ALLOPURINOL
Αλλοπουρινόλη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ATC: Μ04ΑΑ01 ### Μηχανισμός δράσης Η Αλλοπουρινόλη είναι ένας αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
D47 Άλλες νεοπλασίες αβέβαιης ή άγνωστης συμπεριφοράς λεμφικού, αιμοποιητικού και συναφούς ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μυελοϋπερπλαστική νόσος
-
E79 Διαταραχές του μεταβολισμού των πουρινών και της πυριμιδίνης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πρωτοπαθής υπερουριχαιμία · Υπερουριχαιμία
-
N20 Λίθος στον νεφρό και στον ουρητήρα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νεφρολιθίαση από ουρικό οξύ
-
M10 Ουρική αρθρίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δευτεροπαθής υπερουριχαιμία · Ποδάγρα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ZYLORIC
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα ακολούθως του γεύματος
- Δόση έναρξης: 100 mg την ημέρα
- Τιτλοποίηση: με προοδευτική αύξηση μέχρι 600 mg και με βάση το προσδιορισμό του ουρικού οξέος στο αίμα.
-
ΕνήλικεςΔόση100 έως 900 mg την ημέραΜέγ. δόση900 mg την ημέραΗ αλλοπουρινόλη αρχικά χορηγείται σε χαμηλή δόση, πχ 100 mg την ημέρα για να μειωθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων αντιδράσεων και αυξάνεται μόνο εάν ο προσδιορισμός του ουρικού οξέος στο αίμα δεν είναι ικανοποιητικός. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η νεφρική λειτουργία είναι ανεπαρκής (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Μπορεί να ληφθεί και σε μία δόση, μετά το γεύμα. Είναι καλά ανεκτό ειδικότερα μετά τη λήψη τροφής. Αν η ημερήσια δόση υπερβεί τα 300 mg και εκδηλωθεί δυσανεξία, ενδεχομένως να βοηθήσει η χορήγηση του φαρμάκου σε περισσότερες της μίας δόσεις. Δόση συντήρησης: 200-600 mg. Εάν απαιτείται δόση βάσει mg/kg σωματικού βάρους, τότε θα πρέπει να χορηγούνται 2 έως 10 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 15 ετών)Δόση10-20 mg/kg βάρους σώματος/ημέραΜέγ. δόση400 mg ημερησίωςΧρήση σε παιδιά ενδείκνυται σπάνια και μόνο σε κακοήθεις συνθήκες (ειδικότερα λευχαιμία ή υπερουριχαιμία οφειλόμενη σε μυελοϋπερπλαστική νόσο ή μετά από κυτταροστατική θεραπεία) και ορισμένες ενζυμικές διαταραχές, όπως το σύνδρομο Lesch-Nyhan. Να χορηγείται πριν από την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας.
-
ΗλικιωμένοιΛόγω απουσίας συγκεκριμένων δεδομένων, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που επιφέρει ικανοποιητική μείωση ουρικού οξέως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην συμβουλή ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Ασθενείς σε αιμοκάθαρσηΔόση300-400 mgμετά το τέλος κάθε συνεδρίας (2-3 φορές την εβδομάδα), οπότε δεν απαιτείται χορήγησή της στα μεσοδιαστήματα. Να μην χορηγείται πριν την έναρξη της συνεδρίας διότι η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολίτες της απάγονται με την αιμοκάθαρση.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜειωμένες δόσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συστήνεται η διενέργεια περιοδικών εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
-
Ασθενείς με καταστάσεις ανακύκλωσης σε υψηλές δόσεις ουρικού οξέος (π.χ. νεοπλασία, σύνδρομο Lesch-Nyhan)Συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με Αλλοπουρινόλη πριν την εφαρμογή κυτταροστατικής θεραπείας, με σκοπό τη διόρθωση της τυχόν υπάρχουσας και πρόληψη υπερουριχαιμίας ή αυξημένου ουρικού οξέος των ούρων. Επιβάλλεται επαρκής ενυδάτωση για την επίτευξη άριστης διούρησης. Η δόση της αλλοπουρινόλης θα πρέπει να είναι στο κατώτερο σημείο του συνιστώμενου δοσολογικού σχήματος. Εάν νεφροπάθεια από ουρικό οξύ ή άλλη παθολογία θέτει σε κίνδυνο τη νεφρική λειτουργία, η συμβουλή που δίνεται στην (βλ. Δοσολογία) θα πρέπει να ακολουθείται. Αυτά τα στάδια μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εναποθέσεων ξανθίνης και /ή οξυπουρινόλης, περιπλέκοντας την κλινική κατάσταση (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο φάρμακο
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα συστατικά του
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Σύνδρομο υπερευαισθησίας (DRESS, SJS, TEN)ΣημαντικήΆμεση διακοπή της αλλοπουρινόλης. Δεν πρέπει να επαναχορηγείται σε ασθενείς με ιστορικό συνδρόμου υπερευαισθησίας και SJS/TEN. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι ευεργετικά.
