Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XA02 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CARBOPLATIN

Καρβοπλατίνη

Δρουν βλαπτικά στο DNA του κυττάρου όπως οι αλκυλιούντες παράγοντες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η καρβοπλατίνη και η σισπλατίνη.

Chemical structure of CARBOPLATIN

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Eπιθηλιακός καρκίνος ωοθηκών, μικροκυτταρικός και μη καρκίνος πνεύμονα, επιδερμογενής καρκίνος κε- 8. ΑΝΤΙΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΟΣΟΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ φαλής και τραχήλου, καρκίνος ουροδόχου κύστεως από μεταβατικό επιθήλιο (σε συνδυασμό με άλλα…
medication
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Ενδοφλέβια
Χορήγηση:
Εφάπαξ (αρχική δόση). Η επανάληψη της θεραπείας μετά από 4 εβδομάδες ή βάσει αιματολογικών παραμέτρων.
Δόση έναρξης:
400 mg/m²
Τιτλοποίηση:
Ελάττωση της αρχικής δόσης κατά 20-25% σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες. Ρύθμιση σε ασθενείς > 65 ετών. Επακόλουθες δόσεις προσαρμόζονται ανάλογα με την ανοχή και τη μυελοκαταστολή. Ειδικοί υπολογισμοί με τύπους Calvert και Egorin για συγκεκριμένες καταστάσεις.
  • Ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που δεν έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία
    Δόση400 mg/m² εφάπαξ
    Ενδοφλέβια έγχυση (διάρκεια 15-60 λεπτά). Η θεραπεία δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται πριν περάσουν 4 εβδομάδες ή εφόσον τα ουδετερόφιλα > 2.000/mm³ και τα αιμοπετάλια > 100.000/mm³.
  • Ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (προηγούμενη μυελοκατασταλτική θεραπεία, κατάσταση λειτουργίας ECOG-Zubrod 2-4 ή Karnofsky < 80)
    ΔόσηΜείωση αρχικής δόσης κατά 20-25%
  • Ασθενείς άνω των 65 ετών
    Ρύθμιση της αρχικής ή επόμενης δοσολογίας μπορεί να είναι αναγκαία ανάλογα με τη φυσική κατάσταση.
  • Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 41-59 ml/min
    Δόση250 mg/m² την 1η ημέρα
  • Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 16-40 ml/min
    Δόση200 mg/m² την 1η ημέρα
  • Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min
    Η νεφρική και ολική κάθαρση της καρβοπλατίνης ελαττώνονται. Οι δόσεις πρέπει να ελαττώνονται.
  • Παιδιατρικοί ασθενείς
    Τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για δοσολογικές συστάσεις.
block
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Αντενδείξεις

