CAPTOPRIL(Καπτοπρίλη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 2 ώρες
- DrugBank: 2 ώρες
- PubChem: 2 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Υπέρταση
το NORMOLOSE ενδείκνυται για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της υπέρτασης.
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
σε: με μείωση της συστολικής κοιλιακής λειτουργίας
μαζί με διουρητικά, και σε περιπτώσεις που αυτό είναι ενδεδειγμένο, με δακτυλίτιδα και βήτα-αποκλειστές.
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου (βραχυχρόνια αγωγή)
σε: κάθε ασθενή, του οποίου η κλινική κατάσταση είναι σταθερή εντός των πρώτων 24 ωρών μετά από ένα έμφραγμα του μυοκαρδίου
Διάρκειας 4 εβδομάδων.
- I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Μακροχρόνια προφύλαξη της συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας
σε: ασθενείς των οποίων η κλινική κατάσταση είναι σταθερή με ασυμπτωματική δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (κλάσμα εξώθησης ≤40%)
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
-
Μακροπρωτεϊνουρική διαβητική νεφροπάθεια
σε: ασθενείς με διαβήτη τύπου Ι
- E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος NORMOLOSE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 25-50 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Για καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση αυξάνεται σταδιακά με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
ΥπέρτασηΔόση25-50 mg ημερησίωςΜέγ. δόση100-150 mg ημερησίωςΣε δύο διαιρεμένες δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη ή με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες. Για ασθενείς με ισχυρά ενεργό σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης, αρχική δόση 6,25 mg ή 12,5 mg, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι 50 mg ημερησίως και αν είναι απαραίτητο, στα 100 mg ημερησίως σε μία ή δύο δόσεις.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΔόση6,25 mg - 12,5 mg δύο ή τρεις φορές ημερησίωςΜέγ. δόση150 mg ημερησίωςΣε διαιρεμένες δόσεις. Η τιτλοποίηση στη δόση συντήρησης (75-150 mg ημερησίως) γίνεται βάσει ανταπόκρισης, κλινικής κατάστασης και ανεκτικότητας. Η δόση αυξάνεται σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου (Βραχυχρόνια αγωγή)Δόση6,25 mg αρχικά, ακολουθούμενη από 12,5 mg 2 ώρες μετά και 25 mg 12 ώρες αργότερα. Από την επόμενη ημέρα 100 mg ημερησίωςΣε ασθενείς με σταθερές αιμοδυναμικές παραμέτρους. Για 4 εβδομάδες σε δύο ημερήσιες χορηγήσεις.
-
Έμφραγμα του μυοκαρδίου (Χρόνια αγωγή)Δόση6,25 mg αρχικά, ακολουθούμενη από 12,5 mg 3 φορές ημερησίως για 2 ημέρες, μετά 25 mg 3 φορές ημερησίως. Συνιστώμενη δοσολογία για καρδιοπροστασία 75-150 mg ημερησίωςΈναρξη μεταξύ 3ης και 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα. Χορηγείται σε 2 ή 3 δόσεις. Η δόση πρέπει να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις κλινικές αντιδράσεις του ασθενή.
-
Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτου τύπου ΙΔόση75-100 mg ημερησίωςΣε διαιρεμένες δόσεις. Μπορούν να συγχορηγηθούν επιπρόσθετα αντιυπερτασικοί παράγοντες για περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση6,25 mg δύο φορές ημερησίωςΧαμηλότερη δόση έναρξης λόγω πιθανής μειωμένης νεφρικής λειτουργίας ή δυσλειτουργίας άλλων οργάνων. Δοσολογία τιτλοποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
-
Παιδιά και έφηβοιΔόσηπερίπου 0,3 mg/kg σωματικού βάρουςΓενικά 3 φορές ημερησίως. Η δόση και τα διαστήματα εξατομικεύονται. Για παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία, πρόωρα βρέφη, νεογέννητα και βρέφη, η δόση έναρξης είναι 0,15 mg/kg σωματικού βάρους.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας στην καπτοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου ή σε άλλο αναστολέα ΜΕΑ
-
Ιστορικό αγγειονευρωτικού οιδήματος που συνδέεται με προηγούμενη αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ
-
Κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
-
Γαλουχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπότασηΠληθυσμόςμη επιπλεγμένοι υπερτασικοί ασθενείςσπάνια παρατηρείται
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςυπερτασικοί ασθενείς που έχουν υποστεί μείωση όγκου ή / και νατρίου λόγω εντατικής αγωγής με διουρητικά, απαγόρευσης της χρήσης άλατος στη διατροφή τους, διάρροιας, έμετου ή αιμοκάθαρσηςΗ μείωση όγκου ή / και νατρίου πρέπει να διορθωθεί πριν τη χορήγηση ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενώ πρέπει να εξετάζεται η έναρξη της αγωγής με χαμηλότερη δόση.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαβρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο υπότασης και συνιστάται η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με αναστολέα ΜΕΑ με χαμηλότερη αρχική δόση. Πρέπει να δίνεται προσοχή κάθε φορά που αυξάνεται η δόση της καπτοπρίλης ή του διουρητικού.
