EPINEPHRINE
Επινεφρίνη
### Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες **Φαρμακοθεραπευτική ομάδα:** Καρδιακά διεγερτικά εκτός καρδιακών γλυκοσίδων, αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, αδρεναλίνη (επινεφρίνη).
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
T78 Δυσμενείς επιδράσεις, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αναφυλαξία · Οξείες αλλεργικές αντιδράσεις
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ANAPEN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδομυϊκή ένεση
- Χορήγηση: αμέσως μόλις εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα αναφυλακτικού σοκ
- Δόση έναρξης: 300 μικρογραμμάρια
- Τιτλοποίηση: Μπορεί να χορηγηθεί δεύτερη ένεση με ένα επιπλέον Επινεφρίνη 5-15 λεπτά μετά την πρώτη ένεση εάν απουσιάζει κλινική βελτίωση ή εμφανιστεί επιδείνωση.
-
ΕνήλικεςΔόση300 μικρογραμμάριαγια άτομα βάρους κάτω των 60 κιλών
-
ΕνήλικεςΔόση300 ως 500 μικρογραμμάριαγια άτομα βάρους άνω των 60 κιλών, ανάλογα με την κλινική εκτίμηση. Μπορεί να χρειαστούν περισσότερες από μια ενέσεις.
-
Παιδιά και έφηβοιΔόση300 μικρογραμμάριαβάρους άνω των 30 Kg
-
ΠαιδιάΔόση150 μικρογραμμάρια(Επινεφρίνη junior), για παιδιά που ζυγίζουν < 15 kg δεν συνιστάται εκτός εάν η κατάσταση είναι απειλητική για τη ζωή και πρέπει να γίνεται με ιατρική επίβλεψη
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αδρεναλίνη (επινεφρίνη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναγράφονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Οδηγίες χορήγησηςΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠρέπει να λαμβάνουν λεπτομερείς οδηγίες για τις ενδείξεις χορήγησης και τον ορθό τρόπο χορήγησης (βλ. παράγραφο 6.6). Συνιστάται ισχυρά η εκπαίδευση ατόμων του άμεσου περιβάλλοντος του ασθενούς για την ορθή χρήση του Επινεφρίνη σε περίπτωση που απαιτείται υποστήριξη σε μια επείγουσα κατάσταση.
-
Αναζήτηση ιατρικής φροντίδας μετά τη χορήγησηΠληθυσμόςΑσθενείςΠρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναζητούν αμέσως ιατρική φροντίδα μετά τη χορήγηση, για να έχουν στενή παρακολούθηση του αναφυλακτικού επεισοδίου και την επιπρόσθετη θεραπεία που απαιτείται.
-
Διφασική αναφυλαξίαΠληθυσμόςΑσθενής/φροντιστήςΘα πρέπει να γνωρίζει την πιθανότητα διφασικής αναφυλαξίας η οποία χαρακτηρίζεται από αρχική υποχώρηση ακολουθούμενη από επανεμφάνιση των συμπτωμάτων μερικές ώρες αργότερα.
-
Αυξημένος κίνδυνος σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασηςΠληθυσμόςΑσθενείς που πάσχουν ταυτόχρονα από άσθμαΜπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρής αναφυλακτικής αντίδρασης.
-
Προσοχή σε υποκείμενες παθήσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιοπάθεια (στεφανιαία καρδιοπάθεια και καρδιομυοπάθειες, πνευμονική καρδιά, καρδιακές αρρυθμίες ή ταχυκαρδία), υπερθυρεοειδισμό, καρδιαγγειακή νόσο (σοβαρή στηθάγχη, αποφρακτική καρδιομυοπάθεια και κοιλιακή αρρυθμία και υπέρταση), φαιοχρωμοκύττωμα, υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, σοβαρή νεφρική βλάβη, αδένωμα προστάτη που οδηγεί σε κατακράτηση ούρων, υπερασβεστιαιμία, υποκαλιαιμία, διαβήτη, ή σε ηλικιωμένους ή σε εγκύουςΠρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Κίνδυνοι από λάθος τεχνική χορήγησηςΕπαναλαμβανόμενη τοπική ένεση μπορεί να προκαλέσει νέκρωση. Από λάθος ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλική αιμορραγία. Ένεση από λάθος στα χέρια ή στα πόδια μπορεί να προκαλέσει απώλεια αιματικής ροής.
-
ΑλλεργιογόναΠληθυσμόςΑσθενείςΘα πρέπει να προειδοποιούνται σχετικά με τα αλλεργιογόνα και να εξετάζονται όποτε είναι δυνατό ώστε τα συγκεκριμένα αλλεργιογόνα τους να μπορούν να χαρακτηριστούν.
