CELECOXIB
Σελεκοξίμπη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.** ### Μηχανισμός δράσης Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα COX-2, στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως).
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): COX-2 selectivity: FitzGerald & Patrono, NEJM 2001· Warner et al., PNAS 1999 (whole-blood COX-1/COX-2 ratios). CV/GI risk: Coxib & traditional NSAID Trialists' (CNT) Collaboration meta-analysis, Lancet 2013· EMA/PRAC reviews diclofenac 2013 & high-dose ibuprofen 2015. Naproxen: χαμηλότερος CV κίνδυνος.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg
- Τιτλοποίηση: Για οστεοαρθρίτιδα: αρχικά 200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Για ρευματοειδή αρθρίτιδα: αρχικά 200 mg διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Για αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα: αρχικά 200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Για ηλικιωμένους: αρχικά 200 mg ημερησίως, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΆπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως εάν η ανακούφιση είναι ανεπαρκής.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΑρχικά διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΆπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις εάν η ανακούφιση είναι ανεπαρκής.
-
ΗλικιωμένοιΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΑρχικά 200 mg ημερησίως. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν ενδείκνυται για χρήση.
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l)Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργίαΘα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία
-
Παρουσία άσθματος, οξείας ρινίτιδας, ρινικών πολυπόδων, αγγειονευρωτικού οιδήματος, κνίδωσης ή άλλων αντιδράσεων αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2)
-
Κύηση
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης
-
Θηλασμός
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥10)
-
Υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV)
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών (π.χ. ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα ΜΣΑΦ, αντιαιμοπεταλιακά, γλυκοκορτικοειδή, καταναλώνουν αλκοόλ, με ιστορικό έλκους/γαστρορραγίας)Συνιστάται προσοχή
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςπροσοχήΑύξηση κινδύνου γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών (έλκος) με συγχορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις)
-
Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦαντένδειξηΗ ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΝα χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)Θεραπεία μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΗ αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίαςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίαςΑπαιτείται προσοχή
-
ΥπέρτασηπαρακολούθησηΗ πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςηλικιωμένοιΝα βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας (με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ, καθώς και οι ηλικιωμένοι)Να παρακολουθούνται με προσοχή
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπροσοχήΕάν οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος, να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας
-
Αναστολή CYP2D6προσοχήΜείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και μεταβολίζονται από το CYP2D6
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9Να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή
-
Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείςΗ χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας
-
Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακοΊσως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας
-
Κάλυψη συμπτωμάτων φλεγμονήςΗ σελεκοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής
-
Χρήση σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος βαρφαρινοειδή/κουμαρινοειδή αντιπηκτικά (ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή αλλαγή δόσης της σελεκοξίμπης), βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. απιξαμπάνη, νταμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη)Ο χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Απαιτείται προσοχή
-
Έκδοχα (λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά (βαρφαρίνη ή άλλα)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών, αύξηση του χρόνου προθρομβίνης INRΣύστασηΠαρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης και του INR, ειδικά κατά την έναρξη ή αλλαγή δόσης της σελεκοξίμπης.
-
Αντιυπερτασικά (αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, διουρητικά, β-αποκλειστές)προσοχήΜείωση της δράσης των αντιυπερτασικών, αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (αναστρέψιμη)ΣύστασηΕπαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη συγχορήγησης και σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (μικρές δόσεις)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκώνΣύστασηΔεν αντικαθιστά την ΚΑ προφύλαξη.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων των υποστρωμάτων στο πλάσμαΣύστασηΔόση υποστρώματος CYP2D6 μπορεί να χρειαστεί μείωση/αύξηση κατά την έναρξη/διακοπή της σελεκοξίμπης.
-
παρακολούθησηΕνδεχόμενη αναστολή του μεταβολισμού του CYP2C19 (in vitro), άγνωστη κλινική σημασία
-
προσοχήΤυχόν εμφάνιση τοξικότητας σχετιζόμενης με τη μεθοτρεξάτηΣύστασηΕπαρκής προσοχή για τοξικότητα μεθοτρεξάτης.
-
παρακολούθησηΜέση ποσοστιαία αύξηση της Cmax και της AUC του λιθίου 16% και 18% αντίστοιχαΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση του λιθίου κατά την έναρξη ή διακοπή της σελεκοξίμπης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάκαμίαΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική
-
ΤολβουταμίδηκαμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
ΓκλιμπενκλαμίδηκαμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη) σε άτομα με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9αντένδειξηΠεραιτέρω αυξήσεις της έκθεσης στη σελεκοξίμπηΣύστασηΤέτοιοι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Φλουκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP2C9)προσοχήΑύξηση Cmax (60%) και AUC (130%) της σελεκοξίμπηςΣύστασηΧρήση του ημίσεος της συνιστώμενης δόσης σελεκοξίμπης.