-
Υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή ή αγγειακή εγκεφαλική νόσομπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Εάν παρουσιασθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Μπορεί να απαιτηθεί αποκατάσταση του όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού.
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας του μόνου λειτουργούντος νεφρούυπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να συμβεί με ελαφρές μόνο μεταβολές της κρεατινίνης ορού. Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη με χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοποίηση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 40 ml /minΗ αρχική δόση της καπτοπρίλης πρέπει να αναπροσαρμοστεί (βλ. Δοσολογία), και στη συνέχεια ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή στην αγωγή.
-
Αγγειοοίδημασοβαρό, μοιραίοΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑμπορεί να εμφανισθεί στα άκρα, πρόσωπο, χείλη, βλεννογόνους, γλώσσα, γλωττίδα, λάρυγγα, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες εβδομάδες. Σε σπάνιες περιπτώσεις, σοβαρό αγγειοοίδημα μπορεί να αναπτυχθεί μετά από μακροχρόνια χορήγηση. Η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Το αγγειοοίδημα της γλώσσας, γλωττίδας ή λάρυγγα μπορεί να είναι μοιραίο. Θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αγωγή. Ο ασθενής θα πρέπει να νοσηλευτεί και να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 ως 24 ώρες και να μην εξέλθει του νοσοκομείου μέχρι την πλήρη λύση των συμπτωμάτων.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑμη παραγωγικός, επίμονος και σταματά μετά τη διακοπή της αγωγής.
-
Ηπατική ανεπάρκεια / Χολοστατικός ίκτεροςσπάνια, κεραυνοβόλο, θάνατοςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑσπάνια συνδέεται με σύνδρομο που ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (ορισμένες φορές) θάνατο. Οι ασθενείς που αναπτύσσουν ίκτερο ή αξιοσημείωτες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, πρέπει να διακόπτουν την αγωγή και να λαμβάνουν την αντίστοιχη ιατρική μέριμνα.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, ιδιαίτερα με νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, ή όσοι λαμβάνουν διουρητικά που κατακρατούν κάλιο, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή άλλα φάρμακα που συνδέονται με αυξήσεις του καλίου ορού (π.χ. ηπαρίνη)αυξήσεις του καλίου ορού έχουν παρατηρηθεί. Αν ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται κατάλληλη, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των τιμών του καλίου ορού.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με λίθιοο συνδυασμός λιθίου και καπτοπρίλης δεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθειαΠληθυσμόςασθενείς με σημαντική στένωση των βαλβίδων της αριστερής κοιλίας και του χώρου εξόδου αυτής / περιπτώσεις καρδιογενούς σοκ και αιμοδυναμικώς σημαντικής απόφραξηςοι αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή. Να αποφεύγονται σε περιπτώσεις καρδιογενούς σοκ και αιμοδυναμικώς σημαντικής απόφραξης.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοκυτταροπενία, Αναιμίασοβαρές λοιμώξειςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ. Ειδικά με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη, προκαϊναμίδη, ή συνδυασμό, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας.σπάνια σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή δίχως άλλους παράγοντες επιπλοκών. Σε περίπτωση χορήγησης της καπτοπρίλης στους ευπαθείς ασθενείς, συνιστάται η διενέργεια μέτρησης του αριθμού και του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος πριν την έναρξη, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες και στη συνέχεια περιοδικά. Κατά τη διάρκεια της αγωγής, οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό), και στη συνέχεια να διενεργηθεί μέτρηση του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων. Η καπτοπρίλη και οι άλλες συνοδές αγωγές (βλ. Αλληλεπιδράσεις) πρέπει να διακόπτονται σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας ουδετεροπενίας (αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1000/mm³).
