DILTIAZEM(Διλτιαζέμη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 7-8 ώρες
- DrugBank: 3.0 - 4.5 ώρες
- PubChem: 3.0 - 4.5 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Στηθάγχη λόγω σπασμού των στεφανιαίων
Στηθάγχη τύπου Prinzmetal
- I20 Στηθάγχη
-
Στηθάγχη προσπάθειας
- I20 Στηθάγχη
-
Υπέρταση
Ελαφράς έως μέτριας βαρύτητας
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος TILDIEM
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από το στόμα
- Χορήγηση: δύο φορές την ημέρα
- Δόση έναρξης: 90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί εφόσον κριθεί απαραίτητο.
-
Ενήλικες (για υπέρταση)Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέραΜέγ. δόση360 mg ημερησίως
-
Ηλικιωμένοι ή ασθενείς με νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια (για υπέρταση)Μέγ. δόση120 mg δύο φορές την ημέραΑρχικά 120 mg μία φορά την ημέρα, αυξανόμενο εάν κριθεί απαραίτητο σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 παλμούς ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί.
-
Ενήλικες (για στηθάγχη)Δόση90 mg ή 120 mg δύο φορές την ημέρα (δόση έναρξης)Μέγ. δόση480 mg ημερησίως
-
Ηλικιωμένοι ή ασθενείς με νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια (για στηθάγχη)Μέγ. δόση120 mg δύο φορές την ημέραΩς δόση έναρξης ένα δισκίο των 60 mg δύο φορές την ημέρα, η οποία στη συνέχεια μπορεί να αυξηθεί εάν κριθεί απαραίτητο σε 90 mg δύο φορές την ημέρα ή το ανώτερο μέχρι 120 mg δύο φορές την ημέρα. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται στενή παρακολούθηση της καρδιακής συχνότητας. Εάν αυτή μειωθεί κάτω από 50 σφύξεις ανά λεπτό, η δόση δεν πρέπει να αυξηθεί. Τα δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης 90 mg και 120 mg δεν είναι κατάλληλα για έναρξη της αγωγής.
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Επομένως, η χρήση της διλτιαζέμης δεν συνιστάται σε παιδιά.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη διλτιαζέμη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σύνδρομο νοσούντος φλεβοκόμβουΠληθυσμόςεκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμούΠληθυσμόςεκτός εάν υπάρχει βηματοδότης σε λειτουργία
-
Σοβαρή βραδυκαρδίαΠληθυσμόςλιγότερο από 40 σφύξεις ανά λεπτό
-
Βαρειά υπόταση
-
Αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια με πνευμονική συμφόρηση
-
Συνδυασμός με δαντρολένιο σε έγχυση
-
Συνδυασμός με ιβαμπραδίνη
-
Γαλουχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μειωμένη λειτουργικότητα αριστερής κοιλίας, βραδυκαρδία, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμούΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής κοιλίας, βραδυκαρδία (κίνδυνος επιδείνωσης) ή με 1ου βαθμού κολποκοιλιακό αποκλεισμό με ΗΚΓκή διάγνωση (κίνδυνος επιδείνωσης και σπάνια πλήρους αποκλεισμού)Απαιτείται συστηματική παρακολούθηση
-
Γενική αναισθησίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγή με διλτιαζέμηΟ αναισθησιολόγος πρέπει να ενημερώνεται. Ταυτόχρονη χορήγηση νιτρωδών θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Αύξηση συγκέντρωσης διλτιαζέμης στο πλάσμαΠληθυσμόςηλικιωμένοι, άτομα με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκειαΣτενή παρακολούθηση, κυρίως της καρδιακής συχνότητας, στην αρχή της θεραπείας
-
Μεταβολές της διάθεσης, συμπεριλαμβανομένης της κατάθλιψηςΠιθανός συσχετισμός με αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
-
Ανασταλτική δράση στην κινητικότητα του εντέρουπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με κίνδυνο απόφραξης του εντερικού σωλήναΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Αύξηση της γλυκόζης αίματοςΠληθυσμόςασθενείς με λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτηΠροσεκτική παρακολούθηση
-
Σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης-ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Δαντρολένιο (έγχυση)αντένδειξηΘανατηφόρα κοιλιακή ταχυκαρδία (σε ζώα)ΣύστασηΟ συνδυασμός του δαντρολενίου με ανταγωνιστές ασβεστίου είναι επομένως δυνητικά επικίνδυνος
-
αντένδειξηΑθροιστική επίδραση μείωσης του καρδιακού ρυθμού
-
Εσμολόλη (σε ασθενείς με μειωμένη λειτουργικότητα της αριστερής καρδιακής κοιλίας)προσοχήΔιαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση)ΣύστασηΔε συνιστάται
-
ΑλφεντανίληπροσοχήΕνίσχυση της κατασταλτικής δράσης στο αναπνευστικόΣύστασηΣυνιστάται προσαρμογή της δόσης της κατά τη συγχορήγηση με διλτιαζέμη.
-
ΑναισθητικάπροσοχήΕνίσχυση καταστολής καρδιακής συσταλτικότητας, αγωγιμότητας, αυτοματισμού και αγγειοδιασταλτικότητας. Μείωση ρυθμού απομάκρυνσης μυοχαλαρωτικού. Ενίσχυση υποτασικής δράσης με νιτρώδη.ΣύστασηΕάν συγχορηγηθούν αναισθητικά που περιέχουν αλογόνα και διλτιαζέμη, η δοσολογία της διλτιαζέμης θα πρέπει να προσαρμόζεται στην αιμοδυναμική ανταπόκριση.