-
Νάτριο μεταδιθειώδεςΠληθυσμόςΕυαίσθητα άτομα, ιδιαίτερα σε εκείνα με ιστορικό άσθματοςΜπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις αλλεργικού τύπου (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών συμπτωμάτων και βρογχόσπασμου). Πρέπει προσεκτικά να καθοδηγούνται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το Επινεφρίνη πρέπει να χρησιμοποιείται.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (και νοραδρενεργικά-σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά όπως βενλαφαξίνη, σιμπουτραμίνη ή μιλνασιπράνη) και αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσηςπροσοχήΑιφνίδια αύξηση της αρτηριακής πίεσης και πιθανή καρδιακή αρρυθμία, ενίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
Αναστολείς της Ο-μεθυλοτρανσφεράσης της κατεχολαμίνης (COMT)προσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
Ορμόνες του θυρεοειδούςπροσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
προσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
ΟξυτοκίνηπροσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
ΠαρασυμπαθυτικολυτικάπροσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
Μερικά αντιισταμινικά (διφαινυδραμίνη, χλωροφαινυραμίνη)προσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
προσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
ΑλκοόληπροσοχήΕνίσχυση δράσεων της αδρεναλίνης
-
Μη-εκλεκτικοί β-αναστολείςπροσοχήΣοβαρή υπέρταση και βραδυκαρδία
-
ΣυμπαθομιμητικάπροσοχήΕνίσχυση των δράσεων της αδρεναλίνης
-
Φάρμακα που μπορεί να ευαισθητοποιήσουν την καρδιά σε αρρυθμίες (π.χ. δακτυλίτιδα, κινιδίνη, αλογονωμένα αναισθητικά)προσοχήΕυαισθητοποίηση καρδιάς σε αρρυθμίεςΣύστασηΤο Επινεφρίνη να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ταχείας δράσης αγγειοδιασταλτικά ή α-αδρενεργικοί αναστολείςπαρακολούθησηΕξουδετέρωση των υπερτασικών δράσεων της αδρεναλίνης
-
β-αναστολείς (ιδιαίτερα μη εκλεκτικούς)παρακολούθησηΑντιμετώπιση (εξουδετέρωση) των αντιαναφυλακτικών δράσεων
-
Ινσουλίνη ή άλλη υπογλυκαιμική θεραπεία (για διαβητικούς ασθενείς)παρακολούθησηΑναστολή έκκρισης ινσουλίνης από αδρεναλίνη, πιθανή ανάγκη ανοδικής ρύθμισης της ινσουλίνης/υπογλυκαιμικής αγωγήςΣύστασηΟι διαβητικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν ανοδική ρύθμιση της ινσουλίνης τους ή άλλη υπογλυκαιμική θεραπεία
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- καρδιακές αρρυθμίες (κοιλιακή μαρμαρυγή/καρδιακή ανακοπή)
- Εφίδρωση
- Αδυναμία
- Ωχρότητα
- Ναυτία
- Έμετος
- Αναπνευστική δυσχέρεια
- ασθματικών επεισοδίων (λόγω νατρίου μεταδιθειώδους)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- τρόμο
- μυϊκό τρόμο
- Σύγχυση
- Νευρικότητα
- Ανησυχία
- Ψευδαισθήσεις
- ψυχρά άκρα
- αιφνίδια άνοδος της αρτηριακής πίεσης (μερικές φορές οδηγεί σε εγκεφαλική αιμορραγία)
- αγγειοσύσπαση (π.χ. στο δέρμα, βλεννογόνιους ιστούς και νεφρούς)
- Υπεργλυκαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Μεταβολική οξέωση
- Μυδρίαση
- δυσκολία στην ούρηση με κατακράτηση ούρων
- αντιδράσεις αλλεργικού τύπου (λόγω νατρίου μεταδιθειώδους)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑναπνευστική δυσχέρειαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΨυχρά άκραΑγγειακές
-
ΣυχνέςΩχρότηταΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΔυσκολία στην ούρησηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΜεταβολική οξέωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΜυϊκό τρόμοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑγγειοσύσπασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑιφνίδια άνοδος αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑντιδράσεις αλλεργικού τύπου (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων, ασθματικών επεισοδίων απειλητικών για τη ζωή ή λιγότερο σοβαρών) λόγω νατρίου μεταδιθειώδουςΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική αιμορραγίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση πρέπει να γίνεται μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Μπορεί να ελαττώσει δραματικά την αιματική ροή στον πλακούντα.Δεν υπάρχουν επαρκείς ή καλά ελεγχόμενες μελέτες. Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) μπορεί να ελαττώσει δραματικά την αιματική ροή στον πλακούντα, αν και το αναφυλακτικό σοκ θα κάνει επίσης το ίδιο.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΗ αδρεναλίνη (επινεφρίνη) δεν είναι βιοδιαθέσιμη από το στόμα. Όση αδρεναλίνη (επινεφρίνη) εκκρίνεται στο μητρικό γάλα δεν αναμένεται να έχει κάποια επίδραση στο βρέφος που θηλάζει.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εγκεφαλική αιμορραγία (από την αιφνίδια άνοδο της αρτηριακής πίεσης)
- οξύ πνευμονικό οίδημα
- παροδική βραδυκαρδία
- ταχυκαρδία
- δυνάμει θανατηφόρες καρδιακές αρρυθμίες
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Καρδιακά διεγερτικά εκτός καρδιακών γλυκοσίδων, αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Κωδικός ATC: C01 CA 24.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) είναι μια φυσικά παραγόμενη κατεχολαμίνη που εκκρίνεται από τη μυελώδη μοίρα των επινεφριδίων ως απόκριση στο ερέθισμα της άσκησης ή του άγχους. Είναι συμπαθομιμητική αμίνη, η οποία είναι ισχυρός διεγέρτης και των α- και των β-αδρενεργικών υποδοχέων και οι δράσεις της στα όργανα στόχους είναι, ως εκ τούτου, πολύπλοκες. Είναι το φάρμακο επιλογής ώστε να παρέχει ταχεία ανακούφιση από αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε αλλεργίες ή σε ιδιοπαθή αναφυλαξία ή σε αναφυλαξία άσκησης.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) έχει ισχυρή αγγειοσυσπαστική δράση μέσω της α-αδρενεργικής διέγερσης. Αυτή η ενέργεια εξουδετερώνει την αγγειοδιαστολή και την αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που οδηγεί σε απώλεια ενδοαγγειακών υγρών και επακόλουθη υπόταση, τα οποία είναι τα κύρια παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά του αναφυλακτικού σοκ.
Μέσω της διέγερσης των βρογχικών β-αδρενεργικών υποδοχέων, η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) έχει ισχυρή βρογχοδιασταλτική δράση η οποία ανακουφίζει από το συριγμό και τη δύσπνοια.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) επίσης ανακουφίζει από τον κνησμό, την κνίδωση και το αγγειοοίδημα που σχετίζονται με την αναφυλαξία.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) απενεργοποιείται ταχέως στον οργανισμό, κυρίως στο ήπαρ από τα ένζυμα COMT και MAO. Το μεγαλύτερο μέρος μιας δόσης αδρεναλίνης (επινεφρίνης) αποβάλλεται με τη μορφή μεταβολιτών στα ούρα. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 2-3 λεπτά. Ωστόσο, όταν χορηγείται με υποδόρια ή ενδομυϊκή ένεση, η τοπική αγγειοσύσπαση μπορεί να καθυστερήσει την απορρόφηση, έτσι ώστε οι επιδράσεις να διαρκέσουν περισσότερο από ότι υπολογίζεται από τον χρόνο ημίσειας ζωής.
Για τη διερεύνηση της φαρμακοκινητικής, της φαρμακοδυναμικής και του βάθους της ένεσης αδρεναλίνης με το Επινεφρίνη, διεξήχθη μια τυχαιοποιημένη, ανοιχτού τύπου, διασταυρούμενη μελέτη PK/PD. Διερευνήθηκε η επίπτωση της χορήγησης αδρεναλίνης σε δύο σημεία στο μηρό 18 ανδρών εθελοντών φυσιολογικού βάρους, χρησιμοποιώντας είτε Επινεφρίνη είτε προγεμισμένη σύριγγα. Επιπλέον, μελετήθηκε επίσης η θεραπεία 12 υπέρβαρων γυναικών με Επινεφρίνη. Το βάθος της αποθήκευσης μετρήθηκε με υπερηχογράφημα, η αδρεναλίνη πλάσματος αξιολογήθηκε με φασματομετρία μάζας UPLC και οι καρδιακοί παλμοί (HR) μετρήθηκαν χρησιμοποιώντας οθόνη Holter.