expand_more
  • Προϋπάρχουσα βαριά νεφρική ανεπάρκεια
    Πληθυσμόςεκτός εάν κατά την κρίση του γιατρού και του ασθενούς τα πιθανά οφέλη υπερσταθμίζουν τους κινδύνους της θεραπείας (βλέπε Δοσολογία)
  • Βαριά μυελοκαταστολή
  • Νεοπλασματικές εντοπίσεις που αιμορραγούν
  • Ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων στην καρβοπλατίνη, ή σε άλλες ενώσεις που περιέχουν πλατίνη
warning
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Χρήση από ιατρούς
    Πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από γιατρούς με πείρα στα αντικαρκινικά χημειοθεραπευτικά φάρμακα.
  • Παρακολούθηση
    Πρέπει να γίνεται τακτικά αιματολογικός έλεγχος καθώς και έλεγχος της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας.
  • Διακοπή φαρμάκου
    Το φάρμακο διακόπτεται εάν παρατηρηθεί παθολογική καταστολή του μυελού των οστών ή παθολογική μεταβολή της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας.
  • Μυελοκαταστολή
    Η μυελοκαταστολή (λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία) είναι δοσοεξαρτώμενη και περιορίζει την δόση. Οι μετρήσεις των εμμόρφων στοιχείων του περιφερικού αίματος πρέπει να γίνονται συχνά κατά την διάρκεια της θεραπείας με την καρβοπλατίνη και σε περίπτωση τοξικής επίδρασης, μέχρις ότου αναλάβει ο ασθενής.
  • Επαναχορήγηση θεραπείας
    Γενικά τα περιοδικά θεραπευτικά σχήματα με καρβοπλατίνη δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται μέχρις ότου ο αριθμός των λευκοκυττάρων, των ουδετερόφιλων και των αιμοπεταλίων επανέλθει στο φυσιολογικό.
  • Αναιμία
    Υποστήριξη με μεταγγίσεις απαιτείται συχνά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβοπλατίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε παρατεταμένη θεραπεία, επειδή η αναιμία είναι συχνή και αθροιστική.
  • Μυελοκαταστολή σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία ή νεφρική δυσλειτουργία
    Η μυελοκαταστολή αυξάνεται σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία (ιδιαίτερα με σισπλατίνη) ή και με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι αρχικές δόσεις της καρβοπλατίνης στις παραπάνω ομάδες ασθενών πρέπει να ελαττώνονται κατάλληλα (βλέπε Δοσολογία) και να παρακολουθούνται προσεκτικά οι επιδράσεις με συχνές εξετάσεις του περιφερικού αίματος μεταξύ των κύκλων θεραπείας.
  • Συνδυασμένη θεραπεία
    Η συνδυασμένη θεραπεία με καρβοπλατίνη και άλλες μυελοκατασταλτικές μορφες θεραπείας πρέπει να σχεδιασθεί με μεγάλη προσοχή όσον αφορά τις δόσεις και τον χρόνο χορήγησής τους με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αθροιστικών επιδράσεων.
  • Νεφροτοξικότητα και ωτοτοξικότητα
    Μολονότι η καρβοπλατίνη έχει περιορισμένη δυνητική νεφροτοξικότητα, η σύγχρονη χορήγηση με τις αμινογλυκοσίδες οδήγησε σε επεισόδια αυξημένης νεφρο- και ωτοτοξικότητας. Έχει αναφερθεί κλινικώς σημαντική απώλεια της ακοής σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις σε συνδυασμό με άλλα ωτοτοξικά φάρμακα.
  • Ναυτία και έμετος
    Η καρβοπλατίνη μπορεί να προκαλέσει ναυτία και έμετο, που μπορεί να είναι εντονότερα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί στο παρελθόν σε θεραπεία (ιδιαίτερα με σισπλατίνη). Η προληπτική χορήγηση αντιεμετικών και η παράταση του χρόνου χορήγησης της καρβοπλατίνης (με συνεχή στάγδην έγχυση ή μέσα σε 5 συνεχείς ημέρες) αναφέρθηκαν σαν χρήσιμα μέτρα για την ελάττωση της συχνότητας και της έντασης της παραπάνω παρενέργειας.
  • Νευροτοξικότητα
    Μολονότι η νευροτοξικότητα στο περιφερικό νευρικό σύστημα είναι γενικά σπάνια και ήπια, η συχνότητά της αυξάνεται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών και/ή ασθενείς που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία με σισπλατίνη. Η σταθεροποίηση ή η βελτίωση προϋπαρχόντων νευροτοξικών φαινομένων που προκλήθηκαν από την σισπλατίνη σημειώθηκε σε μισούς περίπου ασθενείς που υποβλήθηκαν σε συμπληρωματική θεραπεία με καρβοπλατίνη.
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
    Όπως συμβαίνει και με άλλες σύμπλοκες ενώσεις της πλατίνης, αναφέρθηκαν αλλεργικές αντιδράσεις με την καρβοπλατίνη. Αυτές μπορούν να συμβούν μέσα σε λίγα λεπτά από τη χορήγηση και πρέπει να αντιμετωπισθούν με την κατάλληλη θεραπεία υποστήριξης. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αλλεργικών αντιδράσεων, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας, σε ασθενείς που έχουν ήδη δεχθεί θεραπεία με πλατίνη (βλέπε Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
  • Οπτικές διαταραχές
    Σε ασθενείς με νεφρική βλάβη και μετά από χρήση της καρβοπλατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες, αναφέρθηκαν σπάνιες περιπτώσεις οπτικών διαταραχών περιλαμβανομένης και απώλειας οράσεως. Η όραση αποκαθίσταται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό εντός εβδομάδων από τη διακοπή των υψηλών δόσεων.
  • Ηπατική και νεφρική λειτουργία
    Πολύ υψηλές δόσεις καρβοπλατίνης (μέχρι ύψους πενταπλάσιου από τη συνιστώμενη δόση του φαρμάκου σε μονοθεραπεία) οδήγησαν σε σοβαρές ανωμαλίες της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας.
  • Παιδιατρική χρήση
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Ηλικιωμένοι ασθενείς
    Σε μελέτες που περιελάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με καρβοπλατίνη και κυκλοφωσφαμίδη, οι ηλικιωμένοι ασθενείς που έλαβαν καρβοπλατίνη ήταν πιθανότερο να αναπτύξουν θρομβοπενία απ' ότι νεώτεροι ασθενείς. Σε μελέτες μονοθεραπείας με καρβοπλατίνη για διάφορους τύπους όγκων, τα συμβάματα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ νέων και ηλικιωμένων. Ωστόσο, μεγαλύτερη ευαισθησία των ηλικιωμένων ατόμων δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Επειδή η νεφρική λειτουργία είναι συχνά μειωμένη στους ηλικιωμένους, θα πρέπει αυτή να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται η δοσολογία.
swap_horiz
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Άλλα νεφροτοξικά φάρμακα
    Σύσταση για αποφυγή
    Αύξηση του κινδύνου νεφροτοξικότητας.
    ΣύστασηΔεν συνιστάται η ταυτόχρονη χρήση.
sick