-
Ανταγωνιστές των α-αδρενεργικών υποδοχέωνπροσοχήΑυξημένη αντι-υπερτασική δράση, μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει την υπόταση.ΣύστασηΗ συγχορήγηση διλτιαζέμης με κάποιον ανταγωνιστή των α-αδρενεργικών υποδοχέων πρέπει να γίνεται μόνο με συχνή παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Βήτα-αποκλειστέςπροσοχήΠιθανότητα διαταραχών του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση).ΣύστασηΑυτός ο συνδυασμός πρέπει να γίνεται μόνο με στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση, ιδίως στην αρχή της θεραπείας.
-
Αντιαρρυθμικοί παράγοντεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών στην καρδιά που προέρχονται από αθροιστικά φαινόμενα.ΣύστασηΑυτός ο συνδυασμός θα πρέπει να γίνεται μόνο κάτω από στενή κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος βραδυκαρδίας.ΣύστασηΧρειάζεται προσοχή η συγχορήγησή της με διλτιαζέμη, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και με υψηλές δόσεις χορήγησης.
-
Παράγωγα νιτρωδώνπροσοχήΑυξημένη υποτασική δράση και λιποθυμία (λόγω αθροιστικής αγγειοδιασταλτικής δράσης).ΣύστασηΣε όλους τους ασθενείς που παίρνουν ανταγωνιστές ασβεστίου, η συνταγογράφηση παραγώγων νιτρωδών θα πρέπει να γίνεται με προοδευτική αύξηση των δόσεων.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία.ΣύστασηΣυνιστάται η μείωση της δόσης της κυκλοσπορίνης, ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας, ο προσδιορισμός των επιπέδων κυκλοσπορίνης στην κυκλοφορία και η ρύθμιση της δόσης της, κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης.ΣύστασηΣυνιστάται ο έλεγχος των επιπέδων της καρβαμαζεπίνης στο πλάσμα και η προσαρμογή της δόσης, εάν θεωρηθεί απαραίτητο.
-
προσοχήΑύξηση των επιπέδων θεοφυλλίνης στο πλάσμα.
-
Αναστολείς των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης (σιμετιδίνη, ρανιτιδίνη)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα.ΣύστασηΟι ασθενείς που ακολουθούν αγωγή με διλτιαζέμη θα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της αγωγής με αναστολείς των Η2 υποδοχέων της ισταμίνης. Προσαρμογή της ημερήσιας δόσης διλτιαζέμης ίσως θεωρηθεί απαραίτητη.
-
προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων διλτιαζέμης στο πλάσμα.ΣύστασηΟ ασθενής θα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με ριφαμπικίνη.
-
προσοχήΚίνδυνος αύξησης της νευροτοξικότητας που προκαλείται από το λίθιο.
-
ΒακλοφένηπροσοχήΕνίσχυση της αντιυπερτασικής δράσης.ΣύστασηΣυνιστάται παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης και προσαρμογή της δοσολογίας του αντιυπερτασικού εάν είναι απαραίτητο.
-
Εσμολόλη (σε ασθενείς με φυσιολογική λειτουργία της αριστερής καρδιακής κοιλίας)προσοχήΔιαταραχές του ρυθμού (σημαντική βραδυκαρδία, φλεβοκομβικός αποκλεισμός), διαταραχές φλεβοκόμβου και κολποκοιλιακής αγωγιμότητας και καρδιακή ανεπάρκεια (συνεργιστική δράση).ΣύστασηΣυνιστάται κλινική και ΗΚΓκή παρακολούθηση.
-
προσοχήΗ διλτιαζέμη ενδέχεται να αυξήσει τη συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.ΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση της συγκέντρωσης της φαινυτοΐνης στο πλάσμα.
-
Ακετυλοσαλικυλικά [Ακετυλοσαλικυλικό Οξύ (ΑΣΟ)/Ακετυλοσαλικυλική Λυσίνη (ΑΣΛ)]προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας εξαιτίας της δυνητικής αθροιστικής δράσης στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση ακετυλοσαλικυλικών (ΑΣΟ/ΑΣΛ) με τη διλτιαζέμη πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Σκιαγραφικά μέσα ακτίνων ΧπροσοχήΟι καρδιαγγειακές επιδράσεις μιας ενδοφλέβιας δόσης bolus ενός ιοντικού σκιαγραφικού μέσου ακτίνων Χ, όπως η υπόταση, ενδέχεται να είναι αυξημένες.ΣύστασηΕιδική προσοχή απαιτείται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα διλτιαζέμη και σκιαγραφικά μέσα ακτίνων Χ.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 / Χυμός γκρέιπφρουτπαρακολούθησηΜέτρια αύξηση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμα (1,2 φορά με χυμό γκρέιπφρουτ).ΣύστασηΟι ασθενείς που καταναλώνουν χυμό γκρέιπφρουτ πρέπει να παρακολουθούνται για αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες της διλτιαζέμης. Ο χυμός γκρέιπφρουτ πρέπει να αποφεύγεται εάν υπάρχει υποψία αλληλεπίδρασης.
-
Υποστρώματα του CYP3A4προσοχήΠιθανή αύξηση στη συγκέντρωση του πλάσματος του κάθε συγχορηγούμενου φαρμάκου.
-
Επαγωγείς του CYP3A4προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της διλτιαζέμης στο πλάσμα.
-
Βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσης που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 (μιδαζολάμη, τριαζολάμη)προσοχήΗ διλτιαζέμη αυξάνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις και επιμηκύνει το χρόνο ημιζωής τους.ΣύστασηΣυνιστάται ιδιαίτερη προσοχή όταν συνταγογραφούνται βενζοδιαζεπίνες βραχείας δράσεως που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4 σε ασθενείς που λαμβάνουν διλτιαζέμη.
-
Κορτικοστεροειδή (μεθυλπρεδνιζολόνη)παρακολούθησηΑναστολή του μεταβολισμού (CYP3A4) της μεθυλπρεδνιζολόνης και αναστολή της P-γλυκοπρωτεΐνης.ΣύστασηΟ ασθενής πρέπει να παρακολουθείται κατά την έναρξη της αγωγής με μεθυλπρεδνιζολόνη. Προσαρμογή της δόσης της μεθυλπρεδνιζολόνης πιθανόν να είναι αναγκαία.