Η φαρμακοκινητική της αδρεναλίνης και οι καρδιαγγειακές αποκρίσεις και στα δύο σύνολα δεδομένων συσχετίστηκαν καλά τόσο στη χρονική πορεία όσο και στο σχετικό εύρος. Τα επίπεδα αδρεναλίνης στο πλάσμα έδειξαν διπλή κορυφή με παράλληλες αλλαγές στους HR. Η πρώτη κορυφή, δυνητικά ζωτικής σημασίας σε θεραπεία αναφυλαξίας, εμφανίστηκε περίπου 10 λεπτά μετά την ένεση, με τη Cmax και την AUC σημαντικά υψηλότερες με το Επινεφρίνη από ό,τι με προγεμισμένες σύριγγες με μεγαλύτερες βελόνες. Το μέγεθος της δεύτερης κορυφής, που διήρκεσε έως και 2 ώρες, δεν διέφερε μεταξύ των διαφόρων συνθηκών. Απρόσμενα, σε υπέρβαρες γυναίκες που έλαβαν θεραπεία με Επινεφρίνη που χορηγήθηκε στο κάτω πρόσθιο τρίτο του μηρού, παρά το γεγονός ότι η ένεση ήταν υποδόρια, το μέγεθος της πρώτης κορυφής ήταν παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε στους άνδρες και η συνολική βιοδιαθεσιμότητα ενισχύθηκε.
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Καρδιακά διεγερτικά εκτός καρδιακών γλυκοσίδων, αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, αδρεναλίνη (επινεφρίνη). Κωδικός ATC: C01 CA 24. Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) είναι μια φυσικά…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Πρωτεϊνική Σύνδεση (Ελληνικά)
ΚΕΝΟ
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης (Ελληνικά)
ΚΕΝΟ
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η επινεφρίνη δρα στους άλφα και βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς. Δρα στους άλφα και βήτα υποδοχείς και είναι ο ισχυρότερος ενεργοποιητής των άλφα υποδοχέων. Μέσω της δράσης της στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς, η επινεφρίνη ελαχιστοποιεί την αγγειοδιαστολή και την αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που συμβαίνει κατά την αναφυλαξία, η οποία μπορεί να προκαλέσει απώλεια ενδοαγγειακού όγκου υγρού, καθώς και υπόταση. Η επινεφρίνη χαλαρώνει τον λείο μυ των βρόγχων και της ίριδας και είναι ένας ανταγωνιστής της ισταμίνης, καθιστώντας την χρήσιμη στη θεραπεία των εκδηλώσεων αλλεργικών αντιδράσεων και σχετιζόμενων καταστάσεων. Αυτό το φάρμακο προκαλεί επίσης αύξηση του σακχάρου στο αίμα και αυξάνει τη γλυκογονόλυση στο ήπαρ. Μέσω της δράσης της στους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, η επινεφρίνη οδηγεί σε χαλάρωση του βρογχικού λείου μυός που βοηθά στην ανακούφιση του βρογχόσπασμου, του συριγμού και της δύσπνοιας που μπορεί να συμβούν κατά την αναφυλαξία.
Ο μηχανισμός της αύξησης της αρτηριακής πίεσης… είναι τριπλός: άμεση μυοκαρδιακή διέγερση που αυξάνει την ισχύ της κοιλιακής σύσπασης (θετική ινότροπη δράση), αυξημένος καρδιακός ρυθμός (θετική χρονότροπη δράση), αγγειοσύσπαση σε πολλές αγγειακές περιοχές, ειδικά στα προκαπιλλαρικά αγγεία αντίστασης του δέρματος, του βλεννογόνου και των νεφρών, μαζί με έντονη σύσπαση των φλεβών.
…Η επινεφρίνη επηρεάζει την αναπνοή κυρίως χαλαρώνοντας τον βρογχικό μυ. Έχει ισχυρή βρογχοδιασταλτική δράση, πιο εμφανή όταν ο βρογχικός μυς είναι συσπασμένος λόγω ασθένειας, όπως στο βρογχικό άσθμα, ή ως απόκριση σε φάρμακα ή διάφορα αυτοειδή. Σε τέτοιες καταστάσεις, η επινεφρίνη έχει εντυπωσιακή θεραπευτική δράση ως φυσιολογικός ανταγωνιστής ουσιών που προκαλούν βρογχοσυστολή. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της επινεφρίνης στο άσθμα μπορεί επίσης να προκύψουν από την αναστολή της επαγόμενης από αντιγόνο απελευθέρωσης φλεγμονωδών μεσολαβητών από τα μαστοκύτταρα, και σε μικρότερο βαθμό από τη μείωση των βρογχικών εκκρίσεων και της συμφόρησης εντός του βλεννογόνου. Η αναστολή της έκκρισης των μαστοκυττάρων διαμεσολαβείται από υποδοχείς beta2, ενώ οι επιδράσεις στον βλεννογόνο διαμεσολαβούνται από άλφα υποδοχείς.
