DILTIAZEM
Διλτιαζέμη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Ανταγωνιστής ασβεστίου**, κωδικός ATC: C08D B01 ### Μηχανισμός δράσης Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο εξαρτώμενο από τη …
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 90 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για υπέρταση, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι 360 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις. Για στηθάγχη, η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί μέχρι 480 mg ημερησίως σε διηρημένες δόσεις. Για ηλικιωμένους και ασθενείς με νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια, αρχική δόση 120 mg μία φορά την ημέρα (υπέρταση) ή 60 mg δύο φορές την ημέρα (στηθάγχη), με δυνατότητα αύξησης και στενή παρακολούθηση καρδιακής συχνότητας.
-
Ενήλικες (Ελαφρά έως μέτριας βαρύτητας υπέρταση)Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση360 mg ημερησίωςΣε διηρημένες δόσεις
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (Υπέρταση)Δόση120 mg μία φορά την ημέρα (αρχική)Μέγ. δόση120 mg δύο φορές την ημέραΔόση μπορεί να αυξηθεί σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο 120 mg δύο φορές την ημέρα. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί κάτω από 50 παλμούς ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.
-
Ενήλικες (Στηθάγχη)Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξης)Μέγ. δόση480 mg ημερησίωςΣε διηρημένες δόσεις
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς και ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια (Στηθάγχη)Δόση60 mg δύο φορές την ημέρα (έναρξης)Μέγ. δόση120 mg δύο φορές την ημέραΤα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 90 mg και 120 mg δεν είναι κατάλληλα για έναρξη της αγωγής. Δόση μπορεί να αυξηθεί σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο 120 mg δύο φορές την ημέρα. Απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν η καρδιακή συχνότητα μειωθεί κάτω από 50 σφύξεις ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Η χρήση δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη διλτιαζέμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΠληθυσμόςεκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμούΠληθυσμόςεκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία
-
Σοβαρή βραδυκαρδίαΠληθυσμόςλιγότερο από 40 σφύξεις ανά λεπτό
-
Βαριά υπόταση
-
Αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια με πνευμονική συμφόρηση
-
Συνδυασμός με δαντρολένιο σε έγχυση
-
Συνδυασμός με ιβαμπραδίνη
-
Ταυτόχρονη χρήση με λομιταπίδη
-
Γαλουχία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Καρδιακή λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας, βραδυκαρδία ή με 1ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό με ΗΚΓκή διάγνωσηΑπαιτείται συστηματική παρακολούθηση
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς με υφιστάμενη καρδιακή νόσο, ιδίως μειωμένη λειτουργία της αριστερής κοιλίας, σοβαρή βραδυκαρδία ή σοβαρή υπότασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
-
Συγχορήγηση με άμεσα δρώντα από του στόματος αντιπηκτικά (DOACs)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίαςΘα πρέπει να δίνεται προσοχή
-
Γενική αναισθησίαΟ αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται ότι ο ασθενής είναι υπό αγωγή με διλτιαζέμη
-
Ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών κατά την αναισθησίαπροσοχήΠρέπει να γίνεται με προσοχή λόγω της υποτασικής δράσης της διλτιαζέμης
-
Αύξηση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμαΠληθυσμόςηλικιωμένοι και άτομα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκειαΟι αντενδείξεις και οι προφυλάξεις πρέπει να ακολουθούνται προσεκτικά και απαιτείται στενή παρακολούθηση, κυρίως της καρδιακής συχνότητας, στην αρχή της θεραπείας
-
Μεταβολές της διάθεσηςΕίναι πιθανό να σχετίζονται με μεταβολές της διάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψης
-
Κινητικότητα εντέρουπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο απόφραξης του εντερικού σωλήναΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Αύξηση της γλυκόζης αίματοςΠληθυσμόςασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτηΠροσεκτική παρακολούθηση είναι απαραίτητη
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςαντένδειξηΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
ΒρογχόσπασμοςΠληθυσμόςασθενείς με προϋπάρχουσα βρογχική υπεραντιδραστικότηταΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για σημεία και συμπτώματα αναπνευστικής δυσλειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους με διλτιαζέμη
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δαντρολένιο (έγχυση)αντένδειξηΘανατηφόρα κοιλιακή ταχυκαρδίαΣύστασηΟ συνδυασμός του δαντρολενίου με ανταγωνιστές ασβεστίου είναι δυνητικά επικίνδυνος.
-
αντένδειξηΑθροιστική επίδραση μείωσης του καρδιακού ρυθμού
-
ΛομιταπίδηαντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων λομιταπίδης στο πλάσμα και αυξημένος κίνδυνος υψηλών επιπέδων ηπατικών ενζύμων
-
Εσμολόλη (σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής καρδιακής κοιλίας)προσοχήΔιαταραχές του ρυθμού (βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση)ΣύστασηΔεν συνιστάται.
-
προσοχήΑυξημένη έκθεση στην κολχικίνη λόγω αναστολής P-gp και/ή CYP3AΣύστασηΗ συνδυαστική χρήση δεν συνιστάται.
