CAPTOPRIL
Καπτοπρίλη
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι: Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NORMOLOSE
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τα γεύματα
- Δόση έναρξης: 25-50 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσεις (για υπέρταση)
- Τιτλοποίηση: Σταδιακή αύξηση με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
ΥπέρτασηΔόση25-50 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσειςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων, μέχρι 100-150 mg ημερησίως σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Ένα δοσολογικό σχήμα μία φορά την ημέρα μπορεί να είναι κατάλληλο όταν προστίθεται συνοδό αντιυπερτασικό φάρμακο. Σε ασθενείς με ισχυρά ενεργό σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ελαττωμένος όγκος αίματος, νεφραγγειακή υπέρταση, ανεπαρκής καρδιακή αντιρρόπηση) προτιμητέα η έναρξη με 6,25 mg ή 12,5 mg, υπό στενή ιατρική επίβλεψη, σε δύο δόσεις ημερησίως. Δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι 50 mg ημερησίως (μία ή δύο δόσεις) και, αν είναι απαραίτητο, 100 mg ημερησίως (μία ή δύο δόσεις).
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΔόση6,25 mg - 12,5 mg δύο ή τρεις φορές ημερησίωςΗ θεραπεία θα ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Δόση συντήρησης 75-150 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις. Μέγιστο όριο 150 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων.
-
΄Εμφραγμα του μυοκαρδίου - Βραχυχρόνια αγωγήΔόσηΔόση δοκιμή 6,25 mg, ακολουθούμενη από 12,5 mg 2 ώρες μετά και 25 mg 12 ώρες αργότερα. Από την επόμενη ημέρα: 100 mg ημερησίως σε δύο χορηγήσεις για 4 εβδομάδες.Η αγωγή θα ξεκινά στο νοσοκομείο όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μετά την εμφάνιση των σημείων ή/και των συμπτωμάτων σε ασθενείς με σταθερές αιμοδυναμικές παραμέτρους.
-
΄Εμφραγμα του μυοκαρδίου - Χρόνια αγωγήΔόση6,25 mg, ακολουθούμενη από 12,5 mg 3 φορές ημερησίως για 2 ημέρες, και στη συνέχεια 25 mg 3 φορές ημερησίως.Προτείνεται η έναρξη μεταξύ της 3ης και της 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα, όταν θα έχουν επιτευχθεί οι αναγκαίες θεραπευτικές καταστάσεις. Η θεραπευτική αγωγή θα ξεκινήσει στο νοσοκομείο υπό αυστηρή παρακολούθηση μέχρι τη δόση των 75 mg. Συνιστώμενη δοσολογία για αποτελεσματική καρδιοπροστασία: 75 ως 150 mg ημερησίως σε 2 ή 3 δόσεις. Δόση σταθερής κατάστασης της καπτοπρίλης.
-
Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτου τύπου ΙΔόση75-100 mg σε διαιρεμένες δόσειςΜπορούν να συγχορηγηθούν επιπρόσθετοι αντιυπερτασικοί παράγοντες.
-
΄Εκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΔόσηΑνάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης: > 40 ml/min/1,73 m 2 : 25-50 mg ημερησίως 21-40 ml/min/1,73 m 2 : 25 mg ημερησίως 10-20 ml/min/1,73 m 2 : 12,5 mg ημερησίως < 10 ml/min/1,73 m 2 : 6,25 mg ημερησίωςΜέγ. δόσηΑνάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης: > 40 ml/min/1,73 m 2 : 150 mg ημερησίως 21-40 ml/min/1,73 m 2 : 100 mg ημερησίως 10-20 ml/min/1,73 m 2 : 75 mg ημερησίως < 10 ml/min/1,73 m 2 : 37,5 mg ημερησίωςΗ δοσολογία θα πρέπει να ελαττώνεται ή τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων να αυξάνονται. Προτιμάται διουρητικό αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη) έναντι θειαζιδικού τύπου διουρητικού σε σοβαρή έκπτωση νεφρικής λειτουργίας.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση6,25mg δύο φορές ημερησίωςΧαμηλότερη δόση έναρξης, ειδικά σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία ή δυσλειτουργία άλλων οργάνων. Η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
-
Παιδιά και έφηβοιΔόσηπερίπου 0,3 mg/kg σωματικού βάρουςΗ χορήγηση θα πρέπει να ξεκινά από στενή ιατρική επίβλεψη. Σε ασθενείς για τους οποίους απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις (παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία, πρόωρα βρέφη, νεογέννητα και βρέφη) η δόση έναρξης είναι 0,15 mg/kg. Γενικά, χορηγείται 3 φορές ημερησίως, αλλά η δόση και τα διαστήματα πρέπει να εξατομικεύονται.
block
SPC-NORMOLOSE
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Ιστορικό υπερευαισθησίας στην καπτοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου ή σε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειονευρωτικού οιδήματος που συνδέεται με προηγούμενη αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ.
-
Κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνηςΠληθυσμόςέγκυες γυναίκες
-
ΓαλουχίαΠληθυσμόςγυναίκες που θηλάζουν
warning
SPC-NORMOLOSE
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΥπότασηΠληθυσμόςμη επιπλεγμένοι υπερτασικοί ασθενείςΗ μείωση όγκου ή / και νατρίου πρέπει να διορθωθεί πριν τη χορήγηση, ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενώ πρέπει να εξετάζεται η έναρξη της αγωγής με χαμηλότερη δόση. Εάν παρουσιασθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Μπορεί να απαιτηθεί αποκατάσταση του όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειασυνιστάται η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με αναστολέα ΜΕΑ με χαμηλότερη αρχική δόση. Πρέπει να δίνεται προσοχή κάθε φορά που αυξάνεται η δόση της καπτοπρίλης ή του διουρητικού.
-
Υπότασηαυξάνει τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίουΠληθυσμόςασθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηαυξημένος κίνδυνος υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειαςΠληθυσμόςασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας του μόνου λειτουργούντος νεφρούη θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη με χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοποίηση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
΄Εκπτωση της νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςσε περιπτώσεις έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 40 ml /min)η αρχική δόση της καπτοπρίλης πρέπει να αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με την τιμή της κάθαρσης κρεατινίνης του ασθενή (βλέπε 4.2), και στη συνέχεια ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή στην αγωγή.
-
Αγγειοοίδημασοβαρόη αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Το αγγειοοίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα μπορεί να είναι μοιραίο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αγωγή. Ο ασθενής θα πρέπει να νοσηλευτεί και να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 ως 24 ώρες και να μην εξέλθει του νοσοκομείου μέχρι την πλήρη λύση των συμπτωμάτων.
-
Βήχαςμη παραγωγικός, επίμονος και σταματά μετά τη διακοπή της αγωγής
-
Ηπατική ανεπάρκειασπάνια σύνδρομο που ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (ορισμένες φορές) σε θάνατοΟι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, οι οποίοι αναπτύσσουν ίκτερο ή εμφανίζουν αξιοσημείωτες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, πρέπει να διακόπτουν την αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ και να λαμβάνουν την αντίστοιχη ιατρική μέριμνα.
-
ΥπερκαλιαιμίαΑν ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται κατάλληλη, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των τιμών του καλίου ορού.
-
Λίθιοο συνδυασμός λιθίου και καπτοπρίλης δεν συνιστάται (βλέπε 4.5).
-
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθειαοι αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με σημαντική στένωση των βαλβίδων της αριστερής κοιλίας και του χώρου εξόδου αυτής και να αποφεύγονται σε περιπτώσεις καρδιογενούς σοκ και αιμοδυναμικώς σημαντικής απόφραξης.
-
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμίασπάνια συμβαίνει ουδετεροπενία σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή δίχως άλλους παράγοντες που δύνανται να δημιουργήσουν επιπλοκές. Ορισμένοι από τους ασθενείς αυτούς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες δεν ανταποκρίθηκαν στη χορήγηση εντατικής αντιβιοτικής αγωγής.Πληθυσμόςασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή κάποιο συνδυασμό των παραγόντων αυτών, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίαςΗ καπτοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή. Σε περίπτωση χορήγησης της καπτοπρίλης στους ασθενείς αυτούς, συνιστάται η διενέργεια μέτρησης του αριθμού και του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος πριν την έναρξη της αγωγής, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες της αγωγής με καπτοπρίλη και στη συνέχεια περιοδικά. Κατά τη διάρκεια της αγωγής, οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες να αναφέρουν οποιοδήποετε σημείο λοίμωξης παρατηρήσουν (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό), και στη συνέχεια να διενεργηθεί μέτρηση του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων. Η καπτοπρίλη και οι άλλες συνοδές αγωγές (βλέπε 4.5) πρέπει να διακόπτονται σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας ουδετεροπενίας (αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1000/mm ).
-
Πρωτεϊνουρίαποσότητα ολικών πρωτεϊνών ούρων μεγαλύτερης από 1 g ανά ημέρα παρατηρήθηκε σε περίπου 0,7% των ασθενών. Νεφρωσικό σύνδρομο συνέβη περίπου στο ένα πέμπτο των πρωτεϊνουρικών ασθενών. Σπάνια σημειώθηκε μεταβολη των παραμέτρων της νεφρικής λειτουργίας, όπως η BUN και η κρεατινίνη.Πληθυσμόςασθενείς με υπάρχουσα έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή με σχετικά υψηλές δόσεις αναστολέων ΜΕΑΑσθενείς με προηγούμενη νεφρική νόσο πρέπει να υποβάλλονται σε μέτρηση των πρωτεϊνών στα ούρα (στα πρώτα πρωινά ούρα) πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησησπάνια έχουν αναφερθεί παρατεταμένες, απειλητικές για τη ζωήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης με ιό υμενόπτερωνπρέπει να δίνεται προσοχή.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αιμοκάθαρση υψηλής ροής/έκθεση σε αφαίρεση λιποπρωτεϊνης με μεμβράνηΠληθυσμόςασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες διήθησης ή που υφίστανται αφαίρεση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνης με απορρόφηση με θειική δεξτράνηπρέπει να χρησιμοποιείται ένας διαφορετικός τύπος αιμοκάθαρσης ή αν χορηγείται διαφορετική κατηγορία φαρμάκων.