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Αιματολογικές
  • Θρομβοπενία (< 50.000/mm³)
  • Ουδετεροπενία (< 1.000/mm³)
  • Λευκοπενία (< 2.000/mm³)
  • Αναιμία (Hb < 11g/dl)
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
  • Λοιμογόνες επιπλοκές
  • Αιμορραγικές επιπλοκές
Γαστρεντερικές
  • Έμετος
  • Ναυτία
  • Πόνος
  • Διάρροια
  • Δυσκοιλιότητα
  • Ανορεξία
Νευρικό σύστημα
  • Περιφερική νευροπάθεια (κυρίως παραισθησίες)
  • Ωτοτοξικότητα
  • Αισθητηριακές διαταραχές (οπτικές, γεύσης)
  • Συμπτώματα από το κεντρικό νευρικό σύστημα
Νεφρικές
  • Αύξηση κρεατινίνης ορού
  • Αύξηση ουρίας αίματος
  • Αύξηση ουρικού οξέος
  • Μείωση κάθαρσης κρεατινίνης
Ηλεκτρολυτικές
  • Μείωση νατρίου ορού
  • Μείωση καλίου ορού
  • Μείωση ασβεστίου ορού
  • Μείωση μαγνησίου ορού
  • Υπονατριαιμία
Ηπατικές
  • Αύξηση ολικής χολερυθρίνης
  • Αύξηση SGOT
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
Ανοσολογικές
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις (εξάνθημα, κνίδωση, ερύθημα, κνησμός, βρογχόσπασμος, υπόταση)
Γενικές διαταραχές
  • Αδυναμία
  • Αίσθημα κακουχίας
  • Αφυδάτωση
Δέρμα
  • Αλωπεκία
Καρδιαγγειακό
  • Παρενέργειες κυκλοφορικού (καρδιακή ανεπάρκεια, εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο)
  • Αρτηριακή υπέρταση
Αναπνευστικό
  • Παρενέργειες αναπνευστικού
Στόμα
  • Στοματίτιδα
Τοπικές αντιδράσεις
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (ερυθρότητα, οίδημα, πόνος)
  • Νέκρωση που σχετίζεται με εξαγγείωση
Αιμοποιητικό/Νεφρικό
  • Αιμολυτικό-ουραιμικό σύνδρομο
Συστηματικές
  • Δευτερογενείς κακοήθειες (σχέση αβέβαιη)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Θρομβοπενία
    Αιματολογικές
    25%
  • Ουδετεροπενία
    Αιματολογικές
    18%
  • Λευκοπενία
    Αιματολογικές
    14%
  • Αναιμία
    Αιματολογικές
    71%
  • Εμπύρετη ουδετεροπενία
    Αιματολογικές
    Μη γνωστές
  • Λοιμογόνες επιπλοκές (δευτεροπαθείς λόγω μυελοκαταστολής)
    Αιματολογικές
    4%
  • Αιμορραγικές επιπλοκές (δευτεροπαθείς λόγω θρομβοπενίας)
    Αιματολογικές
    5%
  • Έμετος
    Γαστρεντερικές
    65%
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικές
    15%
  • Πόνος
    Γαστρεντερικές
    17%
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικές
    6%
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικές
    6%
  • Ανορεξία
    Γαστρεντερικές
    Μη γνωστές
  • Περιφερική νευροπάθεια
    Νευρικό σύστημα
    4%
  • Αισθητηριακές διαταραχές (ωτοτοξικότητα, οπτικές, γεύσης)
    Νευρικό σύστημα
    1%
  • Συμπτώματα ΚΝΣ
    Νευρικό σύστημα
    5%
  • Αύξηση κρεατινίνης ορού
    Νεφρικές
    6%
  • Αύξηση ουρίας αίματος
    Νεφρικές
    14%
  • Αύξηση ουρικού οξέος
    Νεφρικές
    5%
  • Μείωση νατρίου ορού
    Ηλεκτρολυτικές
    29%
  • Μείωση καλίου ορού
    Ηλεκτρολυτικές
    20%
  • Μείωση ασβεστίου ορού
    Ηλεκτρολυτικές
    22%
  • Μείωση μαγνησίου ορού
    Ηλεκτρολυτικές
    29%
  • Υπονατριαιμία
    Ηλεκτρολυτικές
    Μη γνωστές
  • Αύξηση ολικής χολερυθρίνης
    Ηπατικές
    5%
  • Αύξηση SGOT
    Ηπατικές
    15%
  • Αύξηση αλκαλικής φωσφατάσης
    Ηπατικές
    24%
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσολογικές
    2%
  • Αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις
    Ανοσολογικές
    Σπάνιες
  • Δευτερογενείς κακοήθειες
    Συστηματικές
    Μη γνωστές
  • Παρενέργειες αναπνευστικού
    Αναπνευστικό
    ≤ 5%
  • Παρενέργειες κυκλοφορικού
    Καρδιαγγειακό
    ≤ 5%
  • Παρενέργειες βλεννογόνων
    Γαστρεντερικές
    ≤ 5%
  • Παρενέργειες ουροποιογεννητικού
    Ουροποιογεννητικό
    ≤ 5%
  • Παρενέργειες δέρματος
    Δέρμα
    ≤ 5%
  • Παρενέργειες μυοσκελετικού συστήματος
    Μυοσκελετικό
    ≤ 5%
  • Αδυναμία
    Γενικές διαταραχές
    8%
  • Αλωπεκία
    Δέρμα
    3%
  • Αιμολυτικό-ουραιμικό σύνδρομο
    Αιμοποιητικό/Νεφρικό
    Σπάνια
  • Αίσθημα κακουχίας
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Αφυδάτωση
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
  • Στοματίτιδα
    Στόμα
    Μη γνωστές
  • Αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (ερυθρότητα, οίδημα, πόνος)
    Τοπικές αντιδράσεις
    Μη γνωστές
  • Νέκρωση που σχετίζεται με εξαγγείωση
    Τοπικές αντιδράσεις
    Μη γνωστές
  • Αρτηριακή υπέρταση
    Καρδιαγγειακό
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Ενημέρωση για βλαπτική επίδραση στο έμβρυο
    Η καρβοπλατίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου, όταν χορηγηθεί στην έγκυο γυναίκα. Η καρβοπλατίνη αποδείχθηκε ότι ασκεί εμβρυοτοξική και τερατογόνο δράση στους αρουραίους κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες στις εγκύους γυναίκες. Εάν το φάρμακο αυτό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής καταστεί έγκυος κατά τη διάρκεια χορήγησης του φαρμάκου αυτού, πρέπει να ενημερωθεί η ασθενής για το ενδεχόμενο βλαπτικής επίδρασης στο έμβρυο. Οι γυναίκες που είναι δυνατό να καταστούν έγκυες πρέπει να αποτρέπονται από μία ενδεχόμενη εγκυμοσύνη όταν τους χορηγείται καρβοπλατίνη.
  • Γαλουχία
    Διακοπή γαλουχίας ή θεραπείας
    Δεν είναι γνωστό κατά πόσον το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω του ενδεχόμενου πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από την καρβοπλατίνη στο βρέφος που θηλάζει, πρέπει να διακόπτεται η γαλουχία ή να διακόπτεται η θεραπεία αφού ληφθεί υπόψη η σημασία της χορήγησης του φαρμάκου στην μητέρα.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Μηχανισμοί δράσης: Οι αλκυλιωτικοί παράγοντες δρουν μέσω τριών διαφορετικών μηχανισμών: 1) προσάρτηση αλκυλικών ομάδων σε βάσεις DNA, με αποτέλεσμα το DNA να θραύεται από τα ένζυμα επιδιόρθωσης καθώς επιχειρούν αντικατάσταση των αλκυλιωμένων βάσεων,…
monitor_heart
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η δραστική ουσία [Cis-Diamine (1, 1-cyclobutane-dicarboxylato)platinum] είναι μία σύμπλοκη ένωση πλατίνας με αντινεοπλασματική δράση. Η καρβοπλατίνη είναι μια κρυσταλλική σκόνη με μοριακό τύπο C₆H₁₂N₂O₄Pt, και μοριακό βάρος 371,25. Είναι διαλυτή σε νερό (14…
biotech
SPC-CARBOPLATIN-EBEWE

