CELECOXIB
Σελεκοξίμπη
Ανακουφιστική θεραπεία οστεοαρθρίτιδας.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ACLAREX
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Χορήγηση: Με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg ημερησίως (για οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ηλικιωμένους)
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί εάν είναι απαραίτητο, μετά από 2 εβδομάδες, εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσειςΜέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίωςΗ μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση200 mg διηρημένη σε δύο δόσειςΜέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίωςΗ μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσειςΜέγ. δόση400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσειςΗ μέγιστη ημερήσια δόση είναι 400 mg.
-
ΗλικιωμένοιΔόση200 mg ημερησίωςΜέγ. δόση200 mg δύο φορές ημερησίωςΙδιαίτερη προσοχή σε σωματικό βάρος < 50 kg.
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9Χορήγηση με προσοχή, εξέταση μείωσης δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (μέτριας βαρύτητας, λευκωματίνη ορού 25-35 g/l)Δόσηήμισυ της συνιστώμενης δόσηςΗ εμπειρία περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς.
-
Νεφρική δυσλειτουργία (ήπιας ή μέτριας βαρύτητας)Χορήγηση με προσοχή.
block
SPC-ACLAREX
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία.
-
Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2.
-
Αντενδείκνυται στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παράγραφο 4.6). Η σελεκοξίμπη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
-
Θηλασμός (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh 10).
-
Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min.
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
SPC-ACLAREX
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςΣυνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ, όπως οι ηλικιωμένοι ασθενείς, οι ασθενείς που παίρνουν άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή γλυκοκορτικοειδή ταυτόχρονα, οι ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ ή οι ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου, όπως έλκος και γαστρορραγία.
-
Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦΗ ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΕπειδή οι κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημα με τη σελεκοξίμπη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΟι ασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα) πρέπει να αντιμετωπίζονται θεραπευτικά με σελεκοξίμπη μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση (βλέπε παράγραφο 5.1).
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΗ αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται (βλέπε παράγραφο 5.1).
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαΗ σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας, καθώς η αναστολή της σύνθεσης των προσταγλανδινών μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας και την κατακράτηση υγρών. Προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίας.
-
ΥπέρτασηΕπομένως, η πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςΕπιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργία είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ηλικιωμένους, οι οποίοι πρέπει να βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση.
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςΑυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με σελεκοξίμπη.
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςΕάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος που αναφέρθηκε παραπάνω, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη.
-
Αναστολή CYP 2 D 6Αν και δεν αποτελεί ισχυρό αναστολέα του ενζύμου αυτού, μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6 (βλέπε παράγραφο 4.5).
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9Οι ασθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9 θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή (βλέπε παράγραφο 5.2).
-
Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΗ χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Γενικές ανεπιθύμητες ενέργειεςΗ σελεκοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής.
-
Χρήση σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικάΠροσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις συνδυασμού σελεκοξίμπης με βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένων νέων αντιπηκτικών (π.χ. απιξαμπάνης, νταμπιγκατράνης και ριβαροξαμπάνης).
-
ΈκδοχαΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-ACLAREX
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικάπαρακολούθησηΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών. Παρακολούθηση INR.
-
Αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, διουρητικά, β-αποκλειστέςπροσοχήΜείωση της δράσης των αντιυπερτασικών. Αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Επαρκής ενυδάτωση και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμουςπροσοχήΑυξημένη νεφροτοξική επίδραση.ΣύστασηΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (μικρές δόσεις)παρακολούθησηΑντικατάσταση χρήσης για ΚΑ προφύλαξη δεν είναι δυνατή. Αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων επιπλοκών.
-
Υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά)Αύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα.ΣύστασηΜείωση δόσης υποστρωμάτων CYP2D6 όταν αρχίζει ταυτόχρονη θεραπεία με σελεκοξίμπη.
-
Αύξηση Cmax και AUC του λιθίου.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση κατά την έναρξη ή διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη.
-
Φλουκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας του CYP2C9)Αύξηση Cmax και AUC της σελεκοξίμπης.ΣύστασηΧρήση μισής συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουκοναζόλη. Αποφυγή σε άτομα με μειωμένο μεταβολισμό CYP2C9.
-
Μείωση συγκεντρώσεων της σελεκοξίμπης στο πλάσμα.
sick
SPC-ACLAREX
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Φαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο
- Έρπης ζωστήρας
- Ερυσίπελας
- Βρογχοπνευμονία
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερκαλιαιμία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένο νάτριο αίματος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Κόπωση
- Συγχυτική κατάσταση
- Ψευδαισθήσεις
- Ζάλη
- Υπερτονία
- Κεφαλαλγία
- Εγκεφαλικό έμφρακτο
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Αταξία
- Δυσγευσία
- Αγευσία
- Ανοσμία
- Μηνιγγίτιδα άσηπτη
- Επιληψία (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας επιληψίας)
- Θάμβος όρασης
- Επιπεφυκίτιδα
- Οφθαλμική αιμορραγία
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα
- Εμβοές
- Υποακοΐα
- Λαβυρινθίτιδα
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Στηθάγχη
- Υπέρταση (περιλαμβανομένης της επιδεινωθείσας υπέρτασης)
- Πνευμονική εμβολή
- Έξαψη
- Αγγειίτιδα
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Ρινίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονίτιδα
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρίτιδα
- Στοματίτιδα
- Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού)
- Ερυγή
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος
- Γαστρικό έλκος
- Οισοφαγικό έλκος
- Έλκος εντέρου
- Έλκος παχέος εντέρου
- Εντερική διάτρηση
- Οισοφαγίτιδα
- Μέλαινα
- Παγκρεατίτιδα
- Κολίτιδα
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου
- Αιμορραγία αιμορροΐδων
- Συχνές κενώσεις
- Εξέλκωση του στόματος
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος)
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (κάποιες φορές θανατηφόρα)
- Ηπατική νέκρωση
- Χολόσταση
- Ηπατίτιδα χολοστατική
- Ίκτερος (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT))
- Εξάνθημα
- Κνησμός (περιλαμβάνεται και κνησμός γενικευμένος)
- Κνίδωση
- Εκχύμωση
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Δερματίτιδα αποφολιδωτική
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS)
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP)
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων)
- Μυοσίτιδα
- Γάγγλιο
- Κρεατινίνη αίματος αυξημένη
- Ουρία αίματος αυξημένη
- Νεφρική ανεπάρκεια οξεία
- Υπονατριαιμία
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Σπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις
- Νεφρολιθίαση
- Νυκτουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη)
- Αιμορραγία του κόλπου
- Ευαισθησία μαστού
- Γριπώδης συνδρομή
- Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών
- Οίδημα προσώπου
- Θωρακικό άλγος
- Κάκωση (τυχαία κάκωση)
- Κάταγμα κάτω άκρου
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΑναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΚόπωσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑταξίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑγευσίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑνοσμίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
ΣυχνέςΥποακοΐαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρταση (περιλαμβανομένης της επιδεινωθείσας υπέρτασης)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΒήχαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού)Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕρυγήΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΚνησμός (περιλαμβάνεται και κνησμός γενικευμένος)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕκχύμωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΜυοσίτιδαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΚρεατινίνη αίματος αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΟυρία αίματος αυξημένηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΝεφρική ανεπάρκεια οξείαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΓυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρώνΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΚάκωση (τυχαία κάκωση)Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ευερέθιστου εντέρουΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΚαλοήθης υπερπλασία του προστάτηΔιαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΜόλυνση από ελικοβακτηρίδιοΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΕρυσίπελαςΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΒρογχοπνευμονίαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Όχι συχνέςΛαβυρινθίτιδαΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη των ούλωνΔιαταραχές του στόματος
-
Όχι συχνέςΛίπωμαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΕξιδρώματα του υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΔιαταραχές του φωνητικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία αιμορροΐδωνΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση του στόματοςΔιαταραχές του στόματος
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΓάγγλιοΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του κόλπουΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΕυαισθησία μαστούΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΚάταγμα κάτω άκρουΚακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο αίματοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
pregnant_woman
SPC-ACLAREX
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυται
-
ΓονιμότηταΆγνωστο
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ACLAREX
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ACLAREX
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα,…
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ACLAREX
expand_more
Δοσολογία
Επειδή οι κίνδυνοι για το καρδιαγγειακό (ΚΑ) σύστημα με τη σελεκοξίμπη μπορεί να αυξηθούν με τη δόση και τη διάρκεια της έκθεσης, πρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4, 4.8 και 5.1).