-
ΑλφεντανίληπροσοχήΕνίσχυση της κατασταλτικής δράσης στο αναπνευστικόΣύστασηΣυνιστάται προσαρμογή της δόσης της αλφεντανίλης.
-
ΑναισθητικάπροσοχήΕνίσχυση της καταστολής της καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας, αυτοματισμού και αγγειοδιασταλτικότητας. Μείωση ρυθμού απομάκρυνσης μυοχαλαρωτικού. Ενίσχυση υποτασικής δράσης με νιτρώδη.ΣύστασηΠροσαρμογή δοσολογίας διλτιαζέμης στην αιμοδυναμική ανταπόκριση αν συγχορηγηθούν αναισθητικά που περιέχουν αλογόνα. Παρακολούθηση με νιτρώδη.
-
Ανταγωνιστές των άλφα1 αδρενεργικών υποδοχέωνπροσοχήΑυξημένη αντι-υπερτασική δράση, πρόκληση ή επιδείνωση υπότασηςΣύστασηΣυχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Βήτα-αποκλειστέςπροσοχήΔιαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση). Αυξημένος κίνδυνος κατάθλιψης.ΣύστασηΣτενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
-
Αντιαρρυθμικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών στην καρδιά από αθροιστικά φαινόμεναΣύστασηΣτενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
-
Αμιοδαρόνη, ΔιγοξίνηπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίαςΣύστασηΧρειάζεται προσοχή, ιδίως σε ηλικιωμένους και με υψηλές δόσεις.
-
Παράγωγα νιτρωδώνπροσοχήΑυξημένη υποτασική δράση και λιποθυμίαΣύστασηΣυνταγογράφηση με προοδευτική αύξηση των δόσεων.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορίαΣύστασηΜείωση δόσης κυκλοσπορίνης, έλεγχος νεφρικής λειτουργίας, προσδιορισμός επιπέδων κυκλοσπορίνης και ρύθμιση δόσης κατά τη συγχορήγηση και μετά διακοπή.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της καρβαμαζεπίνηςΣύστασηΈλεγχος επιπέδων καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και προσαρμογή δόσης εάν απαραίτητο.
-
παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα
-
Αναστολείς των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης (σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμαΣύστασηΟι ασθενείς να εξετάζονται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της αγωγής. Προσαρμογή ημερήσιας δόσης διλτιαζέμης ίσως απαραίτητη.
-
προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμαΣύστασηΟ ασθενής να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με ριφαμπικίνη.
-
προσοχήΑύξηση της νευροτοξικότητας που προκαλείται από το λίθιο
-
ΒακλοφένηπροσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής δράσηςΣύστασηΠαρακολούθηση αρτηριακής πίεσης και προσαρμογή δοσολογίας αντιυπερτασικού εάν απαραίτητο.
-
Εσμολόλη (σε ασθενείς με φυσιολογική λειτουργία της αριστερής καρδιακής κοιλίας)παρακολούθησηΔιαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας, καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση)ΣύστασηΚλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΔιλτιαζέμη ενδέχεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμαΣύστασηΠαρακολούθηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Σκιαγραφικά μέσα ακτίνων ΧπροσοχήΑυξημένες καρδιαγγειακές επιδράσεις (π.χ. υπόταση)ΣύστασηΕιδική προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα διλτιαζέμη και σκιαγραφικά μέσα ακτίνων Χ.
-
Αντιαιμοπεταλιακά φάρμακαπροσοχήΠιθανές πρόσθετες επιπτώσεις λόγω αναστολής συσσωμάτωσης αιμοπεταλίων από τη διλτιαζέμηΣύστασηΝα λαμβάνονται υπόψη οι πιθανές πρόσθετες επιπτώσεις.
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΕνδέχεται να αυξήσει την έκθεση στη διλτιαζέμηΣύστασηΟι ασθενείς να παρακολουθούνται για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες. Να αποφεύγεται εάν υπάρχει υποψία αλληλεπίδρασης.
-
DOACs (Άμεσοι από του στόματος αντιπηκτικά)προσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση των DOACs στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίαςΣύστασηΔίνεται προσοχή. Οι ασθενείς να παρακολουθούνται, ειδικά αυτοί με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTΣύστασηΔίνεται προσοχή με κατάλληλη παρακολούθηση. Η συγχορήγηση να βασίζεται σε προσεκτική αξιολόγηση κινδύνων/οφελών.
-
Βενζοδιαζεπίνες (μιδαζολάμη, τριαζολάμη)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων και επιμήκυνση χρόνου ημιζωήςΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσης που μεταβολίζονται μέσω CYP3A4.
-
Κορτικοστεροειδή (μεθυλπρεδνιζολόνη)παρακολούθησηΑναστολή μεταβολισμού (CYP3A4) και αναστολή P-γλυκοπρωτεΐνηςΣύστασηΟ ασθενής να παρακολουθείται κατά την έναρξη της αγωγής. Προσαρμογή δόσης μεθυλπρεδνιζολόνης πιθανόν αναγκαία.