Φαρμακοκινητική

expand_more
Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 ml/min, όταν χορηγηθεί καρβοπλατίνη (300-500 mg/m²), οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ελαττώνονται διφασικά με μέσους χρόνους ημιζωής α και β 1,6 και 3,0 ώρες αντίστοιχα. * Συνολική κάθαρση: 73 ml/min. * **Φαινομενικός…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η καρβοπλατίνη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο ως η ανέπαφη μητρική ένωση.
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Νεφρά

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more

Η καρβοπλατίνη χορηγείται ενδοφλέβια μόνον.

Δοσολογία σε ενήλικες

  • Αρχική δόση: Για ενήλικες ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία που δεν έχουν προηγουμένως υποβληθεί σε θεραπεία, η συνιστώμενη δόση είναι 400 mg/m² επιφανείας σώματος εφάπαξ, χορηγούμενη ως ενδοφλέβια έγχυση (διάρκεια 15 έως 60 λεπτών).
  • Χρόνος επανάληψης θεραπείας: Η θεραπεία δεν πρέπει να επαναλαμβάνεται πριν περάσουν τέσσερις εβδομάδες από την προηγούμενη θεραπεία με καρβοπλατίνη, ή εφόσον τα ουδετερόφιλα και τα αιμοπετάλια είναι πάνω από 2.000/mm³ και 100.000/mm³ αντίστοιχα.
  • Μείωση δόσης:
    • Ελάττωση της αρχικής δόσης κατά 20-25% συνιστάται σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες (προηγούμενη μυελοκατασταλτική θεραπεία, κατάσταση λειτουργίας ECOG-Zubrod 2-4 ή Karnofsky < 80).
    • Σε ασθενείς άνω των 65 ετών, ρύθμιση της δοσολογίας (αρχικής ή επόμενης) μπορεί να είναι αναγκαία ανάλογα με τη φυσική κατάσταση.
  • Παρακολούθηση: Προσδιορισμός του αιματολογικού ναδίρ εβδομαδιαία κατά τους πρώτους κύκλους θεραπείας είναι απαραίτητος για τον καθορισμό της επόμενης δοσολογίας.

Έκπτωση της Νεφρικής Λειτουργίας

  • Ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο βαριάς μυελοκαταστολής.
  • Δοσολογικά σχήματα:
    • 250 mg/m² ενδοφλέβια την 1η ημέρα σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 41-59 ml/min.
    • 200 mg/m² ενδοφλέβια την 1η ημέρα σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης 16-40 ml/min.
  • Υπολογισμός δόσης με τύπο Calvert: Dose (mg) = (target AUC) X (GFR + 25)
    • GFR: Ρυθμός σπειραματικής διήθησης (ml/min).
    • AUC: Προβλεπόμενες τιμές κάτω από την καμπύλη (mg/ml-min).
    • Target AUC:
      • 5-7 mg/ml-min: Μονοθεραπεία, χωρίς προηγούμενη θεραπεία.
      • 4-6 mg/ml-min: Μονοθεραπεία, με προηγούμενη θεραπεία.
      • 4-6 mg/ml-min: Συνδυασμός με Cyclophosphamide, χωρίς προηγούμενη θεραπεία.
  • Υπολογισμός δόσης με τύπο Egorin (σε ασθενείς με προηγούμενη εντατική θεραπεία, στόχος ναδίρ αιμοπεταλίων): Dose (mg/m²) = [86 + 0,091 x (Κάθαρση κρεατινίνης – Επιθυμητό ναδίρ αιμοπεταλίων)] x (Αριθμός αιμοπεταλίων πριν τη θεραπεία / Επιφάνεια σώματος) x 100 - 17
  • Σημείωση: Δεν υπάρχουν δεδομένα για χρήση καρβοπλατίνης σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≤ 15 ml/min.
  • Προσαρμογή δοσολογίας: Οι επακόλουθες δόσεις πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την ανοχή του ασθενούς και το αποδεκτό επίπεδο μυελοκαταστολής.