-
Στατίνες (που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4)προσοχήΗ διλτιαζέμη αυξάνει την AUC ορισμένων στατινών. Κίνδυνος μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΌταν είναι εφικτό, πρέπει να χρησιμοποιείται μια στατίνη που δεν μεταβολίζεται από το CYP3A4 μαζί με τη διλτιαζέμη, διαφορετικά απαιτείται στενή παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα πιθανής τοξικότητας λόγω της στατίνης.
-
Αντικαταθλιπτικά του τύπου της ιμιπραμίνης, ΝευροληπτικάπροσοχήΑντιυπερτασική δράση και κίνδυνος ορθοστατικής υπότασης.
-
ΑλκοόλπροσοχήΜπορεί να αυξήσει την ταχύτητα απελευθέρωσης της διλτιαζέμης από το σκεύασμα παρατεταμένης απελευθέρωσης.ΣύστασηΤο Διλτιαζέμη δεν θα πρέπει να λαμβάνεται κατά τον ίδιο χρόνο όπως το αλκοόλ.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η παρακάτω κατάταξη (CIOMS) της συχνότητας εμφάνισης χρησιμοποιείται, όπου εφαρμόζεται:
- Πολύ συχνές (≥1/10)
- Συχνές (≥1/100 έως <1/10)
- Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100)
- Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000)
- Πολύ σπάνιες (<1/10.000)
- Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα)
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί μετά την κυκλοφορία του προϊόντος προέρχονται από αυθόρμητες αναφορές και συνεπώς, η συχνότητα αυτών των ανεπιθύμητων ενεργειών δεν είναι γνωστή.
Εντός κάθε κατηγορίας συχνότητας εμφάνισης, οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατίθενται κατά φθίνουσα σειρά σοβαρότητας.
| Όργανο Σύστημα | Πολύ συχνές | Συχνές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ διλτιαζέμη δε συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης, όπως επίσης σε γυναίκες με ικανότητα τεκνοποίησης που δε χρησιμοποιούν αποτελεσματικό τρόπο αντισύλληψης.Υπάρχουν πολύ περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της διλτιαζέμης σε εγκυμονούσες ασθενείς. Η διλτιαζέμη έχει αποδειχτεί ότι παρουσιάζει τοξικότητα κατά την αναπαραγωγή σε ορισμένα είδη ζώων (αρουραίους, ποντίκια, κουνέλια).
-
ΓαλουχίαΗ γαλουχία πρέπει να αποφεύγεται όταν λαμβάνεται αυτό το φάρμακο. Εάν η χρήση της διλτιαζέμης κρίνεται απαραίτητη, θα πρέπει να καθιερωθεί ένας εναλλακτικός τρόπος σίτισης του βρέφους.Η διλτιαζέμη εκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε μικρές συγκεντρώσεις.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εκσεσημασμένη υπόταση μέχρι καταπληξίας
- φλεβοκομβική βραδυκαρδία με ή χωρίς κομβικό ρυθμό
- φλεβοκομβική ανακοπή
- διαταραχές κολποκοιλιακής αγωγιμότητας
- καρδιακή ανακοπή
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Ανταγωνιστής ασβεστίου, κωδικός ATC: C08D B01
Μηχανισμός δράσης
Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο εξαρτώμενο από τη διαφορά δυναμικού. Με αυτό το μηχανισμό, η διλτιαζέμη μειώνει τη συγκέντρωση του ενδοκυτταρικού ασβεστίου κοντά στις συσταλτές πρωτεΐνες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Στα ζώα:
- Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή χωρίς να προκαλεί φαινόμενα υποκλοπής. Έχει δράση στα μεγάλα και μικρά αγγεία και στην παράπλευρη κυκλοφορία. Αυτή η αγγειοδιασταλτική δράση που είναι ήπια στις περιφερικές αρτηρίες, γίνεται εμφανής με δόσεις που δεν προκαλούν αρνητική ινότροπο δράση. Οι δύο κύριοι μεταβολίτες του προϊόντος, desacetyldiltiazem και Ν-monodesmethyldiltiazem έχουν μια φαρμακολογική δράση στη στηθάγχη που αντιστοιχεί στο 10% και 20% αντίστοιχα, του μητρικού φαρμάκου.
- Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη μειώνει τον τόνο των λείων μυϊκών ινών μειώνοντας την είσοδο ασβεστίου στα κύτταρα και προκαλεί αγγειοδιαστολή που οδηγεί σε μείωση των συνολικών περιφερικών αντιστάσεων. Η διλτιαζέμη μειώνει την αρτηριακή πίεση χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία σε πολλά ζωικά μοντέλα υπέρτασης, ειδικότερα στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Δεν μεταβάλλει την καρδιακή παροχή και διατηρεί τη νεφρική αιματική ροή. Επίσης, μειώνει εκλεκτικά την αγγειοσυσπαστική δράση της νοραδρεναλίνης και της αγγειοτασίνης ΙΙ. Η διλτιαζέμη αυξάνει την διούρηση και μειώνει την καρδιακή υπερτροφία στον αυτόματα υπερτασικό αρουραίο. Υψηλές δόσεις διλτιαζέμης μειώνουν την ανάπτυξη ασβεστώσεως των αρτηριών του αρουραίου.
Σε ανθρώπους:
- Αντιστηθαγχικές ιδιότητες: Η διλτιαζέμη αυξάνει τη στεφανιαία ροή μειώνοντας την αντίσταση των στεφανιαίων. Ηλεκτροφυσιολογικά, η διλτιαζέμη προκαλεί ήπια βραδυκαρδία σε φυσιολογικά άτομα, επιμηκύνει την ενδοκομβική αγωγή και δεν έχει καμία δράση στην αγωγή στο δεμάτιο και τα σκέλη του His.