Οστεοαρθρίτιδα
Η συνήθης συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα, μια δόση των 200 mg δύο φορές ημερησίως μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
Η αρχική συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, που λαμβάνεται διηρημένη σε δύο δόσεις. Η δόση, εάν είναι απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
Η συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 200 mg, λαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ορισμένους ασθενείς, με ανεπαρκή ανακούφιση από τα συμπτώματα, αυξημένη δόση των 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις μπορεί να αυξήσει την αποτελεσματικότητα. Εφόσον δεν υπάρχει πρόσθετο θεραπευτικό όφελος μετά από 2 εβδομάδες, πρέπει να εξεταστούν άλλες θεραπευτικές επιλογές.
Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση για όλες τις ενδείξεις είναι 400 mg.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
Όπως και στους νεότερους ενήλικες, πρέπει να χορηγείται αρχικά η δόση των 200 mg ημερησίως. Η δόση, εάν κριθεί απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg (βλέπε παραγράφους 4.4 και 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η σελεκοξίμπη δεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP 2 C 9
Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9, με βάση τον γονότυπο ή προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή, καθώς αυξάνεται ο κίνδυνος των δοσοεξαρτώμενων ανεπιθύμητων ενεργειών. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης (βλέπε παράγραφο 5.2).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε ασθενείς με επιβεβαιωμένη μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία και λευκωματίνη ορού 25-35 g/l, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης. Η εμπειρία στους ασθενείς αυτούς περιορίζεται σε κιρρωτικούς ασθενείς (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Νεφρική δυσλειτουργία
Η εμπειρία με σελεκοξίμπη σε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργία είναι περιορισμένη, συνεπώς οι ασθενείς αυτοί θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή (βλέπε παραγράφους 4.3, 4.4 και 5.2).
Τρόπος χορήγησης
Από στόματος χρήση
Το Aclarex μπορεί να λαμβάνεται με ή χωρίς τροφή. Για τους ασθενείς που δυσκολεύονται στην κατάποση των καψακίων, το περιεχόμενο ενός καψακίου σελεκοξίμπης μπορεί να προστεθεί σε πουρέ μήλου, ρυζόγαλο, γιαούρτι ή πολτοποιημένη μπανάνα. Για να γίνει αυτό, ολόκληρο το περιεχόμενο του καψακίου πρέπει να προστεθεί προσεκτικά σε μια κοφτή κουταλιά του γλυκού πουρέ μήλου, ρυζόγαλου, γιαουρτιού ή πολτοποιημένης μπανάνας, δροσερά ή σε θερμοκρασία δωματίου, και να καταναλωθεί αμέσως, μαζί με 240 ml νερού. Το περιεχόμενο ενός καψακίου που έχει πασπαλιστεί σε πουρέ μήλου, ρυζόγαλο ή γιαούρτι παραμένει σταθερό για έως και 6 ώρες σε συνθήκες ψύξης (2-8°C). Το περιεχόμενο ενός καψακίου που έχει πασπαλιστεί σε πολτοποιημένη μπανάνα δεν πρέπει να φυλάσσεται σε συνθήκες ψύξης και θα πρέπει να καταναλώνεται αμέσως.
block
Αντενδείξεις
SPC-ACLAREX
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες.
- Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία.
- Ασθενείς που παρουσίασαν άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικούς πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2.
- Αντενδείκνυται στην κύηση και σε γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν κάποια αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης (βλέπε παράγραφο 4.6). Η σελεκοξίμπη έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί δυσπλασίες σε δύο είδη πειραματόζωων στα οποία μελετήθηκε (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3). Το ενδεχόμενο να αποτελεί κίνδυνο για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστό αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί.
- Θηλασμός (βλέπε παραγράφους 4.6 και 5.3).
- Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh 10).
- Ασθενείς με υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min.
- Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου.
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV).
- Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ACLAREX
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ACLAREX
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Φαρμακοδυναμικές αλληλεπιδράσεις
Αντιπηκτικά
Η αντιπηκτική δράση θα πρέπει να παρακολουθείται, ειδικά τις πρώτες μέρες μετά από την έναρξη της χορήγησης ή την αλλαγή της δόσης της σελεκοξίμπης, σε ασθενείς που λαμβάνουν βαρφαρίνη ή άλλα αντιπηκτικά, επειδή έχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγικών επιπλοκών. Συνεπώς, οι ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτικά πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την αύξηση του χρόνου προθρομβίνης INR, κυρίως τις πρώτες ημέρες όταν ξεκινά η θεραπεία ή τροποποιείται η δόση της σελεκοξίμπης (βλέπε παράγραφο 4.4). Έχουν αναφερθεί αιμορραγικά συμβάντα συσχετιζόμενα με την αύξηση του χρόνου προθρομβίνης, κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς που λαμβάνουν σελεκοξίμπη ταυτόχρονα με βαρφαρίνη, μερικά από τα οποία είχαν ως έκβαση το θάνατο.
Αντιυπερτασικά
Τα ΜΣΑΦ μπορεί να μειώσουν τη δράση των αντιυπερτασικών φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων ΜΕΑ, των ανταγωνιστών των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, των διουρητικών και των β-αποκλειστών. Όπως για τα ΜΣΑΦ, όταν οι αναστολείς ΜΕΑ (μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης), οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, και/ή τα διουρητικά συγχορηγούνται με ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης (βλέπε παράγραφο 4.4), ο κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη, μπορεί να αυξηθεί σε κάποιους ασθενείς με επηρεασμένη νεφρική λειτουργία (π.χ. αφυδατωμένοι ασθενείς, ασθενείς σε θεραπεία με διουρητικά, ή ηλικιωμένοι ασθενείς). Επομένως, ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται με προσοχή, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά από την έναρξη της συγχορήγησης και ακολούθως σε τακτά χρονικά διαστήματα. Σε μία κλινική μελέτη 28 ημερών, σε ρυθμιζόμενους με λισινοπρίλη ασθενείς με υπέρταση Σταδίου Ι και ΙΙ, η χορήγηση 200 mg σελεκοξίμπης δύο φορές ημερησίως, σε σύγκριση με θεραπεία με εικονικό φάρμακο (placebo), δεν κατέληξε σε κλινικά σημαντική αύξηση στη μέση ημερήσια συστολική ή διαστολική αρτηριακή πίεση, όπως αυτή προσδιορίζεται χρησιμοποιώντας 24-ωρη παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης περιπατητικού ατόμου. Ανάμεσα σε ασθενείς που λάμβαναν 200 mg σελεκοξίμπης 2 φορές ημερησίως, το 48% θεωρήθηκε ότι δεν ανταποκρίθηκε στη λισινοπρίλη στην τελική κλινική επίσκεψη (που ορίστηκε είτε ως μέτρηση στον βραχίονα της διαστολικής αρτηριακής πίεσης 90 mmHg είτε ως μέτρηση της αύξησης της διαστολικής αρτηριακής πίεσης στον βραχίονα κατά 10 % σε σύγκριση με την αρχική μέτρηση), σε σύγκριση με το 27% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Αυτή η διαφορά ήταν στατιστικά σημαντική.
Κυκλοσπορίνη και τακρόλιμους
Η συγχορήγηση ΜΣΑΦ με κυκλοσπορίνη ή τακρόλιμους ενδέχεται να αυξήσει την νεφροτοξική επίδραση της κυκλοσπορίνης ή του τακρόλιμους, αντίστοιχα. Όταν η σελεκοξίμπη συγχορηγείται με κάποιο από τα φαρμακευτικά προϊόντα αυτά, πρέπει να παρακολουθείται η νεφρική λειτουργία.
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ
Η σελεκοξίμπη μπορεί να χρησιμοποιηθεί με μικρές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος, αλλά δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη χρήση αυτού για λόγους ΚΑ προφύλαξης. Σύμφωνα με τις μελέτες που υποβλήθηκαν, όπως και με τα άλλα ΜΣΑΦ, έχει αποδειχθεί αυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκών με την ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος συγκριτικά με τη χρήση της σελεκοξίμπης ως μονοθεραπεία (βλέπε παράγραφο 5.1).
Φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις
Επιδράσεις της σελεκοξίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα
Αναστολή του CYP2D6
Η σελεκοξίμπη αποτελεί αναστολέα του CYP2D6. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα των φαρμακευτικών προϊόντων που αποτελούν υποστρώματα του ενζύμου αυτού είναι δυνατόν να αυξηθούν κατά την σύγχρονη χορήγησή τους με τη σελεκοξίμπη. Παραδείγματα φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2D6 αποτελούν τα αντικαταθλιπτικά (τρικυκλικά και SSRIs), τα νευροληπτικά, τα αντιαρρυθμικά φαρμακευτικά προϊόντα, κλπ. Η δόση των εξατομικευμένων τιτλοποιούμενων υποστρωμάτων του CYP2D6 μπορεί να χρειάζεται μείωση, όταν αρχίζει ταυτόχρονη θεραπεία με τη σελεκοξίμπη ή αύξηση, όταν διακόπτεται η θεραπεία με τη σελεκοξίμπη. Η συγχορήγηση σελεκοξίμπης σε δόση 200 mg δύο φορές ημερησίως οδήγησε σε αυξήσεις κατά 2,6 φορές και κατά 1,5 φορά στις συγκεντρώσεις δεξτρομεθορφάνης και μετοπρολόλης στο πλάσμα (υποστρώματα του CYP2D6), αντίστοιχα. Οι αυξήσεις αυτές οφείλονται στην αναστολή του μεταβολισμού των υποστρωμάτων του CYP2D6 λόγω της αναστολής από την σελεκοξίμπη.
