Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ L01XX33 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

CELECOXIB

Σελεκοξίμπη

Ανακουφιστική θεραπεία οστεοαρθρίτιδας.

Chemical structure of CELECOXIB

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ανακουφιστική θεραπεία οστεοαρθρίτιδας.
medication
SPC-ACLAREX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Από στόματος
Χορήγηση:
Με ή χωρίς τροφή
Δόση έναρξης:
200 mg ημερησίως (για οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ηλικιωμένους)
Τιτλοποίηση:
Η δόση μπορεί να αυξηθεί εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες, εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος.
  • Οστεοαρθρίτιδα
    Δόση200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις
    Μέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίως
    Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα
    Δόση200 mg διηρημένη σε δύο δόσεις
    Μέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίως
    Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
  • Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
    Δόση200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις
    Μέγ. δόση400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις
    Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
  • Ηλικιωμένοι
    Δόση200 mg ημερησίως
    Μέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίως
    Ιδιαίτερη προσοχή σε σωματικό βάρος < 50 kg.
  • Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9
    Χορήγηση με προσοχή, εξέταση μείωσης δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία (μέτριας βαρύτητας, λευκωματίνη ορού 25-35 g/l)
    Δόσηήμισυ της συνιστώμενης δόσης
    Η εμπειρία περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς.
  • Νεφρική δυσλειτουργία (ήπιας ή μέτριας βαρύτητας)
    Χορήγηση με προσοχή.
block
SPC-ACLAREX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία.
  • Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2.
  • Αντενδείκνυται στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παράγραφο 4.6). Η σελεκοξίμπη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
  • Θηλασμός (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh 10).
  • Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min.
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
SPC-ACLAREX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γαστρεντερικές επιδράσεις
    Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι ασθενείς, οι ασθενείς που παίρνουν άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή γλυκοκορτικοειδή ταυτόχρονα, οι ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία.
  • Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ
    Η ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται.
  • Καρδιαγγειακές επιδράσεις
    Επειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη σελεκοξίμπη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας.
  • Καρδιαγγειακές επιδράσεις
    Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με σελεκοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση (βλέπε παράγραφο 5.1).
  • Καρδιαγγειακές επιδράσεις
    Η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 5.1).
  • Κατακράτηση υγρών και οίδημα
    Η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίας.
  • Υπέρταση
    Επομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
  • Ηπατικές και νεφρικές επιδράσεις
    Επιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, οι οποίοι πρέπει να βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
  • Ηπατικές και νεφρικές επιδράσεις
    Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με σελεκοξίμπη.
  • Ηπατικές και νεφρικές επιδράσεις
    Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη.
  • Αναστολή CYP 2 D 6
    Αν και δεν αποτελεί ισχυρό αναστολέα του ενζύμου αυτού, μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.5).
  • Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9
    Οι ασθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.2).
  • Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας
    Η χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
  • Γενικές ανεπιθύμητες ενέργειες
    Η σελεκοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής.
  • Χρήση σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικά
    Προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις συνδυασμού σελεκοξίμπης με βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένων νέων αντιπηκτικών (π.χ. απιξαμπάνης, νταμπιγκατράνης και ριβαροξαμπάνης).
  • Έκδοχα
    Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ACLAREX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά
    παρακολούθηση
    Αυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών. Παρακολούθηση INR.
  • Αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, διουρητικά, β-αποκλειστές
    προσοχή
    Μείωση της δράσης των αντιυπερτασικών. Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
    ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους
    προσοχή
    Αυξημένη νεφροτοξική επίδραση.
    ΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
  • Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (μικρές δόσεις)
    παρακολούθηση
    Αντικατάσταση χρήσης για ΚΑ προφύλαξη δεν είναι δυνατή. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων επιπλοκών.
  • Υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά)
    Αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
    ΣύστασηΜείωση δόσης υποστρωμάτων CYP2D6 όταν αρχίζει ταυτόχρονη θεραπεία με σελεκοξίμπη.
  • Αύξηση Cmax και AUC του λιθίου.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη.
  • Φλουκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP2C9)
    Αύξηση Cmax και AUC της σελεκοξίμπης.
    ΣύστασηΧρήση μισής συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουκοναζόλη. Αποφυγή σε άτομα με μειωμένο μεταβολισμό CYP2C9.
  • Επαγωγείς του CYP2C9 (π.χ. ριφαμπικίνη, καρβαμαζεπίνη, βαρβιτουρικά)
    Μείωση συγκεντρώσεων της σελεκοξίμπης στο πλάσμα.
sick
SPC-ACLAREX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Παραρρινοκολπίτιδα
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ουρολοίμωξη
  • Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
  • Έρπης ζωστήρας
  • Ερυσίπελας
  • Βρογχοπνευμονία
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
  • Αναιμία
  • Λευκοπενία
  • Θρομβοπενία
  • Πανκυτταροπενία
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • Υπερευαισθησία
  • Αναφυλακτική καταπληξία
  • Αναφυλακτική αντίδραση
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Υπερκαλιαιμία
  • Αύξηση βάρους
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Κατάθλιψη
  • Κόπωση
  • Συγχυτική κατάσταση
  • Ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Ζάλη
  • Υπερτονία
  • Κεφαλαλγία
  • Εγκεφαλικό έμφρακτο
  • Παραισθησία
  • Υπνηλία
  • Αταξία
  • Δυσγευσία
  • Αγευσία
  • Ανοσμία
  • Μηνιγγίτιδα άσηπτη
  • Επιληψία (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας επιληψίας)
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Θάμβος όρασης
  • Επιπεφυκίτιδα
  • Οφθαλμική αιμορραγία
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
  • Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
  • Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
  • Εμβοές
  • Υποακοΐα
  • Λαβυρινθίτιδα
Καρδιακές διαταραχές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
  • Αίσθημα παλμών
  • Ταχυκαρδία
  • Αρρυθμία
  • Στηθάγχη
Αγγειακές διαταραχές
  • Υπέρταση (περιλαμβανομένης της επιδεινωθείσας υπέρτασης)
  • Πνευμονική εμβολή
  • Έξαψη
  • Αγγειίτιδα
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Ρινίτιδα
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Βρογχόσπασμος
  • Πνευμονίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
  • Ναυτία
  • Κοιλιακό άλγος
  • Διάρροια
  • Δυσπεψία
  • Μετεωρισμός
  • Έμετος
  • Δυσφαγία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Γαστρίτιδα
  • Στοματίτιδα
  • Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού)
  • Ερυγή
  • Γαστρεντερική αιμορραγία
  • Δωδεκαδακτυλικό έλκος