- Αντιϋπερτασικές ιδιότητες: Σε αγγειακό επίπεδο, η διλτιαζέμη προκαλεί μέτρια αγγειοδιαστολή και βελτιώνει την διατασιμότητα των αρτηριών. Αυτή η καλά εξισορροπημένη αγγειοδιαστολή οδηγεί στη μείωση της αρτηριακής πίεσης στους υπερτασικούς, λόγω μείωσης των περιφερικών αντιστάσεων, χωρίς να προκαλεί αντανακλαστική ταχυκαρδία. Οι τριχοειδικές αιματικές ροές, ιδιαίτερα νεφρική και στεφανιαία, διατηρούνται ή αυξάνονται. Σε οξεία λήψη παρατηρείται μια ελαφριά νατριουρητική δράση. Η διλτιαζέμη δεν επηρεάζει το σύστημα ρενίνης - αγγειοτασίνης - αλδοστερόνης σε μακρά χορήγηση και δεν προκαλεί κατακράτηση νατρίου και νερού, όπως διαπιστώνεται από την έλλειψη μεταβολών στο βάρος και έλλειψη αλλαγών στην ισορροπία νερού και ηλεκτρολυτών στο πλάσμα.
Η διλτιαζέμη δρα σαν στεφανιαίος αγγειοδιαστολέας στην καρδιά μειώνοντας την υπερτροφία της αριστεράς κοιλίας σε υπερτασικούς. Έχει μικρή δράση στην καρδιακή παροχή. Η διλτιαζέμη μειώνει το καρδιακό έργο με την ήπια βραδυκαρδιακή δράση της σε συνδυασμό με την μείωση των συστημάτων αγγειακών αντιστάσεων. Δεν έχει διαπιστωθεί αρνητική ινότροπη δράση σε υγιές μυοκάρδιο. Η διλτιαζέμη μειώνει την καρδιακή συχνότητα σε μέτριο βαθμό και μπορεί να αυξήσει την κατασταλτική της δράση σε νόσο του φλεβοκόμβου. Επηρεάζει αρνητικά την κολποκοιλιακή αγωγή και έτσι υπάρχει κίνδυνος κολποκοιλιακού αποκλεισμού. Η διλτιαζέμη δεν μεταβάλλει την αγωγή στο δεμάτιο του His. Δεν επηρεάζει τη ρύθμιση του μεταβολισμού του σακχάρου. Δεν επηρεάζει δυσμενώς τις λιποπρωτεΐνες του πλάσματος ή τον μεταβολισμό των λιπιδίων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
- Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση.
- Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις φαρμακοτεχνικές μορφές είναι περίπου το 90% της βιοδιαθεσιμότητας της συμβατικής φαρμακοτεχνικής μορφής.
- Η διλτιαζέμη συνδέεται σε ποσοστό 80 - 85% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Μεταβολίζεται σημαντικά στο ήπαρ.
- Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 7-8 ώρες.
- Λιγότερο από 5% αμετάβλητης διλτιαζέμης ανιχνεύεται στα ούρα.
- Ο κύριος μεταβολίτης Ν-monodesmethyldiltiazem αποτελεί το 35% της κυκλοφορούσης διλτιαζέμης.
- Κατά τη μακροχρόνια χορήγηση σε έναν ασθενή, οι συγκεντρώσεις της διλτιαζέμης στο πλάσμα παραμένουν σταθερές.
- Οι μέσες συγκεντρώσεις πλάσματος σε ηλικιωμένα άτομα και σε άτομα με νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια είναι υψηλότερες από αυτές των νεαρών ατόμων.
- Η διλτιαζέμη και οι μεταβολίτες της δεν διυλίζονται εύκολα.
- Οι διάφορες μορφές διλτιαζέμης που χορηγούνται δύο φορές την ημέρα έχει αποδειχθεί ότι παρουσιάζουν διαφορετικά φαρμακοκινητικά προφίλ και για το λόγο αυτό δεν συνιστάται η υποκατάσταση κάποιας μορφής ενός προϊόντος με κάποια άλλη διαφορετικού προϊόντος.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Ανταγωνιστής ασβεστίου, κωδικός ATC: C08D B01 ### Μηχανισμός δράσης Η διλτιαζέμη αποκλείει επιλεκτικά την είσοδο ασβεστίου στους βραδείς διαύλους ασβεστίου των λείων μυϊκών ινών των αγγείων και των μυοκαρδιακών ινών με τρόπο…
- Η διλτιαζέμη έχει καλή απορρόφηση (90%) σε υγιείς εθελοντές μετά από του στόματος χορήγηση. * Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται εντός 4-8 ωρών μετά τη χορήγηση. * Η βιοδιαθεσιμότητα του προϊόντος σε αυτές τις φαρμακοτεχνικές…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Καρδιακή συχνότητα | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | στην αρχή της θεραπείας | ηλικιωμένοι, νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Diltiazem (Διλτιαζέμη) είναι αντιυπερτασικός και αγγειοδιασταλτικός παράγοντας που δρα χαλαρώνοντας τον αγγειακό μυ και μειώνοντας την αρτηριακή πίεση. Αυτό σχετίζεται με τις μακροχρόνιες θεραπευτικές επιδράσεις, καθώς η μείωση της αρτηριακής πίεσης μειώνει τον κίνδυνο θανατηφόρων και μη θανατηφόρων καρδιαγγειακών συμβαμάτων, κυρίως εγκεφαλικών επεισοδίων και εμφραγμάτων του μυοκαρδίου.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) αναστέλλει την εισροή εξωκυττάριων ιόντων ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών του μυοκαρδίου και των λείων μυών των αγγείων κατά την εκπόλωση. Η διλτιαζέμη ταξινομείται ως αρνητικός ινότροπος (μειωμένη δύναμη) και αρνητικός χρονότροπος (μειωμένος ρυθμός). Θεωρείται επίσης φάρμακο ελέγχου ρυθμού, καθώς μειώνει τον καρδιακό ρυθμό.