-
ΣτατίνεςπροσοχήΑύξηση AUC ορισμένων στατινών, αυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσηςΣύστασηΕάν εφικτό, να χρησιμοποιείται στατίνη που δεν μεταβολίζεται από CYP3A4. Διαφορετικά, στενή παρακολούθηση για σημεία/συμπτώματα τοξικότητας λόγω στατίνης.
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, ΝευροληπτικάπροσοχήΑντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης
-
προσοχήΑναστολή του μεταβολισμού της σιλοσταζόλης (CYP3A4), αυξημένη έκθεση και ενισχυμένη φαρμακολογική δράση
-
ΑλκοόλπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την ταχύτητα απελευθέρωσης της διλτιαζέμης από το σκεύασμα παρατεταμένης απελευθέρωσηςΣύστασηΔεν πρέπει να λαμβάνεται κατά τον ίδιο χρόνο.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Νευρικότητα
- Αϋπνία
- Αλλαγές στη διάθεση
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Εξωπυραμιδικό σύνδρομο
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Σκελικός αποκλεισμός
- Αίσθημα παλμών
- Βραδυκαρδία
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
- Φλεβοκομβική ανακοπή
- Καρδιακή ανακοπή
- Ασυστολία
- Φλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμός
- Βρογχόσπασμος (περιλαμβανομένης της επιδείνωσης του βρογχικού άσθματος)
- Έξαψη
- Ορθοστατική υπόταση
- Αγγειίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Υπερπλασία των ούλων
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Υπεργλυκαιμία
- Ερύθημα
- Κνίδωση
- Φωτοευαισθησία
- Λειχηνοειδής κεράτωση
- Αγγειονευρωτικό οίδημα
- Εξάνθημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Εφίδρωση
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Αποφολιδωτικό ερύθημα
- Πυρετός
- Περιφερικό οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Σύνδρομο ομοιάζον με λύκο
- Λειχηνοειδές φαρμακευτικό εξάνθημα
- Γυναικομαστία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΣκελικός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑγγειονευρωτικό οίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑλλαγές στη διάθεσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτικό ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑσυστολίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΒρογχόσπασμος (περιλαμβανομένης της επιδείνωσης του βρογχικού άσθματος)Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξωπυραμιδικό σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδές φαρμακευτικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΛειχηνοειδής κεράτωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο ομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερπλασία των ούλωνΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβική ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβοκολπικός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΥπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της διλτιαζέμης σε εγκυμονούσες ασθενείς. Η διλτιαζέμη έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε ορισμένα είδη ζώων (αρουραίους, ποντίκια, κουνέλια). Επομένως, η διλτιαζέμη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, όπως επίσης σε γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης που δε χρησιμοποιούν αποτελεσματικό τρόπο αντισύλληψης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ διλτιαζέμη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές συγκεντρώσεις. Η γαλουχία πρέπει να αποφεύγεται όταν λαμβάνεται αυτό το φάρμακο. Εάν η χρήση της διλτιαζέμης κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να καθιερωθεί ένας εναλλακτικός τρόπος σίτισης του βρέφους.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανταγωνιστής ασβεστίου, κωδικός ATC: C08D B01
Μηχανισμός δράσης
Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο εξαρτώμενο από τη διαφορά δυναμικού. Με αυτό το μηχανισμό, η διλτιαζέμη μειώνει τη συγκέντρωση του ενδοκυτταρικού ασβεστίου κοντά στις συσταλτές πρωτεΐνες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στα ζώα:
- Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή χωρίς να προκαλεί φαινόμενα υποκλοπής. Έχει δράση στα μεγάλα και μικρά αγγεία και στην παράπλευρη κυκλοφορία. Αυτή η αγγειοδιασταλτική δράση που είναι ήπια στις περιφερικές αρτηρίες, γίνεται εμφανής με δόσεις που δεν προκαλούν αρνητική ινότροπο δράση. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες του προϊόντος, desacetyldiltiazem και Ν-monodesmethyldiltiazem έχουν μια φαρμακολογική δράση στη στηθάγχη που αντιστοιχεί στο 10% και 20% αντίστοιχα, του μητρικού φαρμάκου.
- Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη μειώνει τον τόνο των λείων μυϊκών ινών μειώνοντας την είσοδο ασβεστίου στα κύτταρα και προκαλεί αγγειοδιαστολή που οδηγεί σε μείωση των συνολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η διλτιαζέμη μειώνει την αρτηριακή πίεση χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία σε πολλά ζωικά μοντέλα υπέρτασης, ειδικότερα στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Δεν μεταβάλλει την καρδιακή παροχή και διατηρεί τη νεφρική αιματική ροή. Επίσης, μειώνει εκλεκτικά την αγγειοσυσπαστική δράση της νοραδρεναλίνης και της αγγειοτασίνης ΙΙ. Η διλτιαζέμη αυξάνει την διούρηση και μειώνει την καρδιακή υπερτροφία στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Υψηλές δόσεις διλτιαζέμης μειώνουν την ανάπτυξη ασβεστώσεως των αρτηριών του αρουραίου.