-
ΠρωτεϊνουρίαΠληθυσμόςασθενείς με υπάρχουσα έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή με σχετικά υψηλές δόσεις αναστολέων ΜΕΑμπορεί να συμβεί. Σε περίπου 0,7% των ασθενών παρατηρήθηκε >1g πρωτεϊνών ούρων/ημέρα. Νεφρωσικό σύνδρομο συνέβη στο ένα πέμπτο των πρωτεϊνουρικών ασθενών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρωτεϊνουρία υποχώρησε ή εξαφανίστηκε μέσα σε 6 μήνες. Σπάνια σημειώθηκε μεταβολή των παραμέτρων της νεφρικής λειτουργίας.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηαπειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης με ιό υμενόπτερωνσπάνια αναφέρονται παρατεταμένες, απειλητικές για τη ζωή αντιδράσεις. Αποφεύχθηκαν με προσωρινή διακοπή του αναστολέα - ΜΕΑ. Πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αιμοκάθαρση υψηλής ροής/έκθεση σε αφαίρεση λιποπρωτεΐνης με μεμβράνηΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες διήθησης ή που υφίστανται αφαίρεση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης με απορρόφηση με θειική δεξτράνη, ενώ λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑέχουν αναφερθεί αντιδράσεις. Πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετικός τύπος αιμοκάθαρσης ή να χορηγείται διαφορετική κατηγορία φαρμάκων.
-
Υπόταση (Χειρουργική/Αναισθησία)Πληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά την αγωγή με αναισθητικούς παράγοντες που ελαττώνουν την αρτηριακή πίεσημπορεί να εμφανισθεί υπόταση. Αυτό μπορεί να διορθωθεί με διαστολή του όγκου.
-
Επίπεδα γλυκόζηςΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείς που έχουν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με ένα από του στόματος αντιδιαβητικό φάρμακο ή με ινσουλίνη, κατά το πρώτο μήνα της θεραπευτικής αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑτα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται στενά.
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςασθενείς με συγγενή γαλακτοζαιμία, δυσανπορρόφηση της γλυκόζης και της γαλακτόζης ή σύνδρομα ανεπάρκειας της λακτάσηςτο Καπτοπρίλη περιέχει λακτόζη, ως εκ τούτου δε θα πρέπει να χορηγείται.
-
Αποτελεσματικότητα σε εθνικές διαφορέςΠληθυσμόςμαύροι ασθενείς έναντι μη μαύρωνη καπτοπρίλη είναι λιγότερο αποτελεσματική στο να μειώνει την αρτηριακή πίεση στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους, πιθανόν λόγω υψηλών ποσοστών χαμηλής ρενίνης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοπροστατευτικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη) ή συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΑυξημένες τιμές καλίου ορούΣύστασηΕάν ενδείκνυται λόγω υποκαλιαιμίας, χορηγούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Διουρητικά (θεαζιδικά διουρητικά ή διουρητικά αγκύλης)προσοχήΜείωση όγκου και κίνδυνος υπότασης κατά την έναρξη της θεραπείας με καπτοπρίληΣύστασηΜείωση υποτασικών δράσεων με διακοπή του διουρητικού, αύξηση όγκου ή πρόσληψης άλατος ή έναρξη θεραπείας με χαμηλή δόση καπτοπρίλης.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (βήτα-αποκλειστές, αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου)παρακολούθησηΑύξηση της υποτασικής δράσης της καπτοπρίλης
-
Νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακαπροσοχήΕνίσχυση υποτασικής δράσηςΣύστασηΗ αγωγή θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, βήτα - αποκλειστές, νιτρώδη (στο έμφραγμα του μυοκαρδίου)Ασφαλής ταυτόχρονη χρήση
-
αντένδειξηΑυξημένες συγκεντρώσεις λιθίου ορού και τοξικότητα. Ο κίνδυνος αυξάνεται με θειαζιδικά διουρητικά.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν είναι απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/ΑντιψυχωτικάπροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης, ορθοστατική υπόταση
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος λευκοπενίαςΣύστασηΙδιαίτερα όταν χορηγούνται σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (NSAIDs)προσοχήΠροσθετική δράση στην αύξηση καλίου ορού, μείωση νεφρικής λειτουργίας, οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, μείωση αντιυπερτασικών δράσεων.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπαρακολούθησηΕλάττωση αντιυπερτασικών δράσεων των αναστολέων ΜΕΑΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες)παρακολούθησηΕνίσχυση της δράσης τους (μείωση γλυκόζης), πιθανή υπογλυκαιμίαΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία
- αναιμία (περιλαμβανομένης της απλαστικής και της αιμολυτικής αναιμίας)
- αυτοάνοσα νοσήματα και/ή θετικός τίτλος ΑΝΑ
- Πανκυτταροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Διαταραχές ύπνου
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Δυσγευσία
- Ζάλη
- Νυσταγμός
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησίες
- αγγειοεγκεφαλικά επεισόδια, περιλαμβανομένης και της εγκεφαλικής αποπληξίας και συγκοπτικό επεισόδιο
