Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C05AE03 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

DILTIAZEM

Διλτιαζέμη

Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …

Chemical structure of DILTIAZEM

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Αρτηριακή υπέρταση. Αντενδείξεις: Βλ.Νιφεδιπίνη και επιπλέον γαλουχία.
medication
SPC-TILDIEM

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Λαμβάνεται από το στόμα
Χορήγηση:
Δύο φορές την ημέρα (ή μία φορά στην αρχή για ηλικιωμένους/ασθενείς με νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια)
Δόση έναρξης:
90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα (υπέρταση), 60 mg δύο φορές την ημέρα (ηλικιωμένοι/νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια, στηθάγχη)
Τιτλοποίηση:
Αύξηση της δοσολογίας εφόσον κριθεί απαραίτητο.
  • Ελαφρά έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση
    Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση360 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις
    Η δόση εξατομικεύεται ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ασθενούς.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (υπέρταση)
    ΔόσηΑρχικά 120 mg μία φορά την ημέρα
    Μέγ. δόση90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα
    Απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 παλμούς ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.
  • Στηθάγχη
    Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα
    Μέγ. δόση480 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (στηθάγχη)
    ΔόσηΔισκίο των 60 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξη)
    Μέγ. δόση90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα
    Δεν είναι κατάλληλα τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 90 mg και 120 mg για έναρξη της αγωγής. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 σφύξεις ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.
  • Παιδιά
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, η χρήση της διλτιαζέμης δεν συνιστάται σε παιδιά.
block
SPC-TILDIEM

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη διλτιαζέμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου
    Πληθυσμός(εκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία)
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού
    Πληθυσμός(εκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία)
  • Σοβαρή βραδυκαρδία
    Πληθυσμός(λιγότερο από 40 σφύξεις ανά λεπτό)
  • Βαρειά υπόταση
  • Αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια με πνευμονική συμφόρηση
  • Συνδυασμός με δαντρολένιο σε έγχυση (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις)
  • Συνδυασμός με ιβαμπραδίνη (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις)
  • Γαλουχία
warning
SPC-TILDIEM

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Ειδικές προειδοποιήσεις
    Πληθυσμόςασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας, βραδυκαρδία, 1ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό με ΗΚΓκή διάγνωση
    Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση (κίνδυνος επιδείνωσης και σπάνια πλήρους αποκλεισμού).
  • Αναισθησία
    Ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής είναι υπό αγωγή με διλτιαζέμη. Η καταστολή της καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας και αυτοματισμού, καθώς επίσης και η αγγειοδιασταλτικότητα που συνδέεται με τα αναισθητικά μπορούν να ενισχυθούν από τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, λόγω της υποτασικής δράσης της διλτιαζέμης, η ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
  • Προφυλάξεις
    Πληθυσμόςηλικιωμένοι, άτομα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια
    Απαιτείται στενή παρακολούθηση, κυρίως της καρδιακής συχνότητας, στην αρχή της θεραπείας.
  • Προφυλάξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο απόφραξης του εντερικού σωλήνα
    Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Προφυλάξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη
    Η προσεκτική παρακολούθηση είναι απαραίτητη λόγω πιθανής αύξησης της γλυκόζης αίματος.
  • Προφυλάξεις
    Πληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης
    Δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-TILDIEM