  • Γαστρικό έλκος
  • Οισοφαγικό έλκος
  • Έλκος εντέρου
  • Έλκος παχέος εντέρου
  • Εντερική διάτρηση
  • Οισοφαγίτιδα
  • Μέλαινα
  • Παγκρεατίτιδα
  • Κολίτιδα
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
  • Αιμορραγία αιμορροΐδων
  • Συχνές κενώσεις
  • Εξέλκωση του στόματος
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
  • Ηπατίτιδα
  • Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος)
  • Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (κάποιες φορές θανατηφόρα)
  • Ηπατική νέκρωση
  • Χολόσταση
  • Ηπατίτιδα χολοστατική
  • Ίκτερος (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT))
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός (περιλαμβάνεται και κνησμός γενικευμένος)
  • Κνίδωση
  • Εκχύμωση
  • Αγγειοοίδημα
  • Αλωπεκία
  • Φωτοευαισθησία
  • Δερματίτιδα αποφολιδωτική
  • Πολύμορφο ερύθημα
  • Σύνδρομο Stevens-Johnson
  • Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
  • Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS)
  • Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
  • Δερματίτιδα πομφολυγώδης
  • Αλλεργική δερματίτιδα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Αρθραλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων)
  • Μυοσίτιδα
  • Γάγγλιο
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
  • Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
  • Ουρία αίματος αυξημένη
  • Νεφρική ανεπάρκεια οξεία
  • Υπονατριαιμία
  • Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
  • Νεφρωσικό σύνδρομο
  • Σπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις
  • Νεφρολιθίαση
  • Νυκτουρία
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
  • Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη)
  • Αιμορραγία του κόλπου
  • Ευαισθησία μαστού
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Γριπώδης συνδρομή
  • Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
  • Οίδημα προσώπου
  • Θωρακικό άλγος
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Κάκωση (τυχαία κάκωση)
  • Κάταγμα κάτω άκρου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Παραρρινοκολπίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Ουρολοίμωξη
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Συχνές
  • Αναιμία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Συχνές
  • Λευκοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Θρομβοπενία
    Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπερευαισθησία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερκαλιαιμία
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Κόπωση
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Υπερτονία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Υπνηλία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αταξία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Δυσγευσία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Αγευσία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Ανοσμία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    Σπάνιες
  • Θάμβος όρασης
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Επιπεφυκίτιδα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Συχνές
  • Εμβοές
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Συχνές
  • Υποακοΐα
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Συχνές
  • Έμφραγμα του μυοκαρδίου
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Καρδιακή ανεπάρκεια
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ταχυκαρδία
    Καρδιακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Υπέρταση (περιλαμβανομένης της επιδεινωθείσας υπέρτασης)
    Αγγειακές διαταραχές
    Συχνές
  • Πνευμονική εμβολή
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Έξαψη
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Ρινίτιδα
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Βήχας
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
    Συχνές
  • Ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Διάρροια
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Δυσφαγία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Γαστρίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Στοματίτιδα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού)
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Ερυγή
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Συχνές
  • Ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Όχι συχνές
  • Εξάνθημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνησμός (περιλαμβάνεται και κνησμός γενικευμένος)
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εκχύμωση
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Αγγειοοίδημα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αλωπεκία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Φωτοευαισθησία
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Σπάνιες
  • Αρθραλγία
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων)
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Συχνές
  • Μυοσίτιδα
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Ουρία αίματος αυξημένη
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Νεφρική ανεπάρκεια οξεία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Υπονατριαιμία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Διαταραχές εμμήνου ρύσης
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Συχνές
  • Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη)
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Γριπώδης συνδρομή
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Συχνές
  • Οίδημα προσώπου
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    Όχι συχνές
  • Κάκωση (τυχαία κάκωση)
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Όχι συχνές
  • Στηθάγχη
    Καρδιακές διαταραχές
    Συχνές
  • Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Συχνές
  • Νεφρολιθίαση
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Συχνές
  • Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη
    Διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
    Συχνές
  • Αύξηση βάρους
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Συχνές
  • Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Έρπης ζωστήρας
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Ερυσίπελας
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Βρογχοπνευμονία
    Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
    Όχι συχνές
  • Λαβυρινθίτιδα
    Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
    Όχι συχνές
  • Λοίμωξη των ούλων
    Διαταραχές του στόματος
    Όχι συχνές
  • Λίπωμα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του επιπεφυκότα
    Οφθαλμικές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
    Αγγειακές διαταραχές
    Όχι συχνές
  • Δυσφωνία
    Διαταραχές του φωνητικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία αιμορροΐδων
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Συχνές κενώσεις
    Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
    Όχι συχνές
  • Εξέλκωση του στόματος
    Διαταραχές του στόματος
    Όχι συχνές
  • Αλλεργική δερματίτιδα
    Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
    Όχι συχνές
  • Γάγγλιο
    Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
    Όχι συχνές
  • Νυκτουρία
    Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
    Όχι συχνές
  • Αιμορραγία του κόλπου
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Ευαισθησία μαστού
    Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
    Όχι συχνές
  • Κάταγμα κάτω άκρου
    Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
    Όχι συχνές
  • Αυξημένο νάτριο αίματος
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Όχι συχνές
pregnant_woman
SPC-ACLAREX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Αντενδείκνυται
  • Γονιμότητα
    Άγνωστο
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Ο μηχανισμός δράσης του celecoxib πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών. Σε αντίθεση με τα περισσότερα NSAIDs, που αναστέλλουν και τους δύο τύπους κυκλοοξυγεννασών (COX-1 και COX-2), το celecoxib αποτελεί επιλεκτικό…
monitor_heart
SPC-ACLAREX