- Θάμβος όρασης
- ταχυκαρδία ή ταχυαρρυθμία
- Στηθάγχη
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακή προσβολή
- Καρδιογενές σοκ
- Υπόταση
- Σύνδρομο Raynaud
- Ερύθημα
- Ωχρότητα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Εξανθήματα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φωτοευαισθησία
- Ερυθροδερμία
- Πεμφιγοειδείς αντιδράσεις
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Ξηρός, ερεθιστικός βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Ρινίτιδα
- αλλεργική κυψελίτιδα/ ηωσινοφιλική πνευμονία
- Ναυτία
- Έμετος
- Ερεθισμός στομάχου
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γλωσσίτιδα
- Πεπτικό έλκος
- Παγκρεατίτιδα
- στοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσεις
- μειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)
- ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσης
- αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένης και νεφρικής ανεπάρκειας
- Πολυουρία
- Ολιγοουρία
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Πρωτεϊνουρία
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Πόνος στο στήθος
- Κόπωση
- Αδιαθεσία
- Πυρετός
- Αύξηση τιμών καλίου ορού
- Μείωση νατρίου ορού
- Αύξηση ουρίας
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Μειωμένα λευκά αιμοσφαίρια
- Μειωμένα θρομβοκύτταρα
- Θετικός τίτλος ΑΝΑ
- Αυξημένη ταχύτητα καθιζήσεως
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στο στήθοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο RaynaudΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΩχρότηταΔέρμα
-
Όχι συχνέςταχυκαρδία ή ταχυαρρυθμίαΚαρδιακό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές νεφρικής λειτουργίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΝυσταγμόςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟλιγοουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίεςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Σπάνιεςστοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσειςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθιζήσεωςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση κρεατινίνης ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση ουρίαςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση τιμών καλίου ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΕρυθροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΘετικός τίτλος ΑΝΑΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή προσβολήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιογενές σοκΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση νατρίου ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένα θρομβοκύτταραΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένα λευκά αιμοσφαίριαΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠεμφιγοειδείς αντιδράσειςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠεπτικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςαγγειοεγκεφαλικά επεισόδια (εγκεφαλική αποπληξία, συγκοπτικό επεισόδιο)Νευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςαλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςαυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνηςΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςαυτοάνοσα νοσήματα και/ή θετικός τίτλος ΑΝΑΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσηςΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςμειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμίαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυνήθειςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυνήθειςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΕξανθήματαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΕρεθισμός στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΖάληΝευρικό
-
ΣυνήθειςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΞηρός, ερεθιστικός βήχαςΑναπνευστικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν ενδείκνυται κατά το 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Όταν προγραμματίζεται ή διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει όσο το δυνατόν συντομότερα να χρησιμοποιείται εναλλακτική θεραπεία. Αντενδείκνυται κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης λόγω τοξικότητας στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ανεπαρκής ποσότητα αμνιακού υγρού, καθυστέρηση κρανιακής οστέωσης) και στα νεογέννητα (βρεφική νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΤο Καπτοπρίλη αντενδείκνυται κατά την περίοδο του θηλασμού.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή υπόταση
- καταπληξία
- λήθαργος
- βραδυκαρδία
- διαταραχές των ηλεκτρολυτών
- νεφρική ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναστολείς ΜΕΑ, κωδικός ΑΤC: C09AA01.
