VERAPAMIL
Βεραπαμίλη
Ως "αντιαρρυθμικά" χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς ("προαρρυθμική" …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ISOPTIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Oral
- Χορήγηση: 3 times/day
- Δόση έναρξης: 1-2 tablets
- Τιτλοποίηση: If 4 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted. If 3 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted.
-
Isoptin 40 mgΔόση2-3 x 1-2 tabletsΜέγ. δόση4 tablets/dayIf 4 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted. If 3 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted.
-
ChildrenΔόση1/2 Isoptin 40mg, 2-3 times/day.
-
Isoptin 80 mgΔόση1-2 tabletsΜέγ. δόση4 tablets/dayIf 4 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted. If 3 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted.
-
ChildrenΔόση1/2 Isoptin 40mg, 2-3 times/day.
-
Isoptin 120 mgΔόση1-2 tabletsΜέγ. δόση4 tablets/dayIf 4 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted. If 3 tablets/day are taken, 1/2 tablet at a time is permitted.
-
Renal insufficiencyDosages should be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary. Dosage should be adapted to the individual requirements.
block
SPC-ISOPTIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Σοβαρή υπόταση
-
Μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια
-
Καρδιογενές shock
-
Κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού (εκτός εάν υπάρχει λειτουργικός βηματοδότης)
-
Σύνδρομο κόλπου – κόμβου
-
Καρδιακή ανεπάρκεια με μειωμένο κλάσμα εξώθησης (<35%) ή κλινικά εμφανή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA Class III-IV)
-
ΦΛΥΤΕΡ/ΜΑΡΜΑΡΥΓΜΟΣ ΚΟΛΠΩΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΣΥΝΔΡΟΜΟ WPW Ή AKSES
-
Προοδευτική καρδιακή ανεπάρκεια, επιδεινούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονικό οίδημα.
-
Ταυτόχρονη ενδοφλέβια χορήγηση βεραπαμίλης ή/και β-αναστολέων.
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
-
Σοβαρή βραδυκαρδία (<50 bpm) ή σημεία κολποκοιλιακού αποκλεισμού (2ου-3ου βαθμού) ή σύνδρομο νοσούντος φλεβοκομβικού κόμβου (εκτός εάν είναι εμφυτευμένος βηματοδότης).
-
Σοβαρή υπόταση (<90 mmHg συστολική)
-
Σοβαρό shock (συμπεριλαμβανομένου του καρδιογενούς shock).
-
Βαριά νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 10 ml/min).
-
Βαριά ηπατική δυσλειτουργία.
warning
SPC-ISOPTIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σοβαρή υπότασηΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή υπόταση (<90 mmHg συστολική)Η χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω πτώση της αρτηριακής πίεσης.
-
Καρδιακός αποκλεισμός/ κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμού/ Βραδυκαρδία/ ΑσυστολίαΠληθυσμόςασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 1ου βαθμού ή συμπτωματική βραδυκαρδία, σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ηπατική ανεπάρκειαπρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η εμφάνιση κολποκοιλιακού αποκλεισμού 2ου ή 3ου βαθμού ή ασυστολίας οδηγεί σε διακοπή της βεραπαμίλης και, εάν είναι απαραίτητο, σε έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
-
Αντιαρρυθμικά, βήτα-αναστολείςΗ ταυτόχρονη χορήγηση αντιαρρυθμικών, β-αναστολέων, ή διγοξίνης, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα (π.χ. κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια). Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα αθροιστικών δράσεων.
-
ΔιγοξίνηΗ ταυτόχρονη χορήγηση διγοξίνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΣε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, που δεν αντιμετωπίζεται με άλλες αγωγέςπρέπει να χορηγείται με προσοχή.
-
Αναστολείς της Αναγωγάσης του HMG CoA («Στατίνες»)Η ταυτόχρονη χορήγηση στατινών είναι πιθανή.
-
Διαταραχές της νευρομυϊκής μεταβίβασηςΗ βεραπαμίλη μπορεί να επιδεινώσει την μυασθένεια gravis, τη Lambert-Eaton syndrome και τη μυϊκή δυστροφία Duchenne.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΣε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαη αρχική δόση πρέπει να μειώνεται και η αύξηση της δόσης να γίνεται προσεκτικά. Η βεραπαμίλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται νεφρικά σε μικρό βαθμό. Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση πρέπει να μειώνεται και να χορηγείται με προσοχή.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΣε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαη δράση της βεραπαμίλης είναι παρατεταμένη λόγω της μειωμένης ηπατικής εκκαθάρισης και της αύξησης της βιοδιαθεσιμότητας. Χορηγείται με προσοχή, συνήθως με μειωμένη δόση.
swap_horiz
SPC-ISOPTIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
β-blockersπροσοχήIncreased plasma levels of metoprolol (AUC and Cmax) and flecainide.ΣύστασηCareful monitoring of heart rate and ECG; consider dose reduction of metoprolol.
-
AntiarrhythmicsπροσοχήRisk of cardiotoxicity (QT prolongation) with amiodarone, or of flecainide.ΣύστασηCareful monitoring of heart rate and ECG; consider dose reduction of flecainide.
-
AntiasthmaticsπροσοχήDoxofylline: Increased plasma levels (Cmax) of doxorubicin and decreased plasma levels (AUC) of flecainide.ΣύστασηCareful monitoring of heart rate and ECG.
-
Antiepileptics/anticonvulsantsπροσοχήPhenytoin: Increased plasma and AUC levels of phenytoin.ΣύστασηClose monitoring of phenytoin; dose adjustment may be necessary; avoid IV administration.
-
προσοχήIncreased plasma levels of carbamazepine.ΣύστασηCareful monitoring of carbamazepine; dose adjustment may be necessary.
-
cyclosporinπροσοχήIncreased plasma levels of cyclosporine.ΣύστασηCareful monitoring of cyclosporine; dose adjustment may be necessary.
-
AntidepressantsπροσοχήFluoxetine: Increased plasma and AUC levels of fluoxetine.ΣύστασηCareful monitoring of fluoxetine; dose adjustment may be necessary.
-
AntidiabeticsπροσοχήGlipizide: Increased Cmax and AUC of glipizide.ΣύστασηClose monitoring of blood glucose.
-
προσοχήIncreased AUC of metformin.ΣύστασηCareful monitoring of blood glucose.
-
AntimicrobialsπροσοχήRifampicin: Decreased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
AntineoplasticsπροσοχήVinblastine: Increased AUC and Cmax of vinblastine.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy and increased toxicity.
-
BarbituratesπροσοχήPhenobarbital: Increased AUC and Cmax of phenobarbital.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
Benzodiazepines and other anxiolyticsπροσοχήMidazolam: Increased AUC and Cmax of midazolam.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of triazolam.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of propranolol.ΣύστασηCareful monitoring of heart rate and ECG; administer 1-2 hours apart.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of atenolol.ΣύστασηCareful monitoring of heart rate and ECG; administer 1-2 hours apart.
-
Cardiac glycosidesπροσοχήDigoxin: Increased plasma levels (AUC and Cmax) of digoxin.ΣύστασηMonitor digoxin levels; consider dose reduction.
-
προσοχήIncreased Cmax and AUC of digitoxin.ΣύστασηMonitor digitoxin levels; consider dose reduction.
-
H2 receptor antagonistsπροσοχήCimetidine: Increased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
Immunological/ImmunosuppressantsπροσοχήCyclosporine: Increased AUC and Cmax of cyclosporine.ΣύστασηCareful monitoring of cyclosporine; dose adjustment may be necessary.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of tacrolimus.ΣύστασηCareful monitoring of tacrolimus; dose adjustment may be necessary.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of ritonavir.ΣύστασηCareful monitoring of ritonavir; dose adjustment may be necessary.
-
Antilipidemic agents (HMG CoA reductase inhibitors)προσοχήSimvastatin: Increased AUC and Cmax of simvastatin.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of pravastatin.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
προσοχήIncreased AUC and Cmax of atorvastatin.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
Serotonin receptor agonistsπροσοχήTriptans: Increased AUC and Cmax of triptans.ΣύστασηCareful monitoring for loss of efficacy.
-
Anti-goutπροσοχήProbenecid: Increased AUC of probenecid.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
PenicillinsπροσοχήAmoxicillin: Increased AUC and Cmax of amoxicillin.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
AnticoagulantsπροσοχήRivaroxaban: Increased AUC and Cmax of rivaroxaban.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
Other cardiovascular drugsπροσοχήDiltiazem: Increased plasma levels of diltiazem.ΣύστασηDose reduction of diltiazem may be necessary.
-
St. John’s WortπροσοχήIncreased AUC and Cmax of verapamil.ΣύστασηMonitor for loss of efficacy.
-
HIV protease inhibitorsπροσοχήRitonavir may increase the plasma concentrations of verapamil.ΣύστασηCareful monitoring and possible dose adjustment are recommended.
-
FungizoneπροσοχήVerapamil increases the plasma concentration of Amphotericin B.ΣύστασηCareful monitoring and possible dose adjustment are recommended. Monitor for loss of efficacy.
-
Potassium-binding agents, diureticsπροσοχήIncreased risk of hyperkalemia.ΣύστασηClose monitoring for hyperkalemia.
-
Autonomic neuropathyπροσοχήVerapamil may increase the effect of antihypertensives.ΣύστασηMonitor for increased hypotensive effect.