-
Αλλήλιο HLA-B*58:01 και κίνδυνος SJS/TENΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς φορείς του αλληλίου HLA-B*58:01 (ειδικά σε Κινεζικό πληθυσμό Χαν, Κορεατικό, Ιαπωνικής ή Ευρωπαϊκής καταγωγής)Μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο χρήσης αν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Απαιτείται επιπρόσθετη επαγρύπνηση για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/TEN. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση συμπτωμάτων.
-
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και κίνδυνος αντιδράσεων υπερευαισθησίαςΥψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και ταυτόχρονη χρήση διουρητικών (ιδιαίτερα θειαζιδών)Επιπρόσθετη επαγρύπνηση για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/TEN. Ο ασθενής πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης και μόνιμης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ασθενείς υπό θεραπεία για υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια (π.χ. με διουρητικά ή αναστολείς ΜΕΑ) που μπορεί να έχουν ταυτόχρονη νεφρική δυσλειτουργία.Πρέπει να χρησιμοποιούνται μειωμένες δόσεις. Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασυμπτωματική υπερουριχαιμίαΣύστασηΔεν θεωρείται γενικά ένδειξη για τη χρήση Αλλοπουρινόλη. Προτιμάται τροποποίηση της πρόσληψης υγρών και της διατροφής.
-
Οξείες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΔιαχείρισηΝα χορηγείται μακράν των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας (3 εβδομάδες από το τέλος της κρίσης) και πάντοτε με ικανή ποσότητα υγρών (τουλάχιστον 2 λίτρα το 24ωρο). Στα αρχικά στάδια θεραπείας, χορήγηση προφύλαξης με κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα ή κολχικίνη για μερικούς μήνες. Εάν οξείες κρίσεις αναπτυχθούν κατά τη θεραπεία, αυτή συνεχίζεται με την ίδια δοσολογία και η κρίση αντιμετωπίζεται με κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα.
-
Εναπόθεση ξανθίνηςΠροσοχήΠληθυσμόςΚαταστάσεις με πολύ αυξημένο ρυθμό παραγωγής ουρικών αλάτων (π.χ. κακοήθης νόσος και αγωγή της, σύνδρομο Lesch-Nyhan)Ο κίνδυνος ελαττώνεται με επαρκή ενυδάτωση.
-
Διαταραχές του θυρεοειδούςΠαρατήρησηΠληθυσμόςΑσθενείς σε μακροχρόνια θεραπεία με αλλοπουρινόληΑυξημένες τιμές της TSH (>5,5 μIU/ml) παρατηρήθηκαν.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΑντένδειξη (λόγω εκδόχων)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση της τοξικότητας και παράταση της δράσης της μεθοτρεξάτης.ΣύστασηΑπαιτείται μείωση της χορηγούμενης δόσης της μεθοτρεξάτης.
-
6-μερκαπτοπουρίνη, αζαθειοπρίνηπροσοχήΠαράταση της δράσης τους λόγω αναστολής της οξειδάσης της ξανθίνης.ΣύστασηΝα χορηγείται μόνο το ένα τέταρτο της συνήθους δόσης της 6-μερκαπτοπουρίνης ή της αζαθειοπρίνης.
-
Βιδαραµπίνη (Αδενίνη Αραβινοσίδη)προσοχήΑύξηση του χρόνου ημιζωής της βιδαραμπίνης στο πλάσμα, ενισχυμένες τοξικές δράσεις.ΣύστασηΠρόσθετη επαγρύπνηση είναι απαραίτητη για την αναγνώριση ενισχυμένων τοξικών δράσεων.
-
Σαλικυλικά και ουρικοζουρικοί παράγοντες (π.χ. προβενεσίδη)προσοχήΕπιτυγχάνουν την απέκκριση της οξυπουρινόλης, πιθανή μείωση της θεραπευτικής δράσης του φαρμάκου.
-
προσοχήΚίνδυνος παρατεταμένης υπογλυκαιμικής δράσης, ειδικά σε μειωμένη νεφρική λειτουργία, λόγω ανταγωνισμού στην απέκκριση στα νεφρικά σωληνάρια.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)παρακολούθησηΑυξημένη δράση της βαρφαρίνης και άλλων κουμαρινικών αντιπηκτικών.ΣύστασηΌλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
-
προσοχήΑναστολή της ηπατικής οξείδωσης της φαινυτοΐνης, αλλά η κλινική σημασία δεν έχει αποδειχθεί.
-
προσοχήΑναστολή του μεταβολισμού της θεοφυλλίνης μέσω εμπλοκής της οξειδάσης της ξανθίνης.
-
Αμπικιλίνη/ΑμοξικιλλίνηπροσοχήΑυξημένη συχνότητα εμφάνισης εξανθημάτων.ΣύστασηΣυνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν αλλοπουρινόλη να χρησιμοποιείται όπου είναι διαθέσιμο εναλλακτικό της αμπικιλίνης ή της αμοξικιλλίνης.