Μηχανισμός δράσης
Η καπτοπρίλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ). Οι ωφέλιμες επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ φαίνεται ότι προκύπτουν πρωτευόντως από την καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης του πλάσματος. Η ρενίνη είναι ένα ενδογενές ένζυμο που συντίθεται από τους νεφρούς και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία, όπου μετατρέπει το αγγειοτασινογόνο σε αγγειοτασίνη Ι, ένα σχετικά ανενεργό δεκαπεπτίδιο. Στη συνέχεια, η αγγειοτασίνη Ι μέτατρέπεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης μια πεπτιδυλοδειπεπτιδάση, σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσταλτικός παράγοντας υπεύθυνος για την αρτηριακή αγγειοσυστολή και την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, όπως επίσης και για την ενεργοποίηση των επινεφριδίων προς έκκριση αλδοστερόνης. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτασίνης ΙΙ του πλάσματος, η οποία οδηγεί σε αγγειοδιασταλτική δράση και σε μείωση της έκκρισης της αλδοστερόνης. Παρότι η τελευταία μείωση είναι μικρή, μικρές αυξήσεις των συγκεντρώσεων του καλίου ορού με απώλεια νατρίου και υγρών μπορούν να συμβούν. Η διακοπή της αρνητικής ανατροφοδοσίας της αγγειοτασίνης ΙΙ επί της έκκρισης της ρενίνης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος. Μια άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι η υποβίβαση του ισχυρού αγγειοκατασταλτικού πεπτιδίου της κινίνης, της βραδυκινίνης, σε ανενεργούς μεταβολίτες. Ως εκ τούτου, η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη δραστικότητα του κυκλοφορούντος και τοπικού συστήματος καλλικρεϊνης - κινίνης, το οποίο συνεισφέρει στην περιφερική αγγειοδιαστολή ενεργοποιώντας το σύστημα της προσταγλανδίνης. Είναι πιθανό αυτός ο μηχανισμός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ και να είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αυτής της κατηγορίας φαρμάκων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μέγιστες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης συνήθως συμβαίνουν 60 ως 90 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγησης μιας δόσης καπτοπρίλης. Η διάρκεια της δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική. Έτσι, για την επίτευξη των μέγιστων θεραπευτικών οφελών, μπορεί να απαιτηθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής. Οι δράσεις της καπτοπρίλης και των θειαζιδικού τύπου διουρητικών στη μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι προσθετικές. Σε ασθενείς με υπέρταση, η καπτοπρίλη προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση, χωρίς πρόκληση οποιασδήποτε αντίρροπης αύξησης επί της καρδιακής συχνότητας, ούτε κατακράτηση νερού ή νατρίου. Σε αιμοδυναμικές εξετάσεις, η καπτοπρίλη προκάλεσε μια αξιοσημείωτη ελάττωση των περιφερικών αρτηριακών αντιστάσεων. Γενικά, δεν υπήρξαν κλινικά συναφείς μεταβολές της νεφρικής ροής πλάσματος ή του ρυθμού σπειραματικής διήθησης. Στους περισσότερους ασθενείς, ή αντιυπερτασική δράση ξεκινά περίπου 15 ως 30 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση της καπτοπρίλης. Η μέγιστη δράση επιτεύχθηκε μετά από 60 ως 90 λεπτά. Η μέγιστη ελάττωση της αρτηριακής πίεσης μιας προσδιορισμένης δόσης καπτοπρίλης ήταν γενικά ορατή μετά από 3 ή 4 εβδομάδες. Με τη συνιστώμενη ημερήσια δόση, η αντιυπερτασική δράση διατηρείται ακόμη και με μακροχρόνια αγωγή. Η παροδική διακοπή της αγωγής με καπτοπρίλη δεν προκαλεί οποιαδήποτε γρήγορη, υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (φαινόμενο rebound). H θεραπευτική αντιμετώπιση της υπέρτασης με την καπτοπρίλη οδηγεί σε μείωση της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας. Αιμοδυναμικές εξετάσεις σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έδειξαν ότι η καπτοπρίλη προκάλεσε μείωση των περιφερικών συστηματικών αντιστάσεων και αύξηση της φλεβικής χωρητικότητας. Αυτό προκάλεσε μείωση του προφορτίου και μεταφορτίου της καρδιάς (μείωση της πίεσης πλήρωσης της κοιλίας). Επιπρόσθετα, με την αγωγή με καπτοπρίλη έχει παρατηρηθεί αύξηση του ανά λεπτό όγκου αίματος, του δείκτη εργασίας και της ικανότητας για άσκηση. Σε μία μεγάλη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF ≤40%) μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, φάνηκε ότι η καπτοπρίλη (η χορήγηση της οποίας άρχισε μεταξύ της 3ης και της 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα) επιμήκυνε το χρόνο επιβίωσης και ελάττωσε την καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Το τελευταίο έγινε προφανές από την καθυστέρηση ανάπτυξης συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας και τη μείωση της ανάγκης νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Υπήρξε επίσης μείωση των μεταγενέστερων εμφραγμάτων, των διαδικασιών επαναγγείωσης και / ή της ανάγκης για χορήγηση επιπρόσθετης φαρμακευτικής αγωγής με διουρητικά ή / και δακτυλίτιδα ή αύξησης της δόσης τους συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Μια αναδρομική ανάλυση έδειξε ότι η καπτοπρίλη μείωσε την επανεμφάνιση εμφράγματος και τις διαδικασίες καρδιακής επαναγγείωσης (κανένα από τα ανωτέρω δεν αποτελούσαν κριτήρια - στόχους της μελέτης). Μια άλλη μεγάλη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου έδειξε ότι η καπτοπρίλη (χορηγούμενη εντός 24 ωρών από το επεισόδιο και για ένα μήνα) μείωσε σημαντικά τη συνολική θνησιμότητα μετά από 5 εβδομάδες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η ευνοϊκή επίδραση της καπτοπρίλης επί της συνολικής θνησιμότητας εξακολούθησε να είναι ανιχνεύσιμη μετά από ένα χρόνο. Δε βρέθηκε ένδειξη αρνητικής επίδρασης σχετιζόμενης με την πρόωρη θνησιμότητα κατά την πρώτη ημέρα. Οι καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης παρατηρούνται ανεξάρτητα από την ηλικία ή το γένος του ασθενή, τον εντοπισμό του εμφράγματος και τη συνοδό αποδεδειγμένα, αποτελεσματική, θεραπευτική αγωγή κατά τη διάρκεια της μετά το έμφραγμα περιόδου (θρομβολυτικοί παράγοντες, βήτα αποκλειστές και ακετυλοσαλικυλικό οξύ).
Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτου Τύπου Ι
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική, διπλά τυφλή κλινική μελέτη σε ινσουλινοεξαρτώμενους (τύπου Ι) διαβητικούς ασθενείς με πρωτεϊνουρία, με ή χωρίς υπέρταση (επιτράπηκε η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων αντιυπερτασικών για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης), η καπτοπρίλη μείωσε σημαντικά (κατά 51%) το χρόνο διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης της κρεατινίνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα τελικής νεφρικής ανεπάρκειας (αιμοκάθαρση, μεταμόσχευση) ή θανάτου ήταν επίσης σημαντικά μικρότερη με την καπτοπρίλη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (51%). Σε ασθενείς με διαβήτη και μικροπρωτεϊνουρία, η αγωγή με καπτοπρίλη ελάττωσε την απέκκριση της πρωτεϊνης εντός δύο ετών. Οι επιδράσεις της αγωγής με την καπτοπρίλη επί της διατήρησης της νεφρικής λειτουργίας είναι επιπλέον του οφέλους που μπορεί να έχει προκληθεί από την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC)
· πριν την έναρξη, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες, στη συνέχεια περιοδικά και σε περίπτωση σημείου λοίμωξης
ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας
-
Τύπος λευκών αιμοσφαιρίων
· πριν την έναρξη, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες, στη συνέχεια περιοδικά και σε περίπτωση σημείου λοίμωξης
ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας
-
Πρωτεΐνες ούρων
· πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά
ασθενείς με προηγούμενη νεφρική νόσο
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη | water_dropΝεφρική λειτουργία | Συστηματικά / Συνήθως | Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας του μόνου λειτουργούντος νεφρού, κατά την έναρξη θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Συστηματικά / Συνήθως | Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας |
| Τακτικά | ασθενείς σε κίνδυνο υπερκαλιαιμίας (νεφρική ανεπάρκεια, διαβήτης, ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών/συμπληρωμάτων καλίου/ηπαρίνης) | ||
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | στενά παρακολούθηση, κυρίως κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας | διαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν αντιδιαβητικά από του στόματος ή ινσουλίνη, και ξεκινούν αναστολέα ΜΕΑ |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καπτοπρίλη, ένας αναστολέας του ACE, ανταγωνίζεται τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής και της ισορροπίας ύδατος-ηλεκτρολυτών. Κατά τη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος ή όταν η αρτηριακή πίεση ή η νεφρική ροή αίματος μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του νεφρικού εγγύς σωληναρίου στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι (ATI), η οποία στη συνέχεια διασπάται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII) από το ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών:
- Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος, αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των νατριο-καλίου αντλίων ATP στις κυτταρικές μεμβράνες.
- Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπιεστίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τους νεφρούς μέσω της εισαγωγής καναλιών υδατανθράκων-2 (aquaporin-2) στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων.
- Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 (AT1R) στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή.
Επιπλέον αυτών των κύριων δράσεων, η ATII προκαλεί την απόκριση της δίψας μέσω διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου.
Οι αναστολείς του ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης που προκαλούνται από το RAAS. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδικινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδικινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδικινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις δράσεις της, προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωοθηκών. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, το Ν και το C, τα οποία προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίων. Αν και οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο Ν-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς του ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα.
Η καπτοπρίλη, ένας από τους λίγους αναστολείς του ACE που δεν είναι προφάρμακο, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με το ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η καπτοπρίλη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω των βαροϋποδοχέων. Η συγγένεια της καπτοπρίλης για το ACE είναι περίπου 30.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της ATI.
Ο τοπικός ρόλος του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS) τεκμηριώθηκε πρόσφατα παράλληλα με τις συμβατικές συστημικές λειτουργίες του. Μελέτες έδειξαν ότι η αγγειοτενσίνη ΙΙ (AngII) επηρεάζει την υγεία των οστών, ενώ η αναστολή του ACE-1 διατήρησε αυτές τις επιδράσεις. Η νεοαποκτηθείσα Ang1-7 ασκεί πολλαπλές ευεργετικές δράσεις, αντιτιθέμενες στην AngII. Έτσι, η παρούσα μελέτη εξετάζει το ρόλο της Ang1-7 στη διαμεσολάβηση των οστεοπροστατευτικών επιδράσεων των ACEI (καπτοπρίλης) μέσω του G-πρωτεϊνικού συζευγμένου υποδοχέα Mas, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο οστεοπόρωσης σε αρουραίους μετά από ωοθηκεκτομή (OVX). 8 εβδομάδες μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις, χορηγήθηκε καπτοπρίλη από το στόμα (40 mg/kg/ημέρα), ενώ ο ειδικός αναστολέας του υποδοχέα Mas (A-779) χορηγήθηκε με ρυθμό έγχυσης 400 ng/kg/1 λεπτό για 6 εβδομάδες. Μετρήθηκαν δείκτες οστικού μεταβολισμού στον ορό και τα ούρα. Οι συγκεντρώσεις των μετάλλων ποσοτικοποιήθηκαν στον ορό, τα ούρα και τα μηριαία οστά με φασματοσκοπία μάζας επαγωγικά συζευγμένου πλάσματος (ICP-MS). Η τραβηκτική και φλοιώδης μορφομετρία αναλύθηκε στα δεξιά περιφερικά μηριαία οστά με μικρο-CT. Τέλος, προσδιορίστηκαν η έκφραση των πεπτιδίων, των ενζύμων και των υποδοχέων του RAS, μαζί με τον υποδοχέα ενεργοποιητή του NF-kappaB ligand (RANKL) και την οστεοπροτεγκερίνη (OPG) στις κεφαλές του μηριαίου οστού. Τα ζώα OVX έδειξαν σημαντικά αλλοιωμένο οστικό μεταβολισμό και ορυκτοποίηση, καθώς και διαταραγμένη μικροδομή των οστών. Η καπτοπρίλη αποκατέστησε σημαντικά τους βιοδείκτες οστικού μεταβολισμού και διόρθωσε τις τιμές Ca2+ και P στα ούρα και τα οστά των αρουραίων με έλλειψη οιστρογόνων. Επιπλέον, τα τραβηκτικά και φλοιώδη μορφομετρικά χαρακτηριστικά αποκαταστάθηκαν από την καπτοπρίλη στις ομάδες OVX. Η καπτοπρίλη βελτίωσε επίσης την έκφραση των ACE-2, Ang1-7, Mas και OPG, ενώ εξάλειψε την επαγόμενη από OVX αύξηση της έκφρασης των ACE-1, AngII, υποδοχέα τύπου Ang 1 (AT1R) και RANKL. Η αναστολή της αλληλουχίας Ang1-7 από το A-779 εξάλειψε σημαντικά τις προστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης στον οστικό μεταβολισμό, την ορυκτοποίηση και τη μικροδομή. Το A-779 ανέστρεψε επίσης τις επιδράσεις OVX στην έκφραση του RANKL και την αλληλουχία ACE-1/AngII/AT1R και μείωσε την έκφραση OPG και την οδό ACE-2/Ang1-7/Mas. Σύμφωνα με τις κλινικές παρατηρήσεις των οστεοπροστατευτικών ιδιοτήτων μετά την αναστολή του ACE-1, η τοπική ενεργοποίηση της σηματοδότησης ACE-2/Ang1-7/Mas και η καταστολή της οστεοκλαστογένεσης φαίνεται να είναι υπεύθυνες για την οστεοπροστατευτική δράση της καπτοπρίλης, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει δυνητική θεραπευτική αξία στη θεραπεία καταστροφικών οστικών και μυοσκελετικών παθήσεων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: 60-75% σε νηστικούς ασθενείς· τροφή μειώνει την απορρόφηση κατά 25-40% (ορισμένες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι αυτό δεν είναι κλινικά σημαντικό).
