RITONAVIR
Ριτοναβίρη
### Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Αντιϊκό για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεασών Κωδικός ATC: J05AE03.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: με τροφή
- Δόση έναρξης: 300 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για ενήλικες ως αντιρετροϊκό: Έναρξη με 300 mg δύο φορές ημερησίως για 3 ημέρες, αύξηση ανά 100 mg δύο φορές ημερησίως μέχρι τα 600 mg δύο φορές ημερησίως εντός 14 ημερών. Για παιδιά ≥ 2 ετών ως αντιρετροϊκό: Έναρξη με 250 mg/m2, αύξηση ανά 50 mg/m2 δύο φορές ημερησίως εντός 2-3 ημερών.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Amprenavir)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίωςΜε Amprenavir 600 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Atazanavir)Δόση100 mg άπαξ ημερησίωςΜε Atazanavir 300 mg άπαξ ημερησίως.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Fosamprenavir)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίωςΜε Fosamprenavir 700 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Lopinavir)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίως ή 200 mg δύο φορές ημερησίωςΜε Lopinavir 400 mg ή 800 mg.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Saquinavir, προθεραπευμένοι)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίωςΜε Saquinavir 1000 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Saquinavir, πρωτοθεραπευόμενοι)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίωςΈναρξη με Saquinavir 500 mg δύο φορές ημερησίως για 7 ημέρες, στη συνέχεια Saquinavir 1000 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Tipranavir)Δόση200 mg δύο φορές ημερησίωςΜε Tipranavir 500 mg δύο φορές ημερησίως. Δεν συνιστάται σε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς.
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Darunavir, προθεραπευμένοι)Δόση100 mg δύο φορές ημερησίως ή 100 mg άπαξ ημερησίωςΜε Darunavir 600 mg δύο φορές ημερησίως ή 800 mg άπαξ ημερησίως (για κάποιους ασθενείς).
-
Ενήλικες (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής με Darunavir, πρωτοθεραπευόμενοι)Δόση100 mg μία φορά ημερησίωςΜε Darunavir 800 mg άπαξ ημερησίως.
-
Παιδιά και έφηβοι (≥ 2 ετών, ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής)Για περαιτέρω συστάσεις σχετικά με τη δοσολογία, ανατρέξτε στις πληροφορίες προϊόντος των άλλων αναστολέων πρωτεάσης που είναι εγκεκριμένοι για συγχορήγηση με ritonavir.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής)Με προσοχή. Δεν αναμένεται μείωση της κάθαρσης του ritonavir. Για συγκεκριμένες πληροφορίες δοσολογίας, ανατρέξτε στην ΠΧΠ των συγχορηγούμενων αναστολέων πρωτεάσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής)Αντενδείκνυται σε μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσο. Προσοχή σε σταθερή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Grade C). Ειδικές συστάσεις εξαρτώνται από το συγχορηγούμενο αναστολέα πρωτεάσης.
-
Ενήλικες (ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Δόση600 mg δύο φορές ημερησίωςΚόνις για πόσιμο εναιώρημα, με τροφή.
-
Παιδιά και έφηβοι (≥ 2 ετών, ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Δόση350 mg/m2 δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση600 mg δύο φορές ημερησίωςΚόνις για πόσιμο εναιώρημα, από το στόμα.
-
Ηλικιωμένοι (ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Δεν μπορεί να συστηθεί ειδική δοσολογία. Η κάθαρση του ritonavir είναι αμελητέα. Δεν απομακρύνεται σημαντικά με αιμοκάθαρση/περιτοναιοδιύλιση.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ήπια έως μέτρια. Αντενδείκνυται σε σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια (βλ. Αντενδείξεις).
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (< 2 ετών, ως αντιρετροϊκός παράγοντας)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε έκδοχα
-
Μη αντιρροπούμενη ηπατική νόσοΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ritonavir ως φαρμακοκινητικό ενισχυτή ή αντιρετροϊκό παράγοντα
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με alfuzosin
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με pethidine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με piroxicam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με propoxyphene
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με ranolazine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με neratinib
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με venetoclax
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με amiodarone
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με bepridil
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με dronedarone
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με encainide
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με flecainide
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με propafenone
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με quinidine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με fusidic acid
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ritonavir (400 mg δύο φορές ημερησίως και περισσότερο) με voriconazole
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με colchicine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με astemizole
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με terfenadine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση ritonavir (500 mg δύο φορές ημερησίως) ως αντιρετροϊκός παράγοντας με rifabutin
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με lurasidone
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με clozapine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με pimozide
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με quetiapine
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με διυδροεργοταμίνη
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με εργονοβίνη
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με εργοταμίνη
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με μεθυλεργονοβίνη
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με cisapride
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με lovastatin
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με simvastatin
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με lomitapide
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με avanafil
-
Ταυτόχρονη χορήγηση sildenafilΠληθυσμόςΑσθενείς με πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (PAH)
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με vardenafil
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με clorazepate
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με diazepam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με estazolam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με flurazepam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με από του στόματος midazolam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με triazolam
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με φυτικά σκευάσματα που περιέχουν St John’s wort (Hypericum perforatum)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΕΟΦ Συνταγολόγιο 2007
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
St John’s wort (Hypericum perforatum)αντένδειξηΜείωση επιπέδων ritonavir. Επαγωγή των ενζύμων μεταβολισμού του φαρμακευτικού προϊόντος.ΣύστασηΔεν πρέπει να συγχορηγείται. Εάν ο ασθενής λαμβάνει ήδη, πρέπει να διακοπεί και να μετρηθούν τα επίπεδα του ιού. Τα επίπεδα του ritonavir ενδέχεται να αυξηθούν με τη διακοπή. Η δόση του ritonavir μπορεί να χρειαστεί ρύθμιση. Η επαγωγική δράση μπορεί να συνεχιστεί τουλάχιστον για 2 εβδομάδες μετά τη διακοπή.
-
προσοχήΦαρμακοκινητική του delavirdine δεν επηρεάζεται. Τα επίπεδα του ritonavir αυξάνονται (AUC ↑ 50%, Cmin ↑ 75%).ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μείωση της δόσης του ritonavir όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό delavirdine.
-
προσοχήΤα επίπεδα του efavirenz αυξάνονται (AUC ↑ 21%). Τα επίπεδα του ritonavir αυξάνονται (↑ 17%).ΣύστασηΑυξημένη συχνότητα ανεπιθύμητων αντιδράσεων (π.χ. ζάλη, ναυτία, παραισθησία) και μη φυσιολογικές εργαστηριακές δοκιμασίες (αυξημένα ηπατικά ένζυμα) έχουν παρατηρηθεί.
-
παρακολούθησηΤο ritonavir αυξάνει τα επίπεδα του maraviroc στον ορό (AUC ↑ 161%, Cmax ↑ 28%) ως αποτέλεσμα αναστολής του CYP3A.ΣύστασηΤο maraviroc μπορεί να δίνεται με ritonavir για να αυξήσει την έκθεση στο maraviroc. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του maraviroc.
-
προσοχήΗ phenytoin μπορεί να μειώσει τα επίπεδα του ritonavir. Το ritonavir επάγει το CYP2C9 και τη γλυκουρονιδίωση, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις αντιεπιληπτικών.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων στον ορό ή των θεραπευτικών δράσεων.
-
παρακολούθησηΗ rifampicin ενδέχεται να επάγει το μεταβολισμό του ritonavir. Η επίδραση του ritonavir στη rifampicin δεν είναι γνωστή.ΣύστασηΠεριορισμένα στοιχεία καταδεικνύουν ότι όταν συγχορηγούνται υψηλές δόσεις ritonavir (600 mg δύο φορές ημερησίως) με rifampicin, το επιπρόσθετο επαγωγικό αποτέλεσμα της rifampicin είναι μικρό και μπορεί να μην έχει κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στα επίπεδα ritonavir.
-
χωρίς προσαρμογήΜείωση AUC zidovudine κατά 13%, Cmin αμετάβλητη.ΣύστασηΟι δόσεις θα πρέπει να απέχουν μεταξύ τους 2,5 ώρες. Τροποποιήσεις της δοσολογίας δεν θα πρέπει να είναι απαραίτητες.
-
χωρίς προσαρμογήΔεν οδηγεί σε σχετικές κλινικές αλλαγές στη φαρμακοκινητική των nevirapine ή ritonavir.
-
χωρίς προσαρμογήΜικρή μείωση στα επίπεδα του raltegravir (AUC ↓ 16%, Cmin ↓ 1%).
-
χωρίς προσαρμογήΤο ritonavir ενδέχεται να αυξήσει τη γλυκουρονιδίωση του zidovudine, με αποτέλεσμα ελαφρώς μειωμένα επίπεδα (AUC ↓ 25%).ΣύστασηΤροποποιήσεις της δοσολογίας δε θα πρέπει να είναι αναγκαίες.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις alfuzosin στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις alfuzosin στο πλάσμα και συνεπώς αντενδείκνυται.
