Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ M02AB01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CAPSAICIN

Καψαϊκίνη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναισθητικά, άλλα τοπικά αναισθητικά, κωδικός ATC: N01BX04 ### Μηχανισμός δράσης Η καψαϊκίνη, ή 6-εννεανοεναμίδιο, N-[(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαίνυλο) μέθυλο]-8-μέθυλο, (6E), είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής του υποδοχέα βανιλλοειδών τύπου 1 …

Εμπορικά Ονόματα

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • G62 Άλλες πολυπάθειες

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Περιφερικός νευροπαθητικός άλγος

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPCαναθ. 09/2014
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος QUTENZA
expand_more
Κρέμα
Λευκή, μαλακή κρέμα.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
δερματική
  • Ενήλικες
    ΔόσηΕφαρμόζεται στις πιο επώδυνες περιοχές του δέρματος (έως 4 επιθέματα το μέγιστο).
    Παραμένει στο σημείο εφαρμογής για 30 λεπτά (πόδια) ή 60 λεπτά (άλλα σημεία του σώματος). Οι θεραπείες μπορούν να επαναλαμβάνονται κάθε 90 ημέρες, ανάλογα με την επιμονή ή την επιστροφή του άλγους. Επαναληπτική θεραπεία σε λιγότερο από 90 ημέρες μπορεί να εξεταστεί σε μεμονωμένους ασθενείς μόνο μετά από προσεκτική αξιολόγηση από τον γιατρό (βλ. Φαρμακοδυναμικές). Πρέπει να τηρείται ελάχιστο διάστημα 60 ημερών μεταξύ των θεραπειών. Συνιστάται να γίνεται επαρκώς μακρά θεραπεία και να επαναξιολογείται η αποτελεσματικότητα κατά περίπτωση μετά από 3 θεραπείες.
  • Ασθενείς με νεφρική και/ή ηπατική δυσλειτουργία
    Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Καψαϊκίνη σε παιδιά από νεογνά έως 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Δερματική εκτίμηση
    Προσοχή
    Το Καψαϊκίνη πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε στεγνό, ανέπαφο (χωρίς κοψίματα) δέρμα και όχι στο πρόσωπο, ούτε πάνω από τη γραμμή τριχοφυΐας του τριχωτού της κεφαλής και/ή κοντά σε βλεννογόνιους υμένες. Πρέπει να λαμβάνει χώρα μία προσεκτική οπτική εξέταση στα πόδια πριν από κάθε εφαρμογή του Καψαϊκίνη και σε επακόλουθες κλινικές επισκέψεις να εξετάζονται δερματικές αλλοιώσεις που σχετίζονται με υποκείμενη νευροπάθεια ή αγγειακή ανεπάρκεια.
  • Αισθητήρια λειτουργία
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη αίσθηση στα πόδια ή αυξημένο κίνδυνο για μεταβολές στην αισθητήρια λειτουργία, ασθενείς με προϋπάρχουσα ανεπάρκεια αισθητήριας αντίληψης
    Προσοχή πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με μειωμένη αίσθηση στα πόδια και σε εκείνους υπό αυξημένο κίνδυνο για τέτοιες μεταβολές στην αισθητήρια λειτουργία. Όλοι οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ανεπάρκεια αισθητήριας αντίληψης πρέπει να εξετάζονται κλινικά για σημεία απώλειας αίσθησης πριν από κάθε εφαρμογή του Καψαϊκίνη. Εάν ανιχνευθεί απώλεια αίσθησης ή παρατηρηθεί επιδείνωση, η θεραπεία με Καψαϊκίνη πρέπει να επανεξετάζεται.
  • Αντιδράσεις στο σημείο εφαρμογής
    Προσοχή
    Αντιδράσεις όπως παροδικό αίσθημα καύσου, άλγος, ερύθημα και κνησμός είναι συχνές ή πολύ συχνές. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις εγκαυμάτων (2ου και 3ου βαθμού). Σε ασθενείς με έντονο πόνο, το επίθεμα πρέπει να αφαιρείται και να εξετάζεται το δέρμα για χημικό έγκαυμα.
  • Ακούσια έκθεση στην καψαϊκίνη
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς και επαγγελματίες υγείας
    Η ακούσια έκθεση μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό ματιών, βλεννογόνων, αναπνευστικής οδού, δέρματος. Οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να εφαρμόζουν προστατευτικά μέτρα (βλ. Δοσολογία). Αν έρθει σε επαφή με μη θεραπευμένο δέρμα, εφαρμόστε γέλη καθαρισμού, σκουπίστε, πλύνετε με σαπούνι και νερό. Αν έρθει σε επαφή με μάτια/βλεννογόνους, πλύνετε/ξεπλύνετε με κρύο νερό. Αν παρατηρηθεί ερεθισμός, το άτομο πρέπει να απομακρυνθεί από τον χώρο θεραπείας. Αν δυσκολία στην αναπνοή, ιατρική φροντίδα. Αν αναπνευστικός ερεθισμός επιδεινωθεί ή δεν υποχωρήσει, επανεξετάστε εκ νέου έκθεση.
  • Αύξηση αρτηριακής πίεσης
    Προσοχή
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ασταθή ή ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση, ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, διαβητικοί ασθενείς με συννοσηρότητες στεφανιαίας νόμου, υπέρτασης και καρδιαγγειακής αυτόνομης νευροπάθειας
    Κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά τη θεραπεία μπορεί να προκληθεί παροδική αύξηση στην αρτηριακή πίεση λόγω άλγους. Η αρτηριακή πίεση πρέπει να παρακολουθείται. Για ασθενείς με ασταθή ή ανεπαρκώς ελεγχόμενη υπέρταση ή ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου, να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος ανεπιθύμητων καρδιαγγειακών ενεργειών λόγω άγχους. Ιδιαίτερη προσοχή σε διαβητικούς ασθενείς με συννοσηρότητες στεφανιαίας νόσου, υπέρτασης και καρδιαγγειακής αυτόνομης νευροπάθειας.
  • Δυσφορία που σχετίζεται με τη θεραπεία
    Οι ασθενείς που παρουσιάζουν άλγος κατά τη διάρκεια και μετά την εφαρμογή του επιθέματος πρέπει να λαμβάνουν υποστηρικτική θεραπεία όπως τοπικά δροσιστικά (π.χ. κρύα κομπρέσα) ή από του στόματος αναλγητικά.
  • Γέλη καθαρισμού (βουτυλοϋδροξυανισόλη)
    Η βουτυλοϋδροξυανισόλη ενδέχεται να προκαλέσει τοπικές δερματικές αντιδράσεις (π.χ. δερματίτιδα εξ επαφής) ή ερεθισμό των ματιών και των βλεννογόνιων υμένων.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες αλληλεπιδράσεων με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα καθώς έχουν παρατηρηθεί μόνον παροδικά χαμηλά επίπεδα συστημικής απορρόφησης του Καψαϊκίνη.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Έρπης ζωστήρας
