Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ V03AE07 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CALCIUM ACETATE

Οξικό ασβέστιο

Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερφωσφαταιμίας (υπερβολική ποσότητα φωσφορικού στο αίμα) σε ασθενείς με νεφρική νόσο.

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Το EXAFOSATE πρέπει να χρησιμοποιείται πάντα υπό αυστηρή ιατρική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.4). Δοσολογία Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι δύο δισκία (334 mg ασβεστίου) τρεις φορές την ημέρα. Η δόση πρέπει να αυξάνεται σταδιακά μέχρι να επιτευχθεί το επιθυμητό επίπεδο φωσφόρου στον ορό, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπάρχει υπερασβεστιαιμία. Για τους περισσότερους ασθενείς, χρειάζονται 3 έως 4 δισκία με κάθε γεύμα. Η δόση μπορεί να χρειαστεί να αυξηθεί ή να μειωθεί ανάλογα με τη λήψη διαιτητικών φωσφορικών ή την αποβολή της κατά τη διάρκεια της αιμοκάθαρσης. Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις του άνυδρου οξικού ασβεστίου σε σχέση με την ηλικία στον παιδιατρικό πληθυσμό. Επομένως, το EXAFOSATE δεν συνιστάται στον παιδιατρικό πληθυσμό. Ηλικιωμένοι ασθενείς Συνιστάται κανονική δοσολογία σε ηλικιωμένους ασθενείς. Τρόπος χορήγησης Τα δισκία πρέπει να λαμβάνονται μόνο με γεύματα για να διασφαλιστεί η βέλτιστη δέσμευση φωσφορικών. Τα δισκία πρέπει κατά προτίμηση να καταπίνονται ολόκληρα. Όταν ένας ασθενής δυσκολεύεται με την κατάποση του δισκίου λόγω του μεγέθους του, το δισκίο μπορεί να κοπεί κατά μήκος της εγκοπής σε δύο μισά τα οποία θα καταποθούν το ένα μετά το άλλο. Σε αυτή την περίπτωση, τα δισκία πρέπει να κοπούν λίγο πριν από την κατάποση για να αποφευχθεί η εμφάνιση γεύσης οξικού οξέος. Σε περίπτωση παράλειψης μιας δόσης, η θεραπεία συνεχίζεται με την επόμενη δόση (μην πάρετε επιπλέον δόση για να αναπληρώσετε τη χαμένη δόση).
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οι ασθενείς πρέπει να συμβουλεύονται να μην λαμβάνουν κανένα από τα από του στόματος φάρμακα που αναφέρονται στην παράγραφο 4.5 για 1 έως 2 ώρες πριν και μετά τη λήψη του EXAFOSATE (βλ. παράγραφο 4.5). Η χρόνια υπερδοσολογία σκευασμάτων ασβεστίου σε ουραιμικούς ασθενείς μπορεί να οδηγήσει σε ασβεστοποίηση των μαλακών μορίων. Ο κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας αυξάνεται με ταυτόχρονη θεραπεία με βιταμίνη D. Αυξημένες ποσότητες αλάτων ασβεστίου στο γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να οδηγήσουν στην καθίζηση λιπαρών και χολικών οξέων ως άλατα ασβεστίου. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε δυσκοιλιότητα. Η χορήγηση αδρεναλίνης σε ασθενείς με αυξημένες συγκεντρώσεις ασβεστίου στον ορό μπορεί να προκαλέσει σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες. Οι συγκεντρώσεις φωσφόρου και ασβεστίου στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το γινόμενο ιόντων ασβεστίου φωσφόρου δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από 5,25 mmol2/l2, καθώς η συχνότητα ασβεστοποίησης των μαλακών μορίων αυξάνεται πάνω από αυτήν την τιμή. Αυτός ο έλεγχος θα πρέπει να είναι συχνότερος μετά την έναρξη της θεραπείας, για παράδειγμα κάθε εβδομάδα ή κάθε 2 εβδομάδες για 3 μήνες. Στη συνέχεια, οι μηνιαίοι έλεγχοι είναι επαρκείς, ανάλογα