CHLORPHENAMINE
Χλωροφαιναμίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Αντιισταμινικά συστηματικής χρήσης - υποκατεστημένες αλκυλαμίνες** Κωδικός ATC: R06AB04 ### Μηχανισμός δράσης Η χλωροφαινιραμίνη είναι ένα **ισχυρό αντιισταμινικό** (ανταγωνιστής Η1).
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: κάθε 6-8 ώρες
- Δόση έναρξης: 1 δισκίο (ενήλικες) ή 10 ml (4mg) (ενήλικες)
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνω (δισκία)Δόση1 δισκίοΜέγ. δόση6 δισκία (24mg) το 24ωρο
-
Ηλικιωμένοι (δισκία)Μέγ. δόση12mg το 24ωροΠιο πιθανό να παρουσιάσουν νευρολογικά αντιχολινεργικά συμπτώματα. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση χαμηλότερης ημερήσιας δόσης.
-
Παιδιά ηλικίας 6-12 ετών (δισκία)Δόση½ δισκίοΜέγ. δόση3 δισκία (12mg) το 24ωρο
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετών (δισκία)Δεν συνιστάται
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας από 12 ετών και άνω (σιρόπι)Δόση10 ml (4mg)Μέγ. δόση60ml (24mg) το 24ωρο
-
Ηλικιωμένοι (σιρόπι)Μέγ. δόση12mg το 24ωροΠιο πιθανό να παρουσιάσουν νευρολογικά αντιχολινεργικά συμπτώματα. Θα πρέπει να εξετάζεται η χρήση χαμηλότερης ημερήσιας δόσης.
-
Παιδιά ηλικίας 6-12 ετών (σιρόπι)Δόση5ml (2mg)Μέγ. δόση30ml (12mg) το 24ωρο
-
Παιδιά ηλικίας 2-6 ετών (σιρόπι)Δόση2,5 ml (1 mg)Μέγ. δόση15 ml (6 mg) το 24ωρο
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 2 ετών (σιρόπι)Δεν συνιστάται
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
ΥπερευαισθησίαΠληθυσμόςασθενείς με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις αλκυλαμίνες, ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1, ή στα αντιισταμινικά
-
Ταυτόχρονη χρήση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ)Πληθυσμόςασθενείς που παίρνουν αναστολείς της ΜΑΟ ή έχουν πάρει αναστολείς της ΜΑΟ τις τελευταίες 14 ημέρες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Αντιχολινεργική δράσηπροσοχήΝα χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Νευρολογικά αντιχολινεργικά συμπτώματα και παράδοξη διέγερσηΠληθυσμόςΠαιδιά και ηλικιωμένοιΑυξημένη πιθανότητα εμφάνισης
-
Επίδραση στην ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανημάτωνπροσοχήΜπορεί να επηρεάσει σοβαρά λόγω υπνηλίας, ζαλάδας, θολής όρασης και ψυχοκινητικής δυσλειτουργίας
-
Αλληλεπίδραση με αλκοόλπροσοχήΗ επίδραση του αλκοόλ μπορεί να αυξηθεί, η ταυτόχρονη χρήση πρέπει να αποφεύγεται
-
Ταυτόχρονη χρήση με άλλα αντιισταμινικάπροσοχήΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται με άλλα αντιισταμινικά (συμπεριλαμβανομένων αυτών σε φάρμακα για βήχα και κρυολόγημα)
-
Έκδοχα: Μονοϋδρική λακτόζη (δισκία)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην γαλακτόζη, έλλειψη Lapp-λακτάσης ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
Έκδοχα: Σουκρόζη (σιρόπι)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στην φρουκτόζη, δυσαπορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζης ή ανεπάρκεια σουκράσης - ισομαλτάσηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο
-
Έκδοχα: Σουκρόζη (σιρόπι)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σακχαρώδη διαβήτηΝα λαμβάνεται υπόψη
-
Έκδοχα: Σουκρόζη (σιρόπι)Η μακροχρόνια χρήση αυξάνει τον κίνδυνο τερηδόνας, απαιτείται επαρκής οδοντιατρική υγιεινή
-
Έκδοχα: Methylparaben (Ε218) και Propylparaben (Ε216) (σιρόπι)Μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανώς καθυστερημένα)
-
Έκδοχα: Αιθανόλη (οινόπνευμα) 8,4% vol (σιρόπι)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αλκοολισμόΕίναι επιβλαβές
-
Έκδοχα: Αιθανόλη (οινόπνευμα) 8,4% vol (σιρόπι)προσοχήΠληθυσμόςΈγκυες ή θηλάζουσες μητέρες, παιδιά, ασθενείς με ηπατική νόσο ή επιληψίαΠρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν
-
Έκδοχα: Αζώχρωμα Ponceau 4R Ε124 (σιρόπι)Μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Οινόπνευμα, υπνωτικά, αγχολυτικάπροσοχήΑύξηση των κατασταλτικών επιδράσεωνΣύστασηΘα πρέπει να λαμβάνεται ιατρική συμβουλή πριν την ταυτόχρονη χρήση.