-
παρακολούθησηΜείωση των συγκεντρώσεων της σελεκοξίμπης στο πλάσμα
-
καμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
-
ΑντιόξινακαμίαΔεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Φαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Έρπης ζωστήρας
- Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο (Όχι συχνές)
- Ερυσίπελας (Όχι συχνές)
- Βρογχοπνευμονία (Όχι συχνές)
- Λαβυρινθίτιδα (Όχι συχνές)
- Λοίμωξη των ούλων (Όχι συχνές)
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Εκχύμωση
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερκαλιαιμία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Κόπωση
- Γριππώδης συνδρομή
- Ψευδαισθήσεις (Σπάνιες)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υπερτονία (Όχι συχνές)
- Εγκεφαλικό έμφρακτο (Σπάνιες)
- Υπνηλία (Σπάνιες)
- Αταξία (Πολύ σπάνιες)
- Δυσγευσία (Πολύ σπάνιες)
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρου ενδοκρανιακής αιμορραγίας) (Μη γνωστές)
- Μηνιγγίτιδα άσηπτη (Μη γνωστές)
- Επιληψία (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας επιληψίας) (Μη γνωστές)
- Αγευσία (Μη γνωστές)
- Ανοσμία (Μη γνωστές)
- Θάμβος όρασης (Όχι συχνές)
- Οφθαλμική αιμομορραγία (Πολύ σπάνιες)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας (Μη γνωστές)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας (Μη γνωστές)
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα (Όχι συχνές)
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Υποακοΐα (Όχι συχνές)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Στηθάγχη
- Υπέρταση
- Αγγειίτιδα
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Πνευμονική εμβολή (Πολύ σπάνιες)
- Έξαψη (Πολύ σπάνιες)
- Ρινίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονίτιδα
- Δυσφωνία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Κολίτιδα
- Στοματίτιδα (Όχι συχνές)
- Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού) (Όχι συχνές)
- Ερυγή (Όχι συχνές)
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος (Σπάνιες)
- Γαστρικό έλκος (Σπάνιες)
- Οισοφαγικό έλκος (Σπάνιες)
- Έλκος εντέρου (Σπάνιες)
- Έλκος παχέος εντέρου (Σπάνιες)
- Εντερική διάτρηση (Σπάνιες)
- Οισοφαγίτιδα (Σπάνιες)
- Μέλαινα (Σπάνιες)
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (Συχνές)
- Αιμορραγία αιμορροΐδων (Όχι συχνές)
- Συχνές κενώσεις (Όχι συχνές)
- Εξέλκωση του στόματος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT) (Όχι συχνές)
- Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος) (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (κάποιες φορές θανατηφόρα) (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατική νέκρωση (Πολύ σπάνιες)
- Χολόσταση (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατίτιδα χολοστατική (Πολύ σπάνιες)
- Ίκτερος (Πολύ σπάνιες)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Οίδημα προσώπου
- Αλωπεκία (Πολύ σπάνιες)
- Φωτοευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Δερματίτιδα αποφολιδωτική (Μη γνωστές)
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) (Μη γνωστές)
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυοσίτιδα
- Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων) (Όχι συχνές)
- Νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Πολύ σπάνιες)
- Υπονατριαιμία (Πολύ σπάνιες)
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (Μη γνωστές)
- Νεφρωσικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- Σπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις (Μη γνωστές)
- Νεφρολιθίαση
- Νυκτουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης (Πολύ σπάνιες)
- Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη) (Μη γνωστές)
- Αιμορραγία του κόλπου (Όχι συχνές)
- Ευαισθησία μαστού (Όχι συχνές)
- Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη (Συχνές)
- Περιφερικό οίδημα/Κατακράτηση υγρών
- Θωρακικό άλγος (Πολύ σπάνιες)
- Αύξηση βάρους
- Κάκωση (τυχαία κάκωση) (Όχι συχνές)
- Κάταγμα κάτω άκρου (Όχι συχνές)
- Αυξημένο νάτριο αίματος (Όχι συχνές)
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα). Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αυθόρμητης αποβολής μετά τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η σελεκοξίμπη, όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, μπορεί να προκαλέσουν νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβερές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της. Η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να θηλάζουνΗ σελεκοξίμπη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση σελεκοξίμπης σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της σελεκοξίμπης στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΕνδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξίαΒάσει του μηχανισμού δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξία, πράγμα που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.
Μηχανισμός δράσης
Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα COX-2, στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως). Δεν έχει παρατηρηθεί στατιστικά σημαντική αναστολή της δράσης της COX-1 (που καθορίζεται από την αναστολή του σχηματισμού ex vivo της θρομβοξάνης Β2 [TxB2]) σε αυτές τις δόσεις σε υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κυκλοοξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προ-φλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, και την εμφύτευση του γονιμοποιηθέντος ωαρίου, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωστική λειτουργία). Επίσης, είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στους ανθρώπους, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.
Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων.
Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία φέρουσα διαρυλο-υποκαταστάτες πυραζόλη, χημικώς παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη), αλλά διαφέρει από τις αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφαμεθοξαζόλη και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των σουλφοναμίδων).
Δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο σχηματισμό TxB2 έχει παρατηρηθεί μετά από υψηλές δόσεις σελεκοξίμπης. Ωστόσο, σε μικρές μελέτες πολλαπλών δόσεων με 600 mg BID (τριπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) σε υγιή άτομα, η σελεκοξίμπη δεν είχε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και στο χρόνο ροής σε σύγκριση προς το εικονικό φάρμακο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Έχουν διενεργηθεί αρκετές κλινικές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου στην οστεοαρθρίτιδα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η σελεκοξίμπη έχει αξιολογηθεί στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και του ισχίου, σε 4.200 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Αξιολογήθηκε επίσης στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 2.100 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 24 εβδομάδων. Η σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις των 200 mg - 400 mg παρείχε ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 24 ώρες από τη χορήγησή της. Η σελεκοξίμπη αξιολογήθηκε στη συμπτωματική θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε 896 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδες. Στις μελέτες αυτές, η σελεκοξίμπη σε δόσεις των 100 mg BID, 200 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg BID και 400 mg άπαξ ημερησίως, παρείχε σημαντική βελτίωση στον πόνο, την ενεργότητα της νόσου και την λειτουργικότητα των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα.
Σε 5 διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διενεργήθηκαν προγραμματισμένες ενδοσκοπήσεις του ανωτέρου γαστρεντερικού συστήματος επί 4.500 ασθενών περίπου που δεν παρουσίαζαν αρχική εξέλκωση, (οι δόσεις της σελεκοξίμπης κυμαίνονταν από 50 mg έως 400 mg, χορηγούμενες BID). Σε ενδοσκοπικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων, η σελεκοξίμπη (100-800 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με τη ναπροξένη (1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (2.400 mg ημερησίως). Τα δεδομένα ήταν αντιφατικά σε σύγκριση με τη δικλοφενάκη (150 mg ημερησίως). Σε δύο από τις μελέτες, διάρκειας 12 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με αποδεδειγμένα ενδοσκοπικά γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της σελεκοξίμπης 200 mg BID και 400 mg BID.
