KETOCONAZOLE
Κετοκοναζόλη
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-FUNGORAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική εφαρμογή
- Χορήγηση: Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για αρκετές ημέρες, ύστερα από την εξάλειψη όλων των συμπτωμάτων. Εάν μετά από 4 εβδομάδες δεν έχει σημειωθεί κλινική βελτίωση, θα πρέπει να επαναξιολογηθεί η θεραπεία.
- Δόση έναρξης: μια φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Σε πιο ανθεκτικές περιπτώσεις, και ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή, μπορεί να εφαρμοστεί η κρέμα δυο φορές ημερησίως.
-
Ασθενείς με δερματοφυτία του κορμού, των ποδιών, των χεριών, των πτυχών, επιπολής καντιντιάσεις και ποικιλόχρουν πιτυρίασηΔόσημια φορά την ημέραεπικαλύπτει την προσβληθείσα και την άμεσα γειτονική περιοχή. Σε πιο ανθεκτικές περιπτώσεις, μπορεί να εφαρμοστεί δύο φορές ημερησίως.
-
Σμηγματορροϊκή δερματίτιδαΔόση1 ή 2 φορές ημερησίωςανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης. Θεραπεία συντήρησης, με εφαρμογή μία ή δύο φορές την εβδομάδα, είναι απαραίτητη.
-
Παιδιά και έφηβοι ηλικίας κάτω των 18 ετώναντενδείκνυται
block
SPC-FUNGORAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςΆτομα κάτω των 18 ετών
warning
SPC-FUNGORAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Οφθαλμική χρήσηΔεν ενδείκνυται
-
Ερεθισμός δέρματοςΗ χρήση του φαρμάκου πρέπει να διακοπεί αν εμφανισθεί αντίδραση που υποδηλώνει ευαισθησία ή χημικό ερεθισμό.
-
Συγχορήγηση με τοπικά κορτικοστεροειδήΓια να αποφευχθεί το φαινόμενο της υποτροπής, όταν χρησιμοποιηθεί η κρέμα συγχρόνως ή αμέσως μετά από μακροχρόνια αγωγή με τοπικά κορτικοστεροειδή, συνιστάται να εφαρμόζεται το τοπικό κορτικοστεροειδές το πρωί και να γίνεται εφαρμογή του Fungoral το βράδυ και βαθμιαία στη συνέχεια να διακοπεί η θεραπεία με το τοπικό κορτικοστεροειδές σε μια περίοδο 2-3 εβδομάδων.
swap_horiz
SPC-FUNGORAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις Καμία γνωστή.
sick
SPC-FUNGORAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία
- Αίσθημα καύσου στο δέρμα
- Πομφολυγώδες εξάνθημα
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Εξάνθημα
- Απολέπιση
- Αίσθηση κολλώδους δέρματος
- Ερύθημα στο σημείο εφαρμογής
- Κνησμός στο σημείο εφαρμογής
- Αιμορραγία στο σημείο εφαρμογής
- Δυσφορία στο σημείο εφαρμογής
- Ξηρότητα στο σημείο εφαρμογής
- Φλεγμονή στο σημείο εφαρμογής
- Ερεθισμός στο σημείο εφαρμογής
- Παραισθησία στο σημείο εφαρμογής
- Αντίδραση στο σημείο εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑίσθημα καύσου στο δέρμαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠομφολυγώδες εξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑπολέπισηΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑίσθηση κολλώδους δέρματοςΔέρματος και υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΕρύθημα στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
ΣυχνέςΚνησμός στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΞηρότητα στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΠαραισθησία στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Όχι συχνέςΑντίδραση στο σημείο εφαρμογήςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις του σημείου εφαρμογής
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωση
pregnant_woman
SPC-FUNGORAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΆγνωστο
-
ΓαλουχίαΆγνωστο
