CAPTOPRIL
Καπτοπρίλη
### Μηχανισμός δράσης Η καπτοπρίλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ).
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια
-
E14 Μη καθορισμένος σακχαρώδης διαβήτης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μακροπρωτεϊνουρική διαβητική νεφροπάθεια
-
I21 Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έμφραγμα του μυοκαρδίου
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος NORMOLOSE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 25-50 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων, μέχρι 100-150 mg ημερησίως για υπέρταση. Για καρδιακή ανεπάρκεια, τιτλοποίηση σε δόση συντήρησης (75-150 mg ημερησίως) με βάση την ανταπόκριση και την ανεκτικότητα, αυξάνοντας σταδιακά με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
ΕνήλικεςΗ δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με την κλινική εικόνα του ασθενή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Η συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια δόση είναι 150mg.
-
Ασθενείς με ΥπέρτασηΔόση25-50 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσειςΜέγ. δόση100-150 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσειςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνη της ή με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, ειδικότερα θειαζιδικά διουρητικά. Ένα δοσολογικό σχήμα μία φορά την ημέρα μπορεί να είναι κατάλληλο όταν προστίθεται ένα συνοδό αντιυπερτασικό φάρμακο.
-
Ασθενείς με ισχυρά ενεργό σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΔόση6,25 mg ή 12,5 mg ως απλή δόση έναρξης, μετά 2 φορές ημερησίωςΜέγ. δόση100 mg ημερησίωςΗ έναρξη θεραπείας πρέπει να γίνεται υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι 50 mg ημερησίως (μία ή δύο δόσεις) και αν είναι απαραίτητο, μέχρι 100 mg ημερησίως (μία ή δύο δόσεις).
-
Ασθενείς με Καρδιακή ανεπάρκειαΔόση6,25 mg - 12,5 mg δύο ή τρεις φορές ημερησίωςΜέγ. δόση150 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσειςΗ αγωγή πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Η τιτλοποίηση στη δόση συντήρησης (75-150 mg ημερησίως) πρέπει να γίνεται βάσει ανταπόκρισης, κλινικής κατάστασης και ανεκτικότητας. Η δόση αυξάνεται σταδιακά με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
Ασθενείς με Έμφραγμα του μυοκαρδίου (βραχυχρόνια αγωγή)Δόση6,25 mg δοκιμαστική δόση, ακολουθούμενη από 12,5 mg (2 ώρες μετά), 25 mg (12 ώρες αργότερα), και στη συνέχεια 100 mg ημερησίως σε δύο δόσεις για 4 εβδομάδεςΞεκινά όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων σε ασθενείς με σταθερές αιμοδυναμικές παραμέτρους. Επανεκτίμηση μετά 4 εβδομάδες.
-
Ασθενείς με Έμφραγμα του μυοκαρδίου (χρόνια αγωγή)Δόση6,25 mg αρχική δόση, ακολουθούμενη από 12,5 mg 3 φορές ημερησίως για 2 ημέρες, μετά 25 mg 3 φορές ημερησίως. Συνιστώμενη δοσολογία για καρδιοπροστασία: 75-150 mg ημερησίως σε 2 ή 3 δόσεις.Μέγ. δόση150 mg ημερησίωςΞεκινά μεταξύ της 3ης και 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα, υπό αυστηρή παρακολούθηση. Η αρχική δόση πρέπει να είναι χαμηλή, ειδικά σε περίπτωση φυσιολογικής ή χαμηλής αρτηριακής πίεσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλες θεραπείες (θρομβολυτικά, β-αποκλειστές, ακετυλοσαλικυλικό οξύ).
-
Ασθενείς με Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτη τύπου ΙΔόση75-100 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσειςΑν απαιτείται περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης, μπορούν να συγχορηγηθούν επιπρόσθετα αντιυπερτασικά.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση6,25 mg δύο φορές ημερησίως (αρχική)Θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο έναρξης με χαμηλότερη δόση λόγω πιθανής μειωμένης νεφρικής λειτουργίας ή δυσλειτουργίας άλλων οργάνων (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης και να διατηρείται στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα.
-
Παιδιά και έφηβοιΔόσηΠερίπου 0,3 mg/kg σωματικού βάρους (αρχική)Η αποτελεσματικότητα και ασφάλεια δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως. Η χορήγηση πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Γενικά χορηγείται 3 φορές ημερησίως, αλλά η δόση και τα διαστήματα εξατομικεύονται.