-
προσοχήΕνισχυμένη καταστολή του μυελού των οστών από την κυκλοφωσφαμίδη και άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, αν και σε ελεγχόμενη μελέτη η αλλοπουρινόλη δεν φάνηκε να αυξάνει την τοξική δράση.
-
προσοχήΑύξηση της συγκέντρωσης της κυκλοσπορίνης στον ορό, πιθανότητα ενίσχυσης της τοξικότητας της κυκλοσπορίνης.ΣύστασηΗ πιθανότητα ενίσχυσης της τοξικότητας της κυκλοσπορίνης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν τα φάρμακα συγχορηγούνται.
-
προσοχήΔιπλασιασμός της μέγιστης συγκέντρωσης Cmax και της AUC της διδανοσίνης στο πλάσμα.ΣύστασηΜπορεί να χρειάζεται μείωση της δόσης της διδανοσίνης όταν συγχορηγείται με αλλοπουρινόλη.
-
Διουρητικά (π.χ. φουροσεμίδη, θειαζίδες)προσοχήΑύξηση των συγκεντρώσεων του ουρικού οξέος στον ορό και της οξυπουρινόλης στο πλάσμα, αυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας (ιδιαίτερα με θειαζίδες και νεφρική δυσλειτουργία).
-
Αναστολείς του µετατρεπτικού ενζύµου αγγειοτασίνης (αναστολείς ΜΕΑ) (π.χ. καπτοπρίλη)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας, ιδιαίτερα αν υπάρχει νεφρική βλάβη.
-
ΑλκοόληπροσοχήΜεγάλες δόσεις οινοπνεύματος μπορεί να ελαττώσουν την δραστικότητα του φαρμάκου.
-
Ασκορβικό οξύ ή άλλοι οξινοποιητικοί παράγοντεςπροσοχήΔυνατόν να αυξηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας λίθων στους νεφρούς.
-
Άλατα σιδήρουαντένδειξηΝα μην χορηγούνται ταυτόχρονα.ΣύστασηΝα μην χορηγούνται ταυτόχρονα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δοθιήνωση
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Θρομβοπενία
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοανοσοβλαστικό Τ-λέμφωμα
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπερλιπιδαιμία
- Κατάθλιψη
- Κώμα
- Παράλυση
- Αταξία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Αλλοίωση γεύσης
- Ίλιγγος
- Καταρράκτης
- Έκπτωση όρασης
- Ωχροπάθεια
- Στηθάγχη
- Βραδυκαρδία
- Υπέρταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Αιματέμεση
- Στεατόρροια
- Στοματίτιδα
- Μεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρου
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική νέκρωση
- Κοκκιωματώδης ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αλλαγή χρώματος τριχών
- Αιματουρία
- Αζωθαιμία
- Ανδρική στειρότητα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Ασθένεια
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚοκκιωματώδης ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
ΣπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΈκπτωση όρασηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΊλιγγοςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα κακουχίαςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοανοσοβλαστικό Τ-λέμφωμαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑζωθαιμίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιματέμεσηΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλαγή χρώματος τριχώνΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑνδρική στειρότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑσθένειαΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΑταξίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΔοθιήνωσηΛοιμώξεις
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΚώμαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΜεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημαΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΠαράλυσηΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΣτεατόρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΥπερλιπιδαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΦαρμακευτικό εξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΩχροπάθειαΟφθαλμικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν κλινικές δοκιμές.
-
ΚύησηΜε προσοχήΤο Αλλοπουρινόλη πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν κατά την κρίση του γιατρού, το όφελος από τη χρήση του για την έγκυο γυναίκα υπερκαλύπτει σαφώς τους πιθανούς κινδύνους για τη μητέρα ή το αγέννητο τέκνο. Δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε εγκύους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Έχουν βρεθεί συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης 1,4 mg/litre και οξυπουρινόλης 53,7 mg/litre, στο μητρικό γάλα γυναίκας που λάμβανε αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως. Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν τις επιδράσεις της αλλοπουρινόλης ή των μεταβολιτών της στο θηλάζον βρέφος. Δεν συνιστάται η χορήγηση κατά την περίοδο του θηλασμού.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετος
- διάρροια
- ζάλη
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ATC: Μ04ΑΑ01
Μηχανισμός δράσης
Η Αλλοπουρινόλη είναι ένας αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης. Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει την ξανθινοξειδάση, το ένζυμο που καταλύει την μετατροπή της υποξανθίνης σε ξανθίνη και τελικά σε ουρικό οξύ. Μεταβολίζεται σε οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη), η οποία επίσης αναστέλλει την ξανθινοξειδάση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Επιπρόσθετα της αναστολής του καταβολισμού της πουρίνης, σε μερικούς αλλά όχι όλους τους υπερουριχαιμικούς ασθενείς, η de novo βιοσύνθεση της πουρίνης, μειώνεται μέσω αναδραστικής αναστολής της υποξανθίνης-γουανίνης.