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Δαντρολένιο (έγχυση)
    Αντένδειξη
    Θανατηφόρα κοιλιακή ταχυκαρδία (σε ζώα)
  • Αντένδειξη
    Αθροιστική επίδραση μείωσης του καρδιακού ρυθμού
  • Εσμολόλη (σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής καρδιακής κοιλίας)
    Μη συνιστάται
    Διαταραχές του ρυθμού, φλεβοκομβικός αποκλεισμός, διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση)
  • Αλφεντανίλη
    Προσοχή
    Ενίσχυση της κατασταλτικής δράσης στο αναπνευστικό
    ΣύστασηΣυνιστάται προσαρμογή της δόσης της κατά τη συγχορήγηση με διλτιαζέμη.
  • Αναισθησία (αναισθητικά που περιέχουν αλογόνα)
    Προσοχή
    Ενίσχυση της καταστολής της καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας και αυτοματισμού, αγγειοδιασταλτικότητα.
    ΣύστασηΗ δοσολογία της διλτιαζέμης θα πρέπει να προσαρμόζεται στην αιμοδυναμική ανταπόκριση. Μείωση στο ρυθμό απομάκρυνσης του μυοχαλαρωτικού μπορεί να παρατηρηθεί. Η ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση της διλτιαζέμης.
  • Ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων
    Προσοχή
    Αυξημένη αντι-υπερτασική δράση, πρόκληση ή επιδείνωση της υπότασης.
    ΣύστασηΝα γίνεται μόνο με συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • Βήτα-αποκλειστές
    Προσοχή
    Πιθανότητα διαταραχών του ρυθμού, φλεβοκομβικός αποκλεισμός, διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση).
    ΣύστασηΝα γίνεται μόνο με στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
  • Αντιαρρυθμικοί παράγοντες
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών στην καρδιά λόγω αθροιστικών φαινομένων.
    ΣύστασηΝα γίνεται μόνο κάτω από στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
  • Αμιοδαρόνη, Διγοξίνη
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας.
    ΣύστασηΙδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και με υψηλές δόσεις χορήγησης.
  • Παράγωγα νιτρωδών
    Προσοχή
    Αυξημένη υποτασική δράση και λιποθυμία (λόγω αθροιστικής αγγειοδιασταλτικής δράσης).
    ΣύστασηΗ συνταγογράφηση θα πρέπει να γίνεται με προοδευτική αύξηση των δόσεων.
  • Προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία.
    ΣύστασηΣυνιστάται η μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης, ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, ο προσδιορισμός των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία και η ρύθμιση της δόσης της, κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της.
  • Αύξηση των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης.
    ΣύστασηΣυνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και η προσαρμογή της δόσης, εάν θεωρηθεί απαραίτητο.
  • Προσοχή
    Αύξηση των επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα.
  • Αναστολείς των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης (σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη)
    Προσοχή
    Αύξηση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της αγωγής. Προσαρμογή της ημερήσιας δόσης διλτιαζέμης ίσως θεωρηθεί απαραίτητη.
  • Προσοχή
    Κίνδυνος μείωσης των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα μετά την έναρξη της θεραπείας.
    ΣύστασηΟ ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας.
  • Προσοχή
    Κίνδυνος αύξησης της νευροτοξικότητας που προκαλείται από το λίθιο.
  • Βακλοφένη
    Προσοχή
    Ενίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.
    ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και προσαρμογή της δοσολογίας του αντιυπερτασικού εάν είναι απαραίτητο.
  • Εσμολόλη (σε ασθενείς με φυσιολογική λειτουργία της αριστερής καρδιακής κοιλίας)
    Προσοχή
    Διαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση).
    ΣύστασηΣυνιστάται κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
  • Προσοχή
    Η διλτιαζέμη ενδέχεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
    ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
  • Ακετυλοσαλικυλικά [Ακετυλοσαλικυλικό Οξύ (ΑΣΟ)/Ακετυλοσαλικυλική Λυσίνη (ΑΣΛ)]
    Προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας εξαιτίας της δυνητικής αθροιστικής δράσης στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.
  • Σκιαγραφικά μέσα ακτίνων Χ
    Προσοχή
    Οι καρδιαγγειακές επιδράσεις (π.χ. υπόταση) ενδέχεται να είναι αυξημένες.
    ΣύστασηΕιδική προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα διλτιαζέμη και σκιαγραφικά μέσα ακτίνων Χ.
  • Κιτρινόφυλλο (χυμός γκρέιπφρουτ)
    Προσοχή
    Αύξηση της έκθεσης στη διλτιαζέμη (1,2 φορά).
    ΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται εάν υπάρχει υποψία αλληλεπίδρασης.
  • Βενζοδιαζεπίνες (μιδαζολάμη, τριαζολάμη)
    Προσοχή
    Σημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα και επιμήκυνση του χρόνου ημιζωής.
    ΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσεως που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4.
  • Κορτικοστεροειδή (μεθυλπρεδνιζολόνη)
    Προσοχή
    Αναστολή του μεταβολισμού (CYP3A4) και αναστολή της P-γλυκοπρωτεΐνης.
    ΣύστασηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της αγωγής. Προσαρμογή της δόσης πιθανόν να είναι αναγκαία.
  • Στατίνες (που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4)
    Προσοχή
    Αύξηση του κινδύνου μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης.
    ΣύστασηΌταν είναι εφικτό, πρέπει να χρησιμοποιείται μια στατίνη που δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4. Διαφορετικά, απαιτείται στενή παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα πιθανής τοξικότητας.
  • Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, Νευροληπτικά
    Προσοχή
    Αντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
  • Αλκοόλ
    Προσοχή
    Μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα απελευθέρωσης της διλτιαζέμης από το σκεύασμα παρατεταμένης απελευθέρωσης.
    ΣύστασηΤο TILDIEM δεν θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τον ίδιο χρόνο όπως το αλκοόλ.
sick
SPC-TILDIEM