-
Παιδιά και έφηβοι με νεφρική δυσλειτουργία, πρόωρα βρέφη, νεογέννητα και βρέφηΔόση0,15 mg καπτοπρίλης/kg σωματικού βάρους (αρχική)Απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις λόγω μη ίδιας νεφρικής λειτουργίας με μεγαλύτερα παιδιά/ενήλικες.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας στην καπτοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου ή σε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειονευρωτικού οιδήματος που συνδέεται με προηγούμενη αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ.
-
Κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης
-
Γαλουχία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΜη επιπλεγμένοι υπερτασικοί ασθενείςΣπάνια παρατηρείται
-
Συμπτωματική υπότασηΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς που έχουν υποστεί μείωση όγκου ή/και νατρίου λόγω εντατικής αγωγής με διουρητικά, απαγόρευσης της χρήσης άλατος στη διατροφή τους, διάρροιας, έμετου ή αιμοκάθαρσηςΗ μείωση όγκου ή/και νατρίου πρέπει να διορθωθεί πριν τη χορήγηση ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενώ πρέπει να εξετάζεται η έναρξη της αγωγής με χαμηλότερη δόση.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΥψηλότερος κίνδυνος υπότασης και συνιστάται η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με αναστολέα ΜΕΑ με χαμηλότερη αρχική δόση. Πρέπει να δίνεται προσοχή κάθε φορά που αυξάνεται η δόση της καπτοπρίλης ή του διουρητικού.
-
Υπερβολική μείωση αρτηριακής πίεσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή ή αγγειακή εγκεφαλική νόμοΜπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Εάν παρουσιασθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Μπορεί να απαιτηθεί αποκατάσταση του όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού.
-
Υπόταση και νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας του μόνου λειτουργούντος νεφρούΘεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη με χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοποίηση.
-
Έκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 40 ml/minΗ αρχική δόση της καπτοπρίλης πρέπει να αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με την τιμή της κάθαρσης κρεατινίνης του ασθενή (βλ. Δοσολογία) και στη συνέχεια ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή στην αγωγή.
-
ΑγγειοοίδημαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΣε περίπτωση αγγειοοιδήματος, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Ο ασθενής θα πρέπει να νοσηλευτεί και να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 ως 24 ώρες και να μην εξέλθει του νοσοκομείου μέχρι την πλήρη λύση των συμπτωμάτων.
-
ΒήχαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΜη παραγωγικός, επίμονος και σταματά μετά την διακοπή της αγωγής.
-
Σύνδρομο με χολοστατικό ίκτερο και κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, οι οποίοι αναπτύσσουν ίκτερο ή εμφανίζουν αξιοσημείωτες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμωνΠρέπει να διακόπτουν την αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ και να λαμβάνουν την αντίστοιχη ιατρική μέριμνα.
-
ΥπερκαλιαιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, ή εκείνοι που λαμβάνουν συνοδό αγωγή με διουρητικά που κατακρατούν κάλιο, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή εκείνοι οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που συνδέονται με αυξήσεις του καλίου ορού (π.χ. ηπαρίνη).Αν ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται κατάλληλη.
-
Συνδυασμός με λίθιοΔεν συνιστάται (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σημαντική στένωση των βαλβίδων της αριστερής κοιλίας και του χώρου εξόδου αυτήςΘα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή.
-
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθειααντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιογενές σοκ και αιμοδυναμικώς σημαντική απόφραξηΘα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Ουδετεροπενία / Ακοκκιοκυτταραιμία, Θρομβοκυτταροπενία, ΑναιμίαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης και της καπτοπρίλης.
-
ΟυδετεροπενίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή κάποιο συνδυασμό των παραγόντων αυτών, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας.Η καπτοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή.
-
ΛοίμωξηΠληθυσμόςΑσθενείς σε αγωγή με καπτοπρίληΘα πρέπει να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό), και να διενεργηθεί μέτρηση του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων. Η καπτοπρίλη και οι άλλες συνοδές αγωγές (βλ. Αλληλεπιδράσεις) πρέπει να διακόπτονται σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας ουδετεροπενίας (αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1000/mm3).
-
ΠρωτεϊνουρίαΠληθυσμόςΑσθενείς με υπάρχουσα έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή με σχετικά υψηλές δόσεις αναστολέων ΜΕΑ.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης με ιό υμενόπτερων.Πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αιμοκάθαρση υψηλής ροής/έκθεση σε αφαίρεση λιποπρωτεΐνης με μεμβράνηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες διήθησης ή που υφίστανται αφαίρεση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεΐνης με απορρόφηση με θειϊκή δεξτράνη.Πρέπει να χρησιμοποιείται ένας διαφορετικός τύπος αιμοκάθαρσης ή να χορηγείται διαφορετική κατηγορία φαρμάκων.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά την αγωγή με αναισθητικούς παράγοντες, για τους οποίους είναι γνωστό ότι ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση.Σε περίπτωση υπότασης, αυτό μπορεί να διορθωθεί με διαστολή του όγκου.
