Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / CAP | 4.51 € | |
| 200 / CAP | 6.60 € |
CELEBREX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 200 mg
- Τιτλοποίηση: Για οστεοαρθρίτιδα: αρχικά 200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Για ρευματοειδή αρθρίτιδα: αρχικά 200 mg διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Για αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα: αρχικά 200 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις, μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Για ηλικιωμένους: αρχικά 200 mg ημερησίως, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΆπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως εάν η ανακούφιση είναι ανεπαρκής.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΑρχικά διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΆπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις εάν η ανακούφιση είναι ανεπαρκής.
-
ΗλικιωμένοιΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΑρχικά 200 mg ημερησίως. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν ενδείκνυται για χρήση.
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l)Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
-
Ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργίαΘα πρέπει να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία
-
Παρουσία άσθματος, οξείας ρινίτιδας, ρινικών πολυπόδων, αγγειονευρωτικού οιδήματος, κνίδωσης ή άλλων αντιδράσεων αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλων ΜΣΑΦ (συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2)
-
Κύηση
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης
-
Θηλασμός
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥10)
-
Υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA II-IV)
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών (π.χ. ηλικιωμένοι, ασθενείς που λαμβάνουν άλλα ΜΣΑΦ, αντιαιμοπεταλιακά, γλυκοκορτικοειδή, καταναλώνουν αλκοόλ, με ιστορικό έλκους/γαστρορραγίας)Συνιστάται προσοχή
-
Γαστρεντερικές επιδράσειςπροσοχήΑύξηση κινδύνου γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών (έλκος) με συγχορήγηση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις)
-
Ταυτόχρονη χρήση ΜΣΑΦαντένδειξηΗ ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνης, θα πρέπει να αποφεύγεται
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΝα χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)Θεραπεία μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΗ αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίαςΝα χορηγείται με προσοχή
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίαςΑπαιτείται προσοχή
-
ΥπέρτασηπαρακολούθησηΗ πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά την έναρξη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςηλικιωμένοιΝα βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπαρακολούθησηΠληθυσμόςασθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας (με διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές υποδοχέων αγγειοτασίνης ΙΙ, καθώς και οι ηλικιωμένοι)Να παρακολουθούνται με προσοχή
-
Ηπατικές και νεφρικές επιδράσειςπροσοχήΕάν οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος, να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας
-
Αναστολή CYP2D6προσοχήΜείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και μεταβολίζονται από το CYP2D6
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9Να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή
-
Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςαντένδειξηΠληθυσμόςασθενείςΗ χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας
-
Δερματικές και συστηματικές αντιδράσεις υπερευαισθησίαςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακοΊσως διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν σοβαρές δερματικές αντιδράσεις ή αντιδράσεις υπερευαισθησίας
-
Κάλυψη συμπτωμάτων φλεγμονήςΗ σελεκοξίμπη μπορεί να καλύψει τον πυρετό και άλλα συμπτώματα της φλεγμονής
-
Χρήση σε συνδυασμό με από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος βαρφαρινοειδή/κουμαρινοειδή αντιπηκτικά (ιδιαίτερα κατά την έναρξη ή αλλαγή δόσης της σελεκοξίμπης), βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά (π.χ. απιξαμπάνη, νταμπιγκατράνη, ριβαροξαμπάνη)Ο χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά. Απαιτείται προσοχή
-
Έκδοχα (λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αντιπηκτικά (βαρφαρίνη ή άλλα)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αιμορραγικών επιπλοκών, αύξηση του χρόνου προθρομβίνης INRΣύστασηΠαρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης και του INR, ειδικά κατά την έναρξη ή αλλαγή δόσης της σελεκοξίμπης.