Νευρικό
  • Αίσθηση καύσου
  • Δυσγευσία
  • Υπαισθησία
Οφθαλμικές
  • Οφθαλμικός ερεθισμός
  • Πόνος οφθαλμού
  • Ερεθισμός οφθαλμού
Καρδιά
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
  • Ταχυκαρδία
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές
  • Υπέρταση
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Ερεθισμός λαιμού
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Κνησμός στη θέση εφαρμογής
  • Βλατίδες στην περιοχή εφαρμογής
  • Κνίδωση στη θέση εφαρμογής
  • Δερματίτιδα θέσης εφαρμογής
Μυοσκελετικό
  • Πόνος στα άκρα
  • Μυϊκοί σπασμοί
Γενικές
  • Άλγος της θέσης εφαρμογής
  • Ερύθημα στη θέση εφαρμογής
  • Φυσαλίδες στη θέση εφαρμογής
  • Οίδημα θέσης εφαρμογής
  • Διόγκωση θέσης εφαρμογής
  • Ξηρότητα στη θέση εφαρμογής
  • Περιφερικό οίδημα
  • Παραισθησία στη θέση εφαρμογής
  • Υπεραισθησία της θέσης εφαρμογής
  • Φλεγμονή στη θέση εφαρμογής
  • Αντίδραση θέσης εφαρμογής
  • Ερεθισμός θέσης εφαρμογής
  • Μώλωπες στη θέση εφαρμογής
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Εγκαύματα της θέσης εφαρμογής (συμπεριλαμβανομένων εγκαυμάτων δευτέρου και τρίτου βαθμού)
Τραυματισμοί
  • Τυχαία έκθεση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος της θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Ερύθημα στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αίσθηση καύσου
    Νευρικό
    Συχνές
  • Αυξημένη αρτηριακή πίεση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βλατίδες στην περιοχή εφαρμογής
    Δέρμα
    Συχνές
  • Διόγκωση θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός στη θέση εφαρμογής
    Δέρμα
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Ξηρότητα στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Συχνές
  • Οίδημα θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πόνος στα άκρα
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Υπέρταση
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Φυσαλίδες στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Αντίδραση θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Δερματίτιδα θέσης εφαρμογής
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Δυσγευσία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ερεθισμός λαιμού
    Αναπνευστικό
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση στη θέση εφαρμογής
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κολποκοιλιακός αποκλεισμός πρώτου βαθμού
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Μώλωπες στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Οφθαλμικός ερεθισμός
    Οφθαλμικές
    Όχι συχνές
  • Παραισθησία στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιά
    Όχι συχνές
  • Υπαισθησία
    Νευρικό
    Όχι συχνές
  • Υπεραισθησία της θέσης εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή στη θέση εφαρμογής
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Εγκαύματα της θέσης εφαρμογής (συμπεριλαμβανομένων εγκαυμάτων δευτέρου και τρίτου βαθμού)
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Μη γνωστές
  • Ερεθισμός οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Πόνος οφθαλμού
    Οφθαλμικές
    Μη γνωστές
  • Τυχαία έκθεση
    Τραυματισμοί
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    με ιδιαίτερη προσοχή
    Δεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα. Η πιθανότητα αύξησης του κινδύνου αναπτυξιακών ανωμαλιών είναι πολύ μικρή.
  • Γαλουχία
    Ο θηλασμός πρέπει να διακόπτεται
    Είναι άγνωστο εάν η καψαϊκίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση καψαϊκίνης/μεταβολιτών στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για τα νεογνά/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ανθρώπους
    Μία μελέτη αναπαραγωγικής τοξικότητας σε αρουραίους έδειξε μείωση στον αριθμό και στο ποσοστό του κινητού σπέρματος και στον αριθμό των κυήσεων (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • άλγος της θέσης εφαρμογής
  • ερύθημα της θέσης εφαρμογής
  • κνησμός της θέσης εφαρμογής
Αντιμετώπιση
Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία υπερδοσολογίας, τα επιθέματα πρέπει να αφαιρούνται προσεκτικά, να εφαρμόζεται στο σημείο γέλη καθαρισμού για ένα λεπτό και, στη συνέχεια, η περιοχή να σκουπίζεται με στεγνή γάζα και να πλένεται απαλά με σαπούνι και νερό. Στις περιπτώσεις που κρίνεται κλινικά απαραίτητο, πρέπει να λαμβάνονται υποστηρικτικά μέτρα.
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΑμελητέα
Το Καψαϊκίνη δεν έχει καμία ή έχει ασήμαντη επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτων.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
warningΈκδοχα με γνωστή δράση — προσοχή σε δυσανεξίες/αλλεργίες
Περιέχει: παραϋδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα (Ε218), Παραϋδροξυβενζοϊκό
προπυλεστέρα (Ε216), κητοστεατυλική αλκοόλη, προπυλενογλυκόλη.
Πλήρης κατάλογος (§6.1)
Επίθεμα
Μήτρα
10
αυτοκόλλητο σιλικόνης
μονοαιθυλαιθέρας της διαιθυλενογλυκόλης
έλαιο σιλικόνης
αιθυλοκυτταρίνη N50 (E462)
Στρώση βάσης
Υμένας τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου (PET), σιλικονοποιημένος στην εσωτερική πλευρά
μελάνι εκτύπωσης που περιέχει Pigment White 6
Αφαιρούμενο προστατευτικό στρώμα (επικάλυψη αποδέσμευσης)
υμένας πολυεστέρα, με επίστρωση φθοριοπολυμερούς
Γέλη καθαρισμού
πολυαιθυλενογλυκόλη 300
καρβομερή
κεκαθαρμένο ύδωρ
υδροξείδιο του νατρίου (E524)
αιθυλενοδιαμινοτετραοξικό δινάτριο άλας
βουτυλοϋδροξυανισόλη (E320)
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναισθητικά, άλλα τοπικά αναισθητικά, κωδικός ATC: N01BX04