-
Επίπεδα γλυκόζηςΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που έχουν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με ένα από του στόματος αντιδιαβητικό φάρμακο ή με ινσουλίνηΠρέπει να παρακολουθούνται στενά, κυρίως κατά τον πρώτο μήνα της θεραπευτικής αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑ.
-
Χορήγηση ΛακτόζηςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με συγγενή γαλακτοζαιμία, δυσαπορρόφηση της γλυκόζης και της γαλακτόζης ή επί παρουσίας συνδρόμων ανεπάρκειας της λακτάσης.Δε θα πρέπει να χορηγείται.
-
Αποτελεσματικότητα (μείωση αρτηριακής πίεσης)ΠληθυσμόςΜαύροι ασθενείςΠροφανώς είναι λιγότερο αποτελεσματική από ότι στους μη μαύρους, πιθανόν επειδή στους μαύρους υπερτασικούς ασθενείς υπάρχουν υψηλά ποσοστά χαμηλής ρενίνης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοπροστευτικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη) ή συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΑυξημένες τιμές καλίου ορούΣύστασηΧορήγηση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού, αν ενδείκνυται λόγω υποκαλιαιμίας.
-
Διουρητικά (θεαζιδικά διουρητικά ή διουρητικά αγκύλης)προσοχήΜείωση όγκου και κίνδυνος υπότασης κατά την έναρξη θεραπείας με καπτοπρίληΣύστασηΟι υποτασικές δράσεις μπορεί να ελαττωθούν με διακοπή του διουρητικού, με αύξηση του όγκου ή της πρόσληψης άλατος ή με έναρξη της θεραπείας με χαμηλή δόση καπτοπρίλης.
-
Άλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (βήτα-αποκλειστές, αποκλειστές διαύλων ασβεστίου)παρακολούθησηΑύξηση της υποτασικής δράσης της καπτοπρίλης
-
Νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακαπροσοχήΕνδεχόμενη ενίσχυση υποτασικής δράσηςΣύστασηΗ αγωγή θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, βήτα-αποκλειστές και/ή νιτρώδη (σε έμφραγμα του μυοκαρδίου)παρακολούθησηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με ασφάλεια
-
αντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις του λιθίου ορού και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας με ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικού διουρητικού.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/ΑντιψυχωτικάπαρακολούθησηΕνίσχυση υποτασικής δράσης, ορθοστατική υπόταση.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία, ιδιαίτερα σε υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (ΜΣΑΦ)προσοχήΠροσθετική αύξηση καλίου ορού, μείωση νεφρικής λειτουργίας (πιθανή οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε διαταραγμένη νεφρική λειτουργία), μείωση αντιυπερτασικών δράσεων των αναστολέων ΜΕΑ.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπαρακολούθησηΜείωση των αντιυπερτασικών δράσεων των αναστολέων ΜΕΑ.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες)προσοχήΕνίσχυση της δράσης τους ως προς τη μείωση της γλυκόζης του αίματος.ΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτταροπενία
- Θρομβοκυτταροπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Ηωσινοφιλία
- Αναιμία (περιλαμβανομένης της απλαστικής και της αιμολυτικής αναιμίας)
- Αυτοάνοσα νοσήματα
- Θετικός τίτλος ΑΝΑ
- Ανορεξία
- Υπερκαλιαιμία
- Υπογλυκαιμία
- Διαταραχές του ύπνου
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Αλλοίωση γεύσης
- Ζάλη
- Νυσταγμός
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησίες
- Αγγειοεγκεφαλικά επεισόδια (περιλαμβανομένης της εγκεφαλικής αποπληξίας και συγκοπτικό επεισόδιο)
- Θάμβος όρασης
- Ταχυκαρδία ή ταχυαρρυθμία
- Καρδιακή προσβολή
- Καρδιογενές σοκ
- Στηθάγχη
- Αίσθημα παλμών
- Υπόταση
- Σύνδρομο Raynaud
- Ωχρότητα
- Ερύθημα
- Εξανθήματα
- Αλωπεκία
- Αγγειοοίδημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Πολύμορφο ερύθημα
- Φωτοευαισθησία
- Ερυθροδερμία
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Ξηρός, ερεθιστικός (μη παραγωγικός) βήχας
- Αλλεργική κυψελίτιδα/ηωσινοφιλική πνευμονία
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Ρινίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Ερεθισμός στομάχου
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Γλωσσίτιδα
- Παγκρεατίτιδα
- Στοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσεις
- Έλκος του πεπτικού
- Μειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)