Αναστολή του CYP2C19
Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η σελεκοξίμπη μπορεί ενδεχομένως να αναστείλει τον καταλυόμενο μεταβολισμό του CYP2C19. Η κλινική σημασία του ευρήματος αυτού, που προέρχεται από εργαστηριακά δεδομένα in vitro δεν είναι γνωστή. Παραδείγματα φαρμακευτικών προϊόντων που μεταβολίζονται από το CYP2C19 αποτελούν η διαζεπάμη, η σιταλοπράμη και η ιμιπραμίνη.
Μεθοτρεξάτη
Σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα, η σελεκοξίμπη δεν είχε στατιστικώς σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική (αποβολή από το πλάσμα ή τους νεφρούς) της μεθοτρεξάτης (σε ρευματολογικές δόσεις). Ωστόσο, κατά τον συνδυασμό των φαρμακευτικών προϊόντων αυτών θα πρέπει να δίδεται επαρκής προσοχή για τυχόν εμφάνιση τοξικότητας που σχετίζεται με τη μεθοτρεξάτη.
Λίθιο
Σε υγιείς εθελοντές, η συγχορήγηση της σελεκοξίμπης 200 mg, δύο φορές ημερησίως, μαζί με 450 mg λιθίου, δύο φορές ημερησίως, είχε ως αποτέλεσμα μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC του λιθίου ίση με 16% και 18%, αντίστοιχα. Κατά συνέπεια, ασθενείς που βρίσκονται υπό θεραπεία με λίθιο θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά την έναρξη ή τη διακοπή της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη.
Από του στόματος αντισυλληπτικά
Σε μια μελέτη αλληλεπίδρασης, η σελεκοξίμπη δεν είχε καμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική των από του στόματος αντισυλληπτικών (1 mg νορεθιστερόνη/ 35 μικρογραμμάρια αιθινυλοιστραδιόλη).
Γκλιμπενκλαμίδη/τολμπουταμίδη
Η σελεκοξίμπη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της τολμπουταμίδης (υπόστρωμα του CYP2C9) ή της γκλιμπενκλαμίδης σε κλινικά σημαντικό βαθμό.
Επιδράσεις άλλων φαρμακευτικών προϊόντων στη σελεκοξίμπη
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9
Σε άτομα που έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο κυτόχρωμα CYP2C9 και εκδηλώνουν αυξημένη συστηματική έκθεση στη σελεκοξίμπη, ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς του CYP2C9, όπως φλουκοναζόλη, μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αυξήσεις της έκθεσης στη σελεκοξίμπη. Τέτοιοι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται σε άτομα που είναι γνωστό ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο κυτόχρωμα CYP2C9 (βλέπε παραγράφους 4.2 και 5.2).
Αναστολείς και επαγωγείς του CYP2C9
Δεδομένου ότι η σελεκοξίμπη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP2C9, θα πρέπει να χρησιμοποιείται το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουκοναζόλη. Η σύγχρονη χορήγηση 200 mg σελεκοξίμπης ως άπαξ δόση και 200 mg φλουκοναζόλης άπαξ ημερησίως, που αποτελεί έναν ισχυρό αναστολέα του CYP2C9, είχε ως αποτέλεσμα μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 60% και 130%, αντίστοιχα. Η σύγχρονη χρήση επαγωγέων του CYP2C9, όπως της ριφαμπικίνης, της καρβαμαζεπίνης και των βαρβιτουρικών, μπορεί να μειώσει τις συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα.
Κετοκοναζόλη και αντιόξινα
Η κετοκοναζόλη ή τα αντιόξινα δεν έχει παρατηρηθεί να επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης.
Παιδιατρικός πληθυσμός
μ μ.Μελέτες αλληλεπιδράσεων έχουν πραγ ατοποιηθεί όνο σε ενήλικες
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ACLAREX
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάζονται ανά κατηγορία οργανικού συστήματος και κατατάσσονται με βάση την συχνότητά τους στον Πίνακα 1, αντικατοπτρίζοντας δεδομένα από τις ακόλουθες πηγές:
- Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα με συχνότητες εμφάνισης μεγαλύτερες από 0,01% και μεγαλύτερες από αυτές που είχαν αναφερθεί για το εικονικό φάρμακο κατά τη διάρκεια 12 κλινικών μελετών ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο και/ή δραστική ουσία, διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων και σε ημερήσιες δόσεις σελεκοξίμπης από 100 mg έως 800 mg. Σε πρόσθετες μελέτες χρησιμοποιώντας μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ ως συγκριτικά φάρμακα, περίπου 7.400 ασθενείς με αρθρίτιδα λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις έως 800 mg, συμπεριλαμβανομένων περίπου 2.300 ασθενών που λάμβαναν θεραπεία για 1 έτος ή και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη σελεκοξίμπη σε αυτές τις πρόσθετες μελέτες συμφωνούσαν με αυτές που αναφέρονται στον Πίνακα 1 για ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα.
- Ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με συχνότητες εμφάνισης μεγαλύτερες από αυτές του εικονικού φαρμάκου, σε άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε μακροχρόνιες μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες Adenoma Prevention with Celecoxib (APC) και Prevention of Colorectal Sporadic Adenomatous Polyps (PreSAP), βλέπε παράγραφο 5.1, Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση).
- Ανεπιθύμητες ενέργειες οι οποίες αναφέρθηκαν αυθόρμητα κατά την παρακολούθηση του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά, κατά τη διάρκεια περιόδου όπου εκτιμάται πως >70 εκατομμύρια ασθενείς λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη (διάφορες δόσεις, διάρκειες και ενδείξεις). Ακόμα κι αν αυτές ταυτοποιήθηκαν ως αντιδράσεις από αναφορές μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου, χρειάστηκε να ληφθούν υπόψη δεδομένα από μελέτες, προκειμένου να εκτιμηθεί η συχνότητα. Οι συχνότητες βασίζονται σε μια αθροιστική μετα-ανάλυση, με την ομάδα των μελετών να αντιπροσωπεύει την έκθεση 38102 ασθενών.