Οι ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις της κυκλοφορούσας επινεφρίνης σε ανθρώπους εξετάστηκαν σε τέσσερις ομάδες μελέτης των 10 ατόμων η καθεμία. Σε 10 άτομα χωρίς δομική καρδιακή νόσο (Ομάδα 1) και σε 10 ασθενείς με στεφανιαία νόσο ή διατατική μυοκαρδιοπάθεια (Ομάδα 2), η έγχυση επινεφρίνης σε δόσεις 25 και 50 ng/kg σωματικού βάρους ανά λεπτό για 14 λεπτά οδήγησε σε αύξηση της πλασματικής συγκέντρωσης επινεφρίνης στο φυσιολογικό εύρος. Και στις δύο ομάδες προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της αποτελεσματικής απιοφθάλακτης περιόδου του κόλπου, του κολποκοιλιακού κόμβου και της κοιλίας και βελτίωση της αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού κόμβου. Η επινεφρίνη διευκόλυνε την πρόκληση παρατεταμένης κοιλιακής ταχυκαρδίας σε 3 από τους 20 ασθενείς. Στην Ομάδα 3, προστέθηκε μια δόση προπρανολόλης που αποκλείει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς στην έγχυση 50 ng/kg ανά λεπτό επινεφρίνης. Η προπρανολόλη όχι μόνο αντιστράφηκε τις επιδράσεις της επινεφρίνης, αλλά και παρέτεινε αυτές τις μεταβλητές σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς. Στην ομάδα 4, χορηγήθηκε αρχικά προπρανολόλη, ακολουθούμενη από 50 ng/kg ανά λεπτό επινεφρίνης. Η προπρανολόλη από μόνη της επιβράδυνε την αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου και παρέτεινε ήπια τις απιοφθάλακτες περιόδους. Παρουσία βήτα-αποκλεισμού, η επινεφρίνη δεν είχε καμία επίδραση στις ιδιότητες του κολποκοιλιακού κόμβου, αλλά οδήγησε σε παράταση των κόλπων και των κοιλιακών αποτελεσματικών απιοφθάλακτων περιόδων. Συμπερασματικά, η επινεφρίνη σε φυσιολογικές δόσεις βραχύνει την αποτελεσματική απιοφθάλακτη περίοδο του κόλπου, του κολποκοιλιακού κόμβου και της κοιλίας, βελτιώνει την αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου και μπορεί να διευκολύνει την πρόκληση παρατεταμένης κοιλιακής ταχυκαρδίας. Οι συνολικές ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις της επινεφρίνης προκύπτουν από τη διέγερση των υποδοχέων βήτα. Η διέγερση των άλφα υποδοχέων από την επινεφρίνη δεν έχει καμία επίδραση στον κολποκοιλιακό κόμβο, αλλά παρατείνει την αποτελεσματική απιοφθάλακτη περίοδο του κόλπου και της κοιλίας, αντισταθμίζοντας εν μέρει τη βράχυνση των απιοφθάλακτων περιόδων που διαμεσολαβείται από τη διέγερση των υποδοχέων βήτα.
Η επινεφρίνη παίζει βασικό ρόλο στον έλεγχο του αγγειοκινητικού τόνου· ωστόσο, η συμμετοχή της οδού NO/cGMP ως απόκριση στην ενεργοποίηση των βήτα-αδρενοϋποδοχέων παραμένει αμφιλεγόμενη. Για να αξιολογηθεί η εμπλοκή του ενδοθηλίου στην αγγειακή απόκριση στην επινεφρίνη, αξιολογήσαμε την παραγωγή NO, τη φωσφορυλίωση της ενδοθηλιακής συνθάσης NO και τη συσσώρευση cGMP στους ιστούς στο διαχεόμενο αρτηριακό μεσεντέριο κρεβάτι αρουραίου. Η επινεφρίνη προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση στο NO (EC(50) 45,7 pM), η οποία συνδέθηκε με συσσώρευση cGMP στους ιστούς. Τόσο η παραγωγή NO όσο και η παραγωγή cGMP αναστέλλονταν είτε με αφαίρεση του ενδοθηλίου (σαπωνίνη) είτε με αναστολή της συνθάσης NO (N(ω)-νίτρο-L-αργινίνη). Ο αποκλεισμός των βήτα(1)- και βήτα(2)-αδρενοϋποδοχέων με 1 μM προπρανολόλη ή του βήτα(3)-αδρενοϋποδοχέα με 10 nM SR 59230A μετατόπισε δεξιά την καμπύλη συγκέντρωσης-παραγωγής NO που προκαλείται από την επινεφρίνη. Η επιλεκτική διέγερση