Σε μια προοπτική μελέτη ασφάλειας μακράς διάρκειας (διάρκεια 6 έως 15 μήνες, μελέτη CLASS), 5.800 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και 2.200 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έλαβαν 400 mg σελεκοξίμπης BID (4πλάσια και 2πλάσια της συνιστώμενης δόσης στην οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα, αντίστοιχα), 800 mg ιβουπροφαίνης τρεις φορές ημερησίως (TID), ή 75 mg δικλοφενάκης BID (και οι δύο σε θεραπευτικές δόσεις). Στο 22% των εγγεγραμμένων ασθενών συγχορηγήθηκε χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤325 mg ημερησίως), κυρίως για ΚΑ προφύλαξη. Για το πρωτεύον τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα έλκη (οριζόμενα ως γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή απόφραξη), η σελεκοξίμπη δεν διέφερε σημαντικά ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη δικλοφενάκη. Επίσης, για τη συνδυασμένη ομάδα των ΜΣΑΦ δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά, όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (σχετικός κίνδυνος 0,77, 95% CI 0,41 - 1,46, βασισμένο στη διάρκεια ολόκληρης της μελέτης). Για το συνδυασμένο τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της σελεκοξίμπης σε σύγκριση με την ομάδα των ΜΣΑΦ, με σχετικό κίνδυνο 0,66, 95% CI 0,45 - 0,97, όχι όμως μεταξύ σελεκοξίμπης και δικλοφενάκης. Αυτοί οι ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε σελεκοξίμπη και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο σελεκοξίμπη. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη (>2 g/dL), η οποία επιβεβαιώθηκε με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε σελεκοξίμπη σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ, σχετικός κίνδυνος 0,29, 95% CI 0,17-0,48. Η σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτού του γεγονότος με τη σελεκοξίμπη διατηρήθηκε με ή χωρίς τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος.
Σε μια προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη ασφάλειας 24 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας ≥60 ετών ή που είχαν ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών [εξαιρουμένων των χρηστών ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA)], τα ποσοστά των ασθενών με μείωση της αιμοσφαιρίνης (≥2 g/dL) και/ή του αιματοκρίτη (≥10%) επιβεβαιωμένης ή υποτιθέμενης γαστρεντερικής προέλευσης, ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς που θεραπεύονταν με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές την ημέρα (Ν=2.238) σε σύγκριση με τους ασθενείς που θεραπεύονταν με δικλοφενάκη SR 75 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με ομεπραζόλη 20 mg μία φορά την ημέρα (Ν=2.246) (0,2% έναντι 1,1% για επιβεβαιωμένη γαστρεντερική προέλευση, p= 0,004· 0,4% έναντι 2,4% για υποτιθέμενη γαστρεντερική προέλευση, p = 0,0001). Τα ποσοστά κλινικά έκδηλων γαστρεντερικών επιπλοκών, όπως διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία ήταν πολύ χαμηλά χωρίς διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας (4-5 ανά ομάδα).
Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση
Δύο μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση διεξήχθησαν με τη σελεκοξίμπη: η μελέτη APC και η μελέτη PreSAP. Στη μελέτη APC, υπήρχε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση με τη σελεκοξίμπη στο σύνθετο τελικό σημείο για τον ΚΑ θάνατο, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά τη διάρκεια 3 ετών θεραπείας. Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο.
Στη μελέτη APC, οι σχετικοί κίνδυνοι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για το σύνθετο τελικό σημείο του ΚΑ θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 3,4 (95% CI 1,4 - 8,5) με σελεκοξίμπη 400 mg δύο φορές ημερησίως και 2,8 (95% CI 1,1 - 7,2) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο, για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 3,0% (20/671 άτομα) και 2,5% (17/685 άτομα), αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,9% (6/679 άτομα), για το εικονικό φάρμακο. Οι αυξήσεις για αμφότερες τις δοσολογικές ομάδες της σελεκοξίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου οφείλονταν κυρίως σε αυξημένη συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Στη μελέτη PreSAP, ο σχετικός κίνδυνος, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για αυτό το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,2 (95% CI 0,6 - 2,4) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 2,3% (21/933 άτομα) και 1,9% (12/628 άτομα), αντίστοιχα. Η συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,0% (9/933 άτομα) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως και 0,6% (4/628 άτομα) με το εικονικό φάρμακο.
Δεδομένα από μία τρίτη μακροχρόνια μελέτη, την ADAPT (The Alzheimer’s Disease Anti-Inflammatory Prevention Trial), δεν έδειξαν σημαντικά αυξημένο ΚΑ κίνδυνο με τη σελεκοξίμπη 200 mg BID, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος για ένα ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (ΚΑ θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 1,14 (95% CI 0,61 - 2,15) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η συχνότητα του εμφράγματος μυοκαρδίου ήταν 1,1% (8/717 ασθενείς) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως και 1,2% (13/1070 ασθενείς) με το εικονικό φάρμακο.
Προοπτική, τυχαιοποιημένη αξιολόγηση της ολοκληρωμένης ασφάλειας της σελεκοξίμπης έναντι της ιβουπροφαίνης ή της ναπροξένης (PRECISION)
Η μελέτη PRECISION ήταν μια διπλά τυφλή μελέτη καρδιαγγειακής ασφάλειας σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (OA) ή ρευματοειδή αρθρίτιδα (RA), με καρδιαγγειακή νόσο ή υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, που συνέκρινε τη σελεκοξίμπη (200-400 mg ημερησίως) με τη ναπροξένη (750-1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (1.800-2.400 mg ημερησίως). Το πρωτεύον τελικό σημείο, Antiplatelet Trialists Collaboration (APTC), ήταν ένα ανεξάρτητα κατακυρωμένο σύνθετο τελικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου (συμπεριλαμβανομένου του αιμορραγικού θανάτου), μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η μελέτη προγραμματίστηκε με ισχύ 80% για την αξιολόγηση της μη κατωτερότητας. Σε όλους τους ασθενείς συνταγογραφήθηκε ανοικτή αγωγή με εσομεπραζόλη (20-40 mg) για γαστροπροστασία. Σε όσους ασθενείς λάμβαναν χαμηλή δόση ασπιρίνης επιτράπηκε να συνεχίσουν τη θεραπεία. Κατά την έναρξη, περίπου οι μισοί ασθενείς λάμβαναν ασπιρίνη. Στα δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία συγκαταλέγονταν οι καρδιαγγειακές, γαστρεντερικές και νεφρικές εκβάσεις. Η μέση δόση που διανεμήθηκε ήταν 209±37 mg/ημέρα για τη σελεκοξίμπη, 2.045±246 για την ιβουπροφαίνη και 852±103 για τη ναπροξένη.