- Ηπατίτιδα (συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσης)
- Αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης
- Κνησμός με ή χωρίς εξάνθημα
- Πεμφιγοειδείς αντιδράσεις
- Μυαλγία
- Αρθραλγία
- Διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης και νεφρικής ανεπάρκειας)
- Πολυουρία
- Ολιγουρία
- Αυξημένη συχνότητα ούρησης
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Πρωτεϊνουρία
- Αύξηση ουρίας
- Αύξηση κρεατινίνης ορού
- Ανικανότητα
- Γυναικομαστία
- Πόνος στο στήθος
- Αίσθημα κόπωσης
- Αδιαθεσία
- Πυρετός
- Αύξηση των τιμών καλίου ορού
- Μείωση των τιμών νατρίου ορού
- Μειώσεις της αιμοσφαιρίνης
- Μειώσεις του αιματοκρίτη
- Μειώσεις των λευκών αιμοσφαιρίων
- Μειώσεις των θρομβοκυττάρων
- Θετικός τίτλος ΑΝΑ
- Αυξημένη ταχύτητα καθιζήσεως
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κόπωσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνος στο στήθοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο RaynaudΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΤαχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΩχρότηταΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης νεφρικής ανεπάρκειας)Νεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΝυσταγμόςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟλιγουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίεςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσειςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΈλκος του πεπτικούΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοεγκεφαλικά επεισόδιαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική κυψελίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμία (απλαστική και αιμολυτική)Αίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές χολερυθρίνηςΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθιζήσεωςΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοάνοσα νοσήματαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση κρεατινίνης ορούΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση ουρίαςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση των τιμών καλίου ορούΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλική αποπληξίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΕρυθροδερμίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδα (περιλαμβανομένης και νέκρωσης)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΘετικός τίτλος ΑΝΑΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΘετικός τίτλος ΑΝΑΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή προσβολήΚαρδιακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιογενές σοκΚαρδιακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση των τιμών νατρίου ορούΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη ηπατική λειτουργίαΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις της αιμοσφαιρίνηςΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις του αιματοκρίτηΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των θρομβοκυττάρωνΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των λευκών αιμοσφαιρίωνΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠεμφιγοειδείς αντιδράσειςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠυρετόςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπτικό επεισόδιοΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΧολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό
-
ΣυνήθειςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυνήθειςΕξανθήματαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΕρεθισμός στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΖάληΝευρικό
-
ΣυνήθειςΚνησμός με ή χωρίς εξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΞηρός, ερεθιστικός (μη παραγωγικός) βήχαςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
Κύησηδεν ενδείκνυταικατά το 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Όταν προγραμματίζεται ή διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει όσο το δυνατόν συντομότερα να χρησιμοποιείται εναλλακτική θεραπεία. Δεν έχουν γίνει ελεγχόμενες μελέτες σε ανθρώπους, αλλά περιορισμένος αριθμός περιπτώσεων έκθεσης κατά το πρώτο τρίμηνο, δεν έχουν δείξει γενετικές ανωμαλίες.
