ALLOPURINOL
Αλλοπουρινόλη
H κολχικίνη αποτελεί φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας. Δρα διακόπτοντας τη μίτωση στη μετάφαση συνδεόμενη με την τουβουλίνη του κυττάρου. Όμως δεν είναι αυτός ο τρόπος δράσης της στη φλεγμονή. Kατά την έναρξη της κρίσης χορηγείται κολχικίνη σε …
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ZYLORIC
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: ακολούθως του γεύματος
- Δόση έναρξης: 100 mg την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Αυξάνεται προοδευτικά βάσει επιπέδων ουρικού οξέος στο αίμα, μέχρι 600 mg. Σε σοβαρές συνθήκες 700-900 mg/ημέρα.
-
ΕνήλικεςΔόση100-900 mg την ημέραΑρχικά 100 mg την ημέρα, αυξάνεται αν χρειαστεί. Μπορεί να χρειαστούν 2-10 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα. Δόση συντήρησης: 200-600 mg.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 15 ετών)Δόση10-20 mg/kg βάρους σώματος/ημέραΜέγ. δόση400 mg ημερησίωςΧρήση σπάνια, μόνο σε κακοήθεις συνθήκες ή ενζυμικές διαταραχές. Να χορηγείται πριν την έναρξη κυτταροστατικής θεραπείας.
-
ΗλικιωμένοιΧαμηλότερη δόση που επιφέρει ικανοποιητική μείωση ουρικού οξέος. Ιδιαίτερη προσοχή σε νεφρική δυσλειτουργία.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΧορηγούνται μικρότερες δόσεις. Δοσολογία ανάλογα με την κάθαρση κρεατινίνης: 60ml/min: 200mg/ημέρα, 40ml/min: 150mg/ημέρα, 20ml/min: 100mg/ημέρα, 10ml/min: 100mg μέρα παρά μέρα, <10ml/min: 100mg 3 φορές/εβδομάδα. Επίπεδα οξυπουρινόλης πλάσματος <100 μmol/litre (15,2 mg/litre).
-
Δοσολογία σε αιμοκάθαρσηΔόση300-400 mgΜετά το τέλος κάθε συνεδρίας (2-3 φορές/εβδομάδα). Να μη χορηγείται πριν την έναρξη.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΜειωμένες δόσεις. Περιοδικές εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας.
-
Αγωγή καταστάσεων ανακύκλωσης σε υψηλές δόσεις ουρικού οξέοςΈναρξη θεραπείας πριν την κυτταροστατική θεραπεία. Επαρκής ενυδάτωση. Δόση στο κατώτερο σημείο του συνιστώμενου σχήματος. Προσοχή σε νεφρική λειτουργία.
block
SPC-ZYLORIC
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στο φάρμακο ή σε κάποιο από τα συστατικά του που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
SPC-ZYLORIC
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σύνδρομο υπερευαισθησίας SJS και TENΕάν εμφανιστούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να αποσύρεται άμεσα. Επαναχορήηση του φαρμάκου δεν θα πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με σύνδρομο υπερευαισθησίας και SJS/TEN. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι ευεργετικά στην αντιμετώπιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας του δέρματος
-
Αλλήλιο HLA - B *58:01Εάν ο ασθενής είναι φορέας του αλληλίου HLA-B*5801, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο χρήσης της αλλοπουρινόλης αν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Επιπρόσθετη επαγρύπνηση απαιτείται για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/TEN και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων.
-
Χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και ταυτόχρονη χρήση διουρητικών, ιδιαίτερα θειαζιδώνΕπιπρόσθετη επαγρύπνηση απαιτείται για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/ΤΕΝ και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης και μόνιμης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.8).
-
Νεφρική ή ηπατική δυλειτουργίαΜειωμένες δόσεις πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ασθενείς υπό θεραπεία για υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, για παράδειγμα με διουρητικά ή αναστολείς ΜΕΑ, μπορεί να παρουσιάσουν κάποια ταυτόχρονη δυσλειτουργία της νεφρικής λειτουργίας και η αλλοπουρινόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασυμπτωματική υπερουριχαιμίαΗ ασυμπτωματική υπερουριχαιμία από μόνη της δεν θεωρείται γενικά ένδειξη για τη χρήση Zyloric.Τροποποίηση της πρόσληψης υγρών και της διατροφής, με διαχείριση της υποκείμενης αιτίας, μπορεί να διορθώσει την κατάσταση.
-
Οξείες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδαςΝα χορηγείται μακράν των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας (3 εβδομάδες από το τέλος της κρίσης) και πάντοτε με ικανή ποσότητα υγρών (τουλάχιστον 2 λίτρα το 24ωρο). Στα αρχικά στάδια θεραπείας με αλλοπουρινόλη όπως και με τους ουρικοζουρικούς παράγοντες, μια οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να επισπευτεί. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο να δίνεται προφύλαξη με κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα η κολχικίνη για μερικούς μήνες. Η βιβλιογραφία θα πρέπει να χρησιμοποιείται συμβουλευτικά για λεπτομέρειες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία, προφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Εάν οξείες κρίσεις αναπτυχθούν σε ασθενείς που λαμβάνουν αλλοπουρινόλη, η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται με την ίδια δοσολογία, ενώ η οξεία κρίση αντιμετωπίζεται με τον κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα.
-
Εναπόθεση ξανθίνηςΟ κίνδυνος ελαττώνεται με επαρκή ενυδάτωση με σκοπό την επίτευξη άριστης αραίωσης της πυκνότητας των ούρων.
-
Ενσφήνωση νεφρόλιθων ουρικού οξέοςΕπαρκής θεραπεία με αλλοπουρινόλη θα οδηγήσει σε διάλυση των ευμεγεθών πυελικών νεφρόλιθων ουρικού οξέος, με μειωμένη πιθανότητα ενσφήνωσης στον ουρητήρα.
-
Διαταραχές του θυρεοειδούςΑυξημένες τιμές της TSH (>5,5 μIU/ml) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε μακροχρόνια θεραπεία με αλλοπουρινόλη (5,8%) σε μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη μονοϋδρική. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ZYLORIC
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξάνει την τοξικότητα και παρατείνει τη δράση. Απαιτείται μείωση της δόσης της μεθοτρεξάτης.
-
6-μερκαπτοπουρίνη, αζαθειοπρίνηπροσοχήΗ αλλοπουρινόλη αναστέλλει την οξειδάση της ξανθίνης, παρατείνοντας τη δράση τους. Απαιτείται μείωση της δόσης στο 1/4.
-
ΒιδαραµπίνηπροσοχήΑυξημένος χρόνος ημιζωής στο πλάσμα. Απαιτείται επαγρύπνηση για ενισχυμένες τοξικές δράσεις.
-
Σαλικυλικά και ουρικοζουρικοί παράγοντες (π.χ. προβενεσίδη)παρακολούθησηΜπορεί να επιταχύνουν την απέκκριση της οξυπουρινόλης, μειώνοντας τη θεραπευτική δράση.
-
προσοχήΚίνδυνος παρατεταμένης υπογλυκαιμικής δράσης σε μειωμένη νεφρική λειτουργία λόγω ανταγωνισμού στην απέκκριση.
-
Κουμαρινικά αντιπηκτικά (π.χ. βαρφαρίνη)προσοχήΑναφορές αυξημένης δράσης. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση.
-
παρακολούθησηΠιθανή αναστολή της ηπατικής οξείδωσης, κλινική σημασία αβέβαιη.
-
παρακολούθησηΑναστολή μεταβολισμού. Πιθανή εμπλοκή της οξειδάσης της ξανθίνης.
-
Αμπικιλίνη/ΑμοξικιλλίνηπροσοχήΑυξημένη συχνότητα εξανθημάτων. Συνιστάται εναλλακτικό.
-
παρακολούθησηΠιθανή ενισχυμένη καταστολή μυελού των οστών. Σε ελεγχόμενη μελέτη δεν φάνηκε αύξηση τοξικότητας.
-
προσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεων κυκλοσπορίνης στον ορό. Πιθανότητα ενίσχυσης τοξικότητας.
-
προσοχήΠερίπου διπλάσια Cmax και AUC. Μπορεί να χρειαστεί μείωση δόσης.
-
Διουρητικά (ιδίως θειαζίδες)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ουρικού οξέος και οξυπουρινόλης. Αυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας, ιδιαίτερα σε νεφρική δυσλειτουργία.
-
Αναστολείς ΜΕΑπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας, ιδιαίτερα με νεφρική βλάβη.
-
ΑλκοόληπαρακολούθησηΜεγάλες δόσεις μπορεί να ελαττώσουν τη δραστικότητα.
-
Ασκορβικό οξύ ή άλλοι οξινοποιητικοί παράγοντεςπαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος δημιουργίας λίθων στους νεφρούς.