Απορρόφηση
Η αλλοπουρινόλη είναι ενεργή όταν χορηγείται από στόματος και απορροφάται ταχύτατα από την άνω γαστρεντερική οδό. Σε μελέτες η αλλοπουρινόλη έχει ανιχνευθεί στο αίμα 30 έως 60 λεπτά ακολούθως της χορήγησης. Οι εκτιμήσεις σχετικά με τη βιοδιαθεσιμότητα ποικίλουν από 67% έως 90%.
Τα μέγιστα επίπεδα της αλλοπουρινόλης στο πλάσμα γενικά επιτυγχάνονται κατά προσέγγιση 1,5 ώρες ακολούθως της από στόματος χορήγησης της αλλοπουρινόλης, αλλά μειώνονται ταχύτατα και μόλις που ανιχνεύονται μετά από 6 ώρες. Τα μέγιστα επίπεδα της οξυπουρινόλης στο πλάσμα γενικά επιτυγχάνονται μετά από 3 έως 5 ώρες, ακολούθως της από στόματος χορήγησης της αλλοπουρινόλης και διατηρούνται πολύ περισσότερο.
Κατανομή
Η αλλοπουρινόλη δεσμεύεται ελάχιστα από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και κατά συνέπεια αλλαγές στην πρωτεϊνική δέσμευση δεν θεωρείται να μεταβάλλουν σημαντικά την κάθαρση. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αλλοπουρινόλης είναι περίπου 1,6 λίτρα/kg, το οποίο υποδηλώνει σχετικά εκτεταμένη πρόσληψη από τους ιστούς. Δεν έχουν αναφερθεί στους ανθρώπους συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης στους ιστούς, αλλά είναι πιθανό ότι η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη θα είναι παρούσες σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ και στον εντερικό βλεννογόνο όπου η δράση της οξειδάσης της ξανθίνης είναι υψηλή.
Βιομετασχηματισμός
Το κύριο μεταβολικό παράγωγο της αλλοπουρινόλης είναι η οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη) που δρα ως αναστολέας της ξανθινοξειδάσης με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, σε ασθενείς με φυσιολογική εντερική λειτουργία, περίπου 15 ώρες ή και περισσότερο, που αυξάνει σε περιπτώσεις εντερικής δυσλειτουργίας. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη συμμετέχουν στο σχηματισμό των αντιστοίχων ριβονουκλεοτιδίων. Άλλοι μεταβολίτες της αλλοπουρινόλης περιλαμβάνουν το ριβοσιδιο της αλλοπουρινόλης και το ριβοσίδιο της 7-οξυπουρινόλης.
Αποβολή
Περίπου το 20% της χορηγούμενης από στόματος αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα. Η αποβολή της αλλοπουρινόλης είναι κυρίως από τη μεταβολική μετατροπή σε οξυπουρινόλη από την οξειδάση της ξανθίνης και αλδεϋδική οξειδάση, με λιγότερο από το 10% του αμετάβλητου φαρμάκου να απεκκρίνεται στα ούρα. Ο χρόνος ημιζωής της αλλοπουρινόλης στο πλάσμα κυμαίνεται μεταξύ περίπου 0,5 και 1,5 ωρών. Η οξυπουρινόλη είναι ένας λιγότερο ισχυρός αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης από την αλλοπουρινόλη, αλλά ο χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα είναι πολύ πιο παρατεταμένος. Στον άνθρωπο εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 13 έως 30 ώρες. Ως εκ τούτου, αποτελεσματική αναστολή της οξειδάσης της ξανθίνης διατηρείται πάνω από μια περίοδο 24 ωρών με εφάπαξ ημερήσια δόση αλλοπουρινόλης. Ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία θα συσσωρεύουν σταδιακά οξυπουρινόλη, έως ότου επιτευχθεί σταθερό επίπεδο συγκέντρωσης οξυπουρινόλης στο πλάσμα. Τέτοιοι ασθενείς, λαμβάνοντας 300 mg αλλοπουρινόλης ανά ημέρα γενικά θα εμφανίζουν συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης στο πλάσμα από 5 έως 10 mg/λίτρο. Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα, αλλά έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής, διότι υφίσταται σωληναριακή επαναπορρόφηση. Οι αναφερόμενες τιμές για τον χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής κυμαίνονται από 13,6 έως 29 ώρες. Οι μεγάλες διαφορές στις τιμές αυτές σε ασθενείς, ενδέχεται να εξηγούνται από διαφορές στο σχεδιασμό της μελέτης και/ή στην κάθαρση κρεατινίνης.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ATC: Μ04ΑΑ01 ### Μηχανισμός δράσης Η Αλλοπουρινόλη είναι ένας αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης. Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει την ξανθινοξειδάση, το ένζυμο που καταλύει την…