-
παρακολούθησηΑυξάνει τη δραστικότητα της επινεφρίνης
-
προσοχήΠαρεμπόδιση μεταβολισμού φαινυτοΐνης, πιθανή τοξικότητα
-
ΑντιχολινεργικάπροσοχήΕνίσχυση αντιχολινεργικών επιδράσεων
-
Αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟΙs)αντένδειξηΕνίσχυση αντιχολινεργικών επιδράσεων
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία
- Καταστολή ΚΝΣ
- Ζάλη
- Διαταραχή κινητικότητας
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Σπασμοί
- Περιφερική νευρίτιδα
- Κεφαλαλγία
- Ανησυχία
- Ευερεθιστότητα
- Σύγχυση
- Αϋπνία
- Παραισθήσεις
- Υστερία
- Θάμβος οράσεως
- Διπλωπία
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Πτώση πίεσης
- Ξηροστομία
- Επιγαστρικά ενοχλήματα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηρότητα φάρυγγος
- Ανορεξία
- Αύξηση όρεξης
- Αύξηση βάρους
- Συχνουρία
- Κατακράτηση ούρων
- Μείωση σεξουαλικής δραστηριότητας
- Ανικανότητα
- Εξάνθημα
- Φωτοευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Αποξήρανση βρογχικών εκκρίσεων
- Αιμολυτική αναιμία
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Πανκυτοπενία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΊλιγγοςΝευρικό
-
Αίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Αιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
ΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Αναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
ΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
ΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Αποξήρανση βρογχικών εκκρίσεωνΑναπνευστικό
-
ΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Αύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Αύξηση ορέξεως
-
ΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Διαταραχή κινητικότηταςΝευρικό
-
ΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
ΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΕξάνθημαΔέρμα
-
Επιγαστρικά ενοχλήματαΓαστρεντερικό
-
ΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΖάληΝευρικό
-
Θάμβος οράσεωςΟφθαλμικές
-
ΘρομβοπενίαΑίμα
-
Κατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Καταστολή ΚΝΣΝευρικό
-
ΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΛευκοπενίαΑίμα
-
Μείωση σεξουαλικής δραστηριότηταςΑναπαραγωγικό
-
ΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Ξηρότητα φάρυγγος
-
ΠανκυτοπενίαΑίμα
-
ΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Περιφερική νευρίτιδαΝευρικό
-
Πτώση πίεσηςΑγγειακές
-
ΣπασμοίΝευρικό
-
ΣυχνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΤρόμοςΝευρικό
-
ΥπνηλίαΝευρικό
-
ΥστερίαΨυχιατρικές
-
ΦωτοευαισθησίαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΝα μην χρησιμοποιείταιΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα από τη χρήση της χλωροφαινυραμίνης σε εγκύους. Ο πιθανός κίνδυνος για τους ανθρώπους είναι άγνωστος. Η χρήση κατά το 3ο τρίμηνο μπορεί να προκαλέσει ανεπιθύμητες ενέργειες στο νεογέννητο ή στα πρόωρα νεογνά.
-
ΘηλασμόςΝα μην χρησιμοποιείταιΗ χλωροφαινιραμίνη και άλλα αντιισταμινικά μπορεί να καταστείλουν τον θηλασμό και να εκκριθούν στο μητρικό γάλα.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιισταμινικά συστηματικής χρήσης - υποκατεστημένες αλκυλαμίνες Κωδικός ATC: R06AB04
Μηχανισμός δράσης
Η χλωροφαινιραμίνη είναι ένα ισχυρό αντιισταμινικό (ανταγωνιστής Η1). Τα αντιισταμινικά ελαττώνουν ή καταργούν τις δράσεις της ισταμίνης στο σώμα, μέσω ανταγωνιστικού αναστρέψιμου αποκλεισμού των θέσεων υποδοχέων Η1 ισταμίνης στους ιστούς. Η χλωροφαινιραμίνη έχει επίσης αντιχολινεργική δράση.