Πίνακας 1. Ανεπιθύμητες ενέργειες από κλινικές δοκιμές της σελεκοξίμπης και από την εμπειρία της παρακολούθησης του φαρμάκου (Ορολογίες βάσει MedDRA) 1,2 Συχνότητα Ανεπιθύμητων Ενεργειών Κατηγορία Οργανικού Συστήματος Πολύ Συχνές (≥1/10) Συχνές (≥1/100 έως <1/10) Όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100) Σπάνιες (≥1/10.000 έως <1/1.000) Πολύ σπάνιες (<1/10.000 ) Μη γνωστή Συχνότητ α (δεν μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Λοιμώξεις και παρασιτώσεις Παραρρινοκ ολπίτιδα, λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικ ού συστήματος, φαρυγγίτιδα, ουρολοίμωξη Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος Αναιμία Λευκοπενία, θρομβοπενί α Πανκυτταρ οπενία Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Υπερευαισθη σία Αναφυλακτ ική καταπληξί α, αναφυλακτ ική αντίδραση Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Υπερκαλιαιμ ία Ψυχιατρικές διαταραχές Αϋπνία Άγχος, κατάθλιψη, κόπωση Συγχυτική κατάσταση, ψευδαισθή σεις Διαταραχές του νευρικού συστήματος Ζάλη, υπερτονία, κεφαλαλγία Εγκεφαλικό έμφρακτο, παραισθησία, υπνηλία Αταξία, δυσγευσία Ενδοκρανι ακή αιμορραγία (συμπεριλαμ βανομένης της θανατηφόρ ου ενδοκρανια κής αιμορραγία ς), μηνιγγίτιδ α άσηπτη, επιληψία (συμπεριλαμ βανομένης της επιδεινωθε ίσας επιληψίας), αγευσία, ανοσμία Οφθαλμικές διαταραχές Θάμβος όρασης, επιπεφυκίτιδ α Οφθαλμική αιμορραγία Απόφραξη αμφιβληστ ροειδικής αρτηρίας, απόφραξη αμφιβληστ ροειδικής φλέβας Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου Εμβοές, υποακοΐα Καρδιακές διαταραχές Έμφραγμα του μυοκαρδίου Καρδιακή ανεπάρκεια, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία Αρρυθμία Αγγειακές διαταραχές Υπέρταση (περιλαμβαν ομένης της επιδεινωθεί σας υπέρτασης) Πνευμονικ ή εμβολή, έξαψη Αγγειίτιδα Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου Ρινίτιδα, βήχας, δύσπνοια Βρογχόσπασ μος Πνευμονίτι δα Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος Ναυτία, κοιλιακό άλγος, διάρροια, δυσπεψία, μετεωρισμός, έμετος, δυσφαγία Δυσκοιλιότη τα, γαστρίτιδα, στοματίτιδα, γαστρεντερι κή φλεγμονή (συμπεριλαμ βανομένης της επιδεινωθεί σας φλεγμονής του γαστρεντερι κού), ερυγή Γαστρεντερ ική αιμορραγία, δωδεκαδακ τυλικό έλκος, γαστρικό έλκος, οισοφαγικό έλκος, έλκος εντέρου, έλκος παχέος εντέρου, εντερική διάτρηση, οισοφαγίτι δα, μέλαινα, παγκρεατίτ ιδα, κολίτιδα Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία, Ηπατίτιδα Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρ α ή απαιτούσε μεταμόσχε υση ήπατος), ηπατίτιδα κεραυνοβό λος (κάποιες φορές θανατηφόρ α), ηπατική νέκρωση, χολόσταση, ηπατίτιδα χολοστατικ ή, ίκτερος (συμπεριλαμ βανομένων των αυξημένων επιπέδων ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμ βανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT)) Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού Εξάνθημα, κνησμός (περιλαμβάν εται και κνησμός γενικευμένο ς) Κνίδωση, εκχύμωση Αγγειοοίδη μα, alopecia, φωτοευαισ θησία Δερματίτιδ α αποφολιδω τική, πολύμορφο ερύθημα, σύνδρομο Stevens- Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση, φαρμακευτ ική αντίδραση με ηωσινοφιλί α και συστηματι κά συμπτώματ α (σύνδρομο DRESS), οξεία γενικευμέν η εξανθηματι κή φλυκταίνω ση (AGEP), δερματίτιδ α πομφολυγώ δης Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού Αρθραλγία Μυϊκοί σπασμοί Μυοσίτιδα Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Κρεατινίνη αίματος αυξημένη, ουρία αίματος αυξημένη Νεφρική ανεπάρκεια οξεία, υπονατριαι μία Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίω ν, νεφρωσικό σύνδρομο, σπειραματ ονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού Διαταραχές εμμήνου ρύσης Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη) Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης Γριπώδης συνδρομή, περιφερικό οίδημα/κατα κράτηση υγρών Οίδημα προσώπου, θωρακικό άλγος Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών Κάκωση (τυχαία κάκωση)
Ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν σε μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, που αντιπροσώπευαν άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε 2 κλινικές μελέτες διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες APC και PreSAP). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν παραπάνω για τις μελέτες πρόληψης πολυποδίασης είναι μόνο αυτές που έχουν προηγουμένως αναγνωριστεί από την παρακολούθηση του φαρμάκου μετά την κυκλοφορία του στην αγορά ή έχουν συμβεί πιο συχνά από ότι στις μελέτες αρθρίτιδας. Επιπλέον, οι ακόλουθες προηγουμένως άγνωστες ανεπιθύμητες ενέργειες εμφανίστηκαν σε μελέτες πρόληψης πολυποδίασης, αντιπροσωπεύοντας άτομα που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως, σε 2 κλινικές μελέτες διάρκειας μέχρι 3 ετών (τις μελέτες APC και PreSAP): Συχνές: στηθάγχη, σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, νεφρολιθίαση, αυξημένη κρεατινίνη αίματος, καλοήθης υπερπλασία του προστάτη, αύξηση βάρους. Όχι συχνές: μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο, έρπης ζωστήρας, ερυσίπελας, βρογχοπνευμονία, λαβυρινθίτιδα, λοίμωξη των ούλων, λίπωμα, εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος, αιμορραγία του επιπεφυκότα, εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, δυσφωνία, αιμορραγία αιμορροΐδων, συχνές κενώσεις, εξέλκωση του στόματος, αλλεργική δερματίτιδα, γάγγλιο, νυκτουρία, αιμορραγία του κόλπου, ευαισθησία μαστού, κάταγμα κάτω άκρου, αυξημένο νάτριο αίματος. Οι γυναίκες που σκόπευαν να μείνουν έγκυες αποκλείστηκαν από όλες τις μελέτες, ως εκ τούτου η ανεύρεση πληροφοριών από τη βάση δεδομένων των μελετών για τη συχνότητα αυτής της ανεπιθύμητης ενέργειας δεν ήταν ουσιαστική. Οι συχνότητες βασίζονται σε μια αθροιστική μετα-ανάλυση, με την ομάδα των μελετών να αντιπροσωπεύει την έκθεση 38102 ασθενών. Στα τελικά δεδομένα (επιβεβαιωμένα περιστατικά) από τις μελέτες APC και PreSAP σε ασθενείς που λάμβαναν θεραπεία με σελεκοξίμπη 400 mg ημερησίως για διάρκεια μέχρι 3 ετών (συνδυασμένα δεδομένα και από τις δύο μελέτες. Για αποτελέσματα από τις μεμονωμένες μελέτες, βλέπε παράγραφο 5.1), η συχνότητα εμφάνισης εμφράγματος του μυοκαρδίου ήταν μεγαλύτερη σε σχέση με το εικονικό φάρμακο κατά 7,6 επεισόδια στους 1.000 ασθενείς (όχι συχνή) και δεν υπήρχε μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικών επεισοδίων (χωρίς να διαχωρίζονται οι τύποι) σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. μ μ Αναφορά πιθανολογού ενων ανεπιθ ητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω: Ελλάδα Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων Μεσογείων 284 GR-15562 Χολαργός, Αθήνα Τηλ: + 30 21 32040380/337 Φαξ: + 30 21 06549585 Ιστότοπος: http://www.eof.gr
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ACLAREX
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Μελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. παραγράφους 4.3 και 5.3). Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αυθόρμητης αποβολής μετά τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η σελεκοξίμπη, όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, μπορεί να προκαλέσουν νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβαρές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες. Η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.4). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυο κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
Θηλασμός
Η σελεκοξίμπη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση σελεκοξίμπης σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της σελεκοξίμπης στο μητρικό γάλα. Γυναίκες που λαμβάνουν Aclarex δεν πρέπει να θηλάζουν.
Γονιμότητα
Βάσει του μηχανισμού δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξία, πράγμα που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ACLAREX
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.
Μηχανισμός δράσης
Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα της κυκλοοξυγονάσης-2 (COX-2), στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως). Δεν έχει παρατηρηθεί στατιστικά σημαντική αναστολή της δράσης της COX-1 (που καθορίζεται από την αναστολή του σχηματισμού ex vivo της θρομβοξάνης Β [TxB ]) σε αυτές τις δόσεις σε υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κυκλοοξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, και την εμφύτευση του γονιμοποιηθέντος ωαρίου, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωστική λειτουργία). Επίσης, είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στους ανθρώπους, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους. Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων. Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία φέρουσα διαρυλο-υποκαταστάτες πυραζόλη, χημικώς παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη), αλλά διαφέρει από τις αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφαμεθοξαζόλη και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των σουλφοναμίδων). Δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο σχηματισμό TxB έχει παρατηρηθεί μετά από υψηλές δόσεις σελεκοξίμπης. Ωστόσο, σε μικρές μελέτες πολλαπλών δόσεων με 600 mg δύο φορές ημερησίως (τριπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) σε υγιή άτομα, η σελεκοξίμπη δεν είχε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και στο χρόνο ροής σε σύγκριση προς το εικονικό φάρμακο.