των βήτα(1)-, βήτα(2)- ή βήτα(3)-αδρενοϋποδοχέων προκάλεσε επίσης παραγωγή NO και cGMP. Η προπρανολόλη (1 μM) ανέστειλε την αύξηση του NO που προκαλείται από την ισοπροτερενόλη ή τους βήτα(2)-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστές σαλβουταμόλη, τερβουταλίνη ή φενοτερόλη. Ομοίως, 10 nM SR 59230A μείωσε τις επιδράσεις των βήτα(3)-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστών BRL 37344, CGP 12177, SR 595611A ή πινδολόλης. Η παραγωγή NO που προκαλείται από την επινεφρίνη και την BRL 37344 συνδέθηκε με την ενεργοποίηση της οδού phosphatidylinositol 3-kinase/Akt και τη φωσφορυλίωση της eNOS στον σερίνη 1177. Επιπλέον, σε αναισθητοποιημένα αρουραία, η χορήγηση κατά bolus ισοπροτερενόλης, σαλβουταμόλης ή BRL 37344 προκάλεσε μειώσεις της συστολικής αρτηριακής πίεσης εξαρτώμενες από το NO. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι βήτα(1)-, βήτα(2)- και βήτα(3)-αδρενοϋποδοχείς συνδέονται με την οδό NO/cGMP, τονίζοντας τον ρόλο του ενδοθηλίου στη αγγειοκινητική δράση που προκαλείται από την επινεφρίνη και τους σχετικούς βήτα-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστές.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια (I.V.) ένεση, η επινεφρίνη εξαφανίζεται ταχέως από την κυκλοφορία του αίματος. Η υποδόρια ή ενδομυϊκή (I.M.) χορηγούμενη επινεφρίνη έχει ταχεία έναρξη και σύντομη διάρκεια δράσης. Η υποδόρια (SC) χορήγηση κατά τη διάρκεια κρίσεων άσθματος μπορεί να προκαλέσει βρογχοδιαστολή εντός 5 έως 10 λεπτών, και τα μέγιστα αποτελέσματα μπορεί να εμφανιστούν εντός 20 λεπτών. Το φάρμακο σταθεροποιείται ταχέως στους ιστούς.
Η πλειοψηφία της δόσης της επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου το 40% μιας παρεντερικής δόσης επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως μετανεφρίνη, 40% ως VMA, 7% ως 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλη, 2% ως 3,4-διυδροξυμανδελικό οξύ, και το υπόλοιπο ως ακετυλιωμένες παράγωγες ουσίες. Αυτοί οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως θειϊκά συζεύγη και, σε μικρότερο βαθμό, ως γλυκουρονιδικά συζεύγη. Μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου απεκκρίνονται εντελώς αμετάβλητες.
Η ενδοφλέβια ένεση προκαλεί άμεση και ενισχυμένη απόκριση. Μετά από ενδοφλέβια ένεση, η επινεφρίνη εξαφανίζεται ταχέως από την κυκλοφορία του αίματος.
Μετά από τοπική εφαρμογή ραδιοσημασμένης επινεφρίνης στο μάτι σε κουνέλια, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς και τα υγρά εκτός του ματιού παρατηρήθηκαν στην υπόφυση, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο έντερο, το λίπος, τα επινεφρίδια, τους νεφρούς, την καρδιά, τους πνεύμονες, τη σπλήνα, τις ωοθήκες, το πάγκρεας, το ήπαρ, τη μήτρα, τους μύες, τον εγκέφαλο και τον ορό. Σε ανθρώπους, η συστηματικά απορροφούμενη επινεφρίνη διαπερνά τον πλακούντα, αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η συστηματικά απορροφούμενη επινεφρίνη κατανέμεται στο γάλα.
Η επινεφρίνη δεν είναι αποτελεσματική μετά από από του στόματος χορήγηση, επειδή συζεύγνυται και οξειδώνεται ταχέως στον γαστρεντερικό βλεννογόνο και στο ήπαρ. Η απορρόφηση από τους υποδόριους ιστούς συμβαίνει αργά λόγω τοπικής αγγειοσύσπασης… Η απορρόφηση είναι ταχύτερη μετά από IM από ότι μετά από SC ένεση… Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως στον οργανισμό.
