EPINEPHRINE
Επινεφρίνη
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος. Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ANAPEN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδομυϊκώς
- Χορήγηση: αμέσως, με την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων αναφυλακτικού σοκ
- Δόση έναρξης: 300 μικρογραμμάρια
- Τιτλοποίηση: Σε μερικές περιπτώσεις μία εφάπαξ δόση αδρεναλίνης (επινεφρίνης) μπορεί να μην αναστρέψει πλήρως το αποτέλεσμα της οξείας αλλεργικής αντίδρασης και σε τέτοιους ασθενείς μπορεί να επαναληφθεί η ένεση μετά από 10 - 15 λεπτά.
-
ΕνήλικεςΔόση300 μικρογραμμάρια
-
ΠαιδιάΔόση150 μικρογραμμάρια (Anapen junior) ή 300 μικρογραμμάρια (Anapen)Ανάλογα με το βάρος σώματος του παιδιού και την κρίση του γιατρού. Δόση κάτω από 150 μικρογραμμάρια δεν μπορεί να χορηγηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια σε παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 15 kg και κατά συνέπεια η χρήση του δεν συνιστάται εκτός εάν η κατάσταση είναι απειλητική για την ζωή και πρέπει να γίνεται με ιατρική επίβλεψη.
block
SPC-ANAPEN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην αδρεναλίνη (επινεφρίνη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε παράγραφο 4.4 για περισσότερες πληροφορίες στα σουλφίδια.)
warning
SPC-ANAPEN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νάτριο μεταδιθειώδεςΠληθυσμόςευαίσθητα άτομα, ιδιαίτερα σε εκείνα με ιστορικό άσθματοςΠρέπει να καθοδηγούνται προσεκτικά σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το Anapen πρέπει να χρησιμοποιείται.
-
ΧρήσηΠληθυσμόςΟλοι οι ασθενείς στους οποίους συνταγογραφείται το AnapenΠρέπει να καθοδηγούνται προσεκτικά ώστε να κατανοήσουν τις ενδείξεις χρήσης και τη σωστή μέθοδο χορήγησης. Να αναζητούν ιατρική παρακολούθηση μετά τη χορήγηση.
-
ΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υπερθυρεοειδισμό, καρδιαγγειακή νόσο (σοβαρή στηθάγχη, αποφρακτική καρδιομυοπάθεια και κοιλιακή αρρυθμία και υπέρταση), φαιοχρωμοκύττωμα, υψηλή ενδοοφθάλμια πίεση, σοβαρή νεφρική βλάβη, αδένωμα προστάτη που οδηγεί σε κατακράτηση ούρων, υπερασβεστιαιμία, υποκαλιαιμία, διαβήτη, σε ηλικιωμένους, σε εγκύους και παιδιά.Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση αδρεναλίνης (επινεφρίνης).
-
Επαναλαμβανόμενη τοπική ένεσηΜπορεί να προκαλέσει νέκρωση στα σημεία της ένεσης λόγω αγγειοσύσπασης.
-
Λανθασμένη ενδοαγγειακή ένεσηΜπορεί να προκαλέσει εγκεφαλική αιμορραγία, λόγω της αιφνίδιας ανόδου της αρτηριακής πίεσης.
-
Λανθασμένη ένεση στα χέρια ή στα πόδιαΜπορεί να προκαλέσει απώλεια αιματικής ροής σε παρακείμενες περιοχές λόγω αγγειοσύσπασης.
swap_horiz
SPC-ANAPEN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νοραδρενεργικά-σεροτονινεργικά αντικαταθλιπτικά (βενλαφαξίνη, σιμπουτραμίνη, μιλνασιπράνη), αναστολείς της μονοαμινοοξειδάσης (ΜΑΟΙ)προσοχήΑιφνίδια αύξηση της αρτηριακής πίεσης και πιθανή καρδιακή αρρυθμία.
-
αναστολείς της Ο-μεθυλοτρανσφεράσης της κατεχολαμίνης (COMT)παρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
ορμόνες του θυροειδούςπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
παρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
οξυτοκίνηπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
παρασυμπαθυτικολυτικάπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
αντιισταμινικά (διφαινυδραμίνη, χλωροφαινυραμίνη)παρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
παρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
αλκοόληπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
μη-εκλεκτικοί β-αναστολείςπροσοχήΣοβαρή υπέρταση και βραδυκαρδία
-
συμπαθομιμητικάπαρακολούθησηΕνίσχυση δράσεων αδρεναλίνης
-
φάρμακα που ευαισθητοποιούν την καρδιά σε αρρυθμίες (π.χ. δακτυλίτιδα, κινιδίνη, αλογονομένα αναισθητικά)προσοχήΑρρυθμίες
-
ταχείας δράσης αγγειοδιασταλτικά ή α-αδρενεργικοί αναστολείςΕξουδετέρωση υπερτασικών δράσεων αδρεναλίνηςΣύστασηΧρήση για εξουδετέρωση υπερτασικών δράσεων
-
β-αναστολείς (ιδιαίτερα μη εκλεκτικοί β-αναστολείς)Αντιμετώπιση αναφυλακτικών δράσεωνΣύστασηΧρήση για αντιμετώπιση αναφυλακτικών δράσεων
-
ινσουλίνη/υπογλυκαιμική θεραπείαΗ αδρεναλίνη (επινεφρίνη) αναστέλλει την έκκριση ινσουλίνης.ΣύστασηΔιαβητικοί ασθενείς μπορεί να χρειαστούν ανώτερη ρύθμιση της ινσουλίνης τους ή άλλη υπογλυκαιμική θεραπεία.
