CELEBREX(cελεμπρεξ)
celecoxib
Σκευάσματα και τιμές CELEBREX
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 100 / CAP | 4.51 € | |
| 200 / CAP | 6.60 € |
CELEBREX — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Οστεοαρθρίτιδα
σε: ενήλικες
για τη συμπτωματική ανακούφιση
- M19 Άλλη οστεοαρθρίτιδα
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδα
σε: ενήλικες
για τη συμπτωματική ανακούφιση
- M06 Άλλη ρευματοειδής αρθρίτιδα
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
σε: ενήλικες
για τη συμπτωματική ανακούφιση
- M45 Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος
- Δόση έναρξης: 200 mg ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση, εάν είναι απαραίτητο, μπορεί αργότερα να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως για ρευματοειδή αρθρίτιδα και ηλικιωμένους. Για αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα, μπορεί να αυξηθεί σε 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Για οστεοαρθρίτιδα, 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
ΟστεοαρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgλαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ανεπαρκή ανακούφιση, 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Ρευματοειδής αρθρίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgδιηρημένη σε δύο δόσεις αρχικά. Μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως.
-
Αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδαΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgλαμβανόμενη άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις. Σε ανεπαρκή ανακούφιση, 400 mg άπαξ ημερησίως ή διηρημένη σε δύο δόσεις.
-
ΗλικιωμένοιΔόση200 mgΜέγ. δόση400 mgΑρχικά 200 mg ημερησίως, μπορεί να αυξηθεί σε 200 mg δύο φορές ημερησίως. Ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς με σωματικό βάρος λιγότερο από 50 kg.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν ενδείκνυται για χρήση σε παιδιά.
-
Ασθενείς με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9Να χορηγείται με προσοχή. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης στο ήμισυ της χαμηλότερης συνιστώμενης δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΣε μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l), η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΣε ασθενείς με ήπιας ή μέτριας βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργία, να αντιμετωπίζονται με προσοχή.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Γνωστή υπερευαισθησία στις σουλφοναμίδες
-
Ενεργό πεπτικό έλκος ή γαστρεντερική αιμορραγία
-
Άσθμα, οξεία ρινίτιδα, ρινικοί πολύποδες, αγγειονευρωτικό οίδημα, κνίδωση ή άλλες αντιδράσεις αλλεργικού τύπου μετά τη λήψη ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνη) ή άλλα ΜΣΑΦ συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων COX-2Πληθυσμόςασθενείς
-
ΚύησηΠληθυσμόςγυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία, εκτός κι αν χρησιμοποιούν αποτελεσματική μέθοδο αντισύλληψης
-
Θηλασμός
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς (λευκωματίνη ορού <25 g/l ή δείκτης Child-Pugh ≥10)
-
Υπολογισθείσα κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/minΠληθυσμόςασθενείς
-
Φλεγμονώδης νόσος του εντέρου
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςασθενείς (NYHA II-IV)
-
Διαγνωσμένη ισχαιμική καρδιοπάθεια, περιφερική αρτηριοπάθεια και/ή αγγειακή εγκεφαλική νόσος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Γαστρεντερικές επιπλοκές (διατρήσεις, έλκη, αιμορραγίες)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έλαβαν θεραπεία με σελεκοξίμπηΣυνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκών με τα ΜΣΑΦ
-
Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών επιπλοκώνπροσοχήΠληθυσμόςηλικιωμένοι, ασθενείς που παίρνουν άλλα ΜΣΑΦ ή ακετυλοσαλικυλικό οξύ ή γλυκοκορτικοειδή ταυτόχρονα, ασθενείς που καταναλώνουν αλκοόλ, ασθενείς με ιστορικό γαστρεντερικής νόσου (έλκος και γαστρορραγία)Συνιστάται προσοχή
-
Αυξημένος κίνδυνος εμφάνισης γαστρεντερικών ανεπιθύμητων ενεργειών (έλκος γαστρεντερικού ή άλλες επιπλοκές)Πληθυσμόςόταν η σελεκοξίμπη συγχορηγείται με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ακόμα και σε χαμηλές δόσεις)
-
Ταυτόχρονη χρήση της σελεκοξίμπης και ενός ΜΣΑΦ εκτός της ασπιρίνηςΘα πρέπει να αποφεύγεται
-
Αυξημένος αριθμός σοβαρών καρδιαγγειακών (ΚΑ) συμβαμάτων, κυρίως έμφραγμα μυοκαρδίουΠληθυσμόςασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση, οι οποίοι έλαβαν αγωγή με σελεκοξίμπη σε δόσεις 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg δύο φορές την ημέρα
-
Κίνδυνοι από το καρδιαγγειακό σύστημαπρέπει να χορηγείται η χαμηλότερη αποτελεσματική ημερήσια δόση για τη μικρότερη δυνατή διάρκεια θεραπείας. Η ανάγκη του ασθενούς για συμπτωματική ανακούφιση και η απόκριση στη θεραπεία, πρέπει να επανεκτιμάται περιοδικά, ιδιαίτερα σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα.
-
Θεραπεία με σελεκοξίμπηΠληθυσμόςασθενείς με σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων (π.χ. υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα)μόνο μετά από προσεκτική εκτίμηση
-
Έλλειψη αντιαιμοπεταλιακής δράσης των εκλεκτικών αναστολέων COX-2δεν υποκαθιστούν το ακετυλοσαλικυλικό οξύ για προφύλαξη από καρδιαγγειακή θρομβοεμβολική νόσο. Η αντιαιμοπεταλιακή αγωγή δεν πρέπει να διακόπτεται.