Σχετικά με το πρωτεύον τελικό σημείο, η σελεκοξίμπη, σε σύγκριση είτε με τη ναπροξένη είτε με την ιβουπροφαίνη, εκπλήρωσε και τις τέσσερις προκαθορισμένες απαιτήσεις μη κατωτερότητας, βλ. Πίνακα 2. Στα άλλα, ανεξάρτητα κατακυρωμένα, δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία συγκαταλέγονταν οι καρδιαγγειακές, γαστρεντερικές και νεφρικές εκβάσεις. Επιπλέον, υπήρχε μια υπομελέτη 4-μηνών που εστίασε στις επιδράσεις των τριών φαρμακευτικών προϊόντων στην αρτηριακή πίεση, όπως μετρήθηκε με περιπατητική παρακολούθηση (ABPM).
Πίνακας 2. Κύρια ανάλυση του κατακυρωμένου σύνθετου τελικού σημείου APTC
Ανάλυση πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας [Intent-To-Treat (ITT), έως τον μήνα 30]
| Σελεκοξίμπη 100-200 mg bid | Ιβουπροφαίνη 600-800 mg tid | Ναπροξένη 375-500 mg bid | |
|---|---|---|---|
| N | 8.072 | 8.040 | 7.969 |
| Ασθενείς με συμβάματα | 188 (2,3%) | 218 (2,7%) | 201 (2,5%) |
Σύγκριση κατά ζεύγη
| Σελεκοξίμπη έναντι Ναπροξένης | Σελεκοξίμπη έναντι Ιβουπροφαίνης | Ιβουπροφαίνη έναντι Ναπροξένης | |
|---|---|---|---|
| HR (95% CI) | 0,93 (0,76, 1,13) | 0,86 (0,70, 1,04) | 1,08 (0,89, 1,31) |
Τροποποιημένη ανάλυση πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας [Modified Intent-To-Treat (mITT), που λάμβαναν θεραπεία έως τον μήνα 43]
| Σελεκοξίμπη 100-200 mg bid | Ιβουπροφαίνη 600-800 mg tid | Ναπροξένη 375-500 mg bid | |
|---|---|---|---|
| N | 8.030 | 7.990 | 7.933 |
| Ασθενείς με συμβάματα | 134 (1,7%) | 155 (1,9%) | 144 (1,8%) |
Σύγκριση κατά ζεύγη
| Σελεκοξίμπη έναντι Ναπροξένης | Σελεκοξίμπη έναντι Ιβουπροφαίνης | Ιβουπροφαίνη έναντι Ναπροξένης | |
|---|---|---|---|
| HR (95% CI) | 0,90 (0,72, 1,14) | 0,81 (0,64, 1,02) | 1,12 (0,889, 1,40) |
HR - σχετικός κίνδυνος BID - δύο φορές την ημέρα TID - τρεις φορές την ημέρα
Τα αποτελέσματα ήταν γενικά αριθμητικά παρόμοια στις ομάδες σελεκοξίμπης και συγκριτικού φαρμάκου για τα δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία και δεν παρουσιάστηκαν συνολικά μη αναμενόμενα ευρήματα ασφάλειας.
Συνδυαστικά, η μελέτη PRECISION υποδεικνύει ότι η σελεκοξίμπη στη χαμηλότερη εγκεκριμένη δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα είναι μη κατώτερη από την ιβουπροφαίνη, με δόση στο εύρος των 600 mg-800 mg τρεις φορές την ημέρα ή τη ναπροξένη, με δόση στο εύρος των 375 mg-500 mg δύο φορές την ημέρα, όσον αφορά τις καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι της κατηγορίας των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των κοξιμπών, είναι δοσοεξαρτώμενοι. Συνεπώς, τα αποτελέσματα για τη σελεκοξίμπη 200 mg την ημέρα στο σύνθετο καρδιαγγειακό τελικό σημείο δεν μπορούν να παρεκταθούν στα δοσολογικά σχήματα που χρησιμοποιούν υψηλότερες δόσεις σελεκοξίμπης.
Απορρόφηση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα, οδηγώντας σε μια Tmax ίση με περίπου 4 ώρες, και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 20%. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) στη σελεκοξίμπη ήταν η ίδια όταν η σελεκοξίμπη χορηγήθηκε ως ακέραιο καψάκιο και όταν χορηγήθηκε ως περιεχόμενο καψακίου πασπαλισμένο σε πουρέ μήλου. Δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές Cmax, Tmax ή T1/2 έπειτα από τη χορήγηση του περιεχομένου του καψακίου μέσα σε πουρέ μήλου.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97% στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνδέεται εκλεκτικά με ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μη δραστικοί, ως αναστολείς της COX-1 ή της COX-2, έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα, π.χ. μία πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και το συζευγμένο του γλυκουρονίδιο. Η δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό που οδηγεί σε μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, όπως στα άτομα που είναι ομόζυγα για τον πολυμορφισμό του CYP2C93. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη που χορηγήθηκαν 200 mg σελεκοξίμπης άπαξ ημερησίως σε υγιείς εθελοντές με γονότυπο είτε CYP2C91/1, CYP2C91/3 ή CYP2C93/3, οι διάμεσες Cmax και AUC0-24 της σελεκοξίμπης, την ημέρα 7, ήταν κατά προσέγγιση 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα, σε άτομα με γονότυπο CYP2C93/3 σε σύγκριση με τους άλλους γονοτύπους. Σε τρεις μεμονωμένες μελέτες με άπαξ δόση, που συμπεριελάμβαναν συνολικά 5 άτομα με γονοτύπους CYP2C93/*3, η χορήγηση μίας άπαξ δόσης αύξησε την AUC 0-24 κατά προσέγγιση 3 φορές σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό. Εκτιμάται ότι η συχνότητα του ομόζυγου *3/*3 γονότυπου είναι 0,3-1,0% σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 με βάση το προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία). Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις Φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σελεκοξίμπης μεταξύ Αφρο-Αμερικανών και Καυκάσιων. Οι συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών). Ασθενείς με ήπιας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μία μέση ποσοστιαία αύξηση της Cmax και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 53% και 26%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αντίστοιχες τιμές σε άτομα με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία ήταν 41% και 146%, αντίστοιχα. Η ικανότητα μεταβολισμού του φαρμάκου από ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία συσχετίζονταν καλύτερα με τις τιμές της λευκωματίνης του ορού τους. Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l). Δεν έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός του φαρμάκου σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l), κατά συνέπεια η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη σελεκοξίμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αλλά είναι απίθανο να παρουσιάζει αξιόλογη μεταβολή στους ασθενείς αυτούς. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία.