-
Χειρουργική/ΑναισθησίαΣε περίπτωση υπότασης, αυτό μπορεί να διορθωθεί με διαστολή του όγκου.
-
Διαβητικοί ασθενείςτα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε διαβητικούς ασθενείς που έχουν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με ένα από του στόματος αντιδιαβητικό φάρμακο ή με ινσουλίνη, κυρίως κατά το πρώτο μήνα της θεραπευτικής αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑ.
-
Λακτόζητο NORMOLOSE περιέχει λακτόζη, ως εκ τούτου δε θα πρέπει να χορηγείται σε περιπτώσεις συγγενούς γαλακτοζαιμίας, δυσανπορρόφησης της γλυκόζης και της γαλακτόζης ή επί παρουσίας συνδρόμων ανεπάρκειας της λακτάσης (σπάνιες μεταβολικές νόσοι).
-
Εθνικές διαφορέςπροφανώς είναι λιγότερο αποτελεσματική στο να μειώνει την αρτηριακή πίεση, πιθανόν επειδή στους μαύρους υπερτασικούς ασθενείς υπάρχουν υψηλά ποσοστά χαμηλής ρενίνης.Πληθυσμόςμαύροι ασθενείς
swap_horiz
SPC-NORMOLOSE
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καλιοπροστευτικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίουΠροσοχήΑυξημένες τιμές καλίου ορού.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή και συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού.
-
Διουρητικά (θεαζιδικά διουρητικά ή διουρητικά αγκύλης)ΠροσοχήΜείωση όγκου και κίνδυνος υπότασης κατά την έναρξη θεραπείας.ΣύστασηΟι υποτασικές δράσεις μπορεί να ελαττωθούν με διακοπή του διουρητικού, αύξηση όγκου/πρόσληψης άλατος ή έναρξη με χαμηλή δόση καπτοπρίλης. Δεν αναφέρθηκαν κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις με υδροχλωροθειαζίδη ή φουροσεμίδη.
-
΄Αλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες (π.χ. βήτα-αποκλειστές, μακράς δράσης αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου)ΠαρακολούθησηΜπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση της καπτοπρίλης.
-
Νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακαΠροσοχήΑυξημένη υποτασική δράση.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικοί, βήτα - αποκλειστές και / ή νιτρώδηΠαρακολούθησηΣυμπαθής χορήγηση σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου.
-
ΑντένδειξηΑναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις του λιθίου ορού και τοξικότητα.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν απαραίτητος ο συνδυασμός, απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/ΑντιψυχωτικάΠροσοχήΕνίσχυση της υποτασικής δράσης. Ορθοστατική υπόταση.
-
ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος για λευκοπενία, ιδιαίτερα σε δόσεις υψηλότερες από τις συνιστώμενες.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (NSAIDs)ΠροσοχήΑύξηση τιμών καλίου ορού, μείωση νεφρικής λειτουργίας (γενικά αναστρέψιμες). Σπάνια οξεία νεφρική ανεπάρκεια. Μείωση των αντιυπερτασικών δράσεων.
-
ΣυμπαθητικομιμητικάΠαρακολούθησηΜείωση των αντιυπερτασικών δράσεων.ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
Αντιδιαβητικά (ινσουλίνη, σουλφονυλουρίες)ΠροσοχήΕνίσχυση της δράσης ως προς τη μείωση της γλυκόζης του αίματος.ΣύστασηΜπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
sick
SPC-NORMOLOSE
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία
- πανκυτταροπενία
- αναιμία (περιλαμβανομένης της απλαστικής και της αιμολυτικής αναιμίας)
- θρομβοκυτταροπενία
- λεμφαδενοπάθεια
- ηωσινοφιλία
- αυτοάνοσα νοσήματα και/ή θετικός τίτλος ΑΝΑ
- ανορεξία
- υπερκαλιαιμία
- υπογλυκαιμία
- διαταραχές του ύπνου
- σύγχυση
- κατάθλιψη
- αλλοίωση γεύσης
- ζάλη
- νυσταγμός
- κεφαλαλγία
- π παραισθησίες
- αγγειοεγκεφαλικά επεισόδια (περιλαμβανομένης της εγκεφαλικής αποπληξίας)
- συγκοπτικό επεισόδιο
- θάμβος όρασης
- ταχυκαρδία ή ταχυαρρυθμία
- στηθάγχη
- αίσθημα παλμών
- καρδιακή προσβολή
- καρδιογενές σοκ
- υπόταση
- σύνδρομο Raynaud
- ερύθημα
- ωχρότητα
- ξηρός, ερεθιστικός (μη παραγωγικός) βήχας
- δύσπνοια
- βρογχόσπασμος
- ρινίτιδα
- αλλεργική κυψελίτιδα/ ηωσινοφιλική πνευμονία
- ναυτία
- έμετος
- ερεθισμός του στομάχου
- κοιλιακό άλγος
- διάρροια
- δυσκοιλιότητα
- ξηροστομία
- στοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσεις
- γλωσσίτιδα
- έλκος του πεπτικού
- παγκρεατίτιδα
- μειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)
- ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσης
- αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης
- κνησμός με ή χωρίς εξάνθημα
- εξανθήματα
- αλωπεκία
- αγγειοοίδημα
- κνίδωση
- σύνδρομο Stevens Johnson
- πολύμορφο ερύθημα
- φωτοευαισθησία
- ερυθροδερμία
- πεμφιγοειδείς αντιδράσεις
- αποφολιδωτική δερματίτιδα
- μυαλγία
- αρθραλγία
- διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας
- νεφρική ανεπάρκεια
- πολυουρία
- ολιγοουρία
- αυξημένη συχνότητα ούρησης
- νεφρωσικό σύνδρομο
- ανικανότητα
- γυναικομαστία
- πόνος στο στήθος
- αίσθημα κόπωσης
- αδιαθεσία
- πυρετός
- πρωτεϊνουρία
- ηωσινοφιλία
- αύξηση των τιμών καλίου ορού
- μείωση των τιμών νατρίου ορού
- αύξηση της ουρίας, της κρεατινίνης ορού και της χολερυθρίνης ορού
- μειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των λευκών αιμοσφαιρίων, των θρομβοκυττάρων
- θετικός τίτλος ΑΝΑ
- αυξημένη ταχύτητα καθιζήσεως
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμίαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑναιμία (απλαστική, αιμολυτική)Αίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλίαΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑυτοάνοσα νοσήματα και/ή θετικός τίτλος ΑΝΑΑίμα και λεμφικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑνορεξίαΜεταβολισμός και διατροφή
-
Πολύ σπάνιεςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός και διατροφή
-
Πολύ σπάνιεςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός και διατροφή
-
ΣυνήθειςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυνήθειςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΖάληΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΝυσταγμόςΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίεςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοεγκεφαλικά επεισόδιαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΕγκεφαλική αποπληξίαΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΣυγκοπτικό επεισόδιοΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΘάμβος όρασηςΌραση
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδία ή ταχυαρρυθμίαΚαρδιακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή προσβολήΚαρδιακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιογενές σοκΚαρδιακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο RaynaudΑγγειακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΑγγειακό σύστημα
-
Όχι συχνέςΩχρότηταΑγγειακό σύστημα
-
ΣυνήθειςΞηρός, ερεθιστικός (μη παραγωγικός) βήχαςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυνήθειςΔύσπνοιαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργική κυψελίτιδα/ ηωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
-
ΣυνήθειςΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΕρεθισμός του στομάχουΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣυνήθειςΞηροστομίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΣτοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσειςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΓλωσσίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΈλκος του πεπτικούΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου)Ηπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσηςΗπατοχολικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνηςΗπατοχολικές διαταραχές
-
ΣυνήθειςΚνησμός με ή χωρίς εξάνθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυνήθειςΕξανθήματαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
ΣυνήθειςΑλωπεκίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens JohnsonΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΕρυθροδερμίαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΠεμφιγοειδείς αντιδράσειςΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα και υποδόριος ιστός
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό σύστημα, συνδετικός ιστός και οστά
-
Πολύ σπάνιεςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό σύστημα, συνδετικός ιστός και οστά
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές της νεφρικής λειτουργίαςΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΠολυουρίαΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΟλιγοουρίαΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
ΣπάνιεςΑυξημένη συχνότητα ούρησηςΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφροί και ουροποιητικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό σύστημα και στήθος
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό σύστημα και στήθος
-
Όχι συχνέςΠόνος στο στήθοςΓενικά
-
Όχι συχνέςΑίσθημα κόπωσηςΓενικά
-
Όχι συχνέςΑδιαθεσίαΓενικά
-
Πολύ σπάνιεςΠυρετόςΓενικά
-
Πολύ σπάνιεςΠρωτεϊνουρίαΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλίαΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση των τιμών καλίου ορούΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜείωση των τιμών νατρίου ορούΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση της ουρίας, της κρεατινίνης ορού και της χολερυθρίνης ορούΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των λευκών αιμοσφαιρίων, των θρομβοκυττάρωνΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΘετικός τίτλος ΑΝΑΕξετάσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη ταχύτητα καθιζήσεωςΕξετάσεις
pregnant_woman
SPC-NORMOLOSE
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιη χορήγηση του ΝORMOLOSE δεν ενδείκνυται κατά το 1 ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. ΄Όταν προγραμματίζεται η διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, θα πρέπει όσο το δυνατόν συντομότερα να χρησιμοποιείται εναλλακτική θεραπεία. Δεν έχουν γίνει ελεγχόμενες μελέτες σε ανθρώπους, αλλά περιορισμένος αριθμός περιπτώσεων έκθεσης κατά το πρώτο τρίμηνο, δεν έχουν δείξει γενετικές ανωμαλίες. Η Χορήγηση του ΝORMOLOSE αντενδείκνυται κατά το 2 ο και 3 ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Είναι γνωστό ότι παρατεταμένη έκθεση σε καπτοπρίλη κατά το 2 ο και 3 ο τρίμηνο προκαλεί τοξικότητα στα έμβρυα (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ανεπαρκής ποσότητα αμνιακού υγρού, καθυστέρηση κρανιακής οστέωσης) και στα νεογέννητα (βρεφική νεφρική αναπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιμία) (βλέπε επίσης 5.3).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιτο NORMOLOSE αντενδείκνυται κατά την περίοδο του θηλασμού.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NORMOLOSE
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NORMOLOSE
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Δοσολογία
Η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με τη κλινική εικόνα του ασθενή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις) και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Η συνιστώμενη μέγιστη ημερήσια δόση είναι 150mg. Η καπτοπρίλη μπορεί να χορηγείται πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τα γεύματα.