με την ιατρική κατάσταση του ασθενούς. Συνήθως, η συχνότητα των ελέγχων εξαρτάται από την απόφαση του θεράποντος ιατρού και από το ιατρικό προφίλ του ασθενούς. Εάν το γινόμενο ιόντων ασβεστίου φωσφόρου παραμένει πάνω από 5,25 mmol2/l2 για παρατεταμένη περίοδο θα πρέπει να γίνει αλλαγή στη θεραπεία. Για να αποφευχθεί η αύξηση του ασβεστίου στον ορό πάνω από το φυσιολογικό, σε περίπτωση προηγούμενης θεραπείας με συμπληρώματα ασβεστίου, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ποσότητα ασβεστίου που χορηγείται με EXAFOSATE. Σε περίπτωση υπερασβεστιαιμίας η δόση πρέπει να μειωθεί ή να διακοπεί η θεραπεία, ανάλογα με το βαθμό υπερασβεστιαιμίας. Για τα συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας, βλ. παράγραφο 4.8. Τα άλατα ασβεστίου πρέπει γενικά να αποφεύγονται σε ασθενείς με νεφρολιθίαση ή με ιστορικό νεφρολιθίασης. Τα άλατα ασβεστίου πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς που πάσχουν από ασθένειες που σχετίζονται με υπερασβεστιαιμία όπως η σαρκοείδωση και ορισμένοι καρκίνοι. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερώνονται για τα πιθανά συμπτώματα της υπερασβεστιαιμίας. Στην περίπτωση των ασθενών με δυσκολία ελέγχου της συγκέντρωσης του φωσφόρου στον ορό, για παράδειγμα λόγω σοβαρής υπερφωσφαταιμίας (συγκέντρωση ορού> 2,26 mmol/l), τα συνδετικά φωσφορικού αργιλίου μπορούν να χρησιμοποιηθούν βραχυπρόθεσμα (4 εβδομάδες) ως θεραπεία. Πριν τη χρήση φωσφορικών συνδετικών πρέπει να ληφθεί υπόψη η δίαιτα του ασθενή σχετικά με τη πρόσληψη διαιτητικών φωσφορικών και μπορεί να εξαρτηθεί από τον τύπο της αιμοκάθαρσης του ασθενούς. Αυτό το φάρμακο περιέχει 68,3 mg σακχαρόζης ανά δισκίο. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας σε γλυκόζη, κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Η επίδραση άλλων φαρμάκων στο EXAFOSATE Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπερασβεστιαιμίας με ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικών διουρητικών (βενδροφλουμεθειαζίδη) ή σκευασμάτων βιταμίνης D. Εάν αυτά τα φάρμακα χορηγούνται ταυτόχρονα, μπορεί να χρειαστεί πρόσθετη παρακολούθηση των επιπέδων ασβεστίου στον ορό, για παράδειγμα εβδομαδιαίως, εκτός από τη συχνότητα παρακολούθησης που συνιστάται στην ενότητα 4.4. Η ταυτόχρονη χρήση οιστρογόνων (οιστραδιόλη) ή σκευασμάτων βιταμίνης Α με άλατα ασβεστίου μπορεί να αυξήσει την απορρόφηση του ασβεστίου. Η επίδραση του EXAFOSATE σε άλλα φάρμακα Δεδομένου ότι ο ρυθμός ή ο βαθμός απορρόφησης άλλων φαρμάκων μπορεί να διαφέρει όταν λαμβάνονται ταυτόχρονα με EXAFOSATE, οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται να μην λαμβάνουν τα φάρμακα που αναφέρονται σε αυτήν την παράγραφο για 1 έως 2 ώρες πριν και μετά τη λήψη του EXAFOSATE. Τα άλατα ασβεστίου μπορούν να σχηματίσουν σύμπλοκα με κιτρικά, φωσφορικά, ανθρακικά/όξινα ανθρακικά, οξαλικά, τρυγικά, φυτικά ή θειικά. Όπως και άλλα πολυδύναμα κατιόντα, τα άλατα ασβεστίου μπορούν να επηρεάσουν την απορρόφηση πολλών ανιοντικών δραστικών συστατικών σχηματίζοντας δυσδιάλυτα άλατα. Έτσι, η ταυτόχρονη χρήση φαρμάκων που περιέχουν ασβέστιο με τετρακυκλίνες, διφωσφονικά, φθορίδια, ορισμένες φθοροκινολόνες (σιπροφλοξασίνη, οφλοξακίνη), ορισμένες κεφαλοσπορίνες (κεφποδοξίμη, κεφουροξίμη), κετοκοναζόλη, παρασκευάσματα