μ Κλινική αποτελεσ ατικότητα και ασφάλεια Έχουν διενεργηθεί αρκετές κλινικές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου στην οστεοαρθρίτιδα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η σελεκοξίμπη έχει αξιολογηθεί στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και του ισχίου, σε 4.200 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Αξιολογήθηκε επίσης στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 2.100 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 24 εβδομάδων. Η σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις των 200 mg-400 mg παρείχε ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 24 ώρες από τη χορήγησή της. Η σελεκοξίμπη αξιολογήθηκε στη συμπτωματική θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε 896 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδες. Στις μελέτες αυτές, η σελεκοξίμπη σε δόσεις των 100 mg δύο φορές την ημέρα, 200 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg άπαξ ημερησίως, παρείχε σημαντική βελτίωση στον πόνο, την ενεργότητα της νόσου και την λειτουργικότητα των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Σε 5 διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διενεργήθηκαν προγραμματισμένες ενδοσκοπήσεις του ανωτέρου γαστρεντερικού συστήματος επί 4.500 ασθενών περίπου που δεν παρουσίαζαν αρχική εξέλκωση, (οι δόσεις της σελεκοξίμπης κυμαίνονταν από 50 mg έως 400 mg, χορηγούμενες δύο φορές την ημέρα). Σε ενδοσκοπικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων, η σελεκοξίμπη (100-800 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με τη ναπροξένη (1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (2.400 mg ημερησίως). Τα δεδομένα ήταν αντιφατικά σε σύγκριση με τη δικλοφενάκη (150 mg ημερησίως). Σε δύο από τις μελέτες, διάρκειας 12 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με αποδεδειγμένα ενδοσκοπικά γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της σελεκοξίμπης 200 mg και 400 mg 2 φορές ημερησίως. Σε μια προοπτική μελέτη ασφάλειας μακράς διάρκειας (διάρκεια 6 έως 15 μήνες, μελέτη CLASS), 5.800 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και 2.200 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έλαβαν 400 mg σελεκοξίμπης, 2 φορές ημερησίως (4πλάσια και 2πλάσια της συνιστώμενης δόσης στην οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα, αντίστοιχα), 800 mg ιβουπροφαίνης τρεις φορές ημερησίως, ή 75 mg δικλοφενάκης δύο φορές ημερησίως (και οι δύο σε θεραπευτικές δόσεις). Στο 22% των εγγεγραμμένων ασθενών συγχορηγήθηκε χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤325 mg ημερησίως), κυρίως για ΚΑ προφύλαξη. Για το πρωτεύον τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα έλκη (οριζόμενα ως γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή απόφραξη), η σελεκοξίμπη δεν διέφερε σημαντικά ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη δικλοφενάκη. Επίσης, για τη συνδυασμένη ομάδα των ΜΣΑΦ δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά, όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (σχετικός κίνδυνος 0,77, 95% CI 0,41-1,46, βασισμένο στη διάρκεια ολόκληρης της μελέτης). Για το συνδυασμένο τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της σελεκοξίμπης σε σύγκριση με την ομάδα των ΜΣΑΦ, με σχετικό κίνδυνο 0,66, 95% CI 0,45-0,97, όχι όμως μεταξύ σελεκοξίμπης και δικλοφενάκης. Αυτοί οι ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε σελεκοξίμπη και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο σελεκοξίμπη. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη (>2 g/dL), η οποία επιβεβαιώθηκε με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε σελεκοξίμπη σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ, σχετικός κίνδυνος 0,29, 95% CI 0,17-0,48. Η σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτού του γεγονότος με τη σελεκοξίμπη διατηρήθηκε με ή χωρίς τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος. Σε μια προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη ασφάλειας 24 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας ≥60 ετών ή που είχαν ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών [εξαιρουμένων των χρηστών ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA)], τα ποσοστά των ασθενών με μείωση της αιμοσφαιρίνης (≥2 g/dL) και/ή του αιματοκρίτη (≥10%) επιβεβαιωμένης ή υποτιθέμενης γαστρεντερικής προέλευσης, ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς που θεραπεύονταν με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές την ημέρα (Ν=2.238) σε σύγκριση με τους ασθενείς που θεραπεύονταν με δικλοφενάκη SR 75 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με ομεπραζόλη 20 mg μία φορά την ημέρα (Ν=2.246) (0,2% έναντι 1,1% για επιβεβαιωμένη γαστρεντερική προέλευση, p=0,004· 0,4% έναντι 2,4% για υποτιθέμενη γαστρεντερική προέλευση, p=0,0001). Τα ποσοστά κλινικά έκδηλων γαστρεντερικών επιπλοκών, όπως διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία ήταν πολύ χαμηλά χωρίς διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας (4-5 ανά ομάδα). Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση Δύο μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση διεξήχθησαν με τη σελεκοξίμπη: η μελέτη APC (Adenoma Prevention with Celecoxib) και η μελέτη PreSAP (Prevention of Spontaneous Adenomatous Polyps). Στη μελέτη APC, υπήρχε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση με τη σελεκοξίμπη στο σύνθετο τελικό σημείο για τον ΚΑ θάνατο, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά τη διάρκεια 3 ετών θεραπείας. Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο. Στη μελέτη APC, οι σχετικοί κίνδυνοι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για το σύνθετο τελικό σημείο του ΚΑ θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 3,4 (95% CI 1,4 - 8,5) με σελεκοξίμπη 400 mg δύο φορές ημερησίως και 2,8 (95% CI 1,1 - 7,2) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο, για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 3,0% (20/671 άτομα) και 2,5% (17/685 άτομα), αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,9% (6/679 άτομα), για το εικονικό φάρμακο. Οι αυξήσεις για αμφότερες τις δοσολογικές ομάδες της σελεκοξίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου οφείλονταν κυρίως σε αυξημένη συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου. Στη μελέτη PreSAP, ο σχετικός κίνδυνος, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για αυτό το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,2 (95% CI 0,6 - 2,4) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 2,3% (21/933 άτομα) και 1,9% (12/628 άτομα), αντίστοιχα. Η συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,0% (9/933 άτομα) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως και 0,6% (4/628 άτομα) με το εικονικό φάρμακο. Δεδομένα από μία τρίτη μακροχρόνια μελέτη, την ADAPT (The Alzheimer’s Disease Anti-Inflammatory Prevention Trial), δεν έδειξαν σημαντικά αυξημένο ΚΑ κίνδυνο με τη σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος για ένα ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (ΚΑ θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 1,14 (95% CI 0,61 - 2,12) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η συχνότητα του εμφράγματος μυοκαρδίου ήταν 1,1% (8/717 ασθενείς) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως και 1,2% (13/1070 ασθενείς) με το εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ACLAREX
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα, οδηγώντας σε μια T max ίση με περίπου 4 ώρες, και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 20%. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) στη σελεκοξίμπη ήταν η ίδια όταν η σελεκοξίμπη χορηγήθηκε ως ακέραιο καψάκιο και όταν χορηγήθηκε ως περιεχόμενο καψακίου πασπαλισμένο σε πουρέ μήλου. Δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές C max , T max ή T έπειτα από τη χορήγηση του περιεχομένου του καψακίου μέσα σε πουρέ μήλου.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97% στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνδέεται εκλεκτικά με ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μη δραστικοί, ως αναστολείς της COX- 1 ή της COX-2, έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα, π.χ. μία πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και το συζευγμένο του γλυκουρονίδιο. Η δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό που οδηγεί σε μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, όπως στα άτομα που είναι ομόζυγα για τον πολυμορφισμό του CYP2C93. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη που χορηγήθηκαν 200 mg σελεκοξίμπης άπαξ ημερησίως σε υγιείς εθελοντές με γονότυπο είτε CYP2C91/1, CYP2C91/3 ή CYP2C93/3, οι διάμεσες C max και AUC 0-24 της σελεκοξίμπης, την ημέρα 7, ήταν κατά προσέγγιση 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα, σε άτομα με γονότυπο CYP2C93/3 σε σύγκριση με τους άλλους γονοτύπους. Σε τρεις μεμονωμένες μελέτες με άπαξ δόση, που συμπεριελάμβαναν συνολικά 5 άτομα με γονοτύπους CYP2C93/*3, η χορήγηση μίας άπαξ δόσης αύξησε την AUC 0-24 κατά προσέγγιση 3 φορές σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό. Εκτιμάται ότι η συχνότητα του ομόζυγου *3/*3 γονότυπου είναι 0,3-1,0% σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 με βάση το προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλέπε παράγραφο 4.2). Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σελεκοξίμπης μεταξύ Αφρο-Αμερικανών και Καυκάσιων. Οι συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών). Ασθενείς με ήπιας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μία μέση ποσοστιαία αύξηση της C max και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 53% και 26%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αντίστοιχες τιμές σε άτομα με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία ήταν 41% και 146%, αντίστοιχα. Η ικανότητα μεταβολισμού του φαρμάκου από ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία συσχετίζονταν καλύτερα με τις τιμές της λευκωματίνης του ορού τους. Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l). Δεν έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός του φαρμάκου σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l), κατά συνέπεια η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη σελεκοξίμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αλλά είναι απίθανο να παρουσιάζει αξιόλογη μεταβολή στους ασθενείς αυτούς. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία.
Αποβολή
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από το 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η διαφοροποίηση έκθεσης στη σελεκοξίμπη μεταξύ των ατόμων είναι περίπου στο 10πλάσιο. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει φαρμακοκινητική ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο, εντός των ορίων των θεραπευτικών δόσεων. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες της θεραπείας.
ΕΟΦ · 10.2.6
Κοξίμπες
expand_more
Κοξίμπες
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η σελεκοξίμπη αναστέλλει το ένζυμο κυκλοοξυγενάση 2 (COX-2), μειώνοντας τον πόνο και τη φλεγμονή. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, παρόλο που ο κίνδυνος αιμορραγίας με τη σελεκοξίμπη είναι χαμηλότερος από ό,τι με ορισμένα άλλα ΜΣΑΦ, εντούτοις υπάρχει και πρέπει να τηρείται προσοχή όταν χορηγείται σε άτομα με υψηλό κίνδυνο γαστρεντερικής αιμορραγίας.