Υπέρταση
Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 25-50 mg ημερησίως χορηγούμενα σε δύο διαιρεμένες δόσεις. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων, μέχρι 100-150 mg ημερησίως χορηγούμενα σε δύο διαιρεμένες δόσεις, ανάλογα με τις ανάγκες επίτευξης της ζητούμενης αρτηριακής πίεσης. Η καπτοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιείται μόνη της ή μαζί με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες, ειδικότερα θειαζιδικά διουρητικά. Ένα δοσολογικό σχήμα μία φορά την ημέρα μπορεί να είναι κατάλληλο όταν προστίθεται ένα συνοδό αντιυπερτασικό φάρμακο, όπως θειαζιδικά διουρητικά.
Σε ασθενείς με ισχυρά ενεργό σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (ελαττωμένος όγκος αίματος, νεφραγγειακή υπέρταση, ανεπαρκής καρδιακή αντιρρόπηση) είναι προτιμητέα η έναρξη της αγωγής με μια απλή δόση των 6,25 mg ή 12,5 mg. Η έναρξη της θεραπείας αυτής πρέπει κατά προτίμηση να λαμβάνει χώρα υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Οι δόσεις αυτές θα χορηγηθούν στη συνέχεια με ένα ρυθμό δύο δόσεων ημερησίως. Η δοσολογία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι τα 50 mg ημερησίως χορηγούμενα σε μία ή δύο δόσεις και, αν είναι απαραίτητο, στα 100 mg ημερησίως χορηγούμενα σε μία ή δύο δόσεις.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Η αγωγή με την καπτοπρίλη για καρδιακή ανεπάρκεια θα πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη. Η συνήθης δοσολογία έναρξης είναι 6,25 mg - 12,5 mg δύο ή τρεις φορές ημερησίως. Η τιτλοποίηση στη δόση συντήρησης (75-150 mg ημερησίως) θα πρέπει να γίνεται με βάση την ανταπόκριση του ασθενή, την κλινική κατάσταση και την ανεκτικότητα, με μέγιστο όριο 150 mg ημερησίως σε διαιρεμένες δόσεις. Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά, με μεσοδιαστήματα τουλάχιστον 2 εβδομάδων για την αξιολόγηση της ανταπόκρισης του ασθενούς.
΄Εμφραγμα του μυοκαρδίου
Βραχυχρόνια αγωγή: Η αγωγή με καπτοπρίλη θα πρέπει να ξεκινά στο νοσοκομείο όσο το δυνατόν πιο γρήγορα μετά την εμφάνιση των σημείων ή/και των συμπτωμάτων σε ασθενείς με σταθερές αιμοδυναμικές παραμέτρους. Πρέπει να χορηγείται αρχικά μία δόση δοκιμή των 6,25 mg η οποία ακολουθείται από μία δόση των 12,5 mg 2 ώρες μετά και από μία δόση των 25 mg 12 ώρες αργότερα. Από την επόμενη ημέρα, η καπτοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με δόση 100 mg ημερησίως, σε δύο ημερήσιες χορηγήσεις για 4 εβδομάδες, αν αυτό δικαιολογείται από την απουσία ανεπιθύμητων αιμοδυναμικών αντιδράσεων. Στο τέλος της αγωγής διάρκειας 4 εβδομάδων, πρέπει να επανεκτιμηθεί η κατάσταση του ασθενή, πριν τη λήψη απόφασης σχετικά με την αγωγή που θα ακολουθηθεί στο μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου στάδιο.
Χρόνια αγωγή: Εάν η αγωγή με την καπτοπρίλη δεν ξεκινήσει εντός των πρώτων 24 ωρών του πρώτου σταδίου του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, προτείνεται αν ξεκινήσει μεταξύ της 3ης και της 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα, όταν θα έχουν επιτευχθεί οι αναγκαίες θεραπευτικές καταστάσεις (σταθερές αιμοδυναμικές παράμετροι και αντιμετώπιση της πιθανής υπολειπόμμενης ισχαιμίας). Η θεραπευτική αγωγή θα πρέπει να ξεκινήσει στο νοσοκομείο υπό αυστηρή παρακολούθηση (ιδιαίτερα της αρτηριακής πίεσης) μέχρι τη δόση των 75 mg. H αρχική δόση πρέπει να είναι χαμηλή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις), ειδικά σε περίπτωση που ο ασθενής έχει φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση κατά την έναρξη της αγωγής. Η αγωγή θα πρέπει να ξεκινήσει με μία δόση 6,25 mg, ακολουθούμενη από 12,5 mg 3 φορές ημερησίως για 2 ημέρες και στη συνέχεια 25 mg 3 φορές ημερησίως, αν αυτό δικαιολογείται από την απουσία ανεπιθύμητων αιμοδυναμικών αντιδράσεων. Η συνιστώμενη δοσολογία για αποτελεσματική καρδιοπροστασία κατά τη μακροχρόνια αγωγή είναι 75 ως 150 mg ημερησίως χορηγούμενα σε 2 ή 3 δόσεις. Σε περιπτώσεις συμπτωματικής υπότασης, όπως στην καρδιακή ανεπάρκεια, το δοσολογικό σχήμα των διουρητικών ή / και των άλλων συνοδών αγγειοδιασταλτικών φαρμάκων μπορεί να μειωθεί, ώστε να επιτευχθεί η δόση σταθερής κατάστασης της καπτοπρίλης. Σε περιπτώσεις που αυτό είναι απαραίτητο, η δόση της καπτοπρίλης πρέπει να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις κλινικές αντιδράσεις του ασθενή. Η καπτοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με άλλες θεραπευτικές αγωγές στο έμφραγμα του μυοκαρδίου, όπως είναι οι θρομβλυτικοί παράγοντες, οι βήτα-αποκλειστές και το ακετυλοσαλικυλικό οξύ.
Νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτου τύπου Ι
Σε ασθενείς με νεφροπάθεια σακχαρώδους διαβήτου τύπου Ι, η συνιστώμενη ημερήσια δόση της καπτοπρίλης είναι 75-100 mg σε διαιρεμένες δόσεις. Αν είναι επιθυμητή η περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης, μπορούν να συγχορηγηθούν επιπρόσθετα αντιυπερτασικοί παράγοντες.
΄Εκπτωση της νεφρικής λειτουργίας
Επειδή η καπτοπρίλη αποβάλλεται κυρίως δια μέσου των νεφρών, η δοσολογία θα πρέπει να ελαττώνεται ή τα διαστήματα μεταξύ των δόσεων να αυξάνονται σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία. ΄Όταν συγχορηγείται συνοδός αγωγή με διουρητικά, προτιμάται η χορήγηση ενός διουρητικού της αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη), παρά ενός θειαζιδικού τύπου διουρητικού, σε ασθενείς με σοβαρή έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας.
Σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, συστήνονται τα ακόλουθα δοσολογικά σχήματα, για την αποφύγηση συσσώρευσης της καπτοπρίλης:
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min/1,73 m
2 ) | Ημερήσια δόση έναρξης (mg) | Μέγιστη ημερήσια δόση (mg) | | > 40 | 25 - 50 | 150 | 21 - 40 | 25 | 100 | 10 - 20 | 12,5 | 75 | < 10 | 6,25 | 37,5
Ηλικιωμένοι ασθενείς
Όπως συμβαίνει και με τα άλλα αντιυπερτασικά φάρμακα θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο να αρχίζει η αγωγή με μία χαμηλότερη δόση έναρξης (6,25mg δύο φορές ημερησίως) σε ηλικιωμένους ασθενείς, οι οποίοι μπορεί να έχουν μειωμένη νεφρική λειτουργία ή δυσλειτουργία άλλων οργάνων (βλέπε ανωτέρω και παράγραφο 4.4). Η δοσολογία πρέπει να τιτλοποιείται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης στην αγωγή και να διατηρείται στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα που απαιτούνται για τον επαρκή έλεγχο της αρτηριακής πίεσης.
Παιδιά και έφηβοι
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της καπτοπρίλης δεν έχουν αξιολογηθεί πλήρως. Η χορήγηση της καπτοπρίλης σε παιδιά και εφήβους θα πρέπει να ξεκινά από στενή ιατρική επίβλεψη. Η αρχική δόση της καπτοπρίλης είναι περίπου 0,3 mg/kg σωματικού βάρους.