Η διλτιαζέμη ασκεί αιμοδυναμικές δράσεις μειώνοντας την αρτηριακή πίεση, την περιφερική αγγειακή αντίσταση, το γινόμενο πίεσης-ρυθμού και την στεφανιαία αγγειακή αντίσταση, ενώ αυξάνει τη στεφανιαία ροή του αίματος. Η διλτιαζέμη μειώνει την αγωγή του φλεβοκομβικού κόμβου (sinoatrial) και του κολποκοιλιακού κόμβου (atrioventricular) σε απομονωμένους ιστούς και έχει αρνητικό ινότροπο αποτέλεσμα σε απομονωμένα παρασκευάσματα. Στην υπερκοιλιακή ταχυκαρδία, η διλτιαζέμη παρατείνει την επαναφορά του κολποκοιλιακού κόμβου.
Καθώς το μέγεθος της μείωσης της αρτηριακής πίεσης σχετίζεται με τον βαθμό της υπέρτασης, το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα της διλτιαζέμης είναι πιο έντονο σε άτομα με υπέρταση. Σε τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή, παράλληλης ομάδας, μελέτη δόσης-απόκρισης που περιλάμβανε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση, παρατηρήθηκε μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 1.9, 5.4, 6.1 και 8.6 mmHg σε ασθενείς που έλαβαν διλτιαζέμη σε δόσεις 120, 240, 360 και 540 mg, αντίστοιχα. Σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο, παρατηρήθηκε μείωση της διαστολικής αρτηριακής πίεσης κατά 2.6 mmHg.
Σε τυχαιοποιημένη, διπλά-τυφλή μελέτη που περιλάμβανε ασθενείς με χρόνια σταθερή στηθάγχοινα, μεταβλητές δόσεις διλτιαζέμης που χορηγήθηκαν το βράδυ προκάλεσαν αυξημένη αντοχή στην άσκηση μετά από 21 ώρες, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Στη μελέτη NORDIL σε ασθενείς με υπέρταση, αξιολογήθηκε η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της διλτιαζέμης στη μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Όταν χρησιμοποιήθηκε το συνδυασμένο πρωτεύον καταληκτικό σημείο ως θανατηφόρο και μη θανατηφόρο εγκεφαλικό επεισόδιο, έμφραγμα του μυοκαρδίου και άλλοι καρδιαγγειακοί θάνατοι, τα θανατηφόρα και μη θανατηφόρα εγκεφαλικά επεισόδια μειώθηκαν κατά 25% στην ομάδα της διλτιαζέμης. Αν και η κλινική σημασία αυτής της επίδρασης παραμένει ασαφής, προτείνεται ότι η διλτιαζέμη μπορεί να ασκεί προστατευτικό ρόλο κατά των εγκεφαλικών επεισοδίων σε υπερτασικούς ασθενείς.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η διέγερση του καρδιακού μυός περιλαμβάνει την ενεργοποίηση μιας βραδείας εισερχόμενης ιοντικής ροής ασβεστίου που προκαλείται από βραδείς διαύλους ασβεστίου τύπου L (L-type calcium channels), οι οποίοι είναι διαύλοι ευαίσθητοι στην τάση, ιοντο-επιλεκτικοί, συνδεδεμένοι με υψηλό κατώφλι ενεργοποίησης και βραδύ προφίλ αδρανοποίησης. Οι δίαυλοι ασβεστίου τύπου L είναι η κύρια ιοντική ροή που είναι υπεύθυνη για την όψιμη φάση του δυναμικού βηματοδότη.
Λειτουργώντας ως η κύρια πηγή Ca2+ για τη σύσπαση των λείων μυών και του καρδιακού μυός, η ενεργοποίηση των διαύλων ασβεστίου τύπου L επιτρέπει την εισροή ιόντων ασβεστίου στους μύες κατά την εκπόλωση και τη διέγερση του διαύλου. Προτείνεται ότι αυτή η εισροή κατιόντων μπορεί επίσης να πυροδοτήσει την απελευθέρωση επιπλέον ιόντων ασβεστίου από ενδοκυττάριες αποθήκες.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) είναι ένας αναστολέας βραδέων διαύλων ασβεστίου που συνδέεται στην εξωκυττάρια θέση της υπομονάδας άλφα-1C (alpha-1C subunit) του διαύλου, η οποία πιστεύεται ότι είναι η περιοχή σύνδεσης S5-6 του διαμεμβρανικού πεδίου IV ή/και το τμήμα S6 του πεδίου III. Η διλτιαζέμη μπορεί να προσπελάσει αυτή τη θέση σύνδεσης είτε από την ενδοκυττάρια είτε από την εξωκυττάρια πλευρά, αλλά απαιτεί διαμορφωτικές αλλαγές στον δίαυλο που προκαλούνται από την τάση στη μεμβράνη.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) αναστέλλει την εισροή εξωκυττάριου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών του μυοκαρδίου και των λείων μυών των αγγείων. Σε απομονωμένο ανθρώπινο καρδιακό μυ (μυοκάρδιο) των κόλπων και των κοιλιών, η διλτιαζέμη κατέστειλε την τάση στο εύρος των δυναμικών μεμβράνης που σχετίζεται με τη δραστηριότητα των διαύλων ασβεστίου, αλλά είχε μικρή επίδραση στις σχέσεις τάσης-τάσης σε πιο θετικά δυναμικά. Αυτή η επίδραση πιστεύεται ότι μεσολαβείται από την εξαρτώμενη από την τάση αναστολή των διαύλων ασβεστίου τύπου L και την αναστολή της απελευθέρωσης ιόντων ασβεστίου από τις αποθήκες του Ενδοπλασματικού Δικτύου (ER), χωρίς να μεταβάλλει τη νατριουμο-ασβεστιο-συζευγμένη μεταφορά ή την ευαισθησία των μυofilamentων στο ασβέστιο.