-
Αντιυπερτασικά (αναστολείς ΜΕΑ, ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, διουρητικά, β-αποκλειστές)προσοχήΜείωση της δράσης των αντιυπερτασικών, αυξημένος κίνδυνος οξείας νεφρικής ανεπάρκειας (αναστρέψιμη)ΣύστασηΕπαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη συγχορήγησης και σε τακτά χρονικά διαστήματα.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (μικρές δόσεις)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκώνΣύστασηΔεν αντικαθιστά την ΚΑ προφύλαξη.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά)παρακολούθησηΑύξηση των συγκεντρώσεων των υποστρωμάτων στο πλάσμαΣύστασηΔόση υποστρώματος CYP2D6 μπορεί να χρειαστεί μείωση/αύξηση κατά την έναρξη/διακοπή της σελεκοξίμπης.
-
παρακολούθησηΕνδεχόμενη αναστολή του μεταβολισμού του CYP2C19 (in vitro), άγνωστη κλινική σημασία
-
προσοχήΤυχόν εμφάνιση τοξικότητας σχετιζόμενης με τη μεθοτρεξάτηΣύστασηΕπαρκής προσοχή για τοξικότητα μεθοτρεξάτης.
-
παρακολούθησηΜέση ποσοστιαία αύξηση της Cmax και της AUC του λιθίου 16% και 18% αντίστοιχαΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση του λιθίου κατά την έναρξη ή διακοπή της σελεκοξίμπης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάκαμίαΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική
-
ΤολβουταμίδηκαμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
ΓκλιμπενκλαμίδηκαμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
Αναστολείς CYP2C9 (π.χ. φλουκοναζόλη) σε άτομα με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9αντένδειξηΠεραιτέρω αυξήσεις της έκθεσης στη σελεκοξίμπηΣύστασηΤέτοιοι συνδυασμοί θα πρέπει να αποφεύγονται.
-
Φλουκοναζόλη (ισχυρός αναστολέας CYP2C9)προσοχήΑύξηση Cmax (60%) και AUC (130%) της σελεκοξίμπηςΣύστασηΧρήση του ημίσεος της συνιστώμενης δόσης σελεκοξίμπης.
-
παρακολούθησηΜείωση των συγκεντρώσεων της σελεκοξίμπης στο πλάσμα
-
καμίαΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
-
ΑντιόξινακαμίαΔεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Φαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Έρπης ζωστήρας
- Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο (Όχι συχνές)
- Ερυσίπελας (Όχι συχνές)
- Βρογχοπνευμονία (Όχι συχνές)
- Λαβυρινθίτιδα (Όχι συχνές)
- Λοίμωξη των ούλων (Όχι συχνές)
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Εκχύμωση
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερκαλιαιμία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Κόπωση
- Γριππώδης συνδρομή
- Ψευδαισθήσεις (Σπάνιες)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υπερτονία (Όχι συχνές)
- Εγκεφαλικό έμφρακτο (Σπάνιες)
- Υπνηλία (Σπάνιες)
- Αταξία (Πολύ σπάνιες)
- Δυσγευσία (Πολύ σπάνιες)
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρου ενδοκρανιακής αιμορραγίας) (Μη γνωστές)
- Μηνιγγίτιδα άσηπτη (Μη γνωστές)
- Επιληψία (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας επιληψίας) (Μη γνωστές)
- Αγευσία (Μη γνωστές)
- Ανοσμία (Μη γνωστές)
- Θάμβος όρασης (Όχι συχνές)
- Οφθαλμική αιμομορραγία (Πολύ σπάνιες)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας (Μη γνωστές)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας (Μη γνωστές)
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα (Όχι συχνές)
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Υποακοΐα (Όχι συχνές)
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Στηθάγχη
- Υπέρταση
- Αγγειίτιδα
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Πνευμονική εμβολή (Πολύ σπάνιες)
- Έξαψη (Πολύ σπάνιες)
- Ρινίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Πνευμονίτιδα
- Δυσφωνία
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Κολίτιδα
- Στοματίτιδα (Όχι συχνές)
- Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού) (Όχι συχνές)
- Ερυγή (Όχι συχνές)
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος (Σπάνιες)
- Γαστρικό έλκος (Σπάνιες)
- Οισοφαγικό έλκος (Σπάνιες)