Σε ανθρώπους:
- Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή μειώνοντας την αντίσταση των στεφανιαίων. Ηλεκτροφυσιολογικά, η διλτιαζέμη προκαλεί ήπια βραδυκαρδία σε φυσιολογικά άτομα, επιμηκύνει την ενδοκομβική αγωγή και δεν έχει καμία δράση στην αγωγή στο δεμάτιο και τα σκέλη του His.
- Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Σε αγγειακό επίπεδο, η διλτιαζέμη προκαλεί μέτρια αγγειοδιαστολή και βελτιώνει την διατασιμότητα των αρτηριών. Αυτή η καλά εξισορροπημένη αγγειοδιαστολή οδηγεί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους υπερτασικούς, λόγω μείωσης των περιφερικών αντιστάσεων, χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία. Οι τριχοειδικές αιματικές ροές, ιδιαίτερα νεφρική και στεφανιαία, διατηρούνται ή αυξάνονται. Σε οξεία λήψη παρατηρείται μια ελαφριά νατριουρητική δράση. Η διλτιαζέμη δεν επηρεάζει το σύστημα ρενίνης - αγγειοτασίνης - αλδοστερόνης σε μακρά χορήγηση και δεν προκαλεί κατακράτηση νατρίου και νερού, όπως διαπιστώνεται από την έλλειψη μεταβολών στο βάρος και έλλειψη αλλαγών στην ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών στο πλάσμα.
Η διλτιαζέμη δρα σαν στεφανιαίος αγγειοδιαστολέας στην καρδιά μειώνοντας την υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας σε υπερτασικούς. Έχει μικρή δράση στην καρδιακή παροχή. Η διλτιαζέμη μειώνει το καρδιακό έργο με την ήπια βραδυκαρδιακή δράση της σε συνδυασμό με την μείωση των συστημάτων αγγειακών αντιστάσεων. Δεν έχει διαπιστωθεί αρνητική ινότροπη δράση σε υγιές μυοκάρδιο. Η διλτιαζέμη μειώνει την καρδιακή συχνότητα σε μέτριο βαθμό και μπορεί να αυξήσει την κατασταλτική της δράση σε νόσο του φλεβοκόμβου. Επηρεάζει αρνητικά την κολποκοιλιακή αγωγή και έτσι υπάρχει κίνδυνος κολποκοιλιακού αποκλεισμού. Η διλτιαζέμη δεν μεταβάλλει την αγωγή στο δεμάτιο του His. Δεν επηρεάζει τη ρύθμιση του μεταβολισμού του σακχάρου. Δεν επηρεάζει δυσμενώς τις λιποπρωτεΐνες του πλάσματος ή τον μεταβολισμό των λιπιδίων.
- Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις φαρμακοτεχνικές μορφές είναι περίπου το 90% της βιοδιαθεσιμότητας της συμβατικής φαρμακοτεχνικής μορφής.
- Η διλτιαζέμη συνδέεται σε ποσοστό 80 - 85% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζεται σημαντικά στο ήπαρ.
- Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 7-8 ώρες.
- Λιγότερο από 5% αμετάβλητης διλτιαζέμης ανιχνεύεται στα ούρα.
- Ο κύριος μεταβολίτης Ν-monodesmethyldiltiazem αποτελεί το 35% της κυκλοφορούσης διλτιαζέμης.
- Κατά τη μακροχρόνια χορήγηση σε έναν ασθενή, οι συγκεντρώσεις της διλτιαζέμης στο πλάσμα παραμένουν σταθερές.
- Οι μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος σε ηλικιωμένα άτομα και σε άτομα με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια είναι υψηλότερες από αυτές των νεαρών ατόμων.
- Η διλτιαζέμη και οι μεταβολίτες της δεν διυλίζονται εύκολα.
- Οι διάφορες μορφές διλτιαζέμης που χορηγούνται δύο φορές την ημέρα έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζουν διαφορετικά φαρμακοκινητικά προφίλ και για το λόγο αυτό δεν συνιστάται η υποκατάσταση κάποιας μορφής ενός προϊόντος με κάποια άλλη διαφορετικού προϊόντος.
- Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση. * Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση. * Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Υφιστάμενη καρδιακή νόσο (μειωμένη λειτουργία αριστερής κοιλίας, σοβαρή βραδυκαρδία ή υπόταση) |
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | — | Λανθάνων ή έκδηλος σακχαρώδης διαβήτης |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση αναπνευστικής δυσλειτουργίας | pulmonologyΑναπνευστική λειτουργία | κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Προϋπάρχουσα βρογχική υπεραντιδραστικότητα |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή συχνότητα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | στην αρχή της θεραπείας | Ηλικιωμένοι ή άτομα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) είναι αντιυπερτασικός και αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που δρα χαλαρώνοντας τον αγγειακό μυ και μειώνοντας την αρτηριακή πίεση. Αυτό σχετίζεται με τις μακροχρόνιες θεραπευτικές επιδράσεις, καθώς η μείωση της αρτηριακής πίεσης μειώνει τον κίνδυνο θανατηφόρων και μη θανατηφόρων καρδιαγγειακών συμβαμάτων, κυρίως εγκεφαλικών επεισοδίων και εμφραγμάτων του μυοκαρδίου.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) αναστέλλει την εισροή εξωκυττάριων ιόντων ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών του μυοκαρδίου και των λείων μυών των αγγείων κατά την εκπόλωση. Η ντιλτιαζέμη ταξινομείται ως αρνητικός ινότροπος (μειωμένη δύναμη) και αρνητικός χρονότροπος (μειωμένος ρυθμός). Θεωρείται επίσης φάρμακο ελέγχου ρυθμού, καθώς μειώνει τον καρδιακό ρυθμό.