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Θρομβοπενία
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Νευρικότητα
  • Αϋπνία
  • Αλλαγές στη διάθεση (συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
Καρδιακές διαταραχές
  • Αίσθημα παλμών
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (πιθανόν να είναι 1ου, 2ου ή 3ου βαθμού· πιθανόν να υπάρξει σκελικός αποκλεισμός)
  • Βραδυκαρδία
  • Φλεβοκομβικό κολπικός αποκλεισμός
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
  • Φλεβοκομβική ανακοπή
  • Καρδιακή ανακοπή (ασυστολία)
Αγγειακές διαταραχές
  • Έξαψη
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της λευκοκυτταροκλαστικής αγγειίτιδας)
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Δυσκοιλιότητα
  • Δυσπεψία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Ναυτία
  • Έμετος
  • Διάρροια
  • Ξηροστομία
  • Υπερπλασία των ούλων
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (αύξηση των AST, ALT, LDH, ALP)
  • Ηπατίτιδα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπεργλυκαιμία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Ερύθημα
  • Κνίδωση
  • Φωτοευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της λειχηνοειδούς κεράτωσης στις εκτεθειμένες στον ήλιο περιοχές του δέρματος)
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
  • Εξάνθημα
  • Πολύμορφο ερύθημα (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)
  • Εφίδρωση
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
  • Περιστασιακά αποφολιδωτικό ερύθημα με ή χωρίς πυρετό
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Περιφερικό οίδημα
  • Αίσθημα κακουχίας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοπενία
    Αιμοποιητικό και λεμφικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αλλαγές στη διάθεση (συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης)
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό σύστημα
    Συχνές
  • Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (πιθανόν να είναι 1ου, 2ου ή 3ου βαθμού· πιθανόν να υπάρξει σκελικός αποκλεισμός)
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Βραδυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Φλεβοκομβικό κολπικός αποκλεισμός
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Φλεβοκομβική ανακοπή
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Καρδιακή ανακοπή (ασυστολία)
    Καρδιακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Έξαψη
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της λευκοκυτταροκλαστικής αγγειίτιδας)
    Αγγειακές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Υπερπλασία των ούλων
    Γαστρεντερικές διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (αύξηση των AST, ALT, LDH, ALP)
    Ήπατος και χοληφόρων διαταραχές
    Συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Ήπατος και χοληφόρων διαταραχές
    Σπάνιες
  • Υπεργλυκαιμία
    Μεταβολισμού και θρέψης διαταραχές
    Σπάνιες
  • Ερύθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Φωτοευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της λειχηνοειδούς κεράτωσης στις εκτεθειμένες στον ήλιο περιοχές του δέρματος)
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αγγειονευρωτικό οίδημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Εξάνθημα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Πολύμορφο ερύθημα (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης)
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Εφίδρωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Αποφολιδωτική δερματίτιδα
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Περιστασιακά αποφολιδωτικό ερύθημα με ή χωρίς πυρετό
    Δέρματος και υποδόριου ιστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Γυναικομαστία
    Αναπαραγωγικού συστήματος και μαστού διαταραχές
    Σπάνιες
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-TILDIEM

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται expand_more
  • Κύηση
    Δε συνιστάται
    Υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της διλτιαζέμης σε εγκυμονούσες ασθενείς. Η διλτιαζέμη έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε ορισμένα είδη ζώων (αρουραίους, ποντίκια, κουνέλια). Απευθύνεται επίσης σε γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης που δε χρησιμοποιούν αποτελεσματικό τρόπο αντισύλληψης.
  • Γαλουχία
    Αποφεύγεται
    Η διλτιαζέμη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές συγκεντρώσεις. Εάν η χρήση της διλτιαζέμης κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να καθιερωθεί ένας εναλλακτικός τρόπος σίτισης του βρέφους.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Πιθανώς παραμορφώνοντας τον δίαυλο, αναστέλλοντας τους μηχανισμούς ελέγχου της πύλης των ιόντων ή/και παρεμβαίνοντας στην απελευθέρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο, η ντιλτιαζέμη, όπως η βεραπαμίλη, αναστέλλει την εισροή εξωκυτταρικού ασβεστίου…
monitor_heart
SPC-TILDIEM

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής ασβεστίου, κωδικός ATC: C08DB01 ### Μηχανισμός δράσης Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο…
biotech
SPC-TILDIEM

Φαρμακοκινητική

expand_more
Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις φαρμακοτεχνικές μορφές είναι…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου (first-pass metabolism), ο οποίος εξηγεί τη σχετικά χαμηλή απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητά της. Υφίσταται N-δεσμεθυλίωση (N-demethylation) που μεσολαβείται…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Η οδός απέκκρισης δεν διευκρινίζεται σαφώς.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-TILDIEM
expand_more

Τρόπος χορήγησης: Λαμβάνεται από το στόμα.

Ελαφρά έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση Η συνήθης δόση είναι ένα δισκίο των 90 mg ή των 120 mg δύο φορές την ημέρα. Εφόσον κριθεί απαραίτητο η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι 360 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις.

Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (υπέρταση) Αρχικά 120 mg μία φορά την ημέρα, αυξανόμενο εάν κριθεί απαραίτητο σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 παλμούς ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.

Στηθάγχη Η συνήθης δόση έναρξης είναι ένα δισκίο των 90 mg ή των 120 mg δύο φορές την ημέρα. Εφόσον κριθεί απαραίτητο η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι 480 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις.

Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (στηθάγχη) Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 90 mg και 120 mg δεν είναι κατάλληλα για έναρξη της αγωγής. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να χορηγηθεί ως δόση έναρξης ένα δισκίο των 60 mg δύο φορές την ημέρα, η οποία στη συνέχεια μπορεί να αυξηθεί εάν κριθεί απαραίτητο σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 σφύξεις ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.

Παιδιά Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, η χρήση της διλτιαζέμης δεν συνιστάται σε παιδιά.

Το δισκίο δεν πρέπει να μασάται, αλλά να καταπίνεται ολόκληρο με λίγο νερό.

block

Αντενδείξεις

SPC-TILDIEM
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη διλτιαζέμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβου (εκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία)
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2 ου ή 3 ου βαθμού (εκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία)
  • Σοβαρή βραδυκαρδία (λιγότερο από 40 σφύξεις ανά λεπτό)
  • Βαρειά υπόταση
  • Αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια με πνευμονική συμφόρηση
  • Συνδυασμός με δαντρολένιο σε έγχυση (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις)
  • Συνδυασμός με ιβαμπραδίνη (βλ. Δοσολογία και Αλληλεπιδράσεις)
  • Γαλουχία
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-TILDIEM
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις

Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας, βραδυκαρδία (κίνδυνος επιδείνωσης) ή με 1 ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό με ΗΚΓκή διάγνωση (κίνδυνος επιδείνωσης και σπάνια πλήρους αποκλεισμού). Αναισθησία: Πριν από γενική αναισθησία, ο αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής είναι υπό αγωγή με διλτιαζέμη. Η καταστολή της καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας και αυτοματισμού, καθώς επίσης και η αγγειοδιασταλτικότητα που συνδέεται με τα αναισθητικά μπορούν να ενισχυθούν από τους αποκλειστές διαύλων ασβεστίου. Κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, λόγω της υποτασικής δράσης της διλτιαζέμης, η ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή (βλ. Αλληλεπιδράσεις).

Προφυλάξεις

Αύξηση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμα μπορεί να παρατηρηθεί σε ηλικιωμένους και σε άτομα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια. Οι αντενδείξεις και οι προφυλάξεις πρέπει να ακολουθούνται προσεκτικά και απαιτείται στενή παρακολούθηση, κυρίως της καρδιακής συχνότητας, στην αρχή της θεραπείας. Οι αποκλειστές διαύλων ασβεστίου, όπως η διλτιαζέμη, είναι πιθανό να σχετίζονται με μεταβολές της διάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης. Όπως και άλλοι ανταγωνιστές διαύλων ασβεστίου, η διλτιαζέμη παρουσιάζει ανασταλτική δράση στην κινητικότητα του εντέρου. Επομένως, πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με κίνδυνο απόφραξης του εντερικού σωλήνα. Η προσεκτική παρακολούθηση είναι απαραίτητη σε ασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη λόγω πιθανής αύξησης της γλυκόζης αίματος. Υπολείμματα του δισκίου Tildiem 90 mg και 120 mg πιθανόν να περάσουν στα κόπρανα του ασθενούς. Ωστόσο, το εύρημα αυτό δεν έχει κάποια κλινική σημασία. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκειας σουκράσης-ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.

swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-TILDIEM
expand_more

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται

  • ΔΑΝΤΡΟΛΕΝΙΟ (έγχυση): Συχνά έχει παρατηρηθεί σε ζώα θανατηφόρα κοιλιακή ταχυκαρδία όταν χορηγείται ενδοφλέβια βεραπαμίλη και δαντρολένιο συγχρόνως. Ο συνδυασμός του δαντρολενίου με ανταγωνιστές ασβεστίου είναι επομένως δυνητικά επικίνδυνος (βλ. παράγραφο 4.3).
  • Η ταυτόχρονη χρήση με ιβαμπραδίνη αντενδείκνυται λόγω της αθροιστικής επίδρασης μείωσης του καρδιακού ρυθμού της διλτιαζέμης στην ιβαμπραδίνη (βλ. παράγραφο 4.3).

Συνδυασμοί που δε συνιστώνται

  • ΕΣΜΟΛΟΛΗ (σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής καρδιακής κοιλίας): διαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση).