- Έλκος εντέρου (Σπάνιες)
- Έλκος παχέος εντέρου (Σπάνιες)
- Εντερική διάτρηση (Σπάνιες)
- Οισοφαγίτιδα (Σπάνιες)
- Μέλαινα (Σπάνιες)
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (Συχνές)
- Αιμορραγία αιμορροΐδων (Όχι συχνές)
- Συχνές κενώσεις (Όχι συχνές)
- Εξέλκωση του στόματος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT) (Όχι συχνές)
- Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος) (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (κάποιες φορές θανατηφόρα) (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατική νέκρωση (Πολύ σπάνιες)
- Χολόσταση (Πολύ σπάνιες)
- Ηπατίτιδα χολοστατική (Πολύ σπάνιες)
- Ίκτερος (Πολύ σπάνιες)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Οίδημα προσώπου
- Αλωπεκία (Πολύ σπάνιες)
- Φωτοευαισθησία (Πολύ σπάνιες)
- Δερματίτιδα αποφολιδωτική (Μη γνωστές)
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) (Μη γνωστές)
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης (Μη γνωστές)
- Αρθραλγία
- Μυοσίτιδα
- Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων) (Όχι συχνές)
- Νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Πολύ σπάνιες)
- Υπονατριαιμία (Πολύ σπάνιες)
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (Μη γνωστές)
- Νεφρωσικό σύνδρομο (Μη γνωστές)
- Σπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις (Μη γνωστές)
- Νεφρολιθίαση
- Νυκτουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης (Πολύ σπάνιες)
- Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη) (Μη γνωστές)
- Αιμορραγία του κόλπου (Όχι συχνές)
- Ευαισθησία μαστού (Όχι συχνές)
- Καλοήθης υπερπλασία του προστάτη (Συχνές)
- Περιφερικό οίδημα/Κατακράτηση υγρών
- Θωρακικό άλγος (Πολύ σπάνιες)
- Αύξηση βάρους
- Κάκωση (τυχαία κάκωση) (Όχι συχνές)
- Κάταγμα κάτω άκρου (Όχι συχνές)
- Αυξημένο νάτριο αίματος (Όχι συχνές)
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα). Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αυθόρμητης αποβολής μετά τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η σελεκοξίμπη, όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, μπορεί να προκαλέσουν νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβερές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες μετά τη διακοπή της. Η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να θηλάζουνΗ σελεκοξίμπη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση σελεκοξίμπης σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της σελεκοξίμπης στο μητρικό γάλα.
-
ΓονιμότηταΕνδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξίαΒάσει του μηχανισμού δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξία, πράγμα που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.
Μηχανισμός δράσης
Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα COX-2, στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως). Δεν έχει παρατηρηθεί στατιστικά σημαντική αναστολή της δράσης της COX-1 (που καθορίζεται από την αναστολή του σχηματισμού ex vivo της θρομβοξάνης Β2 [TxB2]) σε αυτές τις δόσεις σε υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κυκλοοξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προ-φλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, και την εμφύτευση του γονιμοποιηθέντος ωαρίου, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωστική λειτουργία). Επίσης, είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στους ανθρώπους, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.
Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων.
Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία φέρουσα διαρυλο-υποκαταστάτες πυραζόλη, χημικώς παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη), αλλά διαφέρει από τις αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφαμεθοξαζόλη και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των σουλφοναμίδων).
Δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο σχηματισμό TxB2 έχει παρατηρηθεί μετά από υψηλές δόσεις σελεκοξίμπης. Ωστόσο, σε μικρές μελέτες πολλαπλών δόσεων με 600 mg BID (τριπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) σε υγιή άτομα, η σελεκοξίμπη δεν είχε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και στο χρόνο ροής σε σύγκριση προς το εικονικό φάρμακο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Έχουν διενεργηθεί αρκετές κλινικές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου στην οστεοαρθρίτιδα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η σελεκοξίμπη έχει αξιολογηθεί στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και του ισχίου, σε 4.200 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Αξιολογήθηκε επίσης στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 2.100 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 24 εβδομάδων. Η σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις των 200 mg - 400 mg παρείχε ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 24 ώρες από τη χορήγησή της. Η σελεκοξίμπη αξιολογήθηκε στη συμπτωματική θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε 896 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδες. Στις μελέτες αυτές, η σελεκοξίμπη σε δόσεις των 100 mg BID, 200 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg BID και 400 mg άπαξ ημερησίως, παρείχε σημαντική βελτίωση στον πόνο, την ενεργότητα της νόσου και την λειτουργικότητα των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα.
Σε 5 διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διενεργήθηκαν προγραμματισμένες ενδοσκοπήσεις του ανωτέρου γαστρεντερικού συστήματος επί 4.500 ασθενών περίπου που δεν παρουσίαζαν αρχική εξέλκωση, (οι δόσεις της σελεκοξίμπης κυμαίνονταν από 50 mg έως 400 mg, χορηγούμενες BID). Σε ενδοσκοπικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων, η σελεκοξίμπη (100-800 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με τη ναπροξένη (1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (2.400 mg ημερησίως). Τα δεδομένα ήταν αντιφατικά σε σύγκριση με τη δικλοφενάκη (150 mg ημερησίως). Σε δύο από τις μελέτες, διάρκειας 12 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με αποδεδειγμένα ενδοσκοπικά γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της σελεκοξίμπης 200 mg BID και 400 mg BID.
Σε μια προοπτική μελέτη ασφάλειας μακράς διάρκειας (διάρκεια 6 έως 15 μήνες, μελέτη CLASS), 5.800 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και 2.200 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έλαβαν 400 mg σελεκοξίμπης BID (4πλάσια και 2πλάσια της συνιστώμενης δόσης στην οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα, αντίστοιχα), 800 mg ιβουπροφαίνης τρεις φορές ημερησίως (TID), ή 75 mg δικλοφενάκης BID (και οι δύο σε θεραπευτικές δόσεις). Στο 22% των εγγεγραμμένων ασθενών συγχορηγήθηκε χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤325 mg ημερησίως), κυρίως για ΚΑ προφύλαξη. Για το πρωτεύον τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα έλκη (οριζόμενα ως γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή απόφραξη), η σελεκοξίμπη δεν διέφερε σημαντικά ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη δικλοφενάκη. Επίσης, για τη συνδυασμένη ομάδα των ΜΣΑΦ δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά, όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (σχετικός κίνδυνος 0,77, 95% CI 0,41 - 1,46, βασισμένο στη διάρκεια ολόκληρης της μελέτης). Για το συνδυασμένο τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της σελεκοξίμπης σε σύγκριση με την ομάδα των ΜΣΑΦ, με σχετικό κίνδυνο 0,66, 95% CI 0,45 - 0,97, όχι όμως μεταξύ σελεκοξίμπης και δικλοφενάκης. Αυτοί οι ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε σελεκοξίμπη και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο σελεκοξίμπη. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη (>2 g/dL), η οποία επιβεβαιώθηκε με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε σελεκοξίμπη σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ, σχετικός κίνδυνος 0,29, 95% CI 0,17-0,48. Η σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτού του γεγονότος με τη σελεκοξίμπη διατηρήθηκε με ή χωρίς τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος.