Απορρόφηση Η αλλοπουρινόλη είναι ενεργή όταν χορηγείται από στόματος και απορροφάται ταχύτατα από την άνω γαστρεντερική οδό. Σε μελέτες η αλλοπουρινόλη έχει ανιχνευθεί στο αίμα 30 έως 60 λεπτά ακολούθως της χορήγησης. Οι εκτιμήσεις σχετικά με τη…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αλλοπουρινόλη μειώνει την παραγωγή ουρικού οξέος σταματώντας τις βιοχημικές αντιδράσεις που προηγούνται του σχηματισμού του. Αυτή η διαδικασία μειώνει τα ουρικά άλατα και ανακουφίζει τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν επώδυνες τοφώδεις εναποθέσεις, πόνο στις αρθρώσεις, φλεγμονή, ερυθρότητα, μειωμένο εύρος κίνησης και οίδημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αλλοπουρινόλη είναι ένα δομικό ανάλογο της φυσικής βάσης πουρίνης, της υπoξανθίνης. Μετά την κατάποση, η αλλοπουρινόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ στο δραστικό της μεταβολίτη, την οξυπουρινόλη (αλοξανθίνη), η οποία δρα ως αναστολέας του ενζύμου ξανθινικής οξειδάσης. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και ο δραστικός μεταβολίτης της αναστέλλουν τη ξανθινική οξειδάση, το ένζυμο που μετατρέπει την υπoξανθίνη σε ξανθίνη και την ξανθίνη σε ουρικό οξύ. Η αναστολή αυτού του ενζύμου είναι υπεύθυνη για τις δράσεις της αλλοπουρινόλης.
Αυτό το φάρμακο αυξάνει την επαναχρησιμοποίηση της υπoξανθίνης και της ξανθίνης για τη σύνθεση νουκλεοτιδίων και νουκλεϊκών οξέων μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει το ένζυμο υπoξανθίνη-γουανίνη φωσφοριβοσιλοτρανσφεράση (HGPRTase). Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση νουκλεοτιδίων, η οποία προκαλεί αναστολή ανάδρασης της de novo σύνθεσης πουρινών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στα ούρα και τον ορό, μειώνοντας την εμφάνιση συμπτωμάτων ουρικής αρθρίτιδας.
Συνοδεύοντας τη μείωση του ουρικού οξέος στον ορό από την αλλοπουρινόλη, παρατηρείται αύξηση των συγκεντρώσεων υπoξανθίνης και ξανθίνης στον ορό και τα ούρα (λόγω της αναστολής της ξανθινικής οξειδάσης).
Απουσία αλλοπουρινόλης, η φυσιολογική απέκκριση οξυπουρινών στα ούρα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή ουρικού οξέος. Μετά τη χορήγηση αλλοπουρινόλης, τα απεκκρινόμενα ούρα περιέχουν υπoξανθίνη, ξανθίνη και ουρικό οξύ. Επειδή κάθε ουσία έχει τη δική της ατομική διαλυτότητα, η συγκέντρωση του ουρικού οξέος στο πλάσμα μειώνεται χωρίς να εκτίθενται οι νεφρικοί ιστοί σε υψηλό φορτίο ουρικού οξέος, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο κρυσταλλουρίας.
Μειώνοντας τη συγκέντρωση του ουρικού οξέος στο πλάσμα κάτω από τα όρια διαλυτότητάς του, η αλλοπουρινόλη προάγει τη διάλυση των τοφών ουρικής αρθρίτιδας. Αν και τα επίπεδα υπoξανθίνης και ξανθίνης αυξάνονται μετά τη χορήγηση αλλοπουρινόλης, ο κίνδυνος εναπόθεσης στους νεφρικούς ιστούς είναι μικρότερος από αυτόν του ουρικού οξέος, καθώς είναι πιο διαλυτές και απεκκρίνονται ταχέως από τον νεφρό.
Σύνοψη
- Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει τη ξανθινική οξειδάση, το ένζυμο που καταλύει τη μετατροπή της υπoξανθίνης σε ξανθίνη και της ξανθίνης σε ουρικό οξύ. Η οξυπουρινόλη, μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης, αναστέλλει επίσης τη ξανθινική οξειδάση.
- Αναστέλλοντας τη ξανθινική οξειδάση, η αλλοπουρινόλη και ο μεταβολίτης της εμποδίζουν τη μετατροπή των οξυπουρινών (υπoξανθίνη και ξανθίνη) σε ουρικό οξύ, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στο πλάσμα και τα ούρα.
- Το φάρμακο διαφέρει, επομένως, από τους ουρικοζουρικούς παράγοντες που μειώνουν τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στον ορό προάγοντας την νεφρική απέκκριση ουρικού οξέος.
- Οι συγκεντρώσεις της ξανθινικής οξειδάσης δεν μεταβάλλονται από μακροχρόνια χορήγηση του φαρμάκου.