sick
SPC-ANAPEN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- αίσθημα παλμών
- ταχυκαρδία
- αιφνίδια άνοδος της αρτηριακής πίεσης
- καρδιακές αρρυθμίες (κοιλιακή μαρμαρυγή/καρδιακή ανακοπή)
- αγγειοσύσπαση
- εφίδρωση
- ωχρότητα
- αδυναμία
- ψυχρά άκρα
- ναυτία
- έμετος
- αναπνευστική δυσχέρεια
- ασθματικά επεισόδια
- ζάλη
- τρόμος
- κεφαλαλγία
- σύγχυση
- νευρικότητα
- ανησυχία
- ψευδαισθήσεις
- συγκοπή
- υπεργλυκαιμία
- υποκαλιαιμία
- μεταβολική οξέωση
- μυδρίαση
- δυσκολία στην ούρηση με κατακράτηση ούρων
- μυϊκό τρόμο
- αντιδράσεις αλλεργικού τύπου
- αναφυλακτικές αντιδράσεις
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Συχνέςαίσθημα παλμών
-
Συχνέςταχυκαρδία
-
Συχνέςεφίδρωση
-
Συχνέςναυτία
-
Συχνέςέμετος
-
Συχνέςαναπνευστική δυσχέρεια
-
Συχνέςωχρότητα
-
Συχνέςζάλη
-
Συχνέςαδυναμία
-
Συχνέςτρόμος
-
Συχνέςκεφαλαλγία
-
Συχνέςσύγχυση
-
Συχνέςνευρικότητα
-
Συχνέςανησυχία
-
Συχνέςψυχρά άκρα
-
Λιγότερο συχνέςψευδαισθήσεις
-
Λιγότερο συχνέςσυγκοπή
-
Λιγότερο συχνέςυπεργλυκαιμία
-
Λιγότερο συχνέςυποκαλιαιμία
-
Λιγότερο συχνέςμεταβολική οξέωση
-
Λιγότερο συχνέςμυδρίαση
-
Λιγότερο συχνέςδυσκολία στην ούρηση με κατακράτηση ούρων
-
Λιγότερο συχνέςμυϊκό τρόμο
-
σε υψηλότερες δόσεις ή σε ευαίσθητα άτομακαρδιακές αρρυθμίες (κοιλιακή μαρμαρυγή/καρδιακή ανακοπή)
-
σε υψηλότερες δόσεις ή σε ευαίσθητα άτομααιφνίδια άνοδος της αρτηριακής πίεσης (μερικές φορές οδηγεί σε εγκεφαλική αιμορραγία)
-
σε υψηλότερες δόσεις ή σε ευαίσθητα άτομααγγειοσύσπαση (π.χ. στο δέρμα, βλεννογόνιους ιστούς και νεφρούς)
-
σε μερικούς ευαίσθητους ασθενείς (λόγω σουλφιδίου)αντιδράσεις αλλεργικού τύπου (συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων ή ασθματικών επεισοδίων απειλητικών για τη ζωή ή λιγότερο σοβαρών)
pregnant_woman
SPC-ANAPEN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΗ αδρεναλίνη (επινεφρίνη) πρέπει μόνο να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑσφαλέςΌση αδρεναλίνη (επινεφρίνη) εκκρίνεται στο μητρικό γάλα δεν αναμένεται να έχει κάποια επίδραση στο βρέφος που θηλάζει.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ANAPEN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ANAPEN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ANAPEN
expand_more
Δοσολογία
Χρήση μόνο ενδομυϊκώς. Το Anapen αποτελείται από μια προγεμισμένη σύριγγα αδρεναλίνης (επινεφρίνης) η οποία περιέχεται σε συσκευή αυτοχορηγούμενης ένεσης. Το όλο σύστημα αναφέρεται ως αυτοχορηγούμενη ένεση. Μια ένεση Anapen θα πρέπει να χορηγηθεί ενδομυϊκά αμέσως, με την εμφάνιση σημείων και συμπτωμάτων αναφυλακτικού σοκ. Αυτά μπορεί να εμφανιστούν εντός λεπτών από την έκθεση στο αλλεργιογόνο και πιο συχνά εκδηλώνονται με κνίδωση, ερυθρότητα ή αγγειοοίδημα: πιο σοβαρές αντιδράσεις αφορούν στο κυκλοφοριακό και αναπνευστικό σύστημα. Το Anapen ενίεται μόνο στην πρόσθια-πλάγια επιφάνεια του μηρού, όχι στον γλουτό. Στην περιοχή που γίνεται η ένεση, μπορεί να γίνεται ελαφρά μάλαξη διάρκειας 10 δευτερολέπτων, μετά την ένεση. Η αποτελεσματική δόση κυμαίνεται συνήθως από 0,005-0,01mg/kg, όμως, σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθούν υψηλότερες δόσεις.
Χρήση σε ενήλικες: Η συνήθης δόση είναι 300 μικρογραμμάρια. Ενήλικες μεγαλύτερου βάρους μπορεί να χρειαστούν περισσότερες από μια ενέσεις για να αναστρέψουν το αποτέλεσμα της αλλεργικής αντίδρασης. Σε μερικές περιπτώσεις μία εφάπαξ δόση αδρεναλίνης (επινεφρίνης) μπορεί να μην αναστρέψει πλήρως το αποτέλεσμα της οξείας αλλεργικής αντίδρασης και σε τέτοιους ασθενείς μπορεί να επαναληφθεί η ένεση μετά από 10 - 15 λεπτά.
Χρήση σε παιδιά: Η κατάλληλη δόση μπορεί να είναι 150 μικρογραμμάρια (Anapen junior) ή 300 μικρογραμμάρια (Anapen) αδρεναλίνης (επινεφρίνης), ανάλογα με το βάρος σώματος του παιδιού και την κρίση του γιατρού. Η αυτοχορηγούμενη ένεση Anapen junior είναι σχεδιασμένη να απελευθερώνει μια εφάπαξ δόση 150 μικρογραμμαρίων αδρεναλίνης (επινεφρίνης). Δόση κάτω από 150 μικρογραμμάρια δεν μπορεί να χορηγηθεί με ικανοποιητική ακρίβεια σε παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 15 kg και κατά συνέπεια η χρήση του δεν συνιστάται εκτός εάν η κατάσταση είναι απειλητική για την ζωή και πρέπει να γίνεται με ιατρική επίβλεψη.
