση της δόσης του Sanimmun Neoral. Αυτές οι συστάσεις εφαρμόζονται ακόμη και όταν οι τιμές του ασθενούς εξακολουθούν να βρίσκονται εντός των φυσιολογικών ορίων του εργαστηρίου. Εάν η μείωση της δοσολογίας δεν οδηγήσει σε βελτίωση του eGFR εντός ενός μηνός, η θεραπεία με Sandimmun Neoral πρέπει να διακόπτεται (βλ. Δοσολογία).
Απαιτείται τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
Μέτρηση χολερυθρίνης και των παραμέτρων αξιολόγησης της ηπατικής λειτουργίας απαιτείται πριν από την έναρξη της θεραπείας και συνιστάται στενή παρακολούθηση κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Προτείνεται προσδιορισμός των λιπιδίων ορού, του καλίου, μαγνήσιου και ουρικού οξέος πριν από την έναρξη της θεραπείας και περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Περιστασιακή παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα μπορεί να είναι σημαντική σε ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης, π.χ. όταν το Sandimmun Neoral συγχορηγείται με δραστικές ουσίες που μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της κυκλοσπορίνης ή σε περίπτωση ασυνήθους κλινικής ανταπόκρισης (π.χ. έλλειψη αποτελεσματικότητας ή αυξημένη δυσανεξία στο φάρμακο όπως νεφρική δυσλειτουργία).
Η συνήθης οδός χορήγησης είναι από του στόματος. Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθεί το πυκνό διάλυμα για παρασκευή διαλύματος προς έγχυση, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη χορήγηση της ενδεδειγμένης ενδοφλέβιας δόσης που αντιστοιχεί στην από του στόματος δόση. Συνιστάται να ζητηθεί η συμβουλή ιατρού με εμπειρία στη χρήση της κυκλοσπορίνης.
Εκτός των ασθενών με απειλητική για την όραση ενδογενή ραγοειδίτιδα και των παιδιών με νεφρωσικό σύνδρομο, η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει ποτέ να υπερβαίνει τα 5 mg/kg.
Για θεραπεία συντήρησης πρέπει να προσδιορίζεται εξατομικευμένα η χαμηλότερη αποτελεσματική και καλά ανεκτή δόση.
Σε ασθενείς στους οποίους δεν επιτυγχάνεται επαρκής ανταπόκριση μέσα σε δεδομένο χρονικό διάστημα ή η αποτελεσματική δόση δεν είναι συμβατή με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την ασφάλεια (για ειδικές πληροφορίες βλέπε παρακάτω), η θεραπεία με Sandimmun Neοral πρέπει να διακόπτεται.
Ενδογενής ραγοειδίτιδα
Για την επίτευξη ύφεσης, συνιστώνται αρχικά 5 mg/kg/ημέρα από του στόματος σε 2 διηρημένες δόσεις έως ότου επιτευχθεί ύφεση της ενεργού φλεγμονής του ραγοειδούς και βελτίωση της οπτικής οξύτητας. Σε ανθεκτικές περιπτώσεις, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί έως 7 mg/kg/ημέρα για περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Για να επιτευχθεί αρχική ύφεση ή για να αντιμετωπισθούν οι υποτροπές της οφθαλμικής φλεγμονής μπορεί να προστεθεί αγωγή με συστηματικά κορτικοστεροειδή, πρεδνιζόνη σε ημερήσιες δόσεις 0,2 έως 0,6 mg/kg ή κάποιο ισοδύναμο, εφ’ όσον το Sandimmun Neοral από μόνο του δεν ελέγχει επαρκώς την κατάσταση. Μετά από 3 μήνες, η δοσολογία των κορτικοστεροειδών μπορεί σταδιακά να μειωθεί στην ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
Για τη θεραπεία συντήρησης, η δοσολογία πρέπει να μειώνεται σταδιακά στο χαμηλότερο αποτελεσματικό επίπεδο. Στις περιόδους της ύφεσης, η δοσολογία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg/kg/ημέρα.
Τα λοιμώδη αίτια της ραγοειδίτιδας πρέπει να αποκλείονται προτού καταστεί δυνατή η χρήση ανοσοκατασταλτικών.
Νεφρωσικό σύνδρομο
Για την επίτευξη ύφεσης, η συνιστώμενη ημερήσια δοσολογία χορηγείται σε 2 διηρημένες δόσεις από του στόματος.
Αν η νεφρική λειτουργία είναι φυσιολογική (εκτός από την πρωτεϊνουρία), η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι η εξής:
- ενήλικες: 5 mg/kg
- παιδιά: 6 mg/kg
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η αρχική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,5 mg/kg/ημέρα.
Ο συνδυασμός Sandimmun Neοral με χαμηλές δόσεις από του στόματος κορτικοστεροειδών συνιστάται εάν δεν είναι ικανοποιητικό το αποτέλεσμα με μόνο το Sandimmun Neοral, ιδιαίτερα σε ανθεκτικούς στα στεροειδή ασθενείς.
Ο χρόνος έως την επίτευξη βελτίωσης ποικίλλει από 3 έως 6 μήνες ανάλογα με το είδος της σπειραματοπάθειας. Εάν δεν παρατηρηθεί βελτίωση μετά από αυτό το διάστημα, η θεραπεία με Sandimmun Neοral πρέπει να διακόπτεται.
Η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με την αποτελεσματικότητα (πρωτεϊνουρία) και την ασφάλεια, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg/kg/ημέρα στους ενήλικες και τα 6 mg/kg/ημέρα στα παιδιά.
Για τη θεραπεία συντήρησης, η δοσολογία πρέπει να μειώνεται σταδιακά στο χαμηλότερο αποτελεσματικό επίπεδο.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Για τις πρώτες 6 εβδoμάδες της θεραπείας η συνιστώμεvη δοσολογία είναι 3 mg/kg/ημέρα από του στόματος χoρηγoύμενη σε 2 διηρημένες δόσεις. Αν το αποτέλεσμα δεν είναι επαρκές, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά στο βαθμό που γίνεται ανεκτή, αλλά δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα 5 mg/kg. Για την επίτευξη πλήρους αποτελεσματικότητας, μπορεί να απαιτηθούν έως 12 εβδομάδες θεραπείας με Sandimmun Neοral.
Για τη θεραπεία συντήρησης, η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται εξατομικευμένα στο χαμηλότερο αποτελεσματικό επίπεδο ανάλογα με την ανεκτικότητα.
Το Sandimmun Neοral μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με χαμηλές δόσεις κορτικοστεροειδών και/ή με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Το Sandimmun Neοral μπορεί επίσης να συνδυασθεί με χαμηλές εβδομαδιαίες δόσεις μεθοτρεξάτης σε ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στη μονοθεραπεία με μεθοτρεξάτη, χρησιμοποιώντας αρχικά 2,5 mg/kg Sandimmun Neοral σε 2 διηρημένες ημερήσιες δόσεις, με δυνατότητα να αυξηθεί η δοσολογία στο βαθμό που γίνεται ανεκτή.
Ψωρίαση
Η θεραπεία με Sandimmun Neoral πρέπει να ξεκινάει από ιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπεία της ψωρίασης. Λόγω της ποικιλομορφίας αυτής της νόσου, η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται. Για την επίτευξη ύφεσης, η συνιστώμενη αρχική δοσολογία είναι 2,5 mg/kg/ημέρα από του στόματος, χορηγούμενη σε 2 διηρημένες δόσεις. Εάν δεν υπάρξει βελτίωση μετά από 1 μήνα, η ημερήσια δοσολογία μπορεί σταδιακά να αυξηθεί, αλλά δεν θα πρέπει να υπερβεί τα 5 mg/kg. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται σε ασθενείς στους οποίους δεν επιτυγχάνεται επαρκής υποχώρηση των ψωριασικών βλαβών εντός 6 εβδομάδων με 5 mg/kg/ημέρα, ή στους οποίους η αποτελεσματική δοσολογία δεν είναι συμβατή με τις καθιερωμένες κατευθυντήριες οδηγίες για την ασφάλεια (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αρχικές δόσεις 5 mg/kg/ημέρα δικαιολογούνται σε ασθενείς των οποίων η κατάσταση απαιτεί ταχεία βελτίωση. Μόλις επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, το Sandimmun Neοral μπορεί να διακοπεί και η επόμενη υποτροπή να αντιμετωπισθεί με επανέναρξη του Sandimmun Neοral στην προηγούμενη αποτελεσματική δόση. Σε ορισμένους ασθενείς πιθανόν να απαιτηθεί συνεχής θεραπεία συντήρησης.
Για τη θεραπεία συντήρησης, οι δόσεις πρέπει να τιτλοποιούνται εξατομικευμένα στο χαμηλότερο αποτελεσματικό επίπεδο και δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα 5 mg/kg/ημέρα.
Ατοπική δερματίτιδα
Η θεραπεία με Sandimmun Neoral πρέπει να ξεκινάει από ιατρούς με εμπειρία στη διάγνωση και θεραπεία της ατοπικής δερματίτιδας. Λόγω της ποικιλομορφίας αυτής της νόσου, η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται. Το συνιστώμενο εύρος δοσολογίας κυμαίνεται από 2,5 έως 5 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη σε 2 διηρημένες από του στόματος δόσεις. Εάν η δοσολογία έναρξης 2,5 mg/kg/ημέρα δεν επιτύχει ικανοποιητική ανταπόκριση εντός 2 εβδομάδων, η ημερήσια δόση μπορεί να αυξηθεί ταχέως έως το ανώτατο όριο των 5 mg/kg. Σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις, είναι πιο πιθανό να επιτευχθεί ταχύς και επαρκής έλεγχος της νόσου με δόση έναρξης 5 mg/kg/ημέρα. Από τη στιγμή που θα επιτευχθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, η δόση πρέπει να μειώνεται σταδιακά και, εάν είναι εφικτό, το Sandimmun Neοral πρέπει να διακόπτεται. Η επόμενη υποτροπή μπορεί να αντιμετωπισθεί με ένα επιπλέον κύκλο θεραπείας με Sandimmun Neοral.
Παρόλο που η θεραπεία διάρκειας 8 εβδομάδων μπορεί να είναι επαρκής για την υποχώρηση των βλαβών, η θεραπεία διάρκειας έως 1 έτους έχει αποδειχθεί αποτελεσματική και καλά ανεκτή, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κατευθυντήριες οδηγίες παρακολούθησης.
Μετάβαση από το Sandimmun (από του στόματος μορφές) στο Sandimmun Neoral
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι μετά τη μετάβαση από το από του στόματος χορηγούμενο Sandimmun στο Sandimmun Neοral, σε αναλογία 1:1, οι ελάχιστες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο ολικό αίμα είναι συγκρίσιμες. Ωστόσο, σε πολλούς ασθενείς μπορεί να εμφανισθούν υψηλότερες μέγιστες συγκεντρώσεις (C max ) και αυξημένη έκθεση στη δραστική ουσία (AUC). Σε μικρό ποσοστό ασθενών οι μεταβολές αυτές είναι πιο έκδηλες και μπορεί να έχουν κλινική σημασία.
Επιπλέον, η απορρόφηση της κυκλοσπορίνης από το Sandimmun Neοral παρουσιάζει μικρότερες διακυμάνσεις και η συσχέτιση μεταξύ ελάχιστων συγκεντρώσεων της κυκλοσπορίνης και έκθεσης (εκφραζόμενης ως AUC) είναι ισχυρότερη από εκείνη του από του στόματος χορηγούμενου Sandimmun.