Αποβολή
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από το 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η διαφοροποίηση έκθεσης στη σελεκοξίμπη μεταξύ των ατόμων είναι περίπου στο 10πλάσιο. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει φαρμακοκινητική ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο, εντός των ορίων των θεραπευτικών δόσεων. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες της θεραπείας.
Απορρόφηση Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα,…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Χρόνος προθρομβίνης (INR) | water_dropΠηκτικότητα αίματος | στενά κατά την έναρξη της θεραπείας με σελεκοξίμπη ή κατά την αλλαγή της δόσης της σελεκοξίμπης | Συγχορήγηση από του στόματος βαρφαρινοειδών/κουμαρινικών αντιπηκτικών |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | στενά κατά την έναρξη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας | — |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σελεκοξίμπη αναστέλλει το ένζυμο κυκλοοξυγενάση 2 (COX-2), μειώνοντας τον πόνο και τη φλεγμονή. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, παρόλο που ο κίνδυνος αιμορραγίας με τη σελεκοξίμπη είναι χαμηλότερος από ό,τι με ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ, εντούτοις υπάρχει και πρέπει να τηρείται προσοχή όταν χορηγείται σε άτομα με υψηλό κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας.
Σημείωση σχετικά με τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων
Σημαντικές ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των εκλεκτικών αναστολέων COX-2 ΜΣΑΦ προέκυψαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η [ροφεκοξίμπη], ένα άλλο μέλος της κατηγορίας των αναστολέων COX-2, γνωστή και ως Vioxx, αποσύρθηκε από την αγορά λόγω προθρομβωτικών καρδιαγγειακών κινδύνων. Μετά από συνεδρίαση της Επιτροπής Συμβούλων του FDA το 2005, κατά την οποία αξιολογήθηκαν δεδομένα από μεγάλες κλινικές μελέτες έκβασης, ο FDA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών θρομβωτικών συμβαμάτων τόσο για τους εκλεκτικούς αναστολείς COX-2 ΜΣΑΦ όσο και για τους μη εκλεκτικούς ΜΣΑΦ ήταν εμφανής. Κρίθηκε, ωστόσο, ότι τα οφέλη της θεραπείας με σελεκοξίμπη υπερτερούσαν των κινδύνων. Η μελέτη έκβασης μετά την κυκλοφορία (PRECISION) έδειξε ότι η χαμηλότερη δυνατή δόση σελεκοξίμπης ήταν παρόμοια σε καρδιαγγειακή ασφάλεια με τις μέτριας ισχύος δόσεις ιβουπροφαίνης και ναπροξένης. Ασθενείς που είχαν προηγούμενα καρδιαγγειακά συμβάντα, συμπεριλαμβανομένου οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου, στεφανιαίας επαναιμάτωσης ή τοποθέτησης στεφανιαίας πρόθεσης, δεν αξιολογήθηκαν στη μελέτη. Δεν συνιστάται η χορήγηση ΜΣΑΦ σε αυτές τις ομάδες ασθενών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Σε αντίθεση με τα περισσότερα ΜΣΑΦ, τα οποία αναστέλλουν και τους δύο τύπους κυκλοοξυγενασών (COX-1 και COX-2), η σελεκοξίμπη είναι ένας εκλεκτικός μη ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση-2 (COX-2). Η COX-2 εκφράζεται έντονα σε φλεγμαίνοντες ιστούς, όπου προκαλείται από φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Η αναστολή αυτού του ενζύμου μειώνει τη σύνθεση μεταβολιτών που περιλαμβάνουν προσταγλανδίνη E2 (PGE2), προστακυκλίνη (PGI2), θρομβοξάνη (TXA2), προσταγλανδίνη D2 (PGD2) και προσταγλανδίνη F2 (PGF2). Η συνεπαγόμενη αναστολή αυτών των μεσολαβητών οδηγεί στην ανακούφιση του πόνου και της φλεγμονής.
Μέσω της αναστολής της σύνθεσης προσταγλανδινών, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) προκαλούν βλάβη του βλεννογόνου, έλκη και επιπλοκές ελκών σε ολόκληρη τη γαστρεντερική οδό. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει μικρότερο κίνδυνο σχηματισμού ελκών σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ, λόγω της μειωμένης επίδρασής της στη σύνθεση γαστρικού βλεννογόνου προσταγλανδινών σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η σελεκοξίμπη ασκεί αντικαρκινικές δράσεις συνδεόμενη με την πρωτεΐνη καθερίνη-11 (CDH11), η οποία πιστεύεται ότι εμπλέκεται στην πρόοδο των όγκων, και αναστέλλοντας τον μηχανισμό σηματοδότησης της 3-φωσφοϊνοσιτιδο-εξαρτώμενης κινάσης-1 (PDK-1). Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι η σελεκοξίμπη αναστέλλει τις καρβονικές ανυδράσες 2 και 3, ενισχύοντας περαιτέρω τις αντικαρκινικές της δράσεις.