Σημείωση σχετικά με τον κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβαμάτων
Σημαντικές ανησυχίες σχετικά με την ασφάλεια των εκλεκτικών αναστολέων COX-2 ΜΣΑΦ προέκυψαν στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η [ροφεκοξίμπη], ένα άλλο μέλος της κατηγορίας των αναστολέων COX-2, γνωστή και ως Vioxx, αποσύρθηκε από την αγορά λόγω προθρομβωτικών καρδιαγγειακών κινδύνων. Μετά από συνεδρίαση της Επιτροπής Συμβούλων του FDA το 2005, κατά την οποία αξιολογήθηκαν δεδομένα από μεγάλες κλινικές μελέτες έκβασης, ο FDA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κίνδυνος καρδιαγγειακών θρομβωτικών συμβαμάτων τόσο για τους εκλεκτικούς αναστολείς COX-2 ΜΣΑΦ όσο και για τους μη εκλεκτικούς ΜΣΑΦ ήταν εμφανής. Κρίθηκε, ωστόσο, ότι τα οφέλη της θεραπείας με σελεκοξίμπη υπερτερούσαν των κινδύνων. Η μελέτη έκβασης μετά την κυκλοφορία (PRECISION) έδειξε ότι η χαμηλότερη δυνατή δόση σελεκοξίμπης ήταν παρόμοια σε καρδιαγγειακή ασφάλεια με τις μέτριας ισχύος δόσεις ιβουπροφαίνης και ναπροξένης. Ασθενείς που είχαν προηγούμενα καρδιαγγειακά συμβάντα, συμπεριλαμβανομένου οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου, στεφανιαίας επαναιμάτωσης ή τοποθέτησης στεφανιαίας πρόθεσης, δεν αξιολογήθηκαν στη μελέτη. Δεν συνιστάται η χορήγηση ΜΣΑΦ σε αυτές τις ομάδες ασθενών.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Σε αντίθεση με τα περισσότερα ΜΣΑΦ, τα οποία αναστέλλουν και τους δύο τύπους κυκλοοξυγενασών (COX-1 και COX-2), η σελεκοξίμπη είναι ένας εκλεκτικός μη ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου κυκλοοξυγενάση-2 (COX-2). Η COX-2 εκφράζεται έντονα σε φλεγμαίνοντες ιστούς, όπου προκαλείται από φλεγμονώδεις μεσολαβητές. Η αναστολή αυτού του ενζύμου μειώνει τη σύνθεση μεταβολιτών που περιλαμβάνουν προσταγλανδίνη E2 (PGE2), προστακυκλίνη (PGI2), θρομβοξάνη (TXA2), προσταγλανδίνη D2 (PGD2) και προσταγλανδίνη F2 (PGF2). Η συνεπαγόμενη αναστολή αυτών των μεσολαβητών οδηγεί στην ανακούφιση του πόνου και της φλεγμονής.
Μέσω της αναστολής της σύνθεσης προσταγλανδινών, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) προκαλούν βλάβη του βλεννογόνου, έλκη και επιπλοκές ελκών σε ολόκληρη τη γαστρεντερική οδό. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει μικρότερο κίνδυνο σχηματισμού ελκών σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ, λόγω της μειωμένης επίδρασής της στη σύνθεση γαστρικού βλεννογόνου προσταγλανδινών σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.
Η σελεκοξίμπη ασκεί αντικαρκινικές δράσεις συνδεόμενη με την πρωτεΐνη καθερίνη-11 (CDH11), η οποία πιστεύεται ότι εμπλέκεται στην πρόοδο των όγκων, και αναστέλλοντας τον μηχανισμό σηματοδότησης της 3-φωσφοϊνοσιτιδο-εξαρτώμενης κινάσης-1 (PDK-1). Επιπλέον, έχει βρεθεί ότι η σελεκοξίμπη αναστέλλει τις καρβονικές ανυδράσες 2 και 3, ενισχύοντας περαιτέρω τις αντικαρκινικές της δράσεις.
Όπως αναφέρθηκε στην ενότητα φαρμακοδυναμικής αυτής της καταχώρησης φαρμάκου, η σελεκοξίμπη μπορεί να προκαλέσει αυξημένο κίνδυνο θρομβωτικών συμβαμάτων. Ο κίνδυνος θρόμβωσης που προκύπτει από την αναστολή της COX-2 οφείλεται στις αγγειοσυσπαστικές δράσεις της θρομβοξάνης Α2, οδηγώντας σε αυξημένη συσσωμάτωση αιμοπεταλίων, η οποία είναι ανεξέλεγκτη όταν οι δράσεις της προστακυκλίνης, ενός αναστολέα συσσωμάτωσης αιμοπεταλίων, καταστέλλονται μέσω της αναστολής της COX-2.
Τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ) είναι γνωστοί αιτιολογικοί παράγοντες οξείας νεφρικής ανεπάρκειας και γαστροπάθειας σε ασθενείς με χρόνιες φλεγμονώδεις νόσους. Αυτή η δράση θεωρείται ότι προκύπτει από τη μη εκλεκτική αναστολή τόσο των συντακτικών όσο και των επαιρόμενων μορφών των συνθετασών προσταγλανδίνης Η, γνωστών και ως ενζύμων κυκλοοξυγενάσης (δηλαδή, COX-1 και COX-2). Η σελεκοξίμπη (Celebrex) είναι ένας αναστολέας του ενζύμου COX-2 και έχει αναδειχθεί ως προτιμώμενος θεραπευτικός παράγοντας για τη θεραπεία της ρευματοειδούς αρθρίτιδας σε σύγκριση με άλλα ΜΣΑΦ. Η σελεκοξίμπη έχει πρόσφατα επικριθεί για τις παρενέργειές της, κυρίως αρτηριακή θρόμβωση και νεφρική αιμορραγία, αν και θεωρείται ανώτερο φάρμακο στην προστασία του γαστρεντερικού σωλήνα. Στην παρούσα μελέτη, αναφέρουμε ότι η σελεκοξίμπη όχι μόνο ανέστειλε την COX-2, αλλά παρουσίασε επίσης την ιδιότητα της αναστολής της αδενυλικής κυκλάσης, ενός σημαντικού ενζύμου που σχηματίζει το ενδοκυτταρικό δεύτερο αγγελιοφόρο 3’,5’-αδενοσίνη μονοφωσφορικό (cAMP) από την τριφωσφορική αδενοσίνη (ATP). Η σελεκοξίμπη ανέστειλε επίσης τον σχηματισμό cAMP που προκαλείται από την χολέρα, γεγονός που υποδηλώνει την ικανότητά της να διεισδύει στις κυτταρικές μεμβράνες για να φτάσει στην ενδοκυτταρική αδενυλική κυκλάση. Ανέστειλε in vitro την δραστηριότητα της αδενυλικής κυκλάσης τόσο σε ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα του παχέος εντέρου όσο και σε καθαρισμένη αδενυλική κυκλάση από Bordetella pertussis. Η IC50 της σελεκοξίμπης για την αδενυλική κυκλάση της B. pertussis υπολογίστηκε σε 0,375 mM. Η ανάλυση Lineweaver-Burk έδειξε ότι ο τύπος αναστολής του ενζύμου ήταν ανταγωνιστικός. Η φαινομενική Km και Vm της αδενυλικής κυκλάσης υπολογίστηκαν σε 25,0 nM και 7,14 nmol/min/mg, αντίστοιχα. Η σελεκοξίμπη άλλαξε την τιμή Km σε 66,6 nM χωρίς να επηρεάσει τη Vmax. Η παρούσα μελέτη υποδηλώνει ότι εκτός από τη φλεγμονή, η θεραπεία με σελεκοξίμπη θα μπορούσε να επεκταθεί σε ασθένειες που περιλαμβάνουν την αύξηση του cAMP είτε μέσω ενδογενών αντιδράσεων είτε μέσω εξωγενών παραγόντων. Αυτά τα νέα δεδομένα που δείχνουν αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη υπό το πρίσμα των παθολογικών επιδράσεων του φαρμάκου ή σε ασθενείς που αποκλείονται ειδικά από τη θεραπεία (π.χ. ασθματικοί).