- Η αλλοπουρινόλη δεν παρεμβαίνει άμεσα στη σύνθεση νουκλεοτιδίων πουρίνης ή νουκλεϊκών οξέων. Ωστόσο, αυξάνει έμμεσα τις συγκεντρώσεις ριβονουκλεοτιδίων οξυπουρίνης και αλλοπουρινόλης και μειώνει τις συγκεντρώσεις φωσφοριβοσιλοπυροφωσφορικού οξέος, μειώνοντας έτσι τη de novo βιοσύνθεση πουρινών μέσω ψευδο-αναστολής ανάδρασης.
- Επιπλέον, η αλλοπουρινόλη αυξάνει την ενσωμάτωση υπoξανθίνης και ξανθίνης στο DNA και το RNA, μειώνοντας περαιτέρω τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στον ορό.
- Η αλλοπουρινόλη μπορεί να προκαλέσει έλλειμμα συνολικών πουρινών (ουρικού οξέος και οξυπουρινών) που ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες mg ημερησίως.
- Συνοδεύοντας τη μείωση του ουρικού οξέος που παράγεται από την αλλοπουρινόλη, παρατηρείται αύξηση των συγκεντρώσεων υπoξανθίνης και ξανθίνης στον ορό και τα ούρα.
- Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των οξυπουρινών δεν αυξάνονται αναλογικά με την πτώση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στον ορό και είναι συχνά 20-30% χαμηλότερες από ό,τι θα αναμενόταν λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος πριν από τη θεραπεία με αλλοπουρινόλη.
- Αυτή η διαφορά συμβαίνει επειδή η νεφρική κάθαρση των οξυπουρινών είναι τουλάχιστον 10 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του ουρικού οξέος.
- Επιπλέον, η φυσιολογική απέκκριση πουρινών στα ούρα είναι σχεδόν αποκλειστικά ουρικό οξύ, αλλά μετά από θεραπεία με αλλοπουρινόλη, αποτελείται από ουρικό οξύ, ξανθίνη και υπoξανθίνη, καθεμία από τις οποίες έχει ανεξάρτητη διαλυτότητα.
- Έτσι, ο κίνδυνος κρυσταλλουρίας μειώνεται.
- Η αλκαλοποίηση των ούρων αυξάνει τη διαλυτότητα των πουρινών, ελαχιστοποιώντας περαιτέρω τον κίνδυνο κρυσταλλουρίας.
- Η μειωμένη νεφρική σωληναριακή μεταφορά ουρικού οξέος οδηγεί επίσης σε αυξημένη νεφρική επαναρρόφηση ασβεστίου και μειωμένη απέκκριση ασβεστίου.
- Η αλλοπουρινόλη παρεμβαίνει επίσης στη de novo σύνθεση νουκλεοτιδίων πυριμιδίνης αναστέλλοντας την οροτιδίνη 5’-φωσφορική δεκαρβοξυλάση. Προκύπτει δευτεροπαθής οροτινική οξυουρία και οροτινιδουρία. Το οροτικό οξύ είναι εξαιρετικά αδιάλυτο και θα μπορούσε να σχηματίσει βαριά ιζηματοποίηση κρυστάλλων στα ούρα· ωστόσο, η αυξημένη απέκκριση οροτικού οξέος και οροτιδίνης σπάνια υπερβαίνει το 10% των συνολικών πυριμιδινών που συντίθενται από τον οργανισμό.
- Επιπλέον, συνήθως συμβαίνει ενισχυμένη μετατροπή της ουριδίνης σε ουριδίνη 5’-μονοφωσφορική και, επομένως, αυτή η μερική αναστολή της σύνθεσης πυριμιδινών θεωρείται ακίνδυνη.
- Η αλλοπουρινόλη μπορεί επίσης να αναστείλει τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα.
- Η αλλοπουρινόλη δεν είναι κυτταροτοξική και δεν έχει επίδραση σε μεταμοσχεύσιμους όγκους.
- Το φάρμακο δεν έχει αναλγητική, αντιφλεγμονώδη ή ουρικοζουρική δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Το φάρμακο απορροφάται περίπου κατά 90% από το γαστρεντερικό σωλήνα.
- Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα συνήθως παρατηρούνται 1,5 ώρα και 4,5 ώρες μετά τη δόση για την αλλοπουρινόλη και την οξυπουρινόλη αντίστοιχα.
- Μετά από μία από του στόματος δόση 300 mg αλλοπουρινόλης, μετρήθηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος περίπου 3 mcg/mL αλλοπουρινόλης και 6,5 mcg/mL οξυπουρινόλης.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου 80-90% της δόσης αλλοπουρινόλης απορροφάται από το ΓΕΣ.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος αλλοπουρινόλης επιτυγχάνονται 2-6 ώρες μετά από μια συνήθη δόση.