Δεδομένου ότι η μετάβαση από το από του στόματος χορηγούμενο Sandimmun στο Sandimmun Neοral μπορεί να προκαλέσει αυξημένη έκθεση στην κυκλοσπορίνη, πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθοι κανόνες:
Σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, το Sandimmun Neοral πρέπει να αρχίζει στην ίδια ημερήσια δόση που χορηγείτο προηγουμένως το από του στόματος Sandimmun. Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο ολικό αίμα πρέπει να ελέγχονται αρχικά 4 έως 7 ημέρες μετά τη μετάβαση σε Sandimmun Neοral. Επιπλέον, οι κλινικές παράμετροι ασφαλείας, όπως η νεφρική λειτουργία και η αρτηριακή πίεση, πρέπει να παρακολουθούνται κατά τους πρώτους 2 μήνες μετά τη μετάβαση. Εάν οι ελάχιστες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο αίμα βρεθούν εκτός του θεραπευτικού εύρους και/ή εάν εμφανισθεί επιδείνωση των κλινικών παραμέτρων ασφαλείας, η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για άλλες, εκτός μεταμόσχευσης ενδείξεις, το Sandimmun Neοral πρέπει να αρχίζει στην ίδια ημερήσια δόση με αυτήν που χορηγείτο το από του στόματος Sandimmun. Δύο, 4 και 8 εβδομάδες μετά τη μετάβαση πρέπει να ελέγχεται η νεφρική λειτουργία και η αρτηριακή πίεση. Εάν η αρτηριακή πίεση υπερβαίνει σημαντικά την προ της μετάβασης μέτρησή της ή εάν ο eGFR ελαττωθεί περισσότερο από 25% κάτω από την τιμή που μετρήθηκε προ της θεραπείας με το από του στόματος χορηγούμενο Sandimmun σε περισσότερες από μία μετρήσεις, τότε η δόση πρέπει να μειώνεται (βλ. επίσης «Πρόσθετες προφυλάξεις» στην παράγραφο 4.4). Σε περίπτωση μη αναμενόμενης τοξικότητας ή αναποτελεσματικότητας της κυκλοσπορίνης, πρέπει επίσης να ελέγχονται οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στο αίμα.
Αλλαγή μεταξύ από του στόματος σκευασμάτων κυκλοσπορίνης
Η αλλαγή από ένα από του στόματος σκεύασμα κυκλοσπορίνης σε ένα άλλο, πρέπει να γίνεται υπό την επίβλεψη ιατρού, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα στους μεταμοσχευμένους ασθενείς.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Όλες οι ενδείξεις
Η κυκλοσπορίνη υφίσταται ελάχιστη νεφρική απέκκριση και η φαρμακοκινητική της δεν επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τη νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Φαρμακοκινητικές). Ωστόσο, λόγω της νεφροτοξικότητάς της (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες), συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης
Εξαιρουμένων των ασθενών που θεραπεύονται για νεφρωσικό σύνδρομο, ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία δεν πρέπει να λαμβάνουν κυκλοσπορίνη (βλ. υποπαράγραφο για τις πρόσθετες προφυλάξεις για τις ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης στην Ειδικές προειδοποιήσεις). Σε ασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομο με νεφρική δυσλειτουργία, η αρχική δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 2,5 mg/kg/ημέρα.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Η κυκλοσπορίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ. Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη κατά 2 έως 3 φορές περίπου. Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης, ώστε να διατηρηθούν τα επίπεδα στο αίμα εντός του συνιστώμενου εύρους (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές) και συνιστάται παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα έως την επίτευξη σταθερών επιπέδων.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι κλινικές μελέτες έχουν συμπεριλάβει παιδιά ηλικίας από 1 έτους. Σε αρκετές μελέτες, οι παιδιατρικοί ασθενείς χρειάσθηκαν και ανέχθηκαν υψηλότερες δόσεις κυκλοσπορίνης ανά kg σωματικού βάρους από εκείνες που χορηγούνται σε ενήλικες.
Η χρήση του Sandimmun Neοral σε παιδιά για ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης, εκτός του νεφρωσικού συνδρόμου, δεν μπορεί να προταθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)
Η εμπειρία με το Sandimmun Neοral σε ηλικιωμένους είναι περιορισμένη. Σε κλινικές μελέτες στη ρευματοειδή αρθρίτιδα με από του στόματος κυκλοσπορίνη, ασθενείς ηλικίας 65 ετών ή μεγαλύτεροι είχαν μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν συστολική υπέρταση κατά τη διάρκεια της θεραπείας και να εμφανίσουν αυξήσεις της κρεατινίνης ορού ≥50% πάνω από την αρχική τιμή μετά από 3 έως 4 μήνες θεραπείας.
Η επιλογή της δόσης σε έναν ηλικιωμένο ασθενή πρέπει να γίνεται με προσοχή, συνήθως ξεκινώντας με τη χαμηλότερη δόση του δοσολογικού εύρους, λόγω της μεγαλύτερης συχνότητας μειωμένης ηπατικής, νεφρικής ή καρδιακής λειτουργίας και των συνοδών νοσημάτων ή των συγχορηγούμενων φαρμάκων και της αυξημένης ευαισθησίας σε λοιμώξεις.
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση
Τα καψάκια Sandimmun Neoral πρέπει να καταπίνονται ολόκληρα.
block
Αντενδείξεις
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Συγχορήγηση με προϊόντα που περιέχουν υπερικό το διάτρητο (St. John’s wort) (βλ. παράγραφο 4.5).
- Συγορήγηση με φάρμακα που είναι υποστρώματα της γλυκοπρωτεΐνης-Ρ, αντλίας εκροής πολλών φαρμάκων ή των πρωτεϊνών μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP), και τα οποία σε υψηλές συγκεντρώσεις πλάσματος σχετίζονται με σοβαρές και/ή απειλητικές για τη ζωή ανεπιθύμητες ενέγειες, π.χ. βοσεντάνη, ετεξιλική δαβιγατράνη και αλισκιρένη (βλ. παράγραφο 4.5).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ιατρική επίβλεψη
Το Sandimmun Neoral πρέπει να συνταγογραφείται μόνο από ιατρούς με εμπειρία στην ανοσοκατασταλτική θεραπεία οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν κατάλληλη παρακολούθηση, η οποία περιλαμβάνει τακτική πλήρη κλινική εξέταση, μετρήσεις της αρτηριακής πίεσης και έλεγχο των εργαστηριακών παραμέτρων ασφαλείας. Οι μεταμοσχευμένοι ασθενείς που λαμβάνουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν πρέπει να παρακολουθούνται σε εγκαταστάσεις με κατάλληλο εργαστηριακό και υποστηρικτικό ιατρικό εξοπλισμό. Ο ιατρός που αναλαμβάνει τη θεραπεία συντήρησης πρέπει να ενημερώνεται πλήρως για την παρακολούθηση του ασθενούς.
Λεμφώματα και άλλες κακοήθειες
Όπως συμβαίνει και με άλλα ανοσοκατασταλτικά, η κυκλοσπορίνη αυξάνει τον κίνδυνο ανάπτυξης λεμφωμάτων και άλλων κακοηθειών, ιδιαίτερα εκείνων του δέρματος. Ο αυξημένος κίνδυνος φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τον βαθμό και τη διάρκεια της ανοσοκαταστολής παρά με τη χρήση συγκεκριμένων παραγόντων. Συνεπώς, το θεραπευτικό σχήμα που περιλαμβάνει πολλά ανοσοκατασταλτικά (συμπεριλαμβανομένης και της κυκλοσπορίνης) πρέπει να χορηγείται με προσοχή δεδομένου ότι μπορεί να οδηγήσει σε λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές και όγκους συμπαγών οργάνων, κάποιους με μοιραία κατάληξη. Ενόψει του πιθανού κινδύνου κακοήθειας του δέρματος, οι ασθενείς που λαμβάνουν Sandimmun Neoral, ιδίως εκείνοι που θεραπεύονται για ψωρίαση ή ατοπική δερματίτιδα, πρέπει να λαμβάνουν προειδοποίηση να αποφεύγουν την υπερβολική και χωρίς προστασία έκθεση στον ήλιο και να μην υποβάλλονται ταυτοχρόνως σε θεραπεία με υπεριώδη ακτινοβολία B ή σε φωτοχημειοθεραπεία με PUVA.
Λοιμώξεις
Όπως συμβαίνει και με άλλα ανοσοκατασταλτικά, η κυκλοσπορίνη προδιαθέτει τους ασθενείς για ανάπτυξη ποικίλων βακτηριακών, μυκητιασικών, παρασιτικών και ιογενών λοιμώξεων, συχνά από ευκαιριακά παθογόνα. Σε ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη έχει παρατηρηθεί ενεργοποίηση λανθανουσών λοιμώξεων από pοlyοmaνirus που μπορεί να οδηγήσει σε σχετιζόμενη με pοlyοmaνirus νεφροπάθεια (PVAN), ιδιαίτερα σε νεφροπάθεια λόγω του ιού BK (BKVN), ή σε σχετιζόμενη με τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML). Αυτές οι καταστάσεις σχετίζονται συχνά με υψηλό ολικό ανοσοκατασταλτικό φορτίο και θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαφορική διάγνωση ανοσοκατεσταλμένων ασθενών με επιδεινούμενη νεφρική λειτουργία ή νευρολογικά συμπτώματα. Έχουν αναφερθεί σοβαρές και/ή θανατηφόρες εκβάσεις. Πρέπει να εφαρμόζονται αποτελεσματικές προληπτικές και θεραπευτικές στρατηγικές, ιδιαίτερα σε ασθενείς που λαμβάνουν πολλαπλή μακροχρόνια ανοσοκατασταλτική θεραπεία.
Νεφροτοξικότητα
Μια συχνή και δυνητικώς σοβαρή επιπλοκή, η αύξηση της κρεατινίνης και της ουρίας ορού, μπορεί να παρουσιαστεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sandimmun Neoral. Αυτές οι λειτουργικές μεταβολές είναι δοσοεξαρτώμενες και αρχικά αναστρέψιμες και συνήθως ανταποκρίνονται στη μείωση της δόσης. Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία, ορισμένοι ασθενείς μπορεί να εμφανίσουν δομικές αλλοιώσεις των νεφρών (π.χ. διάμεση ίνωση), οι οποίες σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού πρέπει να διαφοροδιαγνωσθούν από αλλοιώσεις οφειλόμενες σε χρόνια απόρριψη. Απαιτείται, συνεπώς, συχνή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες για την εκάστοτε ένδειξη (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8).
Ηπατοτοξικότητα
Το Sandimmun Neoral μπορεί επίσης να προκαλέσει δοσοεξαρτώμενες, αναστρέψιμες αυξήσεις της χολερυθρίνης του ορού και των ηπατικών ενζύμων (βλ. παράγραφο 4.8). Έχουν υπάρξει αναφορές, τόσο μεμονωμένες όσο και αυθόρμητες, ηπατοτοξικότητας και ηπατικής βλάβης, συμπεριλαμβανομένης της χολόστασης, του ίκτερου, της ηπατίτιδας και της ηπατικής ανεπάρκειας σε ασθενείς που θεραπεύονται με κυκλοσπορίνη. Οι περισσότερες αναφορές αφορούσαν ασθενείς με σημαντικές συννοσηρότητες, υποκείμενες καταστάσεις και άλλους συγχυτικούς παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των επιπλοκών από λοιμώξεις και συγχορηγούμενων ηπατοτοξικών θεραπειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, έχουν αναφερθεί μοιραίες εκβάσεις (βλ. παράγραφο 4.8). Απαιτείται στενή παρακολούθηση των παραμέτρων αξιολόγησης της ηπατικής λειτουργίας και οι μη φυσιολογικές τιμές μπορεί να καταστήσουν αναγκαία τη μείωση της δόσης (βλ. παραγράφους 4.2 και 5.2).
Ηλικιωμένοι (ηλικίας 65 ετών και άνω)
Σε ηλικιωμένους ασθενείς η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται με ιδιαίτερη προσοχή.
Παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης (βλ. παράγραφο 4.2)
Όταν το Sandimmun Neoral χρησιμοποιείται σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα είναι ένα σημαντικό μέτρο ασφαλείας. Για την παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο ολικό αίμα προτιμάται ένα ειδικό μονοκλωνικό αντίσωμα (μέτρηση της μητρικής ουσίας). Μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί τεχνική υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης (HPLC), η οποία επίσης μετράει τη μητρική ένωση. Αν χρησιμοποιείται πλάσμα ή ορός, πρέπει να ακολουθείται ένα τυποποιημένο πρωτόκολλο διαχωρισμού (χρόνου και θερμοκρασίας). Για την αρχική παρακολούθηση των ασθενών με μεταμόσχευση ήπατος πρέπει να χρησιμοποιείται είτε το ειδικό μονοκλωνικό αντίσωμα είτε να γίνονται παράλληλες μετρήσεις και με το ειδικό μονοκλωνικό αντίσωμα και με το μη ειδικό μονοκλωνικό αντίσωμα, ώστε να διασφαλίζεται δοσολογία που παρέχει επαρκή ανοσοκαταστολή. Σε μη-μεταμοσχευμένους ασθενείς συνιστάται περιστασιακή παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα, π.χ. όταν το Sandimmun Neoral συγχορηγείται με δραστικές ουσίες που μπορεί να επηρεάσουν τη φαρμακοκινητική της κυκλοσπορίνης ή σε περίπτωση ασυνήθους κλινικής ανταπόκρισης (π.χ. έλλειψη αποτελεσματικότητας ή αυξημένη δυσανεξία στο φάρμακο όπως νεφρική δυσλειτουργία). Πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη ότι η συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο αίμα, το πλάσμα ή τον ορό είναι μόνο ένας από τους πολλούς παράγοντες που συμβάλλουν στην κλινική κατάσταση του ασθενούς. Συνεπώς, τα αποτελέσματα πρέπει να χρησιμεύουν μόνο ως οδηγός για τη δοσολογία σε συνάρτηση με τις άλλες κλινικές και εργαστηριακές παραμέτρους.
Υπέρταση
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με Sandimmun Neoral απαιτείται τακτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης. Εάν εμφανισθεί υπέρταση, πρέπει να δοθεί κατάλληλη αντιυπερτασική αγωγή. Πρέπει να προτιμώνται οι αντιυπερτασικοί παράγοντες που δεν επηρεάζουν την φαρμακοκινητική της κυκλοσπορίνης, π.χ. η ισραδιπίνη (βλ. παράγραφο 4.5).
Αύξηση λιπιδίων αίματος
Επειδή έχει αναφερθεί ότι το Sandimmun Neoral προκαλεί αναστρέψιμη ήπια αύξηση των λιπιδίων του αίματος, συνιστάται η μέτρηση των λιπιδίων πριν από την αγωγή και μετά τον πρώτο μήνα της θεραπείας. Σε περίπτωση αυξημένων λιπιδίων πρέπει να εξετάζονται οι δυνατότητες περιορισμού του διαιτητικού λίπους και, αν ενδείκνυται, ελάττωσης της δόσης.
Υπερκαλιαιμία
Η κυκλοσπορίνη αυξάνει τον κίνδυνο υπερκαλιαιμίας, ειδικά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Συνιστάται επίσης προσοχή όταν η κυκλοσπορίνη συγχορηγείται με καλιοσυντηρητικά φάρμακα (π.χ. καλιοσυντηρητικά διουρητικά, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΑΜΕΑ), ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ) ή με καλιούχα φαρμακευτικά προϊόντα, καθώς επίσης και σε ασθενείς που ακολουθούν δίαιτα πλούσια σε κάλιο. Σε αυτές τις περιπτώσεις συνιστάται έλεγχος των επιπέδων καλίου.
Υπομαγνησιαιμία
Η κυκλοσπορίνη αυξάνει την κάθαρση του μαγνησίου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε συμπτωματική υπομαγνησιαιμία, ειδικά στη περιεγχειρητική περίοδο της μεταμόσχευσης. Συνεπώς, συνιστάται έλεγχος των επιπέδων μαγνησίου του ορού κατά την περιεγχειρητική περίοδο της μεταμόσχευσης, ιδίως παρουσία νευρολογικών συμπτωμάτων/σημείων. Εάν κριθεί απαραίτητο, πρέπει να χορηγείται συμπλήρωμα μαγνησίου.
Υπερουριχαιμία
Απαιτείται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με υπερουριχαιμία.
Εμβόλια από ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κυκλοσπορίνη, ο εμβολιασμός μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικός. Η χρήση εμβολίων από ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
Αλληλεπιδράσεις
Απαιτείται προσοχή όταν η κυκλοσπορίνη συγχορηγείται με φάρμακα που αυξάνουν ή μειώνουν σημαντικά τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα, μέσω αναστολής ή επαγωγής του CYP3A4 και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης (βλ. παράγραφο 4.5). Η νεφροτοξικότητα πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της συγχορήγησης της κυκλοσπορίνης με δραστικές ουσίες που αυξάνουν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης ή με δραστικές ουσίες που εμφανίζουν συνεργική νεφροτοξικότητα (βλ. παράγραφο 4.5). Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5). Η κυκλοσπορίνη είναι αναστολέας του CYP3A4, της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης αντλίας εκροής πολλών φαρμάκων και των πρωτεϊνών µεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP) και μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα πλάσματος των συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υπόστρωμα αυτού του ενζύμου και/ή μεταφορείς. Απαιτείται προσοχή κατά τη συγχορήγηση της κυκλοσπορίνης με τέτοια φάρμακα ή θα πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χρήση τους (βλ. παράγραφο 4.5). Η κυκλοσπορίνη αυξάνει την έκθεση στους αναστολείς της HMG-CoA ρεδουκτάσης (στατίνες). Σε περίπτωση συγχορήγησης με κυκλοσπορίνη, η δοσολογία των στατινών θα πρέπει να μειώνεται και η ταυτόχρονη χρήση ορισμένων στατινών θα πρέπει να αποφεύγεται σύμφωνα με τις συστάσεις στην επισήμανσή τους. Η θεραπεία με στατίνες είναι αναγκαίο να αναστέλλεται προσωρινά ή να διακόπτεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα μυοπάθειας ή σε εκείνους με προδιαθεσικούς παράγοντες για σοβαρή νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης και της νεφρικής ανεπάρκειας από ραβδομυόλυση (βλ. παράγραφο 4.5). Μετά από ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης και λερκανιδιπίνης, η AUC της λερκανιδιπίνης τριπλασιάστηκε και η AUC της κυκλοσπορίνης αυξήθηκε κατά 21%. Ως εκ τούτου, πρέπει να αποφεύγεται η ταυτόχρονη χορήγηση κυκλοσπορίνης και λερκανιδιπίνης. Η χορήγηση της κυκλοσπορίνης 3 ώρες μετά την λερκανιδιπίνη δεν επέφερε μεταβολή στην AUC της λερκανιδιπίνης, αλλά η AUC της κυκλοσπορίνης αυξήθηκε κατά 27%. Αυτός ο συνδυασμός πρέπει συνεπώς να χορηγείται με προσοχή αφήνοντας ένα μεσοδιάστημα τουλάχιστον 3 ωρών.
Ειδικά έκδοχα: Υδρoγovωμέvo πoλυoξυλιωμέvo 40 καστoρέλαιo
Το Sandimmun Neoral περιέχει υδρoγovωμέvo πoλυoξυλιωμέvo 40 καστoρέλαιo το οποίο μπορεί να προκαλέσει στομαχικές διαταραχές και διάρροια.
Ειδικά έκδοχα: Αιθανόλη
Το Sandimmun Neoral περιέχει περίπου 12% νοl. αιθανόλη. Μία δόση 500 mg Sandimmun Neoral περιέχει 500 mg αιθανόλης, που ισοδυναμούν με σχεδόν 15 ml μπύρας ή 5 ml κρασιού. Αυτό μπορεί να είναι επιβλαβές για αλκοολικούς ασθενείς και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε εγκύους ή θηλάζουσες γυναίκες, σε ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψία ή αν ο ασθενής είναι παιδί.
Πρόσθετες προφυλάξεις σε μη μεταμοσχευμένους ασθενείς
Οι ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (εκτός των ασθενών με νεφρωσικό σύνδρομο με αποδεκτό βαθμό νεφρικής δυσλειτουργίας), μη ελεγχόμενη υπέρταση, μη ελεγχόμενες λοιμώξεις ή κάθε μορφής κακοήθεια δεν πρέπει να λαμβάνουν κυκλοσπορίνη. Πριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται η νεφρική λειτουργία με δύο τουλάχιστον μετρήσεις του eGFR. Η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται συχνά καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας προκειμένου να είναι εφικτές αναπροσαρμογές της δοσολογίας (βλ. παράγραφο 4.2).
Πρόσθετες προφυλάξεις στην ενδογενή ραγοειδίτιδα
Το Sandimmun Neoral πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με νευρολογικό σύνδρομο Behçet. Η νευρολογική κατάσταση αυτών των ασθενών πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά. Η εμπειρία από τη χρήση του Sandimmun Neoral σε παιδιά με ενδογενή ραγοειδίτιδα είναι περιορισμένη.
Πρόσθετες προφυλάξεις στo νεφρωσικό σύνδρoμo
Οι ασθενείς με μη φυσιολογική αρχική νεφρική λειτουργία θα πρέπει αρχικά να υποβάλλονται σε αγωγή με 2,5 mg/kg/ημέρα και πρέπει να παρακολουθούνται πολύ προσεκτικά. Σε ορισμένους ασθενείς μπορεί να είναι δύσκολο να διαγνωσθεί η νεφρική δυσλειτουργία που οφείλεται στο Sandimmun Neoral εξαιτίας των μεταβολών στη νεφρική λειτουργία που σχετίζονται με το ίδιο το νεφρωσικό σύνδρομο. Αυτό εξηγεί γιατί, σε σπάνιες περιπτώσεις, έχουν παρατηρηθεί δομικές νεφρικές μεταβολές που σχετίζονται με το Sandimmun Neoral χωρίς αυξήσεις της κρεατινίνης ορού. Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο νεφρικής βιοψίας για τους ασθενείς με στεροειδοεξαρτώμενη νεφροπάθεια ελαχίστων αλλοιώσεων, στους οποίους η θεραπεία με Sandimmun Neoral συνεχίζεται για περισσότερο από 1 έτος. Σε ασθενείς με νεφρωσικό σύνδρομο υπό θεραπεία με ανοσοκατασταλτικά (συμπεριλαμβανομένης και της κυκλοσπορίνης) έχουν ενίοτε αναφερθεί περιστατικά κακοηθειών (συμπεριλαμβανομένου και λεμφώματος Hodgkin).
Πρόσθετες πρoφυλάξεις στη ρευματoειδή αρθρίτιδα
Μετά από 6 μήνες θεραπείας, η νεφρική λειτουργία πρέπει να αξιολογείται κάθε 4 έως 8 εβδομάδες ανάλογα με τη σταθερότητα της νόσου, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και τις συνυπάρχουσες παθήσεις. Συχνότεροι έλεγχοι είναι απαραίτητοι όταν αυξάνεται η δόση του Sandimmun Neoral, ή όταν αρχίζει παράλληλη θεραπεία με ΜΣΑΦ ή αυξάνεται η δόση τους. Διακοπή της θεραπείας με Sandimmun Neoral συνιστάται επίσης εάν η υπέρταση που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν μπορεί να ελεγχθεί με κατάλληλη αγωγή. Όπως και με άλλες μακροχρόνιες ανοσοκατασταλτικές θεραπείες, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψη ο αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών. Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή αν το Sandimmun Neoral χορηγείται σε συνδυασμό με μεθοτρεξάτη λόγω της νεφροτοξικής συνέργειας.
Πρόσθετες προφυλάξεις στην ψωρίαση
Συνιστάται διακοπή της θεραπείας με Sandimmun Neoral εάν η υπέρταση που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν μπορεί να ελεγχθεί με κατάλληλη αγωγή. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς πρέπει να θεραπεύονται μόνο σε περίπτωση ψωρίασης που προκαλεί ανικανότητα, και η νεφρική λειτουργία πρέπει να παρακολουθείται με ιδιαίτερη προσοχή. Υπάρχει μόνο περιορισμένη εμπειρία από τη χρήση του Sandimmun Neoral σε παιδιά με ψωρίαση. Σε ψωριασικούς ασθενείς που λαμβάνουν κυκλοσπορίνη, καθώς και σε εκείνους υπό συμβατική ανοσοκατασταλτική θεραπεία, έχει αναφερθεί ανάπτυξη κακοηθειών (ιδίως του δέρματος). Οι δερματικές βλάβες που δεν είναι τυπικές της ψωρίασης, αλλά θέτουν την υπόνοια κακοήθειας ή πρόδρομης κακοήθειας, πρέπει να υποβάλλονται σε βιοψία πριν την έναρξη της αγωγής με Sandimmun Neoral. Ασθενείς με καρκινικές ή προ-καρκινικές βλάβες του δέρματος πρέπει να ακολουθούν θεραπεία με Sandimmun Neoral μόνο μετά από κατάλληλη θεραπεία αυτών των βλαβών και εάν δεν υπάρχει άλλη επιλογή για επιτυχή θεραπεία. Σε λίγους ψωριασικούς ασθενείς υπό θεραπεία με Sandimmun Neoral έχουν εμφανισθεί λεμφοϋπερπλαστικές διαταραχές. Οι διαταραχές αυτές ανταποκρίθηκαν στη διακοπή της θεραπείας. Οι ασθενείς υπό θεραπεία με Sandimmun Neoral δεν πρέπει να εκτίθενται ταυτόχρονα σε υπεριώδη ακτινοβολία Β ή σε φωτοχημειοθεραπεία PUVA.