-
Κύησηαντενδείκνυταικατά το 2ο και 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Είναι γνωστό ότι παρατεταμένη έκθεση σε καπτοπρίλη κατά το 2ο και 3ο τρίμηνο προκαλεί τοξικότητα στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ανεπαρκής ποσότητα αμνιακού υγρού, καθυστέρηση κρανιακής οστέωσης) και στα νεογέννητα (βρεφική νεφρική αναπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
Γαλουχίααντενδείκνυταικατά την περίοδο του θηλασμού.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- σοβαρή υπόταση
- καταπληξία
- λήθαργος
- βραδυκαρδία
- διαταραχές των ηλεκτρολυτών
- νεφρική ανεπάρκεια
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Μηχανισμός δράσης
Η καπτοπρίλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ). Οι ωφέλιμες επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ φαίνεται ότι προκύπτουν πρωτευόντως από την καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης του πλάσματος. Η ρενίνη είναι ένα ενδογενές ένζυμο που συντίθεται από τους νεφρούς και απελευθερώνεται στην κυκλοφορία, όπου μετατρέπει το αγγειοτασινογόνο σε αγγειοτασίνη Ι, ένα σχετικά ανενεργό δεκαπεπτίδιο. Στη συνέχεια, η αγγειοτασίνη Ι μετατρέπεται από το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης μια πεπτιδυλοδιπεπτιδάση, σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Η αγγειοτασίνη ΙΙ είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσταλτικός παράγοντας υπεύθυνος για την αρτηριακή αγγειοσυστολή και την αύξηση της αρτηριακής πίεσης, όπως επίσης και για την ενεργοποίηση των επινεφριδίων προς έκκριση αλδοστερόνης. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτασίνης ΙΙ του πλάσματος, η οποία οδηγεί σε αγγειοδιασταλτική δράση και σε μείωση της έκκρισης της αλδοστερόνης. Παρότι η τελευταία μείωση είναι μικρή, μικρές αυξήσεις των συγκεντρώσεων του καλίου ορού με απώλεια νατρίου και υγρών μπορούν να συμβούν. Η διακοπή της αρνητικής ανατροφοδοσίας της αγγειοτασίνης ΙΙ επί της έκκρισης της ρενίνης έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της δραστικότητας της ρενίνης του πλάσματος. Μια άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι η καταστολή της βιομετατροπής της της βραδυκινίνης σε ανενεργούς μεταβολίτες. Ως εκ τούτου, η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη δραστικότητα του κυκλοφορούντος και τοπικού συστήματος καλλικρεϊνης - κινίνης, το οποίο συνεισφέρει στην περιφερική αγγειοδιαστολή ενεργοποιώντας το σύστημα της προσταγλανδίνης. Είναι πιθανό αυτός ο μηχανισμός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ και να είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αυτής της κατηγορίας φαρμάκων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μέγιστες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης συνήθως συμβαίνουν 60 ως 90 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση μιας δόσης καπτοπρίλης. Η διάρκεια της δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική. Έτσι, για την επίτευξη των μέγιστων θεραπευτικών οφελών, μπορεί να απαιτηθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής. Οι δράσεις της καπτοπρίλης και των θειαζιδικού τύπου διουρητικών στη μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι προσθετικές. Σε ασθενείς με υπέρταση, η καπτοπρίλη προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση, χωρίς πρόκληση οποιασδήποτε αντίρροπης αύξησης επί της καρδιακής συχνότητας, ούτε κατακράτηση νερού ή νατρίου. Σε αιμοδυναμικές εξετάσεις, η καπτοπρίλη προκάλεσε μια αξιοσημείωτη ελάττωση των περιφερικών αρτηριακών αντιστάσεων. Γενικά, δεν υπήρξαν κλινικά συναφείς μεταβολές της νεφρικής ροής πλάσματος ή του ρυθμού σπειραματικής διήθησης. Στους περισσότερους ασθενείς, η αντιυπερτασική δράση ξεκινά περίπου 15 ως 30 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση της καπτοπρίλης. Η μέγιστη δράση επιτεύχθηκε μετά από 60 ως 90 λεπτά. Η μέγιστη ελάττωση της αρτηριακής πίεσης μιας προσδιορισμένης δόσης καπτοπρίλης ήταν γενικά ορατή μετά από 3 ή 4 εβδομάδες. Με τη συνιστώμενη ημερήσια δόση, η αντιυπερτασική δράση διατηρείται ακόμη και με μακροχρόνια αγωγή. Η παροδική διακοπή της αγωγής με καπτοπρίλη δεν προκαλεί οποιαδήποτε γρήγορη, υπερβολική αύξηση της αρτηριακής πίεσης (φαινόμενο rebound). H θεραπευτική αντιμετώπιση της υπέρτασης με την καπτοπρίλη οδηγεί σε μείωση της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας. Αιμοδυναμικές εξετάσεις σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έδειξαν ότι η καπτοπρίλη προκάλεσε μείωση των περιφερικών συστηματικών αντιστάσεων και αύξηση της φλεβικής χωρητικότητας. Αυτό προκάλεσε μείωση του προφορτίου και μεταφορτίου της καρδιάς (μείωση της πίεσης πλήρωσης της κοιλίας). Επιπρόσθετα, με την αγωγή με καπτοπρίλη έχει παρατηρηθεί αύξηση του ανά λεπτό όγκου αίματος, του δείκτη εργασίας και της ικανότητας για άσκηση. Σε μία μεγάλη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας (LVEF ≤ 40%) μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, φάνηκε ότι η καπτοπρίλη (η χορήγηση της οποίας άρχισε μεταξύ της 3ης και της 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα) επιμήκυνε το χρόνο επιβίωσης και ελάττωσε την καρδιαγγειακή