Συνδυασμοί που απαιτούν προσοχή

  • ΑΛΦΕΝΤΑΝΙΛΗ: ενίσχυση της κατασταλτικής δράσης στο αναπνευστικό. Συνιστάται προσαρμογή της δόσης της κατά τη συγχορήγηση με διλτιαζέμη.
  • ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ: Η καταστολή της καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας και αυτοματισμού, καθώς επίσης και η αγγειοδιασταλτικότητα που συνδέεται με τα αναισθητικά μπορούν να ενισχυθούν από τους αποκλειστές ασβεστίου. Εάν συγχορηγηθούν αναισθητικά που περιέχουν αλογόνα και διλτιαζέμη, η δοσολογία της διλτιαζέμης θα πρέπει να προσαρμόζεται στην αιμοδυναμική ανταπόκριση. Μείωση στο ρυθμό απομάκρυνσης του μυοχαλαρωτικού μπορεί να παρατηρηθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα μυοχαλαρωτικό και διλτιαζέμη κατά την αναισθησία. Η ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών, κατά τη διάρκεια της αναισθησίας, μπορεί να ενισχύσει την υποτασική δράση της διλτιαζέμης (βλ. παράγραφο 4.4).
  • ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΩΝ ΑΛΦΑ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ: αυξημένη αντι-υπερτασική δράση. Ταυτόχρονη χορήγηση με ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέων μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την υπόταση. Η συγχορήγηση διλτιαζέμης με κάποιον ανταγωνιστή των α-αδρενεργικών υποδοχέων πρέπει να γίνεται μόνο με συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
  • ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ: Πιθανότητα διαταραχών του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση). Αυτός ο συνδυασμός πρέπει να γίνεται μόνο με στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
  • ΑΝΤΙΑΡΡΥΘΜΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ: Επειδή η διλτιαζέμη έχει αντιαρρυθμικές ιδιότητες, η ταυτόχρονη χορήγησή της με άλλα αντιαρρυθμικά δεν συνιστάται λόγω του αυξημένου κινδύνου ανεπιθύμητων ενεργειών στην καρδιά που προέρχονται από αθροιστικά φαινόμενα. Αυτός ο συνδυασμός θα πρέπει να γίνεται μόνο κάτω από στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
  • ΑΜΙΟΔΑΡΟΝΗ, ΔΙΓΟΞΙΝΗ: Αυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας. Χρειάζεται προσοχή η συγχορήγησή της με διλτιαζέμη, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και με υψηλές δόσεις χορήγησης.
  • ΠΑΡΑΓΩΓΑ ΝΙΤΡΩΔΩΝ: Αυξημένη υποτασική δράση και λιποθυμία (λόγω αθροιστικής αγγειοδιασταλτικής δράσης). Σε όλους τους ασθενείς που παίρνουν ανταγωνιστές ασβεστίου, η συνταγογράφηση παραγώγων νιτρωδών θα πρέπει να γίνεται με προοδευτική αύξηση των δόσεων.
  • ΚΥΚΛΟΣΠΟΡΙΝΗ: Αύξηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία. Συνιστάται η μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης, ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, ο προσδιορισμός των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία και η ρύθμιση της δόσης της, κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της.
  • ΚΑΡΒΑΜΑΖΕΠΙΝΗ: Αύξηση των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης. Συνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και η προσαρμογή της δόσης, εάν θεωρηθεί απαραίτητο.
  • ΘΕΟΦΥΛΛΙΝΗ: Αύξηση των επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα.
  • ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΤΩΝ Η2 ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ ΤΗΣ ΙΣΤΑΜΙΝΗΣ (σιμετιδίνη και ρανιτιδίνη): Αύξηση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα. Οι ασθενείς που ακολουθούν αγωγή με διλτιαζέμη θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της αγωγής με αναστολείς των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης. Προσαρμογή της ημερήσιας δόσης διλτιαζέμης ίσως θεωρηθεί απαραίτητη.
  • ΡΙΦΑΜΠΙΚΙΝΗ: Κίνδυνος μείωσης των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα μετά την έναρξη της θεραπείας με ριφαμπικίνη. Ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με ριφαμπικίνη.
  • ΛΙΘΙΟ: Κίνδυνος αύξησης της νευροτοξικότητας που προκαλείται από το λίθιο.
  • ΒΑΚΛΟΦΕΝΗ: Ενίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης. Συνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και προσαρμογή της δοσολογίας του αντιυπερτασικού εάν είναι απαραίτητο.
  • ΕΣΜΟΛΟΛΗ (σε ασθενείς με φυσιολογική λειτουργία της αριστερής καρδιακής κοιλίας): διαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση). Συνιστάται κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
  • ΦΑΙΝΥΤΟΪΝΗ: Όταν συγχορηγείται με φαινυτοΐνη, η διλτιαζέμη ενδέχεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα. Συνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
  • ΑΚΕΤΥΛΟΣΑΛΙΚΥΛΙΚΑ [Ακετυλοσαλικυλικό Οξύ (ΑΣΟ)/Ακετυλοσαλικυλική Λυσίνη (ΑΣΛ)]: Λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας εξαιτίας της δυνητικής αθροιστικής δράσης στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων: η ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικών (ΑΣΟ/ΑΣΛ) με τη διλτιαζέμη πρέπει να γίνεται με προσοχή.
  • ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΚΑ ΜΕΣΑ ΑΚΤΙΝΩΝ Χ: Οι καρδιαγγειακές επιδράσεις μιας ενδοφλέβιας δόσης bolus ενός ιοντικού σκιαγραφικού μέσου ακτίνων Χ, όπως η υπόταση, ενδέχεται να είναι αυξημένες σε ασθενείς που αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με διλτιαζέμη. Ειδική προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα διλτιαζέμη και σκιαγραφικά μέσα ακτίνων Χ.