-
AmphetamineπροσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις αμφεταμίνης και των παραγώγων της λόγω αναστολής του CYP2D6.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
χωρίς προσαρμογήΑύξηση επιπέδων buprenorphine και ενεργών μεταβολιτών (AUC ↑ 57-77%, Cmax ↑ 33-108%).ΣύστασηΔεν οδήγησαν σε κλινικά σημαντικές φαρμακοδυναμικές αλλαγές σε ανεκτικό πληθυσμό. Δεν είναι απαραίτητη ρύθμιση δόσης. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του συγχορηγούμενου αναστολέα πρωτεασών αν χρησιμοποιείται με άλλο αναστολέα.
-
Αυξημένες συγκεντρώσεις pethidine, piroxicam και propoxyphene στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις pethidine, piroxicam και propoxyphene στο πλάσμα και συνεπώς αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑυξημένες συγκεντρώσεις fentanyl στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών (συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής καταστολής).
-
παρακολούθησηΜείωση επιπέδων μεθαδόνης (AUC ↓ 36%, Cmax ↓ 38%) λόγω επαγωγής της γλυκουρονιδίωσης.ΣύστασηΜπορεί να είναι απαραίτητη αυξημένη δόση μεθαδόνης. Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη προσαρμογή της δόσης βάσει της κλινικής ανταπόκρισης.
-
παρακολούθησηΜείωση επιπέδων μορφίνης λόγω επαγωγής της γλυκουρονιδίωσης.
-
αντένδειξηΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις ranolazine λόγω αναστολής του CYP3A.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ranolazine αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των αντιαρρυθμικών στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα και συνεπώς, αντενδείκνυται.
-
παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα digoxin (AUC ↑ 86% / ↑ 22%). Η αλληλεπίδραση μπορεί να οφείλεται σε τροποποίηση της P-glycoprotein. Τα αυξημένα επίπεδα μπορεί να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου.
-
παρακολούθησηΜείωση επιπέδων theophylline (AUC ↓ 43%, Cmax ↓ 32%) λόγω επαγωγής του CYP1A2.ΣύστασηΜπορεί να απαιτείται αυξημένη δόση theophylline.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό (AUC ↑ 48%, Cmax ↑ 39% με συγχορήγηση) λόγω αναστολής της BCRP και P-gp. Η έκταση της αύξησης εξαρτάται από τη χρονική στιγμή της χορήγησης του ritonavir.ΣύστασηΕφιστάται προσοχή. Παρακολουθείστε για ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το afatinib. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του afatinib.
-
αποφυγήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A4 από το ritonavir.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του abemaciclib και του Ριτοναβίρη θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν κριθεί αναπόφευκτη, ανατρέξτε στην ΠΧΠ του abemaciclib για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δοσολογίας. Παρακολουθείστε για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
αποφυγήΤο apalutamide είναι ένας μέτριος έως ισχυρός επαγωγέας του CYP3A4, μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη έκθεση του ritonavir και σε απώλεια της ιολογικής ανταπόκρισης. Οι συγκεντρώσεις apalutamide στον ορό μπορεί να αυξηθούν με ritonavir, με αποτέλεσμα σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του ritonavir με το apalutamide δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A και της P gp από το ritonavir.ΣύστασηΕφιστάται προσοχή. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του ceritinib για συστάσεις σχετικά με την προσαρμογή της δοσολογίας. Παρακολουθείστε για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό, ενδεχόμενη αύξηση της συχνότητας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
-
αποφυγήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό, αύξηση κινδύνου τοξικότητας (συμπεριλαμβανομένου QT επιμήκυνσης).ΣύστασηΗ συγχορήγηση του encorafenib και του ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν το όφελος υπερτερεί, παρακολουθήστε προσεκτικά.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την έκθεση στον μεταβολίτη R406 του fostamatinib, οδηγώντας σε σχετιζόμενα με τη δόση ανεπιθύμητα συμβάντα (ηπατοτοξικότητα, ουδετεροπενία, υπέρταση ή διάρροια).ΣύστασηΑνατρέξτε στην ΠΧΠ του fostamatinib για συστάσεις σχετικά με τη μείωση της δόσης, σε περίπτωση που προκύψουν τέτοια συμβάντα.
-
αποφυγήΑύξηση συγκεντρώσεων του ibrutinib στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας (συμπεριλαμβανομένου συνδρόμου λύσης όγκου).ΣύστασηΗ συγχορήγηση του ibrutinib και του ritonavir θα πρέπει να αποφεύγεται. Εάν το όφελος υπερτερεί, μειώστε τη δόση του ibrutinib στα 140 mg και παρακολουθήστε στενά τον ασθενή για σημεία τοξικότητας.
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A4 από το ritonavir.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του neratinib με το Ριτοναβίρη αντενδείκνυται λόγω σοβαρών ή/και απειλητικών για τη ζωή αντιδράσεων συμπεριλαμβανομένης της ηπατοτοξικότητας (βλ. Αντενδείξεις).
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A από το ritonavir, με αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο συνδρόμου λύσης όγκου.ΣύστασηΑντενδείκνυται κατά την έναρξη και τη διάρκεια της φάσης τιτλοποίησης της δόσης (βλ. Αντενδείξεις). Σε ασθενείς που έχουν ολοκληρώσει τη φάση τιτλοποίησης, μειώστε τη δόση του venetoclax κατά τουλάχιστον 75% (ανατρέξτε στην ΠΧΠ του venetoclax).
-
αποφυγήΑύξηση επιπέδων στο πλάσμα (AUC ↑ 153%, Cmax ↑ 55%) και φαρμακοδυναμικών επιδράσεων, αυξημένος κίνδυνος αιμορραγίας, λόγω αναστολής του CYP3A και P-gp.ΣύστασηΗ χρήση του ritonavir δεν συνιστάται σε ασθενείς που παίρνουν rivaroxaban.
-
αποφυγήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του vorapaxar με Ριτοναβίρη πρέπει να αποφεύγεται (ανατρέξτε στην ΠΧΠ του vorapaxar).
-
παρακολούθησηΕπαγωγή των CYP1A2 και CYP2C9 οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα του R-warfarin (AUC ↓ 33%), ενώ παρατηρείται μικρή φαρμακοκινητική επίδραση στο S-warfarin (AUC ↑ 9%, Cmax ↓ 9%). Μειωμένα επίπεδα R-warfarin μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη αντιπηκτική δράση.ΣύστασηΣυνιστάται να ελέγχονται οι παράμετροι αντιπηκτικότητας.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις carbamazepine στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
Divalproex, lamotrigineπροσοχήΑναμένεται μείωση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα λόγω επαγωγής του CYP2C9 και της γλυκουρονιδίωσης.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων στον ορό ή των θεραπευτικών δράσεων.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις λόγω αναστολής του CYP2D6.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
μείωση δόσηςΑύξηση AUC κατά 145%, Cmax κατά 22%. Μείωση AUC και Cmax του 2-υδροξυ μεταβολίτη κατά 15% και 67% αντίστοιχα.ΣύστασηΣυνιστάται μείωση της δόσης του desipramine.
-
προσοχήΑύξηση AUC κατά 2.4 φορές, Cmax κατά 34%. Παρατηρήθηκε αύξηση της συχνότητας των ανεπιθύμητων αντιδράσεων.ΣύστασηΟ συνδυασμός θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, αρχίζοντας τη θεραπεία trazodone με τη μικρότερη δόση και παρακολουθώντας την κλινική ανταπόκριση και ανοχή.
-
αντένδειξηΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις colchicine. Απειλητικές για τη ζωή και θανατηφόρες αλληλεπιδράσεις έχουν αναφερθεί.ΣύστασηΑνατρέξτε στις συνταγογραφικές πληροφορίες της colchicine.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις astemizole και terfenadine στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις astemizole και terfenadine στο πλάσμα και συνεπώς αντενδείκνυται.
-
παρακολούθησηΑυξημένες συγκεντρώσεις fexofenadine, λόγω τροποποίησης της P-glycoprotein. Τα αυξημένα επίπεδα μπορεί να μειώνονται με την πάροδο του χρόνου.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις loratadine στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις αμφότερων των fusidic acid και ritonavir.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αμφότερων των fusidic acid και ritonavir και συνεπώς, αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΜεγάλη αύξηση του rifabutin AUC (↑ 4 φορές) και του μεταβολίτη 25-O-desacetyl rifabutin (↑ 38 φορές).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του rifabutin με το ritonavir σε δόση αντιρετροϊκού παράγοντα αντενδείκνυται. Για φαρμακοκινητικό ενισχυτή, μπορεί να ενδείκνυται μείωση της δόσης rifabutin σε 150 mg 3 φορές την εβδομάδα. Ανατρέξτε στην ΠΧΠ του συγχορηγούμενου αναστολέα πρωτεασών και στην επίσημη οδηγία για τη φυματίωση.