- Η αλλοπουρινόλη απορροφάται ελάχιστα μετά από ορθική χορήγηση του φαρμάκου ως υπόθετα (σε βάση βουτύρου κακάο ή πολυαιθυλενογλυκόλης). Οι συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης ή οξυπουρινόλης στο πλάσμα ήταν ελάχιστες ή μη ανιχνεύσιμες μετά από τέτοια ορθική χορήγηση.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 ή 300 mg αλλοπουρινόλης σε υγιείς ενήλικες άνδρες σε μία μελέτη, μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος αλλοπουρινόλης περίπου 0,5 ή 1,4 ug/mL, αντίστοιχα, παρατηρήθηκαν σε περίπου 1-2 ώρες, ενώ μέγιστες συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης (ο δραστικός μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης) περίπου 2,4 και 6,4 ug/mL, αντίστοιχα, επιτεύχθηκαν εντός περίπου 3-4 ωρών.
- Στην ίδια μελέτη, μετά από ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά μίας εφάπαξ δόσης 100 ή 300 mg αλλοπουρινόλης (ως αλλοπουρινόλη νατρίου), μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος περίπου 1,6 και 5,1 ug/mL, αντίστοιχα, παρατηρήθηκαν σε περίπου 30 λεπτά, ενώ μέγιστες συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης περίπου 2,2 και 6,2 ug/mL, αντίστοιχα, επιτεύχθηκαν εντός περίπου 4 ωρών.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε έξι υγιή αρσενικά και θηλυκά άτομα, η αλλοπουρινόλη απομακρύνθηκε γρήγορα από τη συστηματική κυκλοφορία κυρίως μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού προς οξυπουρινόλη, χωρίς ανιχνεύσιμη συγκέντρωση αλλοπουρινόλης στο πλάσμα μετά από 5 ώρες από τη λήψη.
- Περίπου το 12% της ενδοφλέβιας δόσης αλλοπουρινόλης απεκκρίθηκε αμετάβλητο, το 76% ως οξυπουρινόλη, και η υπόλοιπη δόση ως γλυκοζιδικές συζεύξεις στα ούρα.
- Η γρήγορη μετατροπή της αλλοπουρινόλης σε οξυπουρινόλη δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις αλλοπουρινόλης.
-
Κατανομή:
- Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη είναι και οι δύο υποστρώματα για το ένζυμο ξανθινική οξειδάση, η οποία υπάρχει στο κυτταρόπλασμα των ενδοθηλιακών κυττάρων των τριχοειδών, συμπεριλαμβανομένων των ηπατικών κολποειδών, με την υψηλότερη δραστηριότητα να παρατηρείται στο ήπαρ και την εντερική επένδυση.
- Οι ιστοτικές συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης δεν έχουν ακόμη αναφερθεί σε ανθρώπους, ωστόσο, είναι πιθανό η αλλοπουρινόλη και ο μεταβολίτης οξυπουρινόλη να μετρηθούν στις υψηλότερες συγκεντρώσεις στους προαναφερθέντες ιστούς.
- Σε ζώα, οι συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα στο αίμα, το ήπαρ, το έντερο και την καρδιά, και στα χαμηλότερα στον εγκέφαλο και τους πνεύμονες.
-
Απέκκριση:
- Περίπου το 80% της από του στόματος ληφθείσας αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα ούρα ως διάφοροι μεταβολίτες.
- Περίπου το 20% της ληφθείσας αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
- Επειδή η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολίτες της κυρίως αποβάλλονται από τους νεφρούς, μπορεί να συσσωρευτεί αυτό το φάρμακο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια, και η δόση της αλλοπουρινόλης πρέπει, επομένως, να μειωθεί.
- Με κάθαρση κρεατινίνης 10 έως 20 mL/min, είναι κατάλληλη ημερήσια δόση 200 mg αλλοπουρινόλης.
- Όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 10 mL/min, η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg.
- Με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μετρημένη < 3 mL/min) μπορεί να απαιτείται μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ των δόσεων.
- Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής επαναρρόφησης, με καθαρή νεφρική κάθαρση περίπου 30 mL/min.
- Για περισσότερες πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) δεδομένα για την Αλλοπουρινόλη (13 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη συνδέονται μόνο αμελητέα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αλλοπουρινόλη μεταβολίζεται γρήγορα στον αντίστοιχο ξανθινικό αναλόγο, την οξυπουρινόλη (αλοξανθίνη), η οποία είναι επίσης αναστολέας του ενζύμου ξανθινικής οξειδάσης. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη αναστέλλουν τη δράση αυτού του ενζύμου.
Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη μετατρέπονται επίσης μέσω της οδού διάσωσης των πουρινών στα αντίστοιχα ριβονουκλεοτίδιά τους. Η επίδραση αυτών των ριβονουκλεοτιδίων σχετικά με τη δράση της αλλοπουρινόλης για τη μείωση του ουρικού οξέος στους ανθρώπους δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί μέχρι σήμερα. Αυτοί οι μεταβολίτες μπορεί να δρουν αναστέλλοντας τη de novo βιοσύνθεση πουρινών, αναστέλλοντας το ένζυμο αμιδοφωσφοριβοσιλοτρανσφεράση. Τα ριβονουκλεοτίδια δεν έχουν βρεθεί να ενσωματώνονται στο DNA.