Η ντιλτιαζέμη ασκεί αιμοδυναμικές δράσεις μειώνοντας την αρτηριακή πίεση, την περιφερική αγγειακή αντίσταση, το γινόμενο πίεσης-ρυθμού και την στεφανιαία αγγειακή αντίσταση, ενώ αυξάνει τη στεφανιαία ροή του αίματος. Η ντιλτιαζέμη μειώνει την αγωγή του φλεβοκομβικού κόμβου (sinoatrial) και του κολποκοιλιακού κόμβου (atrioventricular) σε απομονωμένους ιστούς και έχει αρνητικό ινότροπο αποτέλεσμα σε απομονωμένα παρασκευάσματα. Στην υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, η ντιλτιαζέμη παρατείνει την επαναφορά του κολποκοιλιακού κόμβου.
Καθώς το μέγεθος της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σχετίζεται με τον βαθμό της υπέρτασης, το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της ντιλτιαζέμης είναι πιο έντονο σε άτομα με υπέρταση. Σε τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλης ομάδας, μελέτη δόσης-απόκρισης που περιλάμβανε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, παρατηρήθηκε μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 1.9, 5.4, 6.1 και 8.6 mmHg σε ασθενείς που έλαβαν ντιλτιαζέμη σε δόσεις 120, 240, 360 και 540 mg, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, παρατηρήθηκε μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 2.6 mmHg.
Σε τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη που περιλάμβανε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχοινα, μεταβλητές δόσεις ντιλτιαζέμης που χορηγήθηκαν το βράδυ προκάλεσαν αυξημένη αντοχή στην άσκηση μετά από 21 ώρες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Στη μελέτη NORDIL σε ασθενείς με υπέρταση, αξιολογήθηκε η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ντιλτιαζέμης στη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Όταν χρησιμοποιήθηκε το συνδυασμένο πρωτεύον καταληκτικό σημείο ως θανατηφόρο και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα του μυοκαρδίου και άλλοι καρδιαγγειακοί θάνατοι, τα θανατηφόρα και μη θανατηφόρα εγκεφαλικά επεισόδια μειώθηκαν κατά 25% στην ομάδα της ντιλτιαζέμης. Αν και η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης παραμένει ασαφής, προτείνεται ότι η ντιλτιαζέμη μπορεί να ασκεί προστατευτικό ρόλο κατά των εγκεφαλικών επεισοδίων σε υπερτασικούς ασθενείς.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διέγερση του καρδιακού μυός περιλαμβάνει την ενεργοποίηση μιας βραδείας εισερχόμενης ιοντικής ροής ασβεστίου που προκαλείται από βραδείς διαύλους ασβεστίου τύπου L (L-type calcium channels), οι οποίοι είναι διαύλοι ευαίσθητοι στην τάση, ιοντο-επιλεκτικοί, συνδεδεμένοι με υψηλό κατώφλι ενεργοποίησης και βραδύ προφίλ αδρανοποίησης. Οι δίαυλοι ασβεστίου τύπου L είναι η κύρια ιοντική ροή που είναι υπεύθυνη για την όψιμη φάση του δυναμικού βηματοδότη.
Λειτουργώντας ως η κύρια πηγή Ca2+ για τη σύσπαση των λείων μυών και του καρδιακού μυός, η ενεργοποίηση των διαύλων ασβεστίου τύπου L επιτρέπει την εισροή ιόντων ασβεστίου στους μύες κατά την εκπόλωση και τη διέγερση του διαύλου. Προτείνεται ότι αυτή η εισροή κατιόντων μπορεί επίσης να πυροδοτήσει την απελευθέρωση επιπλέον ιόντων ασβεστίου από ενδοκυττάριες αποθήκες.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) είναι ένας αναστολέας βραδέων διαύλων ασβεστίου που συνδέεται στην εξωκυττάρια θέση της υπομονάδας άλφα-1C (alpha-1C subunit) του διαύλου, η οποία πιστεύεται ότι είναι η περιοχή σύνδεσης S5-6 του διαμεμβρανικού πεδίου IV ή/και το τμήμα S6 του πεδίου III. Η ντιλτιαζέμη μπορεί να προσπελάσει αυτή τη θέση σύνδεσης είτε από την ενδοκυττάρια είτε από την εξωκυττάρια πλευρά, αλλά απαιτεί διαμορφωτικές αλλαγές στον δίαυλο που προκαλούνται από την τάση στη μεμβράνη.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) αναστέλλει την εισροή εξωκυττάριου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών του μυοκαρδίου και των λείων μυών των αγγείων. Σε απομονωμένο ανθρώπινο καρδιακό μυ (μυοκάρδιο) των κόλπων και των κοιλιών, η ντιλτιαζέμη κατέστειλε την τάση στο εύρος των δυναμικών μεμβράνης που σχετίζεται με τη δραστηριότητα των διαύλων ασβεστίου, αλλά είχε μικρή επίδραση στις σχέσεις τάσης-τάσης σε πιο θετικά δυναμικά. Αυτή η επίδραση πιστεύεται ότι μεσολαβείται από την εξαρτώμενη από την τάση αναστολή των διαύλων ασβεστίου τύπου L και την αναστολή της απελευθέρωσης ιόντων ασβεστίου από τις αποθήκες του Ενδοπλασματικού Δικτύου (ER), χωρίς να μεταβάλλει τη νατριουμο-ασβεστιο-συζευγμένη μεταφορά ή την ευαισθησία των μυofilamentων στο ασβέστιο.