Όπως αναφέρθηκε στην ενότητα φαρμακοδυναμικής αυτής της καταχώρησης φαρμάκου, η σελεκοξίμπη μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο θρομβωτικών συμβαμάτων. Ο κίνδυνος θρόμβωσης που προκύπτει από την αναστολή της COX-2 οφείλεται στις αγγειοσυσπαστικές δράσεις της θρομβοξάνης Α2, οδηγώντας σε αυξημένη συσσωμάτωση αιμοπεταλίων, η οποία είναι ανεξέλεγκτη όταν οι δράσεις της προστακυκλίνης, ενός αναστολέα συσσωμάτωσης αιμοπεταλίων, καταστέλλονται μέσω της αναστολής της COX-2.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι γνωστοί αιτιολογικοί παράγοντες οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και γαστροπάθειας σε ασθενείς με χρόνιες φλεγμονώδεις νόσους. Αυτή η δράση θεωρείται ότι προκύπτει από τη μη εκλεκτική αναστολή τόσο των συντακτικών όσο και των επαιρόμενων μορφών των συνθετασών προσταγλανδίνης Η, γνωστών και ως ενζύμων κυκλοοξυγενάσης (δηλαδή, COX-1 και COX-2). Η σελεκοξίμπη (Celebrex) είναι ένας αναστολέας του ενζύμου COX-2 και έχει αναδειχθεί ως προτιμώμενος θεραπευτικός παράγοντας για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ. Η σελεκοξίμπη έχει πρόσφατα επικριθεί για τις παρενέργειές της, κυρίως αρτηριακή θρόμβωση και νεφρική αιμορραγία, αν και θεωρείται ανώτερο φάρμακο στην προστασία του γαστρεντερικού σωλήνα. Στην παρούσα μελέτη, αναφέρουμε ότι η σελεκοξίμπη όχι μόνο ανέστειλε την COX-2, αλλά παρουσίασε επίσης την ιδιότητα της αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης, ενός σημαντικού ενζύμου που σχηματίζει το ενδοκυτταρικό δεύτερο αγγελιοφόρο 3’,5’-αδενοσίνη μονοφωσφορικό (cAMP) από την τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP). Η σελεκοξίμπη ανέστειλε επίσης τον σχηματισμό cAMP που προκαλείται από την χολέρα, γεγονός που υποδηλώνει την ικανότητά της να διεισδύει στις κυτταρικές μεμβράνες για να φτάσει στην ενδοκυτταρική αδενυλική κυκλάση. Ανέστειλε in vitro την δραστηριότητα της αδενυλικής κυκλάσης τόσο σε ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα του παχέος εντέρου όσο και σε καθαρισμένη αδενυλική κυκλάση από Bordetella pertussis. Η IC50 της σελεκοξίμπης για την αδενυλική κυκλάση της B. pertussis υπολογίστηκε σε 0,375 mM. Η ανάλυση Lineweaver-Burk έδειξε ότι ο τύπος αναστολής του ενζύμου ήταν ανταγωνιστικός. Η φαινομενική Km και Vm της αδενυλικής κυκλάσης υπολογίστηκαν σε 25,0 nM και 7,14 nmol/min/mg, αντίστοιχα. Η σελεκοξίμπη άλλαξε την τιμή Km σε 66,6 nM χωρίς να επηρεάσει τη Vmax. Η παρούσα μελέτη υποδηλώνει ότι εκτός από τη φλεγμονή, η θεραπεία με σελεκοξίμπη θα μπορούσε να επεκταθεί σε ασθένειες που περιλαμβάνουν την αύξηση του cAMP είτε μέσω ενδογενών αντιδράσεων είτε μέσω εξωγενών παραγόντων. Αυτά τα νέα δεδομένα που δείχνουν αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το πρίσμα των παθολογικών επιδράσεων του φαρμάκου ή σε ασθενείς που αποκλείονται ειδικά από τη θεραπεία (π.χ. ασθματικοί).
Η καρδιαγγειακή νόσος είναι μία από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως, και τα στοιχεία δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της φλεγμονώδους διαδικασίας και της καρδιακής δυσλειτουργίας. Οι εκλεκτικοί αναστολείς του ενζύμου κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) δεν συνιστώνται για μακροχρόνια χρήση λόγω πιθανώς σοβαρών παρενεργειών στην καρδιά. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό και τη συχνή συνταγογράφηση της εμπορικής σελεκοξίμπης, η παρούσα μελέτη ανάλυσε τις κυτταρικές και μοριακές επιδράσεις 1 και 10 uM σελεκοξίμπης σε ένα μοντέλο κυτταροκαλλιέργειας. Μετά από 24ωρη επώαση, η σελεκοξίμπη μείωσε τη βιωσιμότητα των κυττάρων με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, όπως αποδείχθηκε επίσης σε δοκιμές MTT. Επιπλέον, η ανάλυση αντίστροφης μεταγραφής-αλυσοειδούς αντίδρασης πολυμεράσης έδειξε ότι το φάρμακο τροποποίησε το επίπεδο έκφρασης γονιδίων που σχετίζονται με μονοπάτια θανάτου, και οι αναλύσεις Western blot έδειξαν τροποποιητική επίδραση του φαρμάκου στα επίπεδα της πρωτεΐνης COX-2 στα καρδιακά κύτταρα. Επιπλέον, τα αποτελέσματα έδειξαν μείωση της παραγωγής προσταγλανδίνης Ε2 από τα καρδιακά κύτταρα που επωάστηκαν με σελεκοξίμπη, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση. Αυτά τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με τη μείωση της βιωσιμότητας των κυττάρων και την παρουσία νεκρωτικών διεργασιών που έδειξε η ανάλυση φουριέ μετασχηματισμού υπέρυθρης ακτινοβολίας, υποδηλώνοντας άμεση συσχέτιση των προστανοειδών με την κυτταρική ομοιόσταση και επιβίωση.