Ειδικές πρoφυλάξεις και πρoειδoπoιήσεις στην ατoπική δερματίτιδα
Συνιστάται διακοπή της θεραπείας με Sandimmun Neoral εάν η υπέρταση που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας δεν μπορεί να ελεγχθεί με κατάλληλη αγωγή. Η εμπειρία από τη χρήση του Sandimmun Neoral σε παιδιά με ατοπική δερματίτιδα είναι περιορισμένη. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς πρέπει να θεραπεύονται μόνο παρουσία ατοπικής δερματίτιδας που προκαλεί ανικανότητα και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται με ιδιαίτερη προσοχή. Οι εξάρσεις της ατοπικής δερματίτιδας συχνά σχετίζονται με καλοήθη λεμφαδενοπάθεια που πάντα εξαφανίζεται αυτόματα ή με τη γενική βελτίωση της νόσου. Η λεμφαδενοπάθεια που παρατηρείται κατά τη διάρκεια της αγωγής με κυκλοσπορίνη πρέπει να ελέγχεται τακτικά. Όταν η λεμφαδενοπάθεια επιμένει, παρά τη γενική βελτίωση της ενεργότητας της νόσου, συνιστάται να γίνεται βιοψία σαν προφυλακτικό μέτρο ώστε να επιβεβαιώνεται η απουσία λεμφώματος. Οι ενεργές λοιμώξεις από ιό του απλού έρπητα πρέπει να υφίενται πριν από την έναρξη της θεραπείας με Sandimmun Neoral, αλλά δεν αποτελούν απαραιτήτως αιτία διακοπής της θεραπείας αν εμφανισθούν κατά τη διάρκεια της αγωγής, εκτός αν η λοίμωξη είναι σοβαρή. Οι λοιμώξεις του δέρματος από Staphylococus aureus δεν αποτελούν απόλυτη αντένδειξη για τη θεραπεία με Sandimmun Neoral, αρκεί να ελέγχεται η λοίμωξη με κατάλληλους αντιβακτηριακούς παράγοντες. Η από του στόματος ερυθρομυκίνη, η οποία είναι γνωστό ότι μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο αίμα (βλ. παράγραφο 4.5), πρέπει να αποφεύγεται. Αν δεν υπάρχει εναλλακτική, συνιστάται η στενή παρακολούθηση των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα, της νεφρικής λειτουργίας και τυχόν ανεπιθύμητων ενεργειών της κυκλοσπορίνης. Οι ασθενείς υπό θεραπεία με Sandimmun Neoral δεν πρέπει να εκτίθενται ταυτόχρονα σε υπεριώδη ακτινοβολία Β ή σε φωτοχημειοθεραπεία PUVA.
Παιδιατρική χρήση σε ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης
Εκτός της θεραπείας του νεφρωσικού συνδρόμου, δεν υπάρχει επαρκής διαθέσιμη εμπειρία με το Sandimmun Neoral. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη χρήση του σε παιδιά ηλικίας κάτω των 16 ετών για ενδείξεις εκτός μεταμόσχευσης πλην του νεφρωσικού συνδρόμου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακευτικές αλληλεπιδράσεις
Από τα πολλά φάρμακα που έχει αναφερθεί ότι αλληλεπιδρούν με την κυκλοσπορίνη, παρατίθενται ακολούθως εκείνα των οποίων οι αλληλεπιδράσεις είναι τεκμηριωμένες και έχουν κλινικές επιπτώσεις.
Διάφοροι παράγοντες είναι γνωστό ότι είτε αυξάνουν είτε μειώνουν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα ή στο ολικό αίμα, συνήθως με αναστολή ή επαγωγή των ενζύμων που εμπλέκονται στον μεταβολισμό της κυκλοσπορίνης, ειδικά του CYP3A4.
Η κυκλοσπορίνη είναι επίσης αναστολέας του CYP3A4, της γλυκοπρωτεΐνης -Ρ που αποτελεί αντλία εκροής πολλών φαρμάκων και των πρωτεϊνών μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP) και μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα στο πλάσμα συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υποστρώματα και/ή μεταφορείς αυτού του ενζύμου.
Φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι μειώνουν ή αυξάνουν τη βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης
Σε μεταμοσχευμένους ασθενείς απαιτούνται συχνές μετρήσεις των επιπέδων κυκλοσπορίνης και, αν είναι αναγκαίο, προσαρμογές των δόσεων της κυκλοσπορίνης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή τη διακοπή του συγχορηγούμενου φαρμάκου. Σε ασθενείς εκτός μεταμόσχευσης είναι λιγότερο παγιωμένη η σχέση ανάμεσα στα επίπεδα αίματος και στις κλινικές επιδράσεις. Εάν χορηγούνται ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα που είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης, μπορεί η συχνή αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας και η προσεκτική παρακολούθηση των σχετιζόμενων με την κυκλοσπορίνη ανεπιθύμητων ενεργειών να είναι πιο κατάλληλες από τη μέτρηση των επιπέδων στο αίμα.
Φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης
Όλοι οι επαγωγείς του CYP3A4 και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης αναμένεται να μειώσουν τα επίπεδα της κυκλοσπορίνης. Παραδείγματα φαρμάκων που μειώνουν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης είναι:
Βαρβιτουρικά, καρβαμαζεπίνη, οξυκαρβαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ναφσιλλίνη, ενδοφλέβια σουλφαδιμιδίνη, προμπουκόλη, ορλιστάτη, υπερικό το διάτρητο (βότανο St. Jοhn’s wοrt), τικλοπιδίνη, σουλφινπυραζόνη, τερβιναφίνη, βοσεντάνη.
Προϊόντα που περιέχουν Υπερικό το διάτρητο (St Jοhn’s wοrt) δεν πρέπει να χορηγούνται ταυτοχρόνως με το Sandimmun Neoral εξαιτίας του κινδύνου μείωσης των επιπέδων κυκλοσπορίνης στο αίμα και επομένως μείωσης της δραστικότητας (βλ. Αντενδείξεις).
Η ριφαμπικίνη επάγει τον εντερικό και ηπατικό μεταβολισμό της κυκλοσπορίνης. Οι δόσεις της κυκλοσπορίνης μπορεί να χρειασθεί να αυξηθούν κατά 3 έως 5 φορές στη διάρκεια της συγχορήγησης.
Η οκτρεοτίδη μειώνει την απορρόφηση της από του στόματος κυκλοσπορίνης και μπορεί να είναι αναγκαία η μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης κατά 50% ή η αλλαγή σε ενδοφλέβια χορήγηση.
Φάρμακα που αυξάνουν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης
Όλοι οι αναστολείς του CYP3A4 και/ή της P-γλυκοπρωτεΐνης μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα κυκλοσπορίνης. Παραδείγματα είναι:
Νικαρδιπίνη, μετοκλοπραμίδη, από του στόματος αντισυλληπτικά, μεθυλπρεδνιζολόνη (υψηλές δόσεις), αλλοπουρινόλη, χολικό οξύ και παράγωγά του, αναστολείς πρωτεάσης, imatinib, κολχικίνη, νεφαζοδόνη.
Μακρολιδικά αντιβιοτικά: Η ερυθρομυκίνη μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην κυκλοσπορίνη 4 έως 7 φορές, ενίοτε με αποτέλεσμα νεφροτοξικότητα. Η κλαριθρομυκίνη έχει αναφερθεί ότι διπλασιάζει την έκθεση στην κυκλοσπορίνη. Η α ζιθρομυκίνη αυξάνει τα επίπεδα κυκλοσπορίνης κατά περίπου 20%.
Αζόλες: Η κετοκοναζόλη, η φλουκοναζόλη, η ιτρακοναζόλη και η βορικοναζόλη θα μπορούσαν να υπερδιπλασιάσουν την έκθεση στην κυκλοσπορίνη.
Η βεραπαμίλη αυξάνει τις συγκεντρώσεις της κυκλοσπορίνης στο αίμα 2 έως 3 φορές.
Η συγχορήγηση με τελαπρεβίρη οδήγησε σε αύξηση κατά 4,64 φορές της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη κανονικοποιημένης δόσης (AUC).
Η αμιοδαρόνη αυξάνει σημαντικά τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα και συγχρόνως αυξάνει την κρεατινίνη ορού. Αυτή η αλληλεπίδραση μπορεί να επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά τη διακοπή της αμιοδαρόνης, εξαιτίας του πολύ μεγάλου χρόνου ημίσειας ζωής της (περίπου 50 ημέρες).
Η δαναζόλη έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο αίμα κατά περίπου 50%.
Η διλτιαζέμη (σε δόσεις 90 mg/ημέρα) μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα κατά έως και 50%.
Το imatinib μπορεί να αυξήσει την έκθεση στην κυκλοσπορίνη και την C max κατά περίπου 20%.
Αλληλεπιδράσεις με τροφές
Η ταυτόχρονη κατανάλωση γκρέϊπφρουτ και χυμού γκρέϊπφρουτ έχει αναφερθεί ότι αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης.
Συνδυασμοί με αυξημένο κίνδυνο νεφροτοξικότητας
Συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται κυκλοσπορίνη μαζί με άλλες δραστικές ουσίες που εμφανίζουν νεφροτοξική συνέργεια, όπως: αμινογλυκοσίδες (συμπεριλαμβανομένων της γενταμυκίνης και της τομπραμυκίνης), αμφοτερικίνη Β, σιπροφλοξασίνη, βανκομυκίνη, τριμεθοπρίμη, (+ σουλφαμεθοξαζόλη), παράγωγα του φιμπρικού οξέος (π.χ. μπεζαφιμπράτη, φενοφιμπράτη), μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένης της δικλοφαινάκης, ναπροξένης, σουλινδάκης), μελφαλάνη, ανταγωνιστές των H 2 -υποδοχέων (π.χ. σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη), μεθοτρεξάτη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Κατά την ταυτόχρονη χρήση ενός φαρμάκου που μπορεί να ασκεί συνεργική νεφροτοξική δράση, πρέπει να διενεργείται τακτικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας. Σε περίπτωση σημαντικής νεφρικής δυσλειτουργίας η δοσολογία του συγχορηγούμενου φαρμακευτικού προϊόντος πρέπει να μειώνεται ή να εξετάζεται το ενδεχόμενο εναλλακτικής θεραπείας.
Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και τακρόλιμους πρέπει να αποφεύγεται εξαιτίας του κινδύνου νεφροτοξικότητας και της φαρμακοκινητικής αλληλεπίδρασης μέσω CYP3A4 και/ή P-gp (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Επιδράσεις της κυκλοσπορίνης σε άλλα φάρμακα
Η κυκλοσπορίνη είναι αναστολέας του CYP3A4, της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) μεταφορέα εκροής πολλών φαρμάκων και των πρωτεϊνών μεταφοράς οργανικών ανιόντων (OATP). Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που είναι υποστρώματα του CYP3A4, της P-gp και των OATP με κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα στο πλάσμα των συγχορηγούμενων φαρμάκων που είναι υποστρώματα αυτού του ενζύμου και/ή μεταφορέα.