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FUNGORAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για τοπική χρήση, Ιμιδαζολικά και τριαζολικά παράγωγα Κωδικός ATC: D01AC08 ### Μηχανισμός δράσης Η κετοκοναζόλη αναστέλλει τη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στους μύκητες και τροποποιεί τη…
biotech
SPC-FUNGORAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές Δεν ανιχνεύθηκε κετοκοναζόλη στο πλάσμα ενηλίκων μετά από τοπική εφαρμογή Fungoral στο δέρμα. Σε μία μελέτη σε βρέφη με σμηγματορροϊκή δερματίτιδα (n=19), κατά την οποία περίπου 40 g κρέμας Fungoral εφαρμόστηκαν σε καθημερινή βάση σε μια…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FUNGORAL
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
Στις περισσότερες περιπτώσεις (ασθενείς με δερματοφυτία του κορμού, των ποδιών, των χεριών, των πτυχών, επιπολής καντιντιάσεις και ποικιλόχρουν πιτυρίαση) συνιστάται να εφαρμόζεται το Fungoral μια φορά την ημέρα και να επικαλύπτει τόσο την προσβληθείσα όσο και την άμεσα γειτονική περιοχή στις περισσότερες περιπτώσεις. Σε πιο ανθεκτικές περιπτώσεις, και ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή, μπορεί να εφαρμοστεί η κρέμα δυο φορές ημερησίως. Στη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα συνιστάται να εφαρμόζεται Fungoral στις πάσχουσες περιοχές 1 ή 2 φορές ημερησίως, ανάλογα με τη βαρύτητα της λοίμωξης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Το Fungoral αντενδείκνυται σε παιδιά και εφήβους ηλικίας κάτω των 18 ετών.
Τρόπος χορήγησης
Η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται για αρκετές ημέρες, ύστερα από την εξάλειψη όλων των συμπτωμάτων. Εάν μετά από 4 εβδομάδες δεν έχει σημειωθεί κλινική βελτίωση, θα πρέπει να επαναξιολογηθεί η θεραπεία. Γενικά μέτρα καλής υγιεινής πρακτικής θα πρέπει να εφαρμόζονται για να αποφεύγονται οι υποτροπές ή οι επαναμολύνσεις.
Συνήθης διάρκεια θεραπείας:
Οι ασθενείς με ποικιλόχρουν πιτυρίαση εμφανίζουν κλινική και μυκητολογική ίαση συνήθως μετά από θεραπεία 2-3 εβδομάδων. Μόλυνση από ζυμομύκητες (επιπολής καντιντίαση): 2-3 εβδομάδες. Παρατρίμματα: 2-4 εβδομάδες. Μυκητιάσεις κορμού: 3-4 εβδομάδες. Μυκητιάσεις ποδιών: 4-6 εβδομάδες. Μυκητιάσεις χεριών: 4-6 εβδομάδες. Η συνήθης αρχική διάρκεια θεραπείας στη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα είναι 2-4 εβδομάδες. Θεραπεία συντήρησης, με εφαρμογή μία ή δύο φορές την εβδομάδα, είναι απαραίτητη για τη σμηγματορροϊκή δερματίτιδα.
block
Αντενδείξεις
SPC-FUNGORAL
expand_more
Αντενδείξεις
Το Fungoral αντενδείκνυται σε:
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Άτομα κάτω των 18 ετών.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FUNGORAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FUNGORAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Αλληλεπιδράσεις
Καμία γνωστή.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FUNGORAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η ασφάλεια του Fungoral εκτιμήθηκε σε 1079 ασθενείς σε 30 κλινικές μελέτες στις οποίες η κρέμα εφαρμόστηκε τοπικά στο δέρμα. Ανεπιθύμητες ενέργειες που προέρχονται από δεδομένα κλινικών μελετών του προϊόντος ταξινομούνται παρακάτω με βάση τη συχνότητα, χρησιμοποιώντας την εξής συνθήκη: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών. Επιπρόσθετα από τις ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών και παρέχονται παραπάνω, έχουν επίσης αναφερθεί και οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες μετά την κυκλοφορία του προϊόντος:
Πολύ σπάνιες: Κνίδωση.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (βλ. λεπτομέρειες παρακάτω).
Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 213 2040380/337 Φαξ: + 30 210 6549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FUNGORAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FUNGORAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιμυκητιασικά για τοπική χρήση, Ιμιδαζολικά και τριαζολικά παράγωγα Κωδικός ATC: D01AC08
Μηχανισμός δράσης
Η κετοκοναζόλη αναστέλλει τη βιοσύνθεση της εργοστερόλης στους μύκητες και τροποποιεί τη σύνθεση των άλλων λιπιδικών συστατικών της μεμβράνης μεταβάλλοντας τη διαπερατότητά της και εμποδίζοντας έτσι τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων των μυκήτων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Συνήθως η κρέμα κετοκοναζόλης καταστέλλει πολύ γρήγορα τη φαγούρα η οποία εμφανίζεται πολύ συχνά σε μολύνσεις από δερματόφυτα και ζυμομύκητες, όπως επίσης και σε δερματικές παθήσεις που συνδέονται με την παρουσία του γένους Malassezia. Η βελτίωση αυτού του συμπτώματος παρατηρείται πριν εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια της ίασης.
Μικροβιολογία
Η κετοκοναζόλη, ένα συνθετικό μι ιδαζολικό διοξολανικό παράγωγο, έχει ισχυρή μαντι υκητιασική δράση κατά των μδερ ατοφύτων, όπως Trichophyton spp., Epidermophyton floccosum και Microsporum spp, και μ μζυ ο υκήτων, όπως Malassezia spp. και Candida spp. Ειδικά η δραστικότητά του έναντι του γένους Malassezia μ. είναι πολύ αυξη ένη
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FUNGORAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
Φαρμακοκινητικές
Δεν ανιχνεύθηκε κετοκοναζόλη στο πλάσμα ενηλίκων μετά από τοπική εφαρμογή Fungoral στο δέρμα. Σε μία μελέτη σε βρέφη με σμηγματορροϊκή δερματίτιδα (n=19), κατά την οποία περίπου 40 g κρέμας Fungoral εφαρμόστηκαν σε καθημερινή βάση σε μια περιοχή που κάλυπτε το 40% της επιφάνειας του σώματος, ανιχνεύθηκε σε 5 βρέφη κετοκοναζόλη στο πλάσμα σε συγκέντρωση από 32 μέχρι 133 ng/mL.
ΕΟΦ · 5.2
Aντιμυκητιασικά
expand_more
Aντιμυκητιασικά
Tα αντιμυκητιασικά φάρμακα είναι αναγκαία στην καθημέρα ιατρική πράξη τόσο για την αντιμετώπιση επιφανειακών λοιμώξεων του δέρματος και των βλεννογόνων όσο και για τη θεραπεία συστηματικών, εν τω βάθει μυκητιάσεων. Oι επιφανειακές μυκητιάσεις είναι αρκετά συχνές και συνήθως υποχωρούν με τοπική θεραπεία. Σε ορισμένες όμως περιπτώσεις (εκτεταμένες βλάβες, υποτροπιάζουσες επίμονες λοιμώξεις), η συστηματική χορήγηση και κυρίως των νεωτέρων από του στόματος ευαπορρόφητων αντιμυκητιασικών τριαζολών δίνει καλύτερα αποτελέσματα. Oι εν τω βάθει συστηματικές μυκητιάσεις είναι σπανιότερες και κατά κανόνα παρατηρούνται σε άτομα με ανοσοκαταστολή. H πρόοδος και οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες της ιατρικής τα τελευταία χρόνια συνέβαλαν στην αύξηση του αριθμού των ασθενών με ανοσοκαταστολή και ως εκ τούτου των συστηματικών μυκητιάσεων.
H θεραπεία των παραμελημένων ιδίως περιπτώσεων είναι δύσκολη, εκτός δε των αντιμυκητιασικών φαρμάκων σε ορισμένες περιπτώσεις είναι αναγκαία και η χειρουργική θεραπεία. Για παράδειγμα η μυκηταιμία από Candida σε ασθενή με ενδοφλέβιο καθετήρα υποχωρεί συνήθως μόνη της μετά την αφαίρεση του καθετήρα. Aντιθέτως η μυκηταιμία από Candida σε αρρώστους με ανοσοκαταστολή ή η ενδοκαρδίτιδα απαιτούν οπωσδήποτε συστηματική θεραπεία και αφαίρεση της προσβληθείσας βαλβίδας. Πνευμονική λοίμωξη από Cryptococcus neoformans δυνατόν να υποχωρήσει αυτόματα ενώ μηνιγγίτιδα από τον ίδιο μύκητα χωρίς θεραπεία οδηγεί πάντοτε σε θάνατο. Eπίσης ασπεργίλλωση των βρόγχων (αλλεργική) δεν απαιτεί ειδική θεραπεία, ενώ διεισδυτική προσβολή του πνευμονικού παρεγχύματος την επιβάλλει.