-
Κατακράτηση υγρών και οίδημαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που ελάμβαναν σελεκοξίμπηη σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό καρδιακής ανεπάρκειας, δυσλειτουργίας της αριστεράς κοιλίας ή υπέρτασης και σε ασθενείς με προϋπάρχον οίδημα οποιασδήποτε αιτιολογίας
-
Κατακράτηση υγρώνπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με διουρητικά ή με άλλους παράγοντες κινδύνου εμφάνισης υποογκαιμίαςΠροσοχή απαιτείται
-
Εμφάνιση υπέρτασης ή επιδείνωση προϋπάρχουσας υπέρτασηςη πίεση του αίματος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια της έναρξης της θεραπείας με τη σελεκοξίμπη και καθόλη τη διάρκεια της θεραπείας
-
Επιβάρυνση της νεφρικής ή της ηπατικής λειτουργίας και ιδιαιτέρως καρδιακή δυσλειτουργίαΠληθυσμόςηλικιωμένοιπρέπει να βρίσκονται υπό κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση
-
Νεφρική τοξικότηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο για εμφάνιση νεφρικής τοξικότητας (διαταραχή νεφρικής λειτουργίας, καρδιακή ανεπάρκεια, ηπατική δυσλειτουργία, όσοι λαμβάνουν διουρητικά, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης (α-ΜΕΑ), ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ, καθώς και οι ηλικιωμένοι)Αυτοί οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται με προσοχή, όσο λαμβάνουν θεραπεία με σελεκοξίμπη
-
Σοβαρές ηπατικές αντιδράσεις (κεραυνοβόλος ηπατίτιδα, ηπατική νέκρωση, ηπατική ανεπάρκεια)Πληθυσμόςκατά τη θεραπεία με σελεκοξίμπηΕάν κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς παρουσιάσουν επιδείνωση της λειτουργίας οποιουδήποτε οργανικού συστήματος, πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα και να εξετασθεί η διακοπή της θεραπείας με σελεκοξίμπη.
-
Αναστολή CYP2D6μείωση της δόσης μπορεί να απαιτηθεί για τα φαρμακευτικά προϊόντα των οποίων η τιτλοποίηση της δόσης εξατομικεύεται και που μεταβολίζονται από το CYP2D6
-
Μειωμένος μεταβολισμός μέσω του ενζύμου CYP2C9προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό μέσω του ενζύμου CYP2C9θα πρέπει να λαμβάνουν τη θεραπεία με προσοχή
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (αποφολιδωτική δερματίτιδα, σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Πληθυσμόςσχετικά με τη χρήση της σελεκοξίμπης. Ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακο.Η χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Σοβαροί αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, φαρμακευτικό εξάνθημα με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) ή σύνδρομο υπερευαισθησίας)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν σελεκοξίμπη. Ασθενείς με ιστορικό αλλεργίας σε σουλφοναμίδες ή σε οποιοδήποτε άλλο φάρμακο.Η χορήγηση της σελεκοξίμπης πρέπει να διακόπτεται με την πρώτη εμφάνιση δερματικού εξανθήματος, βλάβης του βλεννογόνου ή οποιουδήποτε άλλου σημείου υπερευαισθησίας.
-
Κάλυψη πυρετού και άλλων συμπτωμάτων της φλεγμονής
-
Σοβαρά περιστατικά αιμορραγίας (θανατηφόρα) και αυξημένος χρόνος προθρομβίνης (INR)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος βαρφαρινοειδή/κουμαρινοειδή αντιπηκτικάΟ χρόνος προθρομβίνης (INR) θα πρέπει να παρακολουθείται στενά, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας με σελεκοξίμπη ή κατά την αλλαγή της δόσης της σελεκοξίμπης. Προσοχή απαιτείται στις περιπτώσεις συνδυασμού σελεκοξίμπης με βαρφαρίνη ή άλλα από του στόματος αντιπηκτικά, συμπεριλαμβανομένων νέων αντιπηκτικών (π.χ. απιξαμπάνης, νταμπιγκατράνης και ριβαροξαμπάνης).
-
Δυσανεξία στη λακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά νοσήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση κινδύνου αιμορραγικών επιπλοκών, αύξηση χρόνου προθρομβίνης INRΣύστασηΠαρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης και του INR, ειδικά τις πρώτες ημέρες μετά την έναρξη ή αλλαγή δόσης σελεκοξίμπης.
-
Άλλα αντιπηκτικάπροσοχήΑύξηση κινδύνου αιμορραγικών επιπλοκώνΣύστασηΠαρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης.
-
Αναστολείς ΜΕΑπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση κινδύνου οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
Ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση κινδύνου οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
ΔιουρητικάπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης, αύξηση κινδύνου οξείας νεφρικής ανεπάρκειαςΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας.
-
β-αποκλειστέςπροσοχήΜείωση της αντιυπερτασικής δράσης
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
προσοχήΑύξηση της νεφροτοξικής επίδρασηςΣύστασηΠαρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (χαμηλή δόση)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος γαστρεντερικού έλκους ή άλλων γαστρεντερικών επιπλοκώνΣύστασηΔεν μπορεί να αντικαταστήσει το ASA για ΚΑ προφύλαξη.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, αντιαρρυθμικά)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα των υποστρωμάτωνΣύστασηΜείωση δόσης υποστρωμάτων CYP2D6 όταν αρχίζει η σελεκοξίμπη ή αύξηση όταν διακόπτεται.