Μηχανισμός δράσης

Η καψαϊκίνη, ή 6-εννεανοεναμίδιο, N-[(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαίνυλο) μέθυλο]-8-μέθυλο, (6E), είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής του υποδοχέα βανιλλοειδών τύπου 1 (TRPV1- transient receptor potential vanilloid 1). Η αρχική επίδραση της καψαϊκίνης είναι η ενεργοποίηση δερματικών αλγοϋποδοχέων με έκφραση TRPV1, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση δριμύτητας και ερυθήματος λόγω της έκκρισης αγγειοενεργών νευροπεπτιδίων.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Μετά την έκθεση στην καψαϊκίνη, οι δερματικοί αλγοϋποδοχείς γίνονται λιγότερο ευαίσθητοι σε διάφορα ερεθίσματα. Αυτές οι μεταγενέστερες επιδράσεις της καψαϊκίνης αναφέρονται συχνά ως «απευαισθητοποίηση» και θεωρείται ότι αποτελούν τον βασικό λόγο ανακούφισης από το άλγος. Η αίσθηση στα δερματικά νεύρα χωρίς έκφραση TRPV1 αναμένεται να παραμείνει αμετάβλητη, περιλαμβανομένης της ικανότητας ανίχνευσης μηχανικών και παλμικών ερεθισμάτων. Οι αλλαγές στους δερματικούς αλγοϋποδοχείς που προκαλούνται από την καψαϊκίνη είναι αναστρέψιμες και έχει αναφερθεί και παρατηρηθεί ότι σε υγιείς εθελοντές η φυσιολογική λειτουργία (εντοπισμός επιβλαβών αισθήσεων) επανέρχεται σε μερικές εβδομάδες.

Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια

Η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του Καψαϊκίνη για 30 λεπτά στα πόδια έχει καταδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές διάρκειας 12 εβδομάδων που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με επώδυνη νευροπάθεια σχετιζόμενη με τον HIV (HIV-AN) και με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια (pDPN). Η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής του Καψαϊκίνη για 60 λεπτά σε άλλα μέρη του σώματος, πέραν των ποδιών, έχει καταδειχθεί σε ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές διάρκειας 12 εβδομάδων που διενεργήθηκαν σε ασθενείς με μεθερπητική νευραλγία (PHN). Ο μέσος όρος μείωσης της αίσθησης του άλγους μετά από εφάπαξ εφαρμογή του Καψαϊκίνη σε σύγκριση με την αρχική τιμή την εβδομάδα 2 έως 12 στις βασικές μελέτες κυμαίνονταν μεταξύ -22.8% και -32.3%, σε σύγκριση με ένα εύρος του 10.7% έως -25.0% για τα επιθέματα ελέγχου. Τα ποσοστά ανταπόκρισης (ανταπόκριση που ορίζεται ως μείωση κατά 30% στο μέσο όρο του πόνου από την αρχική τιμή) κυμαίνονταν μεταξύ 34% και 47%, σε σύγκριση με το εύρος 18% έως 36% για τα επιθέματα ελέγχου. Αυτά τα αποτελέσματα ήταν στατιστικά σημαντικά έναντι χαμηλής δόσης καψαϊκίνης (PHN και HIV-PN) ή με εικονικό φάρμακο (pDPN). Η μείωση στην αίσθηση του άλγους παρατηρήθηκε από την 1η εβδομάδα στους ασθενείς με PHN, στην 2η εβδομάδα στους ασθενείς με HIV-AN και στην 3η εβδομάδα στους ασθενείς με pDPN. Και για τις τρεις αιτιολογίες η αποτελεσματικότητα διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια των 12 εβδομάδων της μελέτης.

Σταθερή και αναπαραγώγιμη αποτελεσματικότητα και ανεκτικότητα έχει αποδειχθεί με επαναλαμβανόμενες θεραπείες κατά τη διάρκεια μιας περιόδου 52 εβδομάδων σε δύο κλινικές δοκιμές (STRIDE και PACE). Σε αυτές τις δύο μελέτες, μία σε ασθενείς με pDPN (PACE) και μία σε ασθενείς με HIV-AN, Μετατραυματική Βλάβη των Νευρώνων (PNI) και PHN (STRIDE), ο μέσος χρόνος (τυπική απόκλιση) για την επαναληπτική θεραπεία ήταν 68,4 (23,31) και 107 (43,58) ημέρες αντίστοιχα. Σε αυτές τις δοκιμές, το 25% των ασθενών είχε χρόνο επαναληπτικής θεραπείας μικρότερο από 61,5 και 78,8 ημέρες αντίστοιχα και το 25% των ασθενών είχαν χρόνο επαναληπτικής θεραπείας μεγαλύτερο από 64,6 και 118,7 ημέρες αντίστοιχα. Αύξηση συχνότητας έως περίπου 5% των γνωστών αντιδράσεων στο σημείο εφαρμογής, όπως πόνος και αίσθημα καύσου, αναφέρθηκε σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε επαναληπτική θεραπεία με Καψαϊκίνη νωρίτερα από 90 ημέρες.