-
Potassium supplementsαντένδειξηIncreased risk of hyperkalemia.ΣύστασηVerapamil should not be administered with potassium supplements.
sick
SPC-ISOPTIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Nausea
- constipation
- abdominal discomfort
- Headache
- dizziness
- Bradycardia
- AV block
- Hypotension
- oedema
- Rash
- pruritus
- Erythema multiforme
- Stevens-Johnson syndrome
- exfoliative dermatitis
- urticaria
- angioedema
- Hepatotoxicity
- Hyperkalaemia
- Myalgia
- Bronchospasm
- Acute renal failure
- Gynaecomastia
- galactorrhoea
- Fatigue
- oedema
- Hypersensitivity
- Insomnia
- confusion
- Thrombocytopenia
- Tinnitus
- Hypotension
- Accidental overdose
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςConstipationΔ ) μ3
-
ΣυχνέςNauseaΔ ) μ3
-
ΣυχνέςAbdominal discomfortΔ ) μ3
-
ΣυχνέςHeadacheΔ )
-
ΣυχνέςDizzinessΔ )
-
ΣυχνέςBradycardiaΔ )
-
ΣυχνέςAV blockΔ )
-
Όχι συχνήHypotensionΔ )
-
Όχι συχνήOedemaΔ )
-
Όχι συχνήRashΔ ) !3
-
Όχι συχνήPruritusΔ ) !3
-
ΣπάνιαErythema multiformeΔ ) !3
-
ΣπάνιαStevens-Johnson syndromeΔ ) !3
-
ΣπάνιαExfoliative dermatitisΔ ) !3
-
ΣπάνιαUrticariaΔ ) !3
-
ΣπάνιαAngioedemaΔ ) !3
-
ΆγνωστηHepatotoxicityμ0
-
ΆγνωστηHyperkalaemiaμ1)
-
ΆγνωστηMyalgiaμ0
-
ΆγνωστηBronchospasmμ*
-
ΆγνωστηAcute renal failureμ8 5
-
ΆγνωστηGynaecomastiaμ*
-
ΆγνωστηGalactorrhoeaμ*
-
ΣυχνέςFatigueΔ )
-
Όχι συχνήOedemaΔ )
-
ΆγνωστηHypersensitivityμ8!!)
-
ΆγνωστηInsomniaμ1)
-
ΆγνωστηConfusionμ1)
-
ΆγνωστηThrombocytopeniaμ1)3
-
ΆγνωστηTinnitusμ1))
-
ΣυχνέςHypotensionΔ )
-
ΆγνωστηAccidental overdoseμ:
pregnant_woman
SPC-ISOPTIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟξεία καρδιακή ανεπάρκεια, κολπικός πτερυγισμός/δονοειδής ψηλάφηση, κολπική μαρμαρυγή με ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση, και σοβαρή κοιλιακή ταχυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υποτασική κατάσταση, καρδιογενές shock, σοβαρή βραδυκαρδία, σύνδρομο νόσου του φλεβοκομβικού κόμβου, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού, και κοιλιοκοιλιακός αποκλεισμός (εκτός εάν υπάρχει λειτουργικός βηματοδότης), και πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, και καρδιογενές shock. Εάν η θεραπεία με Isoptin είναι απαραίτητη, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά η μητέρα και το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΤο βεραπαμίλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η χορήγηση βεραπαμίλης σε θηλάζουσες γυναίκες δεν συνιστάται, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί το βεραπαμίλη και ο πιθανός κίνδυνος για το βρέφος υπερτερεί του πιθανού οφέλους από τη γαλουχία. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, η θηλάζουσα γυναίκα θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΟ κίνδυνος που συνδέεται με τη χορήγηση βεραπαμίλης κατά τη διάρκεια της κύησης είναι άγνωστος. Ωστόσο, οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τερατογένεση και εμβρυοτοξικότητα. Η θεραπεία με Isoptin δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, η γυναίκα θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος για το έμβρυο.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΤο βεραπαμίλη μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμη αναστολή της σπερματογένεσης σε άνδρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ISOPTIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ISOPTIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ISOPTIN
expand_more
Δοσολογία
- Isoptin 40 mg: 2-3 x 1-2 Isoptin 40mg (2+2=4) 3-4 tablets/day. 4 tablets/day are the maximum to take. If you take 4 tablets/day it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. Children: 1/2 Isoptin 40mg, 2-3 times/day.
- Isoptin 80 mg: 1-2 Isoptin 80mg (2+2=4) 3 times/day. 4 tablets/day are the maximum to take. If you take 4 tablets/day it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. Children: 1/2 Isoptin 40mg, 2-3 times/day.
- Isoptin 120 mg: 1-2 Isoptin 120mg (2+2=4) 3 times/day. 4 tablets/day are the maximum to take. If you take 4 tablets/day it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
Posology:
Tablets should be swallowed whole, without being chewed or crushed, and should be taken with sufficient liquid.
Special populations:
Renal insufficiency:
In patients with renal insufficiency, dosages should be carefully adjusted. In patients with renal insufficiency, the dose must be carefully adjusted. Dosage should be adapted to the individual requirements. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary.
4. Dose adjustments:
In patients with renal insufficiency, the dose must be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, dosage adjustment is necessary.
Isoptin 80 mg: 2-3 x 1-2 Isoptin 80mg (2+2=4) 3 times/day. 4 tablets/day are the maximum to take. If you take 4 tablets/day it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
Posology:
Tablets should be swallowed whole, without being chewed or crushed, and should be taken with sufficient liquid.
Special populations:
Renal insufficiency:
In patients with renal insufficiency, dosages should be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary. Dosage should be adapted to the individual requirements. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary.
4. Dose adjustments:
In patients with renal insufficiency, the dose must be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, dosage adjustment is necessary.
Isoptin 120 mg: 1-2 Isoptin 120mg (2+2=4) 3 times/day. 4 tablets/day are the maximum to take. If you take 4 tablets/day it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 3 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time. If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
If you take 4 tablets/day, it is also permitted to take 1/2 tablet at a time.
Posology:
Tablets should be swallowed whole, without being chewed or crushed, and should be taken with sufficient liquid.
Special populations:
Renal insufficiency:
In patients with renal insufficiency, dosages should be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary. Dosage should be adapted to the individual requirements. If there is a risk of impaired renal function, adjustment of dose is necessary. If there is a risk of renal impairment, dosage adjustment is necessary.
4. Dose adjustments:
In patients with renal insufficiency, the dose must be carefully adjusted. If there is a risk of impaired renal function, dosage adjustment is necessary.
block
Αντενδείξεις
SPC-ISOPTIN
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ISOPTIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το φάρμακο αυτό είναι ένα μη-διϋδροπυριδινικό σκέλος των αναστολέων των διαύλων ασβεστίου, το οποίο δρα κυρίως στην καρδιά. Να χρησιμοποιείται με προσοχή
Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Σε οξεία καρδιακή προσβολή, ιδιαίτερα σε οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, με κλάσμα εξώθησης <35%, σε σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA class III-IV), σε πνευμονικό οίδημα, σε ασθενείς με ερεθισμένη καρδιακή λειτουργία, ή σε μη αντιρροπούμενη καρδιακή ανεπάρκεια, η θεραπεία με Isoptin® (αντιμετώπιση) πρέπει να διακόπτεται.
Καρδιακός αποκλεισμός/ κολποκοιλιακός αποκλεισμός 1ου βαθμού/ Βραδυκαρδία/ Ασυστολία
Λόγω των αρνητικών χρονοτρόπων και δομοτρόπων επιδράσεων της βεραπαμίλης, οι ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 1ου βαθμού ή συμπτωματική βραδυκαρδία, σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ηπατική ανεπάρκεια, πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η εμφάνιση κολποκοιλιακού αποκλεισμού 2ου ή 3ου βαθμού ή ασυστολίας οδηγεί σε διακοπή της βεραπαμίλης και, εάν είναι απαραίτητο, σε έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
Λόγω των αρνητικών χρονοτρόπων και δομοτρόπων επιδράσεων της βεραπαμίλης, οι ασθενείς με κολποκοιλιακό αποκλεισμό 1ου βαθμού ή συμπτωματική βραδυκαρδία, σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, καθώς και ηπατική ανεπάρκεια, πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η εμφάνιση κολποκοιλιακού αποκλεισμού 2ου ή 3ου βαθμού ή ασυστολίας οδηγεί σε διακοπή της βεραπαμίλης και, εάν είναι απαραίτητο, σε έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
Αντιαρρυθμικά, βήτα-αναστολείς
Η ταυτόχρονη χορήγηση αντιαρρυθμικών, β-αναστολέων, ή διγοξίνης, μπορεί να προκαλέσει σοβαρά καρδιαγγειακά προβλήματα (π.χ. κολποκοιλιακό αποκλεισμό, βραδυκαρδία, καρδιακή ανεπάρκεια). Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η δυνατότητα αθροιστικών δράσεων.
Διγοξίνη
Η ταυτόχρονη χορήγηση διγοξίνης μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των επιπέδων διγοξίνης στο πλάσμα.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, που δεν αντιμετωπίζεται με άλλες αγωγές, πρέπει να χορηγείται με προσοχή.
Υπόταση
Σε ασθενείς με σοβαρή υπόταση (<90 mmHg συστολική) η χορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή, καθώς μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω πτώση της αρτηριακής πίεσης.
**Αναστολείς της Αναγωγάσης του HMG CoA («Στατίνες») **
Η ταυτόχρονη χορήγηση στατινών είναι πιθανή.
Διαταραχές της νευρομυϊκής μεταβίβασης
Η βεραπαμίλη μπορεί να επιδεινώσει την μυασθένεια gravis, τη Lambert-Eaton syndrome και τη μυϊκή δυστροφία Duchenne.
Ειδικοί πληθυσμοί
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, η αρχική δόση πρέπει να μειώνεται και η αύξηση της δόσης να γίνεται προσεκτικά. Η βεραπαμίλη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται νεφρικά σε μικρό βαθμό. Σε σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, η δόση πρέπει να μειώνεται και να χορηγείται με προσοχή.