Σε ασθενείς για τους οποίους απαιτούνται ειδικές προφυλάξεις (παιδιά με νεφρική δυσλειτουργία, πρόωρα βρέφη, νεογέννητα και βρέφη, των οποίων η νεφρική τους λειτουργία δεν είναι ίδια με αυτή των μεγαλυτέρων παιδιών και των ενηλίκων) η δόση έναρξης πρέπει να είναι μόνο 0,15 mg καπτοπρίλης/kg σωματικού βάρους. Γενικά, η καπτοπρίλη χορηγείται σε παιδιά 3 φορές ημερησίως, όμως η δόση και τα μεταξύ των δόσεων διαστήματα πρέπει να εξατομικεύονται σύμφωνα με την ανταπόκριση του ασθενή.
block
Αντενδείξεις
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Αντενδείξεις
- Ιστορικό υπερευαισθησίας στην καπτοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του φαρμάκου ή σε άλλο αναστολέα ΜΕΑ.
- Ιστορικό αγγειονευρωτικού οιδήματος που συνδέεται με προηγούμενη αγωγή με αναστολέα ΜΕΑ.
- Κληρονομικό / ιδιοπαθές αγγειονευρωτικό οίδημα
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης (βλέπε 4.6)
- Γαλουχία (βλέπε 4.6)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Προειδοποιήσεις
Υπόταση: σπάνια παρατηρείται υπόταση σε μη επιπλεγμένους υπερτασικούς ασθενείς. Συμπτωματική υπόταση είναι περισσότερο πιθανό να εμφανισθεί σε υπερτασικούς ασθενείς που έχουν υποστεί μείωση όγκου ή / και νατρίου λόγω εντατικής αγωγής με διουρητικά, απαγόρευσης της χρήσης άλατος στη διατροφή τους, διάρροιας, έμετου ή αιμοκάθαρσης. Η μείωση όγκου ή / και νατρίου πρέπει να διορθωθεί πριν τη χορήγηση, ενός αναστολέα ΜΕΑ, ενώ πρέπει να εξετάζεται η έναρξη της αγωγής με χαμηλότερη δόση. Οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια βρίσκονται σε υψηλότερο κίνδυνο υπότασης και συνιστάται η έναρξη της θεραπευτικής αγωγής με αναστολέα ΜΕΑ με χαμηλότερη αρχική δόση. Πρέπει να δίνεται προσοχή κάθε φορά που αυξάνεται η δόση της καπτοπρίλης ή του διουρητικού σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. ΄Όπως συμβαίνει και με όλους τους αντιυπερτασικούς παράγοντες, η υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ισχαιμική καρδιαγγειακή ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Εάν παρουσιασθεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετηθεί σε ύπτια θέση. Μπορεί να απαιτηθεί αποκατάσταση του όγκου με ενδοφλέβια χορήγηση φυσιολογικού ορού.
Νεφραγγειακή υπέρταση: υπάρχει αυξημένος κίνδυνος υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας κατά τη θεραπευτική αντιμετώπιση με αναστολέα ΜΕΑ ασθενών με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας του μόνου λειτουργούντος νεφρού. Απώλεια της νεφρικής λειτουργίας μπορείνα συμβεί με ελαφρές μόνο μεταβολές της κρεατινίνης ορού. Στους ασθενείς αυτούς, η θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική επίβλεψη με χαμηλές δόσεις, προσεκτική τιτλοποίηση και παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
΄Εκπτωση της νεφρικής λειτουργίας: σε περιπτώσεις έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 40 ml /min), η αρχική δόση της καπτοπρίλης πρέπει να αναπροσαρμοστεί σύμφωνα με την τιμή της κάθαρσης κρεατινίνης του ασθενή (βλέπε 4.2), και στη συνέχεια ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή στην αγωγή. Η συστηματική παρακολούθηση των τιμών του καλίου και της κρεατινίνης αποτελούν μέρος της συνήθους ιατρικής πρακτικής έναντι των ασθενών αυτών.
Αγγειοοίδημα: αγγειοοίδημα των άκρων, του προσώπου, των χειλέων, των βλενογγόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας, ή του λάρυγγα μπορεί να εμφανισθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων από την έναρξη της αγωγής. ΄Όμως, σε σπάνιες περιπτώσεις, σοβαρό αγγειοοίδημα μπορεί να αναπτυχθεί μετά από μακροχρόνια χορήγηση ενός αναστολέα ΜΕΑ. Στις περιπτώσεις αυτές, η αγωγή θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα. Το αγγειοοίδημα της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα μπορεί να είναι μοιραίο. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να ξεκινήσει επείγουσα αγωγή. Ο ασθενής θα πρέπει να νοσηλευτεί και να παρακολουθείται για τουλάχιστον 12 ως 24 ώρες και να μην εξέλθει του νοσοκομείου μέχρι την πλήρη λύση των συμπτωμάτων.
Βήχας: ο βήχας έχει αναφερθεί με τη χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι μη παραγωγικός, επίμονος και σταματά μετά τη διακοπή της αγωγής.
Ηπατική ανεπάρκεια: οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν συνδεθεί σπάνια με ένα σύνδρομο που ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (ορισμένες φορές) σε θάνατο. Ο μηχανισμός του συνδρόμου αυτού δεν είναι κατανοητός. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, οι οποίοι αναπτύσσουν ίκτερο ή εμφανίζουν αξιοσημείωτες αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων, πρέπει να διακόπτουν την αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ και να λαμβάνουν την αντίστοιχη ιατρική μέριμνα.
Υπερκαλιαιμία: αυξήσεις του καλίου ορού έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης και της καπτοπρίλης. Στους ασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο ανάπτυξης υπερκαλιαιμίας περιλαμβάνονται αυτοί με νεφρική ανεπάρκεια, σακχαρώδη διαβήτη, ή εκείνοι που λαμβάνουν συνοδό αγωγή με διουρητικά που κατακρατούν κάλιο, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο, ή εκείνοι οι ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που συνδέονται με αυξήσεις του καλίου ορού (π.χ. ηπαρίνη). Αν ταυτόχρονη χορήγηση των προαναφερθέντων παραγόντων θεωρείται κατάλληλη, συνιστάται η τακτική παρακολούθηση των τιμών του καλίου ορού.
Λίθιο: ο συνδυασμός λιθίου και καπτοπρίλης δεν συνιστάται (βλέπε 4.5).
Στένωση της αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / Αποφρακτική υπερτροφική καρδιομυοπάθεια: οι αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή σε ασθενείς με σημαντική στένωση των βαλβίδων της αριστερής κοιλίας και του χώρου εξόδου αυτής και να αποφεύγονται σε περιπτώσεις καρδιογενούς σοκ και αιμοδυναμικώς σημαντικής απόφραξης.
Ουδετεροπενία/Ακοκκιοκυτταραιμία: ουδετεροπενία/ ακοκκιοκυτταραιμία, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης και της καπτοπρίλης. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή δίχως άλλους παράγοντες που δύνανται να δημιουργήσουν επιπλοκές, σπάνια συμβαίνει ουδετεροπενία. Η καπτοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με εξαιρετική προσοχή σε ασθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, ασθενείς που λαμβάνουν ανοσοκατασταλτική αγωγή, αγωγή με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναμίδη, ή κάποιο συνδυασμό των παραγόντων αυτών, ιδιαίτερα επί προϋπάρχουσας νεφρικής δυσλειτουργίας. Ορισμένοι από τους ασθενείς αυτούς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες δεν ανταποκρίθηκαν στη χορήγηση εντατικής αντιβιοτικής αγωγής. Σε περίπτωση χορήγησης της καπτοπρίλης στους ασθενείς αυτούς, συνιστάται η διενέργεια μέτρησης του αριθμού και του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων του αίματος πριν την έναρξη της αγωγής, ανά 2 εβδομάδες κατά τους πρώτους 3 μήνες της αγωγής με καπτοπρίλη και στη συνέχεια περιοδικά. Κατά τη διάρκεια της αγωγής, οι ασθενείς θα πρέπει να λάβουν οδηγίες να αναφέρουν οποιοδήποετε σημείο λοίμωξης παρατηρήσουν (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό), και στη συνέχεια να διενεργηθεί μέτρηση του τύπου των λευκών αιμοσφαιρίων. Η καπτοπρίλη και οι άλλες συνοδές αγωγές (βλέπε 4.5) πρέπει να διακόπτονται σε περίπτωση ανίχνευσης ή υποψίας ουδετεροπενίας (αριθμός ουδετερόφιλων μικρότερος από 1000/mm ). Στους περισσότερους ασθενείς ο αριθμός των ουδετερόφιλων επανέρχεται γρήγορα στις φυσιολογικές τιμές μετά τη διακοπή της αγωγής με την καπτοπρίλη.