- Μεταβολισμός & Απέκκριση: Το φάρμακο /καπτοπρίλη/ μεταβολίζεται και απεκκρίνεται νεφρικά. Πάνω από 95% της δόσης απεκκρίνεται νεφρικά, τόσο ως αμετάβλητο φάρμακο (45-50%) όσο και ως μεταβολίτες.
- Σε σκύλους: Περίπου 75% μιας από του στόματος δόσης απορροφάται, αλλά η τροφή στο γαστρεντερικό σωλήνα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30-40%. Κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς (όχι στο ΚΝΣ) και δεσμεύεται κατά 40% σε πρωτεΐνες πλάσματος σε σκύλους.
- Σε ανθρώπους: Περίπου 60-75% μιας από του στόματος δόσης καπτοπρίλης απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές ή υπερτασικούς ασθενείς. Η τροφή μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της καπτοπρίλης έως και 25-40%, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η επίδραση δεν είναι κλινικά σημαντική. Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg καπτοπρίλης από το στόμα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές σε μία μελέτη, επιτεύχθηκαν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις φαρμάκου στο αίμα 800 ng/mL εντός 1 ώρας.
- /ΓΑΛΑ/: Οι συγκεντρώσεις καπτοπρίλης στο μητρικό γάλα είναι περίπου το 1% αυτών στο μητρικό αίμα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για την Καπτοπρίλη (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
25-30% δεσμεύεται σε πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι ο δισουλφιδικός εστέρας καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Οι μεταβολίτες μπορεί να υποστούν αναστρέψιμη αλληλομετατροπή.
Περίπου το ήμισυ της απορροφούμενης δόσης καπτοπρίλης μεταβολίζεται ταχέως, κυρίως σε δισουλφιδικό εστέρα καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι η καπτοπρίλη και οι μεταβολίτες της μπορεί να υποστούν αναστρέψιμες αλληλομετατροπές. Έχει προταθεί ότι το φάρμακο μπορεί να μεταβολίζεται εκτενέστερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία παρά σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Σε ανθρώπους: 2 ώρες
- Σε ασθενή: Ένας 43χρονος ασθενής με ήπια καρδιακή ανεπάρκεια αποπειράθηκε αυτοκτονία καταπίνοντας μεταξύ 5000 και 7500 mg καπτοπρίλης. Η αρτηριακή πίεση κυμαινόταν γύρω στα 100-120/50-75 mm Hg και ο καρδιακός ρυθμός δεν έδειχνε τάση επιτάχυνσης (75-100/min)… Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης ήταν 4,4 ώρες…
- Σε σκύλους: Ο χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης είναι περίπου 2,8 ώρες σε σκύλους…
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αμετάβλητης καπτοπρίλης φαίνεται να είναι μικρότερος από 2 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της καπτοπρίλης και των μεταβολιτών της συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης και αυξάνεται σε περίπου 20-40 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 20 mL/λεπτό και έως και 6,5 ημέρες σε ανουρικά ασθενή.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
9G64RSX1XD
CAPTOPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Η καπτοπρίλη είναι ένας Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της καπτοπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης.
CAPTOPRIL
Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [MoA]· Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς ΜΕΑ
απαιτείται αργή απόσυρση
⚠ Συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.