-
Άλατα σιδήρουαντένδειξηΑντένδειξη ταυτόχρονης χορήγησης.
sick
SPC-ZYLORIC
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Δοθιήνωση
- Ακκοκιοκυτταραιμία
- Απλαστική αναιμία
- Θρομβοπενία
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοανοσοβλαστικό Τ-λέμφωμα
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπερλιπιδαιμία
- Κατάθλιψη
- Κώμα
- παράλυση
- Αταξία
- Περιφερική Νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Κεφαλαλγία
- Αλλοίωση γεύσης
- Καταρράκτης
- Έκπτωση της όρασης
- Ωχροπάθεια
- Ίλιγγος
- Στηθάγχη
- Βραδυκαρδία
- Υπέρταση
- Έμετος
- Ναυτία
- Αιματέμεση
- Στεατόρροια
- Στοματίτιδα
- Μεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρου
- Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές
- Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατικής νέκρωσης και της κοκκιωματώδους ηπατίτιδας)
- Εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αγγειοοίδημα
- Φαρμακευτικό εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αλλαγή χρώματος τριχών
- Αιματουρία
- Α μζωθαι ία
- Ανδρική στειρότητα
- Στυτική δυσλειτουργία
- Γυναικομαστία
- Οίδημα
- Αίσθημα κακουχίας
- Ασθένεια
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιεςΔοθιήνωσηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ σπάνιεςΑκκοκιοκυτταραιμία, Απλαστική αναιμία, ΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοανοσοβλαστικό Τ-λέμφωμαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΣακχαρώδης διαβήτης, ΥπερλιπιδαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Πολύ σπάνιεςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΚώμα, παράλυση, Αταξία, Περιφερική, Νευροπάθεια, Παραισθησία, Υπνηλία, Κεφαλαλγία, Αλλοίωση γεύσηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτης, Έκπτωση της όρασης, ΩχροπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΊλιγγοςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχη, ΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈμετος, ΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑιματέμεση, Στεατόρροια, Στοματίτιδα, Μεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρουΓαστρεντερικό σύστημα
-
Όχι συχνέςΔοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικέςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατικής νέκρωσης και της κοκκιωματώδους ηπατίτιδας)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΣύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειοοίδημα, Φαρμακευτικό εξάνθημα, Αλωπεκία, Αλλαγή χρώματος τριχώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςΑιματουρία, Α μζωθαι ίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ σπάνιεςΑνδρική στειρότητα, Στυτική δυσλειτουργία, ΓυναικομαστίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα, Αίσθημα κακουχίας, Ασθένεια, ΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις μέσω της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ZYLORIC
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΓονιμότηταΆγνωστο
-
ΚύησηΜε προσοχήΤο Zyloric πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν κατά την κρίση του γιατρού, το όφελος από τη χρήση του για την έγκυο γυναίκα υπερκαλύπτει σαφώς τους πιθανούς κινδύνους για τη μητέρα ή το αγέννητο τέκνο. Τούτο διότι δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε εγκύους (βλέπε 5.3).
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Έχουν βρεθεί συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης 1,4 mg/litre και οξυπουρινόλης 53,7 mg/litre, στο μητρικό γάλα γυναίκας που λάμβανε αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως. Ωστόσο δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν τις επιδράσεις της αλλοπουρινόλης ή των μεταβολιτών της στο θηλάζον βρέφος. Ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χορήγηση κατά την περίοδο του θηλασμού.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ZYLORIC
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ZYLORIC
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ZYLORIC
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία πρέπει να υπολογίζεται για κάθε ασθενή με μετρήσεις των συγκεντρώσεων του ουρικού οξέος στον ορό και των επιπέδων των ουρικών αλάτων και του ουρικού οξέος στα ούρα σε τακτά χρονικά διαστήματα.
Ενήλικες: Η αλλοπουρινόλη αρχικά χορηγείται σε χαμηλή δόση, πχ 100 mg την ημέρα για να μειωθεί ο κίνδυνος ανεπιθύμητων αντιδράσεων και αυξάνεται μόνο εάν ο προσδιορισμός του ουρικού οξέος στο αίμα δεν είναι ικανοποιητικός. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται όταν η νεφρική λειτουργία είναι ανεπαρκής (βλέπε παραγράφους 4.2 «Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία» και 4.4).
Τα παρακάτω δοσολογικά σχήματα συστήνονται:
- 100 έως 200 mg την ημέρα σε ήπιες συνθήκες,
- 300 έως 600 mg την ημέρα σε μετρίως σοβαρές συνθήκες,
- 700 έως 900 mg την ημέρα σε σοβαρές συνθήκες.
Εάν απαιτείται δόση βάσει mg/kg σωματικού βάρους, τότε θα πρέπει να χορηγούνται 2 έως 10 mg/kg σωματικού βάρους την ημέρα.
Η αλλοπουρινόλη αρχικά χορηγείται δόση 100 mg έως 300 mg την ημέρα με προοδευτική αύξηξη μέχρι 600 mg και με βάση το προσδιορισμό του ουρικού οξέος στο αίμα.
Μπορεί να ληφθεί και σε μία δόση, μετά το γεύμα. Είναι καλά ανεκτό ειδικότερα μετά τη λήψη τροφής. Αν η ημερήσια δόση υπερβεί τα 300 mg και εκδηλωθεί δυσανεξία, ενδεχομένως να βοηθήσει η χορήγηση του φαρμάκου σε περισσότερες της μίας δόσεις.
Δόση συντήρησης: 200-600 mg.
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 15 ετών) 10-20 mg/kg βάρους σώματος/ημέρα και μέχρι 400 mg ημερησίως. Χρήση σε παιδιά ενδείκνυται σπάνια και μόνο σε κακοήθεις συνθήκες (ειδικότερα λευχαιμία ή υπερουριχαιμία οφειλόμενη σε μυελοϋπερπλαστική νόσο ή μετά από κυτταροστατική θεραπεία) και ορισμένες ενζυμικές διαταραχές, όπως το σύνδρομο Lesch-Nyhan. Να χορηγείται πριν από την έναρξη της κυτταροστατικής θεραπείας.
Ηλικιωμένοι Λόγω απουσίας συγκεκριμένων δεδομένων, πρέπει να χρησιμοποιείται η χαμηλότερη δόση που επιφέρει ικανοποιητική μείωση ουρικού οξέως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στην συμβουλή ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία (βλέπε παραγράφους 4.2 «Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία» και παράγραφο 4.4).
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία Καθώς η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται από τους νεφρούς, διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας μπορεί να οδηγήσει στην κατακράτηση του φαρμάκου και την επακόλουθη παράταση των χρόνων ημιζωής στο πλάσμα. Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια χορηγούνται μικρότερες δόσεις, που για τους ενήλικες καθορίζονται ως εξής:
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | Δόση |
|---|---|
| 60 | 200 mg/ημέρα |
| 40 | 150 mg/ημέρα |
| 20 | 100 mg/ημέρα |
| 10 | 100 mg μέρα παρά μέρα |
| <10 | 100 mg 3 φορές την εβδομάδα |
Εάν υπάρχουν διαθέσιμες εγκαταστάσεις για την παρακολούθηση των συγκεντρώσεων οξυπουρινόλης στο πλάσμα, η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται έτσι ώστε να διατηρούνται τα επίπεδα οξυπουρινόλης στο πλάσμα κάτω από 100 μmol/litre (15,2 mg/litre).
Δοσολογία σε αιμοκάθαρση Χορήγηση 300-400 mg Zyloric μετά το τέλος κάθε συνεδρίας (2-3 φορές την εβδομάδα), οπότε δεν απαιτείται χορήγησή της στα μεσοδιαστήματα. Να μην χορηγείται πριν την έναρξη της συνεδρίας διότι η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολίτες της απάγονται με την αιμοκάθαρση.
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία Μειωμένες δόσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία. Συστήνεται η διενέργεια περιοδικών εξετάσεων ηπατικής λειτουργίας κατά τα αρχικά στάδια της θεραπείας.
Αγωγή καταστάσεων ανακύκλωσης σε υψηλές δόσεις ουρικού οξέος π.χ. νεοπλασία, σύνδρομο Lesch-Nyhan Σε χορήγηση Zyloric για την πρόληψη νεφροπάθειας από ουρικό οξύ κατά την αντινεοπλασματική θεραπεία, συνιστάται η έναρξη της θεραπείας με Zyloric πριν την εφαρμογή κυτταροστατικής θεραπείας, με σκοπό τη διόρθωση της τυχόν υπάρχουσας και πρόληψη υπερουριχαιμίας ή αυξημένου ουρικού οξέος των ούρων. Επιβάλλεται επαρκής ενυδάτωση για την επίτευξη άριστης διούρησης. Η δόση της αλλοπουρινόλης θα πρέπει να είναι στο κατώτερο σημείο του συνιστώμενου δοσολογικού σχήματος. Εάν νεφροπάθεια από ουρικό οξύ ή άλλη παθολογία θέτει σε κίνδυνο τη νεφρική λειτουργία, η συμβουλή που δίνεται στην παράγραφο 4.2 « Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία» θα πρέπει να ακολουθείται. Αυτά τα στάδια μπορεί να μειώσουν τον κίνδυνο εναποθέσεων ξανθίνης και /ή οξυπουρινόλης, περιπλέκοντας την κλινική κατάσταση (βλέπε παραγράφους 4.5 και 4.8).
Συμβουλή παρακολούθησης Η δόση θα πρέπει να προσαρμόζεται με βάση την παρακολούθηση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στον ορό και των επιπέδων του ουρικού οξέως σε κατάλληλα διαστήματα.