Συνδυασμένη Θεραπεία

  • Ρυθμίσεις δοσολογίας απαιτούνται όταν η καρβοπλατίνη χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα μυελοκατασταλτικά φάρμακα.

Παιδιατρικοί ασθενείς

  • Τα στοιχεία είναι ανεπαρκή για δοσολογικές συστάσεις.
block

Αντενδείξεις

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more
Η καρβοπλατίνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με προϋπάρχουσα βαριά νεφρική ανεπάρκεια εκτός εάν κατά την κρίση του γιατρού και του ασθενούς τα πιθανά οφέλη υπερσταθμίζουν τους κινδύνους της θεραπείας (βλέπε Δοσολογία). Η καρβοπλατίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με βαριά μυελοκαταστολή και/ή σε ασθενείς που εμφανίζουν νεοπλασματικές εντοπίσεις που αιμορραγούν. Η καρβοπλατίνη αντενδείκνυται επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αλλεργικών αντιδράσεων στην καρβοπλατίνη, ή σε άλλες ενώσεις που περιέχουν πλατίνη.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more
Η καρβοπλατίνη είναι ένα κυτταροστατικό φάρμακο και πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο από γιατρούς με πείρα στα αντικαρκινικά χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Πρέπει να γίνεται τακτικά αιματολογικός έλεγχος καθώς και έλεγχος της νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας. Το φάρμακο διακόπτεται εάν παρατηρηθεί παθολογική καταστολή του μυελού των οστών ή παθολογική μεταβολή της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας Η μυελοκαταστολή (λευκοπενία, ουδετεροπενία και θρομβοπενία) είναι δοσοεξαρτώμενη και περιορίζει την δόση. Οι μετρήσεις των εμμόρφων στοιχείων του περιφερικού αίματος πρέπει να γίνονται συχνά κατά την διάρκεια της θεραπείας με την καρβοπλατίνη και σε περίπτωση τοξικής επίδρασης, μέχρις ότου αναλάβει ο ασθενής. O μέσος όρος ημερών του ναδίρ είναι η 21η ημέρα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μονοθεραπεία με καρβοπλατίνη και η 15η ημέρα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε συνδυασμένη θεραπεία με καρβοπλατίνη και άλλα χημειοθεραπευτικά φάρμακα. Γενικά τα περιοδικά θεραπευτικά σχήματα με καρβοπλατίνη δεν πρέπει να επαναλαμβάνονται μέχρις ότου ο αριθμός των λευκοκυττάρων, των ουδετερόφιλων και των αιμοπεταλίων επανέλθει στο φυσιολογικό. Υποστήριξη με μεταγγίσεις απαιτείται συχνά κατά τη διάρκεια της θεραπείας με καρβοπλατίνη, ιδιαίτερα σε ασθενείς που υποβάλλονται σε παρατεταμένη θεραπεία, επειδή η αναιμία είναι συχνή και αθροιστική. Η μυελοκαταστολή αυξάνεται σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία (ιδιαίτερα με σισπλατίνη) ή και με έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας. Οι αρχικές δόσεις της καρβοπλατίνης στις παραπάνω ομάδες ασθενών πρέπει να ελαττώνονται κατάλληλα (βλέπε Δοσολογία) και να παρακολουθούνται προσεκτικά οι επιδράσεις με συχνές εξετάσεις του περιφερικού αίματος μεταξύ των κύκλων θεραπείας. Η συνδυασμένη θεραπεία με καρβοπλατίνη και άλλες μυελοκατασταλτικές μορφές θεραπείας πρέπει να σχεδιασθεί με μεγάλη προσοχή όσον αφορά τις δόσεις και τον χρόνο χορήγησής τους με σκοπό την ελαχιστοποίηση των αθροιστικών επιδράσεων. Μολονότι η καρβοπλατίνη έχει περιορισμένη δυνητική νεφροτοξικότητα, η σύγχρονη χορήγηση με τις αμινογλυκοσίδες οδήγησε σε επεισόδια αυξημένης νεφρο- και ωτοτοξικότητας. Έχει αναφερθεί κλινικώς σημαντική απώλεια της ακοής σε παιδιατρικούς ασθενείς που έλαβαν υψηλότερες από τις συνιστώμενες δόσεις σε συνδυασμό με άλλα ωτοτοξικά φάρμακα. Η καρβοπλατίνη μπορεί να προκαλέσει ναυτία και έμετο, που μπορεί να είναι εντονότερα σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί στο παρελθόν σε θεραπεία (ιδιαίτερα με σισπλατίνη). Η προληπτική χορήγηση αντιεμετικών και η παράταση του χρόνου χορήγησης της καρβοπλατίνης (με συνεχή στάγδην έγχυση ή μέσα σε 5 συνεχείς ημέρες) αναφέρθηκαν σαν χρήσιμα μέτρα για την ελάττωση της συχνότητας και της έντασης της παραπάνω παρενέργειας. Μολονότι η νευροτοξικότητα στο περιφερικό νευρικό σύστημα είναι γενικά σπάνια και ήπια, η συχνότητά της αυξάνεται σε ασθενείς ηλικίας άνω των 65 ετών και/ή ασθενείς που έχουν ήδη υποβληθεί σε θεραπεία με σισπλατίνη. Η σταθεροποίηση ή η βελτίωση προϋπαρχόντων νευροτοξικών φαινομένων που προκλήθηκαν από την σισπλατίνη σημειώθηκε σε μισούς περίπου ασθενείς που υποβλήθηκαν σε συμπληρωματική θεραπεία με καρβοπλατίνη. Όπως συμβαίνει και με άλλες σύμπλοκες ενώσεις της πλατίνης, αναφέρθηκαν αλλεργικές αντιδράσεις με την καρβοπλατίνη. Αυτές μπορούν να συμβούν μέσα σε λίγα λεπτά από τη χορήγηση και πρέπει να αντιμετωπισθούν με την κατάλληλη θεραπεία υποστήριξης. Υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αλλεργικών αντιδράσεων, περιλαμβανομένης της αναφυλαξίας, σε ασθενείς που έχουν ήδη δεχθεί θεραπεία με πλατίνη (βλέπε Αντενδείξεις και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε ασθενείς με νεφρική βλάβη και μετά από χρήση της καρβοπλατίνης σε δόσεις μεγαλύτερες από τις συνιστώμενες, αναφέρθηκαν σπάνιες περιπτώσεις οπτικών διαταραχών περιλαμβανομένης και απώλειας οράσεως. Η όραση αποκαθίσταται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό εντός εβδομάδων από τη διακοπή των υψηλών δόσεων. Πολύ υψηλές δόσεις καρβοπλατίνης (μέχρι ύψους πενταπλάσιου από τη συνιστώμενη δόση του φαρμάκου σε μονοθεραπεία) οδήγησαν σε σοβαρές ανωμαλίες της ηπατικής και νεφρικής λειτουργίας. Παιδιατρική χρήση: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα στα παιδιά δεν έχουν τεκμηριωθεί. Ηλικιωμένοι ασθενείς: Σε μελέτες που περιελάμβαναν θεραπεία συνδυασμού με καρβοπλατίνη και κυκλοφωσφαμίδη, οι ηλικιωμένοι ασθενείς που έλαβαν καρβοπλατίνη ήταν πιθανότερο να αναπτύξουν θρομβοπενία απ’ ότι νεώτεροι ασθενείς. Σε μελέτες μονοθεραπείας με καρβοπλατίνη για διάφορους τύπους όγκων, τα συμβάματα των ανεπιθύμητων ενεργειών ήταν παρόμοια μεταξύ νέων και ηλικιωμένων. Ωστόσο, μεγαλύτερη ευαισθησία των ηλικιωμένων ατόμων δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Επειδή η νεφρική λειτουργία είναι συχνά μειωμένη στους ηλικιωμένους, θα πρέπει αυτή να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται η δοσολογία.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more
Δεν συνιστάται η χρήση της καρβοπλατίνης μαζί με άλλα νεφροτοξικά φάρμακα.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more