Η βεραπαμίλη δεν απεκκρίνεται με αιμοκάθαρση.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία, η δράση της βεραπαμίλης είναι παρατεταμένη λόγω της μειωμένης ηπατικής εκκαθάρισης και της αύξησης της βιοδιαθεσιμότητας. Χορηγείται με προσοχή, συνήθως με μειωμένη δόση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ISOPTIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
In vitro studies with verapamil and the substrates of the P450 isoenzymes CYP3A4, CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19 and CYP2D6 showed that verapamil induces CYP3A4 and modestly inhibits CYP2D6. Verapamil has no effect on CYP7A1 and is a weak inducer of CYP3A4, and a weak inhibitor of CYP2D6. Verapamil has no effect on CYP7A1. It is a weak inducer of CYP3A4 and a weak inhibitor of CYP2D6. The clinical significance of these findings is not fully understood, but verapamil can increase the plasma concentrations of concomitantly administered drugs that are substrates of CYP3A4.
There is a risk of increased plasma concentrations of the concomitantly administered drug.
Possible Interactions
| Concomitant drug | Possible effect on verapamil or concomitant drug | Comments |
|---|---|---|
| -blockers | Increased plasma levels of metoprolol (AUC and Cmax) and flecainide. | Careful monitoring of heart rate and ECG; consider dose reduction of metoprolol. |
| Antiarrhythmics | Risk of cardiotoxicity (QT prolongation) with amiodarone, or of flecainide. | Careful monitoring of heart rate and ECG; consider dose reduction of flecainide. |
| Antiasthmatics | Doxofylline: Increased plasma levels (Cmax) of doxorubicin and decreased plasma levels (AUC) of flecainide. | Careful monitoring of heart rate and ECG. |
| Antiepileptics/anticonvulsants | Phenytoin: Increased plasma and AUC levels of phenytoin. | Close monitoring of phenytoin; dose adjustment may be necessary; avoid IV administration. |
| Carbamazepine | Increased plasma levels of carbamazepine. | Careful monitoring of carbamazepine; dose adjustment may be necessary. |
| • cyclosporin | Increased plasma levels of cyclosporine. | Careful monitoring of cyclosporine; dose adjustment may be necessary. |
| Antidepressants | Fluoxetine: Increased plasma and AUC levels of fluoxetine. | Careful monitoring of fluoxetine; dose adjustment may be necessary. |
| Antidiabetics | Glipizide: Increased Cmax and AUC of glipizide. | Close monitoring of blood glucose. |
| Metformin: Increased AUC of metformin. | Careful monitoring of blood glucose. | |
| Antimicrobials | Rifampicin: Decreased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. |
| Erythromycin: Increased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. | |
| • clarithromycin | Increased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. |
| • azithromycin | Increased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. |
| Antineoplastics | Vinblastine: Increased AUC and Cmax of vinblastine. | Careful monitoring for loss of efficacy and increased toxicity. |
| Barbiturates | Phenobarbital: Increased AUC and Cmax of phenobarbital. | Monitor for loss of efficacy. |
| Benzodiazepines and other anxiolytics | Midazolam: Increased AUC and Cmax of midazolam. | Careful monitoring for loss of efficacy. |
| • triazolam | Increased AUC and Cmax of triazolam. | Careful monitoring for loss of efficacy. |
| β-blockers | Propranolol: Increased AUC and Cmax of propranolol. | Careful monitoring of heart rate and ECG; administer 1-2 hours apart. |
| Atenolol: Increased AUC and Cmax of atenolol. | Careful monitoring of heart rate and ECG; administer 1-2 hours apart. | |
| Cardiac glycosides | Digoxin: Increased plasma levels (AUC and Cmax) of digoxin. | Monitor digoxin levels; consider dose reduction. |
| Digitoxin: Increased Cmax and AUC of digitoxin. | Monitor digitoxin levels; consider dose reduction. | |
| H2 receptor antagonists | Cimetidine: Increased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. |
| Immunological/Immunosuppressants | Cyclosporine: Increased AUC and Cmax of cyclosporine. | Careful monitoring of cyclosporine; dose adjustment may be necessary. |
| Tacrolimus: Increased AUC and Cmax of tacrolimus. | Careful monitoring of tacrolimus; dose adjustment may be necessary. | |
| Ritonavir: Increased AUC and Cmax of ritonavir. | Careful monitoring of ritonavir; dose adjustment may be necessary. | |
| Antilipidemic agents (HMG CoA reductase inhibitors) | Simvastatin: Increased AUC and Cmax of simvastatin. | Careful monitoring for loss of efficacy. |
| Pravastatin: Increased AUC and Cmax of pravastatin. | Careful monitoring for loss of efficacy. | |
| Atorvastatin: Increased AUC and Cmax of atorvastatin. | Careful monitoring for loss of efficacy. | |
| Serotonin receptor agonists | Triptans: Increased AUC and Cmax of triptans. | Careful monitoring for loss of efficacy. |
| Anti-gout | Probenecid: Increased AUC of probenecid. | Monitor for loss of efficacy. |
| Penicillins | Amoxicillin: Increased AUC and Cmax of amoxicillin. | Monitor for loss of efficacy. |
| Anticoagulants | Rivaroxaban: Increased AUC and Cmax of rivaroxaban. | Monitor for loss of efficacy. |
| Other cardiovascular drugs | Diltiazem: Increased plasma levels of diltiazem. | Dose reduction of diltiazem may be necessary. |
| St. John’s Wort | Increased AUC and Cmax of verapamil. | Monitor for loss of efficacy. |
| Other Pharmaceutical Interactions and additional information on Pharmaceutical Interactions | ||
| Renal impairment: No changes in pharmacokinetic parameters of verapamil were observed in patients with renal impairment. | ||
| HIV protease inhibitors: Ritonavir may increase the plasma concentrations of verapamil. Careful monitoring and possible dose adjustment are recommended. | ||
| Fungizone: Verapamil increases the plasma concentration of Amphotericin B. Careful monitoring and possible dose adjustment are recommended. Monitor for loss of efficacy. | ||
| Potassium-binding agents, diuretics: Patients taking potassium-binding agents, diuretics, or ACE inhibitors should be closely monitored for hyperkalemia. | ||
| Autonomic neuropathy: Verapamil may increase the effect of antihypertensives and may increase the effect of antihypertensives and may increase the effect of antihypertensives. | ||
| Potassium supplements: Verapamil should not be administered with potassium supplements. | ||
| Potassium-binding agents, diuretics: Patients taking potassium-binding agents, diuretics, or ACE inhibitors should be closely monitored for hyperkalemia. | ||
| Autonomic neuropathy: Verapamil may increase the effect of antihypertensives and may increase the effect of antihypertensives and may increase the effect of antihypertensives. | ||
| Potassium supplements: Verapamil should not be administered with potassium supplements. |
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ISOPTIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Constipation, gastrointestinal disturbances, nausea, and abdominal discomfort have been reported. These are mostly dose-dependent and reversible after discontinuation of the drug.
Adverse events reported from clinical trials with verapamil and post-marketing surveillance
| Organ system class | Common | Uncommon | Rare | Unknown frequency |
|---|---|---|---|---|
| Gastrointestinal disorders | Nausea, constipation, abdominal pain | Vomiting, diarrhoea | ||
| Nervous system disorders | Headache, dizziness | Somnolence | ||
| Cardiac disorders | Bradycardia, AV block | Hypotension, oedema | ||
| Skin and subcutaneous tissue disorders | Rash, pruritus | Erythema multiforme, Stevens-Johnson syndrome, exfoliative dermatitis, urticaria, angioedema | ||
| Hepatic and biliary disorders | Hepatotoxicity | |||
| Metabolism and nutrition disorders | Hyperkalaemia | |||
| Musculoskeletal and connective tissue disorders | Myalgia | |||
| Respiratory, thoracic and mediastinal disorders | Bronchospasm | |||
| Renal and urinary disorders | Acute renal failure | |||
| Reproductive system and breast disorders | Gynaecomastia, galactorrhoea | |||
| General disorders and administration site conditions | Fatigue | Oedema | ||
| Immune system disorders | Hypersensitivity | |||
| Psychiatric disorders | Insomnia, confusion | |||
| Blood and lymphatic system disorders | Thrombocytopenia | |||
| Ear and labyrinth disorders | Tinnitus | |||
| Vascular disorders | Hypotension | |||
| Injury, poisoning and procedural complications | Accidental overdose |
Special populations
Elderly: In elderly patients, dose-dependent side effects such as constipation, nausea and somnolence are more common. However, studies have shown that verapamil is generally well tolerated in the elderly.
Renal insufficiency: In patients with renal insufficiency, dose-dependent side effects such as constipation, nausea and somnolence are more common. However, studies have shown that verapamil is generally well tolerated in patients with renal insufficiency.
Hepatic impairment: In patients with hepatic impairment, verapamil is generally well tolerated. However, caution should be exercised as verapamil is extensively metabolized by the liver. Dose adjustments may be necessary in patients with severe hepatic impairment.
Paediatric population: Safety and efficacy of verapamil in children have not been established. Therefore, verapamil should not be used in children unless the potential benefits outweigh the potential risks.
**Verapamil overdose: ** In case of overdose, patients may experience hypotension, bradycardia, AV block, heart failure, and respiratory depression. The treatment is symptomatic and supportive. Gastric lavage may be considered. In severe cases, intravenous administration of calcium chloride and/or isoproterenol may be beneficial. Haemodialysis is not effective in removing verapamil from the circulation.
Verapamil Intoxication: In case of intoxication, patients may experience hypotension, bradycardia, AV block, heart failure and respiratory depression. Treatment is symptomatic and supportive. Gastric lavage may be considered. In severe cases, intravenous administration of calcium chloride and/or isoproterenol may be beneficial. Haemodialysis is not effective in removing verapamil from the circulation.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ISOPTIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση και γαλουχία
-
Κύηση Οξεία καρδιακή ανεπάρκεια, κολπικός πτερυγισμός/δονοειδής ψηλάφηση, κολπική μαρμαρυγή με ταχεία κοιλιακή ανταπόκριση, και σοβαρή κοιλιακή ταχυκαρδία, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, υποτασική κατάσταση, καρδιογενές shock, σοβαρή βραδυκαρδία, σύνδρομο νόσου του φλεβοκομβικού κόμβου, κολποκοιλιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού, και κοιλιοκολπικός αποκλεισμός (εκτός εάν υπάρχει λειτουργικός βηματοδότης), και πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου, και καρδιογενές shock. Εάν η θεραπεία με Isoptin είναι απαραίτητη, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά η μητέρα και το έμβρυο.