Πρωτεϊνουρία: πρωτεϊνουρία μπορεί να συμβεί ιδιαίτερα σε ασθενείς με υπάρχουσα έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ή με σχετικά υψηλές δόσεις αναστολέων ΜΕΑ. Σε ποσοστό περίπου 0,7% των ασθενών που λαμβάνουν καπτοπρίλη, έχει παρατηρηθεί ποσότητα ολικών πρωτεϊνών ούρων μεγαλύτερης από 1 g ανά ημέρα. Η πλειονότητα των ασθενών είχαν ενδείξεις πρότερης νεφρικής νόσου ή είχαν λάβει σχετικά υψηλές δόσεις καπτοπρίλης (άνω των 150mg /ημέρα) ή και τα δύο Νεφρωσικό σύνδρομο συνέβη περίπου στο ένα πέμπτο των πρωτεϊνουρικών ασθενών. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η πρωτεϊνουρία υποχώρησε ή εξαφανίστηκε μέσα σε 6 μήνες, ανεξάρτητα από τη συνέχιση ή όχι της αγωγής με καπτοπρίλη. Σπάνια σημειώθηκε μεταβολη των παραμέτρων της νεφρικής λειτουργίας, όπως η BUN και η κρεατινίνη, σε ασθενείς με πρωτεϊνουρία. Ασθενείς με προηγούμενη νεφρική νόσο πρέπει να υποβάλλονται σε μέτρηση των πρωτεϊνών στα ούρα (στα πρώτα πρωινά ούρα) πριν την έναρξη της αγωγής και στη συνέχεια περιοδικά.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίηση: σπάνια έχουν αναφερθεί παρατεταμένες, απειλητικές για τη ζωή, αναφυηλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και υποβάλλονται σε αγωγή απευαισθητοποίησης με ιό υμενόπτερων. Στους ίδιους ασθενείς, οι αντιδράσεις αυτές αποφεύχθηκαν με την προσωρινή διακοπή του αναστολέα - ΜΕΑ, απανεμφανίστηκαν όμως επί ακούσιας επαναπροκλησης. Ως εκ τούτου, πρέπει να δίνεται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν αγωγή με αναστολείς ΜΕΑ, οι οποίοι υποβάλλονται σε διαδικασίες απευαισθητοποίησης.
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αιμοκάθαρση υψηλής ροής/έκθεση σε αφαίρεση λιποπρωτεϊνης με μεμβράνη: έχουν αναφερθεί αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με υψηλής ροής μεμβράνες διήθησης ή που υφίστανται αφαίρεση της χαμηλής πυκνότητας λιποπρωτεϊνης με απορρόφηση με θειική δεξτράνη. Στους ασθενείς αυτούς, πρέπει να χρησιμοποιείται ένας διαφορετικός τύπος αιμοκάθαρσης ή αν χορηγείται διαφορετική κατηγορία φαρμάκων.
Χειρουργική/Αναισθησία: μπορεί να εμφανισθεί υπόταση σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεγάλη χειρουργική επέμβαση ή κατά την αγωγή με αναισθητικούς παράγοντες, για τους οποίους είναι γνωστό ότι ελαττώνουν την αρτηριακή πίεση. Σε περίπτωση υπότασης, αυτό μπορεί να διορθωθεί με διαστολή του όγκου.
Διαβητικοί ασθενείς: τα επίπεδα γλυκόζης πρέπει να παρακολουθούνται στενά σε διαβητικούς ασθενείς που έχουν αντιμετωπιστεί προηγουμένως με ένα από του στόματος αντιδιαβητικό φάρμακο ή με ινσουλίνη, κυρίως κατά το πρώτο μήνα της θεραπευτικής αγωγής με έναν αναστολέα ΜΕΑ.
Λακτόζη: το NORMOLOSE περιέχει λακτόζη, ως εκ τούτου δε θα πρέπει να χορηγείται σε περιπτώσεις συγγενούς γαλακτοζαιμίας, δυσανπορρόφησης της γλυκόζης και της γαλακτόζης ή επί παρουσίας συνδρόμων ανεπάρκειας της λακτάσης (σπάνιες μεταβολικές νόσοι).
Εθνικές διαφορές: όπως και με τους άλλους αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης, η καπτοπρίλη προφανώς είναι λιγότερο αποτελεσματική στο να μειώνει την αρτηριακή πίεση στους μαύρους ασθενείς από ότι στους μη μαύρους, πιθανόν επειδή στους μαύρους υπερτασικούς ασθενείς υπάρχουν υψηλά ποσοστά χαμηλής ρενίνης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Καλιοπροστευτικά διουρητικά ή συμπληρώματα καλίου
Οι αναστολείς ΜΕΑ μετριάζουν την αποβολή του καλίου μέσω των ούρων. Τα καλιοπροστατευτικά διουρητικά (όπως σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, ή αμιλορίδη), τα συμπληρώματα καλίου, ή τα υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε αυξημένες τιμές καλίου ορού. Εάν ενδείκνυται ταυτόχρονη χρήση λόγω εμφανούς υποκαλιαιμίας θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου του ορού (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Διουρητικά (θεαζιδικά διουρητικά ή διουρητικά αγκύλης)
Προηγούμενη αγωγή με υψηλή δόση διουρητικών μπορεί να οδηγήσει σε μείωση όγκου και σε κίνδυνο υπότασης, κατά την έναρξη της θεραπείας με καπτοπρίλη (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Οι υποτασικές δράσεις μπορεί να ελαττωθούν με διακοπή του διουρητικού, με αύξηση του όγκου ή της πρόσληψης άλατος ή με έναρξη της θεραπείας με μία χαμηλή δόση καπτοπρίλης. Ωστόσο, δεν έχουν εμφανισθεί κλινικώς σημαντικές αλληλεπιδράσεις σε ειδικές μελέτες με υδροχλωροθειαζίδη ή φουροσεμίδη.
΄Αλλοι αντιυπερτασικοί παράγοντες
Η καπτοπρίλη έχει συγχορηγηθεί με ασφάλεια με άλλους συνήθως χορηγούμενους αντιυπερτασικούς παράγοντες (π.χ. βήτα-αποκλειστές και μακράς δράσης αποκλειστές των διαύλων ασβεστίου). Η ταυτόχρονη χορήγηση των παραγόντων αυτών μπορεί να αυξήσει την υποτασική δράση της καπτοπρίλης. Η αγωγή με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη, ή άλλα αγγειοδιασταλτικά φάρμακα, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Αγωγές οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου
Η καπτοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (σε καρδιολογικές δόσεις), θρομβολυτικά, βήτα - αποκλειστές και / ή νιτρώδη σε ασθενείς με έμφραγμα του μυοκαρδίου.
Λίθιο
Αναστρέψιμες αυξήσεις στις συγκεντρώσεις του λιθίου ορού και τοξικότητα έχει αναφερθεί κατά την ταυτόχρονη χορήγηση λιθίου και αναστολέων ΜΕΑ. Η ταυτόχρονη χορήγηση θειαζιδικού τύπου διουρητικών μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο τοξικότητας του λιθίου και αν ενδυναμώσει τον ήδη αυξημένο κίνδυνο τοξικότητας λιθίου μαζί με αναστολείς ΜΕΑ. Η χορήγηση της καπτοπρίλης με λίθιο δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός είναι απαραίτητος, θα πρέπει να γίνεται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά/Αντιψυχωτικά
Οι αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να ενισχύσουν την υποτασική δράση ορισμένων τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωτικών προϊόντων (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να συμβεί ορθοστατική υπόταση.
Αλλοπουρινόλη, προκαϊναμίδη, κυτταροστατικοί ή ανοσοκατασταλτικοί παράγοντες
Η ταυτόχρονη χορήγηση με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο για λευκοπενία, ιδιαίτερα όταν αυτοί χορηγούνται σε δόσεις υψηλότερες από αυτές που συνιστώνται.
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα
Έχει περιγραφεί ότι τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φαρμακευτικά προϊόντα (NSAIDs) και οι αναστολείς ΜΕΑ ασκούν προσθετική δράση επί της αύξησης των τιμών του καλίου ορού, ενώ μπορεί να προκληθεί μείωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι επιδράσεις αυτές είναι, γενικα, αναστρέψιμες. Σπανίως, μπορεί να εμφανισθεί οξεία νεφρική ανεπάρκεια σε ασθενείς με διαταραγμένη νεφρική λειτουργία, όπως οι ηλικιωμένοι και οι αφυδατωμένοι. Χρόνια χορήγηση NSAIDs μπορεί να μειώσει τις αντιυπερτασικές δράσεις των αναστολέων ΜΕΑ.
Συμπαθητικομιμητικά
Μπορεί να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές δράσεις των αναστολέων ΜΕΑ. Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Αντιδιαβητικά
Φαρμακολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι, οι αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης και της καπτοπρίλης, μπορεί να ενισχύσουν τη δράση της ινσουλίνης ως προς τη μείωση της γλυκόζης του αίματος και των από του στόματος αντιδιαβητικών παραγόντων όπως οι σουλφονυλουρίες. Σε περιπτώσεις που αυτό συμβεί, μπορεί να είναι αναγκαία η ελάττωση της δοσολογίας των αντιδιαβητικών φαρμάκων κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης αγωγής με αναστολείς ΜΕΑ.
Κλινική χημεία
Η καπτοπρίλη μπορεί να προκαλέσει ψευδώς θετική εξέταση ούρων για την ακετόνη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί με την αγωγή με την καπτοπρίλη ή/και τους αναστολείς ΜΕΑ περιλαμβάνουν:
Αίμα και λεμφικό σύστημα
- Πολύ σπάνιες: ουδετεροπενία/ακοκκιοκυτταραιμία (βλέπε 4.4), πανκυτταροπενία ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε 4.4) αναιμία (περιλαμβανομένης της απλαστικής και της αιμολυτικής αναιμίας), θρομβοκυτταροπενία, λεμφαδενοπάθεια, ηωσινοφιλία, αυτοάνοσα νοσήματα και/ή θετικός τίτλος ΑΝΑ.
Μεταβολισμός και διατροφή
- Σπάνιες: ανορεξία.
- Πολύ σπάνιες: υπερκαλιαιμία, υπογλυκαιμία (βλέπε 4.4)
Ψυχιατρικές
- Συνήθεις: διαταραχές του ύπνου.