Μέσω της αναστολής της εισερχόμενης ιοντικής ροής ασβεστίου, η ντιλτιαζέμη ασκεί άμεση ινότροπη επίδραση και επίδραση εξοικονόμησης ενέργειας στο μυοκάρδιο. Η ντιλτιαζέμη επιβραδύνει την αγωγή του κολποκοιλιακού κόμβου, η οποία οφείλεται στην ικανότητά της να παρεμποδίζει τη λειτουργία των βραδέων διαύλων.
Οι μειωμένες ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις ασβεστίου οδηγούν σε αυξημένη χαλάρωση των λείων μυών, με αποτέλεσμα αρτηριακή αγγειοδιαστολή και, επομένως, μειωμένη αρτηριακή πίεση. Η μείωση του ενδοκυττάριου ασβεστίου αναστέλλει τις συσταλτικές διαδικασίες των κυττάρων των λείων μυών του μυοκαρδίου, προκαλώντας διάταση των στεφανιαίων και συστηματικών αρτηριών, αυξημένη παροχή οξυγόνου στον ιστό του μυοκαρδίου, μειωμένη συνολική περιφερική αντίσταση, μειωμένη συστηματική αρτηριακή πίεση και μειωμένη μεταφορτίση (afterload).
Μέσω των δράσεών της στη μείωση των επιπέδων ασβεστίου στους καρδιακούς και αγγειακούς λείους μύες, η ντιλτιαζέμη προκαλεί μείωση των συσταλτικών διαδικασιών των κυττάρων των λείων μυών του μυοκαρδίου και αγγειοδιαστολή των στεφανιαίων και συστηματικών αρτηριών, συμπεριλαμβανομένων των επικαρδιακών και υποενδοκαρδιακών. Αυτό οδηγεί, στη συνέχεια, σε αυξημένη παροχή οξυγόνου στον ιστό του μυοκαρδίου, βελτιωμένη καρδιακή παροχή λόγω αυξημένου παλμικού όγκου, μειωμένη συνολική περιφερική αντίσταση, μειωμένη συστηματική αρτηριακή πίεση και καρδιακό ρυθμό, και μειωμένη μεταφορτίση.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) μειώνει τη ζήτηση οξυγόνου του μυοκαρδίου μέσω μείωσης του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συσταλτικότητας. Αυτό οδηγεί σε θεραπευτικό αποτέλεσμα στη βελτίωση της αντοχής στην άσκηση σε χρόνια σταθερή στηθάγχοινα.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις των D-cis- και L-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμης) στις διαταραχές της μηχανικής λειτουργίας και του μεταβολισμού ενέργειας που προκαλούνται από το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2), καθώς και στη συσσώρευση ενδοκυττάριου Na+ σε απομονωμένες καρδιές αρουραίων. Η ενδοκυττάρια συγκέντρωση Na+ ([Na+]i) στο μυοκάρδιο μετρήθηκε με χρήση τεχνικής πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού. Το H2O2 (600 μM) αύξησε την τελο-διαστολική πίεση της αριστερής κοιλίας, μείωσε το επίπεδο ATP στον ιστό και αύξησε την απελευθέρωση γαλακτικής δεϋδρογονάσης από το μυοκάρδιο. Αυτές οι αλλοιώσεις που προκλήθηκαν από το H2O2 αμβλύνθηκαν σημαντικά από D-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμη) (15 μM) ή L-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμη) (15 μM).