Σε μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, πενταπλή μελέτη διασταύρωσης σε κουνέλια, … οι πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης /μετρήθηκαν/ πριν, και σε διαστήματα έως 180 λεπτά μετά τη χορήγηση επινεφρίνης με ενδομυϊκή ή υποδόρια ένεση, ή με εισπνοή, με ενδοφλέβια επινεφρίνη και ενδομυϊκό φυσιολογικό ορό ως θετικό και αρνητικό μάρτυρα, αντίστοιχα. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης ήταν υψηλότερες και εμφανίστηκαν ταχύτερα μετά από ενδομυϊκή ένεση από ότι μετά από υποδόρια ένεση ή εισπνοή, και ήταν 7719+/-3943 (S.E.M.) pg/mL στα 32,5+/-6,6 λεπτά, 2692+/-863 pg/mL στα 111,7+/-30,8 λεπτά και 1196+/-369 pg/mL στα 45,8+/-19,2 λεπτά, αντίστοιχα. Η ενδοφλέβια ένεση επινεφρίνης οδήγησε σε πλασματική συγκέντρωση 3544+/-422 pg/mL στα 5 λεπτά, και χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t(1/2)) 11,0+/-2,5 λεπτά. Στη μελέτη με έλεγχο φυσιολογικού ορού, η ενδογενής συγκέντρωση επινεφρίνης κορυφώθηκε στα 518+/-142 pg/mL. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Σε αυτό το μοντέλο, η απορρόφηση της επινεφρίνης ήταν σημαντικά ταχύτερη μετά από ενδομυϊκή ένεση από ότι μετά από υποδόρια ένεση ή εισπνοή. Ο βαθμός απορρόφησης ήταν ικανοποιητικός τόσο μετά από ενδομυϊκές όσο και μετά από υποδόριες ενέσεις. Ούτε ο ρυθμός ούτε ο βαθμός απορρόφησης ήταν ικανοποιητικοί μετά από χορήγηση με εισπνοή.
3 ομάδες των 5 γκρίζων κυνηγόσκυλων έλαβαν 1,5 ug/kg επινεφρίνης 1:200.000 είτε σε λιδοκαΐνη 0,5%, βουπιβακαΐνη 0,5% ή 0,9% φυσιολογικό ορό. Τα σκυλιά αναισθητοποιήθηκαν και το 40% του εγκεκριμένου διαλύματος επινεφρίνης εγχύθηκε κάτω από το περιπρωκτικό δέρμα και τα 4 τεταρτημόρια του βλεννογόνου του ορθού εγχύθηκαν με το υπόλοιπο του διαλύματος. Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις επινεφρίνης, λιδοκαΐνης, βουπιβακαΐνης, γαλακτικού, γλυκόζης και καλίου στο πλάσμα στα 1, 2, 5, 10 και 30 λεπτά μετά την έγχυση. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης καταγράφηκαν 2 λεπτά μετά την έγχυση στον βλεννογόνο του ορθού και στις 3 ομάδες. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης ήταν σημαντικά υψηλότερες (p < 0,01) στην ομάδα λιδοκαΐνης στα 1 και 2 λεπτά μετά την έγχυση. Τόσο η πλασματική βουπιβακαΐνη όσο και η λιδοκαΐνη κορυφώθηκαν 10 λεπτά μετά την έγχυση και στη συνέχεια τείνουν να μειώνονται προς τις τιμές αναφοράς. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις βουπιβακαΐνης ήταν σημαντικά υψηλότερες (p < 0,01) από τις πλασματικές συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στους μεταβολικούς ή βιοχημικούς δείκτες εντός ή μεταξύ των 3 ομάδων. Ωστόσο, τόσο οι πλασματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης όσο και γαλακτικού ήταν αυξημένες και κορυφώθηκαν 10 λεπτά μετά την έγχυση, ενώ οι πλασματικές συγκεντρώσεις καλίου παρέμειναν αμετάβλητες καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Ο καρδιακός ρυθμός στην ομάδα βουπιβακαΐνης μειώθηκε σημαντικά 30 λεπτά μετά την έγχυση (p < 0,05). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες αρτηριακές και παλμικές πιέσεις μεταξύ των 3 ομάδων.