-
αντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων του voriconazole (AUC ↓ 82%, Cmax ↓ 66% με ritonavir 600 mg).ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση του ritonavir σε δόση αντιρετροϊκού παράγοντα αντενδείκνυται. Η συγχορήγηση με ritonavir ως φαρμακοκινητικό ενισχυτή πρέπει να αποφεύγεται εκτός εάν το όφελος/κίνδυνος δικαιολογεί τη χρήση.
-
προσοχήΑναμένεται μείωση των συγκεντρώσεων του atovaquone λόγω επαγωγής της γλυκουρονιδίωσης.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων στον ορό και των θεραπευτικών επιδράσεων.
-
αποφυγήΗ AUC του bedaquiline αυξήθηκε κατά 22%. Μπορεί να παρατηρηθεί μεγαλύτερη επίδραση σε παρατεταμένη συγχορήγηση.ΣύστασηΛόγω του κινδύνου εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών, θα πρέπει να αποφεύγεται η συγχορήγηση. Αν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου, η συγχορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή. Συνιστάται πιο συχνός ηλεκτροκαρδιογραφικός έλεγχος και έλεγχος των τρανσαμινασών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ bedaquiline).
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων clarithromycin (AUC ↑ 77%, Cmax ↑ 31%) και μείωση του 14-OH clarithromycin metabolite (AUC ↓ 100%, Cmax ↓ 99%).ΣύστασηΜπορεί να μην απαιτείται μείωση της δόσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Δόσεις >1 g ημερησίως δεν πρέπει να συγχορηγούνται. Για νεφρική ανεπάρκεια, μείωση δόσης κλαριθρομυκίνης (50% για CrCl 30-60 ml/min, 75% για CrCl <30 ml/min).
-
προσοχήΗ έκθεση στο μεταβολίτη του delamanid DM-6705 αυξήθηκε 30%.ΣύστασηΛόγω του κινδύνου παράτασης του διαστήματος QTc που σχετίζεται με τον DM-6705, σε περίπτωση που κρίνεται απαραίτητη η συγχορήγηση, συνιστάται πολύ συχνή παρακολούθηση με ΗΚΓ καθ 'όλη την περίοδο θεραπείας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ delamanid).
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις erythromycin και itraconazole στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
μείωση δόσηςΑύξηση μεταβολισμού ketoconazole (AUC ↑ 3.4 φορές, Cmax ↑ 55%) λόγω αναστολής του CYP3A. Αυξημένη συχνότητα γαστρεντερικών και ηπατικών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.ΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μείωση της δόσης του ketoconazole.
-
Sulfamethoxazole/Trimethoprimχωρίς προσαρμογήΜείωση AUC sulfamethoxazole κατά 20%, αύξηση AUC trimethoprim κατά 20%.ΣύστασηΤροποποίηση της δόσης sulfamethoxazole/trimethoprim κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας μπορεί να μην είναι αναγκαία.
-
Αυξημένες συγκεντρώσεις clozapine ή pimozide στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις clozapine ή pimozide στο πλάσμα και συνεπώς, αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις λόγω αναστολής του CYP2D6.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων αντιδράσεων.
-
αντένδειξηΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις lurasidone λόγω αναστολής του CYP3A.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με lurasidone αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις quetiapine λόγω αναστολής του CYP3A4, αυξημένη τοξικότητα.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του Ριτοναβίρη με quetiapine αντενδείκνυται.
-
αποφυγήΣαφής αύξηση στις συγκεντρώσεις του salmeterol στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση δεν συνιστάται.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις των ανταγωνιστών διαύλων ασβεστίου στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει τις σταθερές μέγιστες συγκεντρώσεις bosentan (Cmax) και την περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC).
-
αποφυγήΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής του CYP3A και της P gp.ΣύστασηΗ συγχορήγηση του riociguat με Ριτοναβίρη δεν συνιστάται (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και ΠΧΠ του riociguat).
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις των παραγώγων εργοταμίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις των παραγώγων εργοταμίνης στο πλάσμα και συνεπώς, αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις cisapride στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις cisapride στο πλάσμα και συνεπώς αντενδείκνυται.
-
Glecaprevir/pibrentasvirαντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων στον ορό λόγω αναστολής της P-glycoprotein, της BCRP και του OATP1B. Αυξημένος κίνδυνος αυξήσεων της ALT.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χορήγηση του glecaprevir/pibrentasvir με το Ριτοναβίρη αντενδείκνυται.
-
αποφυγήΤο ritonavir αυξάνει τις συγκεντρώσεις του simeprevir στο πλάσμα (AUC ↑ 7.2 φορές, Cmax ↑ 4.7 φορές) ως αποτέλεσμα της αναστολής του CYP3A4.ΣύστασηΔεν συνιστάται η συγχορήγηση του ritonavir με simeprevir.
-
αντένδειξηΣημαντική αύξηση των συγκεντρώσεων στο πλάσμα. Μπορεί να προκαλέσουν μυοπάθεια, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΑντενδείκνυται ο συνδυασμός αυτών των φαρμακευτικών προϊόντων με ritonavir.
-
μείωση δόσηςΑύξηση της έκθεσης του atorvastatin/rosuvastatin.ΣύστασηΠρέπει να χορηγούνται οι χαμηλότερες δυνατές δόσεις. Ο μεταβολισμός του atorvastatin εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από το CYP3A. Ο μηχανισμός αλληλεπίδρασης για rosuvastatin δεν είναι σαφής (πιθανώς αναστολή μεταφορέα).
-
χωρίς προσαρμογήΟ μεταβολισμός δεν εξαρτάται από το CYP3A.ΣύστασηΔεν αναμένονται αλληλεπιδράσεις. Συνιστώνται pravastatin ή fluvastatin εάν απαιτείται θεραπεία με αναστολέα HMG-CoA αναγωγάσης.
-
Ethinyl estradiolπροσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της ethinyl oestradiol (AUC ↓ 40%, Cmax ↓ 32%).ΣύστασηΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης διαφράγματος ή άλλων μη ορμονικών μεθόδων αντισύλληψης. Το ritonavir είναι πιθανό να αλλάξει τη κατάσταση αιμορραγίας της μήτρας και να μειώσει τη αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α4.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
αντένδειξηΟι συγκεντρώσεις του lomitapide αναμένεται να αυξηθούν (ισχυροί αναστολείς CYP3A4 αυξάνουν έκθεση ~27 φορές) λόγω αναστολής του CYP3A4.ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του Ριτοναβίρη με το lomitapide αντενδείκνυται (βλ. ΠΧΠ για lomitapide και Αντενδείξεις).
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων avanafil (AUC ↑ 13 φορές, Cmax ↑ 2.4 φορές).ΣύστασηΤαυτόχρονη χρήση του avanafil με ritonavir αντενδείκνυται.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων sildenafil (AUC ↑ 11 φορές, Cmax ↑ 4 φορές).ΣύστασηΓια στυτική δυσλειτουργία, με προσοχή, δόσεις sildenafil όχι >25 mg σε 48 ώρες. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με πνευμονική υπέρταση.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων tadalafil (AUC ↑ 124%).ΣύστασηΓια στυτική δυσλειτουργία, με προσοχή, μειωμένες δόσεις όχι >10 mg κάθε 72 ώρες με αυξημένη παρακολούθηση. Για πνευμονική αρτηριακή υπέρταση, ανατρέξτε στην ΠΧΠ του tadalafil.
-
αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων vardenafil (AUC ↑ 49 φορές, Cmax ↑ 13 φορές).ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση του vardenafil με ritonavir αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των βενζοδιαζεπινών στο πλάσμα και συνεπώς, αντενδείκνυται.
-
Midazolam (από στόματος)αντένδειξηΠολύ μεγάλη αύξηση της συγκέντρωσης.ΣύστασηΤο Ριτοναβίρη δε θα πρέπει να συγχορηγείται με την από στόματος χορηγούμενη midazolam.
-
Midazolam (παρεντερική)προσοχήΠιθανή αύξηση 3-4 φορές των επιπέδων στο πλάσμα.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή. Χορήγηση σε μονάδα εντατικής παρακολούθησης (ICU) ή παρεμφερή μονάδα. Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο προσαρμογής της δόσης της midazolam.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις triazolam (AUC ↑ >20 φορές, Cmax ↑ 87%).ΣύστασηΗ συγχορήγηση με ritonavir είναι πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα αυξημένες συγκεντρώσεις triazolam στο πλάσμα και συνεπώς αντενδείκνυται.