Μέσω της αναστολής της εισερχόμενης ιοντικής ροής ασβεστίου, η διλτιαζέμη ασκεί άμεση ινότροπη επίδραση και επίδραση εξοικονόμησης ενέργειας στο μυοκάρδιο. Η διλτιαζέμη επιβραδύνει την αγωγή του κολποκοιλιακού κόμβου, η οποία οφείλεται στην ικανότητά της να παρεμποδίζει τη λειτουργία των βραδέων διαύλων.
Οι μειωμένες ενδοκυττάριες συγκεντρώσεις ασβεστίου οδηγούν σε αυξημένη χαλάρωση των λείων μυών, με αποτέλεσμα αρτηριακή αγγειοδιαστολή και, επομένως, μειωμένη αρτηριακή πίεση. Η μείωση του ενδοκυττάριου ασβεστίου αναστέλλει τις συσταλτικές διαδικασίες των κυττάρων των λείων μυών του μυοκαρδίου, προκαλώντας διάταση των στεφανιαίων και συστηματικών αρτηριών, αυξημένη παροχή οξυγόνου στον ιστό του μυοκαρδίου, μειωμένη συνολική περιφερική αντίσταση, μειωμένη συστηματική αρτηριακή πίεση και μειωμένη μεταφορτίση (afterload).
Μέσω των δράσεών της στη μείωση των επιπέδων ασβεστίου στους καρδιακούς και αγγειακούς λείους μύες, η διλτιαζέμη προκαλεί μείωση των συσταλτικών διαδικασιών των κυττάρων των λείων μυών του μυοκαρδίου και αγγειοδιαστολή των στεφανιαίων και συστηματικών αρτηριών, συμπεριλαμβανομένων των επικαρδιακών και υποενδοκαρδιακών. Αυτό οδηγεί, στη συνέχεια, σε αυξημένη παροχή οξυγόνου στον ιστό του μυοκαρδίου, βελτιωμένη καρδιακή παροχή λόγω αυξημένου παλμικού όγκου, μειωμένη συνολική περιφερική αντίσταση, μειωμένη συστηματική αρτηριακή πίεση και καρδιακό ρυθμό, και μειωμένη μεταφορτίση.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) μειώνει τη ζήτηση οξυγόνου του μυοκαρδίου μέσω μείωσης του καρδιακού ρυθμού, της αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συσταλτικότητας. Αυτό οδηγεί σε θεραπευτικό αποτέλεσμα στη βελτίωση της αντοχής στην άσκηση σε χρόνια σταθερή στηθάγχοινα.
Μελετήθηκαν οι επιδράσεις των D-cis- και L-cis-diltiazem (διλτιαζέμης) στις διαταραχές της μηχανικής λειτουργίας και του μεταβολισμού ενέργειας που προκαλούνται από το υπεροξείδιο του υδρογόνου (H2O2), καθώς και στη συσσώρευση ενδοκυττάριου Na+ σε απομονωμένες καρδιές αρουραίων. Η ενδοκυττάρια συγκέντρωση Na+ ([Na+]i) στο μυοκάρδιο μετρήθηκε με χρήση τεχνικής πυρηνικού μαγνητικού συντονισμού. Το H2O2 (600 μM) αύξησε την τελο-διαστολική πίεση της αριστερής κοιλίας, μείωσε το επίπεδο ATP στον ιστό και αύξησε την απελευθέρωση γαλακτικής δεϋδρογονάσης από το μυοκάρδιο. Αυτές οι αλλοιώσεις που προκλήθηκαν από το H2O2 αμβλύνθηκαν σημαντικά από D-cis-diltiazem (διλτιαζέμη) (15 μM) ή L-cis-diltiazem (διλτιαζέμη) (15 μM).
Το H2O2 (1 mM) προκάλεσε σημαντική αύξηση της ενδομυοκαρδιακής [Na+]i, η οποία αναστέλλετο αποτελεσματικά από … D-cis-diltiazem (διλτιαζέμη) (15 μM) ή L-cis-diltiazem (διλτιαζέμη) (15 μM). … Η προστατευτική δράση των D-cis- και L-cis-diltiazem (διλτιαζέμης) μπορεί να οφείλεται, τουλάχιστον εν μέρει, στην ικανότητά τους να αναστέλλουν την προκαλούμενη από H2O2 αύξηση της [Na+]i.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Diltiazem (Διλτιαζέμη) απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Οι ελάχιστες θεραπευτικές συγκεντρώσεις διλτιαζέμης στο πλάσμα φαίνεται να κυμαίνονται μεταξύ 50 και 200 ng/mL. Μετά από από του στόματος χορήγηση παρατεταμένης αποδέσμευσης 360 mg διλτιαζέμης, το φάρμακο στο πλάσμα ήταν ανιχνεύσιμο εντός 3 έως 4 ωρών και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτεύχθηκαν μεταξύ 11 και 18 ωρών μετά τη δόση. Η μέγιστη συγκέντρωση και η συστηματική έκθεση στη διλτιαζέμη δεν επηρεάστηκαν από την ταυτόχρονη λήψη τροφής.
Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού πρώτης διόδου στο ήπαρ (hepatic first-pass metabolism), η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά από από του στόματος χορήγηση είναι περίπου 40%, με την τιμή να κυμαίνεται από 24% έως 74% λόγω υψηλής διατομικής διακύμανσης στο φαινόμενο της πρώτης διόδου. Η βιοδιαθεσιμότητα μπορεί να αυξηθεί σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια.