οιστραμουστίνης ή αντιχολινεργικά μπορεί να μειώσουν την εντερική απορρόφηση αυτών των ουσιών. Επιπλέον, η εντερική απορρόφηση ψευδαργύρου και σιδήρου μπορεί να μειωθεί. Αυξημένες ποσότητες αλάτων ασβεστίου στο γαστρεντερικό σωλήνα μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση των θεραπευτικώς χορηγούμενων ουρσο- και χηνοδεσοξυχολικών οξέων, μετά από την καταβύθισή τους ως άλατα ασβεστίου με μια διαδικασία σαπωνοποίησης. Το ασβέστιο αυξάνει την επίδραση των γλυκοσιδών δακτυλίτιδας (διγοξίνη), η οποία μπορεί να οδηγήσει σε δηλητηρίαση από δακτυλίτιδα συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου καρδιακής αρρυθμίας. Σε ασθενείς υπό θεραπεία με δακτυλίτιδα το EXAFOSATE πρέπει να χορηγείται με προσοχή, π.χ. απαιτείται παρακολούθηση του ΗΚΓ. Το ασβέστιο μπορεί να μειώσει τις φαρμακολογικές επιδράσεις της βεραπαμίλης και πιθανώς και άλλων αναστολέων διαύλων ασβεστίου.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται παρακάτω, ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα και συχνότητα ως εξής: πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100 έως <1/10), όχι συχνές ( 1/1.000 έως <1/100), σπάνιες ( 1/10.000 έως <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000) και μη γνωστής συχνότητας (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Συχνές: ήπια υπερασβεστιαιμία Ήπια υπερασβεστιαιμία (Ca> 2,6 mmol / L) μπορεί να εμφανιστεί σε περίπου 1% των ασθενών. Μπορεί να είναι ασυμπτωματική ή να συνοδεύεται από δυσκοιλιότητα, ανορεξία, ναυτία και έμετο. Όχι συχνές: σοβαρή υπερασβεστιαιμία Σοβαρή υπερασβεστιαιμία (Ca> 3,0 mmol / L) μπορεί να εμφανιστεί σε περίπου 0,1% των ασθενών και μπορεί να σχετίζεται με καρδιακές αρρυθμίες, σύγχυση, λήθαργο, παραλήρημα, άγχος και κώμα σε πολύ σοβαρές περιπτώσεις. Συνιστάται στους ασθενείς να συμβουλευτούν το γιατρό τους εάν εμφανίσουν κάποιο από αυτά τα συμπτώματα. Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Συχνές: ναυτία, εμετός, αίσθημα πληρότητας, ερευγμός, δυσκοιλιότητα, διάρροια Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω των εθνικών συστημάτων αναφοράς. Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Δεν διατίθενται κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση οξικού ασβεστίου σε έγκυες γυναίκες. Δεν έχουν διεξαχθεί προκλινικές μελέτες σχετικά με τις επιβαβείς δράσεις του EXAFOSATE στην εγκυμοσύνη, στην εμβρυϊκή ανάπτυξη, στον τοκετό ή/και στη μεταγεννητική ανάπτυξη. Η χρήση EXAFOSATE θα μπορούσε να αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μόνο εάν αυτή κρίνεται απαραίτητη. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα επίπεδα ασβεστίου στον ορό πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά σε τακτά χρονικά διαστήματα. Θηλασμός Υπάρχουν ανεπαρκείς πληροφορίες σχετικά με την απέκκριση του οξικού ασβεστίου στο ανθρώπινο γάλα. Το EXAFOSATE δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για τη θεραπεία της υπερκαλιαιμίας και της υπερφωσφαταιμίας, οξικό ασβέστιο κωδικός ATC: V03AE07 Μηχανισμός δράσης: Το EXAFOSATE περιέχει οξικό ασβέστιο και προορίζεται κυρίως για ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο. Οι ασθενείς αυτοί δεν μπορούν να αποβάλουν τα φωσφορικά άλατα από τους νεφρούς με τον φυσιολογικό τρόπο, γεγονός που οδηγεί σε