Η συχνότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών βασίζεται σε δεδομένα από 1893 ασθενείς που έλαβαν καρβοπλατίνη ως μονοθεραπεία και στην εμπειρία μετά την κυκλοφορία.

Αιματολογικές

  • Μυελοκαταστολή: Η κύρια τοξική επίδραση που περιορίζει τη δόση.
    • Θρομβοπενία (< 50.000/mm³): 25% των ασθενών.
    • Ουδετεροπενία (< 1.000/mm³): 18% των ασθενών.
    • Λευκοπενία (< 2.000/mm³): 14% των ασθενών.
  • Χρόνος ναδίρ: Συνήθως την 21η ημέρα (15η ημέρα σε συνδυασμένη θεραπεία).
  • Αποκατάσταση: Μέχρι την 28η ημέρα, αιμοπετάλια > 100.000/mm³ (90%), ουδετερόφιλα > 2.000/mm³ (74%), λευκοκύτταρα > 4.000/mm³ (67%).
  • Συχνότερες επιπλοκές:
    • Εμπύρετη ουδετεροπενία (μετά την κυκλοφορία).
    • Θρομβοπενία, ουδετεροπενία, λευκοπενία: βαρύτερες σε ασθενείς με προηγούμενη θεραπεία (ιδιαίτερα σισπλατίνη) και με έκπτωση νεφρικής λειτουργίας. Επίσης σε ασθενείς σε όχι καλή γενική κατάσταση.
    • Λοιμογόνες επιπλοκές: 4%.
    • Αιμορραγικές επιπλοκές: 5%.
    • Θάνατος από τοξικότητα: < 1%.
  • Αναιμία: (Hb < 11g/dl) 71% των ασθενών. Μεγαλύτερη συχνότητα με παρατεταμένη έκθεση. Μεταγγίσεις στο 26%.
  • Συνδυασμός: Η μυελοκαταστολή μπορεί να επιδεινωθεί με συνδυασμό με άλλες μυελοκατασταλτικές ουσίες/θεραπείες.