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη norpethidine (AUC ↑ 47%, Cmax ↑ 87%).ΣύστασηΗ χρήση του pethidine και του ritonavir αντενδείκνυται λόγω του κινδύνου αυξημένων επιδράσεων από το ΚΝΣ (π.χ. σπασμοί).
-
προσοχήΑναστολή μεταβολισμού του alprazolam αρχικά (AUC ↑ 2.5 φορές). Μετά από 10 ημέρες χρήσης ritonavir, δεν παρατηρήθηκε ανασταλτική δράση (AUC ↓ 12%, Cmax ↓ 16%)ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά τη διάρκεια των πρώτων ημερών της συγχορήγησης και πριν αναπτυχθεί η επαγωγή του μεταβολισμού του alprazolam.
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις buspirone στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων zolpidem (AUC ↑ 28%, Cmax ↑ 22%).ΣύστασηΤο zolpidem και το ritonavir μπορεί να συγχορηγηθούν με προσεκτική παρακολούθηση για υπερβολικές υπνωτικές επιδράσεις.
-
παρακολούθησηΜείωση επιπέδων bupropion (AUC ↓ 22% / ↓ 66%, Cmax ↓ 21% / ↓ 62%) λόγω επαγωγής του μεταβολισμού. Το ritonavir αναστέλλει το CYP2B6 in vitro.ΣύστασηΔεν θα πρέπει να υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση bupropion. Μειώσεις συγκεντρώσεων bupropion ενδέχεται να εμφανιστούν αρκετές ημέρες μετά την έναρξη της συγχορήγησης.
-
αποφυγήΣυστηματικές επιδράσεις από κορτικοστεροειδή (σύνδρομο Cushing, καταστολή επινεφριδίων) λόγω μεταβολισμού μέσω του CYP3A.ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση εκτός εάν το όφελος υπερτερεί έναντι του κινδύνου. Εξετάστε μείωση δόσης ή αλλαγή σε γλυκοκορτικοειδές που δεν είναι υπόστρωμα του CYP3A4 (π.χ. βεκλομεθαζόνη).
-
προσοχήΑναμένονται αυξημένες συγκεντρώσεις dexamethasone στο πλάσμα λόγω αναστολής του CYP3Α.ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
προσοχήΗ AUC του μεταβολίτη prednisolone αυξήθηκε κατά 37% και 28% μετά από 4 και 14 ημέρες ritonavir, αντίστοιχα. (AUC ↑ 28%, Cmax ↑ 9% για prednisone).ΣύστασηΣυνιστάται προσεκτική παρακολούθηση των θεραπευτικών και ανεπιθύμητων ενεργειών.
-
LevothyroxineπαρακολούθησηΠιθανή αλληλεπίδραση.ΣύστασηΗ θυρεοειδοτρόπος ορμόνη (TSH) θα πρέπει να παρακολουθείται τουλάχιστον κατά τον πρώτο μήνα μετά την έναρξη και/ή λήξη της θεραπείας με ritonavir.
-
παρακολούθησηΈχουν αναφερθεί καρδιακά και νευρολογικά περιστατικά.ΣύστασηΔεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της αλληλεπίδρασης φαρμακευτικών προϊόντων.
-
Υψηλά πρωτεϊνικώς δεσμευόμενα φάρμακαπροσοχήΠιθανότητα αυξημένων θεραπευτικών και τοξικών επιδράσεων λόγω αντικατάστασης της πρωτεϊνικής σύνδεσης.
-
Αναστολείς αντλίας πρωτονίων και ανταγωνιστές Η2-υποδοχέων (π.χ. omeprazole ή ranitidine) με ritonavir ως φαρμακοκινητικό ενισχυτήχωρίς προσαρμογήΜπορεί να μειώσουν τις συγκεντρώσεις των συγχορηγούμενων αναστολέων πρωτεασών. Ταυτόχρονη χορήγηση omeprazole ή ranitidine δεν τροποποιεί σημαντικά την αποτελεσματικότητα του ritonavir ως φαρμακοκινητικό ενισχυτή παρά την ελάχιστη τροποποίηση της έκθεσης (περίπου 6-18%).ΣύστασηΓια εξειδικευμένες πληροφορίες, ανατρέξτε στην ΠΧΠ των συγχορηγούμενων αναστολέων πρωτεασών.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μειωμένα λευκοκύτταρα
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένα ουδετερόφιλα
- Αυξημένα ηωσινόφιλα
- Θρομβοπενία
- Αυξημένα ουδετερόφιλα
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλαξία
- Κνίδωση
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ακμή
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οίδημα προσώπου
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Αίσθηση καύσου
- Πυρετός
- Υπερχοληστερολαιμία
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Αφυδάτωση
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπεργλυκαιμία
- Ανορεξία
- Οίδημα περιφερικό (Συχνές)
- Δυσγευσία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Διαταραχή προσοχής
- Συγκοπή
- Σπασμοί
- Παραισθησία στοματική (Πολύ συχνές)
- Παραισθησία περιφερική (Πολύ συχνές)
- Αϋπνία
- Άγχος
- Σύγχυση
- Θαμπή όραση
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Υπέρταση
- Υπόταση
- Ορθοστατική υπόταση
- Περιφερική ψυχρότητα
- Έξαψη
- Φαρυγγίτιδα
- Άλγος του στοματοφάρυγγα
- Βήχας
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Διάρροια
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Στοματικό έλκος
- Αιμορραγία του γαστρεντερικού
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα (Συχνές)
- Αυξημένα AST (Συχνές)
- Αυξημένα ALT (Συχνές)
- Αυξημένα GGT (Συχνές)
- Αυξημένη χολερυθρίνη αίματος
- Απώλεια βάρους
- Αυξημένη αμυλάση
- Αυξημένη γλυκόζη
- Αυξημένο μαγνήσιο
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση
- Ίκτερος
- Ερυθηματώδες εξάνθημα (Πολύ συχνές)
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια (Συχνές)
- CPK αυξημένη (Συχνές)
- Νεφρολιθίαση
- Αυξημένη ούρηση
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Ολιγουρία
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Αυξημένη κρεατινίνη (Συχνές)
- Μηνορραγία
- Ελεύθερη θυροξίνη μειωμένη (Συχνές)
- Ολική θυροξίνη μειωμένη (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγος στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑίσθηση καύσουΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΠαραισθησία περιφερικήΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΣτοματική παραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςCPK αυξημένηΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑιμορραγία γαστρεντερικούΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑπώλεια βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένα ALTΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα ASTΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα GGTΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηωσινόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμυλάσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη χολερυθρίνη αίματοςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΕλεύθερη θυροξίνη μειωμένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΜειωμένα λευκοκύτταραΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝεφρική δυσλειτουργίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
ΣυχνέςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟλική θυροξίνη μειωμένηΠαρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρετόςΓενικές
-
ΣυχνέςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνέςΣτοματικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ουδετερόφιλαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο μαγνήσιοΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΈνας μεγάλος αριθμός (6100 γεννήσεις ζώντων) εγκύων γυναικών εκτέθηκε σε ritonavir κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Από αυτές, σε 2800 γεννήσεις ζώντων υπήρξε έκθεση κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Τα στοιχεία αυτά στη πλειοψηφία τους αναφέρονται σε εκθέσεις όπου το ritonavir χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμένη θεραπεία και όχι στις θεραπευτικές δόσεις του ritonavir αλλά σε μικρότερες δόσεις ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής άλλων αναστολέων πρωτεασών. Τα στοιχεία αυτά δεν δείχνουν αύξηση της συχνότητας συγγενών ανωμαλιών συγκριτικά με τις συχνότητες που παρατηρούνται σε συστήματα παρακολούθησης συγγενών ανωμαλιών στο πληθυσμό. Στοιχεία από ζώα έδειξαν τοξικότητα στη αναπαραγωγή (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το Ριτοναβίρη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης εάν είναι κλινικά απαραίτητο. Το ritonavir ασκεί αρνητική αλληλεπίδραση στα από στόματος αντισυλληπτικά. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μια εναλλακτική, αποτελεσματική και ασφαλής μέθοδος αντισύλληψης κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΠεριορισμένα δημοσιευμένα στοιχεία αναφέρουν ότι το ritonavir βρίσκεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις επιδράσεις της ριτοναβίρης στο βρέφος που θηλάζει ή τις επιδράσεις του φαρμάκου στην παραγωγή γάλακτος. Λόγω της δυνατότητας (1) μετάδοσης του HIV (σε βρέφη αρνητικά για ιό HIV), (2) ανάπτυξης ιικής αντοχής (σε βρέφη με HIV) και (3) σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σε βρέφος που θηλάζει, οι γυναίκες που έχουν προσβληθεί από HIV δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θηλάζουν τα βρέφη τους εάν λαμβάνουν Ριτοναβίρη.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για ανθρώπους σχετικά με την επίδραση του ritonavir στη γονιμότητα. Μελέτες σε ζώα δεν έδειξαν βλαβερές επιπτώσεις του ritonavir στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα
Αντιϊκό για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεασών Κωδικός ATC: J05AE03.