Τα αντιισταμινικά δρουν για την πρόληψη της απελευθέρωσης ισταμίνης, προσταγλανδινών και λευκοτριενίων και έχει αποδειχθεί ότι αποτρέπουν τη μετανάστευση των φλεγμονωδών μεσολαβητών. Οι δράσεις της χλωροφαινιραμίνης περιλαμβάνουν την παρεμπόδιση της ισταμίνης στους λείους μυς, τη διαπερατότητα των τριχοειδών και συνεπώς τη μείωση του οιδήματος και του πονοκεφάλου σε αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως η αλλεργία και η αναφυλαξία.
Απορρόφηση
Η χλωροφαινιραμίνη απορροφάται καλώς από τον γαστρεντερικό σωλήνα, μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι δράσεις αναπτύσσονται μέσα σε 30 λεπτά, μεγιστοποιούνται μέσα σε 1-2 ώρες και διαρκούν 4-6 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα εκτιμάται ότι είναι 12-15 ώρες.
Βιομετασχηματισμός και Αποβολή
Η χλωροφαινιραμίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ σε μονοδεσμεθυλο- και διδεσμεθυλο- παράγωγα. Περίπου το 22% της από του στόματος δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα.
Απορρόφηση Η χλωροφαινιραμίνη απορροφάται καλώς από τον γαστρεντερικό σωλήνα, μετά την από του στόματος χορήγηση. Οι δράσεις αναπτύσσονται μέσα σε 30 λεπτά, μεγιστοποιούνται μέσα σε 1-2 ώρες και διαρκούν 4-6 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η χλωρ-φαινιραμίνη συνδέεται με τον H1 υποδοχέα της ισταμίνης. Αυτό μπλοκάρει τη δράση της ενδογενούς ισταμίνης, οδηγώντας έτσι σε προσωρινή ανακούφιση από τα αρνητικά συμπτώματα που προκαλούνται από την ισταμίνη.
Οι αντιισταμινικές ουσίες που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία των αλλεργιών δρουν ανταγωνιζόμενες την ισταμίνη για τις θέσεις H1-υποδοχέων στα κύτταρα-στόχους. Έτσι, προλαμβάνουν, αλλά δεν αντιστρέφουν, τις αποκρίσεις που μεσολαβούνται μόνο από την ισταμίνη. Οι αντιισταμινικές ουσίες ανταγωνίζονται, σε διάφορους βαθμούς, τις περισσότερες φαρμακολογικές δράσεις της ισταμίνης, συμπεριλαμβανομένης της κνίδωσης και του κνησμού. Επίσης, οι αντιχολινεργικές δράσεις των περισσότερων αντιισταμινικών ουσιών παρέχουν ξηραντική επίδραση στον ρινικό βλεννογόνο. /Αντιισταμινικά/
Οι H1 ανταγωνιστές αναστέλλουν τις περισσότερες αποκρίσεις του λείου μυός στην ισταμίνη. Ο ανταγωνισμός της συσταλτικής δράσης της ισταμίνης στον αναπνευστικό λείο μυ μπορεί εύκολα να αποδειχθεί in vivo και in vitro. /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
Οι H1 ανταγωνιστές μπλοκάρουν έντονα τη δράση της ισταμίνης που οδηγεί σε αύξηση της διαπερατότητας και στον σχηματισμό οιδήματος και φλυκταινών. /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
Εντός του αγγειακού δικτύου, οι H1 ανταγωνιστές αναστέλλουν τόσο τις αγγειοσυσπαστικές επιδράσεις της ισταμίνης όσο και, σε κάποιο βαθμό, τις ταχύτερες αγγειοδιασταλτικές επιδράσεις που μεσολαβούνται από H1 υποδοχείς στα ενδοθηλιακά κύτταρα. Η εναπομένουσα αγγειοδιαστολή αντανακλά τη συμμετοχή H2 υποδοχέων στους λείους μύες και μπορεί να κατασταλεί μόνο με την ταυτόχρονη χορήγηση ενός H2 ανταγωνιστή. Οι επιδράσεις των ανταγωνιστών της ισταμίνης στις προκαλούμενες από την ισταμίνη αλλαγές στην αρτηριακή πίεση συσχετίζονται με αυτές τις αγγειακές επιδράσεις. /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
Πολλοί από τους H1 ανταγωνιστές τείνουν να αναστέλλουν τις αποκρίσεις στην ακετυλοχολίνη που μεσολαβούνται από μουσκαρινικούς υποδοχείς. Αυτές οι δράσεις τύπου ατροπίνης είναι αρκετά έντονες σε ορισμένα φάρμακα ώστε να εκδηλώνονται κατά την κλινική χρήση… /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορροφάται καλά από το γαστρεντερικό σωλήνα.