θνησιμότητα. Το τελευταίο έγινε προφανές από την καθυστέρηση ανάπτυξης συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας και τη μείωση της ανάγκης νοσηλείας λόγω καρδιακής ανεπάρκειας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Υπήρξε επίσης μείωση των μεταγενέστερων εμφραγμάτων, των διαδικασιών επαναγγείωσης και/ή της ανάγκης για χορήγηση επιπρόσθετης φαρμακευτικής αγωγής με διουρητικά ή/και δακτυλίτιδα ή αύξησης της δόσης τους συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Μια αναδρομική ανάλυση έδειξε ότι η καπτοπρίλη μείωσε την επανεμφάνιση εμφράγματος και τις διαδικασίες καρδιακής επαναγγείωσης (κανένα από τα ανωτέρω δεν αποτελούσαν κριτήρια - στόχους της μελέτης). Μια άλλη μεγάλη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου έδειξε ότι η καπτοπρίλη (χορηγούμενη εντός 24 ωρών από το επεισόδιο και για ένα μήνα) μείωσε σημαντικά τη συνολική θνησιμότητα μετά από 5 εβδομάδες συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η ευνοϊκή επίδραση της καπτοπρίλης επί της συνολικής θνησιμότητας εξακολουθούσε να είναι ανιχνεύσιμη μετά από ένα χρόνο. Δε βρέθηκε ένδειξη αρνητικής επίδρασης σχετιζόμενης με την πρόωρη θνησιμότητα κατά την πρώτη ημέρα. Οι καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης παρατηρούνται ανεξάρτητα από την ηλικία ή το γένος του ασθενή, τον εντοπισμό του εμφράγματος και τη συνοδό αποδεδειγμένα, αποτελεσματική, θεραπευτική αγωγή κατά τη διάρκεια της μετά το έμφραγμα περιόδου (θρομβολυτικοί παράγοντες, βήτα αποκλειστές και ακετυλοσαλικυλικό οξύ).
Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτη Τύπου Ι
Σε μια ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική, διπλά τυφλή κλινική μελέτη σε ινσουλινοεξαρτώμενους (τύπου Ι) διαβητικούς ασθενείς με πρωτεϊνουρία, με ή χωρίς υπέρταση (επιτράπηκε η ταυτόχρονη χορήγηση άλλων αντιυπερτασικών για τον έλεγχο της αρτηριακής πίεσης), η καπτοπρίλη μείωσε σημαντικά (κατά 51%) το χρόνο διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης της κρεατινίνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η συχνότητα τελικής νεφρικής ανεπάρκειας (αιμοκάθαρση, μεταμόσχευση) ή θανάτου ήταν επίσης σημαντικά μικρότερη με την καπτοπρίλη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (51%). Σε ασθενείς με διαβήτη και μικροπρωτεϊνουρία, η αγωγή με καπτοπρίλη ελάττωσε την απέκκριση της πρωτεϊνης εντός δύο ετών. Οι επιδράσεις της αγωγής με την καπτοπρίλη επί της διατήρησης της νεφρικής λειτουργίας είναι επιπλέον του οφέλους που μπορεί να έχει προκληθεί από την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.
Μηχανισμός δράσης Η καπτοπρίλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ). Οι ωφέλιμες επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ φαίνεται ότι προκύπτουν πρωτευόντως από την καταστολή του συστήματος…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Λευκά αιμοσφαίρια (WBC)
· Πριν την έναρξη, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες, και στη συνέχεια περιοδικά
Αγγειακή νόσος του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή συνδυασμός, με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία
-
Τύπος λευκών αιμοσφαιρίων
· Πριν την έναρξη, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες, και στη συνέχεια περιοδικά
Αγγειακή νόσος του κολλαγόνου, ανοσοκατασταλτική αγωγή, αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή συνδυασμός, με προϋπάρχουσα νεφρική δυσλειτουργία
-
Πρωτεΐνες ούρων
· Πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά
Προηγούμενη νεφρική νόσος
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κρεατινίνη | water_dropΝεφρική λειτουργία | Συστηματικά | Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας |
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | — | Αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικών αρτηριών ή στένωση αρτηρίας μόνου λειτουργούντος νεφρού |
| Τύπος λευκών αιμοσφαιρίων | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Σε περίπτωση σημείων λοίμωξης | Αγωγή με καπτοπρίλη |
| Κάλιο ορού (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Συστηματικά | Έκπτωση νεφρικής λειτουργίας |
| Τακτικά | Κίνδυνος υπερκαλιαιμίας και συγχορήγηση παραγόντων κινδύνου | ||
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | Στενά, κυρίως κατά τον πρώτο μήνα της θεραπευτικής αγωγής | Διαβητικοί ασθενείς σε αντιδιαβητική αγωγή |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καπτοπρίλη, ένας αναστολέας του ACE, ανταγωνίζεται τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής και της ισορροπίας ύδατος-ηλεκτρολυτών. Κατά τη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος ή όταν η αρτηριακή πίεση ή η νεφρική ροή αίματος μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του νεφρικού εγγύς σωληναρίου στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι (ATI), η οποία στη συνέχεια διασπάται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII) από το ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών:
- Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος, αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των νατριο-καλίου αντλίων ATP στις κυτταρικές μεμβράνες.
- Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπιεστίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τους νεφρούς μέσω της εισαγωγής καναλιών υδατανθράκων-2 (aquaporin-2) στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων.
- Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 (AT1R) στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή.
Επιπλέον αυτών των κύριων δράσεων, η ATII προκαλεί την απόκριση της δίψας μέσω διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου.
Οι αναστολείς του ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης που προκαλούνται από το RAAS. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδικινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδικινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδικινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις δράσεις της, προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωοθηκών. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, το Ν και το C, τα οποία προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίων. Αν και οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο Ν-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς του ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα.
Η καπτοπρίλη, ένας από τους λίγους αναστολείς του ACE που δεν είναι προφάρμακο, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με το ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η καπτοπρίλη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω των βαροϋποδοχέων. Η συγγένεια της καπτοπρίλης για το ACE είναι περίπου 30.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της ATI.
Ο τοπικός ρόλος του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS) τεκμηριώθηκε πρόσφατα παράλληλα με τις συμβατικές συστημικές λειτουργίες του. Μελέτες έδειξαν ότι η αγγειοτενσίνη ΙΙ (AngII) επηρεάζει την υγεία των οστών, ενώ η αναστολή του ACE-1 διατήρησε αυτές τις επιδράσεις. Η νεοαποκτηθείσα Ang1-7 ασκεί πολλαπλές ευεργετικές δράσεις, αντιτιθέμενες στην AngII. Έτσι, η παρούσα μελέτη εξετάζει το ρόλο της Ang1-7 στη διαμεσολάβηση των οστεοπροστατευτικών επιδράσεων των ACEI (καπτοπρίλης) μέσω του G-πρωτεϊνικού συζευγμένου υποδοχέα Mas, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο οστεοπόρωσης σε αρουραίους μετά από ωοθηκεκτομή (OVX). 8 εβδομάδες μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις, χορηγήθηκε καπτοπρίλη από το στόμα (40 mg/kg/ημέρα), ενώ ο ειδικός αναστολέας του υποδοχέα Mas (A-779) χορηγήθηκε με ρυθμό έγχυσης 400 ng/kg/1 λεπτό για 6 εβδομάδες. Μετρήθηκαν δείκτες οστικού μεταβολισμού στον ορό και τα ούρα. Οι συγκεντρώσεις των μετάλλων ποσοτικοποιήθηκαν στον ορό, τα ούρα και τα μηριαία οστά με φασματοσκοπία μάζας επαγωγικά συζευγμένου πλάσματος (ICP-MS). Η τραβηκτική και φλοιώδης μορφομετρία αναλύθηκε στα δεξιά περιφερικά μηριαία οστά με μικρο-CT. Τέλος, προσδιορίστηκαν η έκφραση των πεπτιδίων, των ενζύμων και των υποδοχέων του RAS, μαζί με τον υποδοχέα ενεργοποιητή του NF-kappaB ligand (RANKL) και την οστεοπροτεγκερίνη (OPG) στις κεφαλές του μηριαίου οστού. Τα ζώα OVX έδειξαν σημαντικά αλλοιωμένο οστικό μεταβολισμό και ορυκτοποίηση, καθώς και διαταραγμένη μικροδομή των οστών. Η καπτοπρίλη αποκατέστησε σημαντικά τους βιοδείκτες οστικού μεταβολισμού και διόρθωσε τις τιμές Ca2+ και P στα ούρα και τα οστά των αρουραίων με έλλειψη οιστρογόνων. Επιπλέον, τα τραβηκτικά και φλοιώδη μορφομετρικά χαρακτηριστικά αποκαταστάθηκαν από την καπτοπρίλη στις ομάδες OVX. Η καπτοπρίλη βελτίωσε επίσης την έκφραση των ACE-2, Ang1-7, Mas και OPG, ενώ εξάλειψε την επαγόμενη από OVX αύξηση της έκφρασης των ACE-1, AngII, υποδοχέα τύπου Ang 1 (AT1R) και RANKL. Η αναστολή της αλληλουχίας Ang1-7 από το A-779 εξάλειψε σημαντικά τις προστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης στον οστικό μεταβολισμό, την ορυκτοποίηση και τη μικροδομή. Το A-779 ανέστρεψε επίσης τις επιδράσεις OVX στην έκφραση του RANKL και την αλληλουχία ACE-1/AngII/AT1R και μείωσε την έκφραση OPG και την οδό ACE-2/Ang1-7/Mas. Σύμφωνα με τις κλινικές παρατηρήσεις των οστεοπροστατευτικών ιδιοτήτων μετά την αναστολή του ACE-1, η τοπική ενεργοποίηση της σηματοδότησης ACE-2/Ang1-7/Mas και η καταστολή της οστεοκλαστογένεσης φαίνεται να είναι υπεύθυνες για την οστεοπροστατευτική δράση της καπτοπρίλης, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει δυνητική θεραπευτική αξία στη θεραπεία καταστροφικών οστικών και μυοσκελετικών παθήσεων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: 60-75% σε νηστικούς ασθενείς· τροφή μειώνει την απορρόφηση κατά 25-40% (ορισμένες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι αυτό δεν είναι κλινικά σημαντικό).