Σε μερικές αγορές διατίθεται συσκευασία με δύο σύριγγες. Η αυτοχορηγούμενη ένεση Anapen προορίζεται για άμεση χορήγηση από το ίδιο το άτομο με το ιστορικό αναφυλαξίας και είναι σχεδιασμένη να απελευθερώνει μια εφάπαξ δόση 300 μικρογραμμαρίων (0,3 ml) αδρεναλίνης (επινεφρίνης). Για λόγους σταθερότητας 0,75 ml παραμένουν στη σύριγγα μετά τη χρήση αλλά η συσκευή δεν μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί και πρέπει να απορριφθεί με ασφάλεια.
block
Αντενδείξεις
SPC-ANAPEN
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην αδρεναλίνη (επινεφρίνη) ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλέπε παράγραφο 4.4 για περισσότερες πληροφορίες στα σουλφίδια.)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ANAPEN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Το Anapen περιέχει νάτριο μεταδιθειώδες το οποίο μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις αλλεργικού τύπου συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών συμπτωμάτων και βρογχόσπασμου σε ευαίσθητα άτομα, ιδιαίτερα σε εκείνα με ιστορικό άσθματος. Ασθενείς με αυτές τις καταστάσεις πρέπει προσεκτικά να καθοδηγούνται σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες το Anapen πρέπει να χρησιμοποιείται.
Ολοι οι ασθενείς στους οποίους συνταγογραφείται το Anapen, πρέπει να καθοδηγούνται προσεκτικά ώστε να κατανοήσουν τις ενδείξεις χρήσης και τη σωστή μέθοδο χορήγησης. Το Αnapen ενδείκνυται μόνο ως επείγουσα υποστηρικτική θεραπεία και οι ασθενείς πρέπει να καθοδηγούνται ώστε να αναζητούν ιατρική παρακολούθηση μετά τη χορήγηση.
Πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με καρδιοπάθεια όπως στεφανιαία καρδιοπάθεια και καρδιομυοπάθειες (μπορεί να προκληθεί στηθάγχη), πνευμονική καρδιά, καρδιακές αρρυθμίες ή ταχυκαρδία. Υπάρχει κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών μετά τη χορήγηση αδρεναλίνης (επινεφρίνης) σε ασθενείς με υπερθυρεοειδισμό, καρδιαγγειακή νόσο (σοβαρή στηθάγχη, αποφρακτική καρδιομυοπάθεια και κοιλιακή αρρυθμία και υπέρταση), φαιοχρωμοκύττωμα, υψηλή ενδοοφθάλμια πίεση, σοβαρή νεφρική βλάβη, αδένωμα προστάτη που οδηγεί σε κατακράτηση ούρων, υπερασβεστιαιμία, υποκαλιαιμία, διαβήτη, σε ηλικιωμένους, σε εγκύους και παιδιά.
Επαναλαμβανόμενη τοπική ένεση μπορεί να προκαλέσει νέκρωση στα σημεία της ένεσης λόγω αγγειοσύσπασης. Από λάθος ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλική αιμορραγία, λόγω της αιφνίδιας ανόδου της αρτηριακής πίεσης. Ένεση από λάθος στα χέρια ή στα πόδια μπορεί να προκαλέσει απώλεια αιματικής ροής σε παρακείμενες περιοχές λόγω αγγειοσύσπασης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ANAPEN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ANAPEN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών εξαρτάται από την ευαισθησία του κάθε ατόμου και από τη δόση που χορηγείται.
Συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες ακόμη και σε χαμηλές δόσεις που οφείλονται στην αδρεναλίνη (επινεφρίνη) περιλαμβάνουν, αίσθημα παλμών, ταχυκαρδία, εφίδρωση, ναυτία, έμετο, αναπνευστική δυσχέρεια, ωχρότητα, ζάλη, αδυναμία, τρόμο, κεφαλαλγία, σύγχυση, νευρικότητα, ανησυχία, ψυχρά άκρα.
Λιγότερο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες που έχουν αναφερθεί περιλαμβάνουν ψευδαισθήσεις, συγκοπή, υπεργλυκαιμία, υποκαλιαιμία, μεταβολική οξέωση, μυδρίαση, δυσκολία στην ούρηση με κατακράτηση ούρων, μυϊκό τρόμο.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται σε υψηλότερες δόσεις ή σε ευαίσθητα άτομα είναι καρδιακές αρρυθμίες (κοιλιακή μαρμαρυγή/καρδιακή ανακοπή), αιφνίδια άνοδος της αρτηριακής πίεσης (μερικές φορές οδηγεί σε εγκεφαλική αιμορραγία), καθώς επίσης και αγγειοσύσπαση (π.χ. στο δέρμα, βλεννογόνιους ιστούς και νεφρούς).
Το Αnapen περιέχει ένα σουλφίδιο το οποίο μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις αλλεργικού τύπου συμπεριλαμβανομένων αναφυλακτικών αντιδράσεων ή ασθματικών επεισοδίων απειλητικών για τη ζωή ή λιγότερο σοβαρών σε μερικούς ευαίσθητους ασθενείς.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ANAPEN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Δεν υπάρχουν επαρκείς ή καλά ελεγχόμενες μελέτες για την αδρεναλίνη (επινεφρίνη) σε έγκυες γυναίκες. Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) πρέπει μόνο να χρησιμοποιείται στην εγκυμοσύνη μόνο εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) μπορεί να ελαττώσει δραματικά την αιματική ροή στον πλακούντα, αν και το αναφυλακτικό σοκ θα κάνει επίσης το ίδιο.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) δεν είναι βιοδιαθέσιμη από το στόμα. Όση αδρεναλίνη (επινεφρίνη) εκκρίνεται στο μητρικό γάλα δεν αναμένεται να έχει κάποια επίδραση στο βρέφος που θηλάζει.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ANAPEN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: αδρενεργικοί και ντοπαμινεργικοί παράγοντες, αδρεναλίνη(επινεφρίνη). Κωδικός ΑTC: C01 CA 24
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) είναι κατεχολαμίνη που υπάρχει στη φύση και που εκκρίνεται από την μυελώδη μοίρα των επινεφριδίων ως απόκριση στο ερέθισμα της άσκησης ή του άγχους. Είναι συμπαθομιμητική αμίνη, η οποία είναι ισχυρός διεγέρτης και των α- και των β-αδρενεργικών υποδοχέων και οι δράσεις της στα όργανα στόχους είναι, ως εκ τούτου, πολύπλοκες. Είναι το φάρμακο επιλογής ώστε να παρέχει ταχεία ανακούφιση από αντιδράσεις υπερευαισθησίας σε αλλεργίες ή σε ιδιοπαθή αναφυλαξία ή σε αναφυλαξία άσκησης.
Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη)έχει ισχυρή αγγειοσυσπαστική δράση μέσω της α-αδρενεργικής διέγερσης. Αυτή η ενέργεια εξουδετερώνει την αγγειοδιαστολή και την αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που οδηγεί σε απώλεια ενδοαγγειακών υγρών και επακόλουθη υπόταση, τα οποία είναι τα κύρια παθοφυσιολογικά χαρακτηριστικά του αναφυλακτικού σοκ. Μέσω της διέγερσης των βρογχικών β-αδρενεργικών υποδοχέων, η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) έχει ισχυρή βρογχοδιασταλτική δράση η οποία ανακουφίζει από τη συρίτουσα αναπνοή και τη δύσπνοια. Η αδρεναλίνη (επινεφρίνη) επίσης ανακουφίζει από τον κνησμό, την κνίδωση και το αγγειοοίδημα που σχετίζονται με την αναφυλαξία.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ANAPEN
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 2.7
Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
expand_more
Συμπαθομιμητικά (αδρενεργικοί διεγέρτες)
Τα συμπαθομιμητικά φάρμακα και γενικότερα οι συμπαθομιμητικές ουσίες προκαλούν ενέργειες οι οποίες μοιάζουν με τη διέγερση των νευρικών απολήξεων του συμπαθητικού συστήματος.
Από κλινική σκοπιά οι ουσίες αυτές διαχωρίζονται σε αδρενεργικές ουσίες και μη αδρενεργικές. Οι αδρενεργικές ουσίες με τη σειρά τους διαχωρίζονται σε κατεχολαμίνες και μη κατεχολαμίνες. Οι κατεχολαμίνες μπορούν να διαιρεθούν στις ενδογενείς, όπως η αδρεναλίνη, η νοραδρεναλίνη, η δοπαμίνη και στις συνθετικές, όπως η ισοπρεναλίνη και η δοβουταμίνη.
Στις μη κατεχολαμίνες ανήκουν διάφορες ουσίες, οι οποίες δρουν στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα είτε απ’ ευθείας επί των αδρενεργικών υποδοχέων είτε έμμεσα προκαλώντας έκλυση νοραδρεναλίνης. Οι ουσίες αυτές είναι η εφεδρίνη, η μεταραμινόλη, η φαινυλεφρίνη, η θειϊκή μεφαιντερμίνη και η υδροχλωρική ετιλεφρίνη.
Όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν την ινότροπη δράση τους και τις επιδράσεις τους επί των αγγείων μέσω διέγερσης των αδρενεργικών υποδοχέων. Oι αδρενεργικοί υποδοχείς ταξινομούνται ως α, οι οποίοι και διαχωρίζονται σε α1 και α2 και ως β οι οποίοι διαχωρίζονται ως β1 και β2 καθώς και σε ντοπαμινεργικούς υποδοχείς οι οποίοι επίσης διαχωρίζονται σε DA1 και DA2 (βλ. και 3.1.4, 4.6.1.1).
Οι κατεχολαμίνες ασκούν τις αιμοδυναμικές τους επιδράσεις με άμεση ή έμμεση δράση σ’ αυτούς τους αδρενεργικούς υποδοχείς. Έμμεσα δρώσες κατεχολαμίνες ασκούν τη δράση τους διεγείροντας την απελευθέρωση νευρομεταβιβαστών από τις τελικές συμπαθητικές απολήξεις, ενώ οι απευθείας δρώσες δρουν άμεσα στους αδρενεργικούς υποδοχείς. Μερικές ουσίες (δοπαμίνη και εφεδρίνη) είναι ικανές για άμεση και έμμεση διέγερση, ανάλογα με τη δόση χορήγησης.
Ανεξάρτητα από τον τρόπο δράσης τους, άμεσo ή έμμεσο, όλες οι κατεχολαμίνες ασκούν τη θετική ινότροπη δράση τους κατόπιν διεγέρσεως των β1 υποδοχέων.
Η κλινική αποτελεσματικότητα για οποιαδήποτε αδρενεργική ουσία επηρεάζεται από τη διαθεσιμότητα, δηλαδή την πυκνότητα των υποδοχέων, καθώς και από τη δυνατότητα ανταπόκρισής τους, δηλ. τη συγγένεια της ουσίας προς τους β-υποδοχείς. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρατηρείται αύξηση ή ελάττωση του αριθμού των υποδοχέων, καθώς και τροποποίηση της χημικής συγγένειάς τους με τις κατεχολαμίνες. Για να εξασφαλίσει κανείς μέγιστο αιμοδυναμικό αποτέλεσμα πρέπει να λάβει υπόψη τους παρακάτω παράγοντες: τη συγκέντρωση του φαρμάκου, τον αριθμό και τη χημική συγγένεια των αδρενεργικών υποδοχέων και τη διαθεσιμότητα των ιόντων ασβεστίου. Ανάλογα με την ύπαρξη των διαφόρων υποδοχέων σ’ ένα όργανο και τη διέγερση αυτών από τις παραπάνω ουσίες προκύπτουν τα αντίστοιχα αποτελέσματα. Οι κύριες φαρμακολογικές τους δράσεις συνοψίζονται στον Πίνακα 2.1.
t2.1.jpg:
Η επινεφρίνη, η ισοπρεναλίνη, η φαινυλεφρίνη και η μεφαιντερμίνη έχουν σχετικά περιορισμένες εφαρμογές στην καθημερινή κλινική πράξη για την αντιμετώπιση των καρδιοαγγειακών παθήσεων. Οι πρώτες τρεις όμως χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε καταστάσεις χαμηλής καρδιακής παροχής, μετά από εγχειρήσεις ανοικτής καρδιάς ή στις στεφανιαίες μονάδες μετά από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Επίσης, στις μονάδες εντατικής θεραπείας σε περιπτώσεις κυκλοφορικής καταπληξίας. Η επινεφρίνη επιδρά τόσο στους β όσο και στους α υποδοχείς και αυξάνει τη συσπαστικότητα και την καρδιακή συχνότητα (δράση β1), ενώ στα αγγεία προκαλεί είτε αγγειοδιαστολή (δράση β2) είτε σύσπαση (δράση α).