Το προφίλ ασφαλείας του Καψαϊκίνη σε διαβητικούς ασθενείς ήταν σε συμφωνία με αυτό που παρατηρήθηκε σε μη διαβητικό πληθυσμό.

Το Καψαϊκίνη καταδείχθηκε αποτελεσματικό χορηγούμενο ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με συστημικά φαρμακευτικά προϊόντα για το νευροπαθητικό άλγος.

Φαρμακοκινητική

Η καψαϊκίνη που περιέχεται στο Καψαϊκίνη προορίζεται για χορήγηση στο δέρμα. Τα in vitro δεδομένα (δοκιμές διάλυσης δραστικής ουσίας και εισχώρησης στο δέρμα) καταδεικνύουν ότι ο ρυθμός αποδέσμευσης της καψαϊκίνης από το Καψαϊκίνη είναι γραμμικός κατά τη διάρκεια του χρόνου εφαρμογής. Βάσει in vitro μελετών, εκτιμάται ότι περίπου 1% της καψαϊκίνης απορροφάται στο επιδερμικό και δερμικό στρώμα της επιδερμίδας σε ωριαίες εφαρμογές του επιθέματος. Καθώς η ποσότητα της καψαϊκίνης που απελευθερώνεται από το επίθεμα ανά ώρα είναι ανάλογη με την επιφάνεια εφαρμογής, η μέγιστη υπολογιζόμενη συνολική πιθανή δόση για επιφάνεια εφαρμογής 1.000 cm2 είναι περίπου 7 mg. Θεωρώντας ότι ένα επίθεμα επιφάνειας 1.000 cm2 παρέχει περίπου 1% καψαϊκίνης σε ένα άτομο βάρους 60 kg, η μέγιστη πιθανή έκθεση στην καψαϊκίνη είναι περίπου 0,12 mg/kg, μία φορά κάθε 3 μήνες.

Σύμφωνα με την Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η μέση ημερήσια πρόσληψη καψαϊκίνης από το στόμα στην Ευρώπη είναι 1,5 mg/ημέρα (0,025 mg/kg/ημέρα για ένα άτομο 60 kg) και η μέγιστη έκθεση από τη διατροφή είναι 25 έως 200 mg/ημέρα (έως 3,3 mg/kg/ημέρα για ένα άτομο 60 kg).

Τα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ανθρώπους κατέδειξαν παροδική, μικρή (< 5 ng/ml) συστημική έκθεση στην καψαϊκίνη σε περίπου ένα τρίτο των ασθενών με μεθερπητική νευραλγία (PHN), σε 3% των ασθενών με επώδυνη διαβητική περιφερική νευροπάθεια και σε κανέναν ασθενή με επώδυνη νευροπάθεια σχετιζόμενη με τον HIV μετά από 60-λεπτη χορήγηση Καψαϊκίνη. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα μετά από 30-λεπτες αγωγές. Γενικά, τα ποσοστά των ασθενών με μεθερπητική νευραλγία (PHN) οι οποίοι έχουν υποβληθεί σε συστημική έκθεση στην καψαϊκίνη αυξάνονται καθώς αυξάνεται η επιφάνεια εφαρμογής του επιθέματος και η διάρκεια της θεραπείας. Η υψηλότερη συγκέντρωση καψαϊκίνης που ανιχνεύθηκε σε ασθενείς μετά από 60λεπτη εφαρμογή του Καψαϊκίνη ήταν 4,6 ng/mL και παρατηρήθηκε αμέσως μετά την αφαίρεση του επιθέματος. Τα περισσότερα ποσοτικώς προσδιορίσιμα επίπεδα παρατηρήθηκαν κατά την αφαίρεση του Καψαϊκίνη, με σαφή τάση εξαφάνισης σε 3 έως 6 ώρες μετά την αφαίρεση του Καψαϊκίνη. Σε κανένα υποκείμενο της μελέτης δεν παρατηρήθηκαν ανιχνεύσιμα επίπεδα μεταβολιτών.

Η φαρμακοκινητική ανάλυση πληθυσμού ασθενών στους οποίους τοποθετήθηκε επίθεμα για 60 και 90 λεπτά έδειξε ότι τα επίπεδα καψαϊκίνης στο πλάσμα ανήλθαν στα ανώτερα επίπεδα περίπου 20 λεπτά μετά την αφαίρεση του Καψαϊκίνη και μειώθηκαν ταχύτατα με μέση διάρκεια ημιζωής περίπου 130 λεπτά.

Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης Έχει αποδειχθεί ότι η καψαϊκίνη μειώνει την ποσότητα της ουσίας P που σχετίζεται με τη φλεγμονή - ωστόσο, αυτό δεν θεωρείται ο κύριος μηχανισμός της στην ανακούφιση του πόνου. Ο μηχανισμός δράσης της καψαϊκίνης αποδίδεται στην…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αναισθητικά, άλλα τοπικά αναισθητικά, κωδικός ATC: N01BX04 ### Μηχανισμός δράσης Η καψαϊκίνη, ή 6-εννεανοεναμίδιο, N-[(4-υδροξυ-3-μεθοξυφαίνυλο) μέθυλο]-8-μέθυλο, (6E), είναι ένας εξαιρετικά εκλεκτικός αγωνιστής του υποδοχέα…
Φαρμακοκινητική
Η καψαϊκίνη που περιέχεται στο Καψαϊκίνη προορίζεται για χορήγηση στο δέρμα. Τα in vitro δεδομένα (δοκιμές διάλυσης δραστικής ουσίας και εισχώρησης στο δέρμα) καταδεικνύουν ότι ο ρυθμός αποδέσμευσης της καψαϊκίνης από το Καψαϊκίνη είναι γραμμικός κατά τη…
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Ο μεταβολισμός της καψαϊκίνης μετά από από του στόματος χορήγηση δεν είναι σαφής, ωστόσο αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό στο ήπαρ με ελάχιστο μεταβολισμό στον αυλό του εντέρου. Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου και…
Απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Από του στόματος: Μετά από από του στόματος χορήγηση, η καψαϊκίνη μπορεί να απορροφηθεί μέσω μιας μη-ενεργής διαδικασίας από το στομάχι και το λεπτό έντερο, με έκταση απορρόφησης που κυμαίνεται μεταξύ 50% και 90%,…

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αρτηριακή πίεση monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

science
PubChem

Φαρμακοδυναμική

expand_more

Φαρμακοδυναμική

Η καψαϊκίνη είναι αγωνιστής του υποδοχέα TRPV1. Ο TRPV1 είναι ένα διαμεμβρανικό σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντικού καναλιού που ενεργοποιείται από θερμοκρασίες άνω των 43°C, pH < 6 και ενδογενή λιπίδια. Όταν ενεργοποιείται από έναν συνδυασμό αυτών των παραγόντων, το κανάλι μπορεί να ανοίξει παροδικά και να προκαλέσει εκπόλωση λόγω της εισροής ιόντων ασβεστίου και νατρίου. Επειδή ο TRPV1 εκφράζεται ευρέως στις ίνες A-δέλτα και κυρίως στις ίνες C, η εκπόλωση οδηγεί σε δυναμικά ενέργειας που στέλνουν ερεθίσματα στον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό. Αυτά τα ερεθίσματα οδηγούν στα αποτελέσματα της καψαϊκίνης: αίσθημα θερμότητας, μυρμήγκιασμα, φαγούρα, τσούξιμο ή κάψιμο. Η καψαϊκίνη προκαλεί επίσης πιο παρατεταμένη ενεργοποίηση αυτών των υποδοχέων σε σύγκριση με τους περιβαλλοντικούς αγωνιστές, οδηγώντας σε απώλεια ανταπόκρισης σε πολλά αισθητηριακά ερεθίσματα, που περιγράφεται ως «δυσλειτουργία». Η καψαϊκίνη σχετίζεται με πολλές ενζυμικές, κυτταροσκελετικές και ωσμωτικές αλλαγές, καθώς και με διαταραχή της μιτοχονδριακής αναπνοής, επηρεάζοντας τη λειτουργία των nociceptors για εκτεταμένες χρονικές περιόδους.

neurology
PubChem

Μηχανισμός δράσης

expand_more

Μηχανισμός Δράσης

Έχει αποδειχθεί ότι η καψαϊκίνη μειώνει την ποσότητα της ουσίας P που σχετίζεται με τη φλεγμονή - ωστόσο, αυτό δεν θεωρείται ο κύριος μηχανισμός της στην ανακούφιση του πόνου. Ο μηχανισμός δράσης της καψαϊκίνης αποδίδεται στην «δυσλειτουργία» των nociceptor ινών, προκαλώντας μια τοπική αντίδραση υπερευαισθησίας στο δέρμα. Αυτή η αλλαγή στους μηχανισμούς του πόνου οφείλεται σε πολλά από τα ακόλουθα: παροδική απώλεια δυναμικού μεμβράνης, αδυναμία μεταφοράς νευροτροφικών παραγόντων που οδηγούν σε τροποποιημένο φαινότυπο, και αναστρέψιμη ανάταση των τερματικών νευρικών ινών της επιδερμίδας και του χορίου.

Η καψαϊκίνη, το πικάντικο συστατικό των πιπεριών τσίλι, αντιπροσωπεύει το παράδειγμα για τους καψαϊκινοειδείς ή βανιλοειδείς, μια οικογένεια ενώσεων που διεγείρουν και στη συνέχεια απευαισθητοποιούν συγκεκριμένους υποπληθυσμούς αισθητηριακών υποδοχέων, συμπεριλαμβανομένων των nociceptors C-πολυμορφικών, των A-delta μηχανοθερμικών nociceptors και των υποδοχέων θερμότητας του δέρματος, καθώς και των εντεροϋποδοχέων λεπτών προσαγωγών ινών. …

… Σε αρουραίους που απευαισθητοποιήθηκαν με ενδοπεριτοναϊκή (ip) καψαϊκίνη (δηλ. κοιλιακή μη-συστηματική απευαισθητοποίηση), μειώθηκαν κυρίως οι πρώτες αλλά όχι οι μεταγενέστερες φάσεις πυρετού. Η μεταγευματική υπερθερμία από ενδογαστρική έγχυση εναιωρήματος BaSO4 μειώθηκε είτε με ip είτε με περινευρική θεραπεία με καψαϊκίνη.

… Η θερμότητα και τα πρωτόνια, καθώς και η καψαϊκίνη, ενεργοποιούν τον VR1 για να προκαλέσουν εισροή κατιόντων, ιδιαίτερα ιόντων Ca2+ και Na+. Χαρακτηριστικά αποτελέσματα της καψαϊκίνης είναι η πρόκληση αίσθησης καύσου μετά από οξεία χορήγηση και η απευαισθητοποίηση των αισθητηριακών νευρώνων μετά από μεγάλες δόσεις και παρατεταμένη χορήγηση. … Η καψαϊκίνη επηρεάζει διάφορες σπλαχνικές λειτουργίες. … Η καψαϊκίνη επηρεάζει τη θερμορύθμιση μετά από ενδο-υποθαλαμική έγχυση και απελευθερώνει γλουταμινικό από το υποθάλαμο και το φλοιό των εγκεφαλικών κυττάρων, ενώ η ανοσοενεργότητα VR1 δεν είναι εμφανής σε αυτές τις περιοχές.