Μερικά παραδείγματα αναφέρονται παρακάτω:
Η κυκλοσπορίνη μπορεί να μειώσει την κάθαρση της διγοξίνης, της κολχικίνης, των αναστολέων της HMG - CoA ρεδουκτάσης (στατινών) και της ετοποσίδης. Εάν κάποιο από αυτά τα φάρμακα χορηγείται ταυτόχρονα με την κυκλοσπορίνη, απαιτείται στενή κλινική παρακολούθηση ώστε να είναι εφικτή η έγκαιρη διάγνωση των τοξικών επιδράσεων των φαρμακευτικών προϊόντων και η επακόλουθη μείωση της δόσης τους ή διακοπή τους. Όταν συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη, η δοσολογία των στατινών πρέπει να μειώνεται και η συγχορήγηση ορισμένων στατινών να αποφεύγεται σύμφωνα με τις συστάσεις της επισήμανσής τους. Στον Πίνακα 1 περιγράφονται οι μεταβολές στην έκθεση στις ευρέως χρησιμοποιούμενες στατίνες όταν αυτές συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη. Η θεραπεία με στατίνες πρέπει να αναστέλλεται προσωρινά ή να διακόπτεται σε ασθενείς με σημεία και συμπτώματα μυοπάθειας ή με προδιαθεσικούς παράγοντες κινδύνου για σοβαρή νεφρική βλάβη, συμπεριλαμβανομένης και της νεφρικής ανεπάρκειας, συνεπεία ραβδομυόλυσης.
Πίνακας 1 Περίληψη των μεταβολών στην έκθεση στις στατίνες που συνήθως συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη
Στατίνη Διαθέσιμες δόσεις Μεταβολή στην έκθεση κατά τη συγχορήγηση με κυκλοσπορίνη Ατορβαστατίνη 10-80 mg 8-10 Σιμβαστατίνη 10-80 mg 6-8 Φλουβαστατίνη 20-80 mg 2-4 Λοβαστατίνη 20-40 mg 5-8 Πραβαστατίνη 20-80 mg 5-10 Ροσουβαστατίνη 5-40 mg 5-10 Πιταβαστατίνη 1-4 mg 4-6
Συνιστάται προσοχή κατά τη συγχορήγηση κυκλοσπορίνης με λερκανιδιπίνη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Μετά από συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και αλισκιρένης, υπόστρωμα της Pgp, η C max της αλισκιρένης αυξήθηκε κατά περίπου 2,5 φορές και η AUC κατά περίπου 5 φορές. Ωστόσο, το φαρμακοκινητικό προφίλ της κυκλοσπορίνης δεν μεταβλήθηκε σημαντικά. Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και αλισκιρένης δεν συνιστάται η (βλ. Αντενδείξεις).
Δεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση ετεξιλικής δαβιγατράνης εξαιτίας της ανασταλτικής δράσης της κυκλοσπορίνης στην P-gp (βλ. Αντενδείξεις).
Η συγχορήγηση της νιφεδιπίνης με κυκλοσπορίνη μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη συχνότητα υπερπλασίας των ούλων σε σύγκριση με αυτή που εμφανίζεται όταν η κυκλοσπορίνη χορηγείται μόνη της.
Η συγχορήγηση δικλοφαινάκης και κυκλοσπορίνης έχει βρεθεί ότι αυξάνει σημαντικά τη βιοδιαθεσιμότητα της δικλοφαινάκης, με πιθανή συνέπεια αναστρέψιμη νεφρική δυσλειτουργία. Η αύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της δικλοφαινάκης πιθανόν να προκαλείται από τη μείωση της υψηλής δράσης πρώτης διόδου. Εάν ΜΣΑΦ με χαμηλή δράση πρώτης διόδου (π.χ. ακετυλοσαλικυλικό οξύ) συγχορηγούνται με κυκλοσπορίνη, δεν αναμένεται καμία αύξηση στη βιοδιαθεσιμότητά τους.
Έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις της κρεατινίνης ορού σε μελέτες στις οποίες χορηγούσαν εβερόλιμους ή σιρόλιμους σε συνδυασμό με πλήρη δοσολογία κυκλοσπορίνης σε μικρογαλάκτωμα. Η δράση αυτή είναι συχνά αναστρέψιμη με μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης. Το εβερόλιμους ή το σιρόλιμους είχαν μικρή μόνο επίδραση στη φαρμακοκινητική της κυκλοσπορίνης. Η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης αυξάνει σημαντικά τα επίπεδα εβερόλιμους ή σιρόλιμους στο αίμα.
Απαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών φαρμακευτικών προϊόντων (π.χ. καλιοσυντηρητικών διουρητικών, αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) ή φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν κάλιο καθώς μπορεί να προκαλέσουν σημαντική αύξηση του καλίου στον ορό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Η κυκλοσπορίνη μπορεί να αυξήσει την συγκέντρωση της ρεπαγλινίδης στο πλάσμα και συνεπώς να αυξήσει τον κίνδυνο υπογλυκαιμίας.
Η συγχορήγηση βοσεντάνης και κυκλοσπορίνης σε υγιείς εθελοντές αύξησε την έκθεση στη βοσεντάνη σε πολλαπλάσιες τιμές και μείωσε την έκθεση στην κυκλοσπορίνη κατά 35%. Δεν συνιστάται η συγχορήγηση κυκλοσπορίνης και βοσεντάνης (βλ. την παραπάνω υποπαράγραφο «Φάρμακα που μειώνουν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης» και την Αντενδείξεις).
Η χορήγηση πολλαπλών δόσεων αμπρισεντάνης και κυκλοσπορίνης σε υγιείς εθελοντές είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν διπλασιασμό της έκθεσης στην αμπρισεντάνη, ενώ η έκθεση στην κυκλοσπορίνη αυξήθηκε οριακά (περίπου 10%).
Σημαντική αύξηση της έκθεσης στις ανθρακυκλίνες (π.χ. δοξορουβικίνη, μιτοξανδρόνη, δαουνορουβικίνη) παρατηρήθηκε σε ογκολογικούς ασθενείς με ενδοφλέβια συγχορήγηση ανθρακυκλίνης και πολύ υψηλών δόσεων κυκλοσπορίνης.
Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με κυκλοσπορίνη οι εμβολιασμοί μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματικοί και η χρήση εμβολίων με ζώντες εξασθενημένους μικροοργανισμούς πρέπει να αποφεύγεται.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγματοποιηθεί μόνο σε ενήλικες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίληψη του προφίλ ασφάλειας
Οι κύριες ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες και σχετίζονται με τη χορήγηση κυκλοσπορίνης περιλαμβάνουν νεφρική δυσλειτουργία, τρόμο, υπερτρίχωση, υπέρταση, διάρροια, ανορεξία, ναυτία και έμετο.
Πολλές ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με κυκλοσπορίνη είναι δοσοεξαρτώμενες και ανταποκρίνονται στη μείωση της δόσης. Στις διάφορες ενδείξεις το συνολικό φάσμα των ανεπιθύμητων ενεργειών είναι ουσιαστικά το ίδιο∙ υπάρχουν, ωστόσο, διαφορές στη συχνότητα και σοβαρότητα. Ως αποτέλεσμα των υψηλότερων αρχικών δόσεων και της μακρόχρονης θεραπείας συντήρησης που απαιτείται μετά τη μεταμόσχευση, οι ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιο συχνές και συνήθως πιο σοβαρές σε μεταμοσχευμένους ασθενείς από ότι σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία για άλλες ενδείξεις.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν παρατηρηθεί μετά από ενδοφλέβια χορήγηση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
Οι ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές θεραπείες, συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης και των θεραπευτικών σχημάτων που περιέχουν κυκλοσπορίνη, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο λοιμώξεων (ιογενών, βακτηριακών, μυκητιασικών, παρασιτικών) (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να παρουσιασθούν γενικευμένες και εντοπισμένες λοιμώξεις. Μπορεί ακόμη να επιδεινωθούν προϋπάρχουσες λοιμώξεις και η επανενεργοποίηση λοιμώξεων από pοlyοmaνirus μπορεί να οδηγήσει σε σχετιζόμενη με pοlyοmaνirus νεφροπάθεια (PVAN) ή σε σχετιζόμενη με τον ιό JC προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (PML). Έχουν αναφερθεί σοβαρές και/ή θανατηφόρες εκβάσεις.
Νεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθοριζόμενα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
Ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές θεραπείες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται η κυκλοσπορίνη και τα θεραπευτικά σχήματα που περιέχουν κυκλοσπορίνη, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης λεμφωμάτων ή λεμφοϋπερπλαστικών διαταραχών και άλλων κακοηθειών, ιδιαίτερα του δέρματος. Η συχνότητα των κακοηθειών αυξάνεται με την αύξηση των δόσεων και της διάρκειας της θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Ορισμένες κακοήθειες μπορεί να είναι θανατηφόρες.
Συνοπτικός πίνακας φαρμακευτικών ανεπιθύμητων ενεργειών από κλινικές μελέτες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου από κλινικές μελέτες (Πίνακας 1) καταγράφονται σύμφωνα με την κατηγορία/οργανικό σύστημα σύμφωνα με τη βάση δεδομένων MedDRA. Σε κάθε κατηγορία/οργανικό σύστημα οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου κατατάσσονται ανά συχνότητα, με πρώτες τις πιο συχνές αντιδράσεις. Σε κάθε κατηγορία συχνότητας οι φαρμακευτικές ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται με σειρά φθίνουσας βαρύτητας. Επιπλέον, η αντίστοιχη κατηγορία συχνότητας για κάθε φαρμακευτική ανεπιθύμητη ενέργεια βασίζεται στην ακόλουθη σύμβαση (CIΟMS III): πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), ό χι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Πίνακας 1: Φαρμακευτικές ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές μελέτες
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Συχνές: Λευκοπενία
- Όχι συχνές: Θρομβοπενία, αναιμία
- Σπάνιες: Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο, μικροαγγειοπαθητική αιμολυτική αναιμία
- Μη γνωστές*: Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια, θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Πολύ συχνές: Υπερλιπιδαιμία
- Συχνές: Υπεργλυκαιμία, ανορεξία, υπερουριχαιμία, υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Τρόμος, κεφαλαλγία
- Συχνές: Σπασμοί, παραισθησία
- Όχι συχνές: Εγκεφαλοπάθεια, συμπεριλαμβανομένου του Συνδρόμου Οπίσθιας Αναστρέψιμης Εγκεφαλοπάθειας (PRES), σημεία και συμπτώματα όπως σπασμοί, σύγχυση, αποπροσανατολισμός, μειωμένη αποκρισιμότητα, διέγερση, αϋπνία, οπτικές διαταραχές, φλοιώδης τύφλωση, κώμα, πάρεση και παρεγκεφαλιδική αταξία
- Σπάνιες: Κινητική πολυνευροπάθεια
- Πολύ σπάνιες: Οίδημα του οπτικού δίσκου συμπεριλαμβανομένου του οιδήματος της οπτικής θηλής, με δυνητική οπτική βλάβη δευτεροπαθή καλοήθους ενδοκρανιακής υπέρτασης
- Μη γνωστές*: Ημικρανία
Αγγειακές διαταραχές
- Πολύ συχνές: Υπέρταση
- Συχνές: Έξαψη
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Συχνές: Ναυτία, έμετος, κοιλιακή δυσφορία/άλγος, διάρροια, υπερπλασία ούλων, πεπτικό έλκος
- Σπάνιες: Παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Συχνές: Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
- Μη γνωστές*: Ηπατοτοξικότητα και ηπατική βλάβη στην οποία συμπεριλαμβάνονται η χολόσταση, ο ίκτερος, η ηπατίτιδα και η ηπατική ανεπάρκεια με μοιραία έκβαση ορισμένες φορές (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Πολύ συχνές: Δασυτριχισμός
- Συχνές: Ακμή, υπερτρίχωση
- Όχι συχνές: Αλλεργικά εξανθήματα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Συχνές: Μυαλγία, μυϊκές κράμπες
- Σπάνιες: Μυϊκή αδυναμία, μυοπάθεια
- Μη γνωστές*: Άλγος κάτω άκρων
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Πολύ συχνές: Νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Σπάνιες: Διαταραχές εμμήνου ρύσεως, γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Συχνές: Πυρεξία, κόπωση
-
Όχι συχνές: Οίδημα, αύξηση σωματικού βάρους
-
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, των οποίων δεν είναι γνωστή η συχνότητα λόγω έλλειψης του πραγματικού πληθυσμού αναφοράς.