Η νορεπινεφρίνη χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και η χρήση της μεταραμινόλης έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Σήμερα χρησιμοποιούνται οι νεώτερες ουσίες δοπαμίνη και δοβουταμίνη με εμφανώς σημαντικά πλεονεκτήματα.
ΕΟΦ · 3.1.1.3
Mη εκλεκτικοί αδρενεργικοί διεγέρτες
expand_more
Mη εκλεκτικοί αδρενεργικοί διεγέρτες
Tα φάρμακα αυτά, εξαιτίας των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών τους, σπανίως χρησιμοποιούνται σήμερα στην αντιμετώπιση του βρογχικού άσθματος.
H αδρεναλίνη (επινεφρίνη) έχει βραχεία διάρκεια δράσης και ως εκ τούτου απαιτούνται επανειλημμένες χορηγήσεις. Mπορεί να προκαλέσει σοβαρές καρδιακές αρρυθμίες καθώς και άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες. H χρήση της περιορίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις status asthmaticus νεαρών ατόμων καθώς και στην αντιμετώπιση οξειών αναφυλακτικών αντιδράσεων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
Πρωτεϊνική Σύνδεση (Ελληνικά)
ΚΕΝΟ
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός Απέκκρισης (Ελληνικά)
ΚΕΝΟ
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η επινεφρίνη δρα στους άλφα και βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς. Δρα στους άλφα και βήτα υποδοχείς και είναι ο ισχυρότερος ενεργοποιητής των άλφα υποδοχέων. Μέσω της δράσης της στους άλφα-αδρενεργικούς υποδοχείς, η επινεφρίνη ελαχιστοποιεί την αγγειοδιαστολή και την αυξημένη αγγειακή διαπερατότητα που συμβαίνει κατά την αναφυλαξία, η οποία μπορεί να προκαλέσει απώλεια ενδοαγγειακού όγκου υγρού, καθώς και υπόταση. Η επινεφρίνη χαλαρώνει τον λείο μυ των βρόγχων και της ίριδας και είναι ένας ανταγωνιστής της ισταμίνης, καθιστώντας την χρήσιμη στη θεραπεία των εκδηλώσεων αλλεργικών αντιδράσεων και σχετιζόμενων καταστάσεων. Αυτό το φάρμακο προκαλεί επίσης αύξηση του σακχάρου στο αίμα και αυξάνει τη γλυκογονόλυση στο ήπαρ. Μέσω της δράσης της στους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς, η επινεφρίνη οδηγεί σε χαλάρωση του βρογχικού λείου μυός που βοηθά στην ανακούφιση του βρογχόσπασμου, του συριγμού και της δύσπνοιας που μπορεί να συμβούν κατά την αναφυλαξία.
Ο μηχανισμός της αύξησης της αρτηριακής πίεσης… είναι τριπλός: άμεση μυοκαρδιακή διέγερση που αυξάνει την ισχύ της κοιλιακής σύσπασης (θετική ινότροπη δράση), αυξημένος καρδιακός ρυθμός (θετική χρονότροπη δράση), αγγειοσύσπαση σε πολλές αγγειακές περιοχές, ειδικά στα προκαπιλλαρικά αγγεία αντίστασης του δέρματος, του βλεννογόνου και των νεφρών, μαζί με έντονη σύσπαση των φλεβών.
…Η επινεφρίνη επηρεάζει την αναπνοή κυρίως χαλαρώνοντας τον βρογχικό μυ. Έχει ισχυρή βρογχοδιασταλτική δράση, πιο εμφανή όταν ο βρογχικός μυς είναι συσπασμένος λόγω ασθένειας, όπως στο βρογχικό άσθμα, ή ως απόκριση σε φάρμακα ή διάφορα αυτοειδή. Σε τέτοιες καταστάσεις, η επινεφρίνη έχει εντυπωσιακή θεραπευτική δράση ως φυσιολογικός ανταγωνιστής ουσιών που προκαλούν βρογχοσυστολή. Τα ευεργετικά αποτελέσματα της επινεφρίνης στο άσθμα μπορεί επίσης να προκύψουν από την αναστολή της επαγόμενης από αντιγόνο απελευθέρωσης φλεγμονωδών μεσολαβητών από τα μαστοκύτταρα, και σε μικρότερο βαθμό από τη μείωση των βρογχικών εκκρίσεων και της συμφόρησης εντός του βλεννογόνου. Η αναστολή της έκκρισης των μαστοκυττάρων διαμεσολαβείται από υποδοχείς beta2, ενώ οι επιδράσεις στον βλεννογόνο διαμεσολαβούνται από άλφα υποδοχείς.
Οι ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις της κυκλοφορούσας επινεφρίνης σε ανθρώπους εξετάστηκαν σε τέσσερις ομάδες μελέτης των 10 ατόμων η καθεμία. Σε 10 άτομα χωρίς δομική καρδιακή νόσο (Ομάδα 1) και σε 10 ασθενείς με στεφανιαία νόσο ή διατατική μυοκαρδιοπάθεια (Ομάδα 2), η έγχυση επινεφρίνης σε δόσεις 25 και 50 ng/kg σωματικού βάρους ανά λεπτό για 14 λεπτά οδήγησε σε αύξηση της πλασματικής συγκέντρωσης επινεφρίνης στο φυσιολογικό εύρος. Και στις δύο ομάδες προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη μείωση της αποτελεσματικής απιοφθάλακτης περιόδου του κόλπου, του κολποκοιλιακού κόμβου και της κοιλίας και βελτίωση της αγωγιμότητας του κολποκοιλιακού κόμβου. Η επινεφρίνη διευκόλυνε την πρόκληση παρατεταμένης κοιλιακής ταχυκαρδίας σε 3 από τους 20 ασθενείς. Στην Ομάδα 3, προστέθηκε μια δόση προπρανολόλης που αποκλείει τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς στην έγχυση 50 ng/kg ανά λεπτό επινεφρίνης. Η προπρανολόλη όχι μόνο αντιστράφηκε τις επιδράσεις της επινεφρίνης, αλλά και παρέτεινε αυτές τις μεταβλητές σε σύγκριση με τις τιμές αναφοράς. Στην ομάδα 4, χορηγήθηκε αρχικά προπρανολόλη, ακολουθούμενη από 50 ng/kg ανά λεπτό επινεφρίνης. Η προπρανολόλη από μόνη της επιβράδυνε την αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου και παρέτεινε ήπια τις απιοφθάλακτες περιόδους. Παρουσία βήτα-αποκλεισμού, η επινεφρίνη δεν είχε καμία επίδραση στις ιδιότητες του κολποκοιλιακού κόμβου, αλλά οδήγησε σε παράταση των κόλπων και των κοιλιακών αποτελεσματικών απιοφθάλακτων περιόδων. Συμπερασματικά, η επινεφρίνη σε φυσιολογικές δόσεις βραχύνει την αποτελεσματική απιοφθάλακτη περίοδο του κόλπου, του κολποκοιλιακού κόμβου και της κοιλίας, βελτιώνει την αγωγιμότητα του κολποκοιλιακού κόμβου και μπορεί να διευκολύνει την πρόκληση παρατεταμένης κοιλιακής ταχυκαρδίας. Οι συνολικές ηλεκτροφυσιολογικές επιδράσεις της επινεφρίνης προκύπτουν από τη διέγερση των υποδοχέων βήτα. Η διέγερση των άλφα υποδοχέων από την επινεφρίνη δεν έχει καμία επίδραση στον κολποκοιλιακό κόμβο, αλλά παρατείνει την αποτελεσματική απιοφθάλακτη περίοδο του κόλπου και της κοιλίας, αντισταθμίζοντας εν μέρει τη βράχυνση των απιοφθάλακτων περιόδων που διαμεσολαβείται από τη διέγερση των υποδοχέων βήτα.