Γαστρεντερικές

  • Έμετος: 65% (περίπου 1/3 έντονοι).
  • Ναυτία: Επιπλέον 15%.
  • Παράγοντες που αυξάνουν τον έμετο: Προηγούμενη θεραπεία (ιδιαίτερα σισπλατίνη), συνδυασμός με εμετογόνα φάρμακα.
  • Αντιμετώπιση: Υποχωρούν συνήθως εντός 24 ωρών, ανταποκρίνονται ή προλαμβάνονται με αντιεμετικά.
  • Παρατεταμένη χορήγηση: Μπορεί να προκαλέσει λιγότερο έμετο.
  • Άλλες παρενέργειες: Πόνος (17%), διάρροια (6%), δυσκοιλιότητα (6%).
  • Ανορεξία: Αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία (συμμετοχή καρβοπλατίνης ασαφής).

Νευρολογικές

  • Περιφερική νευροπάθεια: 4% (κυρίως παραισθησίες).
    • Μεγαλύτερος κίνδυνος: Ασθενείς > 65 ετών, προηγούμενη θεραπεία με σισπλατίνη, παρατεταμένη θεραπεία με καρβοπλατίνη.
    • Επιδείνωση συμπτωμάτων: Δεν παρατηρείται στους μισούς ασθενείς με προϋπάρχουσα νευροτοξικότητα από σισπλατίνη.
  • Ωτοτοξικότητα/Αισθητηριακές διαταραχές: 1% (οπτικές, γευστικές).
  • Συμπτώματα ΚΝΣ: 5% (συχνά σχετιζόμενα με αντιεμετικά).
  • Συνδυασμός: Συνολική εμφάνιση νευρολογικών παρενεργειών μπορεί να αυξάνει, πιθανόν λόγω μεγαλύτερης διάρκειας θεραπείας.

Νεφρικές

  • Μεταβολή νεφρικής λειτουργίας: Ασυνήθης σε συνήθεις δόσεις, χωρίς ενυδάτωση/διούρηση.
    • Αύξηση κρεατινίνης ορού: 6%.
    • Αύξηση ουρίας αίματος: 14%.
    • Αύξηση ουρικού οξέος: 5%.
  • Χαρακτηριστικά: Συνήθως ήπιες, αναστρέψιμες στο 50%.
  • Κάθαρση κρεατινίνης: Ευαίσθητη παράμετρος ελέγχου νεφρικής λειτουργίας και σχέσης με μυελοκαταστολή. 27% των ασθενών με αρχική τιμή ≥ 60 ml/min εμφάνισαν μείωση.

Ηλεκτρολυτικές

  • Μειώσεις ηλεκτρολυτών ορού:
    • Νάτριο: 29%.
    • Κάλιο: 20%.
    • Ασβέστιο: 22%.
    • Μαγνήσιο: 29%.
  • Υπονατριαιμία: Αναφέρθηκαν μορφές πρώιμης υπονατριαιμίας. Πιθανή συμβολή καρβοπλατίνης, ιδιαίτερα με άλλους παράγοντες (διουρητικά). Αντιμετωπίζεται με χορήγηση νατρίου ή περιορισμό νερού.

Ηπατικές

  • Μεταβολές ηπατικής λειτουργίας: (φυσιολογικές αρχικές τιμές)
    • Ολική χολερυθρίνη: 5%.
    • SGOT: 15%.
    • Αλκαλική φωσφατάση: 24%.
  • Χαρακτηριστικά: Γενικά ήπιες, αναστρέψιμες στο ~50%.
  • Υψηλές δόσεις/μεταμόσχευση μυελού: Μεγάλη αύξηση ηπατικών δοκιμασιών.

Αλλεργικές αντιδράσεις

  • Υπερευαισθησία: 2%.
  • Αναφυλακτικού τύπου αντιδράσεις: Μέσα σε λίγα λεπτά (εξάνθημα, κνίδωση, ερύθημα, κνησμός, σπάνια βρογχόσπασμος, υπόταση).
  • Αντιμετώπιση: Αδρεναλίνη, κορτικοστεροειδή, αντιϊσταμινικά.

Άλλα σπάνια συμβάντα

  • Δευτερογενείς κακοήθειες: Σχετίζονται με συνδυασμένη θεραπεία (σχέση με καρβοπλατίνη αβέβαιη).
  • Άλλες παρενέργειες (≤ 5%): Αναπνευστικό, κυκλοφορικό, βλεννογόνων, ουροποιογεννητικό, δέρμα, μυοσκελετικό.
  • Θάνατος (<1%): Λόγω κυκλοφορικών ανωμαλιών (καρδιακή ανεπάρκεια, εμβολή, εγκεφαλικό επεισόδιο) - αιτία ασαφής.
  • Αρτηριακή υπέρταση: Αναφέρθηκε μετά την κυκλοφορία.
  • Συχνότερες: Αδυναμία (8%), αλωπεκία (3%). Αυξημένη συχνότητα σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα.
  • Σπάνια: Αιμολυτικό-ουραιμικό σύνδρομο.
  • Μετά την έγκριση: Αίσθημα κακουχίας, αφυδάτωση, στοματίτιδα, αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης (ερυθρότητα, οίδημα, πόνος), νέκρωση λόγω εξαγγείωσης.
pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more