-
Γαλουχία Το βεραπαμίλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Η χορήγηση βεραπαμίλης σε θηλάζουσες γυναίκες δεν συνιστάται, εκτός εάν η κλινική κατάσταση της γυναίκας απαιτεί το βεραπαμίλη και ο πιθανός κίνδυνος για το βρέφος υπερτερεί του πιθανού οφέλους από τη γαλουχία. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, η θηλάζουσα γυναίκα θα πρέπει να παρακολουθείται στενά για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
Θηλασμός Ο κίνδυνος που συνδέεται με τη χορήγηση βεραπαμίλης κατά τη διάρκεια της κύησης είναι άγνωστος. Ωστόσο, οι μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τερατογένεση και εμβρυοτοξικότητα. Η θεραπεία με Isoptin δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης. Εάν η θεραπεία κριθεί απαραίτητη, η γυναίκα θα πρέπει να παρακολουθείται στενά και να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος για το έμβρυο.
-
Γονιμότητα Το βεραπαμίλη μπορεί να προκαλέσει αναστρέψιμη αναστολή της σπερματογένεσης σε άνδρες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ISOPTIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Verapamil is a calcium channel blocker. It is classified pharmacologically under ATC code C08DA01.
The L-type calcium channels are responsible for the release of calcium ions from intracellular stores and for the influx of extracellular calcium ions. In the heart, verapamil inhibits the release of calcium ions from intracellular stores and the influx of extracellular calcium ions, thereby reducing myocardial contractility, heart rate, and conduction velocity.
The negative inotropic effect of verapamil is approximately 6 to 7 times greater than that of diltiazem. The negative chronotropic effect of verapamil is approximately 2 to 3 times greater than that of diltiazem. The negative dromotropic effect of verapamil is approximately 3 to 4 times greater than that of diltiazem.
In the vasculature, verapamil inhibits the influx of extracellular calcium ions into vascular smooth muscle cells, leading to vasodilation and a decrease in peripheral vascular resistance.
Therapeutic class:
Verapamil is a Class IV antiarrhythmic agent according to the Vaughan Williams classification.
Onset of action:
The onset of action of verapamil is rapid, with therapeutic effects observed within 30 minutes of oral administration and peak effects occurring within 2 to 3 hours.
Duration of action:
The duration of action of verapamil is approximately 6 to 8 hours.
Mechanism of action:
Verapamil inhibits the influx of extracellular calcium ions across the membranes of myocardial and vascular smooth muscle cells, thus reducing myocardial contractility, heart rate, and conduction velocity, and causing vasodilation and a decrease in peripheral vascular resistance.
Pharmacodynamic effects:
Verapamil has negative inotropic, chronotropic, and dromotropic effects on the heart. It also causes vasodilation and a decrease in peripheral vascular resistance.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ISOPTIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
The oral bioavailability of verapamil is approximately 10-35%. It is extensively metabolized by the liver, primarily by CYP3A4 and to a lesser extent by CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19 and CYP2D6. The plasma protein binding of verapamil is approximately 90%. The elimination half-life of verapamil is approximately 2 to 5 hours. Verapamil is excreted in the urine and faeces, with approximately 70% of the dose excreted in the urine and 16% in the faeces.
Absorption
Following oral administration, verapamil is rapidly absorbed from the gastrointestinal tract. Peak plasma concentrations are reached within 2 to 5 hours.
Distribution
Verapamil is extensively distributed into tissues, with a volume of distribution of approximately 10 L/kg.
Metabolism
Verapamil is extensively metabolized by the liver, primarily by CYP3A4 and to a lesser extent by CYP1A2, CYP2C9, CYP2C19 and CYP2D6.
Excretion
Verapamil is excreted in the urine and faeces, with approximately 70% of the dose excreted in the urine and 16% in the faeces. The elimination half-life of verapamil is approximately 2 to 5 hours.
Special populations
Elderly patients:
In elderly patients, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in younger adults. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in the elderly, likely due to age-related changes in liver and kidney function.
Renal insufficiency:
In patients with renal insufficiency, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in healthy subjects. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in patients with severe renal insufficiency.
Hepatic impairment:
In patients with hepatic impairment, verapamil pharmacokinetics are significantly altered. Clearance is reduced, and the half-life is prolonged, leading to increased exposure. Dose adjustments may be necessary in patients with hepatic impairment.
Other populations
Elderly: In elderly patients, dose-dependent side effects such as constipation, nausea and somnolence are more common. However, studies have shown that verapamil is generally well tolerated in the elderly.
Renal insufficiency: In patients with renal insufficiency, dose-dependent side effects such as constipation, nausea and somnolence are more common. However, studies have shown that verapamil is generally well tolerated in patients with renal insufficiency.
Hepatic impairment: In patients with hepatic impairment, verapamil pharmacokinetics are significantly altered. Clearance is reduced, and the half-life is prolonged, leading to increased exposure. Dose adjustments may be necessary in patients with severe hepatic impairment.
Other populations
Elderly: In elderly patients, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in younger adults. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in the elderly, likely due to age-related changes in liver and kidney function.
Renal insufficiency: In patients with renal insufficiency, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in healthy subjects. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in patients with severe renal insufficiency.
Hepatic impairment: In patients with hepatic impairment, verapamil pharmacokinetics are significantly altered. Clearance is reduced, and the half-life is prolonged, leading to increased exposure. Dose adjustments may be necessary in patients with severe hepatic impairment.
Special populations
Elderly patients:
In elderly patients, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in younger adults. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in the elderly, likely due to age-related changes in liver and kidney function.
Renal insufficiency:
In patients with renal insufficiency, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in healthy subjects. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in patients with severe renal insufficiency.
Hepatic impairment:
In patients with hepatic impairment, verapamil pharmacokinetics are significantly altered. Clearance is reduced, and the half-life is prolonged, leading to increased exposure. Dose adjustments may be necessary in patients with severe hepatic impairment.
Other populations
Elderly: In elderly patients, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in younger adults. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in the elderly, likely due to age-related changes in liver and kidney function.
Renal insufficiency: In patients with renal insufficiency, verapamil pharmacokinetics are generally similar to those in healthy subjects. However, some studies have shown a slightly prolonged half-life and reduced clearance in patients with severe renal insufficiency.
Hepatic impairment: In patients with hepatic impairment, verapamil pharmacokinetics are significantly altered. Clearance is reduced, and the half-life is prolonged, leading to increased exposure. Dose adjustments may be necessary in patients with severe hepatic impairment.
ΕΟΦ · 2.3
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
expand_more
Αντιαρρυθμικά φάρμακα
Ως “αντιαρρυθμικά” χαρακτηρίζονται ουσίες που επηρεάζουν τις ηλεκτροφυσιολογικές ιδιότητες της καρδιάς και, επομένως, τον καρδιακό ρυθμό. Τα αντιαρρυθμικά μπορούν να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς, αλλά και να προκαλέσουν ή επιδεινώσουν προϋπάρχοντες τέτοιους ρυθμούς (“προαρρυθμική” δράση). Τα αντιαρρυθμικά χορηγούνται για να διακόψουν έκτοπους ρυθμούς με κοιλιακή ή υπερκοιλιακή προέλευση ή για να προλάβουν την εμφάνισή τους, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει κίνδυνος από την προαρρυθμική τους δράση. Η χορήγηση φλεκαϊνίδης, ενκαϊνίδης ή μορισιζίνης σε χρόνιους εμφραγματικούς ασθενείς με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς αύξησε, αντί να μειώσει, τη θνητότητα. Έτσι, η παρουσία κοιλιακών έκτοπων παλμών σε χρόνιο έμφραγμα αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγηση αντιαρρυθμικών, με εξαίρεση β-αποκλειστές και, ενδεχομένως, την αμιωδαρόνη. Δεν είναι γνωστό, αν σε άλλες καταστάσεις με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς έχουν τα αντιαρρυθμικά παρόμοιες δυσμενείς επιδράσεις. Η κοιλιακή ταχυκαρδία όμως και η μαρμαρυγή εξακολουθούν να θεωρούνται ενδείξεις για τη χορήγηση των αντιαρρυθμικών, γιατί σ’αυτή την επιλεγμένη ομάδα των ασθενών ο κίνδυνος από την αρρυθμία θεωρείται μεγαλύτερος από τον κίνδυνο της ενδεχόμενης προαρρυθμικής δράσης των φαρμάκων αυτών. Και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις ωστόσο προτιμάται η χορήγηση αμιωδαρόνης, συνήθως με σύγχρονη εμφύτευση απινιδιστή.
Κοινή αντένδειξη όλων των αντιαρρυθμικών είναι ο φλεβοκομβοκολπικός και ο κολποκοιλιακός αποκλεισμός, εφόσον δεν υπάρχει τοποθετημένος κατάλληλος βηματοδότης, καθώς και, συνήθως, οι έκτοποι ρυθμοί από διαφυγή.