Η επινεφρίνη απορροφάται καλά μετά από υποδόρια ή IM ένεση· η απορρόφηση μπορεί να επιταχυνθεί με μάλαξη της θέσης της ένεσης. Τόσο ταχεία όσο και παρατεταμένη απορρόφηση συμβαίνει μετά από υποδόρια ένεση του μακράς δράσης εναιωρήματος (δεν είναι πλέον διαθέσιμο εμπορικά στις ΗΠΑ). Η επινεφρίνη απορροφάται επίσης μετά από ενδοτραχειακή χορήγηση, αν και οι επιτευχθείσες συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να είναι μόνο το 10% αυτών με ισοδύναμη IV δόση. Μετά από εισπνοή επινεφρίνης με την συνήθη δοσολογία, η απορρόφηση είναι μικρή και οι επιδράσεις του φαρμάκου περιορίζονται κυρίως στην αναπνευστική οδό. Η απορρόφηση αυξάνεται κάπως όταν εισπνέονται μεγαλύτερες δόσεις, και μπορεί να εμφανιστούν συστηματικές επιδράσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως κυρίως μέσω ενζυμικού μετασχηματισμού σε μετανεφρίνη ή νορμετανεφρίνη, εκ των οποίων η καθεμία στη συνέχεια συζεύγνυται και απεκκρίνεται στα ούρα τόσο ως θειϊκά όσο και ως γλυκουρονίδια. Οποιαδήποτε ακολουθία οδηγεί στο σχηματισμό 3-μεθοξυ-4-υδροξυ-μανδελικού οξέος (βανιλλυλομανδελικό οξύ, VMA) το οποίο ανιχνεύεται στα ούρα. Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως στον οργανισμό κυρίως από τα ένζυμα COMT (κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση) και MAO (μονοαμινοξειδάση). Το ήπαρ είναι πλούσιο στα παραπάνω ένζυμα και αποτελεί πρωταρχτικό, αν και όχι απαραίτητο, ιστό στη διαδικασία αποδόμησης.
Οι φαρμακολογικές δράσεις της επινεφρίνης τερματίζονται κυρίως μέσω πρόσληψης και μεταβολισμού στις συμπαθητικές νευρικές απολήξεις. Το κυκλοφορούν φάρμακο μεταβολίζεται στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς μέσω ενός συνδυασμού αντιδράσεων που περιλαμβάνουν τα ένζυμα κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση (COMT) και μονοαμινοξειδάση (MAO). Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μετανεφρίνη και το 3-μεθοξυ-4-υδροξυμανδελικό οξύ (βανιλλυλομανδελικό οξύ, VMA) και οι δύο οι οποίοι είναι ανενεργοί. Περίπου το 40% μιας παρεντερικής δόσης επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως μετανεφρίνη, 40% ως VMA, 7% ως 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλη, 2% ως 3,4-διυδροξυμανδελικό οξύ, και το υπόλοιπο ως ακετυλιωμένες παράγωγες ουσίες. Αυτοί οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως θειϊκά συζεύγη και, σε μικρότερο βαθμό, ως γλυκουρονιδικά συζεύγη. Μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου απεκκρίνονται αμετάβλητες.
Η κυκλοφορούσα επινεφρίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και προσλαμβάνεται σε αδρενεργικά νευρώνια και μεταβολίζεται από MAO και κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση σε μετραδρεναλίνη, θειϊκά συζεύγη και υδροξυπαράγωγα του μανδελικού οξέος.
Η επινεφρίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τον θειικό εστέρα επινεφρίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 2-3 λεπτά. Ωστόσο, όταν χορηγείται με υποδόρια ή ενδομυϊκή ένεση, η τοπική αγγειοσύσπαση μπορεί να καθυστερήσει την απορρόφηση, έτσι ώστε οι επιδράσεις της επινεφρίνης να διαρκέσουν περισσότερο από ό,τι υποδηλώνει ο χρόνος ημίσειας ζωής.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 1 λεπτό.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους άλφα αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Παράγοντες που διαστέλλουν την κόρη. Μπορεί να είναι συμπαθομιμητικά ή παρασυμπαθολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται φάρμακα που διεγείρουν άμεσα αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση σύσπασης των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- YKH834O4BH
- EPINEPHRINE
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κατεχολαμίνη
- Χημική Δομή [CS] - Κατεχολαμίνες
- Η επινεφρίνη είναι ένας άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής, και βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής, και Κατεχολαμίνη. Ο μηχανισμός δράσης της επινεφρίνης είναι ως Αδρενεργικός άλφα-Αγωνιστής, και Αδρενεργικός βήτα-Αγωνιστής.
- ADRENALIN (EPINEPHRINE)
- Κατεχολαμίνη [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]
- ADRENALIN(R)
- άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- ADRENALINUM
- Κατεχολαμίνη [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]
- EPINEPHRINE
- Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- EPINEPHRINE INHALATION
- άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- EPINEPRINE
- Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- AUVI-Q
- βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους άλφα αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Παράγοντες που διαστέλλουν την κόρη. Μπορεί να είναι συμπαθομιμητικά ή παρασυμπαθολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται φάρμακα που διεγείρουν άμεσα αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση σύσπασης των αιμοφόρων αγγείων.