Χρήση κατά την κύηση Η καρβοπλατίνη μπορεί να προκαλέσει βλάβη του εμβρύου, όταν χορηγηθεί στην έγκυο γυναίκα. Η καρβοπλατίνη αποδείχθηκε ότι ασκεί εμβρυοτοξική και τερατογόνο δράση στους αρουραίους κατά τη διάρκεια της οργανογένεσης. Δεν έχουν διεξαχθεί ελεγχόμενες μελέτες στις εγκύους γυναίκες. Εάν το φάρμακο αυτό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης ή εάν η ασθενής καταστεί έγκυος κατά τη διάρκεια χορήγησης του φαρμάκου αυτού, πρέπει να ενημερωθεί η ασθενής για το ενδεχόμενο βλαπτικής επίδρασης στο έμβρυο. Οι γυναίκες που είναι δυνατό να καταστούν έγκυες πρέπει να αποτρέπονται από μία ενδεχόμενη εγκυμοσύνη όταν τους χορηγείται καρβοπλατίνη.

Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας Δεν είναι γνωστό κατά πόσον το φάρμακο απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Επειδή πολλά φάρμακα απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα και λόγω του ενδεχόμενου πρόκλησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών από την καρβοπλατίνη στο βρέφος που θηλάζει, πρέπει να διακόπτεται η γαλουχία ή να διακόπτεται η θεραπεία αφού ληφθεί υπόψη η σημασία της χορήγησης του φαρμάκου στην μητέρα.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more

Η δραστική ουσία [Cis-Diamine (1, 1-cyclobutane-dicarboxylato)platinum] είναι μία σύμπλοκη ένωση πλατίνας με αντινεοπλασματική δράση.

Η καρβοπλατίνη είναι μια κρυσταλλική σκόνη με μοριακό τύπο C₆H₁₂N₂O₄Pt, και μοριακό βάρος 371,25. Είναι διαλυτή σε νερό (14 mg/ml), με pH διαλύματος 1% 5-7. Είναι ουσιαστικά αδιάλυτη σε αιθανόλη, ακετόνη και διμεθυλοακεταμίδιο.

Ο συντακτικός τύπος της καρβοπλατίνης είναι ο εξής:

Η καρβοπλατίνη έχει βιοχημικές ιδιότητες παρόμοιες με εκείνες της σισπλατίνης και προκαλεί κυρίως εγκάρσιους δεσμούς μεταξύ των δύο αλυσίδων του DNA.

Παιδιατρικοί ασθενείς

  • Δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά.
biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-CARBOPLATIN-EBEWE
expand_more

Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης ≥ 60 ml/min, όταν χορηγηθεί καρβοπλατίνη (300-500 mg/m²), οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα ελαττώνονται διφασικά με μέσους χρόνους ημιζωής α και β 1,6 και 3,0 ώρες αντίστοιχα.

  • Συνολική κάθαρση: 73 ml/min.
  • Φαινομενικός όγκος κατανομής: 16 L.
  • Μέσος χρόνος παραμονής: 3,5 ώρες.
  • Γραμμική φαρμακοκινητική: Παρατηρείται για δόσεις > 60 ml/min.

Σημαντικές ποσότητες ελεύθερης υπερδιηθήσιμης ουσίας δεν ανευρίσκονται στο πλάσμα. Η πλατίνη από την καρβοπλατίνη δεσμεύεται από τις πρωτεΐνες του πλάσματος και αποβάλλεται αργά (χρόνος ημιζωής ~5 ημέρες).

  • Κύρια οδός απέκκρισης: Νεφροί.
  • Απέκκριση στα ούρα (24ωρο, για κάθαρση ≥ 60 ml/min): 70% της δόσης εντός 12-16 ωρών. Όλη η πλατίνη στα ούρα είναι μορφή καρβοπλατίνης.
  • Απέκκριση 24-96 ωρών: 3-5% της χορηγηθείσας πλατίνης.

Σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min, η νεφρική και ολική κάθαρση ελαττώνονται.

  • Δόση: Πρέπει να ελαττώνεται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min.
  • Απέκκριση από χολή/έντερο: Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα.

Σε παιδιατρικούς ασθενείς, η κάθαρση της καρβοπλατίνης έχει διακυμάνσεις 3-4 φορών. Η νεφρική λειτουργία πιθανά συμβάλλει σε αυτές τις διακυμάνσεις.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1,1–2 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

Πολύ χαμηλή
DrugBank

Απέκκριση

Νεφρά
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
10339178
Μοριακός τύπος
C6H12N2O4Pt
Μοριακό βάρος
371.25
IUPAC
azane;cyclobutane-1,1-dicarboxylate;platinum(2+)
InChIKey
OLESAACUTLOWQZ-UHFFFAOYSA-L
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.

Αντιδραστήρια με δύο δραστικές ομάδες, συνήθως στα αντίθετα άκρα του μορίου, που είναι ικανά να αντιδράσουν και έτσι να σχηματίσουν γέφυρες μεταξύ των πλευρικών αλυσίδων των αμινοξέων στις πρωτεΐνες· οι θέσεις των φυσικά δραστικών περιοχών εντός των πρωτεϊνών μπορούν έτσι να προσδιοριστούν· μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθούν για άλλα μακρομόρια, όπως γλυκοπρωτεΐνες, νουκλεϊκά οξέα, ή άλλα.

Σχετικά Εργαλεία