Το ritonavir σε δοσολογία φαρμακοκινητικού ενισχυτή
Η φαρμακοκινητική ενίσχυση του ritonavir βασίζεται στη δραστικότητα του ritonavir ως ένας ισχυρός αναστολέας του μεταβολισμού μέσω του CYP3A. O βαθμός της ενίσχυσης σχετίζεται με τη μεταβολική οδό του συγχορηγούμενου αναστολέα πρωτεασών και την επίδραση του συγχορηγούμενου αναστολέα πρωτεασών στο μεταβολισμό του ritonavir. Η μέγιστη αναστολή του μεταβολισμού συγχορηγούμενου αναστολέα πρωτεασών γενικώς επιτυγχάνεται με δόσεις ritonavir 100 mg ημερησίως έως 200 mg δύο φορές ημερησίως αφού εξαρτάται από τον συγκεκριμένο αναστολέα πρωτεασών. Για επιπρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την επίδραση του ritonavir στο μεταβολισμό των συγχορηγούμενων αναστολέων πρωτεασών (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Το ritonavir σε δοσολογία αντιρετροϊκού παράγοντα
To ritonavir είναι ένας πεπτιδομιμητικός αναστολέας των πρωτεασών aspartyl HIV-1 και HIV-2, που είναι δραστικός όταν χορηγείται από στόματος. Η αναστολή της πρωτεασών HIV αφαιρεί στο ένζυμο την ικανότητα να συνθέτει την πρόδρομη πολυπρωτεϊνη gag-pol οδηγώντας έτσι στην παραγωγή στελεχών HIV ανώριμης μορφολογίας που δεν είναι ικανά να προάγουν νέους κύκλους μόλυνσης. Το ritonavir έχει εκλεκτική συγγένεια με την πρωτεάση HIV και μικρή ανασταλτική δραστηριότητα κατά των aspartyl πρωτεασών του ανθρώπου. Το ritonavir ήταν ο πρώτος αναστολέας πρωτεασών (εγκρίθηκε το 1996) για τον οποίο αποδείχτηκε δραστικότητα σε μία μελέτη με κλινικά σημεία. Ωστόσο, λόγω των μεταβολικών ανασταλτικών του ιδιοτήτων του ritonavir, η χρήση του ως φαρμακοκινητικός ενισχυτής των άλλων αναστολέων πρωτεασών αποτελεί τη κύρια χρήση του ritonavir στη κλινική πράξη (βλ. Δοσολογία).
Επιδράσεις στο Ηλεκτροκαρδιογράφημα
Αξιολογήθηκε το διάστημα QTcF σε μία τυχαιοποιημένη, με εικονικό φάρμακο και δραστική ουσία (moxifloxacin 400 mg άπαξ ημερησίως) ελεγχόμενη με διπλά διασταυρούμενο σχεδιασμό κλινική μελέτη σε 45 υγιή άτομα με 10 μετρήσεις κάθε 12 ώρες στην Ημέρα 3. Οι μέγιστες μέσες διαφορές (95% ανώτερο όριο εμπιστοσύνης) στο QTcF συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο ήταν 5,5 (7,6) για 400 mg ritonavir δύο φορές ημερησίως. Η έκθεση του ritonavir την Ημέρα 3 ήταν περίπου 1,5 φορά υψηλότερη συγκριτικά με εκείνη που παρατηρήθηκε με δόση 600 mg δυό φορές ημερησίως σε σταθερή κατάσταση. Ουδείς ασθενής εμφάνισε αύξηση στο QTcF ≥ 60 msec από την αρχή της θεραπείας ή διάστημα QTcF που να υπερβαίνει το ενδεχόμενα σχετιζόμενο κλινικά όριο των 500 msec. Επίσης παρατηρήθηκε ήπια παράταση του διαστήματος PR σε άτομα που λάμβαναν lopinavir/ritonavir στην ίδια μελέτη την Ημέρα 3. Οι μέσες αλλαγές στο διάστημα PR από την αναφορά κυμαίνονταν από 11,0 έως 24,0 ms κατά το 12ωρο διάστημα μετά τη δόση. Το υψηλότερο διάστημα PR ήταν 252 msec και δεν παρατηρήθηκε καρδιακός αποκλεισμός 2ου ή 3ου βαθμού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Αντοχή
Έχουν επιλεγεί in vitro μεμονωμένα ανθεκτικά στελέχη HIV-1 στο ritonavir και μεμονωμένα από ασθενείς που έλαβαν θεραπευτικές δόσεις ritonavir. Η μείωση της αντιρετροϊκής δραστηριότητας συνδέεται κυρίως με τις πρωτεϊνικές μεταλλάξεις V82A/F/T/S και I84V. Η συσσώρευση άλλων μεταλλάξεων στο γονίδιο της πρωτεασών (που συμπεριλαμβάνονται στις θέσεις 20, 33, 36, 46, 54, 71 και 90) συμβάλλουν επίσης στη αντοχή στο ritonavir. Γενικά, εφόσον συσσωρεύονται οι μεταλλάξεις που συνδέονται με την αντοχή στο ritonavir, μπορεί να μειώνεται η ευαισθησία για επιλογή άλλων αναστολέων πρωτεασών λόγω διασταυρούμενης αντοχής. Πρέπει να γίνεται αναφορά στην Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος ή στις επίσημες συνεχείς αναθεωρήσεις των άλλων αναστολέων πρωτεασών για συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις πρωτεϊνικές μεταλλάξεις που συνδέονται με μειωμένη ανταπόκριση στους παράγοντες αυτούς.
Δεδομένα κλινικής φαρμακοδυναμικής
-
Χορήγηση σε ενήλικες
- Μια ελεγχόμενη μελέτη (1996) με ritonavir ως συμπληρωματική θεραπεία σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη (CD4 ≤ 100 κύτταρα/μl) έδειξε μείωση της θνησιμότητας και των συμβάντων που ορίζουν το AIDS. Μείωση HIV RNA -0,79 log10 (έναντι -0,01 log10 στην ομάδα ελέγχου) μετά από 16 εβδομάδες.
- Σε μία μελέτη (1996) σε ασθενείς με HIV-1 λοίμωξη σε πιο πρώιμο στάδιο (CD4 200-500 κύτταρα/μl) χωρίς προηγούμενη αντιρετροϊκή θεραπεία, το ritonavir σε συνδυασμό με ζιδοβουδίνη ή σε μονοθεραπεία μείωσε το ιϊκό φορτίο και αύξησε τον αριθμό των CD4. Μείωση HIV RNA -0,88 log10 (μονοθεραπεία), -0,66 log10 (με zidovudine) έναντι -0,42 log10 (zidovudine μόνο) μετά από 48 εβδομάδες.
- Η συνέχιση της θεραπείας με ritonavir πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του ιϊκού φορτίου λόγω της πιθανότητας εμφάνισης αντοχής.
-
Χορήγηση σε παιδιά
- Σε μία ανοικτής επισήμανσης μελέτη (1998) σε παιδιά με HIV σε σταθερή κλινική κατάσταση, υπήρξε σημαντική διαφορά (p = 0,03) στα επίπεδα του ανιχνεύσιμου RNA που ευνοεί το τριπλό σχήμα (ritonavir, zidovudine και lamivudine) μετά από 48 εβδομάδες.
- Σε μία μελέτη (2003) 50 μη προθεραπευμένα παιδιά (4 εβδ.-2 ετών) με HIV-1 έλαβαν ritonavir 350 ή 450 mg/m2 κάθε 12 ώρες μαζί με zidovudine και lamivudine. Το 72% και 36% των ασθενών πέτυχαν μείωση του HIV-1 RNA ≤ 400 αντιγράφων/ml στην Εβδομάδα 16 και 104, αντίστοιχα.
- Σε μία μελέτη (2000) 76 παιδιά (6 μηνών-12 ετών) με HIV-1 μη προθεραπευμένα έλαβαν ritonavir 350 ή 450 mg/m2 κάθε 12 ώρες συγχορηγούμενο με lamivudine και stavudine. Το 50% και 57% των ασθενών στις ομάδες 350 και 450 mg/m2 αντίστοιχα, πέτυχαν μείωση του HIV-1 RNA ≤ 400 αντιγράφων/ml στην Εβδομάδα 48.