Λόγω του εκτεταμένου μεταβολισμού της, μόνο 2% έως 4% του αμετάβλητου φαρμάκου ανιχνεύεται στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα σε υγιείς εθελοντές ήταν η N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη (N-monodesmethyl diltiazem), ακολουθούμενη από τη δεακετυλ-N,O-διδεσμεθυλ διλτιαζέμη (deacetyl N,O-didesmethyl diltiazem), τη δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη (deacetyl N-monodesmethyl diltiazem) και τη δεακετυλ διλτιαζέμη (deacetyl diltiazem). Ωστόσο, φαίνεται να υπάρχει μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στην απέκκριση στα ούρα της DTZ (διλτιαζέμης) και των μεταβολιτών της.
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της διλτιαζέμης ήταν περίπου 305 L μετά από μία μόνο ενδοφλέβια έγχυση σε υγιείς άνδρες εθελοντές.
Μετά από μία μόνο ενδοφλέβια έγχυση σε υγιείς άνδρες εθελοντές, η συστηματική κάθαρση της διλτιαζέμης ήταν περίπου 65 L/h. Μετά από συνεχή ενδοφλέβια έγχυση, η συστηματική κάθαρση μειώθηκε σε 48 L/h.
Η πρωτεϊνική σύνδεση της διλτιαζέμης είναι 80-90%, και ο όγκος κατανομής είναι περίπου 5.3 L/kg. Η κάθαρση της διλτιαζέμης μετά από από του στόματος λήψη ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης, με χρόνο ημίσειας ζωής 5-10 ώρες, ανεξάρτητα από την ποσότητα που ελήφθη. Σε σκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης, ωστόσο, ο χρόνος μέγιστης απορρόφησης καθυστερεί και ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να παραταθεί πολύ λόγω συνεχούς απορρόφησης από το ΓΕΣ.
Αν και η απορρόφηση … παραγόντων /όπως η διλτιαζέμη/ είναι σχεδόν πλήρης μετά από από του στόματος χορήγηση, η βιοδιαθεσιμότητά τους μειώνεται, σε ορισμένες περιπτώσεις αισθητά, λόγω του ηπατικού μεταβολισμού πρώτης διόδου. Οι επιδράσεις αυτών των φαρμάκων είναι εμφανείς εντός 30-60 λεπτών από από του στόματος δόση … . Κατά τη διάρκεια επαναλαμβανόμενης από του στόματος χορήγησης, η βιοδιαθεσιμότητα και ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να αυξηθούν λόγω κορεσμού του ηπατικού μεταβολισμού. Ένας κύριος μεταβολίτης της διλτιαζέμης είναι η δεσακετυλδιλτιαζέμη (desacetyldiltiazem), η οποία έχει περίπου το ήμισυ της ισχύος της διλτιαζέμης ως αγγειοδιασταλτικό.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
Οι φαρμακοκινητικές αλλαγές της διλτιαζέμης … και του κύριου μεταβολίτη της, δεακετυλδιλτιαζέμης (DAD), μελετήθηκαν μετά από από του στόματος χορήγηση διλτιαζέμης σε φυσιολογικούς κουνέλια και σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Χορηγήθηκε διλτιαζέμη 10 mg/kg στα κουνέλια … από του στόματος (n=6). Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα της διλτιαζέμης και της DAD προσδιορίστηκαν με μέθοδο υγρής χρωματογραφίας υψηλής απόδοσης. Η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου στο πλάσμα (AUC) και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) της διλτιαζέμης αυξήθηκαν σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Ο λόγος μεταβολιτών διλτιαζέμης προς DAD μειώθηκε σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Ο όγκος κατανομής (Vd) και η ολική κάθαρση του σώματος (CLt) της διλτιαζέμης μειώθηκαν σημαντικά σε κουνέλια με ήπια και μέτρια νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ. Η σταθερά ρυθμού αποβολής (beta) της διλτιαζέμης μειώθηκε σημαντικά σε κουνέλια με νεφρική ανεπάρκεια που προκλήθηκε από φολικό οξύ, αλλά αυτή της DAD αυξήθηκε σημαντικά. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι ο ηπατικός μεταβολισμός της διλτιαζέμης αναστέλλετο … .
Μελετήθηκαν οι φαρμακοκινητικές της διλτιαζέμης σε κουνέλια μετά από υποεπιπεφυκοτική και τοπική χορήγηση. Η διλτιαζέμη διείσδυσε επιτυχώς στο υδατοειδές υγρό των οφθαλμών κουνελιών. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο υδατοειδές υγρό ήταν 3.8 ± 0.4 μg/mL μετά από τοπική εφαρμογή και 15.3 ± 1.1 μg/mL μετά από υποεπιπεφυκοτική ένεση. Η μέγιστη συγκέντρωση στο υδατοειδές υγρό επιτεύχθηκε 1/2 ώρα μετά τη χορήγηση και στις δύο περιπτώσεις.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Diltiazem (Διλτιαζέμη) συνδέεται περίπου 70-80% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, σύμφωνα με μελέτες in vitro. Περίπου 40% του φαρμάκου πιστεύεται ότι συνδέεται με την άλφα-1-γλυκοπρωτεΐνη (alpha-1-glycoprotein) σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις, ενώ περίπου 30% του φαρμάκου συνδέεται με την αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Diltiazem (Διλτιαζέμη) υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό πρώτης διόδου (first-pass metabolism), ο οποίος εξηγεί τη σχετικά χαμηλή απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητά της. Υφίσταται N-δεσμεθυλίωση (N-demethylation) που μεσολαβείται κυρίως από το CYP3A4. Το CYP2D6 είναι υπεύθυνο για την O-δεσμεθυλίωση (O-demethylation) και οι εστεράσες (esterases) μεσολαβούν στην δεακετυλίωση (deacetylation).