Γενικές πληροφορίες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη Λόγω της πιθανότητας αθροιστικών ενεργειών, προσοχή και προσεκτική τιτλοποίηση είναι αναγκαία σε ασθενείς που λαμβάνουν διλτιαζέμη ταυτόχρονα με άλλους παράγοντες που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν την καρδιακή συσταλτικότητα και/ή αγωγιμότητα. Η διλτιαζέμη μεταβολίζεται μέσω του CYP3A4. Μια μέτρια (μικρότερη από 2 φορές) αύξηση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμα έχει τεκμηριωθεί σε περιπτώσεις συγχορήγησης με ένα πιο ισχυρό αναστολέα του CYP3A4. Ο χυμός γκρέιπφρουτ ενδέχεται να αυξήσει την έκθεση στη διλτιαζέμη (1,2 φορά). Οι ασθενείς που καταναλώνουν χυμό γκρέιπφρουτ πρέπει να παρακολουθούνται για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες της διλτιαζέμης. Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται εάν υπάρχει υποψία αλληλεπίδρασης. Η διλτιαζέμη είναι επίσης αναστολέας μιας ισομορφής του CYP3A4. Συγχορήγηση με άλλα υποστρώματα του CYP3A4 πιθανόν να προκαλέσει μια αύξηση στη συγκέντρωση του πλάσματος του κάθε συγχορηγούμενου φαρμάκου. Η συγχορήγηση της διλτιαζέμης με έναν επαγωγέα του CYP3A4 πιθανόν να προκαλέσει μείωση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμα.

  • ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ (μιδαζολάμη, τριαζολάμη): Η διλτιαζέμη αυξάνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της μιδαζολάμης και της τριαζολάμης στο πλάσμα και επιμηκύνει το χρόνο ημιζωής τους. Συνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσεως που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 σε ασθενείς που λαμβάνουν διλτιαζέμη.
  • ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΗ (μεθυλπρεδνιζολόνη): Αναστολή του μεταβολισμού (CYP3A4) της μεθυλπρεδνιζολόνης και αναστολή της P-γλυκοπρωτεΐνης. Ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της αγωγής με μεθυλπρεδνιζολόνη. Προσαρμογή της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης πιθανόν να είναι αναγκαία.
  • ΣΤΑΤΙΝΕΣ: Η διλτιαζέμη είναι αναστολέας του CYP3A4 και έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την AUC ορισμένων στατινών. Ο κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης λόγω στατινών που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 πιθανώς να αυξηθεί με την ταυτόχρονη χρήση διλτιαζέμης. Όταν είναι εφικτό, πρέπει να χρησιμοποιείται μια στατίνη που δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4 μαζί με τη διλτιαζέμη, διαφορετικά απαιτείται στενή παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα πιθανής τοξικότητας λόγω της στατίνης.
  • ΑΝΤΙΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΤΗΣ ΙΜΙΠΡΑΜΙΝΗΣ, ΝΕΥΡΟΛΗΠΤΙΚΑ: Αντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης. Το TILDIEM δεν θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τον ίδιο χρόνο όπως το αλκοόλ, καθώς μπορεί να αυξήσει την ταχύτητα απελευθέρωσης της διλτιαζέμης από το σκεύασμα παρατεταμένης απελευθέρωσης.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-TILDIEM
expand_more

Η παρακάτω κατάταξη (CIOMS) της συχνότητας εμφάνισης χρησιμοποιείται, όπου εφαρμόζεται: Πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).

Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προέρχονται από αυθόρμητες αναφορές και συνεπώς, η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστή.

Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.