- Πολύ σπάνιες: σύγχυση, κατάθλιψη
Νευρικό σύστημα
- Συνήθεις: αλλοίωση γεύσης, ζάλη.
- Σπάνιες: νυσταγμός, κεφαλαλγία,και παραισθησίες.
- Πολύ σπάνιες: αγγειοεγκεφαλικά επεισόδια, περιλαμβανομένης και της εγκεφαλικής αποπληξίας και συγκοπτικό επεισόδιο.
Όραση
- Πολύ σπάνιες: θάμβος όρασης.
Καρδιακό σύστημα
- Όχι συχνές: ταχυκαρδία ή ταχυαρρυθμία, στηθάγχη, αίσθημα παλμών.
- Πολύ σπάνιες: καρδιακή προσβολή, καρδιογενές σοκ.
Αγγειακό σύστημα
- Όχι συχνές: υπόταση (βλέπε 4.4), σύνδρομο Rayneud, ερύθημα, ωχρότητα.
Αναπνευστικό σύστημα, θώρακας και μεσοθωράκιο
- Συνήθεις: ξηρός, ερεθιστικός (μη παραγωγικός) βήχας (βλέπε 4.4) και δύσπνοια.
- Πολύ σπάνιες: βρογχόσπασμος, ρινίτιδα, αλλεργική κυψελίτιδα/ ηωσινοφιλική πνευμονία.
Γαστρεντερικό σύστημα
- Συνήθεις: ναυτία, έμετος, ερεθισμός του στομάχου, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, ξηροστομία.
- Σπάνιες: στοματίτιδα / αφθώδεις εξελκώσεις.
- Πολύ σπάνιες: γλωσσίτιδα, έλκος του πεπτικού, παγκρεατίτιδα.
Ηπατοχολικές διαταραχές
- Πολύ σπάνιες: μειωμένη ηπατική λειτουργία και χολόσταση (περιλαμβανομένου ικτέρου) ηπατίτιδα συμπεριλαμβανομένης και νέκρωσης, αυξημένες τιμές ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης.
Δέρμα και υποδόριος ιστός
- Συνήθεις: κνησμός με ή χωρίς εξάνθημα, εξανθήματα και αλωπεκία.
- Όχι συχνές: αγγειοοίδημα (βλέπε 4.4)
- Πολύ σπάνιες: κνίδωση, σύνδρομο Stevens Johnson, πολύμορφο ερύθημα, φωτοευαισθησία, ερυθροδερμία, πεμφιγοειδείς αντιδράσεις, αποφολιδωτική δερματίτιδα.
Μυοσκελετικό σύστημα, συνδετικός ιστός και οστά
- Πολύ σπάνιες: μυαλγία αρθραλγία.
Νεφροί και ουροποιητικό σύστημα
- Σπάνιες: διαταραχές της νεφρικής λειτουργίας συμπεριλαμβανομένης και νεφρικής ανεπάρκειας, πολυουρία, ολιγοουρία, αυξημένη συχνότητα ούρησης.
- Πολύ σπάνιες: νεφρωσικό σύνδρομο.
Αναπαραγωγικό σύστημα και στήθος
- Πολύ σπάνιες: ανικανότητα, γυναικομαστία.
Γενικά
- Όχι συχνές: πόνος στο στήθος, αίσθημα κόπωσης, αδιαθεσία.
- Πολύ σπάνιες: πυρετός.
Εξετάσεις
- Πολύ σπάνιες: πρωτεϊνουρία, ηωσινοφιλία, αύξηση των τιμών καλίου ορού, μείωση των τιμών νατρίου ορού, αύξηση της ουρίας, της κρεατινίνης ορού και της χολερυθρίνης ορού, μειώσεις της αιμοσφαιρίνης, του αιματοκρίτη, των λευκών αιμοσφαιρίων, των θρομβοκυττάρων θετικός τίτλος ΑΝΑ, αυξημένη ταχύτητα καθιζήσεως.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:αναστολείς ΜΕΑ, κωδικός ΑΤC: C09AA01.
Μηχανισμός δράσης
Η καπτοπρίλη είναι ένας υψηλά εκλεκτικός, ανταγωνιστικός αναστολέας του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης Ι (αναστολείς ΜΕΑ). Οι ωφέλιμες επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ φαίνεται ότι προκύπτουν πρωτευόντως από την καταστολή του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης του πλάσματος. Η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της αγγειοτασίνης ΙΙ του πλάσματος, η οποία οδηγεί σε αγγειοδιασταλτική δράση και σε μείωση της έκκρισης της αλδοστερόνης. Μια άλλη λειτουργία του μετατρεπτικού ενζύμου είναι η υποβίβαση του ισχυρού αγγειοκατασταλτικού πεπτιδίου της κινίνης, της βραδυκινίνης, σε ανενεργούς μεταβολίτες. Ως εκ τούτου, η αναστολή του ΜΕΑ έχει ως αποτέλεσμα την αυξημένη δραστικότητα του κυκλοφορούντος και τοπικού συστήματος καλλικρεϊνης - κινίνης, το οποίο συνεισφέρει στην περιφερική αγγειοδιαστολή ενεργοποιώντας το σύστημα της προσταγλανδίνης. Είναι πιθανό αυτός ο μηχανισμός να εμπλέκεται στην υποτασική δράση των αναστολέων ΜΕΑ και να είναι υπεύθυνος για ορισμένες ανεπιθύμητες αντιδράσεις αυτής της κατηγορίας φαρμάκων.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι μέγιστες μειώσεις της αρτηριακής πίεσης συνήθως συμβαίνουν 60 ως 90 λεπτά μετά την από του στόματος χορήγηση μιας δόσης καπτοπρίλης. Η διάρκεια της δράσης είναι δοσοεξαρτώμενη. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης μπορεί να είναι προοδευτική. Έτσι, για την επίτευξη των μέγιστων θεραπευτικών οφελών, μπορεί να απαιτηθούν αρκετές εβδομάδες αγωγής. Οι δράσεις της καπτοπρίλης και των θειαζιδικού τύπου διουρητικών στη μείωση της αρτηριακής πίεσης είναι προσθετικές.
Σε ασθενείς με υπέρταση, η καπτοπρίλη προκαλεί μείωση της αρτηριακής πίεσης σε ύπτια και όρθια θέση, χωρίς πρόκληση οποιασδήποτε αντίρροπης αύξησης επί της καρδιακής συχνότητας, ούτε κατακράτηση νερού ή νατρίου. Στην υπέρταση, η αντιυπερτασική δράση ξεκινά περίπου 15-30 λεπτά μετά τη χορήγηση, η μέγιστη δράση επιτυγχάνεται μετά από 60-90 λεπτά. Η μέγιστη ελάττωση της αρτηριακής πίεσης μιας δόσης ήταν ορατή μετά από 3-4 εβδομάδες. Η αντιυπερτασική δράση διατηρείται με μακροχρόνια αγωγή. Η διακοπή της αγωγής δεν προκαλεί φαινόμενο rebound. Η θεραπευτική αντιμετώπιση της υπέρτασης με την καπτοπρίλη οδηγεί σε μείωση της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας.
Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, η καπτοπρίλη προκάλεσε μείωση των περιφερικών συστηματικών αντιστάσεων και αύξηση της φλεβικής χωρητικότητας, μειώνοντας το προφόρτιο και μεταφορτίο της καρδιάς. Παρατηρήθηκε αύξηση του ανά λεπτό όγκου αίματος, του δείκτη εργασίας και της ικανότητας για άσκηση.
Σε ασθενείς μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου, η καπτοπρίλη (η χορήγηση της οποίας άρχισε μεταξύ της 3ης και της 16ης ημέρας μετά το έμφραγμα) επιμήκυνε το χρόνο επιβίωσης και ελάττωσε την καρδιαγγειακή θνησιμότητα, καθυστερώντας την ανάπτυξη συμπτωματικής καρδιακής ανεπάρκειας και μειώνοντας την ανάγκη νοσηλείας. Επίσης, μείωσε τα μεταγενέστερα εμφράγματα, τις διαδικασίες επαναγγείωσης και/ή την ανάγκη για επιπρόσθετη φαρμακευτική αγωγή. Η καπτοπρίλη (χορηγούμενη εντός 24 ωρών από το επεισόδιο και για ένα μήνα) μείωσε σημαντικά τη συνολική θνησιμότητα μετά από 5 εβδομάδες, επίδραση που διατηρήθηκε μετά από ένα χρόνο.
Οι καρδιοπροστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης παρατηρούνται ανεξάρτητα από την ηλικία, το γένος, τον εντοπισμό του εμφράγματος και τη συνοδό θεραπευτική αγωγή.
Σε ινσουλινοεξαρτώμενους (τύπου Ι) διαβητικούς ασθενείς με πρωτεϊνουρία, η καπτοπρίλη μείωσε σημαντικά (κατά 51%) το χρόνο διπλασιασμού της αρχικής συγκέντρωσης της κρεατινίνης και τη συχνότητα τελικής νεφρικής ανεπάρκειας ή θανάτου (51%). Σε ασθενείς με διαβήτη και μικροπρωτεϊνουρία, η αγωγή με καπτοπρίλη ελάττωσε την απέκκριση της πρωτεΐνης εντός δύο ετών. Οι επιδράσεις αυτές είναι επιπλέον του οφέλους από την ελάττωση της αρτηριακής πίεσης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NORMOLOSE
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η καπτοπρίλη είναι ένας χορηγούμενος από το στόμα ενεργός παράγοντας για την δραστικότητα της οποίας δεν απαιτείται βιομετασχηματισμός. Η μέση ελάχιστη απορρόφηση είναι περίπου 75%. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 60-90 λεπτών. Η παρουσία τροφής στο γαστρεντερικό ελαττώνει την απορρόφηση κατά περίπου 30-40%. Περίπου το 25-30% του κυκλοφορούντος φαρμάκου συνδέεται με τις πρωτεϊνες του πλάσματος.