-
Δεξτρομεθορφάνη (υπόστρωμα CYP2D6)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα (2,6 φορές)ΣύστασηΜείωση δόσης δεξτρομεθορφάνης όταν αρχίζει η σελεκοξίμπη ή αύξηση όταν διακόπτεται.
-
Μετοπρολόλη (υπόστρωμα CYP2D6)προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα (1,5 φορά)ΣύστασηΜείωση δόσης μετοπρολόλης όταν αρχίζει η σελεκοξίμπη ή αύξηση όταν διακόπτεται.
-
παρακολούθησηΠιθανή αναστολή μεταβολισμού CYP2C19 (κλινική σημασία άγνωστη)
-
προσοχήΠιθανή εμφάνιση τοξικότητας σχετιζόμενης με τη μεθοτρεξάτηΣύστασηΕπαρκής προσοχή κατά τον συνδυασμό.
-
προσοχήΑύξηση Cmax και AUC λιθίου (16% και 18% αντίστοιχα)ΣύστασηΠροσεκτική παρακολούθηση λιθίου κατά την έναρξη ή διακοπή σελεκοξίμπης.
-
Από του στόματος αντισυλληπτικάασφαλέςΚαμία κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική
-
Τομπουταμίδη (υπόστρωμα CYP2C9)ασφαλέςΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
ΓκλιμπενκλαμίδηασφαλέςΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική σε κλινικά σημαντικό βαθμό
-
Αναστολείς του CYP2C9 (όπως φλουκοναζόλη)αντένδειξηΠεραιτέρω αυξήσεις της έκθεσης στη σελεκοξίμπη σε άτομα με μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9. Αύξηση Cmax (60%) και AUC (130%) της σελεκοξίμπης με φλουκοναζόλη.ΣύστασηΝα αποφεύγονται σε άτομα με γνωστό μειωμένο μεταβολισμό CYP2C9. Χρησιμοποιείται το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης σε ασθενείς που λαμβάνουν φλουκοναζόλη.
-
προσοχήΜείωση των συγκεντρώσεων της σελεκοξίμπης στο πλάσμα
-
ασφαλέςΔεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
-
ΑντιόξιναασφαλέςΔεν επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Φαρυγγίτιδα
- Ουρολοίμωξη
- Έρπης ζωστήρας
- Ρινίτιδα
- Μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο (Όχι συχνές)
- Ερυσίπελας (Όχι συχνές)
- Βρογχοπνευμονία (Όχι συχνές)
- Λοίμωξη των ούλων (Όχι συχνές)
- Αναιμία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Πανκυτταροπενία
- Εκχύμωση
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική καταπληξία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερκαλιαιμία
- Αύξηση βάρους
- Αυξημένο νάτριο αίματος (Όχι συχνές)
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Συγχυτική κατάσταση
- Κόπωση
- Οίδημα προσώπου
- Θωρακικό άλγος
- Ψευδαισθήσεις (Σπάνιες)
- Ζάλη
- Υπερτονία
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υπνηλία
- Δυσγευσία
- Εγκεφαλικό έμφρακτο (Όχι συχνές)
- Αταξία (Σπάνιες)
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία (συμπεριλαμβανομένης της θανατηφόρου ενδοκρανιακής αιμορραγίας) (Σπάνιες)
- Μηνιγγίτιδα άσηπτη (Σπάνιες)
- Επιληψία (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας επιληψίας) (Σπάνιες)
- Αγευσία (Μη γνωστή)
- Ανοσμία (Μη γνωστή)
- Θάμβος όρασης (Όχι συχνές)
- Οφθαλμική αιμορραγία (Σπάνιες)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίας (Πολύ σπάνιες)
- Απόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβας (Πολύ σπάνιες)
- Εξιδρώματα του υαλοειδούς σώματος (Όχι συχνές)
- Αιμορραγία του επιπεφυκότα (Όχι συχνές)
- Επιπεφυκίτιδα
- Εμβοές
- Υποακοΐα (Όχι συχνές)
- Λαβυρινθίτιδα (Όχι συχνές)
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Αρρυθμία (Σπάνιες)
- Υπέρταση (περιλαμβανομένης της επιδεινωθείσας υπέρτασης) (Συχνές)
- Αγγειίτιδα (Σπάνιες)
- Πνευμονική εμβολή
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Δυσφωνία
- Έξαψη
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Πνευμονίτιδα (Σπάνιες)
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Μετεωρισμός
- Έμετος
- Δυσφαγία
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστρίτιδα
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Παγκρεατίτιδα
- Στοματίτιδα (Όχι συχνές)
- Γαστρεντερική φλεγμονή (συμπεριλαμβανομένης της επιδεινωθείσας φλεγμονής του γαστρεντερικού) (Όχι συχνές)
- Ερυγή (Όχι συχνές)
- Δωδεκαδακτυλικό έλκος (Σπάνιες)
- Γαστρικό έλκος (Σπάνιες)
- Οισοφαγικό έλκος (Σπάνιες)
- Έλκος εντέρου (Σπάνιες)
- Έλκος παχέος εντέρου (Σπάνιες)
- Εντερική διάτρηση (Σπάνιες)
- Οισοφαγίτιδα (Σπάνιες)
- Μέλαινα (Σπάνιες)
- Κολίτιδα (Σπάνιες)
- Σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (Συχνές)
- Αιμορραγία αιμορροΐδων (Όχι συχνές)
- Συχνές κενώσεις (Όχι συχνές)
- Εξέλκωση του στόματος (Όχι συχνές)
- Μη φυσιολογική ηπατική λειτουργία
- Ηπατίτιδα
- Χολόσταση
- Ίκτερος
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (συμπεριλαμβανομένων των αυξημένων επιπέδων SGOT και SGPT) (Συχνές)
- Ηπατική ανεπάρκεια (κάποιες φορές θανατηφόρα ή απαιτούσε μεταμόσχευση ήπατος) (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα κεραυνοβόλος (κάποιες φορές θανατηφόρα) (Σπάνιες)
- Ηπατική νέκρωση (Σπάνιες)