Απορρόφηση
Δεν υπάρχει παρεντερική μορφή του ritonavir, και συνεπώς δεν έχει προσδιοριστεί το μέγεθος της απορρόφησης και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητά του. Η φαρμακοκινητική του ritonavir μελετήθηκε σε ενήλικες HIV οροθετικούς εθελοντές στους οποίους χορηγήθηκαν με τροφή σχήματα πολλαπλών δόσεων. Στις πολλαπλές δόσεις, η αύξηση του ritonavir είναι ελαφρώς μικρότερη από την αναμενόμενη βάσει των αποτελεσμάτων από την εφάπαξ δόση, επειδή αυξήθηκε η κάθαρσή του αναλογικά με το χρόνο και τη δόση (Cl/F). Οι ελάχιστες συγκεντρώσεις του ritonavir μειώθηκαν με το χρόνο πιθανώς λόγω ενζυμικής επαγωγής, αλλά σταθεροποιήθηκαν προς το τέλος των 2 εβδομάδων. Με την αύξηση της δοσολογίας, ο χρόνος μέγιστης συγκέντρωσης (Tmax) παρέμεινε σταθερός στις 4 περίπου ώρες. Η νεφρική κάθαρση είχε μέση τιμή μικρότερη από 0,1 l/h και ήταν σχετικά σταθερή καθ΄ όλη την κλιμάκωση της δοσολογίας.
Φαρμακοκινητικές παράμετροι που παρατηρήθηκαν με τα διάφορα δοσολογικά σχήματα του ritonavir ως μονοθεραπεία
| Δοσολογικό Σχήμα του Ritonavir | Cmax (μg/mL) | Ctrough (μg/mL) | AUC12 ή 24 (μg-h/mL) | t½ (h) | Cl/F (L/h) |
|---|---|---|---|---|---|
| 100 mg άπαξ ημερησίως | 0,84 ± 0,39 | 0,08 ± 0,04 | 6,6 ± 2,4 | ~5 | 16,1 |
| 200 mg άπαξ ημερησίως | 0,89 | 0,22 | 6,2 | ~5 | 17,2 ± 6,6 |
| 100 mg δύο φορές ημερησίως | 3,4 ± 1,3 | 0,16 ± 0,10 | 20,0 ± 5,6 | ~4 | 10,8 ± 3,1 |
| 200 mg δύο φορές ημερησίως | 4,5 ± 1,3 | 0,6 ± 0,2 | 21,92 ± 6,48 | ~8 | 10,0 ± 3,2 |
| 600 mg δύο φορές ημερησίως | 11,2 ± 3,6 | 3,7 ± 2,6 | 77,5 ± 31,5 | ~3 έως 5 | 8,8 ± 3,2 |
*Οι τιμές εκφράζονται ως γεωμετρικές παράμετροι. Σημείωση: το ritonavir δοσολογήθηκε μετά από ένα γεύμα σε όλα τα αναφερόμενα σχήματα.
Επίδραση της τροφής στην από στόματος απορρόφηση
- Γεύμα μέτριο σε λιπαρά (617 kcal, 29% θερμίδες από λίπος): Μέση μείωση των συγκεντρώσεων AUCinf και Cmax του ritonavir κατά 20% και 39%, αντίστοιχα, συγκριτικά με τη λήψη σε κατάσταση νηστείας.
- Γεύμα υψηλό σε λιπαρά (917 kcal, 60% θερμίδες από λίπος): Μέση μείωση των συγκεντρώσεων AUCinf και Cmax του ritonavir κατά 32% και 49%, αντίστοιχα, συγκριτικά με τη λήψη σε κατάσταση νηστείας.
Κατανομή
Ο εμφανής όγκος κατανομής (VB/F) του ritonavir είναι περίπου 20-40 l μετά από εφάπαξ δόση 600 mg. Η δέσμευση του ritonavir με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος είναι περίπου 98-99% και παραμένει σταθερή εντός εύρους συγκεντρώσεων 1,0 - 100 μg/ml. Το ritonavir δεσμεύει αμφότερες τις ανθρώπινες l-acid glycoprotein (AAG) και λευκωματίνη ορού (ΗSΑ) με παρόμοια συγγένεια. Μελέτες κατανομής στους ιστούς με ραδιενεργό ritonavir 14C σε αρουραίους έδειξε ότι το ήπαρ, τα επινεφρίδια, το πάγκρεας, οι νεφροί και ο θυρεοειδής έχουν τις υψηλότερες συγκεντρώσεις ritonavir. Αναλογικές συγκεντρώσεις ιστού προς πλάσμα περίπου της τάξης του 1 που μετρήθηκαν σε λεμφαδένες αρουραίων δείχνουν ότι το ritonavir κατανέμεται στους λεμφικούς ιστούς. Το ritonavir διεισδύει ελάχιστα στον εγκέφαλο.
Βιομετασχηματισμός
Παρατηρήθηκε ότι το ritonavir μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό από το ηπατικό σύστημα κυτοχρώματος P450, κυρίως από την οικογένεια ισοενζύμων CYP3Α και σε μικρότερο βαθμό από το ισόμορφο CYP2D6. Μελέτες σε ζώα καθώς και μελέτες in vitro με ανθρώπινα ηπατικά μικρόσωμα έδειξαν ότι το ritonavir υπόκειται κυρίως σε οξειδωτικό μεταβολισμό. Στον άνθρωπο έχουν προσδιορισθεί τέσσερις μεταβολίτες του ritonavir. Το isopropylthiazole (M-2) είναι ο σημαντικότερος μεταβολίτης από οξείδωση και έχει αντιϊκή δραστηριότητα παρόμοια με αυτή του μητρικού φαρμακευτικού προϊόντος. Εντούτοις, η AUC του μεταβολίτη M-2 ήταν της τάξης του 3% της AUC του μητρικού φαρμακευτικού προϊόντος. Μικρές δόσεις του ritonavir έδειξαν σημαντικές επιδράσεις στη φαρμακοκινητική των άλλων αναστολέων πρωτεασών (και άλλων προϊόντων που μεταβολίζονται μέσω του CYP3A4) και άλλοι αναστολείς πρωτεασών ενδέχεται να επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική του ritonavir (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αποβολή
Μελέτες σε ανθρώπους με ραδιενεργό ritonavir έδειξαν ότι αποβάλλεται κυρίως από το ηπατοχολικό σύστημα. Περίπου 86% της ραδιενέργειας ανιχνεύθηκε στα κόπρανα, μέρος του οποίου θεωρείται ότι είναι ritonavir που δεν απορροφήθηκε. Σε αυτές τις μελέτες η νεφρική απέκκριση δεν έδειξε να είναι σημαντική οδός αποβολής του ritonavir. Αυτό συμφωνεί με τις παρατηρήσεις που προέκυψαν από μελέτες σε ζώα.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Φύλο: Δεν σημειώθηκαν σημαντικές κλινικές διαφορές της AUC ή της Cmax μεταξύ ανδρών και γυναικών.
- Σωματικό βάρος: Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι του ritonavir δεν παρουσίασαν στατιστικώς σημαντική συσχέτιση με το σωματικό βάρος ή τη σωματική μάζα.
- Ηλικιωμένοι: Οι εκθέσεις του ritonavir στο πλάσμα σε ασθενείς 50-70 ετών (100 mg σε συνδυασμό με lopinavir ή σε μεγαλύτερες δόσεις επί απουσίας άλλων αναστολέων πρωτεασών) είναι παρόμοιες με αυτές που παρατηρήθηκαν σε νεώτερους ενήλικες.
- Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία: Μετά από χορήγηση πολλαπλών δόσεων σε υγιείς εθελοντές (500 mg δύο φορές ημερησίως) και σε άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child Pugh Class A και B, 400 mg δύο φορές ημερησίως), η έκθεση στο ritonavir μετά την προσαρμογή της δόσης σε κανονικά επίπεδα δεν είχε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ομάδων.
- Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Η φαρμακοκινητική του ritonavir δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ωστόσο, επειδή η νεφρική κάθαρση του ritonavir είναι αμελητέα, δεν αναμένεται μείωση της συνολικής κάθαρσης στους ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
- Παιδιατρικοί ασθενείς
- Άνω των δύο ετών: Οι συγκεντρώσεις ritonavir μετά από 350 έως 400 mg/m2 δύο φορές ημερησίως ήταν συγκρίσιμες με εκείνες των ενηλίκων μετά από δόση 600 mg (περίπου 330 mg/m2) δύο φορές ημερησίως. Η από στόματος κάθαρση (CL/F/m2) ήταν περίπου 1,5 έως 1,7 φορές ταχύτερη συγκριτικά με τους ενήλικες.