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01. ### Μηχανισμός δράσης Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα της κυκλοοξυγονάσης-2 (COX-2), στις…
biotech
SPC-ACLAREX

Φαρμακοκινητική

expand_more

Απορρόφηση Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα,…

hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Ένα μεγάλο μέρος του μεταβολισμού της σελεκοξίμπης μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 2C9 στο ήπαρ, με κάποια συμβολή από CYP3A4 και CYP2C8 και πιθανές συμβολές από CYP2D6. Μεταβολίζεται με βιομετατροπή σε μεταβολίτες καρβοξυλικού οξέος και…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ήπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-ACLAREX
expand_more

Επειδή οι κίνδυνοι για το καρδιαγγειακό (ΚΑ) σύστημα με τη σελεκοξίμπη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.8 και 5.1).

Οστεοαρθρίτιδα

Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα, μια δόση των 200 mg δύο φορές ημερησίως μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Ρευματοειδής αρθρίτιδα

Η αρχική συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, που λαμβάνεται διηρημένη σε δύο δόσεις. Η δόση, εάν είναι απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα

Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα, αυξημένη δόση των 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.

Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για όλες τις ενδείξεις είναι 400 mg.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι

Όπως και στους νεότερους ενήλικες, πρέπει να χορηγείται αρχικά η δόση των 200 mg ημερησίως. Η δόση, εάν κριθεί απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).

Παιδιατρικός πληθυσμός

Η σελεκοξίμπη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.

Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP 2 C 9

Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9, με βάση τον γονότυπο ή προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος των δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).

Ηπατική δυσλειτουργία

Σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία και λευκωματίνη ορού 25-35 g/l, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης. Η εμπειρία στους ασθενείς αυτούς περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Νεφρική δυσλειτουργία

Η εμπειρία με σελεκοξίμπη σε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη, συνεπώς οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).

Τρόπος χορήγησης

Από στόματος χρήση

Το Aclarex μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Για τους ασθενείς που δυσκολεύονται στην κατάποση των καψακίων, το περιεχόμενο ενός καψακίου σελεκοξίμπης μπορεί να προστεθεί σε πουρέ μήλου, ρυζόγαλο, γιαούρτι ή πολτοποιημένη μπανάνα. Για να γίνει αυτό, ολόκληρο το περιεχόμενο του καψακίου πρέπει να προστεθεί προσεκτικά σε μια κοφτή κουταλιά του γλυκού πουρέ μήλου, ρυζόγαλου, γιαουρτιού ή πολτοποιημένης μπανάνας, δροσερά ή σε θερμοκρασία δωματίου, και να καταναλωθεί αμέσως, μαζί με 240 ml νερού. Το περιεχόμενο ενός καψακίου που έχει πασπαλιστεί σε πουρέ μήλου, ρυζόγαλο ή γιαούρτι παραμένει σταθερό για έως και 6 ώρες σε συνθήκες ψύξης (2-8°C). Το περιεχόμενο ενός καψακίου που έχει πασπαλιστεί σε πολτοποιημένη μπανάνα δεν πρέπει να φυλάσσεται σε συνθήκες ψύξης και θα πρέπει να καταναλώνεται αμέσως.

block

Αντενδείξεις

SPC-ACLAREX
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
  • Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
  • Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία.
  • Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2.
  • Αντενδείκνυται στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παράγραφο 4.6). Η σελεκοξίμπη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
  • Θηλασμός (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh 10).
  • Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min.
  • Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
  • Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-ACLAREX
expand_more
Γαστρεντερικές επιδράσεις Επιπλοκές από το ανώτερο και το κατώτερο γαστρεντερικό σύστημα [διατρήσεις, έλκη, ή αιμορραγίες (PUBs)], ορισμένες από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, έχουν συμβεί σε ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σελεκοξίμπη. Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι ασθενείς, οι ασθενείς που παίρνουν άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή γλυκοκορτικοειδή ταυτόχρονα, οι ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία. Υπάρχει περαιτέρω αύξηση στον κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών για τη σελεκοξίμπη (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές από το γαστρεντερικό σύστημα), όταν η σελεκοξίμπη συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις). Σε μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στην ασφάλεια του γαστρεντερικού συστήματος μεταξύ του συνδυασμού εκλεκτικών αναστολέων COX-2 + ακετυλοσαλικυλικού οξέος και του συνδυασμού ΜΣΑΦ + ακετυλοσαλικυλικού οξέος (βλέπε παράγραφο 5.1). Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦ Η ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται. Καρδιαγγειακές επιδράσεις Αυξημένος αριθμός σοβαρών καρδιαγγειακών (ΚΑ) συμβαμάτων, κυρίως έμφραγμα μυοκαρδίου, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, έχει βρεθεί σε μία μακροχρόνια, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με σελεκοξίμπη σε δόσεις 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg δύο φορές την ημέρα (βλέπε παράγραφο 5.1). Επειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη σελεκοξίμπη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, έχουν συσχετισθεί με αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές και θρομβωτικές ανεπιθύμητες ενέργειες όταν λαμβάνονται μακροχρόνια. Το μέγεθος του κινδύνου που σχετίζεται με μία άπαξ δόση δεν έχει καθορισθεί επακριβώς, ούτε και η ακριβής διάρκεια της θεραπείας η οποία σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (βλέπε παραγράφους 4.2, 4.3, 4.8 και 5.1). Οι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με σελεκοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση (βλέπε παράγραφο 5.1). Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2, λόγω της έλλειψης αντιαιμοπεταλιακής δράσης, δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακή θρομβοεμβολική νόσο. Επομένως, η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 5.1). Κατακράτηση υγρών και οίδημα Όπως και με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα, που είναι γνωστό ότι αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, έχει παρατηρηθεί κατακράτηση υγρών και οίδημα σε ασθενείς που ελάμβαναν σελεκοξίμπη. Συνεπώς, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίας. Υπέρταση Όπως όλα τα ΜΣΑΦ, η σελεκοξίμπη μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση υπέρτασης ή να επιδεινώσει προϋπάρχουσα υπέρταση, γεγονότα τα οποία ενδέχεται να συμβάλουν στην αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων. Επομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας. Ηπατικές και νεφρικές επιδράσεις Επιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, οι οποίοι πρέπει να βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να προκαλέσουν νεφρική τοξικότητα. Δεδομένα από κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η επίδραση της σελεκοξίμπης στη νεφρική λειτουργία είναι παρόμοια με την επίδραση που παρατηρήθηκε με τα συγκριτικά ΜΣΑΦ. Ασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας είναι εκείνοι με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ), ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, καθώς και οι ηλικιωμένοι (βλέπε παράγραφο 4.5). Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με σελεκοξίμπη. Κατά την θεραπεία με σελεκοξίμπη έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις σοβαρών ηπατικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένης της κεραυνοβόλου ηπατίτιδας (μερικές με μοιραία έκβαση), ηπατικής νέκρωσης και ηπατικής ανεπάρκειας (μερικές με μοιραία έκβαση ή που να απαιτούν μεταμόσχευση ήπατος). Ανάμεσα στις περιπτώσεις, στις οποίες έχει αναφερθεί ο χρόνος έναρξης των αντιδράσεων, τα περισσότερα από τα σοβαρά ανεπιθύμητα ηπατικά συμβάντα εμφανίστηκαν μέσα σε ένα μήνα μετά την έναρξη της θεραπείας με σελεκοξίμπη (βλέπε παράγραφο 4.8). Εάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη. Αναστολή CYP 2 D 6 Η σελεκοξίμπη αναστέλλει το CYP2D6. Αν και δεν αποτελεί ισχυρό αναστολέα του ενζύμου αυτού, μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.5). Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 Οι ασθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.2). Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίας Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, μερικές από τις οποίες είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο, που περιλαμβάνουν αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson και τοξική επιδερμική νεκρόλυση, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια σε σχέση με τη χρήση της σελεκοξίμπης (βλέπε παράγραφο 4.8). Φαίνεται ότι οι ασθενείς διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων στην αρχή της θεραπείας. Η έναρξη της αντίδρασης λαμβάνει χώρα, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, μέσα στον πρώτο μήνα θεραπείας. Σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας (συμπεριλαμβανομένων αναφυλαξίας, αγγειοοιδήματος και φαρμακευτικού εξανθήματος με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) ή σύνδρομο υπερευαισθησίας), έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν σελεκοξίμπη (βλέπε παράγραφο 4.8). Ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακο, ίσως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας (βλέπε παράγραφο 4.3). Η χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας. Γενικές ανεπιθύμητες ενέργειες Η σελεκοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής. Χρήση σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικά Σε ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε βαρφαρίνη, αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά αιμορραγίας, ορισμένα από τα οποία ήταν θανατηφόρα. Έχει αναφερθεί αυξημένος χρόνος προθρομβίνης (INR) με τη συγχορήγηση θεραπείας. Κατά συνέπεια, αυτός θα πρέπει να παρακολουθείται στενά σε ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος βαρφαρινοειδή/κουμαρινοειδή αντιπηκτικά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με σελεκοξίμπη ή κατά την αλλαγή της δόσης της σελεκοξίμπης (βλ. παράγραφο 4.5). Η ταυτόχρονη χρήση αντιπηκτικών με ΜΣΑΦ μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας. Προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις συνδυασμού σελεκοξίμπης με βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένων νέων αντιπηκτικών (π.χ. απιξαμπάνης, νταμπιγκατράνης και ριβαροξαμπάνης). Έκδοχα Τα καψάκια Aclarex 100 mg και 200 mg περιέχουν λακτόζη (149,7 mg και 49,8 mg, αντιστοίχως). Ασθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-ACLAREX
expand_more

Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις

Αντιπηκτικά

Η αντιπηκτική δράση θα πρέπει να παρακολουθείται, ειδικά τις πρώτες μέρες μετά από την έναρξη της χορήγησης ή την αλλαγή της δόσης της σελεκοξίμπης, σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά, επειδή έχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγικών επιπλοκών. Συνεπώς, οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτικά πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την αύξηση του χρόνου προθρομβίνης INR, κυρίως τις πρώτες ημέρες όταν ξεκινά η θεραπεία ή τροποποιείται η δόση της σελεκοξίμπης (βλέπε παράγραφο 4.4). Έχουν αναφερθεί αιμορραγικά συμβάντα συσχετιζόμενα με την αύξηση του χρόνου προθρομβίνης, κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν σελεκοξίμπη ταυτόχρονα με βαρφαρίνη, μερικά από τα οποία είχαν ως έκβαση το θάνατο.

Αντιυπερτασικά

Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ, των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, των διουρητικών και των β-αποκλειστών. Όπως για τα ΜΣΑΦ, όταν οι αναστολείς ΜΕΑ (μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης), οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, και/ή τα διουρητικά συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης (βλέπε παράγραφο 4.4), ο κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη, μπορεί να αυξηθεί σε κάποιους ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς, ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά, ή ηλικιωμένοι ασθενείς). Επομένως, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά από την έναρξη της συγχορήγησης και ακολούθως σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε μία κλινική μελέτη 28 ημερών, σε ρυθμιζόμενους με λισινοπρίλη ασθενείς με υπέρταση Σταδίου Ι και ΙΙ, η χορήγηση 200 mg σελεκοξίμπης δύο φορές ημερησίως, σε σύγκριση με θεραπεία με εικονικό φάρμακο (placebo), δεν κατέληξε σε κλινικά σημαντική αύξηση στη μέση ημερήσια συστολική ή διαστολική αρτηριακή πίεση, όπως αυτή προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας 24-ωρη παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης περιπατητικού ατόμου. Ανάμεσα σε ασθενείς που λάμβαναν 200 mg σελεκοξίμπης 2 φορές ημερησίως, το 48% θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρίθηκε στη λισινοπρίλη στην τελική κλινική επίσκεψη (που ορίστηκε είτε ως μέτρηση στον βραχίονα της διαστολικής αρτηριακής πίεσης 90 mmHg είτε ως μέτρηση της αύξησης της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στον βραχίονα κατά 10 % σε σύγκριση με την αρχική μέτρηση), σε σύγκριση με το 27% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Αυτή η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.

Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους

Η συγχορήγηση ΜΣΑΦ με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους ενδέχεται να αυξήσει την νεφροτοξική επίδραση της κυκλοσπορίνης ή του τακρόλιμους, αντίστοιχα. Όταν η σελεκοξίμπη συγχορηγείται με κάποιο από τα φαρμακευτικά προϊόντα αυτά, πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.

Ακετυλοσαλικυλικό οξύ

Η σελεκοξίμπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μικρές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη χρήση αυτού για λόγους ΚΑ προφύλαξης. Σύμφωνα με τις μελέτες που υποβλήθηκαν, όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, έχει αποδειχθεί αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκών με την ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος συγκριτικά με τη χρήση της σελεκοξίμπης ως μονοθεραπεία (βλέπε παράγραφο 5.1).

Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις

Επιδράσεις της σελεκοξίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα

Αναστολή του CYP2D6

Η σελεκοξίμπη αποτελεί αναστολέα του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων που αποτελούν υποστρώματα του ενζύμου αυτού είναι δυνατόν να αυξηθούν κατά την σύγχρονη χορήγησή τους με τη σελεκοξίμπη. Παραδείγματα φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2D6 αποτελούν τα αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά και SSRIs), τα νευροληπτικά, τα αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, κλπ. Η δόση των εξατομικευμένων τιτλοποιούμενων υποστρωμάτων του CYP2D6 μπορεί να χρειάζεται μείωση, όταν αρχίζει ταυτόχρονη θεραπεία με τη σελεκοξίμπη ή αύξηση, όταν διακόπτεται η θεραπεία με τη σελεκοξίμπη. Η συγχορήγηση σελεκοξίμπης σε δόση 200 mg δύο φορές ημερησίως οδήγησε σε αυξήσεις κατά 2,6 φορές και κατά 1,5 φορά στις συγκεντρώσεις δεξτρομεθορφάνης και μετοπρολόλης στο πλάσμα (υποστρώματα του CYP2D6), αντίστοιχα. Οι αυξήσεις αυτές οφείλονται στην αναστολή του μεταβολισμού των υποστρωμάτων του CYP2D6 λόγω της αναστολής από την σελεκοξίμπη.

Αναστολή του CYP2C19

Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η σελεκοξίμπη μπορεί ενδεχομένως να αναστείλει τον καταλυόμενο μεταβολισμό του CYP2C19. Η κλινική σημασία του ευρήματος αυτού, που προέρχεται από εργαστηριακά δεδομένα in vitro δεν είναι γνωστή. Παραδείγματα φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2C19 αποτελούν η διαζεπάμη, η σιταλοπράμη και η ιμιπραμίνη.

Μεθοτρεξάτη

Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η σελεκοξίμπη δεν είχε στατιστικώς σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική (αποβολή από το πλάσμα ή τους νεφρούς) της μεθοτρεξάτης (σε ρευματολογικές δόσεις). Ωστόσο, κατά τον συνδυασμό των φαρμακευτικών προϊόντων αυτών θα πρέπει να δίδεται επαρκής προσοχή για τυχόν εμφάνιση τοξικότητας που σχετίζεται με τη μεθοτρεξάτη.

Λίθιο

Σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση της σελεκοξίμπης 200 mg, δύο φορές ημερησίως, μαζί με 450 mg λιθίου, δύο φορές ημερησίως, είχε ως αποτέλεσμα μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC του λιθίου ίση με 16% και 18%, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με λίθιο θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη.

Από του στόματος αντισυλληπτικά

Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης, η σελεκοξίμπη δεν είχε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική των από του στόματος αντισυλληπτικών (1 mg νορεθιστερόνη/ 35 μικρογραμμάρια αιθινυλοιστραδιόλη).

Γκλιμπενκλαμίδη/τολμπουταμίδη

Η σελεκοξίμπη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της τολμπουταμίδης (υπόστρωμα του CYP2C9) ή της γκλιμπενκλαμίδης σε κλινικά σημαντικό βαθμό.

Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σελεκοξίμπη

Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9

Σε άτομα που έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο κυτόχρωμα CYP2C9 και εκδηλώνουν αυξημένη συστηματική έκθεση στη σελεκοξίμπη, ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP2C9, όπως φλουκοναζόλη, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις της έκθεσης στη σελεκοξίμπη. Τέτοιοι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται σε άτομα που είναι γνωστό ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο κυτόχρωμα CYP2C9 (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).

Αναστολείς και επαγωγείς του CYP2C9

Δεδομένου ότι η σελεκοξίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουκοναζόλη. Η σύγχρονη χορήγηση 200 mg σελεκοξίμπης ως άπαξ δόση και 200 mg φλουκοναζόλης άπαξ ημερησίως, που αποτελεί έναν ισχυρό αναστολέα του CYP2C9, είχε ως αποτέλεσμα μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 60% και 130%, αντίστοιχα. Η σύγχρονη χρήση επαγωγέων του CYP2C9, όπως της ριφαμπικίνης, της καρβαμαζεπίνης και των βαρβιτουρικών, μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα.

Κετοκοναζόλη και αντιόξινα

Η κετοκοναζόλη ή τα αντιόξινα δεν έχει παρατηρηθεί να επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης.

Παιδιατρικός πληθυσμός

μ μ.Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγ ατοποιηθεί όνο σε ενήλικες

sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-ACLAREX
expand_more

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατατάσσονται με βάση την συχνότητά τους στον Πίνακα 1, αντικατοπτρίζοντας δεδομένα από τις ακόλουθες πηγές:

  • Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα με συχνότητες εμφάνισης μεγαλύτερες από 0,01% και μεγαλύτερες από αυτές που είχαν αναφερθεί για το εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια 12 κλινικών μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο και/ή δραστική ουσία, διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων και σε ημερήσιες δόσεις σελεκοξίμπης από 100 mg έως 800 mg. Σε πρόσθετες μελέτες χρησιμοποιώντας μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ ως συγκριτικά φάρμακα, περίπου 7.400 ασθενείς με αρθρίτιδα λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις έως 800 mg, συμπεριλαμβανομένων περίπου 2.300 ασθενών που λάμβαναν θεραπεία για 1 έτος ή και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη σελεκοξίμπη σε αυτές τις πρόσθετες μελέτες συμφωνούσαν με αυτές που αναφέρονται στον Πίνακα 1 για ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα.
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με συχνότητες εμφάνισης μεγαλύτερες από αυτές του εικονικού φαρμάκου, σε άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε μακροχρόνιες μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες Adenoma Prevention with Celecoxib (APC) και Prevention of Colorectal Sporadic Adenomatous Polyps (PreSAP), βλέπε παράγραφο 5.1, Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση).
  • Ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν αυθόρμητα κατά την παρακολούθηση του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά, κατά τη διάρκεια περιόδου όπου εκτιμάται πως >70 εκατομμύρια ασθενείς λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη (διάφορες δόσεις, διάρκειες και ενδείξεις). Ακόμα κι αν αυτές ταυτοποιήθηκαν ως αντιδράσεις από αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, χρειάστηκε να ληφθούν υπόψη δεδομένα από μελέτες, προκειμένου να εκτιμηθεί η συχνότητα. Οι συχνότητες βασίζονται σε μια αθροιστική μετα-ανάλυση, με την ομάδα των μελετών να αντιπροσωπεύει την έκθεση 38102 ασθενών.

Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές της σελεκοξίμπης και από την εμπειρία της παρακολούθησης του φαρμάκου (Ορολογίες βάσει MedDRA) 1,2 Συχνότητα Ανεπιθύμητων Ενεργειών Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Πολύ Συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000 ) Μη γνωστή Συχνότητ α (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Παραρρινοκ ολπίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικ ού συστήματος, φαρυγγίτιδα, ουρολοίμωξη Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία Λευκοπενία, θρομβοπενί α Πανκυτταρ οπενία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθη σία Αναφυλακτ ική καταπληξί α, αναφυλακτ ική αντίδραση Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερκαλιαιμ ία Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος, κατάθλιψη, κόπωση Συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθή σεις Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, υπερτονία, κεφαλαλγία Εγκεφαλικό έμφρακτο, παραισθησία, υπνηλία Αταξία, δυσγευσία Ενδοκρανι ακή αιμορραγία (συμπεριλαμ βανομένης της θανατηφόρ ου ενδοκρανια κής αιμορραγία ς), μηνιγγίτιδ α άσηπτη, επιληψία (συμπεριλαμ βανομένης της επιδεινωθε ίσας επιληψίας), αγευσία, ανοσμία Οφθαλμικές διαταραχές Θάμβος όρασης, επιπεφυκίτιδ α Οφθαλμική αιμορραγία Απόφραξη αμφιβληστ ροειδικής αρτηρίας, απόφραξη αμφιβληστ ροειδικής φλέβας Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Εμβοές, υποακοΐα Καρδιακές διαταραχές Έμφραγμα του μυοκαρδίου Καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία Αρρυθμία Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση (περιλαμβαν ομένης της επιδεινωθεί σας υπέρτασης) Πνευμονικ ή εμβολή, έξαψη Αγγειίτιδα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Ρινίτιδα, βήχας, δύσπνοια Βρογχόσπασ μος Πνευμονίτι δα Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Ναυτία, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός, έμετος, δυσφαγία Δυσκοιλιότη τα, γαστρίτιδα, στοματίτιδα, γαστρεντερι κή φλεγμονή (συμπεριλαμ βανομένης της επιδεινωθεί σας φλεγμονής του γαστρεντερι κού), ερυγή Γαστρεντερ ική αιμορραγία, δωδεκαδακ τυλικό έλκος, γαστρικό έλκος, οισοφαγικό έλκος, έλκος εντέρου, έλκος παχέος εντέρου, εντερική διάτρηση, οισοφαγίτι δα, μέλαινα, παγκρεατίτ ιδα, κολίτιδα Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, Ηπατίτιδα Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρ α ή απαιτούσε μεταμόσχε υση ήπατος), ηπατίτιδα κεραυνοβό λος (κάποιες φορές θανατηφόρ α), ηπατική νέκρωση, χολόσταση, ηπατίτιδα χολοστατικ ή, ίκτερος (συμπεριλαμ βανομένων των αυξημένων επιπέδων ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμ βανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT)) Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, κνησμός (περιλαμβάν εται και κνησμός γενικευμένο ς) Κνίδωση, εκχύμωση Αγγειοοίδη μα, alopecia, φωτοευαισ θησία Δερματίτιδ α αποφολιδω τική, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, φαρμακευτ ική αντίδραση με ηωσινοφιλί α και συστηματι κά συμπτώματ α (σύνδρομο DRESS), οξεία γενικευμέν η εξανθηματι κή φλυκταίνω ση (AGEP), δερματίτιδ α πομφολυγώ δης Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Μυϊκοί σπασμοί Μυοσίτιδα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Κρεατινίνη αίματος αυξημένη, ουρία αίματος αυξημένη Νεφρική ανεπάρκεια οξεία, υπονατριαι μία Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίω ν, νεφρωσικό σύνδρομο, σπειραματ ονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Διαταραχές εμμήνου ρύσης Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη) Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Γριπώδης συνδρομή, περιφερικό οίδημα/κατα κράτηση υγρών Οίδημα προσώπου, θωρακικό άλγος Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Κάκωση (τυχαία κάκωση)

Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, που αντιπροσώπευαν άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε 2 κλινικές μελέτες διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες APC και PreSAP). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν παραπάνω για τις μελέτες πρόληψης πολυποδίασης είναι μόνο αυτές που έχουν προηγουμένως αναγνωριστεί από την παρακολούθηση του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά ή έχουν συμβεί πιο συχνά από ότι στις μελέτες αρθρίτιδας. Επιπλέον, οι ακόλουθες προηγουμένως άγνωστες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, αντιπροσωπεύοντας άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε 2 κλινικές μελέτες διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες APC και PreSAP): Συχνές: στηθάγχη, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, αύξηση βάρους. Όχι συχνές: μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο, έρπης ζωστήρας, ερυσίπελας, βρογχοπνευμονία, λαβυρινθίτιδα, λοίμωξη των ούλων, λίπωμα, εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος, αιμορραγία του επιπεφυκότα, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, δυσφωνία, αιμορραγία αιμορροΐδων, συχνές κενώσεις, εξέλκωση του στόματος, αλλεργική δερματίτιδα, γάγγλιο, νυκτουρία, αιμορραγία του κόλπου, ευαισθησία μαστού, κάταγμα κάτω άκρου, αυξημένο νάτριο αίματος. Οι γυναίκες που σκόπευαν να μείνουν έγκυες αποκλείστηκαν από όλες τις μελέτες, ως εκ τούτου η ανεύρεση πληροφοριών από τη βάση δεδομένων των μελετών για τη συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας δεν ήταν ουσιαστική. Οι συχνότητες βασίζονται σε μια αθροιστική μετα-ανάλυση, με την ομάδα των μελετών να αντιπροσωπεύει την έκθεση 38102 ασθενών. Στα τελικά δεδομένα (επιβεβαιωμένα περιστατικά) από τις μελέτες APC και PreSAP σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως για διάρκεια μέχρι 3 ετών (συνδυασμένα δεδομένα και από τις δύο μελέτες. Για αποτελέσματα από τις μεμονωμένες μελέτες, βλέπε παράγραφο 5.1), η συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά 7,6 επεισόδια στους 1.000 ασθενείς (όχι συχνή) και δεν υπήρχε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων (χωρίς να διαχωρίζονται οι τύποι) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-ACLAREX
expand_more

Κύηση

Μελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3). Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αυθόρμητης αποβολής μετά τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η σελεκοξίμπη, όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, μπορεί να προκαλέσουν νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβαρές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες. Η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυο κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.