Το H2O2 (1 mM) προκάλεσε σημαντική αύξηση της ενδομυοκαρδιακής [Na+]i, η οποία αναστέλλετο αποτελεσματικά από … D-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμη) (15 μM) ή L-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμη) (15 μM). … Η προστατευτική δράση των D-cis- και L-cis-diltiazem (ντιλτιαζέμης) μπορεί να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην ικανότητά τους να αναστέλλουν την προκαλούμενη από H2O2 αύξηση της [Na+]i.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Οι ελάχιστες θεραπευτικές συγκεντρώσεις ντιλτιαζέμης στο πλάσμα φαίνεται να κυμαίνονται μεταξύ 50 και 200 ng/mL. Μετά από από του στόματος χορήγηση παρατεταμένης αποδέσμευσης 360 mg ντιλτιαζέμης, το φάρμακο στο πλάσμα ήταν ανιχνεύσιμο εντός 3 έως 4 ωρών και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν μεταξύ 11 και 18 ωρών μετά τη δόση. Η μέγιστη συγκέντρωση και η συστηματική έκθεση στη ντιλτιαζέμη δεν επηρεάστηκαν από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ (hepatic first-pass metabolism), η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 40%, με την τιμή να κυμαίνεται από 24% έως 74% λόγω υψηλής διατομικής διακύμανσης στο φαινόμενο της πρώτης διόδου. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού της, μόνο 2% έως 4% του αμετάβλητου φαρμάκου ανιχνεύεται στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα σε υγιείς εθελοντές ήταν η N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (N-monodesmethyl diltiazem), ακολουθούμενη από τη δεακετυλ-N,O-διδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl N,O-didesmethyl diltiazem), τη δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl N-monodesmethyl diltiazem) και τη δεακετυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl diltiazem). Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στην απέκκριση στα ούρα της DTZ (ντιλτιαζέμης) και των μεταβολιτών της.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της ντιλτιαζέμης ήταν περίπου 305 L μετά από μία μόνο ενδοφλέβια έγχυση σε υγιείς άνδρες εθελοντές.
Μετά από μία μόνο ενδοφλέβια έγχυση σε υγιείς άνδρες εθελοντές, η συστηματική κάθαρση της ντιλτιαζέμης ήταν περίπου 65 L/h. Μετά από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση, η συστηματική κάθαρση μειώθηκε σε 48 L/h.
Η πρωτεϊνική σύνδεση της ντιλτιαζέμης είναι 80-90%, και ο όγκος κατανομής είναι περίπου 5.3 L/kg. Η κάθαρση της ντιλτιαζέμης μετά από από του στόματος λήψη ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης, με χρόνο ημίσειας ζωής 5-10 ώρες, ανεξάρτητα από την ποσότητα που ελήφθη. Σε σκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης, ωστόσο, ο χρόνος μέγιστης απορρόφησης καθυστερεί και ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί πολύ λόγω συνεχούς απορρόφησης από το ΓΕΣ.
Αν και η απορρόφηση … παραγόντων /όπως η ντιλτιαζέμη/ είναι σχεδόν πλήρης μετά από από του στόματος χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητά τους μειώνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις αισθητά, λόγω του ηπατικού μεταβολισμού πρώτης διόδου. Οι επιδράσεις αυτών των φαρμάκων είναι εμφανείς εντός 30-60 λεπτών από από του στόματος δόση … . Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης από του στόματος χορήγησης, η βιοδιαθεσιμότητα και ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να αυξηθούν λόγω κορεσμού του ηπατικού μεταβολισμού. Ένας κύριος μεταβολίτης της ντιλτιαζέμης είναι η δεσακετυλντιλτιαζέμη (desacetyldiltiazem), η οποία έχει περίπου το ήμισυ της ισχύος της ντιλτιαζέμης ως αγγειοδιασταλτικό.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Οι φαρμακοκινητικές αλλαγές της ντιλτιαζέμης … και του κύριου μεταβολίτη της, δεακετυλντιλτιαζέμης (DAD), μελετήθηκαν μετά από από του στόματος χορήγηση ντιλτιαζέμης σε φυσιολογικούς κουνέλια και σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Χορηγήθηκε ντιλτιαζέμη 10 mg/kg στα κουνέλια … από του στόματος (n=6). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της ντιλτιαζέμης και της DAD προσδιορίστηκαν με μέθοδο υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της ντιλτιαζέμης αυξήθηκαν σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Ο λόγος μεταβολιτών ντιλτιαζέμης προς DAD μειώθηκε σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Ο όγκος κατανομής (Vd) και η ολική κάθαρση του σώματος (CLt) της ντιλτιαζέμης μειώθηκαν σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Η σταθερά ρυθμού αποβολής (beta) της ντιλτιαζέμης μειώθηκε σημαντικά σε κουνέλια με νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ, αλλά αυτή της DAD αυξήθηκε σημαντικά. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της ντιλτιαζέμης αναστέλλετο … .
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της ντιλτιαζέμης σε κουνέλια μετά από υποεπιπεφυκοτική και τοπική χορήγηση. Η ντιλτιαζέμη διείσδυσε επιτυχώς στο υδατοειδές υγρό των οφθαλμών κουνελιών. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο υδατοειδές υγρό ήταν 3.8 ± 0.4 μg/mL μετά από τοπική εφαρμογή και 15.3 ± 1.1 μg/mL μετά από υποεπιπεφυκοτική ένεση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο υδατοειδές υγρό επιτεύχθηκε 1/2 ώρα μετά τη χορήγηση και στις δύο περιπτώσεις.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) συνδέεται περίπου 70-80% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, σύμφωνα με μελέτες in vitro. Περίπου 40% του φαρμάκου πιστεύεται ότι συνδέεται με την άλφα-1-γλυκοπρωτεΐνη (alpha-1-glycoprotein) σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις, ενώ περίπου 30% του φαρμάκου συνδέεται με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου (first-pass metabolism), ο οποίος εξηγεί τη σχετικά χαμηλή απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητά της. Υφίσταται N-δεσμεθυλίωση (N-demethylation) που μεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4. Το CYP2D6 είναι υπεύθυνο για την O-δεσμεθυλίωση (O-demethylation) και οι εστεράσες (esterases) μεσολαβούν στην δεακετυλίωση (deacetylation).