Υπήρχε μεγάλη διατομική μεταβλητότητα στα κυκλοφορούντα επίπεδα μεταβολιτών στο πλάσμα σε υγιείς εθελοντές. Σε υγιείς εθελοντές, οι κύριοι κυκλοφορούντες μεταβολίτες στο πλάσμα είναι η N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη (N-monodesmethyl diltiazem), η δεακετυλ διλτιαζέμη (deacetyl diltiazem) και η δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη (deacetyl N-monodesmethyl diltiazem), οι οποίοι είναι όλοι φαρμακολογικά ενεργοί.
Η δεακετυλ διλτιαζέμη διατηρεί περίπου 25-50% της φαρμακολογικής δραστηριότητας της μητρικής ένωσης. Η δεακετυλ διλτιαζέμη μπορεί να μετασχηματιστεί περαιτέρω σε δεακετυλ διλτιαζέμη N-οξείδιο (deacetyl diltiazem N-oxide) ή δεακετυλ O-δεσμεθυλ διλτιαζέμη (deacetyl O-desmethyl diltiazem). Η N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη μπορεί να μεταβολιστεί περαιτέρω σε N,O-διδεσμεθυλ διλτιαζέμη (N,O-didesmethyl diltiazem). Η δεακετυλ-N-μονοδεσμεθυλ διλτιαζέμη μπορεί να μεταβολιστεί περαιτέρω σε δεακετυλ-N,O-διδεσμεθυλ διλτιαζέμη (deacetyl N,O-didesmethyl diltiazem), η οποία μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση ή σουλφάτωση.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) μπορεί να υποστεί O-δεσμεθυλίωση από το CYP2D6 σχηματίζοντας O-δεσμεθυλ διλτιαζέμη (O-desmethyl diltiazem).
Ένας κύριος μεταβολίτης της διλτιαζέμης είναι η δεσακετυλδιλτιαζέμη, η οποία έχει περίπου το 1/2 της ισχύος της διλτιαζέμης ως αγγειοδιασταλτικό.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό σε ηπατικούς και εξωηπατικούς ιστούς. Η δεακετυλδιλτιαζέμη (M1) και η N-δεσμεθυλδιλτιαζέμη (MA) είναι 2 από τους κύριους βασικούς μεταβολίτες της διλτιαζέμης που διατηρούν φαρμακολογική δραστηριότητα. Αυτό το φάρμακο επηρεάζει τον δικό του μεταβολισμό μετά από χρόνια χορήγηση στον ενήλικο ασθενή.
Diltiazem (Διλτιαζέμη) έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την N-Δεσμεθυλδιλτιαζέμη (N-Demethyldiltiazem) και την O-Δεσμεθυλδιλτιαζέμη (O-Demethyldiltiazem).
Diltiazem (Διλτιαζέμη) μεταβολίζεται από και δρα ως αναστολέας του ενζύμου CYP3A4.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 3.0 έως 4.5 ώρες μετά από εφάπαξ και πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Ο χρόνος ημίσειας ζωής μπορεί να αυξηθεί ελαφρώς με τη δόση και τον βαθμό ηπατικής ανεπάρκειας. Ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της διλτιαζέμης σε δισκία παρατεταμένης αποδέσμευσης μετά από εφάπαξ ή πολλαπλή χορήγηση είναι 6 έως 9 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 3.4 ώρες μετά τη χορήγηση μίας μόνο ενδοφλέβιας έγχυσης. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής των φαρμακολογικά ενεργών μεταβολιτών είναι μεγαλύτεροι από αυτούς της διλτιαζέμης.
Η κάθαρση της διλτιαζέμης μετά από από του στόματος λήψη ακολουθεί κινητική πρώτης τάξης, με χρόνο ημίσειας ζωής 5-10 ώρες … .
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC BETA-ANTAGONISTS), οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC ALPHA-ANTAGONISTS), οι ΑΝΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΣΑΣ ΕΝΖΥΜΗΣ (ANGIOTENSIN-CONVERTING ENZYME INHIBITORS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ (CALCIUM CHANNEL BLOCKERS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ (GANGLIONIC BLOCKERS) και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (VASODILATOR AGENTS).
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με εκλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
FDA Φαρμακολογική Ταξινόμηση
EE92BBP03H
DILTIAZEM
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Διαύλων Ασβεστίου
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς CYP3A4
Diltiazem (Διλτιαζέμη) είναι Αποκλειστής Διαύλων Ασβεστίου. Ο μηχανισμός δράσης της διλτιαζέμης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4.
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08DB01Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 120–360 mg · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Narrow C08DB01Άμεση Διαχείριση — Στενά QRS, Ρυθμική (αιμοδυναμικά σταθερός)Ρυθμική ταχυκαρδία στενά QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — βαγοτονικοί χειρισμοί 1ης γραμμήςΔοσολογία: 0.25 mg/kg IV → 0.35 mg/kg · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Sinus-Reentry C08DB01Φλεβόκομβο ΕπανεισόδουΤαχυκαρδία επανεισόδου στον φλεβόκομβοΔοσολογία: 120–360 mg/ημέρα · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς διαύλων ασβεστίου
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
MeSH Φαρμακολογική Ταξινόμηση
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ, ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ιδιαίτερα τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ), οι ΒΗΤΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC BETA-ANTAGONISTS), οι ΑΛΦΑ-ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ (ADRENERGIC ALPHA-ANTAGONISTS), οι ΑΝΑΚΤΟΡΕΣ ΤΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΣΑΣ ΕΝΖΥΜΗΣ (ANGIOTENSIN-CONVERTING ENZYME INHIBITORS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ (CALCIUM CHANNEL BLOCKERS), οι ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ (GANGLIONIC BLOCKERS) και οι ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ (VASODILATOR AGENTS).
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν με εκλεκτική αναστολή της εισόδου ασβεστίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών.
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, τη διάμετρο των αιμοφόρων αγγείων ή τον όγκο του αίματος.