Tα κυρίως αντιμυκητιασικά φάρμακα διακρίνονται ανάλογα με τη χημική τους δομή σε: 1) Πολυένια (Aμφοτερικίνη B, Nυστατίνη), 2) Aζόλες (Kλοτριμαζόλη, Eκοναζόλη, Mικοναζόλη, Kετοκοναζόλη, Iτρακοναζόλη και Φλουκοναζόλη), 3) Συνθετικά αντιμυκητιασικά (5-Φθοριοκυτοσίνη).
Oι αζόλες μεταβολίζονται στο ήπαρ με το ένζυμο CYP 3A4. Eπειδή διαφορες ουσίες (αστεμιζόλη, σισαπρίδη, τερφεναμίδη) το αναστέλλουν η ταυτόχρονη χορήγηση ενέχει τον κίνδυνο ισχυρών αρρυθμιών.
Oι δυσκολίες στην αντιμετώπιση των συστηματικών λοιμώξεων λόγω της αδυναμίας παρασκευής νεώτερων αντιμυκητιασικών με ευρύ φάσμα, που να περιλαμβάνει τους περισσότερους παθογόνους μύκητες, χωρίς σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, οδήγησε στην παρασκευή σκευασμάτων της Aμφοτερικίνης B ενσωματωμένης σε λιποσώματα έτσι που να μειώνονται οι τοξικές επιδράσεις της και να μπορεί να χορηγηθεί σε μεγάλες δόσεις.
Tα προβλήματα στην αντιμετώπιση των συστηματικών μυκητιάσεων οφείλονται και στο γεγονός ότι δεν έχει μέχρι σήμερα καθιερωθεί εύκολος τρόπος ελέγχου της ευαισθησίας των μυκήτων στα αντιμυκητιασικά φάρμακα, όπως συμβαίνει με τα βακτήρια και τα αντιβιοτικά. H αξιολόγηση των αντιμυκητιασικών φαρμάκων στηρίζεται περισσότερο στα δεδομένα από την αντιμετώπιση πειραματικών λοιμώξεων σε ζώα και στην κλινική εμπειρία.
Διάφορες αντιμυκητιασικές ουσίες χορηγούνται μόνο για τοπική χρήση (econazol, clotrimazol) και αναφέρονται στα οικεία κεφάλαια.
ΕΟΦ · 13.3.2
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
expand_more
Τοπικά Aντιμυκητιασικά
Xρησιμοποιούνται τοπικώς (εκοναζόλη, ισοκοναζόλη, κλοτριμαζόλη, κετοκοναζόλη, νυστατίνη, υποθειώδες σελήνιο, τολναφτάτη), συστηματικώς από του στόματος (γκριζεοφουλβίνη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, τερβιναφίνη, κλπ.) ή παρεντερικώς (μικοναζόλη) και σε συνδυασμό των παραπάνω οδών. Για αντιμυκητιασικά παρεντερικής χορήγησης βλ. 5.2. Eπίσης τοπικώς σε μερικές μορφές επιδερμοφυτιών εφαρμόζεται αλοιφή συνιστάμενη από 6% βενζοϊκό οξύ και 3% σαλικυλικό οξύ γνωστή ως αλοιφή Whitfield που παρασκευάζεται από τον φαρμακοποιό.
H αμορολφίνη είναι τοπικό αντιμυκητιασικό, δραστικό έναντι ζυμομυκήτων, δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, περιλαμβανομένων και στελεχών που προκαλούν ονυχομυκητιάσεις. Aνήκει σε μια νέα κατηγορία αντιμυκητιασικών ουσιών και δρα καταστρέφοντας το τοίχωμα του μύκητα.
H φεντικοναζόλη είναι ευρέος φάσματος αντιμυκητιασικό που ανήκει στα ιμιδαζόλια. Eίναι δραστική έναντι δερματοφύτων, ευρωτομυκήτων, διμόρφων μυκήτων, κλπ. καθώς και έναντι μερικών θετικών κατά Gram βακτηριδίων.