Η τάξη Ι των αντιαρρυθμικών (ταξινόμηση Vaughan Williams) αφορά στην αναστολή των διαύλων Na+ κατά τη φάση 0 του καρδιακού κύκλου σε κύτταρα με έντονα αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι τα κοιλιακά. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά με δράση της τάξης Ι επηρεάζουν εντονότερα τις κοιλιακές παρά τις υπερκοιλιακές αρρυθμίες. Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης Ι υποδιαιρείται σε 3 υποκατηγορίες. Η τάξη Ia (ομάδα κινιδίνης) αφορά σε παράταση της διάρκειας του συμπλέγματος QRS (μείωση αγωγιμότητας), με παράλληλη παράταση του διαστήματος JT. Η τάξη Ib (ομάδα λιδοκαΐνης) δεν θίγει το σύμπλεγμα QRS, ενώ βραχύνει (ή δεν επηρεάζει) το διάστημα JT. Η τάξη Ic (ομάδα φλεκαϊνίδης), τέλος, αφορά σε παράταση της διάρκειας του QRS (μείωση αγωγιμότητας), χωρίς να επηρεάζει το διάστημα JT.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙ εκδηλώνεται από τους β-αποκλειστές που μειώνουν την κλίση της φάσης 4. Τα φάρμακα με αυτή τη δράση αναστέλλουν τον αυτοματισμό του φλεβοκόμβου και των έκτοπων κέντρων. Έτσι προκαλούν βραδυκαρδία και δρουν αντιαρρυθμικά. Οι β-αποκλειστές είναι η μόνη κατηγορία φαρμάκων με (ήπια) αντιαρρυθμική δράση που έχει δειχθεί ότι παρατείνει τη ζωή στο χρόνιο έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Η αντιαρρυθμική δράση της τάξης ΙΙΙ χαρακτηρίζεται από αναστολή του αναπολωτικού ρεύματος K+ με αποτέλεσμα καθυστέρηση της αναπόλωσης, και συνέπεια την παράταση της ανερέθιστης περιόδου και του διαστήματος JT. Η χρήση αμιωδαρόνης που η κυριότερη δράση της είναι της τάξης ΙΙΙ σε χρόνιο έμφραγμα με κοιλιακούς έκτοπους παλμούς απαλλάσσει από τις αρρυθμίες χωρίς να βραχύνει την επιβίωση, ενώ μειώνει τους αιφνίδιους θανάτους.
Η τάξη IV αφορά σε αναστολή των διαύλων Ca2+ κυρίως σε κύτταρα με ασθενές αρνητικό δυναμικό μεμβράνης, όπως είναι των υπερκοιλιακών ιστών. Γι αυτό τα αντιαρρυθμικά μ’ αυτή τη δράση είναι αποτελεσματικά κυρίως σε υπερκοιλιακές αρρυθμίες.
Η διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων καταλήγει σε ειδικούς διαύλους Κ+ με αποτέλεσμα τη βραδυκαρδία και επιμήκυνση της κολποκοιλιακής αγωγής. Η αναστολή των χολινεργικών υποδοχέων συνεπάγεται τα αντίθετα αποτελέσματα. Διέγερση των χολινεργικών υποδοχέων προκαλεί η δακτυλίτιδα (που επίσης αναστέλλει την αντλία ανταλλαγής K+-Na+) και η μορφίνη, καθώς και τα γνωστά βαγομιμητικά φάρμακα. Αναστολή των ίδιων υποδοχέων προκαλούν η ατροπίνη και τα συγγενή της, καθώς και η κινιδίνη, δισοπυραμίδη κλπ.
Η διέγερση των πουρινεργικών υποδοχέων έχει δράση που θυμίζει τη δράση του παρασυμπαθητικού. Κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι η αδενοσίνη και η τριφωσφορική αδενοσίνη.
Η αδενοσίνη ανήκει στα πουρινικά νουκλεοσίδια και ανευρίσκεται σε όλα τα κύτταρα του σώματος. Χορηγούμενη ενδοφλεβίως ασκεί αρνητική δρομότροπη δράση στον κολποκοιλιακό κόμβο. Εξαιτίας αυτής της δράσης διακόπτονται τα κυκλώματα επανεισόδου, τα οποία εμπλέκονται στις παροξυσμικές υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες, για τον τερματισμό των οποίων θεωρείται φάρμακο εκλογής. Έχει βραχεία διάρκεια δράσης (χρόνος ημιζωής 8’’-10’’) αλλά εξίσου βραχείας διάρκειας είναι και οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Πλεονέκτημα έναντι της βεραπαμίλης είναι ότι μπορεί να χορηγηθεί μετά από ένα β-αποκλειστή ενώ η δεύτερη προτιμάται σε συνύπαρξη βρογχικού άσθματος.
Όλα τα αντιαρρυθμικά έχουν, άλλο μικρότερη άλλο μεγαλύτερη, αρνητική ινότροπη δράση και μπορούν έτσι να επιδεινώσουν μια καρδιακή ανεπάρκεια. Η αρνητική ινότροπη δράση τείνει να είναι αθροιστική. Γι΄ αυτό, αν είναι επηρεασμένη η λειτουργικότητα του μυοκαρδίου χρειάζεται προσοχή στο συνδυασμό αντιαρρυθμικών.
Σοβαρός κίνδυνος από όλα τα αντιαρρυθμικά είναι, όπως αναφέρθηκε, η προαρρυθμική τους δράση. Σαν τέτοια νοείται η εμφάνιση νέας ή η επιδείνωση προϋπάρχουσας αρρυθμίας σε θεραπευτικά επίπεδα του φαρμάκου. Τυπικές περιπτώσεις είναι η εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας τύπου ριπιδίου (ή “συστροφής των αιχμών”) σε συνδυασμό με μακρό διάστημα QT και βραδυκαρδία, νέα εμφάνιση εμμένουσας μονόμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας (ή μετατροπή της μη εμμένουσας σε εμμένουσα), νέα εμφάνιση πολύμορφης κοιλιακής ταχυκαρδίας χωρίς παράταση του QT, σημαντική αύξηση της συχνότητας των κοιλιακών έκτοπων παλμών, καθώς και αντίστοιχες μεταβολές στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη.
Κατά κανόνα, ο συνδυασμός δύο αντιαρρυθμικών με την ίδια τάξη αντιαρρυθμικής δράσης δεν προσφέρει πλεονεκτήματα. Μπορεί όμως να συνδυασθεί η λιδοκαΐνη με ένα άλλο αντιαρρυθμικό της τάξης Ι ή ΙΙΙ στη φάση της διακοπής της ενδοφλέβιας έγχυσής της. Φάρμακα της τάξης ΙΙ και IV εμφανίζουν κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες (αρνητική ινότροπη, χρονότροπη και δρομότροπη δράση), γι αυτό ο συνδυασμός τους κατά κανόνα αποφεύγεται. Δεν αποκλείεται να υπάρχουν ειδικές περιπτώσεις συνδυασμών με ευνοϊκή επίδραση, αλλά αυτές δεν έχουν αποδειχθεί πέρα από κάθε αμφιβολία.
Σε κακοήθεις ταχυαρρυθμίες (κοιλιακή ταχυκαρδία ή μαρμαρυγή) η αναζήτηση του καταλληλότερου φαρμάκου πρέπει να γίνεται συνήθως με ηλεκτροφυσιολογική μελέτη. Η αμιωδαρόνη ενδέχεται να δρα ευνοϊκά παρά τα αρνητικά αποτελέσματα τέτοιας μελέτης.
Πριν χορηγηθεί ένα αντιαρρυθμικό πρέπει να εξετασθεί μήπως δεν χρειάζεται καμιά αγωγή ή μήπως απαιτείται αιτιολογική αντιμετώπιση ή, τέλος, μήπως χρειάζεται επιλογή της αγωγής σε εξειδικευμένο Κέντρο.
ΕΟΦ · 2.3.6
Τάξη IV
expand_more
Τάξη IV
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βεραπαμίλη είναι αναστολέας των διαύλων ασβεστίου τύπου L με αντιαρρυθμική, αντιστηθαγχική και αντιυπερτασική δράση. Η βεραπαμίλη άμεσης αποδέσμευσης έχει σχετικά μικρή διάρκεια δράσης, απαιτώντας χορήγηση 3 έως 4 φορές ημερησίως, αλλά διατίθενται σκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης που επιτρέπουν τη χορήγηση μία φορά ημερησίως.
Καθώς η βεραπαμίλη είναι αρνητικός ινότροπος παράγοντας (δηλαδή, μειώνει την ισχύ της μυοκαρδιακής σύσπασης), δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια, καθώς η μείωση της συσταλτικότητας που προκαλείται από τη βεραπαμίλη μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιδείνωσης αυτών των προϋπαρχουσών καταστάσεων.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βεραπαμίλη αναστέλλει τους διαύλους ασβεστίου τύπου L συνδεόμενη σε μια συγκεκριμένη περιοχή της άλφα-1 υπομονάδας τους, Cav1.2, η οποία εκφράζεται έντονα στους διαύλους ασβεστίου τύπου L στον αγγειακό λείο μυ και στον καρδιακό ιστό, όπου αυτοί οι δίαυλοι είναι υπεύθυνοι για τον έλεγχο της περιφερικής αγγειακής αντίστασης και της καρδιακής συσταλτικότητας.
Η εισροή ασβεστίου μέσω αυτών των διαύλων επιτρέπει τη διάδοση δυναμικών ενέργειας που είναι απαραίτητα για τη σύσπαση του μυϊκού ιστού και την ηλεκτρική δραστηριότητα του καρδιακού βηματοδότη. Η βεραπαμίλη συνδέεται με αυτούς τους διαύλους με τρόπο εξαρτώμενο από την τάση και τη συχνότητα, που σημαίνει ότι η συγγένεια αυξάνεται 1) καθώς η δυναμική μεμβράνης του αγγειακού λείου μυός μειώνεται, και 2) με υπερβολικό αποπολωτικό ερέθισμα.
Ο μηχανισμός δράσης της βεραπαμίλης στη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης είναι πιθανό να οφείλεται στον προαναφερθέντα μηχανισμό. Η αναστολή της εισροής ασβεστίου εμποδίζει τη σύσπαση του αγγειακού λείου μυός, προκαλώντας χαλάρωση/διαστολή των αιμοφόρων αγγείων σε όλη την περιφερική κυκλοφορία - αυτό μειώνει τη συστηματική αγγειακή αντίσταση (δηλαδή, την προφόρτιση) και, επομένως, την αρτηριακή πίεση. Αυτή η μείωση της αγγειακής αντίστασης μειώνει επίσης τη δύναμη με την οποία πρέπει να ωθήσει η καρδιά, μειώνοντας την ενεργειακή κατανάλωση και τις απαιτήσεις οξυγόνου του μυοκαρδίου και, επομένως, ανακουφίζοντας τη στηθάγχη.