Η καρδιαγγειακή νόσος είναι μία από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως, και τα στοιχεία δείχνουν μια συσχέτιση μεταξύ της φλεγμονώδους διαδικασίας και της καρδιακής δυσλειτουργίας. Οι εκλεκτικοί αναστολείς του ενζύμου κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2) δεν συνιστώνται για μακροχρόνια χρήση λόγω πιθανώς σοβαρών παρενεργειών στην καρδιά. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό και τη συχνή συνταγογράφηση της εμπορικής σελεκοξίμπης, η παρούσα μελέτη ανάλυσε τις κυτταρικές και μοριακές επιδράσεις 1 και 10 uM σελεκοξίμπης σε ένα μοντέλο κυτταροκαλλιέργειας. Μετά από 24ωρη επώαση, η σελεκοξίμπη μείωσε τη βιωσιμότητα των κυττάρων με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση, όπως αποδείχθηκε επίσης σε δοκιμές MTT. Επιπλέον, η ανάλυση αντίστροφης μεταγραφής-αλυσοειδούς αντίδρασης πολυμεράσης έδειξε ότι το φάρμακο τροποποίησε το επίπεδο έκφρασης γονιδίων που σχετίζονται με μονοπάτια θανάτου, και οι αναλύσεις Western blot έδειξαν τροποποιητική επίδραση του φαρμάκου στα επίπεδα της πρωτεΐνης COX-2 στα καρδιακά κύτταρα. Επιπλέον, τα αποτελέσματα έδειξαν μείωση της παραγωγής προσταγλανδίνης Ε2 από τα καρδιακά κύτταρα που επωάστηκαν με σελεκοξίμπη, με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση. Αυτά τα αποτελέσματα είναι σύμφωνα με τη μείωση της βιωσιμότητας των κυττάρων και την παρουσία νεκρωτικών διεργασιών που έδειξε η ανάλυση φουριέ μετασχηματισμού υπέρυθρης ακτινοβολίας, υποδηλώνοντας άμεση συσχέτιση των προστανοειδών με την κυτταρική ομοιόσταση και επιβίωση.
Η σελεκοξίμπη, ένας εκλεκτικός αναστολέας της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2), έχει αποδειχθεί πρόσφατα ότι επηρεάζει την ανάπτυξη διαφορετικών τύπων καρκίνου. Η παρούσα μελέτη χρησιμοποίησε ένα πειραματικό μοντέλο ηπατοκαρκινώματος H22 σε ποντίκια για να διερευνήσει τους μοριακούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στην αναστολή της αγγειογένεσης του όγκου που προκαλείται από τη σελεκοξίμπη. Τα ποντίκια με όγκους χωρίστηκαν τυχαία σε πέντε ομάδες: i) μάρτυρας· ii) σελεκοξίμπη χαμηλής δόσης (50 mg/kg)· iii) σελεκοξίμπη υψηλής δόσης (200 mg/kg)· iv) 5-φθοροουρακίλη (5-FU), (20 mg/kg) και v) συνδυασμός 5-FU και σελεκοξίμπης (50 mg/kg). Η αντικαρκινική δράση της σελεκοξίμπης προσδιορίστηκε με μέτρηση του όγκου του όγκου. Η αγγειογένεση του όγκου αξιολογήθηκε με την πυκνότητα μικροαγγείων (MVD). Η ιστολογία του όγκου και η ανοσοϊστοχημεία για CD34 σε ενδοθηλιακά κύτταρα πραγματοποιήθηκαν για τον εντοπισμό της MVD. Τα επίπεδα έκφρασης της φωσφατάσης και τενσίνης ομόλογης που έχει διαγραφεί από το χρωμόσωμα 10 (PTEN), της φωσφατιδυλοϊνοσιτόλης 3-κινάσης (PI3K), της φωσφο-Akt (P-Akt), της COX-2, της υποξίας-επαγόμενης παραγόντου-1α (HIF-1α) και του αγγειακού ενδοθηλιακού αυξητικού παράγοντα-Α (VEGF-A) ανιχνεύθηκαν αντίστοιχα με ELISA, ανοσοϊστοχημεία και western blotting. Ανακαλύψαμε σημαντική καθυστέρηση στην ανάπτυξη του ηπατοκαρκινώματος H22 σε ποντίκια ως αποτέλεσμα της θεραπείας με σελεκοξίμπη. Ο ρυθμός αναστολής της ανάπτυξης του όγκου που προκλήθηκε από υψηλή και χαμηλή δόση σελεκοξίμπης ήταν 49,3% και 37,0% αντίστοιχα (P<0,05). Η έκφραση των PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α, VEGF-A και PTEN σε όγκους ποντικών που υποβλήθηκαν σε αγωγή με σελεκοξίμπη αποδείχθηκε με ανοσοϊστοχημεία, και η MVD μειώθηκε με τρόπο εξαρτώμενο από τη δόση (P<0,05). Μειωμένη PI3K και P-Akt ήταν ιδιαίτερα εμφανής στην ομάδα υψηλής δόσης σελεκοξίμπης (P<0,05). Δεδομένα ELISA και western blotting έδειξαν ότι η έκφραση των PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α και VEGF-A μειώθηκε και η PTEN αυξήθηκε μετά τη θεραπεία με σελεκοξίμπη. Συμπερασματικά, η επίδραση της καθυστέρησης ανάπτυξης όγκου που προκαλείται από τη σελεκοξίμπη στο ηπατοκαρκίνωμα H22 σε ποντίκια μπορεί να συσχετίζεται με την αναστολή της αγγειογένεσης μειώνοντας την έκφραση PI3K, P-Akt, COX-2, HIF-1α και VEGF-A και αυξάνοντας την έκφραση PTEN στον όγκο.
Ο μηχανισμός δράσης του Celebrex πιστεύεται ότι οφείλεται στην αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών, κυρίως μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης-2 (COX-2).
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα. Όταν χορηγήθηκε μία εφάπαξ από του στόματος δόση 200 mg σε υγιείς εθελοντές, τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος της σελεκοξίμπης παρατηρήθηκαν εντός 3 ωρών. Η Cmax είναι 705 ng/mL. Όταν χορηγούνται πολλαπλές δόσεις, επιτυγχάνονται σταθερές συγκεντρώσεις την 5η ημέρα ή νωρίτερα. Όταν λαμβάνεται με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά, τα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα καθυστερούν κατά περίπου 1 έως 2 ώρες με αύξηση της συνολικής απορρόφησης (AUC) κατά 10% έως 20%.
Η AUC της σελεκοξίμπης έχει αποδειχθεί ότι είναι σημαντικά χαμηλότερη σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Μια μετα-ανάλυση φαρμακοκινητικών μελετών έχει υποδείξει περίπου 40% υψηλότερη AUC (περιοχή κάτω από την καμπύλη) της σελεκοξίμπης σε μαύρους ασθενείς σε σύγκριση με τους Καυκάσιους για άγνωστους λόγους.
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικής μεταβολισμού, με μικρές ποσότητες (<3%) του αμετάβλητου φαρμάκου να βρίσκονται στα ούρα και τα κόπρανα. Περίπου το 57% μιας από του στόματος δόσης σελεκοξίμπης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 27% απεκκρίνεται στα ούρα με τη μορφή μεταβολιτών. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και τα κόπρανα προσδιορίζεται ως ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ (73%). Η ποσότητα της γλυκουρονιδικής σύζευξης στα ούρα αναφέρεται ότι είναι χαμηλή.
Ο φαινομενικός όγκος κατανομής της σελεκοξίμπης σε κατάσταση ισορροπίας (Vss/F) είναι περίπου 429 L, γεγονός που υποδηλώνει ευρεία κατανομή στους διάφορους ιστούς. Η σελεκοξίμπη δεν δεσμεύεται κατά προτίμηση στα ερυθρά αιμοσφαίρια. Μια άλλη πηγή αναφέρει όγκο κατανομής 455 ± 166 L.
Ο φαινομενικός κάθαρση (CL/F), εφάπαξ από του στόματος δόση 200 mg, υγιείς εθελοντές = 27,7 L/ώρα. Η κάθαρση μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 47% σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, σύμφωνα με φαρμακοκινητική μελέτη. Δεν έχουν διεξαχθεί μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια.
/ΓΑΛΑ/ Περιορισμένα δεδομένα από 3 δημοσιευμένες αναφορές που περιλάμβαναν συνολικά 12 θηλάζουσες γυναίκες έδειξαν χαμηλά επίπεδα Celebrex στο μητρικό γάλα. Η υπολογισμένη μέση ημερήσια δόση του βρέφους ήταν 10-40 μg/kg/ημέρα, λιγότερο από το 1% της δόσης που βασίζεται στο βάρος για ένα δίχρονο παιδί.