Σύστημα Οργάνων Πολύ συχνές Συχνές Όχι συχνές Σπάνιες Μη γνωστές
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Θρομβοπενία
Ψυχιατρικές διαταραχές Νευρικότητα, αϋπνία Αλλαγές στη διάθεση (συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος Κεφαλαλγία, ζάλη Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
Καρδιακές διαταραχές Αίσθημα παλμών Κολποκοιλιακός αποκλεισμός (πιθανόν να είναι 1ου, 2ου ή 3ου βαθμού· πιθανόν να υπάρξει σκελικός αποκλεισμός) Βραδυκαρδία, Φλεβοκομβικό κολπικός αποκλεισμός, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, φλεβοκομβική ανακοπή, καρδιακή ανακοπή (ασυστολία)
Αγγειακές διαταραχές Έξαψη Ορθοστατική υπόταση Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της λευκοκυτταροκλαστικής αγγειίτιδας)
Διαταραχές του γαστρεντερικού Δυσκοιλιότητα, δυσπεψία, κοιλιακό άλγος, ναυτία Έμετος, διάρροια, Ξηροστομία, Υπερπλασία των ούλων
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (αύξηση των AST, ALT, LDH, ALP) Ηπατίτιδα
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπεργλυκαιμία
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Ερύθημα Κνίδωση Φωτοευαισθησία (συμπεριλαμβανομένης της λειχηνοειδούς κεράτωσης στις εκτεθειμένες στον ήλιο περιοχές του δέρματος), αγγειονευρωτικό οίδημα, εξάνθημα, πολύμορφο ερύθημα (συμπεριλαμβανομένου του συνδρόμου Stevens-Johnson και της τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης), εφίδρωση, αποφολιδωτική δερματίτιδα, οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση, περιστασιακά αποφολιδωτικό ερύθημα με ή χωρίς πυρετό
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Γυναικομαστία
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Περιφερικό οίδημα Αίσθημα κακουχίας
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-TILDIEM
expand_more

Κύηση

Υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της διλτιαζέμης σε εγκυμονούσες ασθενείς. Η διλτιαζέμη έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε ορισμένα είδη ζώων (αρουραίους, ποντίκια, κουνέλια). Επομένως, η διλτιαζέμη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, όπως επίσης σε γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης που δε χρησιμοποιούν αποτελεσματικό τρόπο αντισύλληψης.

Θηλασμός

Η διλτιαζέμη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές συγκεντρώσεις. Η γαλουχία πρέπει να αποφεύγεται όταν λαμβάνεται αυτό το φάρμακο. Εάν η χρήση της διλτιαζέμης κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να καθιερωθεί ένας εναλλακτικός τρόπος σίτισης του βρέφους.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-TILDIEM
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής ασβεστίου, κωδικός ATC: C08DB01

Μηχανισμός δράσης

Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο εξαρτώμενο από τη διαφορά δυναμικού. Με αυτό το μηχανισμό, η διλτιαζέμη μειώνει τη συγκέντρωση του ενδοκυτταρικού ασβεστίου κοντά στις συσταλτές πρωτεΐνες.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Σε ζώα:

  • Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή χωρίς να προκαλεί φαινόμενα υποκλοπής. Έχει δράση στα μεγάλα και μικρά αγγεία και στην παράπλευρη κυκλοφορία. Αυτή η αγγειοδιασταλτική δράση που είναι ήπια στις περιφερικές αρτηρίες, γίνεται εμφανής με δόσεις που δεν προκαλούν αρνητική ινότροπο δράση. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες του προϊόντος, desacetyldiltiazem και Ν-monodesmethyldiltiazem έχουν μια φαρμακολογική δράση στη στηθάγχη που αντιστοιχεί στο 10% και 20% αντίστοιχα, του μητρικού φαρμάκου.
  • Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη μειώνει τον τόνο των λείων μυϊκών ινών μειώνοντας την είσοδο ασβεστίου στα κύτταρα και προκαλεί αγγειοδιαστολή που οδηγεί σε μείωση των συνολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η διλτιαζέμη μειώνει την αρτηριακή πίεση χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία σε πολλά ζωικά μοντέλα υπέρτασης, ειδικότερα στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Δεν μεταβάλλει την καρδιακή παροχή και διατηρεί τη νεφρική αιματική ροή. Επίσης, μειώνει εκλεκτικά την αγγειοσυσπαστική δράση της νοραδρεναλίνης και της αγγειοτασίνης ΙΙ. Η διλτιαζέμη αυξάνει την διούρηση και μειώνει την καρδιακή υπερτροφία στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Υψηλές δόσεις διλτιαζέμης μειώνουν την ανάπτυξη ασβεστώσεως των αρτηριών του αρουραίου.

Σε ανθρώπους:

  • Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή μειώνοντας την αντίσταση των στεφανιαίων. Ηλεκτροφυσιολογικά, η διλτιαζέμη προκαλεί ήπια βραδυκαρδία σε φυσιολογικά άτομα, επιμηκύνει την ενδοκομβική αγωγή και δεν έχει καμία δράση στην αγωγή στο δεμάτιο και τα σκέλη του His.
  • Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Σε αγγειακό επίπεδο, η διλτιαζέμη προκαλεί μέτρια αγγειοδιαστολή και βελτιώνει την διατασιμότητα των αρτηριών. Αυτή η καλά εξισορροπημένη αγγειοδιαστολή οδηγεί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους υπερτασικούς, λόγω μείωσης των περιφερικών αντιστάσεων, χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία. Οι τριχοειδικές αιματικές ροές, ιδιαίτερα νεφρική και στεφανιαία, διατηρούνται ή αυξάνονται. Σε οξεία λήψη παρατηρείται μια ελαφριά νατριουρητική δράση. Η διλτιαζέμη δεν επηρεάζει το σύστημα ρενίνης - αγγειοτασίνης - αλδοστερόνης σε μακρά χορήγηση και δεν προκαλεί κατακράτηση νατρίου και νερού, όπως διαπιστώνεται από την έλλειψη μεταβολών στο βάρος και έλλειψη αλλαγών στην ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών στο πλάσμα. Η διλτιαζέμη δρα σαν στεφανιαίος αγγειοδιαστολέας στην καρδιά μειώνοντας την υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας σε υπερτασικούς. Έχει μικρή δράση στην καρδιακή παροχή. Η διλτιαζέμη μειώνει το καρδιακό έργο με την ήπια βραδυκαρδιακή δράση της σε συνδυασμό με την μείωση των συστημάτων αγγειακών αντιστάσεων. Δεν έχει διαπιστωθεί αρνητική ινότροπη δράση σε υγιές μυοκάρδιο. Η διλτιαζέμη μειώνει την καρδιακή συχνότητα σε μέτριο βαθμό και μπορεί να αυξήσει την κατασταλτική της δράση σε νόσο του φλεβοκόμβου. Επηρεάζει αρνητικά την κολποκοιλιακή αγωγή και έτσι υπάρχει κίνδυνος κολποκοιλιακού αποκλεισμού. Η διλτιαζέμη δεν μεταβάλλει την αγωγή στο δεμάτιο του His. Δεν επηρεάζει τη ρύθμιση του μεταβολισμού του σακχάρου. Δεν επηρεάζει δυσμενώς τις λιποπρωτεΐνες του πλάσματος ή τον μεταβολισμό των λιπιδίων.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-TILDIEM
expand_more
Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση. Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις φαρμακοτεχνικές μορφές είναι περίπου το 90% της βιοδιαθεσιμότητας της συμβατικής φαρμακοτεχνικής μορφής. Η διλτιαζέμη συνδέεται σε ποσοστό 80 - 85% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζεται σημαντικά στο ήπαρ. Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 7-8 ώρες. Λιγότερο από 5% αμετάβλητης διλτιαζέμης ανιχνεύεται στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης Ν-monodesmethyldiltiazem αποτελεί το 35% της κυκλοφορούσης διλτιαζέμης. Κατά τη μακροχρόνια χορήγηση σε έναν ασθενή, οι συγκεντρώσεις της διλτιαζέμης στο πλάσμα παραμένουν σταθερές. Οι μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος σε ηλικιωμένα άτομα και σε άτομα με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια είναι υψηλότερες από αυτές των νεαρών ατόμων. Η διλτιαζέμη και οι μεταβολίτες της δεν διυλίζονται εύκολα. Οι διάφορες μορφές διλτιαζέμης που χορηγούνται δύο φορές την ημέρα έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζουν διαφορετικά φαρμακοκινητικά προφίλ και για το λόγο αυτό δεν συνιστάται η υποκατάσταση κάποιας μορφής ενός προϊόντος με κάποια άλλη διαφορετικού προϊόντος.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

3.0 - 4.5 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

70%-80%
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά/Ήπαρ
PubChem
science

Scientific Profile

CID
39186
Μοριακός τύπος
C22H26N2O4S
Μοριακό βάρος
414.5
IUPAC
[(2S,3S)-5-[2-(dimethylamino)ethyl]-2-(4-methoxyphenyl)-4-oxo-2,3-dihydro-1,5-benzothiazepin-3-yl] acetate
InChIKey
HSUGRBWQSSZJOP-RTWAWAEBSA-N
Κατάταξη MeSH

MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC BETA-ANTAGONISTS), οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC ALPHA-ANTAGONISTS), οι ΑΝΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΣΑΣ ΕΝΖΥΜΗΣ (ANGIOTENSIN-CONVERTING ENZYME INHIBITORS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ (CALCIUM CHANNEL BLOCKERS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ (GANGLIONIC BLOCKERS) και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (VASODILATOR AGENTS).

Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με εκλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.

Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.

Σχετικά Εργαλεία

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Στεφανιαία Νόσος Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08DB01
    Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίου
    Σταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέα
    Δοσολογία: 120–360 mg · Συνεχής
📋 Αρτηριακή Υπέρταση Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

📋 Υπερκοιλιακές Ταχυκαρδίες Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:

  • ΒΗΜΑ Acute-Narrow C08DB01
    Άμεση Διαχείριση — Στενά QRS, Ρυθμική (αιμοδυναμικά σταθερός)
    Ρυθμική ταχυκαρδία στενά QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — βαγοτονικοί χειρισμοί 1ης γραμμής
    Δοσολογία: 0.25 mg/kg IV → 0.35 mg/kg · Άμεσα
  • ΒΗΜΑ Sinus-Reentry C08DB01
    Φλεβόκομβο Επανεισόδου
    Ταχυκαρδία επανεισόδου στον φλεβόκομβο
    Δοσολογία: 120–360 mg/ημέρα · Συνεχής