Ο φαινομενικός χρόνος αποβολής της αμετάβλητης καπτοπρίλης στο αίμα είναι περίπου 2 ώρες. Ποσοστό μεγαλύτερο του 95% της απορροφούμενης δόσης αποβάλλεται στα ούρα εντός 24 ωρών. Ποσοστό 40-50% είναι αμετάβλητο φάρμακο και το υπόλοιπο είναι μη ενεργοί διθειούχοι μεταβολίτες (διθειούχος καπτοπρίλη και κυστεϊνοδιθειούχος καπτοπρίλη).
Η μειωμένη νεφρική λειτουργία μπορεί να προκαλέσει συσσώρευση του φαρμάκου. Ως εκ τούτου, σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία θα πρέπει να ελαττώνεται η δόση ή / και να επιμηκύνοντια τα μεταξύ των δόσεων διαστήματα (βλέπει 4.2). Μελέτες σε πειραματόζωα έδειξαν ότι η κεπτοπρίλη δε διέρχεται του αιματοεγκεφαλικού φραγμού σε σημαντική έκταση.
ΕΟΦ · 2.5.1
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
expand_more
Αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης
Τα φάρμακα της ομάδας αυτής αναστέλλουν την μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ. Οι κυριότερες ενδείξεις τους είναι:
Υπέρταση. Χορηγούνται σε ήπια ή μέτρια υπέρταση, ιδιαίτερα αν αντενδείκνυνται ή δεν γίνονται ανεκτοί ή αποτύχουν οι β-αποκλειστές ή τα διουρητικά, αν και συνδυάζονται με τα τελευταία επιτυχώς. Οι ασθενείς με νεφραγγειακή υπέρταση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι στους α-ΜΕΑ και η αγωγή πρέπει να αρχίζει με μικρότερες δόσεις. Προσοχή επίσης χρειάζεται σε περιπτώσεις στις οποίες κινητοποιείται το σύστημα ρενίνης, όπως λ.χ. στην καρδιακή ανεπάρκεια, σε προηγηθείσα χρήση διουρητικών ή σε αυστηρή άναλο δίαιτα, διότι μπορεί να προκληθεί σοβαρή υπόταση κατά την πρώτη λήψη του φαρμάκου. Για το λόγο αυτό τα διουρητικά διακόπτονται λίγες μέρες πριν δοθεί η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ.
Καρδιακή ανεπάρκεια. Οι α-ΜΕΑ είναι ιδιαίτερα χρήσιμα φάρμακα σε όλα τα στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας και πρέπει να συνδυάζονται με διουρητικά και δακτυλίτιδα όταν κρίνεται απαραίτητο. Βελτιώνουν την πρόγνωση και επομένως πλεονεκτούν θεραπευτικών σχημάτων όπως ο συνδυασμός νιτρωδών με υδραλαζίνη. Η χορήγηση α-ΜΕΑ ενδείκνυται σε κάθε ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια όταν δεν υπάρχει αντένδειξη. Για να αποφευχθεί η υπερκαλιαιμία πριν αρχίσει η χορήγηση α-ΜΕΑ πρέπει να διακοπεί η χρήση διουρητικών προστατευτικών της απώλειας καλίου καθώς και σκευασμάτων υποκατάστασης καλίου. Η έναρξη χορήγησης α-ΜΕΑ σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια που ήδη λαμβάνουν υψηλές δόσεις διουρητικών της αγκύλης (π.χ. φουροσεμίδη 80 mg ημερησίως) είναι δυνατόν να προκαλέσει έντονη υπόταση. Η προσωρινή διακοπή του διουρητικού μειώνει τον κίνδυνο της υπότασης αλλά είναι δυνατόν να προκαλέσει σοβαρό πνευμονικό οίδημα. Ως εκ τούτου στις περιπτώσεις αυτές η πρώτη δόση των α-ΜΕΑ πρέπει να είναι ιδιαίτερα χαμηλή (π.χ. 6.25 mg Καπτοπρίλης) με τον ασθενή ξαπλωμένο, κάτω από στενή ιατρική παρακολούθηση και με δυνατότητα θεραπείας της υπότασης. Συμπερασματικά στις περιπτώσεις αυτές ο ασθενής πρέπει να εισάγεται στο νοσοκομείο για έναρξη της χορήγησης των α-ΜΕΑ.
Έμφραγμα του μυοκαρδίου. Οι α-ΜΕΑ βελτιώνουν την πρόγνωση ασθενών με έμφραγμα του μυοκαρδίου και είτε κλινικά διαπιστωμένη αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια είτε απλή δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας. Η θεραπεία κλινικά σταθεροποιημένων ασθενών πρέπει να ξεκινά 3-10 μέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η καπτοπρίλη, ένας αναστολέας του ACE, ανταγωνίζεται τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης (RAAS). Το RAAS είναι ένας ομοιοστατικός μηχανισμός για τη ρύθμιση της αιμοδυναμικής και της ισορροπίας ύδατος-ηλεκτρολυτών. Κατά τη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος ή όταν η αρτηριακή πίεση ή η νεφρική ροή αίματος μειώνεται, η ρενίνη απελευθερώνεται από τα κοκκιώδη κύτταρα του νεφρικού εγγύς σωληναρίου στα νεφρά. Στην κυκλοφορία του αίματος, η ρενίνη διασπά την κυκλοφορούσα αγγειοτενσινογόνο σε αγγειοτενσίνη Ι (ATI), η οποία στη συνέχεια διασπάται σε αγγειοτενσίνη ΙΙ (ATII) από το ACE. Η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω διαφόρων μηχανισμών:
- Πρώτον, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η αλδοστερόνη ταξιδεύει στον άπω εσπειραμένο σωληνάριο (DCT) και στον αθροιστικό σωληνάριο των νεφρών, όπου αυξάνει την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος, αυξάνοντας τον αριθμό των καναλιών νατρίου και των νατριο-καλίου αντλίων ATP στις κυτταρικές μεμβράνες.
- Δεύτερον, η ATII διεγείρει την έκκριση αγγειοπιεστίνης (γνωστής και ως αντιδιουρητική ορμόνη ή ADH) από την οπίσθια υπόφυση. Η ADH διεγείρει περαιτέρω την επαναρρόφηση ύδατος από τους νεφρούς μέσω της εισαγωγής καναλιών υδατανθράκων-2 (aquaporin-2) στην κορυφαία επιφάνεια των κυττάρων του DCT και των αθροιστικών σωληναρίων.
- Τρίτον, η ATII αυξάνει την αρτηριακή πίεση μέσω άμεσης αρτηριακής αγγειοσυστολής. Η διέγερση του υποδοχέα ATII τύπου 1 (AT1R) στα κύτταρα των λείων μυών των αγγείων οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που καταλήγουν σε συστολή των μυοκυττάρων και αγγειοσυστολή.
Επιπλέον αυτών των κύριων δράσεων, η ATII προκαλεί την απόκριση της δίψας μέσω διέγερσης νευρώνων του υποθαλάμου.
Οι αναστολείς του ACE αναστέλλουν την ταχεία μετατροπή της ATI σε ATII και ανταγωνίζονται τις αυξήσεις της αρτηριακής πίεσης που προκαλούνται από το RAAS. Το ACE (γνωστό και ως κινινάση ΙΙ) εμπλέκεται επίσης στην ενζυμική απενεργοποίηση της βραδικινίνης, ενός αγγειοδιασταλτικού. Η αναστολή της απενεργοποίησης της βραδικινίνης αυξάνει τα επίπεδα βραδικινίνης και μπορεί να διατηρήσει τις δράσεις της, προκαλώντας αυξημένη αγγειοδιαστολή και μειωμένη αρτηριακή πίεση.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Υπάρχουν δύο ισομορφές του ACE: η σωματική ισομορφή, η οποία υπάρχει ως γλυκοπρωτεΐνη που αποτελείται από μία μόνο πολυπεπτιδική αλυσίδα 1277 αμινοξέων· και η ορχική ισομορφή, η οποία έχει χαμηλότερο μοριακό βάρος και πιστεύεται ότι παίζει ρόλο στην ωρίμανση των σπερματοζωαρίων και τη σύνδεση των σπερματοζωαρίων με το επιθήλιο των ωοθηκών. Η σωματική ACE έχει δύο λειτουργικά ενεργούς τομείς, το Ν και το C, τα οποία προκύπτουν από διπλασιασμό γονιδίων. Αν και οι δύο τομείς έχουν υψηλή ομοιότητα αλληλουχίας, παίζουν διακριτούς φυσιολογικούς ρόλους. Ο C-τομέας εμπλέκεται κυρίως στη ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης, ενώ ο Ν-τομέας παίζει ρόλο στη διαφοροποίηση και τον πολλαπλασιασμό των αιμοποιητικών βλαστοκυττάρων. Οι αναστολείς του ACE συνδέονται και αναστέλλουν τη δραστηριότητα και των δύο τομέων, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια και ανασταλτική δράση έναντι του C-τομέα.
Η καπτοπρίλη, ένας από τους λίγους αναστολείς του ACE που δεν είναι προφάρμακο, ανταγωνίζεται την ATI για τη σύνδεση με το ACE και αναστέλλει την ενζυμική πρωτεόλυση της ATI σε ATII. Η μείωση των επιπέδων ATII στον οργανισμό μειώνει την αρτηριακή πίεση αναστέλλοντας τις πρεσορικές επιδράσεις της ATII, όπως περιγράφεται στην ενότητα Φαρμακολογία παραπάνω. Η καπτοπρίλη προκαλεί επίσης αύξηση της δραστηριότητας ρενίνης στο πλάσμα, πιθανώς λόγω απώλειας της αναστολής ανάδρασης που μεσολαβείται από την ATII στην απελευθέρωση της ρενίνης ή/και διέγερσης αντανακλαστικών μηχανισμών μέσω των βαροϋποδοχέων. Η συγγένεια της καπτοπρίλης για το ACE είναι περίπου 30.000 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της ATI.