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά
Έχουν υπάρξει μεμονωμένες και σποραδικές αναφορές ηπατοτοξικότητας και ηπατοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της χολόστασης, του ικτέρου, της ηπατίτιδας και της ηπατικής ανεπάρκειας, σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με κυκλοσπορίνη. Οι περισσότερες αναφορές αφορούσαν ασθενείς με σημαντική συν- νοσηρότητα, υποκείμενες καταστάσεις και άλλους επιβαρυντικούς παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των επιπλοκών από λοιμώξεις και συγχορηγούμενων ηπατοτοξικών θεραπειών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως σε μεταμοσχευμένους ασθενείς, έχουν αναφερθεί μοιραίες εκβάσεις (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οξεία και χρόνια νεφροτοξικότητα
Οι ασθενείς που λαμβάνουν θεραπείες με αναστολείς καλσινευρίνης (CNI), συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης και των θεραπευτικών σχημάτων που περιέχουν κυκλοσπορίνη, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οξείας ή χρόνιας νεφροτοξικότητας. Έχουν υπάρξει αναφορές από κλινικές μελέτες και από την εμπειρία μετά την κυκλοφορία στην αγορά που σχετίζονται με τη χρήση του Sandimmun Neοral. Σε περιπτώσεις οξείας νεφροτοξικότητας αναφέρθηκαν διαταραχές της ομοιόστασης ιόντων, όπως υπερκαλιαιμία, υπομαγνησιαιμία και υπερουριχαιμία. Τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκαν χρόνιες μορφολογικές μεταβολές περιελάμβαναν υαλίνωση αρτηριδίων, σωληναριακή ατροφία και διάμεση ίνωση (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Άλγος κάτω άκρων
Μεμονωμένες περιπτώσεις άλγους των κάτω άκρων έχουν αναφερθεί σε σχέση με την κυκλοσπορίνη. Το άλγος των κάτω άκρων έχει επίσης παρατηρηθεί ως τμήμα του Συνδρόμου Άλγους Επαγόμενου από Αναστολέα Καλσινευρίνης (CIPS).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι κλινικές μελέτες έχουν συμπεριλάβει παιδιά ηλικίας από 1 έτους, με χορήγηση της καθιερωμένης δοσολογίας κυκλοσπορίνης και συγκρίσιμο προφίλ ασφάλειας με αυτό των ενηλίκων.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα σε αρουραίους και κουνέλια. Η εμπειρία με το Sandimmun Neoral σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένη. Έγκυες γυναίκες που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτικές θεραπείες μετά από μεταμόσχευση, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η κυκλοσπορίνη και σχήματα που περιέχουν κυκλοσπορίνη, διατρέχουν κίνδυνο πρόωρου τοκετού (<37 εβδομάδες). Είναι διαθέσιμος περιορισμένος αριθμός παρατηρήσεων σε παιδιά που έχουν εκτεθεί σε κυκλοσπορίνη in utero, μέχρι την ηλικία των 7 ετών περίπου. Σε αυτά τα παιδιά η νεφρική λειτουργία και η αρτηριακή πίεση ήταν φυσιολογικές. Ωστόσο, δεν υπάρχουν επαρκείς και καλά ελεγχόμενες μελέτες σε έγκυες γυναίκες και, επομένως, το Sandimmun Neoral δεν πρέπει να χορηγείται κατά την κύηση εκτός εάν το ενδεχόμενο όφελος για τη μητέρα δικαιολογεί τον ενδεχόμενο κίνδυνο για το έμβρυο. Η περιεκτικότητα των σκευασμάτων Sandimmun Neοral σε αιθανόλη πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη στις έγκυες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.4).
Θηλασμός
Η κυκλοσπορίνη διέρχεται στο μητρικό γάλα. Η περιεκτικότητα των σκευασμάτων Sandimmun Neοral σε αιθανόλη πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη στις θηλάζουσες γυναίκες (βλ. παράγραφο 4.4). Οι μητέρες που λαμβάνουν θεραπεία με Sandimmun Neoral δεν πρέπει να θηλάζουν λόγω της πιθανής πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών στα θηλάζοντα νεογνά/βρέφη από το Sandimmun Neοral. Πρέπει να αποφασισθεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί το φάρμακο, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος της θεραπείας για την μητέρα.
Γονιμότητα
Υπάρχουν περιορισμένα δεδομένα για την επίδραση του Sandimmun Neoral στην ανθρώπινη γονιμότητα (βλ. παράγραφο 5.3).
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες, αναστολείς
καλσινευρίνης, κωδικός ATC: L04AD01
Η κυκλοσπορίνη (επίσης γνωστή ως κυκλοσπορίνη Α) είναι ένα κυκλικό πολυπεπτίδιο αποτελούμενο από 11 αμινοξέα. Είναι μία ισχυρή ανοσοκατασταλτική ουσία, η οποία στα ζώα παρατείνει την επιβίωση των αλλογενών μοσχευμάτων του δέρματος, της καρδιάς, των νεφρών, του παγκρέατος, του μυελού των οστών, του λεπτού εντέρου ή των πνευμόνων. Από μελέτες προκύπτει ότι η κυκλοσπορίνη αναστέλλει την ανάπτυξη των αντιδράσεων κυτταρικής μεσολάβησης, όπως η ανοσία κατά του αλλομοσχεύματος, η όψιμη δερματική υπερευαισθησία, πειραματική αλλεργική εγκεφαλομυελίτιδα, η πειραματική αρθρίτιδα του Freund, νόσος μοσχεύματος κατά ξενιστή (GVHD), καθώς και η Τ-κυτταροεξαρτώμενη παραγωγή αντισωμάτων. Σε κυτταρικό επίπεδο αναστέλλει την παραγωγή και έκλυση λεμφοκινών, συμπεριλαμβανομένης της ιντερλευκίνης-2 (αυξητικός παράγοντας Τ-κυττάρων, TCGF). Η κυκλοσπορίνη φαίνεται να δεσμεύει τα ηρεμούντα λεμφοκύτταρα στην φάση G 0 ή G 1 του κυτταρικού κύκλου, και να αναστέλλει την προκαλούμενη από αντιγόνα έκλυση λεμφοκινών από τα ενεργοποιημένα Τ- κύτταρα.
Όλες οι διαθέσιμες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι η κυκλοσπορίνη δρα ειδικά και αναστρέψιμα στα λεμφοκύτταρα. Σε αντίθεση με τις κυτταροστατικές ουσίες, δεν καταστέλλει την αιμοποίηση και δεν έχει καμία επίδραση στη λειτουργία των φαγοκυττάρων.
Στον άνθρωπο έχουν γίνει επιτυχείς μεταμοσχεύσεις συμπαγών οργάνων και μυελού των οστών χορηγώντας κυκλοσπορίνη για την πρόληψη και τη θεραπεία της απόρριψης και της GVHD. Η κυκλοσπορίνη έχει χρησιμοποιηθεί επιτυχώς τόσο σε θετικούς για ηπατίτιδα C (HCV) όσο και σε HCV-αρνητικούς λήπτες ηπατικού μοσχεύματος. Θετικά αποτελέσματα της θεραπείας με κυκλοσπορίνη έχουν επίσης καταδειχθεί σε μια ποικιλία καταστάσεων που είναι γνωστό ή είναι πιθανό να έχουν αυτοάνοσο υπόβαθρο.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η κυκλοσπορίνη έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στο κορτικο-εξαρτώμενο νεφρωσικό σύνδρομο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SANDIMMUN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Μετά την από του στόματοςχορήγηση του Sandimmun Neoral επιτυγχάνονται μέγιστες συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο αίμα εντός 1-2 ωρών. Η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης μετά από χορήγηση Sandimmun Neoral είναι 20 έως 50%. Όταν το Sandimmun Neoral χορηγήθηκε με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά παρατηρήθηκε μείωση της AUC και της C max κατά περίπου 13 και 33%. Η σχέση μεταξύ χορηγούμενης δόσης και έκθεσης (AUC) στην κυκλοσπορίνη είναι γραμμική εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων. Η διατομική και ενδοατομική διακύμανση της AUC και της C max είναι περίπου 10-20%. Το διάλυμα και τα καψάκια μαλακής ζελατίνης Sandimmun Neoral είναι βιοϊσοδύναμα.
Η χορήγηση του Sandimmun Neoral συνεπάγεται 59% υψηλότερη C max και περίπου 29% υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα σε σχέση με το Sandimmun. Τα διαθέσιμα δεδομένα υποδεικνύουν ότι κατά τη μετάβαση 1:1 από τα καψάκια μαλακής ζελατίνης του Sandimmun στα καψάκια μαλακής ζελατίνης του Sandimmun Neoral οι ελάχιστες συγκεντρώσεις στο ολικό αίμα είναι συγκρίσιμες και παραμένουν στο επιθυμητό θεραπευτικό εύρος. Η χορήγηση του Sandimmin Neoral βελτιώνει τη γραμμικότητα δόσης και έκθεσης στην κυκλοσπορίνη (AUC B ). Παρέχει πιο σταθερό προφίλ απορρόφησης με μικρότερη εξάρτηση από την ταυτόχρονη λήψη τροφής και από τον κιρκάδιο ρυθμό σε σχέση με το Sandimmun.
Κατανομή
Η κυκλoσπoρίνη κατανέμεται ευρέως εκτός του όγκου αίματος, με μέσο φαινόμενο όγκο κατανομής 3.5 l/kg. Στο αίμα, το 33 έως 47% βρίσκεται στο πλάσμα, το 4 έως 9% στα λεμφοκύτταρα, το 5 έως 12% στα κοκκιοκύτταρα, και το 41 έως 58% στα ερυθροκύτταρα. Στο πλάσμα, ποσοστό 90% περίπου είναι συνδεδεμένο με πρωτεΐνες, κυρίως λιποπρωτεΐνες.
Βιομετασχηματισμός
Η κυκλοσπορίνη μεταβολίζεται εκτενώς σε 15 περίπου μεταβολίτες. Ο μεταβολισμός συντελείται κυρίως στο ήπαρ μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 (CYP3A4), και οι κύριες μεταβολικές οδοί συνίστανται στην μονο- και δι-υδροξυλίωση και στη Ν- απομεθυλίωση σε ποικίλες θέσεις του μορίου. Όλοι οι μεταβολίτες που έχουν ταυτοποιηθεί μέχρι σήμερα περιέχουν την ακέραιη πεπτιδική δομή της μητρικής ουσίας, κάποιοι διαθέτουν ήπια ανοσοκατασταλτική δραστικότητα (έως το ένα δέκατο του αμετάβλητου φαρμάκου).
Αποβολή
Η αποβολή γίνεται κυρίως μέσω της χολής, και μόνον το 6% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα ούρα. Μόνον το 0,1% απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητη μητρική ουσία.