… 0,4 και 4 μM καψαϊκίνης παρήγαγαν μια σημαντική τονική αναστολή στο δυναμικά-εξαρτώμενο ρεύμα Na+ (I(Na)) που προκλήθηκε από ένα βήμα εκπόλωσης στα -40 mV από δυναμικό συγκράτησης -100 mV (49 ± 7% n=11, p<0,05 και 72 ± 13% n=4, p<0,05 αντίστοιχα). … Η καψαϊκίνη επιβράδυνε την ταχύτητα αποσβέννυσης της αδρανοποίησης του I(Na) και αύξησε τη χρονική σταθερά της ανάκαμψης από την αδρανοποίηση. Η καψαϊκίνη και η τετροδοτοξίνη (TTX) κατέστειλαν τη συσταλτικότητα απομονωμένων ηλεκτρικά οδηγούμενων αριστερών ατριών αρουραίων, με καταστολή της μέγιστης ταχύτητας ανάπτυξης δύναμης (dF/dt(max)) σε σχέση με τις τιμές ελέγχου 19 ± 3% στα 1 μM καψαϊκίνης και 22 ± 2% στα 1 μM TTX.

Για περισσότερα δεδομένα σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για την ΚΑΨΑΪΚΙΝΗ (8 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.

biotech
PubChem

Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση

expand_more

Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση

Από του στόματος: Μετά από από του στόματος χορήγηση, η καψαϊκίνη μπορεί να απορροφηθεί μέσω μιας μη-ενεργής διαδικασίας από το στομάχι και το λεπτό έντερο, με έκταση απορρόφησης που κυμαίνεται μεταξύ 50% και 90%, ανάλογα με το ζώο. Η μέγιστη συγκέντρωση στο αίμα μπορεί να επιτευχθεί εντός 1 ώρας μετά τη χορήγηση. Η καψαϊκίνη μπορεί να υποστεί ήπια μεταβολισμό στα επιθηλιακά κύτταρα του λεπτού εντέρου μετά την απορρόφηση από το στομάχι προς το λεπτό έντερο. Ενώ οι πληροφορίες για την από του στόματος φαρμακοκινητική στους ανθρώπους είναι περιορισμένες, μετά από κατάποση ισοδύναμης δόσης 26,6 mg καθαρής καψαϊκίνης, η καψαϊκίνη ανιχνεύθηκε στο πλάσμα μετά από 10 λεπτά και η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα 2,47 ± 0,13 ng/ml επιτεύχθηκε στα 47,1 ± 2,0 λεπτά.

Συστηματική: Μετά από ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση σε ζώα, οι συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό ήταν περίπου 5 φορές υψηλότερες από αυτές στο αίμα και η συγκέντρωση στο ήπαρ ήταν περίπου 3 φορές υψηλότερη από αυτή στο αίμα.

Τοπική: Η τοπική καψαϊκίνη σε ανθρώπους απορροφάται γρήγορα και καλά μέσω του δέρματος, ωστόσο η συστηματική απορρόφηση μετά από τοπική ή διαδερμική χορήγηση είναι απίθανη. Σε ασθενείς που έλαβαν το τοπικό επίθεμα που περιείχε 179 mg καψαϊκίνης, πραγματοποιήθηκε ανάλυση πληθυσμού και οι συγκεντρώσεις καψαϊκίνης στο πλάσμα μοντελοποιήθηκαν χρησιμοποιώντας ένα μονομερικό μοντέλο με απορρόφηση πρώτης τάξης και γραμμική κάθαρση. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 1,86 ng/mL, αλλά η μέγιστη τιμή που παρατηρήθηκε σε οποιονδήποτε ασθενή ήταν 17,8 ng/mL.

Προτείνεται ότι η καψαϊκίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω των νεφρών, τόσο ως αμετάβλητη ένωση όσο και ως γλυκουρονική μορφή. Ένα μικρό κλάσμα της αμετάβλητης ένωσης απεκκρίνεται στα κόπρανα και τα ούρα. Μελέτες in vivo σε ζώα δείχνουν ότι λιγότερο από το 10% της χορηγηθείσας δόσης ανιχνεύθηκε στα κόπρανα μετά από 48 ώρες.

Τα συνταγογραφούμενα και μη-συνταγογραφούμενα προϊόντα για την τοπική διαχείριση του πόνου, συμπεριλαμβανομένων κρεμών, λοσιόν και επιθεμάτων, περιέχουν καψαϊκίνη (CAP) και διυδροκαψαϊκίνη (DHC). Υπάρχουν λίγες μελέτες in vivo σχετικά με την απορρόφηση, τη βιοδιαθεσιμότητα και τη διάθεση των CAP και DHC. Αναπτύξαμε μια ευαίσθητη και ταχεία μέθοδο LC-MS/MS για τον προσδιορισμό των επιπέδων CAP και DHC στο πλάσμα και τους ιστούς κουνελιών. Βιο-δείγματα που παρασκευάστηκαν με εκχύλιση υγρού-υγρού χρησιμοποιώντας μείγμα ν-εξανίου-διχλωρομεθανίου-ισοπροπανόλης (100:50:5, v/v/v) διαχωρίστηκαν με ισοκρατική χρωματογραφία με στήλη Extend C18. Η κινητή φάση ήταν ακετονιτρίλιο-νερό-φορμικό οξύ (70:30:0,1, v/v/v). Η μέθοδος ήταν γραμμική από 0,125 έως 50 ng/mL για ένα βιο-δείγμα 100 μL, και το κάτω όριο ποσοτικοποίησης ήταν 0,125 ng/mL. Ο συνολικός χρόνος ανάλυσης κάθε δείγματος ήταν 3,5 λεπτά. Χρησιμοποιήσαμε αυτήν την επικυρωμένη μέθοδο για τη μελέτη της φαρμακοκινητικής και της κατανομής στους ιστούς του τζελ καψαϊκίνης που χορηγήθηκε τοπικά σε κουνέλια. Μια πολύ μικρή ποσότητα CAP και DHC απορροφήθηκε στην συστηματική κυκλοφορία. Η υψηλότερη συγκέντρωση στο πλάσμα ήταν 2,39 ng/mL, και η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά από 12 ώρες εφαρμογής τζελ καψαϊκίνης ήταν 1,68 ng/mL. Η συγκέντρωση του φαρμάκου στο θεραπευμένο δέρμα ήταν σχετικά υψηλή, με χαμηλή συγκέντρωση σε άλλους ιστούς. Έτσι, το τοπικό τζελ CAP είχε ισχυρά τοπικά αποτελέσματα και ασθενέστερα συστηματικά αποτελέσματα.