Τρόπος χορήγησης Η αλλοπουρινόλη μπορεί να λαμβάνεται από στόματος μία φορά την ημέρα ακολούθως του γεύματος. Είναι καλώς ανεκτή ιδιαίτερα μετά το φαγητό. Εάν η ημερήσια δόση υπερβεί τα 300 mg και εκδηλώνεται γαστρεντερική δυσανεξία, μπορεί να είναι κατάλληλο ένα σχήμα διηρημένων δόσεων.
block
Αντενδείξεις
SPC-ZYLORIC
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στο φάρμακο ή σε κάποιο από τα συστατικά του που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ZYLORIC
expand_more
Προειδοποιήσεις
Σύνδρομο υπερευαισθησίας SJS και TEN
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη μπορεί να εκδηλωθούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, συμπεριλαμβανομένου του αποφολιδωτικού εξανθήματος, συνδρόμου υπερευαισθησίας (επίσης γνωστό ως DRESS) και συνδρόμου Stevens-Johnson (SJS)/τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης (TEN). Οι αντιδράσεις αυτές είναι κλινικές διαγνώσεις, και η κλινική τους εμφάνιση παραμένει η βάση για τη λήψη απόφασης. Εάν εμφανιστούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να αποσύρεται άμεσα. Επαναχορήηση του φαρμάκου δεν θα πρέπει να γίνεται σε ασθενείς με σύνδρομο υπερευαισθησίας και SJS/TEN. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί να είναι ευεργετικά στην αντιμετώπιση αντιδράσεων υπερευαισθησίας του δέρματος
Αλλήλιο HLA - B *58:01
Το αλλήλιο HLA-B5801 έχει αποδειχθεί ότι συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου υπερευαισθησίας και SJS/TEN που σχετίζονται με την αλλοπουρινόλη. Η συχνότητα του αλληλίου HLA-B5801 κυμαίνεται ευρέως μεταξύ εθνικών πληθυσμών: έως 20% στον Κινεζικό πληθυσμό Χαν, περίπου 12% στον Κορεατικό πληθυσμό και 1-2% σε άτομα Ιαπωνικής ή Ευρωπαϊκής καταγωγής. Η χρήση του γονοτύπου ως μέθοδος ανίχνευσης για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη θεραπεία με αλλοπουρινόλη δεν έχει τεκμηριωθεί. Εάν ο ασθενής είναι φορέας του αλληλίου HLA-B*5801, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο χρήσης της αλλοπουρινόλης αν τα οφέλη υπερτερούν των κινδύνων. Επιπρόσθετη επαγρύπνηση απαιτείται για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/TEN και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων.
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
Ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και ταυτόχρονη χρήση διουρητικών, ιδιαίτερα θειαζιδών, μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αντιδράσεων υπερευαισθησίας συμπεριλαμβανομένων των SJS/ΤΕΝ σχετιζόμενων με την αλλοπουρινόλη. Επιπρόσθετη επαγρύπνηση απαιτείται για σημεία συνδρόμου υπερευαισθησίας ή SJS/ΤΕΝ και ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται για την ανάγκη άμεσης και μόνιμης διακοπής της θεραπείας με την πρώτη εμφάνιση των συμπτωμάτων (βλέπε παράγραφο 4.8).
Νεφρική ή ηπατική δυλειτουργία
Μειωμένες δόσεις πρέπει να χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Ασθενείς υπό θεραπεία για υπέρταση ή καρδιακή ανεπάρκεια, για παράδειγμα με διουρητικά ή αναστολείς ΜΕΑ, μπορεί να παρουσιάσουν κάποια ταυτόχρονη δυσλειτουργία της νεφρικής λειτουργίας και η αλλοπουρινόλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
Ασυμπτωματική υπερουριχαιμία
Η ασυμπτωματική υπερουριχαιμία από μόνη της δεν θεωρείται γενικά ένδειξη για τη χρήση Zyloric.Τροποποίηση της πρόσληψης υγρών και της διατροφής, με διαχείριση της υποκείμενης αιτίας, μπορεί να διορθώσει την κατάσταση.
Οξείες κρίσεις ουρικής αρθρίτιδας
Να χορηγείται μακράν των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας (3 εβδομάδες από το τέλος της κρίσης) και πάντοτε με ικανή ποσότητα υγρών (τουλάχιστον 2 λίτρα το 24ωρο). Στα αρχικά στάδια θεραπείας με αλλοπουρινόλη όπως και με τους ουρικοζουρικούς παράγοντες, μια οξεία κρίση ουρικής αρθρίτιδας μπορεί να επισπευτεί. Για το λόγο αυτό κρίνεται σκόπιμο να δίνεται προφύλαξη με κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα η κολχικίνη για μερικούς μήνες. Η βιβλιογραφία θα πρέπει να χρησιμοποιείται συμβουλευτικά για λεπτομέρειες σχετικά με την κατάλληλη δοσολογία, προφυλάξεις και προειδοποιήσεις. Εάν οξείες κρίσεις αναπτυχθούν σε ασθενείς που λαμβάνουν αλλοπουρινόλη, η θεραπεία πρέπει να συνεχίζεται με την ίδια δοσολογία, ενώ η οξεία κρίση αντιμετωπίζεται με τον κατάλληλο αντιφλεγμονώδη παράγοντα.
Εναπόθεση ξανθίνης
Σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο ρυθμός παραγωγής των ουρικών αλάτων είναι πολύ αυξημένος (π.χ. κακοήθης νόσος και αγωγή της, σύνδρομο Lesch-Nyhan, η απόλυτη συγκέντρωση της ξανθίνης στα ούρα θα μπορούσε σε σπάνιες περιπτώσεις να αυξηθεί τόσο ώστε να οδηγήσει σε εναπόθεσή της στο ουροποιητικό σύστημα. Ο κίνδυνος ελαττώνεται με επαρκή ενυδάτωση με σκοπό την επίτευξη άριστης αραίωσης της πυκνότητας των ούρων.
Ενσφήνωση νεφρόλιθων ουρικού οξέος
Επαρκής θεραπεία με αλλοπουρινόλη θα οδηγήσει σε διάλυση των ευμεγεθών πυελικών νεφρόλιθων ουρικού οξέος, με μειωμένη πιθανότητα ενσφήνωσης στον ουρητήρα.
Διαταραχές του θυρεοειδούς
Αυξημένες τιμές της TSH (>5,5 μIU/ml) παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που υποβάλλονταν σε μακροχρόνια θεραπεία με αλλοπουρινόλη (5,8%) σε μια μακροχρόνια μελέτη επέκτασης ανοικτής επισήμανσης.
Δυσανεξία στη λακτόζη
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λακτόζη μονοϋδρική. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, έλλειψη λακτάσης Lapp ή κακή απορρόφηση γλυκόζης- γαλακτόζης δεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ZYLORIC
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Μεθοτρεξάτη Σε ταυτόχρονη χορήγηση με την αλλοπουρινόλη αυξάνει η τοξικότητα της μεθοτρεξάτης και παρατείνεται η δράση της γεγονός που απαιτεί μείωση της χορηγούμενης δόσης της.
6-μερκαπτοπουρίνη και αζαθειοπρίνη H αζαθειοπρίνη μεταβολίζεται σε 6-μερκαπτοπουρίνη η οποία απενεργοποιείται από τη δράση της οξειδάσης της ξανθίνης. Όταν η 6- μερκαπτοπουρίνη ή η αζαθειοπρίνη χορηγούνται ταυτόχρονα με την αλλοπουρινόλη, μόνο το ένα τέταρτο της συνήθους δόσης της 6- μερκαπτοπουρίνης ή της αζαθειοπρίνης θα πρέπει να δίνεται, καθώς η αναστολή της οξειδάσης της ξανθίνης θα παρατείνει την δράση τους.
Βιδαραµπίνη (Αδενίνη Αραβινοσίδη) Τα στοιχεία δείχνουν ότι ο χρόνος ημιζωής της βιδαραµπίνης στο πλάσμα είναι αυξημένος με την παρουσία αλλοπουρινόλης. ‘Όταν τα δύο προϊόντα χρησιμοποιούνται ταυτόχρονα πρόσθετη επαγρύπνηση είναι απαραίτητη για την αναγνώριση ενισχυμένων τοξικών δράσεων.
Σαλικυλικά και ουρικοζουρικοί παράγοντες Η οξυπουρινόλη, ο βασικός μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης και αφ’ εαυτού θεραπευτικός ενεργός παράγων απεκκρίνεται από τους νεφρούς κατά τρόπο όμοιο με τα ουρικά άλατα. Έτσι φάρμακα με ουρικοαπεκκριτική δράση, όπως η προβενεσίδη ή μεγάλες δόσεις σαλικυλικών ενδεχομένως να επιτυγχάνουν την απέκκριση της οξυπουρινόλης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πιθανή μείωση της θεραπευτικής δράσης του φαρμάκου αναλόγως της περιπτώσεως.
Χλωροπροπαμίδη Σε ταυτόχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης με χλωροπροπαμίδη και επί υπάρξεως μειωμένης νεφρικής λειτουργίας, πιθανόν να προκύψει κίνδυνος παρατεταμένης υπογλυκαιμικής δράσης, διότι η αλλοπουρινόλη και η χλωροπροπαμίδη μπορεί να ανταγωνιστούν στην απέκκριση στα νεφρικά σωληνάρια.
Κουμαρινικά αντιπηκτικά Υπάρχουν αναφορές αυξημένης δράσης της βαρφαρίνης και άλλων κουμαρινικών αντιπηκτικών όταν συγχορηγούνται με αλλοπουρινόλη, επομένως όλοι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιπηκτικά πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά.
Φαινυτοΐνη Η αλλοπουρινόλη μπορεί να αναστείλει την ηπατική οξείδωση της φαινυτοΐνης, αλλά η κλινική σημασία δεν έχει αποδειχθεί.
Θεοφυλλίνη Έχει αναφερθεί αναστολή του μεταβολισμού της θεοφυλλίνης. Ο μηχανισμός της αλληλεπίδρασης στον άνθρωπο, μπορεί να ερμηνευτεί μέσω της εμπλοκής της οξειδάσης της ξανθίνης στον βιοσχηματισμό της θεοφυλλίνης.
Αμπικιλίνη/Αμοξικιλλίνη Σε ταυτόχρονη χορήγηση με την αλλοπουρινόλη μπορεί να αυξηθεί η συχνότητα εμφάνισης εξανθημάτων. Η αιτία της αναφερόμενης συσχέτισης δεν έχει αποδειχθεί. Ωστόσο συνιστάται σε ασθενείς που λαμβάνουν αλλοπουρινόλη να χρησιμοποιείται όπου είναι διαθέσιμο εναλλακτικό της αμπικιλίνης ή της αμοξικιλλίνης.
Κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, μπλεομυκίνη, προκαρβαζίνη, μεχλωραιθαμίνη Ενισχυμένη καταστολή του μυελού των οστών από την κυκλοφωσφαμίδη και άλλους κυτταροτοξικούς παράγοντες, έχει αναφερθεί μεταξύ ασθενών με νεοπλασματικές ασθένειες (εκτός από λευχαιμία) με παρουσία αλλοπουρινόλης. Ωστόσο σε μια καλώς ελεγχόμενη με ασθενείς υπό θεραπεία με κυκλοφωσφαμίδη, δοξορουβικίνη, μπλεομυκίνη, προκαρβαζίνη και/ή μεχλωραιθαμίνη (μεχλωραιθαμίνη υδροχλωρική) η αλλοπουρινόλη δεν φάνηκε να αυξάνει την τοξική δράση αυτών των κυτταροτοξικών παραγόντων.
Κυκλοσπορίνη Οι αναφορές υποδηλώνουν ότι η συγκέντρωσης της κυκλοσπορίνης στον ορό μπορεί να αυξηθεί κατά τη διάρκεια ταυτόχρονης θεραπείας με αλλοπουρινόλη. Η πιθανότητα ενίσχυσης της τοξικότητας της κυκλοσπορίνης, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αν τα φάρμακα συγχορηγούνται.
Διδανοσίνη Σε υγιείς εθελοντές και σε ασθενείς με HIV που έλαβαν διδανοσίνη, η μέγιστη συγκέντρωση C max της διδανοσίνης στο πλάσμα και η τιμή της AUC ήταν περίπου διπλάσια με την συγχορήγηση αλλοπουρινόλης (300mg ημερησίως) χωρίς να επηρεάζεται ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής. Επομένως μπορεί να χρειάζεται μείωση της δόσης της διδανοσίνης όταν συγχορηγείται με αλλοπουρινόλη.
Διουρητικά Έχει αναφερθεί αλληλεπίδραση μεταξύ αλλοπουρινόλης και φουροσεμίδης που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των συγκεντρώσεων του ουρικού οξέος στον ορό και της οξυπουρινόλης στο πλάσμα. Έχει αναφερθεί αυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας όταν η αλλοπουρινόλη χορηγείται με διουρητικά και ιδιαίτερα θειαζίδες, ιδιαίτερα στη νεφρική δυσλειτουργία.
Αναστολείς του µετατρεπτικού ενζύµου αγγειοτασίνη (αναστολείς ΜΕΑ) Αυξημένος κίνδυνος υπερευαισθησίας κατά τη συγχορήγηση με αναστολείς ΜΕΑ (όπως καπτοπρίλη), ιδιαίτερα αν υπάρχει νεφρική βλάβη.
Αλκοόλη Μεγάλες δόσεις οινοπνεύματος μπορεί να ελαττώσουν την δραστικότητα του φαρμάκου.
Ασκορβικό οξύ ή άλλοι οξινοποιητικοί παράγοντες Σε ταυτόχρονη χορήγηση αλλοπουρινόλης με μεγάλες δόσεις ασκορβικού οξέος ή άλλων οξινοποιητικών παραγόντων είναι δυνατόν να αυξηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας λίθων στους νεφρούς.
Άλατα σιδήρου Να μην χορηγούνται ταυτόχρονα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ZYLORIC
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Για το προϊόν αυτό δεν υπάρχουν σύγχρονα κλινικά στοιχεία που να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον υπολογισμό των συχνοτήτων των ανεπιθύμητων ενεργειών. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες μπορεί να ποικίλλουν στην συχνότητα εμφάνισης ανάλογα με τη λαμβανόμενη δόση και όταν το Zyloric χορηγείται σε συνδυασμό με άλλους θεραπευτικούς παράγοντες.
Οι παρακάτω κατηγορίες συχνοτήτων που προσδιορίσθηκαν για τις ανεπιθύμητες ενέργειες είναι κατά προσέγγιση. Για της περισσότερες ανεπιθύμητες ενέργειες δεν είναι διαθέσιμα ικανοποιητικά στοιχεία για τον υπολογισμό τους. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναγνωρίσθηκαν μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου θεωρήθηκαν ότι είναι σπάνιες έως πολύ σπάνιες. Η ακόλουθη συνθήκη έχει χρησιμοποιηθεί για την κατάταξη των συχνοτήτων:
- Πολύ συχνές 1/10
- Συχνές 1/100 έως < 1/10
- Όχι συχνές 1/1000 έως <1/100
- Σπάνιες 1/10.000 έως <1/1000
- Πολύ σπάνιες <1/10.000
- Μ η γνωστές μ μ μ μ μδεν πορούν να εκτι ηθούν ε βάση τα διαθέσι α δεδο ένα
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με το φάρμακο είναι κυρίως σπάνιες στο σύνολο του υπό θεραπεία πληθυσμού και ως επί το πλείστον ήσσονος μορφής. Η συχνότητα εμφάνισής τους είναι υψηλότερη επί ηπατικής και/ή νεφρικής διαταραχής.
Πίνακας ανεπιθύμητων ενεργειών
| Κατηγορία Οργανικό Σύστη α | Συχνότητ α | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Λοι ώξεις και παρασιτώσεις | Πολύ σπάνιες | Δοθιήνωση |
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Πολύ σπάνιες | Ακκοκιοκυτταραιμία, Απλαστική αναιμία, Θρομβοπενία |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Υπερευαισθησία |
| Πολύ σπάνιες | -Αγγειοανοσοβλαστικό Τ μ μλέ φω α | |
| Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης | Πολύ σπάνιες | Σακχαρώδης διαβήτης, Υπερλιπιδαιμία |
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Κατάθλιψη |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Πολύ σπάνιες | Κώμα, παράλυση, Αταξία, Περιφερική, Νευροπάθεια, Παραισθησία, Υπνηλία, Κεφαλαλγία, Αλλοίωση γεύσης |
| Οφθαλ ικές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Καταρράκτης, Έκπτωση της όρασης, Ωχροπάθεια |
| Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου | Πολύ σπάνιες | Ίλιγγος |
| Καρδιακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Στηθάγχη, Βραδυκαρδία |
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ σπάνιες | Υπέρταση |
| Δ ιαταραχές του μγαστρεντερικού συστή ατος | Όχι συχνές | Έμετος, Ναυτία |
| Πολύ σπάνιες | Αιματέμεση, Στεατόρροια, Στοματίτιδα, Μεταβολή των συνηθειών του παχέος εντέρου | |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Όχι συχνές | Δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας μη φυσιολογικές |
| Σπάνιες | Ηπατίτιδα (περιλαμβανομένης της ηπατικής νέκρωσης και της κοκκιωματώδους ηπατίτιδας) | |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Συχνές | μΕξάνθη α |
| Σπάνιες | Σύνδρομο Stevens-Johnson/τοξική επιδερμική νεκρόλυση | |
| Πολύ σπάνιες | Αγγειοοίδημα, Φαρμακευτικό εξάνθημα, Αλωπεκία, Αλλαγή χρώματος τριχών | |
| Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών | Πολύ σπάνιες | Αιματουρία, Α μζωθαι ία |
| Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού | Πολύ σπάνιες | Ανδρική στειρότητα, Στυτική δυσλειτουργία, Γυναικομαστία |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις μέσω της οδού χορήγησης | Πολύ σπάνιες | Οίδημα, Αίσθημα κακουχίας, Ασθένεια, Πυρεξία |
- Πολύ σπάνιες αναφορές έχουν ληφθεί για θρομβοπενία, ακκοκιοκυτταραιμία και απλαστική αναιμία, ιδιαίτερα σε άτομα με διαταραχή της νεφρικής και/ή της ηπατικής λειτουργίας, ενισχύοντας την ανάγκη ειδικής φροντίδας σε αυτή την ομάδα ασθενών.
- Μια καθυστερημένη πολυοργανική διαταραχή υπερευαισθησίας (γνωστή ως σύνδρομο υπερευαισθησίας ή DRESS), με πυρετό, εξανθήματα, αγγειίτιδα, λεμφαδενοπάθεια, ψευδολέμφωμα, αρθραλγία, λευκοπενία, ηωσινοφιλία, ηπατο- σπληνομεγαλία, μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας και σύνδρομο μείωσης του αριθμού των ενδοηπατικών χοληδόχων πόρων - vanishing bile duct syndrome (καταστροφή και εξαφάνιση των ενδοηπατικών χοληδόχων πόρων) που συμβαίνουν σε διάφορους συνδυασμούς. Μπορεί επίσης να επηρεαστούν και άλλα όργανα (π.χ. ήπαρ, πνεύμονες, νεφροί, πάγκρεας, μυοκάρδιο και παχύ έντερο). Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακόπτεται άμεσα και οριστικά. Οι ασθενείς που εμφανίζουν σύνδρομο υπερευαισθησίας και SJS/TEN δεν θα πρέπει να υποβάλλονται στην ίδια θεραπεία. Τα κορτικοστεροειδή μπορεί ωφελήσουν στην επιτυχή αντιμετώπιση δερματικών αντιδράσεων υπερευαισθησίας. Στις περιπτώσεις που έχουν εμφανισθεί γενικευμένες αντιδράσεις υπερευαισθησίας, συνήθως υπήρχε παρουσία νεφρικής και/ή ηπατικής δυσλειτουργίας, ιδιαίτερα όταν η έκβαση ήταν θανατηφόρος.
- Το αγγειοανοσοβλαστικό Τ-λέμφωμα έχει αναφερθεί πολύ σπάνια μετά από βιοψία γενικευμένης λεμφαδενοπάθειας. Φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμη με την διακοπή της αλλοπουρινόλης.
- Σε πρώιμες κλινικές μελέτες αναφέρθηκαν ναυτία και έμετος. Περαιτέρω αναφορές υποδεικνύουν ότι αυτή η αντίδραση δεν αποτελεί σημαντικό πρόβλημα και μπορεί να αποφευχθεί με τη λήψη της αλλοπουρινόλης μετά από γεύμα.
- Έχει αναφερθεί ηπατική δυσλειτουργία χωρίς καθαρή ένδειξη περισσότερο γενικευμένης υπερευαισθησίας. Ηπατοτοξικότητα και σημεία μεταβολής της ηπατικής λειτουργίας μπορεί να εμφανιστούν και σε ασθενείς που δεν παρουσιάζουν υπερευαισθησία.
- Οι δερματικές αντιδράσεις είναι οι πιο συχνές αντιδράσεις και μπορεί να εμφανισθούν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μπορεί να είναι κνησμώδεις, κηλοδοβλατιδώδεις, ορισμένες φορές λεπιδώδεις, ορισμένες φορές τύπου πορφύρας και σπάνια αποφολιδώδεις, όπως σύνδρομο Stevens-johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση (SJS/TEN). Ο υψηλότερος κίνδυνος για SJS και TEN ή άλλες σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας, εμφανίζεται τις πρώτες εβδομάδες της θεραπείας. Τα καλύτερα αποτελέσματα στο χειρισμό τέτοιων αντιδράσεων, προέρχονται από την πρώιμη διάγνωση και την άμεση διακοπή οποιουδήποτε ύποπτου φαρμάκου. Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις, η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ. Μετά την ύφεση των ήπιων αντιδράσεων, η αλλοπουρινόλη μπορεί, εάν αυτό είναι επιθυμητό, να επαναχορηγηθεί σε μικρή δόση (π.χ. 50 mg/ημέρα) και να αυξηθεί σταδιακά. Εάν το εξάνθημα επανεμφανισθεί η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΟΡΙΣΤΙΚΑ καθώς μπορεί να εμφανισθούν πιο σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.8 «Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος»). Ωστόσο η χρήση του γονοτύπου ως μέθοδος ανίχνευσης πληθυσμού για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την θεραπεία με αλλοπουρινόλη δεν έχει τεκμηριωθεί. Εάν τα αρχικά συμπτώματα υποτροπιάσουν η αλλοπουρινόλη θα πρέπει να διακόπτεται ΜΟΝΙΜΑ, καθώς μπορεί να εμφανιστούν πιο σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος). Αν τα SJS/ TEN ή άλλες σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ΜΗΝ επαναχορηγήσετε αλλοπουρινόλη, λόγω της πιθανότητας για μια σοβαρή ή ακόμη και θανατηφόρα αντίδραση. Η κλινική διάγνωση του SJS/TEN παραμένει η βάση για την λήψη της απόφασης. Εάν εμφανισθούν τέτοιες αντιδράσεις σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή κατά τη διάρκεια θεραπείας η αλλοπουρινόλη πρέπει να διακοπεί ΑΜΕΣΑ ΚΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ.
- Έχει αναφερθεί εμφάνιση αγγειοοιδήματος με ή χωρίς σημεία και συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης αντίδρασης υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη.
- Έχει αναφερθεί εμφάνιση πυρετού με ή χωρίς σημεία και συμπτώματα μιας πιο γενικευμένης αντίδρασης υπερευαισθησίας στην αλλοπουρινόλη (βλέπε παράγραφο 4.8 «Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος»).
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ZYLORIC
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Γονιμότητα
Δεν υπάρχουν κλινικές δοκιμές
Εγκυμοσύνη
Το Zyloric πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή και μόνον όταν κατά την κρίση του γιατρού, το όφελος από τη χρήση του για την έγκυο γυναίκα υπερκαλύπτει σαφώς τους πιθανούς κινδύνους για τη μητέρα ή το αγέννητο τέκνο. Τούτο διότι δεν υπάρχει επαρκής κλινική εμπειρία από τη χορήγηση του φαρμάκου σε εγκύους (βλέπε παράγραφο 5.3).
Θηλασμός
Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Έχουν βρεθεί συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης 1,4 mg/litre και οξυπουρινόλης 53,7 mg/litre, στο μητρικό γάλα γυναίκας που λάμβανε αλλοπουρινόλη 300 mg ημερησίως. Ωστόσο δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν τις επιδράσεις της αλλοπουρινόλης ή των μεταβολιτών της στο θηλάζον βρέφος. Ως εκ τούτου δεν συνιστάται η χορήγηση κατά την περίοδο του θηλασμού.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ZYLORIC
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας, κωδικός ATC: Μ04ΑΑ01
Μηχανισμός δράσης Η Αλλοπουρινόλη είναι ένας αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης. Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει την ξανθινοξειδάση, το ένζυμο που καταλύει την μετατροπή της υποξανθίνης σε ξανθίνη και τελικά σε ουρικό οξύ. Μεταβολίζεται σε οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη), η οποία επίσης αναστέλλει την ξανθινοξειδάση.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Επιπρόσθετα της αναστολής του καταβολισμού της πουρίνης, σε μερικούς αλλά όχι όλους τους υπερουριχαιμικούς ασθενείς, η de novo βιοσύνθεση της πουρίνης, μειώνεται μέσω αναδραστικής αναστολής της υποξανθίνης-γουανίνης.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ZYLORIC
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η αλλοπουρινόλη είναι ενεργή όταν χορηγείται από στόματος και απορροφάται ταχύτατα από την άνω γαστρεντερική οδό. Σε μελέτες η αλλοπουρινόλη έχει ανιχνευθεί στο αίμα 30 έως 60 λεπτά ακολούως της χορήγησης. Οι εκτιμήσεις σχετικά με τη βιοδιαθεσιμότητα ποικίλουν από 67% έως 90%.
Τα μέγιστα επίπεδα της αλλοπουρινόλης στο πλάσμα γενικά επιτυγχάνονται κατά προσέγγιση 1,5 ώρες ακολούως της από στόματος χορήγησης της αλλοπουρινόλης, αλλά μειώνονται ταχύτατα και μόλις που ανιχνεύονται μετά από 6 ώρες. Τα μέγιστα επίπεδα της οξυπουρινόλης στο πλάσμα γενικά επιτυγχάνονται μετά από 3 έως 5 ώρες, ακολούως της από στόματος χορήγησης της αλλοπουρινόλης και διατηρούνται πολύ περισσότερο.
Κατανομή Η αλλοπουρινόλη δεσμεύεται ελάχιστα από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και κατά συνέπεια αλλαγές στην πρωτεϊνική δέσμευση δεν θεωρείται να μεταβάλλουν σημαντικά την κάθαρση. Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της αλλοπουρινόλης είναι περίπου 1,6 λίτρα/kg, το οποίο υποδηλώνει σχετικά εκτεταμένη πρόσληψη από τους ιστούς. Δεν έχουν αναφερθεί στους ανθρώπους συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης στους ιστούς, αλλά είναι πιθανό ότι η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη θα είναι παρούσες σε υψηλότερες συγκεντρώσεις στο ήπαρ και στον εντερικό βλεννογόνο όπου η δράση της οξειδάσης της ξανθίνης είναι υψηλή.
Βιομετασχηματισμός Το κύριο μεταβολικό παράγωγο της αλλοπουρινόλης είναι η οξυπουρινόλη (αλλοξανθίνη) που δρα ως αναστολέας της ξανθινοξειδάσης με χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, σε ασθενείς με φυσιολογική εντερική λειτουργία, περίπου 15 ώρες ή και περισσότερο, που αυξάνει σε περιπτώσεις εντερικής δυσλειτουργίας. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη συμμετέχουν στο σχηματισμό των αντιστοίχων ριβονουκλεοτιδίων. Άλλοι μεταβολίτες της αλλοπουρινόλης περιλαμβάνουν το ριβοσιδιο της αλλοπουρινόλης και το ριβοσίδιο της 7-οξυπουρινόλης.
Αποβολή Περίπου το 20% της χορηγούμενης από στόματος αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα. Η αποβολή της αλλοπουρινόλης είναι κυρίως από τη μεταβολική μετατροπή σε oxipurinol από την οξειδάση της ξανθίνης και αλδεϋδική οξειδάση, με λιγότερο από το 10% του αμετάβλητου φαρμάκου να απεκκρίνεται στα ούρα Ο χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα κυμαίνεται μεταξύ περίπου 0,5 και 1,5 ωρών.
Η οξυπουρινόλη είναι ένας λιγότερο ισχυρός αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης από την αλλοπουρινόλη, αλλά ο χρόνος ημιζωής της στο πλάσμα είναι πολύ πιο παρατεταμένος. Στον άνθρωπο εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 13 έως 30 ώρες. Ως εκ τούτου, αποτελεσματική αναστολή της οξειδάσης της ξανθίνης διατηρείται πάνω από μια περίοδο 24 ωρών με εφάπαξ ημερήσια δόση αλλοπουρινόλης. Ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία θα συσσωρεύουν σταδιακά οξυπουρινόλη, έως ότου επιτευχθεί σταθερό επίπεδο συγκέντρωσης οξυπουρινόλης στο πλάσμα. Τέτοιοι ασθενείς, λαμβάνοντας 300 mg αλλοπουρινόλης ανά ημέρα γενικά θα εμφανίζουν συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης στο πλάσμα από 5 έως 10 mg/λίτρο.
Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται αμετάβλητη στα ούρα, αλλά έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής, διότι υφίσταται σωληναριακή επαναπορρόφηση. Οι αναφερόμενες τιμές για τον χρόνο ημίσειας ζωής της αποβολής κυμαίνονται από 13,6 έως 29 ώρες. Οι μεγάλες διαφορές στις τιμές αυτές σε ασθενείς, ενδέχεται να εξηγούνται από διαφορές στο σχεδιασμό της μελέτης και/ή στην κάθαρση κρεατινίνης.
ΕΟΦ · 10.6
Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας και της υπερουριχαιμίας
expand_more
Φάρμακα κατά της ουρικής αρθρίτιδας και της υπερουριχαιμίας
H κολχικίνη αποτελεί φάρμακο εκλογής για τη θεραπεία της οξείας ουρικής αρθρίτιδας. Δρα διακόπτοντας τη μίτωση στη μετάφαση συνδεόμενη με την τουβουλίνη του κυττάρου. Όμως δεν είναι αυτός ο τρόπος δράσης της στη φλεγμονή.
Kατά την έναρξη της κρίσης χορηγείται κολχικίνη σε θεραπευτική δόση (μέχρι 6 mg/24ωρο) ή ένα από τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, όπως η ινδομεθακίνη, η ναπροξένη ή άλλα σε θεραπευτικές δόσεις. H κολχικίνη μπορεί να δοθεί και για την ταχύτερη έναρξη της προφύλαξης από τις κρίσεις όταν δοθεί αλλοπουρινόλη ή άλλο ουρικοαπεκκριτικό φάρμακο. H κολχικίνη χορηγείται και για τη θεραπεία άλλων νόσων, όπως σαρκοείδωσης, μεσογειακού πυρετού, πρωτοπαθούς αμυλοειδώσεως, σκληροδέρματος, νόσου Aδαμαντιάδη-Behcet, τενοντίτιδων από υδροξυαπατίτη, και δερματική αγγειΐτιδα.
Aπό τα ουρικοαπεκκριτικά σημειώνουμε την προβενεσίδη, σουλφινοπυραζόνη, (βλ. 10.6.1) αζαπροπαζόνη (βλ. 10.2.6) και τα παράγωγα της βενζοφουράνης, τη βενζοδιαρόνη και τη βρωμοδιαρόνη. Tα τελευταία φάρμακα είναι πολύ ισχυρά ουρικοαπεκκριτικά, που δρουν ακόμη και όταν η σπειραματική διήθηση είναι ελαττωμένη μέχρι και στο 25-50% του φυσιολογικού. Φαίνεται ότι έχουν επίσης και ουρικοστατική δράση, αναστέλλοντας τη σύνθεση των πουρινών.
Tα ουρικοαπεκκριτικά φάρμακα δρουν αναστέλλοντας την επαναπορρόφηση του ουρικού οξέος από τα νεφρικά σωληνάρια αυξάνοντας έτσι την ουρικοσουρία. Eφόσον τα φάρμακα αυτά χορηγούνται συνεχώς η συχνότητα των κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας ελαττώνεται και έχει παρατηρηθεί μείωση του μεγέθους των τόφων. Tα ουρικοαπεκκριτικά φάρμακα είναι συνήθως καλώς ανεκτά. H δυσπεψία και τα δερματικά εξανθήματα δεν είναι συχνά.
Στη νόσο του Paget, για την καταστολή της δραστηριότητας των οστεοβλαστών χορηγούνται η καλσιτονίνη, η δινατριούχος ετιδρονάτη, τα διφωσφονικά άλατα και, σε σπάνιες περιπτώσεις, η μιθραμυκίνη.
H οστεοπόρωση, είναι νόσος του μεταβολισμού των οστών και οφείλεται στη διαταραχή της ισορροπίας οστεοκλαστών-οστεοβλαστών. Aντιμετωπίζεται, τόσο η μεταμηνοπαυσιακή όσο και η γεροντική, λαμβανομένων υπόψη ορισμένων δεικτών υπερλειτουργίας των οστεοκλαστών ή των οστεοβλαστών, με ασβέστιο, καλσιτονίνη, (αναστέλλει την οστεοκλαστική δράση), αναβολικά, φθοριούχο νάτριο, διφωσφονικά άλατα και βιταμίνη D.
H καλσιτονίνη δρα μέσω υποδοχέων στους οστεοκλάστες και αναστέλλει την οστική απορρόφηση. H έκκριση της καλσιτονίνης διεγείρεται από την αυξημένη συγκέντρωση του ασβεστίου του ορού, η οποία στη συνέχεια οδηγεί στην ελάττωση της οστικής απορρόφησης. H υποασβεστιαιμική δράση της καλσιτονίνης είναι δύσκολο να καταδειχθεί σε φυσιολογικά άτομα, όμως υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις σε υπεραπορροφητικές οστικές καταστάσεις όπως είναι η οστική νόσος του Paget και οι οστεολυτικές μεταστάσεις. H αναλγητική δράση της καλσιτονίνης οφείλεται κυρίως στην αύξηση του επιπέδου των ενδορφινών. Yπάρχουν διαφόρου προελεύσεως καλσιτονίνες, όπως π.χ. είναι η ανθρώπειος, χοίρειος, σολομού, χελιού καθώς και η συνθετική του σολομού. H παρατεταμένη χρήση των καλσιτονινών είναι δυνατό να οδηγήσει στην ελάττωση της θεραπευτικής δράσης λόγω κυρίως αναπτύξεως αντισωμάτων. Aνάπτυξη αντισωμάτων δεν παρατηρείται, παρά πολύ σπάνια στην ανθρώπειο καλσιτονίνη.
Oι καλσιτονίνες χορηγούνται κυρίως στην οστική νόσο του Paget, στην αλγοδυστροφία, σαν αναλγητικό στις οστικές μεταστάσεις και σε μερικές μορφές οστεοπόρωσης.
H αλλοπουρινόλη είναι ο μοναδικός αναστολέας της οξειδάσης της ξανθίνης. Ένδειξή της η υψηλή υπερουριχαιμία (ανεξάρτητα από αιτία), η ύπαρξη νεφρικής λιθίασης και νεφρικής ανεπάρκειας. H χορήγηση των φαρμάκων αυτών ενδεικνυται μετά την πάροδο της κρίσης και για τη χρονία αντιμετώπιση της υπερουριχαιμίας. Eνίοτε συνδυάζεται ένα ουρικοανασταλτικό και ένα ουρικοαπεκκριτικό φάρμακο. Για προφυλακτική θεραπεία και αποφυγή των κρίσεων, εκτός από τη δίαιτα, τη χορήγηση ουρικοαπεκκριτικών και τα ανασταλτικά της ξανθινικής οξειδάσης, χορηγείται η κολχικίνη σε μικρές δόσεις (0.5-1.5 mg ανά 24ωρο).
Για τις λοιμώδεις αρθρίτιδες χορηγούνται τα κατάλληλα αντιβιοτικά.
Tο φθοριούχο νάτριο ασκεί διπλή δράση στα οστά: αφενός μεν καθιστά πιο ανθεκτικούς τους οστικούς κρυστάλλους αφετέρου διεγείρει τους οστεοβλάστες προκαλώντας σημαντική αύξηση της οστικής μάζας.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η αλλοπουρινόλη μειώνει την παραγωγή ουρικού οξέος σταματώντας τις βιοχημικές αντιδράσεις που προηγούνται του σχηματισμού του. Αυτή η διαδικασία μειώνει τα ουρικά άλατα και ανακουφίζει τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν επώδυνες τοφώδεις εναποθέσεις, πόνο στις αρθρώσεις, φλεγμονή, ερυθρότητα, μειωμένο εύρος κίνησης και οίδημα.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η αλλοπουρινόλη είναι ένα δομικό ανάλογο της φυσικής βάσης πουρίνης, της υπoξανθίνης. Μετά την κατάποση, η αλλοπουρινόλη μεταβολίζεται στο ήπαρ στο δραστικό της μεταβολίτη, την οξυπουρινόλη (αλοξανθίνη), η οποία δρα ως αναστολέας του ενζύμου ξανθινικής οξειδάσης. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και ο δραστικός μεταβολίτης της αναστέλλουν τη ξανθινική οξειδάση, το ένζυμο που μετατρέπει την υπoξανθίνη σε ξανθίνη και την ξανθίνη σε ουρικό οξύ. Η αναστολή αυτού του ενζύμου είναι υπεύθυνη για τις δράσεις της αλλοπουρινόλης.
Αυτό το φάρμακο αυξάνει την επαναχρησιμοποίηση της υπoξανθίνης και της ξανθίνης για τη σύνθεση νουκλεοτιδίων και νουκλεϊκών οξέων μέσω μιας διαδικασίας που περιλαμβάνει το ένζυμο υπoξανθίνη-γουανίνη φωσφοριβοσιλοτρανσφεράση (HGPRTase). Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε αυξημένη συγκέντρωση νουκλεοτιδίων, η οποία προκαλεί αναστολή ανάδρασης της de novo σύνθεσης πουρινών. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η μείωση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στα ούρα και τον ορό, μειώνοντας την εμφάνιση συμπτωμάτων ουρικής αρθρίτιδας.
Συνοδεύοντας τη μείωση του ουρικού οξέος στον ορό από την αλλοπουρινόλη, παρατηρείται αύξηση των συγκεντρώσεων υπoξανθίνης και ξανθίνης στον ορό και τα ούρα (λόγω της αναστολής της ξανθινικής οξειδάσης).