υπερφωσφαταιμία. Όταν η δίαιτα ή η αποβολή φωσφορικών είναι ανεπαρκής, πρέπει να χρησιμοποιηθούν συνδετικά φωσφορικών για να μειωθεί η απορρόφηση φωσφορικών αλάτων από το γαστρεντερικό σωλήνα. Το οξικό ασβέστιο, όταν λαμβάνεται με τα γεύματα, σχηματίζει με τα φωσφορικά που περιέχονται στη διατροφή δυσδιάλυτο φωσφορικό ασβέστιο, το οποίο απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση: Αν και αυτό το προϊόν προορίζεται για τοπική δράση για τη δέσμευση των φωσφορικών αλάτων στην εντερική οδό, η ποσότητα ασβεστίου που εμπλέκεται σε αυτή τη διαδικασία είναι μεταβλητή και το ελεύθερο ασβέστιο μπορεί να απορροφηθεί στο γαστρεντερικό σωλήνα με ενεργή μεταφορά και παθητική διάχυση. Το ασβέστιο απορροφάται ενεργά από το δωδεκαδάκτυλο και την εγγύς νήστιδα και, σε μικρότερο βαθμό, από το πιο απομακρυσμένο τμήμα του λεπτού εντέρου. Μετά την από του στόματος χορήγηση οξικού ασβεστίου, περίπου το 40% του ασβεστίου απορροφάται όταν ο ασθενής είναι νηστικός και περίπου το 30% όταν δεν είναι νηστικός. Η απορρόφηση ασβεστίου μειώνεται σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο, σε ορισμένες ασθένειες και όταν το ασβέστιο δεσμεύεται με φωσφορικά. Όλο το δεσμευμένο ασβέστιο δεν μπορεί να απορροφηθεί. Κατανομή: Τα οστά περιέχουν το 99% του συνολικού ασβεστίου που υπάρχει στο σώμα. Το υπόλοιπο 1% κατανέμεται ισομερώς μεταξύ των ενδοκυττάριων και εξωκυττάριων υγρών. Από τη συνολική συγκέντρωση ασβεστίου στον ορό, το 50% αντιστοιχεί στην ιονισμένη μορφή, το 5% σε μορφές συμπλεγμένες με φωσφορικά, κιτρικά ή με άλλα ανιόντα. Περίπου το 45% του ασβεστίου του ορού συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Βιομετασχηματισμός: Το ανιόν του οξικού ασβεστίου (ιόν οξικού) είναι ένας μεταβολίτης της γλυκόζης. Συνδεδεμένο με την ομάδα σουλφυδρίλης του συνενζύμου Α, μπορεί να καταβολιστεί στον κύκλο κιτρικών καθώς και σε αρκετές άλλες μεταβολικές οδούς. Το απορροφημένο οξικό μεταβολίζεται γρήγορα σεδιττανθρακικό. Αποβολή: Υπό φυσιολογικές συνθήκες, περίπου το 90% της ημερήσιας πρόσληψης ασβεστίου απεκκρίνεται στα κόπρανα και περίπου το 10% του ασβεστίου που προσλαμβάνεται απεκκρίνεται στα ούρα. Η αποβολή ασβεστίου στα ούρα μειώνεται σε περίπτωση νεφρικής ανεπάρκειας.
Μηχανισμός δράσης
Το ασβέστιο ακετατ λειτουργεί με το να ενώνει το φωσφορικό που βρίσκεται στα τρόφιμα που τρώτε, έτσι ώστε να αποβάλλεται από τον οργανισμό χωρίς να απορροφηθεί.
Φαρμακοδυναμική
Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια (καθαρισμός κρεατινίνης < 30 ml/min) εμφανίζουν κατακράτηση φωσφορικού οξέος και ορισμένο βαθμό υπερφωσφαταιμίας. Η κατακράτηση φωσφορικού διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αιτιολογία δευτερογενούς…
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Το 40% απορροφάται σε νηστεία και περίπου το 30% απορροφάται σε μη νηστεία μετά από από του στόματος χορήγηση. Το οξικό ασβέστιο, όταν λαμβάνεται με τα γεύματα, συνδυάζεται με τα διαιτητικά φωσφορικά άλατα για να…
Απέκκριση
Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Το χημικό μόριο ασβέστιο ακετατ αποτελεί το άλας ασβεστίου του οξικού οξέος. Παλαιότερη ονομασία: ακετατ ασβεστίου (acetate of lime). Η άνυδρη μορφή είναι πολύ υγροσκοπική, γι’ αυτό η μονοϋδρική μορφή είναι η συνήθης μορφή. [Wikipedia]
DrugBank