- Μικρότερα των δύο ετών: Οι συγκεντρώσεις του ritonavir παρουσίασαν μεγάλη διαφοροποίηση και ήταν μικρότερες συγκριτικά με εκείνες των ενηλίκων. Η από στόματος κάθαρση (CL/F/m2) μειώθηκε με την ηλικία με μέσες τιμές της τάξης των 9,0 L/h/m2 σε παιδιά μικρότερα των 3 μηνών, 7,8 L/h/m2 σε παιδιά μεταξύ 3 και 6 μηνών και 4,4 L/h/m2 σε παιδιά μεταξύ 6 και 24 μηνών.
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα Αντιϊκό για συστηματική χρήση, αναστολείς πρωτεασών Κωδικός ATC: J05AE03. ### Το ritonavir σε δοσολογία φαρμακοκινητικού ενισχυτή Η φαρμακοκινητική ενίσχυση του ritonavir βασίζεται στη δραστικότητα του ritonavir ως ένας ισχυρός…
Απορρόφηση Δεν υπάρχει παρεντερική μορφή του ritonavir, και συνεπώς δεν έχει προσδιοριστεί το μέγεθος της απορρόφησης και η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητά του. Η φαρμακοκινητική του ritonavir μελετήθηκε σε ενήλικες HIV οροθετικούς εθελοντές στους οποίους…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ριτοναβίρη είναι ένας αναστολέας πρωτεάσης με δράση κατά του Ιού της Ανθρώπινης Ανοσοανεπάρκειας Τύπου 1 (HIV-1). Οι αναστολείς πρωτεάσης αναστέλλουν τμήμα του ιού HIV που ονομάζεται πρωτεάση. Η πρωτεάση του HIV-1 είναι ένα ένζυμο απαραίτητο για την πρωτεολυτική διάσπαση των προδρόμων πολυ-πρωτεϊνών του ιού στα επιμέρους λειτουργικά πρωτεϊνικά μόρια που απαντώνται στον λοιμογόνο HIV-1. Η ριτοναβίρη συνδέεται στον ενεργό χώρο της πρωτεάσης και αναστέλλει τη δραστηριότητα του ενζύμου. Αυτή η αναστολή εμποδίζει τη διάσπαση των πολυ-πρωτεϊνών του ιού, οδηγώντας στο σχηματισμό ανώριμων, μη λοιμογόνων σωματιδίων του ιού.
Οι αναστολείς πρωτεάσης χρησιμοποιούνται σχεδόν πάντα σε συνδυασμό με τουλάχιστον δύο άλλα αντι-HIV φάρμακα. Οι σύγχρονοι αναστολείς πρωτεάσης απαιτούν τη χρήση ριτοναβίρης σε χαμηλή δόση για την ενίσχυση της φαρμακοκινητικής έκθεσης, μέσω της αναστολής του μεταβολισμού από το κυτταρόχρωμα P450 3A4 (CYP3A4).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ριτοναβίρη αναστέλλει το ιικό ένζυμο πρωτεάση του HIV, το οποίο κανονικά διασπά τις δομικές και αναπαραγωγικές πρωτεΐνες που προκύπτουν από τα κύρια γονίδια του HIV, όπως τα gag και pol. Το γονίδιο gag κωδικοποιεί πρωτεΐνες που εμπλέκονται στον πυρήνα και το νουκλεοκαψίδιο, ενώ το γονίδιο pol κωδικοποιεί την αντίστροφη μεταγραφάση του HIV, τη ριβονουκλεάση H, την ιντεγκράση και την πρωτεάση. Οι πρωτεΐνες που κωδικοποιούνται από το pol μεταφράζονται αρχικά ως ένα μεγαλύτερο πρόδρομο πολυπεπτίδιο, το gag-pol, και απαιτούν διάσπαση από την πρωτεάση του HIV για να σχηματιστούν οι άλλες συμπληρωματικές πρωτεΐνες. Η ριτοναβίρη εμποδίζει τη διάσπαση της πολυ-πρωτεΐνης gag-pol, οδηγώντας στο σχηματισμό μη λοιμογόνων, ανώριμων σωματιδίων του ιού.
Η ριτοναβίρη είναι ισχυρός αναστολέας των ισοενζύμων του κυτοχρώματος P450 CYP3A4 που υπάρχουν τόσο στο έντερο όσο και στο ήπαρ. Είναι ένας τύπος ΙΙ λιγάνδης που ταιριάζει απόλυτα στην κοιλότητα του ενεργού χώρου του CYP3A4 και συνδέεται μη αναστρέψιμα με τον ήμη του σιδήρου μέσω του αζώτου της θειαζόλης, το οποίο μειώνει το δυναμικό οξειδοαναγωγής της πρωτεΐνης και εμποδίζει την αναγωγή της με το οξειδοαναγωγικό σύζυγο, την κυτοχρωμική P450 αναγωγάση. Η ριτοναβίρη μπορεί επίσης να διαδραματίζει ρόλο στον περιορισμό της κυτταρικής μεταφοράς και της έκκρισης άλλων αναστολέων πρωτεάσης μέσω των καναλιών έκκρισης P-glycoprotein και MRP.
Σε αντίθεση με τους νουκλεοσιδικούς αντι-ιικούς παράγοντες, η αντι-ιική δράση της ριτοναβίρης δεν εξαρτάται από την ενδοκυτταρική μετατροπή σε ενεργό μεταβολίτη. Η ριτοναβίρη και άλλοι αναστολείς πρωτεάσης του HIV (π.χ., αμπρεναβίρη, ινδιναβίρη, λοπιναβίρη, νελφιναβίρη, σακιναβίρη) δρουν σε διαφορετικό στάδιο του κύκλου αναπαραγωγής του HIV από τους νουκλεοσιδικούς και μη νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης, και τα αποτελέσματα in vitro μελετών υποδεικνύουν ότι οι αντι-ιικές επιδράσεις των αναστολέων πρωτεάσης του HIV και ορισμένων νουκλεοσιδικών ή μη νουκλεοσιδικών αντι-ιικών παραγόντων μπορεί να είναι προσθετικές ή συνεργικές.
Η ριτοναβίρη είναι ένας εκλεκτικός, ανταγωνιστικός, αναστρέψιμος αναστολέας της πρωτεάσης του HIV. Η πρωτεάση του HIV, μια ασπαρτική ενδοπεπτιδάση που λειτουργεί ως ομόδιμερ, παίζει ουσιαστικό ρόλο στον κύκλο αναπαραγωγής του HIV και στο σχηματισμό λοιμογόνου ιού. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής του HIV, η πρωτεάση του HIV διασπά τα ιικά πολυπεπτιδικά προϊόντα των γονιδίων gag και gag-pol (δηλ., p55 και p160) για να σχηματίσει τις δομικές πρωτεΐνες του πυρήνα του σωματιδίου (δηλ., p17, p24, p9 και p7) και τα ουσιώδη ιικά ένζυμα (δηλ., αντίστροφη μεταγραφάση, ιντεγκράση και πρωτεάση). Παρεμβαίνοντας στο σχηματισμό αυτών των ουσιωδών πρωτεϊνών και ενζύμων, η ριτοναβίρη εμποδίζει την ωρίμανση του ιού και προκαλεί το σχηματισμό μη λειτουργικών, ανώριμων, μη λοιμογόνων σωματιδίων. Η ριτοναβίρη είναι δραστική τόσο σε οξέως όσο και σε χρόνιως μολυσμένα κύτταρα, καθώς στοχεύει τον κύκλο αναπαραγωγής του HIV μετά τη μετάφραση και πριν τη συναρμολόγηση. Έτσι, το φάρμακο είναι δραστικό σε χρόνιως μολυσμένα κύτταρα (π.χ., μονοκύτταρα και μακροφάγα) που γενικά δεν επηρεάζονται από νουκλεοσιδικούς αναστολείς της αντίστροφης μεταγραφάσης (π.χ., διδονοζίνη, λαμιβουδίνη, σταβουδίνη, ζαλσιταβίνη, ζιδοβουδίνη).
Η ριτοναβίρη δεν επηρεάζει τα πρώιμα στάδια του κύκλου αναπαραγωγής του HIV· ωστόσο, το φάρμακο παρεμβαίνει στην παραγωγή λοιμογόνου HIV και περιορίζει την περαιτέρω λοιμώδη εξάπλωση του ιού.
Ενώ οι πλήρεις μηχανισμοί αντι-ιικής δράσης της ριτοναβίρης δεν έχουν πλήρως διευκρινιστεί, η ριτοναβίρη προφανώς αναστέλλει την αναπαραγωγή ρετροϊών, συμπεριλαμβανομένου του ιού της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας τύπου 1 (HIV-1) και 2 (HIV-2), παρεμβαίνοντας στην πρωτεάση του HIV. Το φάρμακο, ως εκ τούτου, ασκεί ιοστατική δράση κατά των ρετροϊών, λειτουργώντας ως αναστολέας πρωτεάσης του HIV.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ριτοναβίρης δεν έχει προσδιοριστεί. Μετά από από του στόματος χορήγηση, οι μέγιστες συγκεντρώσεις επιτυγχάνονται μετά από περίπου 2 ώρες και 4 ώρες (Tmax) μετά τη λήψη, υπό συνθήκες νηστείας και μη νηστείας, αντίστοιχα. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κάψουλες και τα δισκία ριτοναβίρης δεν θεωρούνται βιοϊσοδύναμα.