Ο τοπικός ρόλος του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης (RAS) τεκμηριώθηκε πρόσφατα παράλληλα με τις συμβατικές συστημικές λειτουργίες του. Μελέτες έδειξαν ότι η αγγειοτενσίνη ΙΙ (AngII) επηρεάζει την υγεία των οστών, ενώ η αναστολή του ACE-1 διατήρησε αυτές τις επιδράσεις. Η νεοαποκτηθείσα Ang1-7 ασκεί πολλαπλές ευεργετικές δράσεις, αντιτιθέμενες στην AngII. Έτσι, η παρούσα μελέτη εξετάζει το ρόλο της Ang1-7 στη διαμεσολάβηση των οστεοπροστατευτικών επιδράσεων των ACEI (καπτοπρίλης) μέσω του G-πρωτεϊνικού συζευγμένου υποδοχέα Mas, χρησιμοποιώντας ένα μοντέλο οστεοπόρωσης σε αρουραίους μετά από ωοθηκεκτομή (OVX). 8 εβδομάδες μετά τις χειρουργικές επεμβάσεις, χορηγήθηκε καπτοπρίλη από το στόμα (40 mg/kg/ημέρα), ενώ ο ειδικός αναστολέας του υποδοχέα Mas (A-779) χορηγήθηκε με ρυθμό έγχυσης 400 ng/kg/1 λεπτό για 6 εβδομάδες. Μετρήθηκαν δείκτες οστικού μεταβολισμού στον ορό και τα ούρα. Οι συγκεντρώσεις των μετάλλων ποσοτικοποιήθηκαν στον ορό, τα ούρα και τα μηριαία οστά με φασματοσκοπία μάζας επαγωγικά συζευγμένου πλάσματος (ICP-MS). Η τραβηκτική και φλοιώδης μορφομετρία αναλύθηκε στα δεξιά περιφερικά μηριαία οστά με μικρο-CT. Τέλος, προσδιορίστηκαν η έκφραση των πεπτιδίων, των ενζύμων και των υποδοχέων του RAS, μαζί με τον υποδοχέα ενεργοποιητή του NF-kappaB ligand (RANKL) και την οστεοπροτεγκερίνη (OPG) στις κεφαλές του μηριαίου οστού. Τα ζώα OVX έδειξαν σημαντικά αλλοιωμένο οστικό μεταβολισμό και ορυκτοποίηση, καθώς και διαταραγμένη μικροδομή των οστών. Η καπτοπρίλη αποκατέστησε σημαντικά τους βιοδείκτες οστικού μεταβολισμού και διόρθωσε τις τιμές Ca2+ και P στα ούρα και τα οστά των αρουραίων με έλλειψη οιστρογόνων. Επιπλέον, τα τραβηκτικά και φλοιώδη μορφομετρικά χαρακτηριστικά αποκαταστάθηκαν από την καπτοπρίλη στις ομάδες OVX. Η καπτοπρίλη βελτίωσε επίσης την έκφραση των ACE-2, Ang1-7, Mas και OPG, ενώ εξάλειψε την επαγόμενη από OVX αύξηση της έκφρασης των ACE-1, AngII, υποδοχέα τύπου Ang 1 (AT1R) και RANKL. Η αναστολή της αλληλουχίας Ang1-7 από το A-779 εξάλειψε σημαντικά τις προστατευτικές επιδράσεις της καπτοπρίλης στον οστικό μεταβολισμό, την ορυκτοποίηση και τη μικροδομή. Το A-779 ανέστρεψε επίσης τις επιδράσεις OVX στην έκφραση του RANKL και την αλληλουχία ACE-1/AngII/AT1R και μείωσε την έκφραση OPG και την οδό ACE-2/Ang1-7/Mas. Σύμφωνα με τις κλινικές παρατηρήσεις των οστεοπροστατευτικών ιδιοτήτων μετά την αναστολή του ACE-1, η τοπική ενεργοποίηση της σηματοδότησης ACE-2/Ang1-7/Mas και η καταστολή της οστεοκλαστογένεσης φαίνεται να είναι υπεύθυνες για την οστεοπροστατευτική δράση της καπτοπρίλης, η οποία θα μπορούσε να προσφέρει δυνητική θεραπευτική αξία στη θεραπεία καταστροφικών οστικών και μυοσκελετικών παθήσεων.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
- Απορρόφηση: 60-75% σε νηστικούς ασθενείς· τροφή μειώνει την απορρόφηση κατά 25-40% (ορισμένες ενδείξεις υποδεικνύουν ότι αυτό δεν είναι κλινικά σημαντικό).
- Μεταβολισμός & Απέκκριση: Το φάρμακο /καπτοπρίλη/ μεταβολίζεται και απεκκρίνεται νεφρικά. Πάνω από 95% της δόσης απεκκρίνεται νεφρικά, τόσο ως αμετάβλητο φάρμακο (45-50%) όσο και ως μεταβολίτες.
- Σε σκύλους: Περίπου 75% μιας από του στόματος δόσης απορροφάται, αλλά η τροφή στο γαστρεντερικό σωλήνα μειώνει τη βιοδιαθεσιμότητα κατά 30-40%. Κατανέμεται στους περισσότερους ιστούς (όχι στο ΚΝΣ) και δεσμεύεται κατά 40% σε πρωτεΐνες πλάσματος σε σκύλους.
- Σε ανθρώπους: Περίπου 60-75% μιας από του στόματος δόσης καπτοπρίλης απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές ή υπερτασικούς ασθενείς. Η τροφή μπορεί να μειώσει την απορρόφηση της καπτοπρίλης έως και 25-40%, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η επίδραση δεν είναι κλινικά σημαντική. Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 mg καπτοπρίλης από το στόμα σε νηστικούς υγιείς εθελοντές σε μία μελέτη, επιτεύχθηκαν μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις φαρμάκου στο αίμα 800 ng/mL εντός 1 ώρας.
- /ΓΑΛΑ/: Οι συγκεντρώσεις καπτοπρίλης στο μητρικό γάλα είναι περίπου το 1% αυτών στο μητρικό αίμα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρη) δεδομένα για την Καπτοπρίλη (σύνολο 7), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση σε Πρωτεΐνες
25-30% δεσμεύεται σε πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι ο δισουλφιδικός εστέρας καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Οι μεταβολίτες μπορεί να υποστούν αναστρέψιμη αλληλομετατροπή.
Περίπου το ήμισυ της απορροφούμενης δόσης καπτοπρίλης μεταβολίζεται ταχέως, κυρίως σε δισουλφιδικό εστέρα καπτοπρίλης-κυστεΐνης και το δισουλφιδικό διμερές της καπτοπρίλης. Μελέτες in vitro υποδηλώνουν ότι η καπτοπρίλη και οι μεταβολίτες της μπορεί να υποστούν αναστρέψιμες αλληλομετατροπές. Έχει προταθεί ότι το φάρμακο μπορεί να μεταβολίζεται εκτενέστερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία παρά σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
- Σε ανθρώπους: 2 ώρες
- Σε ασθενή: Ένας 43χρονος ασθενής με ήπια καρδιακή ανεπάρκεια αποπειράθηκε αυτοκτονία καταπίνοντας μεταξύ 5000 και 7500 mg καπτοπρίλης. Η αρτηριακή πίεση κυμαινόταν γύρω στα 100-120/50-75 mm Hg και ο καρδιακός ρυθμός δεν έδειχνε τάση επιτάχυνσης (75-100/min)… Ο υπολογισμένος χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης ήταν 4,4 ώρες…
- Σε σκύλους: Ο χρόνος ημίσειας ζωής της καπτοπρίλης είναι περίπου 2,8 ώρες σε σκύλους…
- Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία: Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της αμετάβλητης καπτοπρίλης φαίνεται να είναι μικρότερος από 2 ώρες σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της καπτοπρίλης και των μεταβολιτών της συσχετίζεται με την κάθαρση κρεατινίνης και αυξάνεται σε περίπου 20-40 ώρες σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 20 mL/λεπτό και έως και 6,5 ημέρες σε ανουρικά ασθενή.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
9G64RSX1XD
CAPTOPRIL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης
Η καπτοπρίλη είναι ένας Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης. Ο μηχανισμός δράσης της καπτοπρίλης είναι ως Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης.
CAPTOPRIL
Αναστολείς Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [MoA]· Αναστολέας Μετατρεπτικού Ενζύμου Αγγειοτενσίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Μια κατηγορία φαρμάκων των οποίων οι κύριες ενδείξεις είναι η θεραπεία της υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Ασκούν την αιμοδυναμική τους δράση κυρίως αναστέλλοντας το σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης. Τροποποιούν επίσης τη δραστηριότητα του συμπαθητικού νευρικού συστήματος και αυξάνουν τη σύνθεση προσταγλανδινών. Προκαλούν κυρίως αγγειοδιαστολή και ήπια νατριούρηση χωρίς να επηρεάζουν τον καρδιακό ρυθμό και τη συσταλτικότητα.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής υπέρτασης ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΝΑΡΓΑΛΛΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΓΑΓΓΛΙΟΝΙΚΟΙ ΑΝΤΙΣΤΟΛΙΣΤΕΣ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (α-ΜΕΑ (Αναστολείς μετατρεπτικού ενζύμου)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.