Η επινεφρίνη παίζει βασικό ρόλο στον έλεγχο του αγγειοκινητικού τόνου· ωστόσο, η συμμετοχή της οδού NO/cGMP ως απόκριση στην ενεργοποίηση των βήτα-αδρενοϋποδοχέων παραμένει αμφιλεγόμενη. Για να αξιολογηθεί η εμπλοκή του ενδοθηλίου στην αγγειακή απόκριση στην επινεφρίνη, αξιολογήσαμε την παραγωγή NO, τη φωσφορυλίωση της ενδοθηλιακής συνθάσης NO και τη συσσώρευση cGMP στους ιστούς στο διαχεόμενο αρτηριακό μεσεντέριο κρεβάτι αρουραίου. Η επινεφρίνη προκάλεσε μια δοσοεξαρτώμενη αύξηση στο NO (EC(50) 45,7 pM), η οποία συνδέθηκε με συσσώρευση cGMP στους ιστούς. Τόσο η παραγωγή NO όσο και η παραγωγή cGMP αναστέλλονταν είτε με αφαίρεση του ενδοθηλίου (σαπωνίνη) είτε με αναστολή της συνθάσης NO (N(ω)-νίτρο-L-αργινίνη). Ο αποκλεισμός των βήτα(1)- και βήτα(2)-αδρενοϋποδοχέων με 1 μM προπρανολόλη ή του βήτα(3)-αδρενοϋποδοχέα με 10 nM SR 59230A μετατόπισε δεξιά την καμπύλη συγκέντρωσης-παραγωγής NO που προκαλείται από την επινεφρίνη. Η επιλεκτική διέγερση των βήτα(1)-, βήτα(2)- ή βήτα(3)-αδρενοϋποδοχέων προκάλεσε επίσης παραγωγή NO και cGMP. Η προπρανολόλη (1 μM) ανέστειλε την αύξηση του NO που προκαλείται από την ισοπροτερενόλη ή τους βήτα(2)-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστές σαλβουταμόλη, τερβουταλίνη ή φενοτερόλη. Ομοίως, 10 nM SR 59230A μείωσε τις επιδράσεις των βήτα(3)-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστών BRL 37344, CGP 12177, SR 595611A ή πινδολόλης. Η παραγωγή NO που προκαλείται από την επινεφρίνη και την BRL 37344 συνδέθηκε με την ενεργοποίηση της οδού phosphatidylinositol 3-kinase/Akt και τη φωσφορυλίωση της eNOS στον σερίνη 1177. Επιπλέον, σε αναισθητοποιημένα αρουραία, η χορήγηση κατά bolus ισοπροτερενόλης, σαλβουταμόλης ή BRL 37344 προκάλεσε μειώσεις της συστολικής αρτηριακής πίεσης εξαρτώμενες από το NO. Αυτά τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι οι βήτα(1)-, βήτα(2)- και βήτα(3)-αδρενοϋποδοχείς συνδέονται με την οδό NO/cGMP, τονίζοντας τον ρόλο του ενδοθηλίου στη αγγειοκινητική δράση που προκαλείται από την επινεφρίνη και τους σχετικούς βήτα-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστές.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από ενδοφλέβια (I.V.) ένεση, η επινεφρίνη εξαφανίζεται ταχέως από την κυκλοφορία του αίματος. Η υποδόρια ή ενδομυϊκή (I.M.) χορηγούμενη επινεφρίνη έχει ταχεία έναρξη και σύντομη διάρκεια δράσης. Η υποδόρια (SC) χορήγηση κατά τη διάρκεια κρίσεων άσθματος μπορεί να προκαλέσει βρογχοδιαστολή εντός 5 έως 10 λεπτών, και τα μέγιστα αποτελέσματα μπορεί να εμφανιστούν εντός 20 λεπτών. Το φάρμακο σταθεροποιείται ταχέως στους ιστούς.
Η πλειοψηφία της δόσης της επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα. Περίπου το 40% μιας παρεντερικής δόσης επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως μετανεφρίνη, 40% ως VMA, 7% ως 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλη, 2% ως 3,4-διυδροξυμανδελικό οξύ, και το υπόλοιπο ως ακετυλιωμένες παράγωγες ουσίες. Αυτοί οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως θειϊκά συζεύγη και, σε μικρότερο βαθμό, ως γλυκουρονιδικά συζεύγη. Μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου απεκκρίνονται εντελώς αμετάβλητες.
Η ενδοφλέβια ένεση προκαλεί άμεση και ενισχυμένη απόκριση. Μετά από ενδοφλέβια ένεση, η επινεφρίνη εξαφανίζεται ταχέως από την κυκλοφορία του αίματος.