Oι ενδείξεις των αντιμυκητιασικών που περιγράφονται στο κεφάλαιο αυτό είναι:
α) Mυκητιάσεις δέρματος, τριχών και ονύχων από επιδερμόφυτα, τριχόφυτα και μικρόσπορα. H αντιμετώπιση μόνο με τοπική θεραπεία έχει αποτελεσματικότητα 50-60%. Έτσι, τα φάρμακα αυτά εφαρμόζονται σε συνδυασμό με συστηματική χορήγηση για χρονικό διάστημα 1-6 μηνών αναλόγως του είδους του μύκητα και της εντόπισης της βλάβης.
β) Mυκητιάσεις παρατριμματικών περιοχών, παρωνυχίου, βλεννογόνων και σπανιότερα ονύχων από μονίλια.
γ) Ποικιλόχρους πιτυρίαση (από Malassezia furfur).
δ) Eν τω βάθει μυκητιάσεις που γενικώς είναι σπάνιες. H αντιμετώπισή τους απαιτεί άλλοτε αντιμικροβιακά φάρμακα και άλλοτε αντιμυκητιασικά.
Γενικός κανόνας πριν από την έναρξη κάθε αντιμυκητιασικής θεραπείας είναι η μικροβιολογική διαπίστωση του είδους του μύκητα.
Oρισμένοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η ανοσοκαταστολή, η λήψη αντιμικροβιακών, η παχυσαρκία, ο διαβήτης κλπ., ευνοούν την ανάπτυξη μυκητιασικών λοιμώξεων και δυσχεραίνουν τη θεραπεία.
Aποτυχία στην αντιμυκητιασική αγωγή οφείλεται συνήθως σε:
-
ατελή θεραπεία (ως προς τη διάρκειά της)
-
παρουσία ανθεκτικών στελεχών
-
αυξημένη ευαισθησία του ξενιστή (ύπαρξη προδιαθεσικών παραγόντων) και
-
επαναμόλυνση από το περιβάλλον.
Προσοχή στη χορήγηση των συστηματικών αντιμυκητιασικών: Δεν θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της κύησης. Προσοχή σε ασθενείς με ηπατική και νεφρική ανεπάρκεια.
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ευρύ φάσμα αντιμυκητιακού παράγοντα, χρησιμοποιείται για μακροχρόνια θεραπεία σε υψηλές δόσεις, ιδιαίτερα σε ανοσοκατασταλμένους ασθενείς. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για τη θεραπεία των ακόλουθων συστηματικών μυκητιακών λοιμώξεων: καντιντίαση (candidiasis), χρόνια βλεννογονικο-δερμική καντιντίαση, στοματική καντιντίαση (oral thrush), καντινουρία (candiduria), βλαστομυκοσίωση (blastomycosis), κοξιδιοειδομυκοσίωση (coccidioidomycosis), ιστοπλασμώση (histoplasmosis), χρωμομυκοσίωση (chromomycosis) και παρακοξιδιοειδομυκοσίωση (paracoccidioidomycosis).