Απουσία αλλοπουρινόλης, η φυσιολογική απέκκριση οξυπουρινών στα ούρα γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με τη μορφή ουρικού οξέος. Μετά τη χορήγηση αλλοπουρινόλης, τα απεκκρινόμενα ούρα περιέχουν υπoξανθίνη, ξανθίνη και ουρικό οξύ. Επειδή κάθε ουσία έχει τη δική της ατομική διαλυτότητα, η συγκέντρωση του ουρικού οξέος στο πλάσμα μειώνεται χωρίς να εκτίθενται οι νεφρικοί ιστοί σε υψηλό φορτίο ουρικού οξέος, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο κρυσταλλουρίας.
Μειώνοντας τη συγκέντρωση του ουρικού οξέος στο πλάσμα κάτω από τα όρια διαλυτότητάς του, η αλλοπουρινόλη προάγει τη διάλυση των τοφών ουρικής αρθρίτιδας. Αν και τα επίπεδα υπoξανθίνης και ξανθίνης αυξάνονται μετά τη χορήγηση αλλοπουρινόλης, ο κίνδυνος εναπόθεσης στους νεφρικούς ιστούς είναι μικρότερος από αυτόν του ουρικού οξέος, καθώς είναι πιο διαλυτές και απεκκρίνονται ταχέως από τον νεφρό.
Σύνοψη
- Η αλλοπουρινόλη αναστέλλει τη ξανθινική οξειδάση, το ένζυμο που καταλύει τη μετατροπή της υπoξανθίνης σε ξανθίνη και της ξανθίνης σε ουρικό οξύ. Η οξυπουρινόλη, μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης, αναστέλλει επίσης τη ξανθινική οξειδάση.
- Αναστέλλοντας τη ξανθινική οξειδάση, η αλλοπουρινόλη και ο μεταβολίτης της εμποδίζουν τη μετατροπή των οξυπουρινών (υπoξανθίνη και ξανθίνη) σε ουρικό οξύ, μειώνοντας έτσι τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στο πλάσμα και τα ούρα.
- Το φάρμακο διαφέρει, επομένως, από τους ουρικοζουρικούς παράγοντες που μειώνουν τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στον ορό προάγοντας την νεφρική απέκκριση ουρικού οξέος.
- Οι συγκεντρώσεις της ξανθινικής οξειδάσης δεν μεταβάλλονται από μακροχρόνια χορήγηση του φαρμάκου.
- Η αλλοπουρινόλη δεν παρεμβαίνει άμεσα στη σύνθεση νουκλεοτιδίων πουρίνης ή νουκλεϊκών οξέων. Ωστόσο, αυξάνει έμμεσα τις συγκεντρώσεις ριβονουκλεοτιδίων οξυπουρίνης και αλλοπουρινόλης και μειώνει τις συγκεντρώσεις φωσφοριβοσιλοπυροφωσφορικού οξέος, μειώνοντας έτσι τη de novo βιοσύνθεση πουρινών μέσω ψευδο-αναστολής ανάδρασης.
- Επιπλέον, η αλλοπουρινόλη αυξάνει την ενσωμάτωση υπoξανθίνης και ξανθίνης στο DNA και το RNA, μειώνοντας περαιτέρω τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος στον ορό.
- Η αλλοπουρινόλη μπορεί να προκαλέσει έλλειμμα συνολικών πουρινών (ουρικού οξέος και οξυπουρινών) που ανέρχεται σε αρκετές εκατοντάδες mg ημερησίως.
- Συνοδεύοντας τη μείωση του ουρικού οξέος που παράγεται από την αλλοπουρινόλη, παρατηρείται αύξηση των συγκεντρώσεων υπoξανθίνης και ξανθίνης στον ορό και τα ούρα.
- Ωστόσο, οι συγκεντρώσεις πλάσματος αυτών των οξυπουρινών δεν αυξάνονται αναλογικά με την πτώση των συγκεντρώσεων ουρικού οξέος στον ορό και είναι συχνά 20-30% χαμηλότερες από ό,τι θα αναμενόταν λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεντρώσεις ουρικού οξέος πριν από τη θεραπεία με αλλοπουρινόλη.
- Αυτή η διαφορά συμβαίνει επειδή η νεφρική κάθαρση των οξυπουρινών είναι τουλάχιστον 10 φορές μεγαλύτερη από αυτήν του ουρικού οξέος.
- Επιπλέον, η φυσιολογική απέκκριση πουρινών στα ούρα είναι σχεδόν αποκλειστικά ουρικό οξύ, αλλά μετά από θεραπεία με αλλοπουρινόλη, αποτελείται από ουρικό οξύ, ξανθίνη και υπoξανθίνη, καθεμία από τις οποίες έχει ανεξάρτητη διαλυτότητα.
- Έτσι, ο κίνδυνος κρυσταλλουρίας μειώνεται.
- Η αλκαλοποίηση των ούρων αυξάνει τη διαλυτότητα των πουρινών, ελαχιστοποιώντας περαιτέρω τον κίνδυνο κρυσταλλουρίας.
- Η μειωμένη νεφρική σωληναριακή μεταφορά ουρικού οξέος οδηγεί επίσης σε αυξημένη νεφρική επαναρρόφηση ασβεστίου και μειωμένη απέκκριση ασβεστίου.
- Η αλλοπουρινόλη παρεμβαίνει επίσης στη de novo σύνθεση νουκλεοτιδίων πυριμιδίνης αναστέλλοντας την οροτιδίνη 5’-φωσφορική δεκαρβοξυλάση. Προκύπτει δευτεροπαθής οροτινική οξυουρία και οροτινιδουρία. Το οροτικό οξύ είναι εξαιρετικά αδιάλυτο και θα μπορούσε να σχηματίσει βαριά ιζηματοποίηση κρυστάλλων στα ούρα· ωστόσο, η αυξημένη απέκκριση οροτικού οξέος και οροτιδίνης σπάνια υπερβαίνει το 10% των συνολικών πυριμιδινών που συντίθενται από τον οργανισμό.
- Επιπλέον, συνήθως συμβαίνει ενισχυμένη μετατροπή της ουριδίνης σε ουριδίνη 5’-μονοφωσφορική και, επομένως, αυτή η μερική αναστολή της σύνθεσης πυριμιδινών θεωρείται ακίνδυνη.
- Η αλλοπουρινόλη μπορεί επίσης να αναστείλει τα ηπατικά μικροσωμιακά ένζυμα.
- Η αλλοπουρινόλη δεν είναι κυτταροτοξική και δεν έχει επίδραση σε μεταμοσχεύσιμους όγκους.
- Το φάρμακο δεν έχει αναλγητική, αντιφλεγμονώδη ή ουρικοζουρική δράση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
-
Απορρόφηση:
- Το φάρμακο απορροφάται περίπου κατά 90% από το γαστρεντερικό σωλήνα.
- Μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα συνήθως παρατηρούνται 1,5 ώρα και 4,5 ώρες μετά τη δόση για την αλλοπουρινόλη και την οξυπουρινόλη αντίστοιχα.
- Μετά από μία από του στόματος δόση 300 mg αλλοπουρινόλης, μετρήθηκαν μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος περίπου 3 mcg/mL αλλοπουρινόλης και 6,5 mcg/mL οξυπουρινόλης.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση, περίπου 80-90% της δόσης αλλοπουρινόλης απορροφάται από το ΓΕΣ.
- Οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος αλλοπουρινόλης επιτυγχάνονται 2-6 ώρες μετά από μια συνήθη δόση.
- Η αλλοπουρινόλη απορροφάται ελάχιστα μετά από ορθική χορήγηση του φαρμάκου ως υπόθετα (σε βάση βουτύρου κακάο ή πολυαιθυλενογλυκόλης). Οι συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης ή οξυπουρινόλης στο πλάσμα ήταν ελάχιστες ή μη ανιχνεύσιμες μετά από τέτοια ορθική χορήγηση.
- Μετά από από του στόματος χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 100 ή 300 mg αλλοπουρινόλης σε υγιείς ενήλικες άνδρες σε μία μελέτη, μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος αλλοπουρινόλης περίπου 0,5 ή 1,4 ug/mL, αντίστοιχα, παρατηρήθηκαν σε περίπου 1-2 ώρες, ενώ μέγιστες συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης (ο δραστικός μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης) περίπου 2,4 και 6,4 ug/mL, αντίστοιχα, επιτεύχθηκαν εντός περίπου 3-4 ωρών.
- Στην ίδια μελέτη, μετά από ενδοφλέβια έγχυση για 30 λεπτά μίας εφάπαξ δόσης 100 ή 300 mg αλλοπουρινόλης (ως αλλοπουρινόλη νατρίου), μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος περίπου 1,6 και 5,1 ug/mL, αντίστοιχα, παρατηρήθηκαν σε περίπου 30 λεπτά, ενώ μέγιστες συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης περίπου 2,2 και 6,2 ug/mL, αντίστοιχα, επιτεύχθηκαν εντός περίπου 4 ωρών.
- Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σε έξι υγιή αρσενικά και θηλυκά άτομα, η αλλοπουρινόλη απομακρύνθηκε γρήγορα από τη συστηματική κυκλοφορία κυρίως μέσω οξειδωτικού μεταβολισμού προς οξυπουρινόλη, χωρίς ανιχνεύσιμη συγκέντρωση αλλοπουρινόλης στο πλάσμα μετά από 5 ώρες από τη λήψη.
- Περίπου το 12% της ενδοφλέβιας δόσης αλλοπουρινόλης απεκκρίθηκε αμετάβλητο, το 76% ως οξυπουρινόλη, και η υπόλοιπη δόση ως γλυκοζιδικές συζεύξεις στα ούρα.
- Η γρήγορη μετατροπή της αλλοπουρινόλης σε οξυπουρινόλη δεν ήταν σημαντικά διαφορετική μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις αλλοπουρινόλης.