Θηλασμός

Η σελεκοξίμπη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση σελεκοξίμπης σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της σελεκοξίμπης στο μητρικό γάλα. Γυναίκες που λαμβάνουν Aclarex δεν πρέπει να θηλάζουν.

Γονιμότητα

Βάσει του μηχανισμού δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξία, πράγμα που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-ACLAREX
expand_more

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.

Μηχανισμός δράσης

Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα της κυκλοοξυγονάσης-2 (COX-2), στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως). Δεν έχει παρατηρηθεί στατιστικά σημαντική αναστολή της δράσης της COX-1 (που καθορίζεται από την αναστολή του σχηματισμού ex vivo της θρομβοξάνης Β [TxB ]) σε αυτές τις δόσεις σε υγιείς εθελοντές.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Η κυκλοοξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, και την εμφύτευση του γονιμοποιηθέντος ωαρίου, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωστική λειτουργία). Επίσης, είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στους ανθρώπους, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους. Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων. Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία φέρουσα διαρυλο-υποκαταστάτες πυραζόλη, χημικώς παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη), αλλά διαφέρει από τις αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφαμεθοξαζόλη και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των σουλφοναμίδων). Δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο σχηματισμό TxB έχει παρατηρηθεί μετά από υψηλές δόσεις σελεκοξίμπης. Ωστόσο, σε μικρές μελέτες πολλαπλών δόσεων με 600 mg δύο φορές ημερησίως (τριπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) σε υγιή άτομα, η σελεκοξίμπη δεν είχε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και στο χρόνο ροής σε σύγκριση προς το εικονικό φάρμακο.

μ Κλινική αποτελεσ ατικότητα και ασφάλεια Έχουν διενεργηθεί αρκετές κλινικές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου στην οστεοαρθρίτιδα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η σελεκοξίμπη έχει αξιολογηθεί στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και του ισχίου, σε 4.200 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Αξιολογήθηκε επίσης στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 2.100 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 24 εβδομάδων. Η σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις των 200 mg-400 mg παρείχε ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 24 ώρες από τη χορήγησή της. Η σελεκοξίμπη αξιολογήθηκε στη συμπτωματική θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε 896 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδες. Στις μελέτες αυτές, η σελεκοξίμπη σε δόσεις των 100 mg δύο φορές την ημέρα, 200 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg άπαξ ημερησίως, παρείχε σημαντική βελτίωση στον πόνο, την ενεργότητα της νόσου και την λειτουργικότητα των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Σε 5 διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διενεργήθηκαν προγραμματισμένες ενδοσκοπήσεις του ανωτέρου γαστρεντερικού συστήματος επί 4.500 ασθενών περίπου που δεν παρουσίαζαν αρχική εξέλκωση, (οι δόσεις της σελεκοξίμπης κυμαίνονταν από 50 mg έως 400 mg, χορηγούμενες δύο φορές την ημέρα). Σε ενδοσκοπικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων, η σελεκοξίμπη (100-800 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με τη ναπροξένη (1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (2.400 mg ημερησίως). Τα δεδομένα ήταν αντιφατικά σε σύγκριση με τη δικλοφενάκη (150 mg ημερησίως). Σε δύο από τις μελέτες, διάρκειας 12 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με αποδεδειγμένα ενδοσκοπικά γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της σελεκοξίμπης 200 mg και 400 mg 2 φορές ημερησίως. Σε μια προοπτική μελέτη ασφάλειας μακράς διάρκειας (διάρκεια 6 έως 15 μήνες, μελέτη CLASS), 5.800 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και 2.200 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έλαβαν 400 mg σελεκοξίμπης, 2 φορές ημερησίως (4πλάσια και 2πλάσια της συνιστώμενης δόσης στην οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα, αντίστοιχα), 800 mg ιβουπροφαίνης τρεις φορές ημερησίως, ή 75 mg δικλοφενάκης δύο φορές ημερησίως (και οι δύο σε θεραπευτικές δόσεις). Στο 22% των εγγεγραμμένων ασθενών συγχορηγήθηκε χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤325 mg ημερησίως), κυρίως για ΚΑ προφύλαξη. Για το πρωτεύον τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα έλκη (οριζόμενα ως γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή απόφραξη), η σελεκοξίμπη δεν διέφερε σημαντικά ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη δικλοφενάκη. Επίσης, για τη συνδυασμένη ομάδα των ΜΣΑΦ δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά, όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (σχετικός κίνδυνος 0,77, 95% CI 0,41-1,46, βασισμένο στη διάρκεια ολόκληρης της μελέτης). Για το συνδυασμένο τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της σελεκοξίμπης σε σύγκριση με την ομάδα των ΜΣΑΦ, με σχετικό κίνδυνο 0,66, 95% CI 0,45-0,97, όχι όμως μεταξύ σελεκοξίμπης και δικλοφενάκης. Αυτοί οι ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε σελεκοξίμπη και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο σελεκοξίμπη. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη (>2 g/dL), η οποία επιβεβαιώθηκε με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε σελεκοξίμπη σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ, σχετικός κίνδυνος 0,29, 95% CI 0,17-0,48. Η σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτού του γεγονότος με τη σελεκοξίμπη διατηρήθηκε με ή χωρίς τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Σε μια προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη ασφάλειας 24 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας ≥60 ετών ή που είχαν ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών [εξαιρουμένων των χρηστών ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA)], τα ποσοστά των ασθενών με μείωση της αιμοσφαιρίνης (≥2 g/dL) και/ή του αιματοκρίτη (≥10%) επιβεβαιωμένης ή υποτιθέμενης γαστρεντερικής προέλευσης, ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς που θεραπεύονταν με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές την ημέρα (Ν=2.238) σε σύγκριση με τους ασθενείς που θεραπεύονταν με δικλοφενάκη SR 75 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με ομεπραζόλη 20 mg μία φορά την ημέρα (Ν=2.246) (0,2% έναντι 1,1% για επιβεβαιωμένη γαστρεντερική προέλευση, p=0,004· 0,4% έναντι 2,4% για υποτιθέμενη γαστρεντερική προέλευση, p=0,0001). Τα ποσοστά κλινικά έκδηλων γαστρεντερικών επιπλοκών, όπως διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία ήταν πολύ χαμηλά χωρίς διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας (4-5 ανά ομάδα). Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση Δύο μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση διεξήχθησαν με τη σελεκοξίμπη: η μελέτη APC (Adenoma Prevention with Celecoxib) και η μελέτη PreSAP (Prevention of Spontaneous Adenomatous Polyps). Στη μελέτη APC, υπήρχε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση με τη σελεκοξίμπη στο σύνθετο τελικό σημείο για τον ΚΑ θάνατο, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά τη διάρκεια 3 ετών θεραπείας. Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο. Στη μελέτη APC, οι σχετικοί κίνδυνοι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για το σύνθετο τελικό σημείο του ΚΑ θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 3,4 (95% CI 1,4 - 8,5) με σελεκοξίμπη 400 mg δύο φορές ημερησίως και 2,8 (95% CI 1,1 - 7,2) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο, για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 3,0% (20/671 άτομα) και 2,5% (17/685 άτομα), αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,9% (6/679 άτομα), για το εικονικό φάρμακο. Οι αυξήσεις για αμφότερες τις δοσολογικές ομάδες της σελεκοξίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου οφείλονταν κυρίως σε αυξημένη συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στη μελέτη PreSAP, ο σχετικός κίνδυνος, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για αυτό το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,2 (95% CI 0,6 - 2,4) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 2,3% (21/933 άτομα) και 1,9% (12/628 άτομα), αντίστοιχα. Η συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,0% (9/933 άτομα) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως και 0,6% (4/628 άτομα) με το εικονικό φάρμακο. Δεδομένα από μία τρίτη μακροχρόνια μελέτη, την ADAPT (The Alzheimer’s Disease Anti-Inflammatory Prevention Trial), δεν έδειξαν σημαντικά αυξημένο ΚΑ κίνδυνο με τη σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος για ένα ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (ΚΑ θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 1,14 (95% CI 0,61 - 2,12) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η συχνότητα του εμφράγματος μυοκαρδίου ήταν 1,1% (8/717 ασθενείς) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως και 1,2% (13/1070 ασθενείς) με το εικονικό φάρμακο.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-ACLAREX
expand_more