Η ηλεκτρική δραστηριότητα μέσω του κολποκοιλιακού κόμβου είναι υπεύθυνη για τον καθορισμό του καρδιακού ρυθμού, και αυτή η δραστηριότητα εξαρτάται από την εισροή ασβεστίου μέσω των διαύλων ασβεστίου τύπου L. Αναστέλλοντας αυτούς τους διαύλους και μειώνοντας την εισροή ασβεστίου, η βεραπαμίλη παρατείνει την περίοδο απαντοχής του κολποκοιλιακού κόμβου και επιβραδύνει την αγωγή, επιβραδύνοντας έτσι και ελέγχοντας τον καρδιακό ρυθμό σε ασθενείς με αρρυθμία.
Ο μηχανισμός δράσης της βεραπαμίλης στη θεραπεία της αθροιστικής κεφαλαλγίας είναι ασαφής, αλλά πιστεύεται ότι προκύπτει από επίδραση σε άλλους διαύλους ασβεστίου (π.χ. τύπου N, P, Q ή T).
Η βεραπαμίλη είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρά με άλλους στόχους, συμπεριλαμβανομένων άλλων διαύλων ασβεστίου, διαύλων καλίου και αδρενεργικών υποδοχέων.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου αναστέλλουν τη σύζευξη διέγερσης-σύσπασης στον καρδιακό και λείο μυ αναστέλλοντας τον διαμεμβρανικό φορέα του ασβεστίου. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μειωμένη καρδιακή συσταλτικότητα και αγγειοδιαστολή.
Η βεραπαμίλη έχει αποδειχθεί νευροπροστατευτική σε διάφορα μοντέλα οξείας νευροτοξικότητας λόγω αναστολής της εισόδου ασβεστίου στα νευρώνια. Ωστόσο, η πιθανή χρήση της βεραπαμίλης για τη θεραπεία χρόνιων νευροεκφυλιστικών ασθενειών δεν έχει αναφερθεί. Χρησιμοποιώντας καλλιέργειες πρωτογενών νευρώνων/γλοίων μεσεγκεφάλου από αρουραίους, αναφέρουμε ότι η βεραπαμίλη ανέστειλε σημαντικά την προκαλούμενη από LPS νευροτοξικότητα των ντοπαμινεργικών νευρώνων τόσο σε πειράματα προ- όσο και μετά-θεραπείας. Μελέτες ανασυσταθεισών καλλιεργειών αποκάλυψαν ότι η παρουσία μικρογλοίων ήταν απαραίτητη στην προστασία που προκαλείται από τη βεραπαμίλη. Μηχανιστικές μελέτες έδειξαν ότι η μειωμένη παραγωγή φλεγμονωδών μεσολαβητών από μικρογλοία που έχουν διεγερθεί από LPS υποκρύπτει την νευροπροστατευτική ιδιότητα της βεραπαμίλης. Περαιτέρω μελέτες έδειξαν ότι η NADPH οξειδάση των μικρογλοίων (PHOX), το βασικό ένζυμο που παράγει υπεροξείδιο, αλλά όχι ο δίαυλος ασβεστίου στα νευρώνια, είναι ο τόπος δράσης για την νευροπροστατευτική επίδραση της βεραπαμίλης. Αυτό το συμπέρασμα υποστηρίχθηκε από τις ακόλουθες δύο παρατηρήσεις: 1) Η βεραπαμίλη απέτυχε να δείξει προστατευτική επίδραση στην προκαλούμενη από LPS νευροτοξικότητα των ντοπαμινεργικών νευρώνων σε καλλιέργειες νευρώνων/γλοίων με έλλειψη PHOX (έλλειψη της καταλυτικής υπομονάδας του gp91(phox)). 2) Μελέτες σύνδεσης υποστρώματος έδειξαν ότι η σύνδεση της (3)H-βεραπαμίλης σε μεμβράνες κυττάρων COS7 που υπερεκφράζουν gp91(phox) ήταν υψηλότερη από τον μη υπερεκφρασμένο έλεγχο. Η ανεξάρτητη από τους διαύλους ασβεστίου νευροπροστατευτική ιδιότητα της βεραπαμίλης υποστηρίχθηκε περαιτέρω από το εύρημα ότι η R(+)-βεραπαμίλη, μια λιγότερο δραστική μορφή στην αναστολή των διαύλων ασβεστίου, έδειξε την ίδια ισχύ στην νευροπροστασία, την αναστολή της παραγωγής προφλεγμονωδών παραγόντων και την ικανότητα σύνδεσης με μεμβράνες gp91(phox) όπως η R(-)-βεραπαμίλη, το δραστικό ισομερές του αναστολέα των διαύλων ασβεστίου. Συμπερασματικά, τα αποτελέσματά μας καταδεικνύουν μια νέα ένδειξη της νευροπροστασίας που μεσολαβείται από τη βεραπαμίλη μέσω μιας οδού ανεξάρτητης από τους διαύλους ασβεστίου και παρέχουν ένα πολύτιμο πεδίο για την ανάπτυξη θεραπείας για νευροεκφυλιστικές ασθένειες που σχετίζονται με φλεγμονή.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Πάνω από το 90% της από του στόματος χορηγούμενης βεραπαμίλης απορροφάται - παρά το γεγονός αυτό, η βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται μόνο από 20% έως 30% λόγω ταχείας βιομετατροπής μετά από μεταβολισμό πρώτης διόδου στην πυλαία κυκλοφορία.
Οι κινητικές παράμετροι απορρόφησης εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συγκεκριμένη φόρμουλα της βεραπαμίλης που χρησιμοποιείται. Η βεραπαμίλη άμεσης αποδέσμευσης φθάνει σε μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (δηλαδή, Tmax) μεταξύ 1-2 ωρών μετά τη χορήγηση, ενώ τα σκευάσματα παρατεταμένης αποδέσμευσης τείνουν να έχουν Tmax μεταξύ 6-11 ωρών.
Οι τιμές AUC και Cmax εξαρτώνται ομοίως από τη φόρμουλα. Η χρόνια χορήγηση βεραπαμίλης άμεσης αποδέσμευσης κάθε 6 ώρες οδήγησε σε συγκεντρώσεις στο πλάσμα μεταξύ 125 και 400 ng/mL.
Οι τιμές σταθερής κατάστασης AUC0-24h και Cmax για ένα σκεύασμα παρατεταμένης αποδέσμευσης ήταν 1037 ng∙h/ml και 77.8 ng/mL για το R-ισομερές και 195 ng∙h/ml και 16.8 ng/mL για το S-ισομερές, αντίστοιχα.
Είναι ενδιαφέρον ότι η κινητική απορρόφησης της βεραπαμίλης είναι έντονα στερεοειδικά ειδική - μετά από από του στόματος χορήγηση βεραπαμίλης άμεσης αποδέσμευσης κάθε 8 ώρες, η σχετική συστηματική διαθεσιμότητα του S-ενantiomer σε σύγκριση με το R-enantiomer ήταν 13% μετά από εφάπαξ δόση και 18% σε σταθερή κατάσταση.
Περίπου το 70% μιας χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται ως μεταβολίτες στα ούρα και ≥16% στα κόπρανα εντός 5 ημερών. Περίπου το 3% - 4% απεκκρίνεται στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο.
Η βεραπαμίλη έχει σταθερό όγκο κατανομής περίπου 300L για το R-ισομερές της και 500L για το S-ισομερές της.
Η συστηματική κάθαρση μετά από 3 εβδομάδες συνεχούς θεραπείας ήταν περίπου 340 mL/min για την R-βεραπαμίλη και 664 mL/min για την S-βεραπαμίλη.
Σημειωτέον, η φαινόμενη από του στόματος κάθαρση φαίνεται να διαφέρει σημαντικά μεταξύ εφάπαξ δόσης και πολλαπλών δόσεων.
Η φαινόμενη από του στόματος κάθαρση μετά από εφάπαξ δόσεις βεραπαμίλης ήταν περίπου 1007 mL/min για την R-βεραπαμίλη και 5481 mL/min για την S-βεραπαμίλη, ενώ 3 εβδομάδες συνεχούς θεραπείας οδήγησαν σε φαινόμενες τιμές από του στόματος κάθαρσης περίπου 651 mL/min για την R-βεραπαμίλη και 2855 mL/min για την S-βεραπαμίλη.
/MILK/ Μητρικό γάλα: Η βεραπαμίλη μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα.
/MILK/ Η βεραπαμίλη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Μια ημερήσια δόση 240 mg παρήγαγε επίπεδα γάλακτος που ήταν περίπου 23% των μητρικών ορών. Τα επίπεδα ορού στο βρέφος ήταν 2,1 ng/mL αλλά δεν μπορούσαν να ανιχνευθούν (<1 ng/mL) 38 ώρες μετά τη διακοπή της θεραπείας. … Σε μια δεύτερη περίπτωση, μια μητέρα λάμβανε 80 mg 3 φορές/ημέρα για υπέρταση για 4 εβδομάδες πριν από τον προσδιορισμό των συγκεντρώσεων ορού & γάλακτος. Οι συγκεντρώσεις σταθερής κατάστασης βεραπαμίλης και του μεταβολίτη, νορβεραπαμίλης, στο γάλα ήταν 25,8 και 8,8 ng/mL, αντίστοιχα. Αυτές οι τιμές ήταν 60% και 16% των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι το βρέφος που θηλάζει έλαβε <0,01% της δόσης της μητέρας. Ούτε η βεραπαμίλη ούτε ο μεταβολίτης ανιχνεύθηκαν στο πλάσμα του βρέφους.