Υπάρχει υψηλή διακύμανση στα δεδομένα που σχετίζονται με τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής της κυκλοσπορίνης ανάλογα με την εφαρμοζόμενη δοκιμασία και τον πληθυσμό-στόχο. Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής κυμαινόταν από 6,3 ώρες σε υγιείς εθελοντές έως 20,4 ώρες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η ημιπερίοδος αποβολής σε ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού ήταν περίπου 11 ώρες, με εύρος μεταξύ 4 και 25 ωρών.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Σε μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια τελικού σταδίου, η συστηματική κάθαρση ήταν περίπου τα δύο τρίτα της μέσης συστηματικής κάθαρσης των ασθενών με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Λιγότερο από το 1% της χορηγούμενης δόσης απομακρύνεται με αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία μπορεί να παρατηρηθεί αύξηση της έκθεσης στην κυκλοσπορίνη κατά 2 έως 3 φορές περίπου. Σε μία μελέτη που διεξήχθη σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο και κίρρωση αποδεδειγμένη με βιοψία, ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής ήταν 20,4 ώρες (εύρος μεταξύ 10,8 και 48,0 ωρών) συγκριτικά με 7,4 έως 11,0 ώρες σε υγιή άτομα.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς, στους οποίους χορηγήθηκε Sandimmun Neoral ή Sandimmun, είναι πολύ περιορισμένα. Σε 15 ασθενείς με μεταμόσχευση νεφρού, ηλικίας 3-16 ετών, η κάθαρση της κυκλοσπορίνης ολικού αίματος μετά από ενδοφλέβια χορήγηση Sandimmun ήταν 10,6±3,7 ml/min/kg (δοκιμασία: Cyclo-trac ειδική RIA). Σε μια μελέτη 7 ασθενών με μεταμόσχευση νεφρού, ηλικίας 2-16 ετών, η κάθαρση της κυκλοσπορίνης κυμάνθηκε από 9,8-15,5 ml/min/kg. Σε 9 ασθενείς με μεταμόσχευση ήπατος, ηλικίας 0,6 - 5,6 ετών, η κάθαρση ήταν 9,3±5,4 ml/min/kg (δοκιμασία: HPLC). Συγκριτικά με τον πληθυσμό των ενηλίκων μεταμοσχευμένων, στον παιδιατρικό πληθυσμό οι διαφορές στη βιοδιαθεσιμότητα του Sandimmun Neoral και του Sanndimmun είναι συγκρίσιμες με εκείνες που παρατηρήθηκαν στους ενήλικες.
ΕΟΦ · 8.8.2
Ανοσοκατασταλτικά
expand_more
Ανοσοκατασταλτικά
ΕΟΦ · 13.7
Ανοσοτροποποιητικά
expand_more
Ανοσοτροποποιητικά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η κυκλοσπορίνη είναι αναστολέας της καλσινευρίνης που αναστέλλει την ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων. Η σύνδεσή της με τον υποδοχέα κυκλοφιλίνη-1 εντός των κυττάρων παράγει ένα σύμπλοκο γνωστό ως κυκλοσπορίνη-κυκλοφιλίνη. Αυτό το σύμπλοκο στη συνέχεια αναστέλλει την καλσινευρίνη, η οποία με τη σειρά της σταματά την αποφωσφορυλίωση καθώς και την ενεργοποίηση του πυρηνικού παράγοντα των ενεργοποιημένων Τ-κυττάρων (NF-AT) που κανονικά προκαλεί φλεγμονώδεις αντιδράσεις. Το NF-AT είναι ένας μεταγραφικός παράγοντας που προάγει την παραγωγή κυτοκινών όπως IL-2, IL-4, ιντερφερόνη-γάμμα και TNF-άλφα, τα οποία εμπλέκονται στη φλεγμονώδη διαδικασία. Συγκεκριμένα, η αναστολή της IL-2, η οποία είναι απαραίτητη για την ενεργοποίηση ή τον πολλαπλασιασμό των Τ-κυττάρων, πιστεύεται ότι ευθύνεται για τις ανοσοκατασταλτικές δράσεις της κυκλοσπορίνης. Εκτός των παραπάνω, η αναστολή του NF-AT οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα άλλων παραγόντων που σχετίζονται με τη λειτουργία των Τ-βοηθητικών κυττάρων και την ανάπτυξη θυμοκυττάρων.
Η κυκλοσπορίνη καταστέλλει κάποια χυμική ανοσία, αλλά είναι πιο αποτελεσματική έναντι των ανοσολογικών μηχανισμών που εξαρτώνται από τα Τ-κύτταρα, όπως αυτοί που βρίσκονται πίσω από την απόρριψη μοσχευμάτων & ορισμένες μορφές αυτοανοσίας. Προτιμά να αναστέλλει τη μεταγωγή σήματος που προκαλείται από αντιγόνο στα Τ-λεμφοκύτταρα, μειώνοντας την έκφραση πολλών λεμφοκινών, συμπεριλαμβανομένης της IL-2, καθώς και την έκφραση πρωτεϊνών που αντιστέκονται στην απόπτωση. Η κυκλοσπορίνη σχηματίζει σύμπλοκο με την κυκλοφιλίνη, μια πρωτεΐνη-υποδοχέα στο κυτταρόπλασμα που υπάρχει στα κυτταρικά στόχους. Αυτό το σύμπλοκο συνδέεται με την καλσινευρίνη, αναστέλλοντας την απο-φωσφορυλίωση που εξαρτάται από το Ca2+ του κυτταροπλασματικού συστατικού του NFAT. Όταν το κυτταροπλασματικό συστατικό του NFAT απο-φωσφορυλιώνεται, μετατοπίζεται στον πυρήνα, όπου σχηματίζει σύμπλοκο με πυρηνικά συστατικά που απαιτούνται για την πλήρη ενεργοποίηση των Τ-κυττάρων, συμπεριλαμβανομένης της διαμεταγραφής (transactivation) της IL-2 & άλλων γονιδίων λεμφοκινών. Η ενζυμική δραστηριότητα της καλσινευρίνης αναστέλλεται μετά από φυσική αλληλεπίδραση με το σύμπλοκο κυκλοσπορίνης/κυκλοφιλίνης. Αυτό οδηγεί στο μπλοκάρισμα της απο-φωσφορυλίωσης του NFAT· έτσι, το κυτταροπλασματικό συστατικό του NFAT δεν εισέρχεται στον πυρήνα, η γονιδιακή μεταγραφή δεν ενεργοποιείται, & το Τ-λεμφοκύτταρο αποτυγχάνει να ανταποκριθεί σε ειδική αντιγονική διέγερση. Η κυκλοσπορίνη επίσης αυξάνει την έκφραση του μετασχηματιστικού αυξητικού παράγοντα βήτα (TGF-B), έναν ισχυρό αναστολέα του πολλαπλασιασμού Τ-κυττάρων που διεγείρεται από την IL-2 & την παραγωγή κυτταροτοξικών Τ-λεμφοκυττάρων (CTL).
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης είναι άγνωστος, αλλά φαίνεται να σχετίζεται με την αναστολή της παραγωγής και απελευθέρωσης ιντερλευκίνης-2, η οποία είναι ένας πολλαπλασιαστικός παράγοντας απαραίτητος για την επαγωγή κυτταροτοξικών Τ-λεμφοκυττάρων ως απόκριση σε αλλοαντιγονική πρόκληση, και η οποία παίζει σημαντικό ρόλο τόσο στις κυτταρικές όσο και στις χυμικές ανοσολογικές αποκρίσεις. Η κυκλοσπορίνη δεν επηρεάζει το μη ειδικό αμυντικό σύστημα των περισσοτέρων και δεν προκαλεί σημαντική μυελοκαταστολή.
Η κύρια φαρμακοδυναμική δράση της κυκλοσπορίνης στα Τ-κύτταρα είναι η αναστολή της καλσινευρίνης. Το σύμπλοκο κυκλοφιλίνη-κυκλοσπορίνη ανταγωνιστικά συνδέεται με την καλσινευρίνη, μια φωσφατάση που εξαρτάται από Ca2+ & καλμοδουλίνη, η οποία στη συνέχεια αναστέλλει την κατάντη (downstream) απο-φωσφορυλίωση & ενεργοποίηση του NFAT (μεταγραφικός παράγοντας). Η μεγαλύτερη αναστολή της καλσινευρίνης παρατηρείται 1-2 ώρες μετά τη χορήγηση Neoral παράλληλα με τις υψηλότερες συγκεντρώσεις στο αίμα.
Η θεραπεία ασθενών μετά από μεταμόσχευση οργάνων με το ανοσοκατασταλτικό φάρμακο κυκλοσπορίνη Α (CsA) συχνά συνοδεύεται από διαταραγμένη ανοχή στη γλυκόζη, προάγοντας έτσι την εμφάνιση σακχαρώδους διαβήτη. … Οι συγγραφείς δείχνουν ότι 2-5 μΜ CsA μειώνει την έκκριση ινσουλίνης που προκαλείται από τη γλυκόζη από μεμονωμένα παγκρεατικά νησίδια ποντικών in vitro, αναστέλλοντας τις ταλαντώσεις της ελεύθερης Ca2+ συγκέντρωσης στο κυτταρόπλασμα [Ca2+]c που προκαλούνται από τη γλυκόζη. Αυτή η επίδραση δεν οφείλεται σε αναστολή της καλσινευρίνης, η οποία μεσολαβεί την ανοσοκατασταλτική επίδραση της CsA, επειδή άλλοι αναστολείς της καλσινευρίνης, η δελταμεθρίνη & η τακρόλιμους, δεν επηρέασαν τις ταλαντώσεις στην [Ca2+]c των Β-κυττάρων. Η επαγόμενη από την CsA μείωση στην [Ca2+]c σε βασικές τιμές δεν προκλήθηκε από άμεση αναστολή των διαύλων Ca2+ τύπου L. Είναι γνωστό ότι η CsA είναι ένας ισχυρός αναστολέας του πόρου μετάβασης της μιτοχονδριακής διαπερατότητας (PTP), ο οποίος … οι συγγραφείς πρότειναν πρόσφατα ότι εμπλέκεται στη ρύθμιση των ταλαντώσεων. Κατά συνέπεια, η CsA ανέστειλε επίσης τις ταλαντώσεις του δυναμικού της κυτταρικής μεμβράνης, & δείχνεται ότι αυτές οι επιδράσεις δεν μπορούν να αποδοθούν σε κυτταρική εξάντληση ATP. Ωστόσο, το δυναμικό της μιτοχονδριακής μεμβράνης Delta Psi επηρεάστηκε από την CsA, αναστέλλοντας τις ταλαντώσεις στο Delta Psi. … Η παρατηρούμενη μείωση στην [Ca2+]c θα μπορούσε να αντισταθμιστεί από τον αναστολέα των διαύλων K+(ATP) τολβουταμίδη, υποδεικνύοντας ότι η σύζευξη διέγερσης-έκκρισης διακόπηκε πριν από το κλείσιμο των διαύλων K+(ATP). Συμπεραίνεται ότι η CsA μεταβάλλει τη λειτουργία των Β-κυττάρων αναστέλλοντας το μιτοχονδριακό PTP. Αυτό τερματίζει την ταλαντωτική δραστηριότητα που είναι απαραίτητη για την επαρκή έκκριση ινσουλίνης. Έτσι, η CsA δρα σε διαφορετικούς στόχους για να προκαλέσει την ανοσοκατασταλτική & τη διαβητογόνο επίδραση.
Η CsA αυξάνει τις εκφράσεις mRNA CTGF, κολλαγόνου Ι, & κολλαγόνου ΙΙΙ στην καρδιά. Η επαγωγή του γονιδίου CTGF μεσολαβείται, τουλάχιστον εν μέρει, από την αγγειοτενσίνη ΙΙ.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η απορρόφηση της κυκλοσπορίνης συμβαίνει κυρίως στο έντερο. Η απορρόφηση της κυκλοσπορίνης είναι εξαιρετικά μεταβλητή, με μέγιστη βιοδιαθεσιμότητα 30% που μερικές φορές εμφανίζεται 1-8 ώρες μετά τη χορήγηση, με δεύτερη κορυφή να παρατηρείται σε ορισμένους ασθενείς. Η απορρόφηση της κυκλοσπορίνης από τον γαστρεντερικό σωλήνα έχει βρεθεί ατελής, πιθανώς λόγω των πρώτων περασμάτων (first pass effects). Η Cmax τόσο στο αίμα όσο και στο πλάσμα συμβαίνει περίπου 3,5 ώρες μετά τη δόση. Η Cmax μιας οφθαλμικής γαλακτωματοποίησης κυκλοσπορίνης 0,1% είναι 0,67 ng/mL μετά από ενστάλαξη μιας σταγόνας τέσσερις φορές την ημέρα. Σημείωση για ακανόνιστη απορρόφηση: Κατά τη χρόνια χορήγηση, η απορρόφηση των καψουλών μαλακής ζελατίνης Sandimmune και του από του στόματος διαλύματος έχει παρατηρηθεί ακανόνιστη, σύμφωνα με τις πληροφορίες συνταγογράφησης της Novartis. Όσοι λαμβάνουν τις κάψουλες μαλακής ζελατίνης ή το από του στόματος διάλυμα μακροχρόνια πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά με τη μέτρηση των συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης στο αίμα και την προσαρμογή της δόσης ανάλογα. Σε σύγκριση με άλλες από του στόματος μορφές Sandimmune, οι κάψουλες και το διάλυμα Neoral έχουν υψηλότερο ρυθμό απορρόφησης που οδηγεί σε υψηλότερη Tmax και 59% υψηλότερη Cmax με 29% υψηλότερη βιοδιαθεσιμότητα.