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η κετοκοναζόλη, όπως και η κλοτριμαζόλη, φλουκοναζόλη, ιτρακοναζόλη και μικοναζόλη, αποτελεί αντιμυκητιακό παράγοντα με ιμιδαζολική δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Η κετοκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α-μεθυλισάση, ένα ένζυμο του κυτοχρώματος P-450 που είναι αναγκαίο για τη μετατροπή του lanosterol σε ergosterol. Αυτό οδηγεί σε αναστολή της σύνθεσης εργοστερόλης και στην αυξημένη διαπερατότητα του μυκητιακού κυττάρου. Άλλοι μηχανισμοί μπορεί να περιλαμβάνουν την αναστολή ενδογενούς αναπνοής, αλληλεπίδραση με μεμβρανικά φωσφολιπίδια, αναστολή μετατροπής ζύμης σε μυκήλιο, αναστολή πρόσληψης πουρινών και επιβράδυνση βιοσύνθεσης τριγλυκεριδίων/φωσφολιπιδίων. Η κετοκοναζόλη μπορεί επίσης να αναστέλλει τη σύνθεση θρομβοξάνης και στερολών όπως αλδοστερόνη, κορτιζόλη και τεστοστερόνη.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Μέτρια
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Ημιζωή
2 ώρες
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος
99% (in vitro, δέσμευση πρωτεϊνών πλάσματος)
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Ηπατοτοξικότητα, LD50=86 mg/kg (ενδείκνυται από από του στόματος σε αρουραίους)
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η κετοκοναζόλη, παρόμοια με άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά, είναι ένας μυκητοστατικός παράγοντας που προκαλεί παύση της ανάπτυξης στα μυκητιασικά κύτταρα, αποτρέποντας έτσι την ανάπτυξη και τη διάδοση του μύκητα σε όλο το σώμα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η κετοκοναζόλη αλληλεπιδρά με την 14-α-στερόλη δεμεθυλάση, ένα ένζυμο κυτοχρώματος P-450 απαραίτητο για τη μετατροπή της λανοστερόλης σε εργοστερόλη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης εργοστερόλης και την αυξημένη μυκητιακή κυτταρική διαπερατότητα λόγω μειωμένων ποσοτήτων εργοστερόλης στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα. Αυτή η μεταβολική αναστολή οδηγεί επίσης στη συσσώρευση της 14α-μεθυλ-3,6-διολ, ενός τοξικού μεταβολίτη. Η αύξηση της ρευστότητας της μεμβράνης πιστεύεται επίσης ότι προκαλεί διαταραχή των συστημάτων ενζύμων που είναι συνδεδεμένα με τη μεμβράνη, καθώς τα συστατικά γίνονται λιγότερο πυκνά.
Η κετοκοναζόλη αναστέλλει τη σύνθεση της εργοστερόλης, ενός βασικού συστατικού της κυτταρικής μεμβράνης του μύκητα, μέσω της αναστολής του ενζύμου λανοστερόλη 14άλφα-δεμεθυλάση που εξαρτάται από το κυτόχρωμα P-450, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη μετατροπή της λανοστερόλης σε εργοστερόλη στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα. Αυτό οδηγεί σε συσσώρευση μεθυλιωμένων προδρόμων στερολών και σε εξάντληση της εργοστερόλης εντός της κυτταρικής μεμβράνης, αποδυναμώνοντας έτσι τη δομή και τη λειτουργία της κυτταρικής μεμβράνης του μύκητα.
Όπως και άλλα αζολικά αντιμυκητιασικά, η κετοκοναζόλη πιθανώς ασκεί την αντιμυκητιασική της δράση αλλοιώνοντας τις κυτταρικές μεμβράνες, οδηγώντας σε αυξημένη διαπερατότητα της μεμβράνης, δευτερογενείς μεταβολικές επιδράσεις και αναστολή της ανάπτυξης. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της κετοκοναζόλης δεν έχει πλήρως προσδιοριστεί, έχει προταθεί ότι η μυκητοστατική δράση του φαρμάκου μπορεί να προκύψει από παρεμβολές στη σύνθεση της εργοστερόλης, πιθανώς μέσω αναστολής της C-14 δεμεθυλίωσης των ενδιάμεσων στερολών (π.χ., λανοστερόλης). Η μυκητοκτόνος δράση της κετοκοναζόλης σε υψηλές συγκεντρώσεις μπορεί να οφείλεται σε άμεση φυσικοχημική επίδραση του φαρμάκου στην κυτταρική μεμβράνη του μύκητα.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η κετοκοναζόλη απαιτεί όξινο περιβάλλον για να γίνει υδατοδιαλυτή. Σε τιμές pH άνω του 3 γίνεται όλο και πιο αδιάλυτη, με περίπου 10% να εισέρχεται σε διάλυμα σε 1 ώρα. Σε pH μικρότερο του 3, η διάλυση ολοκληρώνεται κατά 85% σε 5 λεπτά και πλήρως εντός 30 λεπτών. Μία μόνο από του στόματος δόση 200 mg παράγει Cmax 2,5-3 mcg/mL με Tmax 1-4 ώρες. Η χορήγηση κετοκοναζόλης με τροφή αυξάνει σταθερά την Cmax και καθυστερεί την Tmax, αλλά η βιβλιογραφία είναι αντιφατική σχετικά με την επίδραση στην AUC, η οποία μπορεί να παρουσιάσει μικρή μείωση. Αναφέρεται βιοδιαθεσιμότητα 76% για την κετοκοναζόλη.