Σε μια προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη ασφάλειας 24 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας ≥60 ετών ή που είχαν ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών [εξαιρουμένων των χρηστών ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA)], τα ποσοστά των ασθενών με μείωση της αιμοσφαιρίνης (≥2 g/dL) και/ή του αιματοκρίτη (≥10%) επιβεβαιωμένης ή υποτιθέμενης γαστρεντερικής προέλευσης, ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς που θεραπεύονταν με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές την ημέρα (Ν=2.238) σε σύγκριση με τους ασθενείς που θεραπεύονταν με δικλοφενάκη SR 75 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με ομεπραζόλη 20 mg μία φορά την ημέρα (Ν=2.246) (0,2% έναντι 1,1% για επιβεβαιωμένη γαστρεντερική προέλευση, p= 0,004· 0,4% έναντι 2,4% για υποτιθέμενη γαστρεντερική προέλευση, p = 0,0001). Τα ποσοστά κλινικά έκδηλων γαστρεντερικών επιπλοκών, όπως διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία ήταν πολύ χαμηλά χωρίς διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας (4-5 ανά ομάδα).
Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση
Δύο μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση διεξήχθησαν με τη σελεκοξίμπη: η μελέτη APC και η μελέτη PreSAP. Στη μελέτη APC, υπήρχε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση με τη σελεκοξίμπη στο σύνθετο τελικό σημείο για τον ΚΑ θάνατο, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά τη διάρκεια 3 ετών θεραπείας. Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο.
Στη μελέτη APC, οι σχετικοί κίνδυνοι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για το σύνθετο τελικό σημείο του ΚΑ θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 3,4 (95% CI 1,4 - 8,5) με σελεκοξίμπη 400 mg δύο φορές ημερησίως και 2,8 (95% CI 1,1 - 7,2) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο, για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 3,0% (20/671 άτομα) και 2,5% (17/685 άτομα), αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,9% (6/679 άτομα), για το εικονικό φάρμακο. Οι αυξήσεις για αμφότερες τις δοσολογικές ομάδες της σελεκοξίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου οφείλονταν κυρίως σε αυξημένη συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Στη μελέτη PreSAP, ο σχετικός κίνδυνος, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για αυτό το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,2 (95% CI 0,6 - 2,4) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 2,3% (21/933 άτομα) και 1,9% (12/628 άτομα), αντίστοιχα. Η συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,0% (9/933 άτομα) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως και 0,6% (4/628 άτομα) με το εικονικό φάρμακο.
Δεδομένα από μία τρίτη μακροχρόνια μελέτη, την ADAPT (The Alzheimer’s Disease Anti-Inflammatory Prevention Trial), δεν έδειξαν σημαντικά αυξημένο ΚΑ κίνδυνο με τη σελεκοξίμπη 200 mg BID, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος για ένα ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (ΚΑ θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 1,14 (95% CI 0,61 - 2,15) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η συχνότητα του εμφράγματος μυοκαρδίου ήταν 1,1% (8/717 ασθενείς) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως και 1,2% (13/1070 ασθενείς) με το εικονικό φάρμακο.
Προοπτική, τυχαιοποιημένη αξιολόγηση της ολοκληρωμένης ασφάλειας της σελεκοξίμπης έναντι της ιβουπροφαίνης ή της ναπροξένης (PRECISION)
Η μελέτη PRECISION ήταν μια διπλά τυφλή μελέτη καρδιαγγειακής ασφάλειας σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα (OA) ή ρευματοειδή αρθρίτιδα (RA), με καρδιαγγειακή νόσο ή υψηλό κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, που συνέκρινε τη σελεκοξίμπη (200-400 mg ημερησίως) με τη ναπροξένη (750-1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (1.800-2.400 mg ημερησίως). Το πρωτεύον τελικό σημείο, Antiplatelet Trialists Collaboration (APTC), ήταν ένα ανεξάρτητα κατακυρωμένο σύνθετο τελικό σημείο καρδιαγγειακού θανάτου (συμπεριλαμβανομένου του αιμορραγικού θανάτου), μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή μη θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Η μελέτη προγραμματίστηκε με ισχύ 80% για την αξιολόγηση της μη κατωτερότητας. Σε όλους τους ασθενείς συνταγογραφήθηκε ανοικτή αγωγή με εσομεπραζόλη (20-40 mg) για γαστροπροστασία. Σε όσους ασθενείς λάμβαναν χαμηλή δόση ασπιρίνης επιτράπηκε να συνεχίσουν τη θεραπεία. Κατά την έναρξη, περίπου οι μισοί ασθενείς λάμβαναν ασπιρίνη. Στα δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία συγκαταλέγονταν οι καρδιαγγειακές, γαστρεντερικές και νεφρικές εκβάσεις. Η μέση δόση που διανεμήθηκε ήταν 209±37 mg/ημέρα για τη σελεκοξίμπη, 2.045±246 για την ιβουπροφαίνη και 852±103 για τη ναπροξένη.