Η ριτοναβίρη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα. Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας εφάπαξ δόσης 600 mg ραδιοσημασμένης ριτοναβίρης, περίπου 11,3 ± 2,8% της δόσης εκκρίθηκε στα ούρα, εκ των οποίων 3,5 ± 1,8% ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο. Η ίδια μελέτη διαπίστωσε ότι 86,4 ± 2,9% της δόσης εκκρίθηκε στα κόπρανα, εκ των οποίων 33,8 ± 10,8% ήταν αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής της ριτοναβίρης είναι 0,41 ± 0,25 L/kg.
Η φαινομενική από του στόματος κάθαρση σε σταθερή κατάσταση είναι 8,8 ± 3,2 L/h. Η νεφρική κάθαρση είναι ελάχιστη και εκτιμάται σε <0,1 L/h.
Η ριτοναβίρη και οι μεταβολίτες της αποβάλλονται από τον οργανισμό κυρίως μέσω των κοπράνων (86% αμετάβλητου φαρμάκου και μεταβολιτών), με μικρή απέκκριση στα ούρα (11%, κυρίως μεταβολίτες).
Η απορρόφηση της ριτοναβίρης επηρεάζεται ελάχιστα από τη διατροφή, και αυτό εξαρτάται κάπως από τη μορφή της συνταγής. Η συνολική απορρόφηση της ριτοναβίρης από τη μορφή κάψουλας μπορεί να αυξηθεί κατά 15% όταν λαμβάνεται με γεύματα. … Υπάρχει μεταβλητότητα μεγαλύτερη από έξι φορές στις εφημερεύουσες συγκεντρώσεις του φαρμάκου μεταξύ των ασθενών που λαμβάνουν 600 mg ριτοναβίρης κάθε 12 ώρες.
Ο βαθμός από του στόματος απορρόφησης είναι υψηλός και δεν επηρεάζεται από την τροφή. Εντός του κλινικού εύρους συγκεντρώσεων, η ριτοναβίρη δεσμεύεται περίπου 98% έως 99% σε πρωτεΐνες του πλάσματος, συμπεριλαμβανομένης της αλβουμίνης και της αλφα-1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό (ΕΝΥ) είναι χαμηλές σε σχέση με τη συνολική συγκέντρωση στο πλάσμα. Ωστόσο, έχουν παρατηρηθεί παράλληλες μειώσεις του ιικού φορτίου στο πλάσμα, το ΕΝΥ και άλλους ιστούς. … Περίπου το 34% και το 3,5% μιας δόσης 600 mg απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο στα κόπρανα και τα ούρα, αντίστοιχα. Η κλινικά σχετική t1/2 β είναι περίπου 3 έως 5 ώρες. Λόγω της αυτο-επαγωγής, οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα γενικά φτάνουν σε σταθερή κατάσταση 2 εβδομάδες μετά την έναρξη της χορήγησης. Η φαρμακοκινητική της ριτοναβίρης είναι σχετικά γραμμική μετά από πολλαπλές δόσεις, με φαινομενική από του στόματος κάθαρση κατά μέσο όρο 7 έως 9 L/hr.
Η ριτοναβίρη απεκκρίνεται κυρίως στα κόπρανα, τόσο ως αμετάβλητο φάρμακο όσο και ως μεταβολίτες. Μετά από από του στόματος χορήγηση 600 mg ραδιοσημασμένης ριτοναβίρης ως εναιώρημα για από του στόματος λήψη, το 86,4% της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα (33,8% ως αμετάβλητο φάρμακο) και το 11,3% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα (3,5% ως αμετάβλητο φάρμακο).
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη RITONAVIR (σύνολο 6), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η ριτοναβίρη είναι υψηλά δεσμευμένη σε πρωτεΐνες του πλάσματος (~98-99%), κυρίως σε αλβουμίνη και αλφα-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη εντός του συνήθους εύρους συγκεντρώσεων.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ριτοναβίρη κυκλοφορεί στο πλάσμα κυρίως ως αμετάβλητο φάρμακο. Έχουν αναγνωριστεί πέντε μεταβολίτες. Ο μεταβολίτης οξείδωσης της ισοπροπυλοθειαζόλης (M-2) είναι ο κύριος μεταβολίτης σε χαμηλές συγκεντρώσεις πλάσματος και διατηρεί παρόμοια αντι-ιική δράση με την αμετάβλητη ριτοναβίρη. Τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450 CYP3A και CYP2D6 είναι τα κύρια ένζυμα που εμπλέκονται στο μεταβολισμό της ριτοναβίρης.
… Η ριτοναβίρη μεταβολίζεται κυρίως από τα ισοένζυμα του κυτοχρώματος P450 (CYP) 3A και, σε μικρότερο βαθμό, από το CYP2D6. Έχουν αναγνωριστεί τέσσερις κύριοι οξειδωτικοί μεταβολίτες σε ανθρώπους, αλλά είναι απίθανο να συμβάλλουν στην αντι-ιική δράση. …
Έχουν αναγνωριστεί πέντε μεταβολίτες της ριτοναβίρης σε ανθρώπινα ούρα και κόπρανα. Ο μεταβολίτης οξείδωσης της ισοπροπυλοθειαζόλης (M2) φαίνεται να είναι ο κύριος μεταβολίτης. Ο M2 (αλλά όχι άλλοι μεταβολίτες) έχει αντι-ιική δράση παρόμοια με αυτή της ριτοναβίρης· ωστόσο, μόνο πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις αυτού του μεταβολίτη είναι παρούσες στο πλάσμα. Άλλοι μεταβολίτες που αναγνωρίστηκαν σε in vitro μελέτες περιλαμβάνουν έναν αποκαρβαμοϋλιωμένο μεταβολίτη (M1) και ένα προϊόν N-απελκυλίωσης στην ουρική άκρη (M11).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο ημίσειας ζωής της ριτοναβίρης είναι περίπου 3-5 ώρες.
Η κλινικά σχετική t1/2 β είναι περίπου 3 έως 5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς της HIV PROTEASE, ενός ενζύμου απαραίτητου για την παραγωγή πρωτεϊνών που απαιτούνται για τη συναρμολόγηση του ιού.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τη δράση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
O3J8G9O825
RITONAVIR
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Πρωτεάσης HIV
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας Πρωτεάσης
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-Glycoprotein
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Breast Cancer Resistance Protein
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Επαγωγείς UDP Γλυκουρονυλοτρανσφερασών
Η ριτοναβίρη είναι Αναστολέας του Κυτοχρώματος P450 3A και Αναστολέας Πρωτεάσης. Ο μηχανισμός δράσης της ριτοναβίρης είναι ως Αναστολέας Πρωτεάσης HIV και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 2D6 και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C19 και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 3A και Αναστολέας P-Glycoprotein και Αναστολέας Breast Cancer Resistance Protein και Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A4 και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 1A2 και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2C9 και Επαγωγέας Κυτοχρώματος P450 2B6 και Επαγωγέας UDP Γλυκουρονυλοτρανσφερασών.
RITONAVIR
- Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6 [MoA]; Αναστολέας Πρωτεάσης [EPC]; Επαγωγείς UDP Γλυκουρονυλοτρανσφερασών [MoA]; Αναστολείς Breast Cancer Resistance Protein [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]; Αναστολείς P-Glycoprotein [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]; Αναστολείς Πρωτεάσης HIV [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]; Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A [EPC]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]
RITONAVIR 100 MG
- Αναστολείς Πρωτεάσης HIV [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C9 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 3A [MoA]; Αναστολέας Κυτοχρώματος P450 3A [EPC]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 3A4 [MoA]; Αναστολείς P-Glycoprotein [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 1A2 [MoA]; Αναστολείς Κυτοχρώματος P450 2D6 [MoA]; Αναστολέας Πρωτεάσης [EPC]; Επαγωγείς UDP Γλυκουρονυλοτρανσφερασών [MoA]; Αναστολείς Breast Cancer Resistance Protein [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2C19 [MoA]; Επαγωγείς Κυτοχρώματος P450 2B6 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
- Αναστολείς της HIV PROTEASE, ενός ενζύμου απαραίτητου για την παραγωγή πρωτεϊνών που απαιτούνται για τη συναρμολόγηση του ιού.
- Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν τη βιοσύνθεση ή τη δράση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.