/ΓΑΛΑ/ Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν να διερευνηθεί η μεταφορά της σελεκοξίμπης στο ανθρώπινο γάλα. Σε μία ομάδα 3 θηλαζουσών ασθενών που λάμβαναν σελεκοξίμπη σε κατάσταση ισορροπίας, τα επίπεδα γάλακτος προσδιορίστηκαν σε καθορισμένα χρονικά διαστήματα 24 ωρών. Τα επίπεδα πλάσματος προσδιορίστηκαν σε 2 από τα βρέφη τους, ηλικίας 17 και 22 μηνών. Σε μια δεύτερη ομάδα 2 ατόμων, τοποθετήθηκαν ενδοφλέβιες γραμμές και μια εφάπαξ δόση 200 mg σελεκοξίμπης ακολουθήθηκε από πολλαπλά ζεύγη δειγμάτων πλάσματος και γάλακτος για 8 ώρες. Ο μέσος λόγος γάλακτος προς πλάσμα για τη σελεκοξίμπη ήταν 0,23 (95% διάστημα εμπιστοσύνης [CI]: 0,15-0,31). Η μέση συγκέντρωση σελεκοξίμπης στο γάλα κατά τη διάρκεια του διαστήματος δοσολογίας των 8 ωρών ήταν 66 μg/L (95% CI: 41-89). Η απόλυτη δόση για το βρέφος κυμαινόταν κατά μέσο όρο 9,8 μg/kg/ημέρα (95% CI: 6,2-13,4)· ο μέσος σχετικός λόγος δόσης για το βρέφος ήταν 0,30%. Επομένως, η μέση κλινική δόση που μεταφέρθηκε στο βρέφος καθημερινά θα ήταν περίπου 0,3% της δόσης της μητέρας προσαρμοσμένης στο βάρος. …
/ΓΑΛΑ/ Μια 40χρονη γυναίκα που θήλαζε την 5 μηνών κόρη της εισήχθη στο νοσοκομείο για χειρουργική επέμβαση. Στη μετεγχειρητική περίοδο, έλαβε τέσσερις δόσεις σελεκοξίμπης (100 mg δύο φορές/ημέρα) εκτός από άλλα φάρμακα. Ξεκινώντας περίπου 5 ώρες μετά την τελευταία της δόση, συλλέχθηκαν τέσσερα δείγματα γάλακτος με χειρωνακτική έκφραση σε διάστημα 24 ωρών. Το εύρος του χρόνου ημιζωής αποβολής ήταν 4,0-6,5 ώρες. Αυτά τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η σελεκοξίμπη θα αποβληθεί από το μητρικό γάλα περίπου 24 ώρες μετά την τελευταία δόση. Παρόλο που δεν λήφθηκε δείγμα πλάσματος μητέρας, οι εκτιμώμενοι λόγοι γάλακτος:πλάσματος (με βάση αναφερόμενα επίπεδα πλάσματος ενηλίκων) ήταν 0,27-0,59. Το βρέφος δεν επανέλαβε τον θηλασμό μέχρι 48 ώρες μετά την τελευταία δόση. Εάν είχε θηλάσει, η εκτιμώμενη μέγιστη δόση για το βρέφος θα ήταν περίπου 40 μg/kg/ημέρα.
/ΓΑΛΑ/ /Ο σκοπός αυτής της μελέτης ήταν/ ο προσδιορισμός του λόγου συγκέντρωσης γάλακτος προς πλάσμα (M/P) της σελεκοξίμπης και η εκτίμηση πιθανής έκθεσης του βρέφους. Λήφθηκαν δείγματα αίματος και γάλακτος για 48 ώρες μετά τη χορήγηση από του στόματος 200 mg σελεκοξίμπης σε έξι εθελόντριες γυναίκες που θήλαζαν. Ο λόγος M/P προέκυψε από την περιοχή κάτω από τις καμπύλες συγκέντρωσης-χρόνου (0-άπειρο) και η «δόση» του βρέφους εκτιμήθηκε από τις συγκεντρώσεις σελεκοξίμπης στο γάλα. Ο διάμεσος (εύρος) λόγος M/P ήταν 0,18 (0,15-0,26). Η διάμεση (εύρος) «δόση» για το βρέφος ήταν 0,23% (0,17-0,30%) της δόσης της μητέρας, προσαρμοσμένη στο βάρος. …
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Σελεκοξίμπη (11 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Δέσμευση Πρωτεϊνών
Η πρωτεϊνική δέσμευση της σελεκοξίμπης είναι 97%, και δεσμεύεται κυρίως στην αλβουμίνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ένα μεγάλο μέρος του μεταβολισμού της σελεκοξίμπης μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P450 2C9 στο ήπαρ, με κάποια συμβολή από CYP3A4 και CYP2C8 και πιθανές συμβολές από CYP2D6. Μεταβολίζεται με βιομετατροπή σε μεταβολίτες καρβοξυλικού οξέος και γλυκουρονιδικούς συζεύξεις. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, ένα καρβοξυλικό οξύ και μια γλυκουρονιδική σύζευξη, έχουν βρεθεί στο ανθρώπινο πλάσμα μετά τη χορήγηση σελεκοξίμπης. Αυτοί θεωρούνται ανενεργοί μεταβολίτες όσον αφορά την αναστολή του ενζύμου COX.
Ασθενείς που είναι γνωστό ή ύποπτο ότι έχουν μειωμένη δραστηριότητα ή λειτουργία του κυτοχρώματος P450 2C9, βάσει του προηγούμενου ιατρικού τους ιστορικού, θα πρέπει να λαμβάνουν σελεκοξίμπη με προσοχή, καθώς μπορεί να παρουσιάσουν αφύσικα υψηλές συγκεντρώσεις ορού λόγω μειωμένου μεταβολισμού της σελεκοξίμπης.
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης μεσολαβείται κυρίως μέσω του CYP2C9. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και η γλυκουρονιδική του σύζευξη, έχουν αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ανενεργοί ως αναστολείς COX-1 ή COX-2.
Η σελεκοξίμπη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την Υδροξυ-σελεκοξίμπη.
Ήπαρ. Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης μεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μια πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και η γλυκουρονιδική του σύζευξη, έχουν αναγνωριστεί στο ανθρώπινο πλάσμα. Το CYP3A4 εμπλέκεται επίσης στην υδροξυλίωση της σελεκοξίμπης, αλλά σε μικρότερο βαθμό. Αυτοί οι μεταβολίτες είναι ανενεργοί ως αναστολείς COX-1 ή COX-2.
Οδός Απέκκρισης: Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω ηπατικού μεταβολισμού με μικρή (<3%) αμετάβλητη ουσία που ανακτήθηκε στα ούρα και τα κόπρανα. Το 57% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα και το 27% απεκκρίνεται στα ούρα. Ο κύριος μεταβολίτης στα ούρα και τα κόπρανα ήταν ο μεταβολίτης καρβοξυλικό οξύ (73%). Η ποσότητα της γλυκουρονιδικής σύζευξης στα ούρα είναι χαμηλή.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Ο αποτελεσματικός χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης είναι περίπου 11 ώρες όταν χορηγείται εφάπαξ δόση 200 mg σε υγιή άτομα. Ο τελικός χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης ποικίλλει λόγω της χαμηλής της διαλυτότητας, η οποία παρατείνει την απορρόφηση.
Μια 40χρονη γυναίκα που θήλαζε την 5 μηνών κόρη της εισήχθη στο νοσοκομείο για χειρουργική επέμβαση. Στη μετεγχειρητική περίοδο, έλαβε τέσσερις δόσεις σελεκοξίμπης (100 mg δύο φορές/ημέρα) εκτός από άλλα φάρμακα. Ξεκινώντας περίπου 5 ώρες μετά την τελευταία της δόση, συλλέχθηκαν τέσσερα δείγματα γάλακτος με χειρωνακτική έκφραση σε διάστημα 24 ωρών. Το εύρος του χρόνου ημιζωής αποβολής ήταν 4,0-6,5 ώρες. …
Ο χρόνος ημιζωής αποβολής στο πλάσμα της σελεκοξίμπης μετά από από του στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης 200 mg υπό νηστεία είναι περίπου 11 ώρες, και η φαινομενική κάθαρση του φαρμάκου από το πλάσμα είναι περίπου 500 mL/λεπτό· αυτές οι παράμετροι παρουσιάζουν ευρεία ενδοατομική μεταβλητότητα, πιθανώς επειδή η χαμηλή υδατική διαλυτότητα της σελεκοξίμπης παρατείνει την απορρόφηση. Ο χρόνος ημιζωής της σελεκοξίμπης παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια και έχει αναφερθεί ότι είναι 13,1 ώρες σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και 11 ή 13,1 ώρες σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, αντίστοιχα.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξειδάσες, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
- Υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογίας
JCX84Q7J1L
CELECOXIB
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης
Χημική Δομή [CS] - Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο
Η σελεκοξίμπη είναι ένα Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο. Ο μηχανισμός δράσης της σελεκοξίμπης είναι ως Αναστολέας Κυκλοοξυγενάσης.
CELECOXIB
Αναστολείς Κυκλοοξυγενάσης [MoA]· Μη Στεροειδές Αντιφλεγμονώδες Φάρμακο [EPC]· Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα, Μη Στεροειδή [CS]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογίας
- Αντιφλεγμονώδη φάρμακα μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικές ενδοϋπεροξειδάσες, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις δράσεις τους.
- Υποκατηγορία αναστολέων κυκλοοξυγενάσης με ειδικότητα για την ΚΥΚΛΟΟΞΥΓΕΝΑΣΗ-2.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΜΣΑΦ — Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη (Βήμα 1, όλα εξίσου αποτελεσματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.