Σχετικά με το πρωτεύον τελικό σημείο, η σελεκοξίμπη, σε σύγκριση είτε με τη ναπροξένη είτε με την ιβουπροφαίνη, εκπλήρωσε και τις τέσσερις προκαθορισμένες απαιτήσεις μη κατωτερότητας, βλ. Πίνακα 2. Στα άλλα, ανεξάρτητα κατακυρωμένα, δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία συγκαταλέγονταν οι καρδιαγγειακές, γαστρεντερικές και νεφρικές εκβάσεις. Επιπλέον, υπήρχε μια υπομελέτη 4-μηνών που εστίασε στις επιδράσεις των τριών φαρμακευτικών προϊόντων στην αρτηριακή πίεση, όπως μετρήθηκε με περιπατητική παρακολούθηση (ABPM).
Πίνακας 2. Κύρια ανάλυση του κατακυρωμένου σύνθετου τελικού σημείου APTC
Ανάλυση πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας [Intent-To-Treat (ITT), έως τον μήνα 30]
| Σελεκοξίμπη 100-200 mg bid | Ιβουπροφαίνη 600-800 mg tid | Ναπροξένη 375-500 mg bid | |
|---|---|---|---|
| N | 8.072 | 8.040 | 7.969 |
| Ασθενείς με συμβάματα | 188 (2,3%) | 218 (2,7%) | 201 (2,5%) |
Σύγκριση κατά ζεύγη
| Σελεκοξίμπη έναντι Ναπροξένης | Σελεκοξίμπη έναντι Ιβουπροφαίνης | Ιβουπροφαίνη έναντι Ναπροξένης | |
|---|---|---|---|
| HR (95% CI) | 0,93 (0,76, 1,13) | 0,86 (0,70, 1,04) | 1,08 (0,89, 1,31) |
Τροποποιημένη ανάλυση πληθυσμού με πρόθεση θεραπείας [Modified Intent-To-Treat (mITT), που λάμβαναν θεραπεία έως τον μήνα 43]
| Σελεκοξίμπη 100-200 mg bid | Ιβουπροφαίνη 600-800 mg tid | Ναπροξένη 375-500 mg bid | |
|---|---|---|---|
| N | 8.030 | 7.990 | 7.933 |
| Ασθενείς με συμβάματα | 134 (1,7%) | 155 (1,9%) | 144 (1,8%) |
Σύγκριση κατά ζεύγη
| Σελεκοξίμπη έναντι Ναπροξένης | Σελεκοξίμπη έναντι Ιβουπροφαίνης | Ιβουπροφαίνη έναντι Ναπροξένης | |
|---|---|---|---|
| HR (95% CI) | 0,90 (0,72, 1,14) | 0,81 (0,64, 1,02) | 1,12 (0,889, 1,40) |
HR - σχετικός κίνδυνος BID - δύο φορές την ημέρα TID - τρεις φορές την ημέρα
Τα αποτελέσματα ήταν γενικά αριθμητικά παρόμοια στις ομάδες σελεκοξίμπης και συγκριτικού φαρμάκου για τα δευτερεύοντα και τριτεύοντα τελικά σημεία και δεν παρουσιάστηκαν συνολικά μη αναμενόμενα ευρήματα ασφάλειας.