Indication

expand_more
Χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της υπερφωσφαταιμίας (υπερβολική ποσότητα φωσφορικού στο αίμα) σε ασθενείς με νεφρική νόσο.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Ασθενείς με προχωρημένη νεφρική ανεπάρκεια (καθαρισμός κρεατινίνης < 30 ml/min) εμφανίζουν κατακράτηση φωσφορικού οξέος και ορισμένο βαθμό υπερφωσφαταιμίας. Η κατακράτηση φωσφορικού διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην αιτιολογία δευτερογενούς υπερπαραθυρεοειδισμού που συνδέεται με οστεοδυστροφία και ασβέστωση μαλακών ιστών. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου η κατακράτηση φωσφορικού οδηγεί σε υπερπαραθυρεοειδισμό δεν έχει σαφή διακρίνηση. Οι θεραπευτικές προσπάθειες για τον έλεγχο της υπερφωσφαταιμίας περιλαμβάνουν: μείωση της διατροφικής πρόσληψης φωσφορικού οξέος, αναστολή της απορρόφησης φωσφορικού εντέρου με δεσμευτές φωσφορικού οξέος, και απομάκρυνση φωσφορικού από τον οργανισμό με αποδοτικότερους τρόπους αιμοδιάλυσης. Ο ρυθμός απομάκρυνσης φωσφορικού μέσω διαιτητικής παρέμβασης ή αιμοδιάλυσης είναι ανεπαρκής. Οι ασθενείς σε αιμοδιάλυση απορροφούν 40% έως 80% του διαιτητικού φωσφορικού. Επομένως, το ποσοστό του διαιτητικού φωσφορικού που απορροφάται πρέπει να μειωθεί με τη χρήση δεσμευτών φωσφορικού οξέος σε πλειότερους ασθενείς με νεφρική βλάβη υπό διατήρηση αιμοδιάλυσης. Όταν το ασβέστιο ακετατ λαμβάνεται με γεύματα, συνενώνεται με το διαιτητικό φωσφορικό οξύ σχηματίζοντας αδιάλυτο φωσφορικό ασβέστιο, το οποίο αποβάλλεται στα κόπρανα. Η διατήρηση του φωσφόρου ορού κάτω από 6.0 mg/dl θεωρείται συνήθως κλινικά αποδεκτό αποτέλεσμα της θεραπείας με δεσμευτές φωσφορικού. Το ασβέστιο ακετατ διαλύεται εύκολα σε ουδέτερο pH, διευκολύνοντας τη δέσμευση με φωσφορικό στο εγγύς τμήμα του λεπτού εντέρου.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Το ασβέστιο ακετατ λειτουργεί με το να ενώνει το φωσφορικό που βρίσκεται στα τρόφιμα που τρώτε, έτσι ώστε να αποβάλλεται από τον οργανισμό χωρίς να απορροφηθεί.
DrugBank

Absorption

expand_more
40% απορροφάται σε κατάσταση νηστείας και περίπου 30% απορροφάται σε μη νηστεία μετά από από του στόματος χορήγηση.
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Όταν λαμβάνεται με γεύματα, το ασβέστιο ακετατ συνενώνεται με το διαιτητικό φωσφορικό οξύ σχηματίζοντας αδιάλυτο φωσφορικό ασβέστιο, το οποίο αποβάλλεται στα κόπρανα.
DrugBank

Toxicity

expand_more
Τοξικότητα: Από του στόματος, αρουραίοι: LD50 = 4280 mg/kg. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν ήπια υπερασβεστιαιμία (δυσκοιλιότητα; απώλεια όρεξης; ναυτία και έμετος) και σοβαρή υπερασβεστιαιμία (σύγχυση; πλήρης ή μερική απώλεια συνείδησης; ασύνδετος λόγος).
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Βιοδιαθεσιμότητα

40% (νηστεία); ~30% (μη νηστεία)
DrugBank

Απέκκριση

Κόπρανα
DrugBank
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
6116
Μοριακός τύπος
C4H6CaO4
Μοριακό βάρος
158.17
IUPAC
calcium diacetate
InChIKey
VSGNNIFQASZAOI-UHFFFAOYSA-L
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Χημικές ουσίες που δεσμεύουν και απομακρύνουν ιόντα από διαλύματα. Πολλοί χηλικοί παράγοντες λειτουργούν μέσω του σχηματισμού ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΙΚΩΝ ΣΥΜΠΛΟΚΩΝ με ΜΕΤΑΛΛΑ.