Μελέτες σε ανθρώπους & πειραματόζωα υποδεικνύουν ότι το [3H]-χλωρ-φαινιραμίνη μηλεϊκό απορροφάται ταχέως & ποσοτικά από το έντερο. Παρόλο που τα επίπεδα πλάσματος της συνολικής ραδιενέργειας παρατείνονται, ο T/2 του πλάσματος της χλωρ-φαινιραμίνης είναι μόνο 12-15 ώρες στους ανθρώπους & 3 ώρες στους σκύλους. Ο T/2 στους ανθρώπους είναι περίπου 3 φορές μεγαλύτερος από τη θεραπευτική επίδραση…
Οι H1 ανταγωνιστές απορροφώνται καλά από το Γ.Ε. σωλήνα. Μετά από από του στόματος χορήγηση, τα μέγιστα επίπεδα πλάσματος επιτυγχάνονται σε 2 έως 3 ώρες και οι επιδράσεις συνήθως διαρκούν 4 έως 6 ώρες· ωστόσο, ορισμένα φάρμακα έχουν πολύ μεγαλύτερη διάρκεια δράσης… /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
Οι H1 αποκλειστές είναι μεταξύ των πολλών φαρμάκων που προκαλούν ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα, και μπορεί να διευκολύνουν τον δικό τους μεταβολισμό. /Ανταγωνιστές Ισταμίνης: H1 Ανταγωνιστές/
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Κυρίως ηπατικά μέσω ενζύμων του Κυτοχρώματος P450 (CYP450).
ΚΥΡΙΟΤΕΡΗ ΘΕΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΗΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΗΠΑΡ. /ΑΝΤΙΪΣΤΑΜΙΝΙΚΑ/
Κυρίως ηπατικά μέσω ενζύμων του Κυτοχρώματος P450 (CYP450). Χρόνος ημίσειας ζωής: 21-27 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
21-27 ώρες
Στους ανθρώπους… T/2 πλάσματος της χλωρ-φαινιραμίνης είναι… 12-15 ώρες… παρόλο που τα επίπεδα πλάσματος της συνολικής ραδιενέργειας παρατείνονται…
Απέκκριση: 14 έως 25 ώρες
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Εδώ περιλαμβάνονται τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας στα ταξίδια, της εποχιακής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού κεντρικών H1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν προλαμβάνοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών διαμεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων διαμεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
3U6IO1965U
ΧΛΩΡ-ΦΕΝΙΡΑΜΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέα Ισταμίνης H1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης-1
Η χλωρ-φαινιραμίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης της χλωρ-φαινιραμίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ισταμίνης H1.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιισταμινικά
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες, συνήθως τοπικοί, που ανακουφίζουν τον κνησμό (pruritus).
Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά αλλά δεν ενεργοποιούν τους H1 υποδοχείς της ισταμίνης, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ενδογενούς ισταμίνης. Εδώ περιλαμβάνονται τα κλασικά αντιισταμινικά που ανταγωνίζονται ή προλαμβάνουν τη δράση της ισταμίνης κυρίως στην άμεση υπερευαισθησία. Δρουν στους βρόγχους, τα τριχοειδή αγγεία και κάποιους άλλους λείους μύες, και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ή την ανακούφιση της ναυτίας στα ταξίδια, της εποχιακής ρινίτιδας και της αλλεργικής δερματίτιδας και για την πρόκληση υπνηλίας. Οι επιδράσεις του αποκλεισμού κεντρικών H1 υποδοχέων δεν είναι τόσο καλά κατανοητές.
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία αλλεργικών αντιδράσεων. Τα περισσότερα από αυτά τα φάρμακα δρουν προλαμβάνοντας την απελευθέρωση φλεγμονωδών διαμεσολαβητών ή αναστέλλοντας τις δράσεις των απελευθερωμένων διαμεσολαβητών στα κύτταρα-στόχους τους. (Από AMA Drug Evaluations Annual, 1994, p475)