Η φαρμακοκινητική και οι αιμοδυναμικές επιδράσεις ενός συνδυασμού βεραπαμίλης και τραντολαπρίλης μελετήθηκαν σε 20 ασθενείς με υπέρταση (ηλικίες 29-71 ετών), 10 από τους οποίους είχαν επίσης λιπώδη ηπατική νόσο, οι οποίοι έλαβαν από του στόματος κάψουλα παρατεταμένης αποδέσμευσης που περιείχε 180 mg βεραπαμίλης και 1 mg τραντολαπρίλης μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες. Για τη βεραπαμίλη, δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ ασθενών με και χωρίς λιπώδη ηπατική νόσο όσον αφορά την Cmax (110,5 έναντι 76,5 ug/L), την AUC στο πλάσμα από 0-24 ώρες (1260,6 έναντι 941,2 ug/L hr) και τον χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (9,8 έναντι 9,2 ώρες).
Μια ανοικτή, τυχαιοποιημένη, μελέτη εφάπαξ δόσης για τις επιδράσεις των τροφίμων στη βιοδιαθεσιμότητα της βεραπαμίλης υδροχλωρικής (Isoptin) παρατεταμένης αποδέσμευσης (SR) διεξήχθη σε 12 υγιείς εθελοντές (ηλικίας 19-65 ετών) οι οποίοι έλαβαν 240 mg του σκευάσματος SR με άδειο στομάχι ή με τροφή και ένα συμβατικό σκεύασμα με άδειο στομάχι. Παρόλο που ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της SR βεραπαμίλης δεν άλλαξε, ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης παρατάθηκε και η περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου (AUC) ήταν 80% του κανονικού σκευάσματος. Η ταυτόχρονη χορήγηση τροφής παρέτεινε τον χρόνο μέγιστης συγκέντρωσης από 7,3±3,4 σε 11,7±6,3 ώρες, αλλά είχε μικρή επίδραση στη μέγιστη συγκέντρωση, τον χρόνο ημίσειας ζωής ή την AUC της SR βεραπαμίλης.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Βεραπαμίλη (21 συνολικά), παρακαλούμε επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η βεραπαμίλη συνδέεται εκτενώς με πρωτεΐνες στο πλάσμα. Η R-βεραπαμίλη συνδέεται κατά 94% με την αλβουμίνη του ορού, ενώ η S-βεραπαμίλη συνδέεται κατά 88%. Επιπλέον, η R-βεραπαμίλη συνδέεται κατά 92% με την άλφα-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και η S-βεραπαμίλη συνδέεται κατά 86%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βεραπαμίλη μεταβολίζεται εκτενώς από το ήπαρ, με έως και 80% της χορηγούμενης δόσης να υπόκειται σε απέκκριση μέσω προ-συστηματικού μεταβολισμού - ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι αυτός ο μεταβολισμός πρώτης διόδου φαίνεται να κάθαρση το S-ισομερές της βεραπαμίλης πολύ ταχύτερα από το R-ισομερές.
Το εναπομείναν μητρικό φάρμακο υφίσταται O-απομεθυλίωση, N-αποαλκυλίωση και N-απομεθυλίωση σε διάφορους μεταβολίτες μέσω του συστήματος ενζύμων κυτοχρώματος P450.
Η νορβεραπαμίλη, ένας από τους κύριους κυκλοφορούντες μεταβολίτες, είναι αποτέλεσμα της N-απομεθυλίωσης της βεραπαμίλης μέσω CYP2C8, CYP3A4 και CYP3A5, και φέρει περίπου το 20% της καρδιαγγειακής δραστηριότητας του μητρικού φαρμάκου.
Η άλλη κύρια οδός που εμπλέκεται στο μεταβολισμό της βεραπαμίλης είναι η N-αποαλκυλίωση μέσω CYP2C8, CYP3A4 και CYP1A2 προς τον μεταβολίτη D-617. Τόσο η νορβεραπαμίλη όσο και η D-617 μεταβολίζονται περαιτέρω από άλλα CYP ισοένζυμα σε διάφορους δευτερογενείς μεταβολίτες.
Τα CYP2D6 και CYP2E1 έχουν επίσης εμπλακεί στην μεταβολική οδό της βεραπαμίλης, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Οι δευτερεύουσες οδοί μεταβολισμού της βεραπαμίλης περιλαμβάνουν την O-απομεθυλίωσή της σε D-703 μέσω CYP2C8, CYP2C9 και CYP2C18, και σε D-702 μέσω CYP2C9 και CYP2C18.
Αρκετά βήματα στη μεταβολική οδό της βεραπαμίλης παρουσιάζουν στερεοειδική προτίμηση για το S-ισομερές του εκάστοτε υποστρώματος, συμπεριλαμβανομένης της παραγωγής του μεταβολίτη D-620 από CYP3A4/5 και του μεταβολίτη D-617 από CYP2C8.
Μεταβολίτες: Ο κύριος μεταβολίτης είναι η νορβεραπαμίλη, η οποία έχει χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής πολύ παρόμοιο με αυτό του μητρικού παράγοντα, κυμαινόμενο από 4 έως 8 ώρες.
Η βεραπαμίλη υφίσταται εκτενή ηπατική μεταβολισμό. Λόγω σημαντικού ηπατικού φαινομένου πρώτης διόδου, η βιοδιαθεσιμότητα δεν υπερβαίνει το 20 - 35% σε φυσιολογικά άτομα. Έχουν περιγραφεί δώδεκα μεταβολίτες. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η νορβεραπαμίλη και οι άλλοι είναι διάφοροι N- και 0-αποαλκυλιωμένοι μεταβολίτες.
Απέκκριση κατά οδό έκθεσης: Νεφρά: Περίπου το 70% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται στα ούρα εντός 5 ημερών ως μεταβολίτες, εκ των οποίων το 3-4% απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο. Κόπρανα: Περίπου το 16% της λαμβανόμενης δόσης απεκκρίνεται εντός 5 ημερών στα κόπρανα ως μεταβολίτες. Μητρικό γάλα: Η βεραπαμίλη μπορεί να ανιχνευθεί στο μητρικό γάλα.
Η βεραπαμίλη αποδίδει στον σκύλο: 5-(3,4-διμεθοξυφαιναιθυλαμινο)-2-(3,4-διμεθοξυφαινυλ)-2-ισοπροπυλοβαλeronitrile· 2-(3,4-διμεθοξυφαινυλ)-5-(n-(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαιναιθυλ)μεθυλαμινο)-2-ισοπροπυλοβαλeronitrile, και 2-(3,4-διμεθοξυφαινυλ)-2-ισοπροπυλ-5-μεθυλαμινοβαλeronitrile. Το τελευταίο βρέθηκε επίσης σε αρουραίους.
Η βεραπαμίλη και ο κύριος μεταβολίτης της νορβεραπαμίλη αναγνωρίστηκαν ως αναστολείς βασισμένοι στον μηχανισμό και υποστρώματα του CYP3A και αναφέρθηκαν να έχουν μη γραμμική φαρμακοκινητική στην κλινική πράξη. Οι μεταβολικές καθάρσεις της βεραπαμίλης και της νορβεραμίλης, καθώς και οι επιδράσεις τους στη δραστηριότητα του CYP3A, μετρήθηκαν για πρώτη φορά σε αναμεμιγμένους ανθρώπινους ηπατικούς μικροσωμάτιους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα S-ισομερή μεταβολίζονταν προτιμησιακά σε σύγκριση με τα R-ισομερή τόσο για τη βεραπαμίλη όσο και για τη νορβεραπαμίλη, και οι ανασταλτικές τους επιδράσεις στη δραστηριότητα του CYP3A ήταν επίσης στερεοειδικά εκλεκτικές, με τα S-ισομερή να είναι πιο ισχυρά από τα R-ισομερή.
Ένα ημι-φυσιολογικό φαρμακοκινητικό μοντέλο (semi-PBPK) που χαρακτηρίζει την αυτο-αναστολή βασισμένη στον μηχανισμό αναπτύχθηκε για την πρόβλεψη των στερεοειδικά εκλεκτικών φαρμακοκινητικών προφίλ της βεραπαμίλης και της νορβεραπαμίλης μετά από εφάπαξ ή πολλαπλές από του στόματος δόσεις. Επιτεύχθηκε καλή προσομοίωση, η οποία έδειξε ότι το αναπτυγμένο μοντέλο semi-PBPK μπορεί να προβλέψει ταυτόχρονα τα φαρμακοκινητικά προφίλ της S-βεραπαμίλης, της R-βεραπαμίλης, της S-νορβεραπαμίλης και της R-νορβεραπαμίλης.
Διερευνήθηκαν επίσης οι συνεισφορές της αυτο-αναστολής στη συσσώρευση βεραπαμίλης και νορβεραπαμίλης μετά την 38η από του στόματος δόση χαπιού βεραπαμίλης παρατεταμένης αποδέσμευσης (240 mg μία φορά ημερησίως). Ο προβλεπόμενος λόγος συσσώρευσης ήταν περίπου 1,3-1,5 φορές, που ήταν κοντά στα παρατηρούμενα δεδομένα 1,4-2,1 φορές.
Τέλος, το αναπτυγμένο μοντέλο semi-PBPK εφαρμόστηκε περαιτέρω για την πρόβλεψη αλληλεπιδράσεων φαρμάκων-φαρμάκων (DDI) μεταξύ βεραπαμίλης και τριών άλλων υποστρωμάτων CYP3A, συμπεριλαμβανομένων της μιδαζολάμης, της σιμβαστατίνης και της κυκλοσπορίνης Α. Επιτεύχθηκε επίσης επιτυχής πρόβλεψη, η οποία έδειξε ότι το αναπτυγμένο μοντέλο semi-PBPK που ενσωματώνει αυτο-αναστολή έδειξε επίσης μεγάλο πλεονέκτημα στην πρόβλεψη DDI με υποστρώματα CYP3A.