Μετά από τοπική εφαρμογή ραδιοσημασμένης επινεφρίνης στο μάτι σε κουνέλια, οι υψηλότερες συγκεντρώσεις του φαρμάκου στους ιστούς και τα υγρά εκτός του ματιού παρατηρήθηκαν στην υπόφυση, με χαμηλότερες συγκεντρώσεις στο έντερο, το λίπος, τα επινεφρίδια, τους νεφρούς, την καρδιά, τους πνεύμονες, τη σπλήνα, τις ωοθήκες, το πάγκρεας, το ήπαρ, τη μήτρα, τους μύες, τον εγκέφαλο και τον ορό. Σε ανθρώπους, η συστηματικά απορροφούμενη επινεφρίνη διαπερνά τον πλακούντα, αλλά όχι τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η συστηματικά απορροφούμενη επινεφρίνη κατανέμεται στο γάλα.
Η επινεφρίνη δεν είναι αποτελεσματική μετά από από του στόματος χορήγηση, επειδή συζεύγνυται και οξειδώνεται ταχέως στον γαστρεντερικό βλεννογόνο και στο ήπαρ. Η απορρόφηση από τους υποδόριους ιστούς συμβαίνει αργά λόγω τοπικής αγγειοσύσπασης… Η απορρόφηση είναι ταχύτερη μετά από IM από ότι μετά από SC ένεση… Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως στον οργανισμό.
Σε μια προοπτική, τυχαιοποιημένη, πενταπλή μελέτη διασταύρωσης σε κουνέλια, … οι πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης /μετρήθηκαν/ πριν, και σε διαστήματα έως 180 λεπτά μετά τη χορήγηση επινεφρίνης με ενδομυϊκή ή υποδόρια ένεση, ή με εισπνοή, με ενδοφλέβια επινεφρίνη και ενδομυϊκό φυσιολογικό ορό ως θετικό και αρνητικό μάρτυρα, αντίστοιχα. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης ήταν υψηλότερες και εμφανίστηκαν ταχύτερα μετά από ενδομυϊκή ένεση από ότι μετά από υποδόρια ένεση ή εισπνοή, και ήταν 7719+/-3943 (S.E.M.) pg/mL στα 32,5+/-6,6 λεπτά, 2692+/-863 pg/mL στα 111,7+/-30,8 λεπτά και 1196+/-369 pg/mL στα 45,8+/-19,2 λεπτά, αντίστοιχα. Η ενδοφλέβια ένεση επινεφρίνης οδήγησε σε πλασματική συγκέντρωση 3544+/-422 pg/mL στα 5 λεπτά, και χρόνο ημίσειας ζωής αποβολής (t(1/2)) 11,0+/-2,5 λεπτά. Στη μελέτη με έλεγχο φυσιολογικού ορού, η ενδογενής συγκέντρωση επινεφρίνης κορυφώθηκε στα 518+/-142 pg/mL. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Σε αυτό το μοντέλο, η απορρόφηση της επινεφρίνης ήταν σημαντικά ταχύτερη μετά από ενδομυϊκή ένεση από ότι μετά από υποδόρια ένεση ή εισπνοή. Ο βαθμός απορρόφησης ήταν ικανοποιητικός τόσο μετά από ενδομυϊκές όσο και μετά από υποδόριες ενέσεις. Ούτε ο ρυθμός ούτε ο βαθμός απορρόφησης ήταν ικανοποιητικοί μετά από χορήγηση με εισπνοή.
3 ομάδες των 5 γκρίζων κυνηγόσκυλων έλαβαν 1,5 ug/kg επινεφρίνης 1:200.000 είτε σε λιδοκαΐνη 0,5%, βουπιβακαΐνη 0,5% ή 0,9% φυσιολογικό ορό. Τα σκυλιά αναισθητοποιήθηκαν και το 40% του εγκεκριμένου διαλύματος επινεφρίνης εγχύθηκε κάτω από το περιπρωκτικό δέρμα και τα 4 τεταρτημόρια του βλεννογόνου του ορθού εγχύθηκαν με το υπόλοιπο του διαλύματος. Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις επινεφρίνης, λιδοκαΐνης, βουπιβακαΐνης, γαλακτικού, γλυκόζης και καλίου στο πλάσμα στα 1, 2, 5, 10 και 30 λεπτά μετά την έγχυση. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης καταγράφηκαν 2 λεπτά μετά την έγχυση στον βλεννογόνο του ορθού και στις 3 ομάδες. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις επινεφρίνης ήταν σημαντικά υψηλότερες (p < 0,01) στην ομάδα λιδοκαΐνης στα 1 και 2 λεπτά μετά την έγχυση. Τόσο η πλασματική βουπιβακαΐνη όσο και η λιδοκαΐνη κορυφώθηκαν 10 λεπτά μετά την έγχυση και στη συνέχεια τείνουν να μειώνονται προς τις τιμές αναφοράς. Οι πλασματικές συγκεντρώσεις βουπιβακαΐνης ήταν σημαντικά υψηλότερες (p < 0,01) από τις πλασματικές συγκεντρώσεις λιδοκαΐνης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στους μεταβολικούς ή βιοχημικούς δείκτες εντός ή μεταξύ των 3 ομάδων. Ωστόσο, τόσο οι πλασματικές συγκεντρώσεις γλυκόζης όσο και γαλακτικού ήταν αυξημένες και κορυφώθηκαν 10 λεπτά μετά την έγχυση, ενώ οι πλασματικές συγκεντρώσεις καλίου παρέμειναν αμετάβλητες καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Ο καρδιακός ρυθμός στην ομάδα βουπιβακαΐνης μειώθηκε σημαντικά 30 λεπτά μετά την έγχυση (p < 0,05). Δεν παρατηρήθηκαν σημαντικές διαφορές στις μέσες αρτηριακές και παλμικές πιέσεις μεταξύ των 3 ομάδων.