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more

Μεταβολισμός

Ο μεταβολισμός της καψαϊκίνης μετά από από του στόματος χορήγηση δεν είναι σαφής, ωστόσο αναμένεται να υφίσταται μεταβολισμό στο ήπαρ με ελάχιστο μεταβολισμό στον αυλό του εντέρου. Μελέτες in vitro με μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου και θραύσματα S9 υποδεικνύουν ότι η καψαϊκίνη μεταβολίζεται ταχέως, παράγοντας τρεις κύριους μεταβολίτες: 16-υδροξυκαψαϊκίνη, 17-υδροξυκαψαϊκίνη και 16,17-υδροξυκαψαϊκίνη, ενώ η βανιλίνη ήταν ένας δευτερεύων μεταβολίτης. Προτείνεται ότι τα ένζυμα κυτοχρώματος P450 (P450) μπορεί να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στο ηπατικό μεταβολισμό του φαρμάκου. Μελέτες in vitro καψαϊκίνης σε ανθρώπινο δέρμα υποδηλώνουν αργό βιομετασχηματισμό, με την πλειονότητα της καψαϊκίνης να παραμένει αμετάβλητη.

Η καψαϊκίνη και η διυδροκαψαϊκίνη είναι τα κύρια ενεργά συστατικά σε προϊόντα σπρέι πιπεριού, τα οποία χρησιμοποιούνται ευρέως για την επιβολή του νόμου και την αυτοάμυνα. Η χρήση σπρέι πιπεριού, λόγω των μη αναστρέψιμων και άλλων επιπτώσεών τους στην υγεία, βρίσκεται υπό έντονη συζήτηση. Σε αυτή τη μελέτη, συγκρίναμε τον μεταβολισμό και την κυτταροτοξικότητα της καψαϊκίνης και της διυδροκαψαϊκίνης χρησιμοποιώντας ηπατικά κυτταρικά κλάσματα ανθρώπου και χοίρου και κυτταρική γραμμή καρκίνου του πνεύμονα ανθρώπου (A549) in vitro. Οι μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν και ταυτοποιήθηκαν με υγρή χρωματογραφία-φασματομετρία μάζας tandem (LC-MS/MS). Χρησιμοποιώντας ηπατικά κυτταρικά κλάσματα, ανιχνεύθηκε ένας νέος αλειφατικός υδροξυλιωμένος μεταβολίτης (m/z 322) για τη διυδροκαψαϊκίνη, αλλά δεν βρέθηκε δομή που να αντιστοιχεί στην καψαϊκίνη. Αντ’ αυτού, ταυτοποιήθηκε ένας νέος μεταβολίτης φάσης Ι της καψαϊκίνης, που αντιστοιχεί στη δομή αλειφατικής απομεθυλίωσης και αφυδρογόνωσης (m/z 294). Επιπλέον, ταυτοποιήθηκαν δύο νέοι συζεύκτες, συζεύκτες γλυκίνης (m/z 363 και m/z 365) και δι-γλουταθειόνης (GSH) (m/z 902 και m/z 904), για την καψαϊκίνη και τη διυδροκαψαϊκίνη. Το μέσο των εκτεθειμένων κυττάρων A549 περιείχε ω-υδροξυλιωμένες (m/z 322) και αλκυλο-αφυδρογονωμένες (m/z 304) μορφές, καθώς και έναν συζεύκτη γλυκίνης της καψαϊκίνης. Όσον αφορά τη διυδροκαψαϊκίνη, ανιχνεύθηκε μια αλκυλο-αφυδρογονωμένη (m/z 306) μορφή, μια νέα αλκυλο-υδροξυλιωμένη μορφή και ένας νέος συζεύκτης γλυκίνης. Στα κύτταρα A549, η διυδροκαψαϊκίνη προκάλεσε κενοτοπίωση και μείωσε την κυτταρική βιωσιμότητα πιο αποτελεσματικά από την καψαϊκίνη. Επιπλέον, και οι δύο ενώσεις προκάλεσαν πρωτεΐνη p53 και διακοπή του κυτταρικού κύκλου φάσης G1. Η χρησιμότητα των ανιχνευθέντων μεταβολιτών ως βιοδεικτών για την έκθεση σε καψαϊκινοειδή θα χρειαστεί περαιτέρω διερεύνηση με πρόσθετα καταληκτικά σημεία τοξικότητας.