- Ηπατίτιδα χολοστατική (Σπάνιες)
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Αλωπεκία
- Φωτοευαισθησία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Κνησμός (περιλαμβάνεται και κνησμός γενικευμένος) (Συχνές)
- Δερματίτιδα αποφολιδωτική (Πολύ σπάνιες)
- Φαρμακευτική αντίδραση με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (σύνδρομο DRESS) (Πολύ σπάνιες)
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση (AGEP) (Πολύ σπάνιες)
- Δερματίτιδα πομφολυγώδης (Πολύ σπάνιες)
- Αρθραλγία
- Μυϊκοί σπασμοί (μυϊκοί σπασμοί των κάτω άκρων) (Όχι συχνές)
- Μυοσίτιδα (Σπάνιες)
- Γάγγλιο (Όχι συχνές)
- Κάταγμα κάτω άκρου (Όχι συχνές)
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Αυξημένη ουρία αίματος
- Υπονατριαιμία
- Νεφρική ανεπάρκεια οξεία (Σπάνιες)
- Διάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίων (Πολύ σπάνιες)
- Σπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσεις (Πολύ σπάνιες)
- Νεφρωσικό σύνδρομο
- Νεφρολιθίαση
- Νυκτουρία
- Διαταραχές εμμήνου ρύσης
- Γυναικεία στειρότητα (γυναικεία γονιμότητα μειωμένη) (Πολύ σπάνιες)
- Αιμορραγία του κόλπου (Όχι συχνές)
- Ευαισθησία μαστού (Όχι συχνές)
- Γριπώδης συνδρομή (Συχνές)
- Περιφερικό οίδημα/κατακράτηση υγρών (Συχνές)
- Κάκωση (τυχαία κάκωση) (Όχι συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚαλοήθης υπερπλασία προστάτηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΚατακράτηση υγρώνΓενικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική ηπατική λειτουργίαΉπαρ
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
ΣυχνέςΣύνδρομο ευερέθιστου εντέρουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία αιμορροΐδωνΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία κόλπουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία του επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο νάτριο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒρογχοπνευμονίαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓάγγλιοΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓαστρεντερική φλεγμονήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕγκεφαλικό έμφρακτοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕξέλκωση στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξιδρώματα υαλοειδούς σώματοςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕρυγήΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕρυσίπελαςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΕυαισθησία μαστούΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΘάμβος όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚάκωσηΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΚάταγμα κάτω άκρουΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛίπωμαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΛαβυρινθίτιδαΑυτί
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΛοίμωξη ούλωνΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜόλυνση από ελικοβακτηρίδιοΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣυχνές κενώσειςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥποακοΐαΑυτί
-
ΣπάνιεςΆσηπτη μηνιγγίτιδαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΈλκος εντέρουΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΈλκος παχέος εντέρουΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑταξίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓαστρικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές εμμήνου ρύσηςΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔωδεκαδακτυλικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕνδοκρανιακή αιμορραγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕντερική διάτρησηΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΕπιδείνωση επιληψίαςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπιληψίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΗπατική ανεπάρκειαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατική νέκρωσηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚεραυνοβόλος ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΚολίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜέλαιναΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΟισοφαγίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟισοφαγικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟφθαλμική αιμορραγίαΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
ΣπάνιεςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΧολοστατική ηπατίτιδαΉπαρ
-
ΣπάνιεςΧολόστασηΉπαρ
-
ΣπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτική καταπληξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικής αρτηρίαςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΑπόφραξη αμφιβληστροειδικής φλέβαςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικεία στειρότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΔιάμεση νεφρίτιδα των ουροφόρων σωληναρίωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη γυναικεία γονιμότηταΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΝεφρωσικό σύνδρομοΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΠομφολυγώδης δερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣπειραματονεφρίτιδα με ελάχιστες αλλοιώσειςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
Μη γνωστήΑγευσίαΝευρικό
-
Μη γνωστήΑνοσμίαΝευρικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΜελέτες σε πειραματόζωα (αρουραίους και κουνέλια) έδειξαν τοξικότητα επί της αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένων δυσπλασιών (βλ. Αντενδείξεις και Προκλινικά δεδομένα). Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την κύηση. Στοιχεία από επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο αυθόρμητης αποβολής μετά τη χρήση αναστολέων της σύνθεσης προσταγλανδινών στην αρχή της κύησης. Ο κίνδυνος για τον άνθρωπο κατά την κύηση δεν είναι γνωστός, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Η σελεκοξίμπη, όπως και άλλα φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν τη σύνθεση των προσταγλανδινών, μπορεί να προκαλέσει αδράνεια της μήτρας και πρόωρη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου κατά το τρίτο τρίμηνο της κύησης. Κατά τη διάρκεια του δευτέρου ή τρίτου τριμήνου της κύησης, τα ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, μπορεί να προκαλέσουν νεφρική δυσλειτουργία στο έμβρυο, η οποία μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα μείωση του όγκου του αμνιακού υγρού ή ολιγοϋδράμνιο σε σοβαρές περιπτώσεις. Τέτοιες επιδράσεις μπορεί να προκύψουν σύντομα μετά την έναρξη της θεραπείας και είναι συνήθως αναστρέψιμες. Η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται στην εγκυμοσύνη και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις). Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να διακόπτεται.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ σελεκοξίμπη απεκκρίνεται στο γάλα αρουραίων κατά την περίοδο της γαλουχίας σε συγκεντρώσεις παραπλήσιες με αυτές του πλάσματος. Χορήγηση σελεκοξίμπης σε ένα περιορισμένο αριθμό γυναικών που θηλάζουν έδειξε πολύ μικρή μεταφορά της σελεκοξίμπης στο μητρικό γάλα. Γυναίκες που λαμβάνουν Σελεκοξίμπη δεν πρέπει να θηλάζουν.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΒάσει του μηχανισμού δράσης, η χρήση ΜΣΑΦ, συμπεριλαμβανομένης της σελεκοξίμπης, ενδέχεται να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την ωοθυλακιορρηξία, πράγμα που έχει συσχετιστεί με αναστρέψιμη υπογονιμότητα σε ορισμένες γυναίκες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Μη-στεροειδή αντιφλεγμονώδη και αντιρρευματικά φάρμακα, ΜΣΑΦ, Κοξίμπες, κωδικός ATC: M01AH01.
Μηχανισμός δράσης
Η σελεκοξίμπη αποτελεί έναν από του στόματος χορηγούμενο εκλεκτικό αναστολέα της κυκλοοξυγονάσης-2 (COX-2), στις κλινικές δόσεις (200-400 mg ημερησίως). Δεν έχει παρατηρηθεί στατιστικά σημαντική αναστολή της δράσης της COX-1 (που καθορίζεται από την αναστολή του σχηματισμού ex vivo της θρομβοξάνης Β[TxB]) σε αυτές τις δόσεις σε υγιείς εθελοντές.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η κυκλοοξυγονάση είναι υπεύθυνη για τη σύνθεση των προσταγλανδινών. Δύο ισομορφές, η COX-1 και η COX-2, έχουν προσδιορισθεί. Η COX-2 αποτελεί την ισομορφή του ενζύμου, για την οποία έχει αποδειχθεί ότι παράγεται επαγωγικά κατόπιν προφλεγμονωδών ερεθισμάτων και θεωρείται κυρίως υπεύθυνη για τη σύνθεση των προστανοειδών που διαμεσολαβούν στην πρόκληση άλγους, φλεγμονής και πυρετού. Η COX-2 εμπλέκεται επίσης στην ωορρηξία, και την εμφύτευση του γονιμοποιηθέντος ωαρίου, στη σύγκλειση του αρτηριακού πόρου, στη ρύθμιση της νεφρικής λειτουργίας καθώς και στη ρύθμιση των λειτουργιών του κεντρικού νευρικού συστήματος (επαγωγή πυρετού, αίσθημα πόνου και γνωστική λειτουργία). Επίσης, είναι πιθανόν να παίζει κάποιο ρόλο στη θεραπεία του έλκους. Η COX-2 έχει ανιχνευτεί στον ιστό που περιβάλλει τα γαστρικά έλκη στους ανθρώπους, ωστόσο δεν έχει εξακριβωθεί η σχέση της με την επούλωση του έλκους.
Η διαφορά στην αντιαιμοπεταλιακή δράση μεταξύ ορισμένων ΜΣΑΦ που αναστέλλουν την COX-1 και των εκλεκτικών αναστολέων της COX-2, μπορεί να είναι κλινικής σημασίας σε ασθενείς με κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων. Οι εκλεκτικοί αναστολείς COX-2 μειώνουν το σχηματισμό της συστηματικής (και επομένως πιθανά ενδοθηλιακής) προστακυκλίνης, χωρίς να επηρεάζουν τη θρομβοξάνη των αιμοπεταλίων.