Η σελεκοξίμπη, ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2), έχει αποδειχθεί πρόσφατα ότι επηρεάζει την ανάπτυξη διαφορετικών τύπων καρκίνου. Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε ένα πειραματικό μοντέλο ηπατοκαρκινώματος H22 σε ποντίκια για να διερευνήσει τους μοριακούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην αναστολή της αγγειογένεσης του όγκου που προκαλείται από τη σελεκοξίμπη. Τα ποντίκια με όγκους χωρίστηκαν τυχαία σε πέντε ομάδες: i) μάρτυρας· ii) σελεκοξίμπη χαμηλής δόσης (50 mg/kg)· iii) σελεκοξίμπη υψηλής δόσης (200 mg/kg)· iv) 5-φθοροουρακίλη (5-FU), (20 mg/kg) και v) συνδυασμός 5-FU και σελεκοξίμπης (50 mg/kg). Η αντικαρκινική δράση της σελεκοξίμπης προσδιορίστηκε με μέτρηση του όγκου του όγκου. Η αγγειογένεση του όγκου αξιολογήθηκε με την πυκνότητα μικροαγγείων (MVD). Η ιστολογία του όγκου και η ανοσοϊστοχημεία για CD34 σε ενδοθηλιακά κύτταρα πραγματοποιήθηκαν για τον εντοπισμό της MVD. Τα επίπεδα έκφρασης της φωσφατάσης και τενσίνης ομόλογης που έχει διαγραφεί από το χρωμόσωμα 10 (PTEN), της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης 3-κινάσης (PI3K), της φωσφο-Akt (P-Akt), της COX-2, της υποξίας-επαγόμενης παραγόντου-1α (HIF-1α) και του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα-Α (VEGF-A) ανιχνεύθηκαν αντίστοιχα με ELISA, ανοσοϊστοχημεία και western blotting. Ανακαλύψαμε σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του ηπατοκαρκινώματος H22 σε ποντίκια ως αποτέλεσμα της θεραπείας με σελεκοξίμπη. Ο ρυθμός αναστολής της ανάπτυξης του όγκου που προκλήθηκε από υψηλή και χαμηλή δόση σελεκοξίμπης ήταν 49,3% και 37,0% αντίστοιχα (P<0,05). Η έκφραση των PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α, VEGF-A και PTEN σε όγκους ποντικών που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σελεκοξίμπη αποδείχθηκε με ανοσοϊστοχημεία, και η MVD μειώθηκε με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση (P<0,05). Μειωμένη PI3K και P-Akt ήταν ιδιαίτερα εμφανής στην ομάδα υψηλής δόσης σελεκοξίμπης (P<0,05). Δεδομένα ELISA και western blotting έδειξαν ότι η έκφραση των PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α και VEGF-A μειώθηκε και η PTEN αυξήθηκε μετά τη θεραπεία με σελεκοξίμπη. Συμπερασματικά, η επίδραση της καθυστέρησης ανάπτυξης όγκου που προκαλείται από τη σελεκοξίμπη στο ηπατοκαρκίνωμα H22 σε ποντίκια μπορεί να συσχετίζεται με την αναστολή της αγγειογένεσης μειώνοντας την έκφραση PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α και VEGF-A και αυξάνοντας την έκφραση PTEN στον όγκο.
Ο μηχανισμός δράσης του Celebrex πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών, κυρίως μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ από του στόματος δόση 200 mg σε υγιείς εθελοντές, τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος της σελεκοξίμπης παρατηρήθηκαν εντός 3 ωρών. Η Cmax είναι 705 ng/mL. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις, επιτυγχάνονται σταθερές συγκεντρώσεις την 5η ημέρα ή νωρίτερα. Όταν λαμβάνεται με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα καθυστερούν κατά περίπου 1 έως 2 ώρες με αύξηση της συνολικής απορρόφησης (AUC) κατά 10% έως 20%.
Η AUC της σελεκοξίμπης έχει αποδειχθεί ότι είναι σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Μια μετα-ανάλυση φαρμακοκινητικών μελετών έχει υποδείξει περίπου 40% υψηλότερη AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη) της σελεκοξίμπης σε μαύρους ασθενείς σε σύγκριση με τους Καυκάσιους για άγνωστους λόγους.
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού, με μικρές ποσότητες (<3%) του αμετάβλητου φαρμάκου να βρίσκονται στα ούρα και τα κόπρανα. Περίπου το 57% μιας από του στόματος δόσης σελεκοξίμπης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 27% απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή μεταβολιτών. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και τα κόπρανα προσδιορίζεται ως ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ (73%). Η ποσότητα της γλυκουρονιδικής σύζευξης στα ούρα αναφέρεται ότι είναι χαμηλή.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της σελεκοξίμπης σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) είναι περίπου 429 L, γεγονός που υποδηλώνει ευρεία κατανομή στους διάφορους ιστούς. Η σελεκοξίμπη δεν δεσμεύεται κατά προτίμηση στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Μια άλλη πηγή αναφέρει όγκο κατανομής 455 ± 166 L.
Ο φαινομενικός κάθαρση (CL/F), εφάπαξ από του στόματος δόση 200 mg, υγιείς εθελοντές = 27,7 L/ώρα. Η κάθαρση μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 47% σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σύμφωνα με φαρμακοκινητική μελέτη. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
/ΓΑΛΑ/ Περιορισμένα δεδομένα από 3 δημοσιευμένες αναφορές που περιλάμβαναν συνολικά 12 θηλάζουσες γυναίκες έδειξαν χαμηλά επίπεδα Celebrex στο μητρικό γάλα. Η υπολογισμένη μέση ημερήσια δόση του βρέφους ήταν 10-40 μg/kg/ημέρα, λιγότερο από το 1% της δόσης που βασίζεται στο βάρος για ένα δίχρονο παιδί.
/ΓΑΛΑ/ Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η μεταφορά της σελεκοξίμπης στο ανθρώπινο γάλα. Σε μία ομάδα 3 θηλαζουσών ασθενών που λάμβαναν σελεκοξίμπη σε κατάσταση ισορροπίας, τα επίπεδα γάλακτος προσδιορίστηκαν σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα 24 ωρών. Τα επίπεδα πλάσματος προσδιορίστηκαν σε 2 από τα βρέφη τους, ηλικίας 17 και 22 μηνών. Σε μια δεύτερη ομάδα 2 ατόμων, τοποθετήθηκαν ενδοφλέβιες γραμμές και μια εφάπαξ δόση 200 mg σελεκοξίμπης ακολουθήθηκε από πολλαπλά ζεύγη δειγμάτων πλάσματος και γάλακτος για 8 ώρες. Ο μέσος λόγος γάλακτος προς πλάσμα για τη σελεκοξίμπη ήταν 0,23 (95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI]: 0,15-0,31). Η μέση συγκέντρωση σελεκοξίμπης στο γάλα κατά τη διάρκεια του διαστήματος δοσολογίας των 8 ωρών ήταν 66 μg/L (95% CI: 41-89). Η απόλυτη δόση για το βρέφος κυμαινόταν κατά μέσο όρο 9,8 μg/kg/ημέρα (95% CI: 6,2-13,4)· ο μέσος σχετικός λόγος δόσης για το βρέφος ήταν 0,30%. Επομένως, η μέση κλινική δόση που μεταφέρθηκε στο βρέφος καθημερινά θα ήταν περίπου 0,3% της δόσης της μητέρας προσαρμοσμένης στο βάρος. …
/ΓΑΛΑ/ Μια 40χρονη γυναίκα που θήλαζε την 5 μηνών κόρη της εισήχθη στο νοσοκομείο για χειρουργική επέμβαση. Στη μετεγχειρητική περίοδο, έλαβε τέσσερις δόσεις σελεκοξίμπης (100 mg δύο φορές/ημέρα) εκτός από άλλα φάρμακα. Ξεκινώντας περίπου 5 ώρες μετά την τελευταία της δόση, συλλέχθηκαν τέσσερα δείγματα γάλακτος με χειρωνακτική έκφραση σε διάστημα 24 ωρών. Το εύρος του χρόνου ημιζωής αποβολής ήταν 4,0-6,5 ώρες. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η σελεκοξίμπη θα αποβληθεί από το μητρικό γάλα περίπου 24 ώρες μετά την τελευταία δόση. Παρόλο που δεν λήφθηκε δείγμα πλάσματος μητέρας, οι εκτιμώμενοι λόγοι γάλακτος:πλάσματος (με βάση αναφερόμενα επίπεδα πλάσματος ενηλίκων) ήταν 0,27-0,59. Το βρέφος δεν επανέλαβε τον θηλασμό μέχρι 48 ώρες μετά την τελευταία δόση. Εάν είχε θηλάσει, η εκτιμώμενη μέγιστη δόση για το βρέφος θα ήταν περίπου 40 μg/kg/ημέρα.