Η επινεφρίνη απορροφάται καλά μετά από υποδόρια ή IM ένεση· η απορρόφηση μπορεί να επιταχυνθεί με μάλαξη της θέσης της ένεσης. Τόσο ταχεία όσο και παρατεταμένη απορρόφηση συμβαίνει μετά από υποδόρια ένεση του μακράς δράσης εναιωρήματος (δεν είναι πλέον διαθέσιμο εμπορικά στις ΗΠΑ). Η επινεφρίνη απορροφάται επίσης μετά από ενδοτραχειακή χορήγηση, αν και οι επιτευχθείσες συγκεντρώσεις στον ορό μπορεί να είναι μόνο το 10% αυτών με ισοδύναμη IV δόση. Μετά από εισπνοή επινεφρίνης με την συνήθη δοσολογία, η απορρόφηση είναι μικρή και οι επιδράσεις του φαρμάκου περιορίζονται κυρίως στην αναπνευστική οδό. Η απορρόφηση αυξάνεται κάπως όταν εισπνέονται μεγαλύτερες δόσεις, και μπορεί να εμφανιστούν συστηματικές επιδράσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως κυρίως μέσω ενζυμικού μετασχηματισμού σε μετανεφρίνη ή νορμετανεφρίνη, εκ των οποίων η καθεμία στη συνέχεια συζεύγνυται και απεκκρίνεται στα ούρα τόσο ως θειϊκά όσο και ως γλυκουρονίδια. Οποιαδήποτε ακολουθία οδηγεί στο σχηματισμό 3-μεθοξυ-4-υδροξυ-μανδελικού οξέος (βανιλλυλομανδελικό οξύ, VMA) το οποίο ανιχνεύεται στα ούρα. Η επινεφρίνη αδρανοποιείται ταχέως στον οργανισμό κυρίως από τα ένζυμα COMT (κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση) και MAO (μονοαμινοξειδάση). Το ήπαρ είναι πλούσιο στα παραπάνω ένζυμα και αποτελεί πρωταρχτικό, αν και όχι απαραίτητο, ιστό στη διαδικασία αποδόμησης.
Οι φαρμακολογικές δράσεις της επινεφρίνης τερματίζονται κυρίως μέσω πρόσληψης και μεταβολισμού στις συμπαθητικές νευρικές απολήξεις. Το κυκλοφορούν φάρμακο μεταβολίζεται στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς μέσω ενός συνδυασμού αντιδράσεων που περιλαμβάνουν τα ένζυμα κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση (COMT) και μονοαμινοξειδάση (MAO). Οι κύριοι μεταβολίτες είναι η μετανεφρίνη και το 3-μεθοξυ-4-υδροξυμανδελικό οξύ (βανιλλυλομανδελικό οξύ, VMA) και οι δύο οι οποίοι είναι ανενεργοί. Περίπου το 40% μιας παρεντερικής δόσης επινεφρίνης απεκκρίνεται στα ούρα ως μετανεφρίνη, 40% ως VMA, 7% ως 3-μεθοξυ-4-υδροξυφαινυλογλυκόλη, 2% ως 3,4-διυδροξυμανδελικό οξύ, και το υπόλοιπο ως ακετυλιωμένες παράγωγες ουσίες. Αυτοί οι μεταβολίτες απεκκρίνονται κυρίως ως θειϊκά συζεύγη και, σε μικρότερο βαθμό, ως γλυκουρονιδικά συζεύγη. Μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου απεκκρίνονται αμετάβλητες.
Η κυκλοφορούσα επινεφρίνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και προσλαμβάνεται σε αδρενεργικά νευρώνια και μεταβολίζεται από MAO και κατεχόλη-Ο-μεθυλοτρανσφεράση σε μετραδρεναλίνη, θειϊκά συζεύγη και υδροξυπαράγωγα του μανδελικού οξέος.
Η επινεφρίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τον θειικό εστέρα επινεφρίνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι περίπου 2-3 λεπτά. Ωστόσο, όταν χορηγείται με υποδόρια ή ενδομυϊκή ένεση, η τοπική αγγειοσύσπαση μπορεί να καθυστερήσει την απορρόφηση, έτσι ώστε οι επιδράσεις της επινεφρίνης να διαρκέσουν περισσότερο από ό,τι υποδηλώνει ο χρόνος ημίσειας ζωής.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι 1 λεπτό.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους άλφα αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Παράγοντες που διαστέλλουν την κόρη. Μπορεί να είναι συμπαθομιμητικά ή παρασυμπαθολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται φάρμακα που διεγείρουν άμεσα αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση σύσπασης των αιμοφόρων αγγείων.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
- YKH834O4BH
- EPINEPHRINE
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κατεχολαμίνη
- Χημική Δομή [CS] - Κατεχολαμίνες
- Η επινεφρίνη είναι ένας άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής, και βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής, και Κατεχολαμίνη. Ο μηχανισμός δράσης της επινεφρίνης είναι ως Αδρενεργικός άλφα-Αγωνιστής, και Αδρενεργικός βήτα-Αγωνιστής.
- ADRENALIN (EPINEPHRINE)
- Κατεχολαμίνη [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]
- ADRENALIN(R)
- άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- ADRENALINUM
- Κατεχολαμίνη [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]
- EPINEPHRINE
- Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- EPINEPHRINE INHALATION
- άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- EPINEPRINE
- Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
- AUVI-Q
- βήτα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Αδρενεργικοί βήτα-Αγωνιστές [MoA]· Κατεχολαμίνες [CS]· Αδρενεργικοί άλφα-Αγωνιστές [MoA]· άλφα-Αδρενεργικός Αγωνιστής [EPC]· Κατεχολαμίνη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Απέκκριση
Scientific Profile
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους άλφα αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Φάρμακα που συνδέονται επιλεκτικά και ενεργοποιούν τους βήτα-αδρενεργικούς υποδοχείς.
- Παράγοντες που προκαλούν αύξηση της διαστολής ενός βρόγχου ή βρογχικών σωλήνων.
- Παράγοντες που διαστέλλουν την κόρη. Μπορεί να είναι συμπαθομιμητικά ή παρασυμπαθολυτικά.
- Φάρμακα που μιμούνται τις επιδράσεις της διέγερσης των μεταγαγγλιακών αδρενεργικών συμπαθητικών νεύρων. Περιλαμβάνονται φάρμακα που διεγείρουν άμεσα αδρενεργικούς υποδοχείς και φάρμακα που δρουν έμμεσα προκαλώντας την απελευθέρωση αδρενεργικών μεταβιβαστών.
- Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόκληση σύσπασης των αιμοφόρων αγγείων.