- Μεταβολισμός & Απέκκριση: Το φάρμακο /καπτοπρίλη/ μεταβολίζεται και απεκκρίνεται νεφρικά. Πάνω από 95% της δόσης απεκκρίνεται νεφρικά, τόσο ως αμετάβλητο φάρμακο (45-50%) όσο και ως μεταβολίτες.
- Σε σκύλους: Περίπου 75% μιας από του στόματος δόσης απορροφάται, αλλά η τροφή στο γαστρεντερικό σωλήνα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30-40%. Κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς (όχι στο ΚΝΣ) και δεσμεύεται κατά 40% σε πρωτεΐνες πλάσματος σε σκύλους.
- Σε ανθρώπους: Περίπου 60-75% μιας από του στόματος δόσης καπτοπρίλης απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές ή υπερτασικούς ασθενείς. Η τροφή μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της καπτοπρίλης έως και 25-40%, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η επίδραση δεν είναι κλινικά σημαντική. Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg καπτοπρίλης από το στόμα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές σε μία μελέτη, επιτεύχθηκαν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις φαρμάκου στο αίμα 800 ng/mL εντός 1 ώρας.
- /ΓΑΛΑ/: Οι συγκεντρώσεις καπτοπρίλης στο μητρικό γάλα είναι περίπου το 1% αυτών στο μητρικό αίμα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για την Καπτοπρίλη (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
25-30% δεσμεύεται σε πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι ο δισουλφιδικός εστέρας καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Οι μεταβολίτες μπορεί να υποστούν αναστρέψιμη αλληλομετατροπή.
Περίπου το ήμισυ της απορροφούμενης δόσης καπτοπρίλης μεταβολίζεται ταχέως, κυρίως σε δισουλφιδικό εστέρα καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι η καπτοπρίλη και οι μεταβολίτες της μπορεί να υποστούν αναστρέψιμες αλληλομετατροπές. Έχει προταθεί ότι το φάρμακο μπορεί να μεταβολίζεται εκτενέστερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία παρά σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Σε ανθρώπους: 2 ώρες
- Σε ασθενή: Ένας 43χρονος ασθενής με ήπια καρδιακή ανεπάρκεια αποπειράθηκε αυτοκτονία καταπίνοντας μεταξύ 5000 και 7500 mg καπτοπρίλης. Η αρτηριακή πίεση κυμαινόταν γύρω στα 100-120/50-75 mm Hg και ο καρδιακός ρυθμός δεν έδειχνε τάση επιτάχυνσης (75-100/min)… Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης ήταν 4,4 ώρες…
- Σε σκύλους: Ο χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης είναι περίπου 2,8 ώρες σε σκύλους…
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αμετάβλητης καπτοπρίλης φαίνεται να είναι μικρότερος από 2 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της καπτοπρίλης και των μεταβολιτών της συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης και αυξάνεται σε περίπου 20-40 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 20 mL/λεπτό και έως και 6,5 ημέρες σε ανουρικά ασθενή.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
9G64RSX1XD
CAPTOPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Η καπτοπρίλη είναι ένας Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της καπτοπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης.
CAPTOPRIL
Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [MoA]· Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς ΜΕΑ
απαιτείται αργή απόσυρση
⚠ Συνδέονται συνήθως με ανεπιθύμητες ενέργειες εάν διακοπούν απότομα.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.