Συνδυαστικά, η μελέτη PRECISION υποδεικνύει ότι η σελεκοξίμπη στη χαμηλότερη εγκεκριμένη δόση των 100 mg δύο φορές την ημέρα είναι μη κατώτερη από την ιβουπροφαίνη, με δόση στο εύρος των 600 mg-800 mg τρεις φορές την ημέρα ή τη ναπροξένη, με δόση στο εύρος των 375 mg-500 mg δύο φορές την ημέρα, όσον αφορά τις καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες. Οι καρδιαγγειακοί κίνδυνοι της κατηγορίας των ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένων των κοξιμπών, είναι δοσοεξαρτώμενοι. Συνεπώς, τα αποτελέσματα για τη σελεκοξίμπη 200 mg την ημέρα στο σύνθετο καρδιαγγειακό τελικό σημείο δεν μπορούν να παρεκταθούν στα δοσολογικά σχήματα που χρησιμοποιούν υψηλότερες δόσεις σελεκοξίμπης.
Απορρόφηση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα, οδηγώντας σε μια Tmax ίση με περίπου 4 ώρες, και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 20%. Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) στη σελεκοξίμπη ήταν η ίδια όταν η σελεκοξίμπη χορηγήθηκε ως ακέραιο καψάκιο και όταν χορηγήθηκε ως περιεχόμενο καψακίου πασπαλισμένο σε πουρέ μήλου. Δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές Cmax, Tmax ή T1/2 έπειτα από τη χορήγηση του περιεχομένου του καψακίου μέσα σε πουρέ μήλου.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97% στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνδέεται εκλεκτικά με ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μη δραστικοί, ως αναστολείς της COX-1 ή της COX-2, έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα, π.χ. μία πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και το συζευγμένο του γλυκουρονίδιο. Η δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό που οδηγεί σε μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, όπως στα άτομα που είναι ομόζυγα για τον πολυμορφισμό του CYP2C93. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη που χορηγήθηκαν 200 mg σελεκοξίμπης άπαξ ημερησίως σε υγιείς εθελοντές με γονότυπο είτε CYP2C91/1, CYP2C91/3 ή CYP2C93/3, οι διάμεσες Cmax και AUC0-24 της σελεκοξίμπης, την ημέρα 7, ήταν κατά προσέγγιση 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα, σε άτομα με γονότυπο CYP2C93/3 σε σύγκριση με τους άλλους γονοτύπους. Σε τρεις μεμονωμένες μελέτες με άπαξ δόση, που συμπεριελάμβαναν συνολικά 5 άτομα με γονοτύπους CYP2C93/*3, η χορήγηση μίας άπαξ δόσης αύξησε την AUC 0-24 κατά προσέγγιση 3 φορές σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό. Εκτιμάται ότι η συχνότητα του ομόζυγου *3/*3 γονότυπου είναι 0,3-1,0% σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες. Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 με βάση το προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία). Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις Φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σελεκοξίμπης μεταξύ Αφρο-Αμερικανών και Καυκάσιων. Οι συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών). Ασθενείς με ήπιας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μία μέση ποσοστιαία αύξηση της Cmax και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 53% και 26%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αντίστοιχες τιμές σε άτομα με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία ήταν 41% και 146%, αντίστοιχα. Η ικανότητα μεταβολισμού του φαρμάκου από ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία συσχετίζονταν καλύτερα με τις τιμές της λευκωματίνης του ορού τους. Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l). Δεν έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός του φαρμάκου σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l), κατά συνέπεια η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα των ασθενών. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη σελεκοξίμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αλλά είναι απίθανο να παρουσιάζει αξιόλογη μεταβολή στους ασθενείς αυτούς. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία.
Αποβολή
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από το 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η διαφοροποίηση έκθεσης στη σελεκοξίμπη μεταξύ των ατόμων είναι περίπου στο 10πλάσιο. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει φαρμακοκινητική ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο, εντός των ορίων των θεραπευτικών δόσεων. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες της θεραπείας.