… Η αφυδρογόνωση της καψαϊκίνης ήταν ένας νέος μεταβολικός οδός που παρήγαγε μοναδικούς μακροκυκλικούς, διενικούς και ιμιδικούς μεταβολίτες. Ο μεταβολισμός της καψαϊκίνης από μικροσωμάτια αναστέλλετο από 1-αμινοβενζοτριαζόλη (1-ABT). Ο μεταβολισμός καταλυόταν από CYP1A1, 1A2, 2B6, 2C8, 2C9, 2C19, 2D6, 2E1 και 3A4. Η προσθήκη GSH (2 mM) σε μικροσωμιακές επωάσεις διεγείρει τον μεταβολισμό της καψαϊκίνης και παγίδευσε διάφορα αντιδραστικά ηλεκτρονιόφιλα ενδιάμεσα ως τα προστιθέμενα GSH τους. /Μελέτη που διεξήχθη με ανασυνδυασμένα ένζυμα P450 και μικροσωμάτια ήπατος και πνεύμονα από διάφορα είδη, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων/

Οι στόχοι αυτής της μελέτης είναι να χαρακτηριστεί η γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης χρησιμοποιώντας ηπατικά μικροσωμάτια και να προσδιοριστεί η συμβολή των μεμονωμένων ενζύμων UDP-γλυκουρονοσυλτρανσφεράσης (UGT) στην ηπατική γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης. Οι ρυθμοί γλυκουρονιδίωσης προσδιορίστηκαν με επώαση καψαϊκίνης με μικροσωμάτια εμπλουτισμένα με ουριδινο-διφωσφορική γλυκουρονική ουσία. Παράμετροι κινητικής προέκυψαν μέσω προσαρμογής μοντέλου. Προσδιορίστηκαν σχετικοί παράγοντες δραστηριότητας, συσχέτιση έκφρασης-δραστηριότητας και ανάλυση συσχέτισης δραστηριότητας για τον εντοπισμό των κύριων ενζύμων UGT που συμβάλλουν στο μεταβολισμό της καψαϊκίνης. Η καψαϊκίνη γλυκουρονιδώθηκε αποτελεσματικά σε συνδυασμένα μικροσωμάτια ήπατος ανθρώπου (pHLM). Οι UGT1A1, 1A9 και 2B7 (καθώς και τα γαστρεντερικά ένζυμα UGT1A7 και 1A8) παρουσίασαν σημαντικές δραστηριότητες. Η γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης συσχετίστηκε σημαντικά με τη 3-Ο-γλυκουρονιδίωση της β-οιστραδιόλης (r=0,637; p=0,014) και με τα επίπεδα πρωτεΐνης UGT1A1 (r=0,616; p=0,019) σε μια τράπεζα μεμονωμένων HLM (n=14). Επίσης, η γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης συσχετίστηκε έντονα με τη γλυκουρονιδίωση της ζιδοβουδίνης (r=0,765; p<0,01) και με τα επίπεδα πρωτεΐνης UGT2B7 (r=0,721; p<0,01). Οι UGT1A1, 1A9 και 2B7 συνεισέφεραν 30,3%, 6,0% και 49,0% στην ολική γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης σε pHLM, αντίστοιχα. Επιπλέον, η γλυκουρονιδίωση της καψαϊκίνης από ηπατικά μικροσωμάτια παρουσίασε σημαντική διαφορά μεταξύ ειδών.

hourglass
PubChem

Ημίσεια ζωή

expand_more

Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής

Μετά από από του στόματος χορήγηση ισοδύναμης δόσης 26,6 mg καθαρής καψαϊκίνης, ο χρόνος ημίσειας ζωής ήταν περίπου 24,9 ± 5,0 λεπτά. Μετά από τοπική εφαρμογή διαλύματος 3% καψαϊκίνης, ο χρόνος ημίσειας ζωής της καψαϊκίνης ήταν περίπου 24 ώρες. Ο μέσος πληθυσμιακός χρόνος ημίσειας ζωής κάθαρσης ήταν 1,64 ώρες μετά την εφαρμογή ενός τοπικού επιθέματος που περιείχε 179 mg καψαϊκίνης.

category
PubChem

MeSH classification

expand_more

Κατάταξη Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH

Αντιπρουριτικά: Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (κνησμός).

Αντιδραστήρια Νευρικών Υποδοχέων: Φάρμακα που δρουν σε νευρωνικούς αισθητήριους υποδοχείς, οδηγώντας σε αύξηση, μείωση ή τροποποίηση της προσαγωγής νευρικής δραστηριότητας. (Από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p367)

fact_check
PubChem

FDA classification

expand_more

Κατάταξη FDA

ΚΑΨΑΪΚΙΝΗ

Μη Τυποποιημένο Φυτικό Αλλεργιογόνο Εκχύλισμα [EPC]; Αυξημένη Απελευθέρωση Ισταμίνης [PE]; Μη Τυποποιημένο Τροφικό Αλλεργιογόνο Εκχύλισμα [EPC]; Φυτικές Πρωτεΐνες [CS]; Κυτταρική-Σχετιζόμενη Ανοσία [PE]; Αλλεργιογόνα [CS]; Διατροφικές Πρωτεΐνες [CS]; Φυτικές Πρωτεΐνες [CS]

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

24.9 ± 5.0 λεπτά (από του στόματος), 24 ώρες (τοπικά), 1,64 ώρες (επίθεμα)
PubChem

Απέκκριση

Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 11 ώρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
1548943
Μοριακός τύπος
C18H27NO3
Μοριακό βάρος
305.4
IUPAC
(E)-N-[(4-hydroxy-3-methoxyphenyl)methyl]-8-methylnon-6-enamide
InChIKey
YKPUWZUDDOIDPM-SOFGYWHQSA-N
Κατάταξη MeSH

Κατάταξη Φαρμακολογικής Ταξινόμησης MeSH

Αντιπρουριτικά: Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (κνησμός).

Αντιδραστήρια Νευρικών Υποδοχέων: Φάρμακα που δρουν σε νευρωνικούς αισθητήριους υποδοχείς, οδηγώντας σε αύξηση, μείωση ή τροποποίηση της προσαγωγής νευρικής δραστηριότητας. (Από Smith and Reynard, Textbook of Pharmacology, 1991, p367)