Μετά από σύζευξη με θειικό οξύ, η κυκλοσπορίνη παραμένει στη χολή όπου διασπάται στην αρχική ένωση και στη συνέχεια επαναπορροφάται στην κυκλοφορία. Η απέκκριση της κυκλοσπορίνης είναι κυρίως χολική, με μόνο 3-6% της δόσης (συμπεριλαμβανομένου του μητρικού φαρμάκου και των μεταβολιτών) να απεκκρίνεται στα ούρα, ενώ το 90% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται στη χολή. Από την απεκκρινόμενη αναλογία, λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητη κυκλοσπορίνη.
Η κατανομή της κυκλοσπορίνης στο αίμα αποτελείται από 33%-47% στο πλάσμα, 4%-9% στα λεμφοκύτταρα, 5%-12% στα κοκκιοκύτταρα και 41%-58% στα ερυθροκύτταρα. Ο αναφερόμενος όγκος κατανομής της κυκλοσπορίνης κυμαίνεται από 4-8 L/kg. Συγκεντρώνεται κυρίως σε ιστούς πλούσιους σε λευκοκύτταρα, καθώς και σε ιστούς που περιέχουν υψηλές ποσότητες λίπους, επειδή είναι εξαιρετικά λιπόφιλη. Η κυκλοσπορίνη, στη μορφή οφθαλμικών σταγόνων, διαπερνά τον αιματο-αμφιβληστροειδικό φραγμό.
Η κυκλοσπορίνη παρουσιάζει ένα γραμμικό προφίλ κάθαρσης που κυμαίνεται από 0,38 έως 3 Lxh/kg, ωστόσο, υπάρχει σημαντική διακύμανση μεταξύ των ασθενών. Μια δόση 250 mg κυκλοσπορίνης στην από του στόματος κάψουλα μαλακής ζελατίνης μιας γαλακτωματοποίησης λιπιδίων μικρού μεγέθους παρουσιάζει περίπου κάθαρση 22,5 L/h.
Μετά από από του στόματος χορήγηση κυκλοσπορίνης, ο χρόνος για τη μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα είναι 1,5-2,0 ώρες. Η χορήγηση με τροφή καθυστερεί & μειώνει την απορρόφηση. Γεύματα υψηλής και χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά που καταναλώνονται εντός 30 λεπτών από τη χορήγηση μειώνουν την AUC κατά περίπου 13% & τη μέγιστη συγκέντρωση κατά 33%. Αυτό καθιστά επιτακτική την εξατομίκευση των δοσολογικών σχημάτων για εξωτερικούς ασθενείς. Η κυκλοσπορίνη κατανέμεται εκτενώς εκτός του αγγειακού διαμερίσματος. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση έχει αναφερθεί ότι είναι έως και 3-5 λίτρα/kg σε λήπτες μοσχευμάτων συμπαγών οργάνων. Μόνο το 0,1% της κυκλοσπορίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. … Η κυκλοσπορίνη & οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως μέσω της χολής στα κόπρανα, με μόνο περίπου 6% να απεκκρίνεται στα ούρα. Η κυκλοσπορίνη απεκκρίνεται επίσης στο μητρικό γάλα.
… Η απορρόφηση της κυκλοσπορίνης είναι ατελής μετά από από του στόματος χορήγηση. Ο βαθμός απορρόφησης εξαρτάται από διάφορες μεταβλητές, συμπεριλαμβανομένου του ατομικού ασθενούς και της χρησιμοποιούμενης μορφής. Η κάθαρση της κυκλοσπορίνης από το αίμα είναι γενικά διφασική, με τελική ημιζωή 5-18 ώρες. Μετά από ενδοφλέβια έγχυση, η κάθαρση είναι περίπου 5-7 ml/min/kg σε ενήλικες λήπτες νεφρικών μοσχευμάτων, αλλά τα αποτελέσματα διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία & τον πληθυσμό ασθενών. Για παράδειγμα, η κάθαρση είναι βραδύτερη σε λήπτες μοσχευμάτων καρδιάς & ταχύτερη σε παιδιά. Η σχέση μεταξύ της χορηγούμενης δόσης & της επιφάνειας κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα είναι γραμμική εντός του θεραπευτικού εύρους, αλλά η διακύμανση μεταξύ των ατόμων είναι τόσο μεγάλη που απαιτείται ατομική παρακολούθηση.
Οι κλινικοί ιατροί μπορούν να χορηγήσουν κυκλοσπορίνη με συνεχή ενδοφλέβια έγχυση κατά τις πρώτες ημέρες μετά τη μεταμόσχευση, στη συνέχεια από του στόματος σε δόσεις δύο φορές την ημέρα, για να επιτύχουν συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης στο πλάσμα (μετρούμενες με HPLC) 75-150 ng/ml (ισοδύναμο με συγκεντρώσεις κυκλοσπορίνης σε όλο το αίμα 300-600 ng/ml μετρούμενες με ραδιοανοσοδοκιμασία). Φαίνεται ασφαλές να διατηρηθεί μια συγκέντρωση κυκλοσπορίνης στο πλάσμα κατά την ελάχιστη τιμή (trough) περίπου 75-150 ng/ml· ωστόσο, αυτό δεν εγγυάται απαραίτητα την ασφάλεια από τη νεφροτοξικότητα. Λόγω της προτιμησιακής κατανομής της κυκλοσπορίνης & των μεταβολιτών της στα ερυθροκύτταρα, τα επίπεδα στο αίμα είναι γενικά υψηλότερα από τα επίπεδα στο πλάσμα. Όταν τα επίπεδα κυκλοσπορίνης στο αίμα είναι 300-600 ng/ml με ραδιοανοσοδοκιμασία, τα επίπεδα στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό κυμαίνονται από 10-50 ng/ml. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής σε παιδιά κάτω των 10 ετών είναι περίπου 35 l/kg, & σε ενήλικες, 4,7 l/kg.
Η ημιζωή κάθαρσης μιας από του στόματος δόσης κυκλοσπορίνης 350 mg είναι 8,9 ώρες· μετά από δόση 1400 mg, η ημιζωή είναι 11,9 ώρες. Η κάθαρση συμβαίνει κατά κύριο λόγο μέσω μεταβολισμού στο ήπαρ για τη δημιουργία 18-25 μεταβολιτών. Οι μεταβολίτες της κυκλοσπορίνης έχουν μικρή ανοσοκατασταλτική δραστηριότητα. Η κυκλοσπορίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από την οξειδάση κυτοχρώματος P450IIIA· ωστόσο, η νευροτοξικότητα & πιθανώς η νεφροτοξικότητα συνήθως συσχετίζονται με αυξημένα επίπεδα μεταβολιτών της κυκλοσπορίνης στο αίμα. Μόνο το 0,1% μιας δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ Α (7 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η κυκλοσπορίνη μεταβολίζεται στο έντερο και στο ήπαρ από ένζυμα CYP450, κυρίως CYP3A4 με συνεισφορά από το CYP3A5. Η εμπλοκή του CYP3A7 δεν είναι σαφώς καθορισμένη. Η κυκλοσπορίνη υφίσταται διάφορες μεταβολικές οδούς και έχουν αναγνωριστεί περίπου 25 διαφορετικοί μεταβολίτες. Ένας από τους κύριους ενεργούς μεταβολίτες της, ο AM1, εμφανίζει μόνο 10-20% δραστικότητα σε σύγκριση με το μητρικό φάρμακο, σύμφωνα με ορισμένες μελέτες. Οι 3 κύριοι μεταβολίτες είναι οι M1, M9 και M4N, οι οποίοι παράγονται από οξείδωση στις θέσεις 1-βήτα, 9-γάμμα και 4-Ν-απομεθυλίωσης, αντίστοιχα.
Η κυκλοσπορίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P-450 3A (CYP3A) και σε μικρότερο βαθμό από τον ΓΕΣ και τους νεφρούς. Έχουν αναγνωριστεί τουλάχιστον 25 μεταβολίτες σε ανθρώπινη χολή, κόπρανα, αίμα και ούρα. Παρόλο που η κυκλική πεπτιδική δομή της κυκλοσπορίνης είναι σχετικά ανθεκτική στο μεταβολισμό, οι πλευρικές αλυσίδες μεταβολίζονται εκτενώς. Όλοι οι μεταβολίτες έχουν μειωμένη βιολογική δραστικότητα και τοξικότητα σε σύγκριση με το μητρικό φάρμακο.
Ηπατικός, μεταβολίζεται εκτενώς από το σύστημα ενζύμων κυτοχρώματος P450 3A στο ήπαρ. Μεταβολίζεται επίσης στο γαστρεντερικό σωλήνα και στους νεφρούς σε μικρότερο βαθμό. Οι μεταβολίτες είναι σημαντικά λιγότερο δραστικοί από την μητρική ένωση. Οι κύριοι μεταβολίτες (M1, M9 και M4N) προκύπτουν από οξείδωση στις θέσεις 1-βήτα, 9-γάμμα και 4-Ν-απομεθυλίωσης, αντίστοιχα. Οδός Απέκκρισης: Η απέκκριση είναι κυρίως χολική, με μόνο 6% της δόσης (μητρικό φάρμακο και μεταβολίτες) να απεκκρίνεται στα ούρα. Μόνο το 0,1% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο. Ημιζωή: Διφασική και μεταβλητή, περίπου 7 ώρες (εύρος 7 έως 19 ώρες) σε παιδιά και περίπου 19 ώρες (εύρος 10 έως 27 ώρες) σε ενήλικες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες αναστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή αμύνονται κατά των μυκήτων που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδας του δέρματος.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Οι κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή μέσω αναστολής της ενεργοποίησης των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα της ΦΩΣΦΑΤΑΖΗΣ της ΚΑΛΣΙΝΕΥΡΙΝΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
83HN0GTJ6D
ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Καλσινευρίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
Η κυκλοσπορίνη είναι ένα Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης. Ο μηχανισμός δράσης της κυκλοσπορίνης είναι ως Αναστολέας Καλσινευρίνης, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης.
ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ
Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς Καλσινευρίνης [MoA]; Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης [EPC]
ΟΦΘΑΛΜΙΚΟ ΔΙΑΛΥΜΑ ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗΣ
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς Καλσινευρίνης [MoA]; Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]; Ανοσοκατασταλτικό Αναστολέας Καλσινευρίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες αναστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτυχθούν ή να αναπαραχθούν. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή αμύνονται κατά των μυκήτων που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη δερματικών διαταραχών ή για τη ρουτίνα φροντίδας του δέρματος.
Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τέτοιο τρόπο ώστε να εμποδίζουν τον κανονικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
Παράγοντες που καταστέλλουν την ανοσολογική λειτουργία μέσω ενός από διάφορους μηχανισμούς δράσης. Οι κλασικοί κυτταροτοξικοί ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση DNA. Άλλοι μπορεί να δρουν μέσω ενεργοποίησης των Τ-ΚΥΤΤΑΡΩΝ ή μέσω αναστολής της ενεργοποίησης των ΒΟΗΘΗΤΙΚΩΝ ΚΥΤΤΑΡΩΝ. Ενώ η ανοσοκαταστολή έχει επιτευχθεί στο παρελθόν κυρίως για την πρόληψη της απόρριψης μοσχευμένων οργάνων, αναδύονται νέες εφαρμογές που περιλαμβάνουν τη διαμεσολάβηση των επιδράσεων των ΙΝΤΕΡΛΕΥΚΙΝΩΝ και άλλων ΚΥΤΟΚΙΝΩΝ.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΟΥΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑΣ.
Ενώσεις που αναστέλλουν ή μπλοκάρουν τη δραστηριότητα της ΦΩΣΦΑΤΑΖΗΣ της ΚΑΛΣΙΝΕΥΡΙΝΗΣ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Β3 L04AD01Βαριά προσβολή (ανεξαρτήτως έκτασης) — εισαγωγή στο νοσοκομείο