Η σελεκοξίμπη αποτελεί μία φέρουσα διαρυλο-υποκαταστάτες πυραζόλη, χημικώς παρόμοια με άλλες μη-αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. θειαζίδες, φουροσεμίδη), αλλά διαφέρει από τις αρυλαμινο σουλφοναμίδες (π.χ. σουλφαμεθοξαζόλη και άλλα αντιβιοτικά της ομάδας των σουλφοναμίδων). Δοσοεξαρτώμενη επίδραση στο σχηματισμό TxB έχει παρατηρηθεί μετά από υψηλές δόσεις σελεκοξίμπης. Ωστόσο, σε μικρές μελέτες πολλαπλών δόσεων με 600 mg δύο φορές ημερησίως (τριπλάσια της μέγιστης συνιστώμενης δόσης) σε υγιή άτομα, η σελεκοξίμπη δεν είχε επίδραση στη συσσώρευση των αιμοπεταλίων και στο χρόνο ροής σε σύγκριση προς το εικονικό φάρμακο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Έχουν διενεργηθεί αρκετές κλινικές μελέτες, οι οποίες επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου στην οστεοαρθρίτιδα, τη ρευματοειδή αρθρίτιδα και την αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα. Η σελεκοξίμπη έχει αξιολογηθεί στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στην οστεοαρθρίτιδα του γόνατος και του ισχίου, σε 4.200 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδων. Αξιολογήθηκε επίσης στην αντιμετώπιση της φλεγμονής και του πόνου στη ρευματοειδή αρθρίτιδα σε 2.100 ασθενείς περίπου, κατά τη διάρκεια ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο δοκιμών διάρκειας μέχρι 24 εβδομάδων. Η σελεκοξίμπη σε ημερήσιες δόσεις των 200 mg-400 mg παρείχε ανακούφιση από τον πόνο μέσα σε 24 ώρες από τη χορήγησή της. Η σελεκοξίμπη αξιολογήθηκε στη συμπτωματική θεραπεία της αγκυλοποιητικής σπονδυλίτιδας σε 896 ασθενείς κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών ελεγχόμενων με δραστικό και εικονικό φάρμακο διάρκειας μέχρι 12 εβδομάδες. Στις μελέτες αυτές, η σελεκοξίμπη σε δόσεις των 100 mg δύο φορές την ημέρα, 200 mg άπαξ ημερησίως, 200 mg δύο φορές την ημέρα και 400 mg άπαξ ημερησίως, παρείχε σημαντική βελτίωση στον πόνο, την ενεργότητα της νόσου και την λειτουργικότητα των ασθενών με αγκυλοποιητική σπονδυλίτιδα.
Σε 5 διπλά τυφλές τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες, διενεργήθηκαν προγραμματισμένες ενδοσκοπήσεις του ανωτέρου γαστρεντερικού συστήματος επί 4.500 ασθενών περίπου που δεν παρουσίαζαν αρχική εξέλκωση, (οι δόσεις της σελεκοξίμπης κυμαίνονταν από 50 mg έως 400 mg, χορηγούμενες δύο φορές την ημέρα). Σε ενδοσκοπικές μελέτες διάρκειας 12 εβδομάδων, η σελεκοξίμπη (100-800 mg ημερησίως) συσχετίστηκε με σημαντικά μειωμένο κίνδυνο για γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη σε σύγκριση με τη ναπροξένη (1.000 mg ημερησίως) και την ιβουπροφαίνη (2.400 mg ημερησίως). Τα δεδομένα ήταν αντιφατικά σε σύγκριση με τη δικλοφενάκη (150 mg ημερησίως). Σε δύο από τις μελέτες, διάρκειας 12 εβδομάδων, το ποσοστό των ασθενών με αποδεδειγμένα ενδοσκοπικά γαστροδωδεκαδακτυλικά έλκη, δεν ήταν σημαντικά διαφορετικό μεταξύ του εικονικού φαρμάκου και της σελεκοξίμπης 200 mg και 400 mg 2 φορές ημερησίως.
Σε μια προοπτική μελέτη ασφάλειας μακράς διάρκειας (διάρκεια 6 έως 15 μήνες, μελέτη CLASS), 5.800 ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα και 2.200 ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα έλαβαν 400 mg σελεκοξίμπης, 2 φορές ημερησίως (4πλάσια και 2πλάσια της συνιστώμενης δόσης στην οστεοαρθρίτιδα και ρευματοειδή αρθρίτιδα, αντίστοιχα), 800 mg ιβουπροφαίνης τρεις φορές ημερησίως, ή 75 mg δικλοφενάκης δύο φορές ημερησίως (και οι δύο σε θεραπευτικές δόσεις). Στο 22% των εγγεγραμμένων ασθενών συγχορηγήθηκε χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος (≤325 mg ημερησίως), κυρίως για ΚΑ προφύλαξη. Για το πρωτεύον τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα έλκη (οριζόμενα ως γαστρεντερική αιμορραγία, διάτρηση ή απόφραξη), η σελεκοξίμπη δεν διέφερε σημαντικά ούτε από την ιβουπροφαίνη ούτε από τη δικλοφενάκη. Επίσης, για τη συνδυασμένη ομάδα των ΜΣΑΦ δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικώς σημαντική διαφορά, όσον αφορά τα επιπλεγμένα έλκη (σχετικός κίνδυνος 0,77, 95% CI 0,41-1,46, βασισμένο στη διάρκεια ολόκληρης της μελέτης). Για το συνδυασμένο τελικό σημείο, δηλαδή τα επιπλεγμένα και συμπτωματικά έλκη, η συχνότητα εμφάνισης ήταν σημαντικά μειωμένη στην ομάδα της σελεκοξίμπης σε σύγκριση με την ομάδα των ΜΣΑΦ, με σχετικό κίνδυνο 0,66, 95% CI 0,45-0,97, όχι όμως μεταξύ σελεκοξίμπης και δικλοφενάκης. Αυτοί οι ασθενείς, στους οποίους συγχορηγήθηκε σελεκοξίμπη και χαμηλή δόση ακετυλοσαλικυλικού οξέος, εμφάνισαν επιπλεγμένα έλκη με συχνότητα 4 φορές υψηλότερη σε σύγκριση με όσους έλαβαν μόνο σελεκοξίμπη. Η συχνότητα εμφάνισης κλινικά σημαντικών μειώσεων στην αιμοσφαιρίνη (>2 g/dL), η οποία επιβεβαιώθηκε με επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που τους χορηγήθηκε σελεκοξίμπη σε σύγκριση με τα ΜΣΑΦ, σχετικός κίνδυνος 0,29, 95% CI 0,17-0,48. Η σημαντικά μειωμένη συχνότητα εμφάνισης αυτού του γεγονότος με τη σελεκοξίμπη διατηρήθηκε με ή χωρίς τη χρήση του ακετυλοσαλικυλικού οξέος.