/ΓΑΛΑ/ /Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν/ ο προσδιορισμός του λόγου συγκέντρωσης γάλακτος προς πλάσμα (M/P) της σελεκοξίμπης και η εκτίμηση πιθανής έκθεσης του βρέφους. Λήφθηκαν δείγματα αίματος και γάλακτος για 48 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος 200 mg σελεκοξίμπης σε έξι εθελόντριες γυναίκες που θήλαζαν. Ο λόγος M/P προέκυψε από την περιοχή κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (0-άπειρο) και η «δόση» του βρέφους εκτιμήθηκε από τις συγκεντρώσεις σελεκοξίμπης στο γάλα. Ο διάμεσος (εύρος) λόγος M/P ήταν 0,18 (0,15-0,26). Η διάμεση (εύρος) «δόση» για το βρέφος ήταν 0,23% (0,17-0,30%) της δόσης της μητέρας, προσαρμοσμένη στο βάρος. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σελεκοξίμπη (11 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η πρωτεϊνική δέσμευση της σελεκοξίμπης είναι 97%, και δεσμεύεται κυρίως στην αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ένα μεγάλο μέρος του μεταβολισμού της σελεκοξίμπης μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 2C9 στο ήπαρ, με κάποια συμβολή από CYP3A4 και CYP2C8 και πιθανές συμβολές από CYP2D6. Μεταβολίζεται με βιομετατροπή σε μεταβολίτες καρβοξυλικού οξέος και γλυκουρονιδικούς συζεύξεις. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, ένα καρβοξυλικό οξύ και μια γλυκουρονιδική σύζευξη, έχουν βρεθεί στο ανθρώπινο πλάσμα μετά τη χορήγηση σελεκοξίμπης. Αυτοί θεωρούνται ανενεργοί μεταβολίτες όσον αφορά την αναστολή του ενζύμου COX.
Ασθενείς που είναι γνωστό ή ύποπτο ότι έχουν μειωμένη δραστηριότητα ή λειτουργία του κυτοχρώματος P450 2C9, βάσει του προηγούμενου ιατρικού τους ιστορικού, θα πρέπει να λαμβάνουν σελεκοξίμπη με προσοχή, καθώς μπορεί να παρουσιάσουν αφύσικα υψηλές συγκεντρώσεις ορού λόγω μειωμένου μεταβολισμού της σελεκοξίμπης.
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης μεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP2C9. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και η γλυκουρονιδική του σύζευξη, έχουν αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ανενεργοί ως αναστολείς COX-1 ή COX-2.
Η σελεκοξίμπη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Υδροξυ-σελεκοξίμπη.
Ήπαρ. Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης μεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και η γλυκουρονιδική του σύζευξη, έχουν αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Το CYP3A4 εμπλέκεται επίσης στην υδροξυλίωση της σελεκοξίμπης, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ανενεργοί ως αναστολείς COX-1 ή COX-2.
Οδός Απέκκρισης: Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού με μικρή (<3%) αμετάβλητη ουσία που ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα. Το 57% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 27% απεκκρίνεται στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και τα κόπρανα ήταν ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ (73%). Η ποσότητα της γλυκουρονιδικής σύζευξης στα ούρα είναι χαμηλή.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης είναι περίπου 11 ώρες όταν χορηγείται εφάπαξ δόση 200 mg σε υγιή άτομα. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης ποικίλλει λόγω της χαμηλής της διαλυτότητας, η οποία παρατείνει την απορρόφηση.
Μια 40χρονη γυναίκα που θήλαζε την 5 μηνών κόρη της εισήχθη στο νοσοκομείο για χειρουργική επέμβαση. Στη μετεγχειρητική περίοδο, έλαβε τέσσερις δόσεις σελεκοξίμπης (100 mg δύο φορές/ημέρα) εκτός από άλλα φάρμακα. Ξεκινώντας περίπου 5 ώρες μετά την τελευταία της δόση, συλλέχθηκαν τέσσερα δείγματα γάλακτος με χειρωνακτική έκφραση σε διάστημα 24 ωρών. Το εύρος του χρόνου ημιζωής αποβολής ήταν 4,0-6,5 ώρες. …
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα της σελεκοξίμπης μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 200 mg υπό νηστεία είναι περίπου 11 ώρες, και η φαινομενική κάθαρση του φαρμάκου από το πλάσμα είναι περίπου 500 mL/λεπτό· αυτές οι παράμετροι παρουσιάζουν ευρεία ενδοατομική μεταβλητότητα, πιθανώς επειδή η χαμηλή υδατική διαλυτότητα της σελεκοξίμπης παρατείνει την απορρόφηση. Ο χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια και έχει αναφερθεί ότι είναι 13,1 ώρες σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και 11 ή 13,1 ώρες σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξειδάσες, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
- Υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
JCX84Q7J1L
CELECOXIB
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η σελεκοξίμπη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της σελεκοξίμπης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
CELECOXIB
Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]· Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]· Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
ΜΣΑΦ
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξειδάσες, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
- Υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.