Υπήρχε μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στα κυκλοφορούντα επίπεδα μεταβολιτών στο πλάσμα σε υγιείς εθελοντές. Σε υγιείς εθελοντές, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες στο πλάσμα είναι η N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (N-monodesmethyl diltiazem), η δεακετυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl diltiazem) και η δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl N-monodesmethyl diltiazem), οι οποίοι είναι όλοι φαρμακολογικά ενεργοί.
Η δεακετυλ ντιλτιαζέμη διατηρεί περίπου 25-50% της φαρμακολογικής δραστηριότητας της μητρικής ένωσης. Η δεακετυλ ντιλτιαζέμη μπορεί να μετασχηματιστεί περαιτέρω σε δεακετυλ ντιλτιαζέμη N-οξείδιο (deacetyl diltiazem N-oxide) ή δεακετυλ O-δεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl O-desmethyl diltiazem). Η N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη μπορεί να μεταβολιστεί περαιτέρω σε N,O-διδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (N,O-didesmethyl diltiazem). Η δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη μπορεί να μεταβολιστεί περαιτέρω σε δεακετυλ-N,O-διδεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (deacetyl N,O-didesmethyl diltiazem), η οποία μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση ή σουλφάτωση.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) μπορεί να υποστεί O-δεσμεθυλίωση από το CYP2D6 σχηματίζοντας O-δεσμεθυλ ντιλτιαζέμη (O-desmethyl diltiazem).
Ένας κύριος μεταβολίτης της ντιλτιαζέμης είναι η δεσακετυλντιλτιαζέμη, η οποία έχει περίπου το 1/2 της ισχύος της ντιλτιαζέμης ως αγγειοδιασταλτικό.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό σε ηπατικούς και εξωηπατικούς ιστούς. Η δεακετυλντιλτιαζέμη (M1) και η N-δεσμεθυλντιλτιαζέμη (MA) είναι 2 από τους κύριους βασικούς μεταβολίτες της ντιλτιαζέμης που διατηρούν φαρμακολογική δραστηριότητα. Αυτό το φάρμακο επηρεάζει τον δικό του μεταβολισμό μετά από χρόνια χορήγηση στον ενήλικο ασθενή.
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-Δεσμεθυλντιλτιαζέμη (N-Demethyldiltiazem) και την O-Δεσμεθυλντιλτιαζέμη (O-Demethyldiltiazem).
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) μεταβολίζεται από και δρα ως αναστολέας του ενζύμου CYP3A4.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 3.0 έως 4.5 ώρες μετά από εφάπαξ και πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να αυξηθεί ελαφρώς με τη δόση και τον βαθμό ηπατικής ανεπάρκειας. Ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ντιλτιαζέμης σε δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης μετά από εφάπαξ ή πολλαπλή χορήγηση είναι 6 έως 9 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 3.4 ώρες μετά τη χορήγηση μίας μόνο ενδοφλέβιας έγχυσης. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής των φαρμακολογικά ενεργών μεταβολιτών είναι μεγαλύτεροι από αυτούς της ντιλτιαζέμης.
Η κάθαρση της ντιλτιαζέμης μετά από από του στόματος λήψη ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης, με χρόνο ημίσειας ζωής 5-10 ώρες … .
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC BETA-ANTAGONISTS), οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC ALPHA-ANTAGONISTS), οι ΑΝΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΣΑΣ ΕΝΖΥΜΗΣ (ANGIOTENSIN-CONVERTING ENZYME INHIBITORS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ (CALCIUM CHANNEL BLOCKERS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ (GANGLIONIC BLOCKERS) και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (VASODILATOR AGENTS).
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με εκλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
EE92BBP03H
DILTIAZEM
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Διαύλων Ασβεστίου
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς CYP3A4
Diltiazem (Ντιλτιαζέμη) είναι Αποκλειστής Διαύλων Ασβεστίου. Ο μηχανισμός δράσης της ντιλτιαζέμης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08DB01Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 120–360 mg · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Narrow C08DB01Άμεση Διαχείριση — Στενά QRS, Ρυθμική (αιμοδυναμικά σταθερός)Ρυθμική ταχυκαρδία στενά QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — βαγοτονικοί χειρισμοί 1ης γραμμήςΔοσολογία: 0.25 mg/kg IV → 0.35 mg/kg · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Sinus-Reentry C08DB01Φλεβόκομβο ΕπανεισόδουΤαχυκαρδία επανεισόδου στον φλεβόκομβοΔοσολογία: 120–360 mg/ημέρα · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC BETA-ANTAGONISTS), οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC ALPHA-ANTAGONISTS), οι ΑΝΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΣΑΣ ΕΝΖΥΜΗΣ (ANGIOTENSIN-CONVERTING ENZYME INHIBITORS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ (CALCIUM CHANNEL BLOCKERS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ (GANGLIONIC BLOCKERS) και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (VASODILATOR AGENTS).
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με εκλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.