Σε μια προοπτική τυχαιοποιημένη μελέτη ασφάλειας 24 εβδομάδων, σε ασθενείς ηλικίας ≥60 ετών ή που είχαν ιστορικό γαστροδωδεκαδακτυλικών ελκών [εξαιρουμένων των χρηστών ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA)], τα ποσοστά των ασθενών με μείωση της αιμοσφαιρίνης (≥2 g/dL) και/ή του αιματοκρίτη (≥10%) επιβεβαιωμένης ή υποτιθέμενης γαστρεντερικής προέλευσης, ήταν χαμηλότερα σε ασθενείς που θεραπεύονταν με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές την ημέρα (Ν=2.238) σε σύγκριση με τους ασθενείς που θεραπεύονταν με δικλοφενάκη SR 75 mg δύο φορές την ημέρα μαζί με ομεπραζόλη 20 mg μία φορά την ημέρα (Ν=2.246) (0,2% έναντι 1,1% για επιβεβαιωμένη γαστρεντερική προέλευση, p=0,004· 0,4% έναντι 2,4% για υποτιθέμενη γαστρεντερική προέλευση, p=0,0001). Τα ποσοστά κλινικά έκδηλων γαστρεντερικών επιπλοκών, όπως διάτρηση, απόφραξη ή αιμορραγία ήταν πολύ χαμηλά χωρίς διαφορές μεταξύ των ομάδων θεραπείας (4-5 ανά ομάδα).
Καρδιαγγειακή ασφάλεια - μακροχρόνιες μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση
Δύο μελέτες που περιλαμβάνουν ασθενείς με σποραδική αδενωματώδη πολυποδίαση διεξήχθησαν με τη σελεκοξίμπη: η μελέτη APC (Adenoma Prevention with Celecoxib) και η μελέτη PreSAP (Prevention of Spontaneous Adenomatous Polyps). Στη μελέτη APC, υπήρχε μία δοσοεξαρτώμενη αύξηση με τη σελεκοξίμπη στο σύνθετο τελικό σημείο για τον ΚΑ θάνατο, το έμφραγμα του μυοκαρδίου ή το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, κατά τη διάρκεια 3 ετών θεραπείας. Η μελέτη PreSAP δεν έδειξε στατιστικά σημαντικά αυξημένο κίνδυνο για το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο.
Στη μελέτη APC, οι σχετικοί κίνδυνοι σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για το σύνθετο τελικό σημείο του ΚΑ θανάτου, του εμφράγματος του μυοκαρδίου ή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 3,4 (95% CI 1,4 - 8,5) με σελεκοξίμπη 400 mg δύο φορές ημερησίως και 2,8 (95% CI 1,1 - 7,2) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο, για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 3,0% (20/671 άτομα) και 2,5% (17/685 άτομα), αντίστοιχα, σε σύγκριση με 0,9% (6/679 άτομα), για το εικονικό φάρμακο. Οι αυξήσεις για αμφότερες τις δοσολογικές ομάδες της σελεκοξίμπης έναντι του εικονικού φαρμάκου οφείλονταν κυρίως σε αυξημένη συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Στη μελέτη PreSAP, ο σχετικός κίνδυνος, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, για αυτό το ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,2 (95% CI 0,6 - 2,4) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως. Η αθροιστική αναλογία για αυτό το σύνθετο τελικό σημείο για χρονικό διάστημα πάνω από 3 χρόνια ήταν 2,3% (21/933 άτομα) και 1,9% (12/628 άτομα), αντίστοιχα. Η συχνότητα του εμφράγματος του μυοκαρδίου (επιβεβαιωμένα περιστατικά) ήταν 1,0% (9/933 άτομα) με σελεκοξίμπη 400 mg άπαξ ημερησίως και 0,6% (4/628 άτομα) με το εικονικό φάρμακο.
Δεδομένα από μία τρίτη μακροχρόνια μελέτη, την ADAPT (The Alzheimer’s Disease Anti-Inflammatory Prevention Trial), δεν έδειξαν σημαντικά αυξημένο ΚΑ κίνδυνο με τη σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως, σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Ο σχετικός κίνδυνος για ένα ίδιο σύνθετο τελικό σημείο (ΚΑ θάνατος, έμφραγμα του μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο), σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο ήταν 1,14 (95% CI 0,61 - 2,12) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως. Η συχνότητα του εμφράγματος μυοκαρδίου ήταν 1,1% (8/717 ασθενείς) με σελεκοξίμπη 200 mg δύο φορές ημερησίως και 1,2% (13/1070 ασθενείς) με το εικονικό φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Απορρόφηση
Η σελεκοξίμπη απορροφάται καλώς, επιτυγχάνοντας κορυφαίες συγκεντρώσεις στο πλάσμα μετά από περίπου 2-3 ώρες. Η λήψη των δόσεων μαζί με τροφή (γεύμα υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη) καθυστερεί την απορρόφηση της σελεκοξίμπης περίπου κατά 1 ώρα, οδηγώντας σε μια Tmax ίση με περίπου 4 ώρες, και αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα περίπου κατά 20%.