Απορρόφηση

Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα, οδηγώντας σε μια T max ίση με περίπου 4 ώρες, και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 20%. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) στη σελεκοξίμπη ήταν η ίδια όταν η σελεκοξίμπη χορηγήθηκε ως ακέραιο καψάκιο και όταν χορηγήθηκε ως περιεχόμενο καψακίου πασπαλισμένο σε πουρέ μήλου. Δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές C max , T max ή T έπειτα από τη χορήγηση του περιεχομένου του καψακίου μέσα σε πουρέ μήλου.

Κατανομή

Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97% στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνδέεται εκλεκτικά με ερυθροκύτταρα.

Βιομετασχηματισμός

Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μη δραστικοί, ως αναστολείς της COX- 1 ή της COX-2, έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα, π.χ. μία πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και το συζευγμένο του γλυκουρονίδιο. Η δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό που οδηγεί σε μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, όπως στα άτομα που είναι ομόζυγα για τον πολυμορφισμό του CYP2C93. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη που χορηγήθηκαν 200 mg σελεκοξίμπης άπαξ ημερησίως σε υγιείς εθελοντές με γονότυπο είτε CYP2C91/1, CYP2C91/3 ή CYP2C93/3, οι διάμεσες C max και AUC 0-24 της σελεκοξίμπης, την ημέρα 7, ήταν κατά προσέγγιση 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα, σε άτομα με γονότυπο CYP2C93/3 σε σύγκριση με τους άλλους γονοτύπους. Σε τρεις μεμονωμένες μελέτες με άπαξ δόση, που συμπεριελάμβαναν συνολικά 5 άτομα με γονοτύπους CYP2C93/*3, η χορήγηση μίας άπαξ δόσης αύξησε την AUC 0-24 κατά προσέγγιση 3 φορές σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό. Εκτιμάται ότι η συχνότητα του ομόζυγου *3/*3 γονότυπου είναι 0,3-1,0% σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 με βάση το προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σελεκοξίμπης μεταξύ Αφρο-Αμερικανών και Καυκάσιων. Οι συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών). Ασθενείς με ήπιας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 53% και 26%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αντίστοιχες τιμές σε άτομα με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία ήταν 41% και 146%, αντίστοιχα. Η ικανότητα μεταβολισμού του φαρμάκου από ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία συσχετίζονταν καλύτερα με τις τιμές της λευκωματίνης του ορού τους. Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l). Δεν έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός του φαρμάκου σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l), κατά συνέπεια η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη σελεκοξίμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αλλά είναι απίθανο να παρουσιάζει αξιόλογη μεταβολή στους ασθενείς αυτούς. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία.

Αποβολή

Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από το 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η διαφοροποίηση έκθεσης στη σελεκοξίμπη μεταξύ των ατόμων είναι περίπου στο 10πλάσιο. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει φαρμακοκινητική ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο, εντός των ορίων των θεραπευτικών δόσεων. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες της θεραπείας.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

11 ώρες
DrugBank

Δέσμευση πρωτεϊνών

97%
DrugBank

Απέκκριση

Ήπαρ
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
2662
Μοριακός τύπος
C17H14F3N3O2S
Μοριακό βάρος
381.4
IUPAC
4-[5-(4-methylphenyl)-3-(trifluoromethyl)pyrazol-1-yl]benzenesulfonamide
InChIKey
RZEKVGVHFLEQIL-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας

  • Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξειδάσες, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
  • Υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.

Σχετικά Εργαλεία

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Αξονική Σπονδυλαρθρίτιδα Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Εργασίας Ρευματολογικών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.