-
Κατανομή:
- Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη είναι και οι δύο υποστρώματα για το ένζυμο ξανθινική οξειδάση, η οποία υπάρχει στο κυτταρόπλασμα των ενδοθηλιακών κυττάρων των τριχοειδών, συμπεριλαμβανομένων των ηπατικών κολποειδών, με την υψηλότερη δραστηριότητα να παρατηρείται στο ήπαρ και την εντερική επένδυση.
- Οι ιστοτικές συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης δεν έχουν ακόμη αναφερθεί σε ανθρώπους, ωστόσο, είναι πιθανό η αλλοπουρινόλη και ο μεταβολίτης οξυπουρινόλη να μετρηθούν στις υψηλότερες συγκεντρώσεις στους προαναφερθέντες ιστούς.
- Σε ζώα, οι συγκεντρώσεις αλλοπουρινόλης βρίσκονται στα υψηλότερα επίπεδα στο αίμα, το ήπαρ, το έντερο και την καρδιά, και στα χαμηλότερα στον εγκέφαλο και τους πνεύμονες.
-
Απέκκριση:
- Περίπου το 80% της από του στόματος ληφθείσας αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα ούρα ως διάφοροι μεταβολίτες.
- Περίπου το 20% της ληφθείσας αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
- Επειδή η αλλοπουρινόλη και οι μεταβολίτες της κυρίως αποβάλλονται από τους νεφρούς, μπορεί να συσσωρευτεί αυτό το φάρμακο σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή ανεπάρκεια, και η δόση της αλλοπουρινόλης πρέπει, επομένως, να μειωθεί.
- Με κάθαρση κρεατινίνης 10 έως 20 mL/min, είναι κατάλληλη ημερήσια δόση 200 mg αλλοπουρινόλης.
- Όταν η κάθαρση κρεατινίνης είναι μικρότερη από 10 mL/min, η ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg.
- Με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης μετρημένη < 3 mL/min) μπορεί να απαιτείται μεγαλύτερο διάστημα μεταξύ των δόσεων.
- Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα μέσω σπειραματικής διήθησης και σωληναριακής επαναρρόφησης, με καθαρή νεφρική κάθαρση περίπου 30 mL/min.
- Για περισσότερες πληροφορίες Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) δεδομένα για την Αλλοπουρινόλη (13 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Σύνδεση
Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη συνδέονται μόνο αμελητέα με τις πρωτεΐνες του πλάσματος.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η αλλοπουρινόλη μεταβολίζεται γρήγορα στον αντίστοιχο ξανθινικό αναλόγο, την οξυπουρινόλη (αλοξανθίνη), η οποία είναι επίσης αναστολέας του ενζύμου ξανθινικής οξειδάσης. Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη αναστέλλουν τη δράση αυτού του ενζύμου.
Η αλλοπουρινόλη και η οξυπουρινόλη μετατρέπονται επίσης μέσω της οδού διάσωσης των πουρινών στα αντίστοιχα ριβονουκλεοτίδιά τους. Η επίδραση αυτών των ριβονουκλεοτιδίων σχετικά με τη δράση της αλλοπουρινόλης για τη μείωση του ουρικού οξέος στους ανθρώπους δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί μέχρι σήμερα. Αυτοί οι μεταβολίτες μπορεί να δρουν αναστέλλοντας τη de novo βιοσύνθεση πουρινών, αναστέλλοντας το ένζυμο αμιδοφωσφοριβοσιλοτρανσφεράση. Τα ριβονουκλεοτίδια δεν έχουν βρεθεί να ενσωματώνονται στο DNA.
Η αλλοπουρινόλη και η αλλοπουρινόλη νατρίου μεταβολίζονται γρήγορα από τη ξανθινική οξειδάση σε οξυπουρινόλη, η οποία είναι φαρμακολογικά δραστική. Η γρήγορη μεταβολισμός της αλλοπουρινόλης σε οξυπουρινόλη δεν φαίνεται να επηρεάζεται ουσιαστικά κατά τη διάρκεια πολλαπλής χορήγησης δόσεων. Φαρμακοκινητικές παράμετροι (π.χ., AUC, χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής από το πλάσμα) της οξυπουρινόλης φαίνεται να είναι παρόμοιες μετά από από του στόματος χορήγηση αλλοπουρινόλης και ενδοφλέβια χορήγηση αλλοπουρινόλης νατρίου.
Τόσο η αλλοπουρινόλη όσο και η οξυπουρινόλη συζεύγνυνται και σχηματίζουν τους αντίστοιχους ριβονουκλεοσίδους τους.
Η αλλοπουρινόλη-1-ριβοσίδη, ένας κύριος μεταβολίτης της αλλοπουρινόλης, θεωρείται γενικά ότι συντίθεται άμεσα από την πουρινική νουκλεοσιδική φωσφορυλάση (PNP) in vivo. Δεδομένου ότι αυτό το ένζυμο πιστεύεται ότι λειτουργεί in vivo κυρίως προς την κατεύθυνση της διάσπασης των νουκλεοσιδίων, προσδιορίσαμε με χρωματογραφία υγρής φάσης υψηλής απόδοσης και μια συμβατική χρωματογραφική μέθοδο τους μεταβολίτες στα ούρα της αλλοπουρινόλης σε ένα παιδί με έλλειψη PNP. Σε αυτόν τον ασθενή, περίπου το 40% των μεταβολιτών αλλοπουρινόλης στα ούρα αποτελούνταν από αλλοπουρινόλη-1-ριβοσίδη, αποδεικνύοντας έτσι τη δυνατότητα έμμεσης δημιουργίας αλλοπουρινόλης-1-ριβοσίδης μέσω της αλλοπουρινόλης-1-ριβοτιδίου in vivo, καταλυόμενης από την υπoξανθίνη γουανίνη φωσφοριβοσιλοτρανσφεράση (HGPRT) και μια φωσφατάση.
Ο κύριος και δραστικός μεταβολίτης, η οξυπουρινόλη, ανιχνεύεται στην κυκλοφορία εντός 15 λεπτών από τη χορήγηση αλλοπουρινόλης. Οι συγκεντρώσεις οξυπουρινόλης είναι υψηλότερες από αυτές του μητρικού φαρμάκου και συσσωρεύεται κατά τη μακροχρόνια χορήγηση. Η οξυπουρινόλη αποβάλλεται από τους νεφρούς και έχει πολύ μεγαλύτερο χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής από την αλλοπουρινόλη. Η οξυπουρινόλη συσσωρεύεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία· επομένως, οι δόσεις αλλοπουρινόλης θα πρέπει να προσαρμόζονται σε τέτοιους ασθενείς.
Για περισσότερες πληροφορίες Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) δεδομένα για την Αλλοπουρινόλη (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
Ηπατικό
Οδός Απέκκρισης: Περίπου 20% της λαμβανόμενης αλλοπουρινόλης απεκκρίνεται στα κόπρανα.
Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 1-3 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης στο πλάσμα είναι 1-2 ώρες, λόγω της γρήγορης νεφρικής της κάθαρσης.
Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης και της οξυπουρινόλης είναι περίπου 1-3 ώρες και 18-30 ώρες, αντίστοιχα, σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία και αυξάνονται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Η αλλοπουρινόλη απομακρύνεται γρήγορα από το πλάσμα με χρόνο ημίσειας ζωής 2-3 ώρες, κυρίως μέσω μετατροπής σε αλοξανθίνη.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της αλλοπουρινόλης στον ορό είναι 39 λεπτά.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΥΠΕΡΟΥΡΙΚΑΙΜΙΚΑ), ή ανακουφίζουν τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και αποτρέπουν την καρδιακή και πνευμονική ΒΛΑΒΗ ΕΠΑΝΕΠΙΧΥΣΗΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA
- 63CZ7GJN5I
- ΑΛΛΟΠΟΥΡΙΝΟΛΗ
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Ξανθινικής Οξειδάσης
- Η αλλοπουρινόλη είναι Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης. Ο μηχανισμός δράσης της αλλοπουρινόλης είναι ως Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης.
- ΑΛΛΟΠΟΥΡΙΝΟΛΗ
- Αναστολέας Ξανθινικής Οξειδάσης [EPC]; Αναστολείς Ξανθινικής Οξειδάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη Φαρμακολογίας MeSH
- Φάρμακα που είναι χημικά παρόμοια με φυσικά μεταβολιζόμενα, αλλά διαφέρουν αρκετά ώστε να παρεμβαίνουν σε φυσιολογικές μεταβολικές οδούς. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, σελ.2033)
- Ενώσεις ή παράγοντες που συνδυάζονται με ένα ένζυμο με τρόπο που εμποδίζει τον φυσιολογικό συνδυασμό υποστρώματος-ενζύμου και την καταλυτική αντίδραση.
- Παράγοντες που αυξάνουν την απέκκριση ουρικού οξέος από τον νεφρό (ΟΥΡΙΚΟΖΟΥΡΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ), μειώνουν την παραγωγή ουρικού οξέος (ΑΝΤΙΥΠΕΡΟΥΡΙΚΑΙΜΙΚΑ), ή ανακουφίζουν τον πόνο και τη φλεγμονή των οξέων εξάρσεων ουρικής αρθρίτιδας.
- Ουσίες που εξαλείφουν τις ελεύθερες ρίζες. Μεταξύ άλλων επιδράσεων, προστατεύουν τα ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΚΑ ΝΗΣΙΔΙΑ από βλάβη από ΚΥΤΟΚΙΝΕΣ και αποτρέπουν την καρδιακή και πνευμονική ΒΛΑΒΗ ΕΠΑΝΕΠΙΧΥΣΗΣ.