Σε υγιείς ενήλικες εθελοντές, η συνολική συστηματική έκθεση (AUC) στη σελεκοξίμπη ήταν η ίδια όταν η σελεκοξίμπη χορηγήθηκε ως ακέραιο καψάκιο και όταν χορηγήθηκε ως περιεχόμενο καψακίου πασπαλισμένο σε πουρέ μήλου. Δεν υπήρξε καμία σημαντική διαφοροποίηση στις τιμές Cmax, Tmax ή T έπειτα από τη χορήγηση του περιεχομένου του καψακίου μέσα σε πουρέ μήλου.
Κατανομή
Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 97% στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις στο πλάσμα και το φαρμακευτικό προϊόν δεν συνδέεται εκλεκτικά με ερυθροκύτταρα.
Βιομετασχηματισμός
Ο μεταβολισμός της σελεκοξίμπης διαμεσολαβείται κυρίως μέσω του κυτοχρώματος P450 2C9. Τρεις μεταβολίτες, μη δραστικοί, ως αναστολείς της COX-1 ή της COX-2, έχουν ανιχνευθεί στο ανθρώπινο πλάσμα, π.χ. μία πρωτοταγής αλκοόλη, το αντίστοιχο καρβοξυλικό οξύ και το συζευγμένο του γλυκουρονίδιο.
Η δραστηριότητα του κυτοχρώματος P450 2C9 μειώνεται σε άτομα με γενετικό πολυμορφισμό που οδηγεί σε μειωμένη ενζυμική δραστηριότητα, όπως στα άτομα που είναι ομόζυγα για τον πολυμορφισμό του CYP2C9*3.
Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη που χορηγήθηκαν 200 mg σελεκοξίμπης άπαξ ημερησίως σε υγιείς εθελοντές με γονότυπο είτε CYP2C9*1/1, CYP2C91/3 ή CYP2C93/3, οι διάμεσες Cmax και AUC0-24 της σελεκοξίμπης, την ημέρα 7, ήταν κατά προσέγγιση 4πλάσιες και 7πλάσιες αντίστοιχα, σε άτομα με γονότυπο CYP2C93/3 σε σύγκριση με τους άλλους γονοτύπους. Σε τρεις μεμονωμένες μελέτες με άπαξ δόση, που συμπεριελάμβαναν συνολικά 5 άτομα με γονοτύπους CYP2C93/*3, η χορήγηση μίας άπαξ δόσης αύξησε την AUC0-24 κατά προσέγγιση 3 φορές σε σύγκριση με τα άτομα που έχουν φυσιολογικό μεταβολισμό. Εκτιμάται ότι η συχνότητα του ομόζυγου *3/*3 γονότυπου είναι 0,3-1,0% σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες.
Σε ασθενείς που είναι γνωστό ή πιθανολογείται ότι έχουν μειωμένο μεταβολισμό στο CYP2C9 με βάση το προηγούμενο ιστορικό/εμπειρία με άλλα υποστρώματα του CYP2C9, η σελεκοξίμπη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή (βλ. Δοσολογία).
Δεν έχουν βρεθεί κλινικά σημαντικές διαφορές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της σελεκοξίμπης μεταξύ Αφρο-Αμερικανών και Καυκάσιων.
Οι συγκεντρώσεις της σελεκοξίμπης στο πλάσμα είναι περίπου 100% αυξημένες σε ηλικιωμένες γυναίκες (>65 ετών).
Ασθενείς με ήπιας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία παρουσίασαν μία μέση ποσοστιαία αύξηση της Cmax και της AUC της σελεκοξίμπης ίση με 53% και 26%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αντίστοιχες τιμές σε άτομα με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία ήταν 41% και 146%, αντίστοιχα. Η ικανότητα μεταβολισμού του φαρμάκου από ασθενείς με ήπιας έως μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία συσχετίζονταν καλύτερα με τις τιμές της λευκωματίνης του ορού τους. Η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει με το ήμισυ της συνιστώμενης δόσης, σε ασθενείς με μέτριας βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού 25-35 g/l). Δεν έχει μελετηθεί ο μεταβολισμός του φαρμάκου σε ασθενείς με βαριάς μορφής ηπατική δυσλειτουργία (λευκωματίνη ορού <25 g/l), κατά συνέπεια η σελεκοξίμπη αντενδείκνυται σε αυτή την ομάδα των ασθενών.
Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία με τη σελεκοξίμπη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική της σελεκοξίμπης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, αλλά είναι απίθανο να παρουσιάζει αξιόλογη μεταβολή στους ασθενείς αυτούς. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών με νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση του φαρμάκου αντενδείκνυται σε ασθενείς με βαριάς μορφής νεφρική δυσλειτουργία.
Αποβολή
Η σελεκοξίμπη αποβάλλεται κυρίως με μεταβολισμό. Λιγότερο από το 1% της δόσης απεκκρίνεται αναλλοίωτο στα ούρα. Η διαφοροποίηση έκθεσης στη σελεκοξίμπη μεταξύ των ατόμων είναι περίπου στο 10πλάσιο. Η σελεκοξίμπη παρουσιάζει φαρμακοκινητική ανεξάρτητη από τη δόση και το χρόνο, εντός των ορίων των θεραπευτικών δόσεων. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής είναι 8-12 ώρες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση επιτυγχάνονται μέσα στις 5 πρώτες ημέρες της θεραπείας.