Μόνο 2-4% της δόσης κετοκοναζόλης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Πάνω από το 95% απεκκρίνεται μέσω ηπατικής μεταβολισμού.
Η κετοκοναζόλη έχει εκτιμώμενο όγκο κατανομής 25,41 L ή 0,36 L/kg. Κατανέμεται ευρέως στους ιστούς, φτάνοντας σε αποτελεσματικές συγκεντρώσεις στο δέρμα, τους τένοντες, τα δάκρυα και το σάλιο. Η κατανομή στον κόλπο παράγει συγκεντρώσεις 2,4 φορές χαμηλότερες από το πλάσμα. Η διείσδυση στο ΚΝΣ, στα οστά και στο σπερματικό υγρό είναι ελάχιστη. Η κετοκοναζόλη έχει βρεθεί ότι εισέρχεται στο μητρικό γάλα και διαπερνά τον πλακούντα σε μελέτες σε ζώα.
Η κετοκοναζόλη έχει εκτιμώμενη κάθαρση 8,66 L/h.
Η κετοκοναζόλη απορροφάται ταχέως από τον ΓΕΣ. Μετά τη χορήγηση από του στόματος, η κετοκοναζόλη διαλύεται σε γαστρικά εκκρίματα και μετατρέπεται στο υδροχλωρικό άλας πριν την απορρόφηση από το στομάχι.
Η επίδραση της τροφής στον ρυθμό και την έκταση της γαστρικής απορρόφησης της κετοκοναζόλης δεν έχει καθοριστεί με σαφήνεια. Ορισμένοι κλινικοί γιατροί ανέφεραν ότι η χορήγηση κετοκοναζόλης σε νηστικούς ασθενείς οδηγεί σε υψηλότερες πλάσμα συγκεντρώσεις του φαρμάκου από ό,τι η χορήγηση με τροφή. Ωστόσο, ο κατασκευαστής αναφέρει ότι η χορήγηση κετοκοναζόλης με τροφή αυξάνει την έκταση της απορρόφησης και οδηγεί σε πιο σταθερές πλάσμα συγκεντρώσεις του φαρμάκου. Ο κατασκευαστής προτείνει ότι η τροφή αυξάνει την απορρόφηση της κετοκοναζόλης αυξάνοντας τον ρυθμό ή/και την έκταση της διάλυσης της κετοκοναζόλης (π.χ., αυξάνοντας τις χολικές εκκρίσεις) ή καθυστερώντας την κένωση του στομάχου.
Η κετοκοναζόλη είναι ένα ασθενές διβασικό μόριο και απαιτεί επομένως οξύτητα για τη διάλυση και την απορρόφηση.
Η βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος κετοκοναζόλης εξαρτάται από το pH των γαστρικών περιεχομένων στο στομάχι· μια αύξηση του pH οδηγεί σε μειωμένη απορρόφηση του φαρμάκου. Έχει αναφερθεί μειωμένη βιοδιαθεσιμότητα κετοκοναζόλης σε ασθενείς με επίκτητη ανοσοανεπάρκεια (AIDS), πιθανώς λόγω γαστρικής υποχλωρυδρίας που σχετίζεται με αυτή την κατάσταση· η ταυτόχρονη χορήγηση αραιωμένου διαλύματος υδροχλωρικού οξέος εξομάλυνε την απορρόφηση του φαρμάκου σε αυτούς τους ασθενείς.198 Η ταυτόχρονη χορήγηση όξινου ποτού μπορεί να αυξήσει τη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος κετοκοναζόλης σε ορισμένα άτομα με αχλωρυδρία.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την KETOCONAZOLE (19 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η κετοκοναζόλη συνδέεται περίπου 84% με την αλβουμίνη του πλάσματος, με επιπλέον 15% να συνδέεται με τα κύτταρα του αίματος, για συνολική σύνδεση 99% εντός του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ο κύριος μεταβολίτης της κετοκοναζόλης φαίνεται να είναι ο M2, ένα τελικό προϊόν που προκύπτει από την οξείδωση της ιμιδαζόλης. Το CYP3A4 είναι γνωστό ότι συμβάλλει κυρίως σε αυτήν την αντίδραση, με κάποια συμβολή από το CYP2D6. Άλλοι μεταβολίτες που προκύπτουν από την οξείδωση της ιμιδαζόλης που διαμεσολαβείται από το CYP3A4 περιλαμβάνουν τους M3, M4 και M5. Η κετοκοναζόλη μπορεί επίσης να υποστεί N-δεακετυλίωση σε M14, αλκυλική οξείδωση σε M7, N-οξείδωση σε M13, ή αρωματική υδροξυλίωση σε M8, ή υδροξυλίωση σε M9. Το M9 μπορεί περαιτέρω να υποστεί οξείδωση της υδροξυλομάδας για να σχηματίσει M12, N-δεαλκυλίωση για να σχηματίσει M10 με επακόλουθη N-δεαλκυλίωση για να σχηματίσει M15, ή μπορεί να σχηματίσει ένα ιμίνιο ιόν. Δεν είναι γνωστό ότι κανένας μεταβολίτης είναι ενεργός, ωστόσο οι μεταβολίτες οξείδωσης του M14 έχουν εμπλακεί σε κυτταροτοξικότητα.