Η αλλοπουρινόλη και η αλλοπουρινόλη νατρίου μεταβολίζονται γρήγορα από τη ξανθινική οξειδάση σε οξυπουρινόλη, η οποία είναι φαρμακολογικά δραστική. Η γρήγορη μεταβολισμός της αλλοπουρινόλης σε οξυπουρινόλη δεν φαίνεται να επηρεάζεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης δόσεων. Φαρμακοκινητικές παράμετροι (π.χ., AUC, χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα) της οξυπουρινόλης φαίνεται να είναι παρόμοιες μετά από από του στόματος χορήγηση αλλοπουρινόλης και ενδοφλέβια χορήγηση αλλοπουρινόλης νατρίου.
Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη συζεύγνυνται και σχηματίζουν τους αντίστοιχους ριβονουκλεοσίδους τους.
Η αλλοπουρινόλη-1-ριβοσίδη, ένας κύριος μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης, θεωρείται γενικά ότι συντίθεται άμεσα από την πουρινική νουκλεοσιδική φωσφορυλάση (PNP) in vivo. Δεδομένου ότι αυτό το ένζυμο πιστεύεται ότι λειτουργεί in vivo κυρίως προς την κατεύθυνση της διάσπασης των νουκλεοσιδίων, προσδιορίσαμε με χρωματογραφία υγρής φάσης υψηλής απόδοσης και μια συμβατική χρωματογραφική μέθοδο τους μεταβολίτες στα ούρα της αλλοπουρινόλης σε ένα παιδί με έλλειψη PNP. Σε αυτόν τον ασθενή, περίπου το 40% των μεταβολιτών αλλοπουρινόλης στα ούρα αποτελούνταν από αλλοπουρινόλη-1-ριβοσίδη, αποδεικνύοντας έτσι τη δυνατότητα έμμεσης δημιουργίας αλλοπουρινόλης-1-ριβοσίδης μέσω της αλλοπουρινόλης-1-ριβοτιδίου in vivo, καταλυόμενης από την υπoξανθίνη γουανίνη φωσφοριβοσιλοτρανσφεράση (HGPRT) και μια φωσφατάση.
Ο κύριος και δραστικός μεταβολίτης, η οξυπουρινόλη, ανιχνεύεται στην κυκλοφορία εντός 15 λεπτών από τη χορήγηση αλλοπουρινόλης. Οι συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης είναι υψηλότερες από αυτές του μητρικού φαρμάκου και συσσωρεύεται κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται από τους νεφρούς και έχει πολύ μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής από την αλλοπουρινόλη. Η οξυπουρινόλη συσσωρεύεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία· επομένως, οι δόσεις αλλοπουρινόλης θα πρέπει να προσαρμόζονται σε τέτοιους ασθενείς.
Για περισσότερες πληροφορίες Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) δεδομένα για την Αλλοπουρινόλη (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Ηπατικό
Οδός Απέκκρισης: Περίπου 20% της λαμβανόμενης αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 1-3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης στο πλάσμα είναι 1-2 ώρες, λόγω της γρήγορης νεφρικής της κάθαρσης.
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης και της οξυπουρινόλης είναι περίπου 1-3 ώρες και 18-30 ώρες, αντίστοιχα, σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η αλλοπουρινόλη απομακρύνεται γρήγορα από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής 2-3 ώρες, κυρίως μέσω μετατροπής σε αλοξανθίνη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης στον ορό είναι 39 λεπτά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΥΠΕΡΟΥΡΙΚΑΙΜΙΚΑ), ή ανακουφίζουν τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και αποτρέπουν την καρδιακή και πνευμονική ΒΛΑΒΗ ΕΠΑΝΕΠΙΧΥΣΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
- 63CZ7GJN5I
- ΑΛΛΟΠΟΥΡΙΝΟΛΗ
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ξανθινικής Οξειδάσης
- Η αλλοπουρινόλη είναι Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης. Ο μηχανισμός δράσης της αλλοπουρινόλης είναι ως Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης.
- ΑΛΛΟΠΟΥΡΙΝΟΛΗ
- Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης [EPC]; Αναστολείς Ξανθινικής Οξειδάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Αλλοπουρινόλη, κολχικίνη, φεβουξοστάτη
Μειώστε αρχικά τη δόση και παρακολουθήστε τα συμπτώματα. Εάν τα συμπτώματα δεν επανεμφανιστούν, εξετάστε το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας. Αλγόριθμος αποσυνταγογράφησης αλλοπουρινόλης PrescQIPP.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΥΠΕΡΟΥΡΙΚΑΙΜΙΚΑ), ή ανακουφίζουν τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και αποτρέπουν την καρδιακή και πνευμονική ΒΛΑΒΗ ΕΠΑΝΕΠΙΧΥΣΗΣ.