Η οδός βιομετατροπής της βεραπαμίλης, ενός ευρέως συνταγογραφούμενου αναστολέα διαύλων ασβεστίου, διερευνήθηκε με ηλεκτροχημεία (EC) συνδεδεμένη online με υγρή χρωματογραφία (LC) και φασματομετρία μάζας ηλεκτροψεκασμού (ESI-MS). Η προσομοίωση της οξειδωτικής φάσης I του μεταβολισμού επιτεύχθηκε σε απλό αμπερομετρικό κυψελίδιο λεπτού στρώματος εξοπλισμένο με εργασιακό ηλεκτρόδιο από διαμάντι εμποτισμένο με βόριο (BDD). Οι δομές των ηλεκτροχημικά παραγόμενων μεταβολιτών διευκρινίστηκαν με βάση ακριβή δεδομένα μάζας και επιπρόσθετα πειράματα MS/MS. Καταφέραμε να αποδείξουμε ότι όλα τα σημαντικότερα μεταβολικά προϊόντα του ανταγωνιστή ασβεστίου, συμπεριλαμβανομένης της νορβεραπαμίλης (που σχηματίζεται από N-απομεθυλίωση), μπορούν εύκολα να προσομοιωθούν χρησιμοποιώντας αυτήν την καθαρά οργανοληπτική τεχνική. Επιπλέον, νέα αναφερόμενα μεταβολικά προϊόντα αντίδρασης, όπως καρβινολαμίνες ή ιμινο-μεθυλο-αιθέρες, γίνονται προσβάσιμα. Τα αποτελέσματα που λήφθηκαν με EC συγκρίθηκαν με συμβατικές in vitro μελέτες με την πραγματοποίηση επωάσεων με μικροσωμάτια αρουραίου καθώς και ανθρώπινου ήπατος (RLMs, HLMs). Και οι δύο μέθοδοι έδειξαν καλή συμφωνία με τα δεδομένα από EC/LC/MS. Έτσι, μπορεί να σημειωθεί ότι η EC είναι πολύ κατάλληλη για την προσομοίωση του οξειδωτικού μεταβολισμού της βεραπαμίλης. Συνοπτικά, αυτή η μελέτη επιβεβαιώνει ότι η EC/LC/MS μπορεί να είναι ένα ισχυρό εργαλείο στην ανακάλυψη και ανάπτυξη φαρμάκων όταν εφαρμόζεται συμπληρωματικά σε καθιερωμένες in vitro ή in vivo προσεγγίσεις.
Η μηχανισμικά βασισμένη αδρανοποίηση (MBI) του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A από βεραπαμίλη και οι προκύπτουσες αλληλεπιδράσεις φαρμάκων-φαρμάκων έχουν μελετηθεί in vitro, αλλά η αναστολή της βεραπαμίλης στην αυτο-μεταβολική της κάθαρση στην κλινική πράξη, δηλαδή η αυτο-αναστολή του μεταβολισμού της βεραπαμίλης, δεν έχει αναπαραχθεί ποτέ in vitro. Αυτή η εργασία είχε ως στόχο την αξιολόγηση της χρησιμότητας των ενσωματωμένων σε γέλη ηπατοκυττάρων αρουραίων για την αντικατοπτρισμό τέτοιας μεταβολικής αυτο-αναστολής, χρησιμοποιώντας ηπατοκυτταρικές μονοστρώσεις ως έλεγχο. Παρά το ότι παρουσίαζε παρόμοιο προφίλ ανάλογο της συγκέντρωσης και του χρόνου, η αυτο-αναστολή του μεταβολισμού της βεραπαμίλης παρουσίασε εμφανείς διαφορές μεταξύ των δύο μοντέλων καλλιέργειας. Πρώτον, τα ενσωματωμένα σε γέλη ηπατοκύτταρα ήταν πιο ευαίσθητα σε τέτοια αναστολή, γεγονός που θα μπορούσε να οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην υψηλότερη δραστηριότητα CYP3A τους, όπως ανιχνεύθηκε από τους ρυθμούς σχηματισμού 6-βήτα-υδροξυτεστοστερόνης και 1’-υδροξυμιδαζολάμης. Επιπλέον, η ανασταλτική επίδραση της κετοκοναζόλης και της βεραπαμίλης στη δραστηριότητα του CYP 3A, καθώς και η μείωση της εγγενούς κάθαρσης της βεραπαμίλης (CL(int)) από την κετοκοναζόλη, παρατηρήθηκαν μόνο σε ενσωματωμένα σε γέλη ηπατοκύτταρα. Από αυτή την άποψη, η εμπλοκή του CYP3A στην αυτο-αναστολή του μεταβολισμού της βεραπαμίλης θα μπορούσε να καταδειχθεί σε ενσωματωμένα σε γέλη ηπατοκύτταρα, αλλά όχι σε ηπατοκυτταρικές μονοστρώσεις. Όλα αυτά τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα ηπατοκύτταρα ενσωματωμένα σε γέλη αντικατόπτριζαν περισσότερο την αυτο-αναστολή του μεταβολισμού της βεραπαμίλης από τις ηπατοκυτταρικές μονοστρώσεις και θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν ως κατάλληλο σύστημα για τη διερεύνηση του μεταβολισμού των φαρμάκων.
Η βεραπαμίλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη Νορεραπαμίλη, D-617, 2-(3,4-διμεθοξυφαινυλ)αιθανάλη, D-702, και M9 (D-703).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Μελέτες εφάπαξ δόσης άμεσης αποδέσμευσης βεραπαμίλης έδειξαν χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής από 2,8 έως 7,4 ώρες, ο οποίος αυξάνεται σε 4,5 έως 12,0 ώρες μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής παρατείνεται επίσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (14 έως 16 ώρες) και σε ηλικιωμένους (περίπου 20 ώρες).
Η ενδοφλεβίως χορηγούμενη βεραπαμίλη έχει ταχεία φάση κατανομής με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 4 λεπτών, ακολουθούμενη από τελική φάση αποβολής με χρόνο ημίσειας ζωής 2 έως 5 ωρών.
Η φαρμακοκινητική της βεραπαμίλης και του μεταβολίτη της, της νορβεραπαμίλης, μελετήθηκε σε 10 ασθενείς (ηλικίες 19-69 ετών) με πυλαία υπέρταση και σε 6 υγιείς μάρτυρες (ηλικίες 21-69 ετών) οι οποίοι έλαβαν από του στόματος δόση 80 mg βεραπαμίλης υδροχλωρικής (Isoptin). Η τελική φάση ημίσειας ζωής της βεραπαμίλης ήταν 210 ώρες στους μάρτυρες και 1384 ώρες στους ασθενείς.
Μια μελέτη τοξικοκινητικής που διεξήχθη σε δύο περιπτώσεις έδειξε χρόνους ημίσειας ζωής πλάσματος 7,9 και 13,2 ώρες, συνολικές κάθαρση σώματος 425 και 298 mL/min.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητά του ή την απαντοχή του, ή την αγωγή ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, β-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω εκλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής
CJ0O37KU29
VERAPAMIL
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Διαύλων Ασβεστίου
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
Η βεραπαμίλη είναι Αναστολέας Διαύλων Ασβεστίου. Ο μηχανισμός δράσης της βεραπαμίλης είναι ως Ανταγωνιστής Διαύλων Ασβεστίου, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορούν να επηρεάσουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την διεγερσιμότητά του ή την απαντοχή του, ή την αγωγή ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες ταξινομούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αναστολή διαύλων νατρίου, β-αδρενεργική αναστολή, παράταση επαναπόλωσης ή αναστολή διαύλων ασβεστίου.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν μέσω εκλεκτικής αναστολής της εισροής ασβεστίου μέσω κυτταρικών μεμβρανών.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση διαστολής των αιμοφόρων αγγείων.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08DA01Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 240–480 mg · Συνεχής
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΔΑ — Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Acute-Narrow C08DA01Άμεση Διαχείριση — Στενά QRS, Ρυθμική (αιμοδυναμικά σταθερός)Ρυθμική ταχυκαρδία στενά QRS, αιμοδυναμικά σταθερός — βαγοτονικοί χειρισμοί 1ης γραμμήςΔοσολογία: 5–10 mg IV · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Sinus-Reentry C08DA01Φλεβόκομβο ΕπανεισόδουΤαχυκαρδία επανεισόδου στον φλεβόκομβοΔοσολογία: 120–360 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C08DA01Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: 5–10 mg IV · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Focal-AT C08DA01Εστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Focal AT)Εστιακή κολπική ταχυκαρδίαΔοσολογία: 120–360 mg · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ Multifocal-AT C08DA01Πολυεστιακή Κολπική Ταχυκαρδία (Multifocal AT)Πολυεστιακή κολπική ταχυκαρδία — υποκείμενο νόσημαΔοσολογία: 120–360 mg/ημέρα · Συνεχής
-
ΒΗΜΑ AVNRT C08DA01Κολποκοιλιακή Κομβική Ταχυκαρδία Επανεισόδου (AVNRT)AVNRT (τυπική / άτυπη)Δοσολογία: 5–10 mg IV · Άμεσα
-
ΒΗΜΑ Orthodromic-AVRT C08DA01Ορθόδρομη Κολποκοιλιακή Ταχυκαρδία Επανεισόδου (συμπεριλαμβάνεται PJRT)Ορθόδρομη AVRTΔοσολογία: 5–10 mg IV · Άμεσα
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 3A C08DA01Ιδιοπαθής VT από χώρο εξόδου δεξιάς κοιλίας ή δεσμιδική
-
ΒΗΜΑ 6.1 C08DA01Ιδιοπαθείς συμπτωματικές κοιλιακές αρρυθμίες — Χρόνια διαχείριση
-
ΒΗΜΑ 6.1 C08DA01Ιδιοπαθείς συμπτωματικές κοιλιακές αρρυθμίες — Χρόνια διαχείριση
-
ΒΗΜΑ 6.1 C08DA01Ιδιοπαθείς συμπτωματικές κοιλιακές αρρυθμίες — Χρόνια διαχείριση