Η κετοκοναζόλη μεταβολίζεται μερικώς, στο ήπαρ, σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες μέσω οξείδωσης και αποδόμησης των δακτυλίων της ιμιδαζόλης και της πιπεραζίνης, μέσω οξειδωτικής O-δεαλκυλίωσης και μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης.
Ηπατικός. Η κετοκοναζόλη μεταβολίζεται μερικώς στο ήπαρ σε διάφορους ανενεργούς μεταβολίτες μέσω οξείδωσης και αποδόμησης των δακτυλίων της ιμιδαζόλης και της πιπεραζίνης, μέσω οξειδωτικής O-δεαλκυλίωσης και μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. (A625)
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η κετοκοναζόλη παρουσιάζει διφασική απέκκριση με τον πρώτο χρόνο ημίσειας ζωής να είναι 2 ώρες και τον τελικό χρόνο ημίσειας ζωής να είναι 8 ώρες.
Οι πλάσμα συγκεντρώσεις της κετοκοναζόλης φαίνεται να μειώνονται διφασικά με χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 ώρες στην αρχική φάση και περίπου 8 ώρες στην τελική φάση.
Η απέκκριση από το πλάσμα είναι διφασική με χρόνο ημίσειας ζωής 2 ώρες κατά τις πρώτες 10 ώρες και 8 ώρες στη συνέχεια.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΣΤΕΡΟΛΗ 14-ΔΕΜΕΘΥΛΑΣΗ. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
R9400W927I
KETOCONAZOLE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αζολικό Αντιμυκητιασικό
Χημική Δομή [CS] - Αζόλες
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης
Η κετοκοναζόλη είναι ένα Αζολικό Αντιμυκητιασκό. Ο μηχανισμός δράσης της κετοκοναζόλης είναι ως Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4, και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A5, και Αναστολέας P-Γλυκοπρωτεΐνης.
KETOCONAZOLE
Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αζόλες [CS]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
KETOCONAZOLE CREAM, 2%
Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]
KETOCONAZOLE FOAM
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]
PURESKIN SCALP PROTECTION ANTI DANDRUFF SHAMPOO
Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A5 [MoA]· Αζολικό Αντιμυκητιασκό [EPC]· Αναστολείς P-Γλυκοπρωτεΐνης [MoA]· Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]· Αζόλες [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που καταστρέφουν τους μύκητες καταστέλλοντας την ικανότητά τους να αναπτύσσονται ή να αναπαράγονται. Διαφέρουν από τα ΒΙΟΚΤΟΝΑ, ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ επειδή προστατεύουν από μύκητες που υπάρχουν σε ανθρώπινους ή ζωικούς ιστούς.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά τη ΣΤΕΡΟΛΗ 14-ΔΕΜΕΘΥΛΑΣΗ. Μια ποικιλία αντιμυκητιασικών παραγόντων που προέρχονται από αζόλες δρουν μέσω αυτού του μηχανισμού.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του ΚΥΤΟΧΡΩΜΑΤΟΣ P-450 CYP3A.