CLOBETASOL
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή έχουν αντιφλεγμονώδεις, αντικνησμώδεις και αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
L30 Άλλες δερματίτιδες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Έκζεμα · Φλεγμονώδεις εκδηλώσεις των δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα στεροειδή
-
L98 Άλλες διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δερματικές παθήσεις που δεν ανταποκρίνονται ικανοποιητικά σε στεροειδή με ηπιότερη δράση
-
L20 Ατοπική δερματίτιδα
-
L93 Ερυθηματώδης λύκος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δισκοειδής ερυθηματώδης λύκος
-
L29 Κνησμός
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κνησμώδεις εκδηλώσεις των δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα στεροειδή
-
L43 Λειχήνας planus
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ομαλός λειχήνας
-
L40 Ψωρίαση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος BUTAVATE
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Τοπική
- Χορήγηση: μία ή δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Μετά την επίτευξη βελτίωσης, μειώστε τη συχνότητα της εφαρμογής ή αλλάξτε σε λιγότερο ισχυρό σκεύασμα. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται βαθμιαία. Για ασθενείς με συχνές υποτροπές, μετά την αποτελεσματική αντιμετώπιση ενός οξέος επεισοδίου, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο λιγότερο συχνής χορήγησης (άπαξ ημερησίως, δύο φορές την εβδομάδα).
-
ΕνήλικεςΔόσηΈνα λεπτό στρώμαΜέγ. δόση50 g εβδομαδιαίωςΕφαρμόστε μία ή δύο φορές την ημέρα. Η θεραπεία δεν πρέπει να συνεχίζεται για περισσότερο από 4 εβδομάδες. Στη συνέχεια μειώστε τη συχνότητα της εφαρμογής ή αλλάξτε σε λιγότερο ισχυρό σκεύασμα. Για ανθεκτικές βλάβες, χρήση στεγανής επίδεσης. Για ασθενείς με συχνές υποτροπές, μετά την αντιμετώπιση του οξέος επεισοδίου, μπορεί να εξετασθεί το ενδεχόμενο λιγότερο συχνής χορήγησης (άπαξ ημερησίως, δύο φορές την εβδομάδα).
-
ΠαιδιάΑντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας κάτω του 1 έτους. Απαιτούν μικρότερης διάρκειας θεραπευτικούς κύκλους και λιγότερο ισχυρούς παράγοντες. Χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή ποσότητα.
-
ΗλικιωμένοιΧρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή ποσότητα και η όσο το δυνατόν μικρότερη διάρκεια χορήγησης.
-
Νεφρική / Ηπατική ΔυσλειτουργίαΣε περίπτωση συστηματικής απορρόφησης, ο μεταβολισμός και η απέκκριση μπορεί να καθυστερήσουν. Χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή ποσότητα και η όσο το δυνατόν μικρότερη διάρκεια χορήγησης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος.
-
Μη αντιμετωπισθείσες δερματικές λοιμώξεις.
-
Ροδόχρους ακμή
-
Κοινή ακμή
-
Κνησμός χωρίς φλεγμονή
-
Περιπρωκτικός και περιγεννητικός κνησμός
-
Περιστοματική δερματίτιδα
-
Δερματοπάθειες (περιλαμβανομένης της δερματίτιδας)ΠληθυσμόςΒρέφη ηλικίας κάτω του ενός έτους
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Υπερευαισθησία σε τοπικά κορτικοστεροειδή ή έκδοχαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικόΧρησιμοποιείται με προσοχή
-
Συστηματική απορρόφηση τοπικών στεροειδών (Υπερκορτιζολαιμία, σύνδρομο Cushing, καταστολή άξονα ΥΥΕ)προσοχήΔιακοπή σταδιακά, μείωση συχνότητας ή αντικατάσταση με λιγότερο ισχυρό κορτικοστεροειδές
-
Αυξημένη συστηματική απορρόφηση και ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και βρέφη
-
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες (οστεονέκρωση, λοιμώξεις, ανοσοκαταστολή)προσοχήΑποφυγή μακροχρόνιας χρήσης πέραν των συνιστώμενων δόσεων
-
Παρατεταμένη θεραπεία (>4 εβδομάδες)προσοχήΕξέταση χρήσης λιγότερο ισχυρού σκευάσματος κορτικοστεροειδούς
-
Μακροχρόνια, συνεχής θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή (επινεφριδιακή καταστολή)προσοχήΠληθυσμόςΒρέφη και παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετώνΑποφυγή όπου είναι δυνατόν
-
Ατροφικές μεταβολέςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιάΠεριορισμός θεραπείας σε λίγες ημέρες
-
Βακτηριακές λοιμώξεις (από στεγανή επίδεση)προσοχήΚαθαρισμός δέρματος πριν την εφαρμογή νέας επίδεσης (όταν χρησιμοποιείται στεγανή επίδεση)
-
Χρήση στην ψωρίαση (υποτροπές, αντοχή, φλυκταινώδης ψωρίαση, τοξικότητα)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ψωρίασηΧρησιμοποιείται με προσοχή
-
Ταυτόχρονη λοίμωξηπροσοχήΧορήγηση κατάλληλης αντιμικροβιακής θεραπείας. Σε εξάπλωση λοίμωξης, διακοπή τοπικού κορτικοστεροειδούς και χορήγηση αντιμικροβιακής θεραπείας.
-
Χρόνια έλκη στα κάτω άκρα (υπερευαισθησία, τοπική λοίμωξη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια έλκη στα κάτω άκρα
-
Εφαρμογή στο πρόσωπο (ατροφικές μεταβολές)προσοχήΑποφυγή παρατεταμένης εφαρμογής. Περιορισμός θεραπείας σε λίγες ημέρες.
-
Εφαρμογή στα βλέφαρα (καταρράκτης, γλαύκωμα)προσοχήΛήψη μέριμνας για να μην εισέλθει στα μάτια
-
Οπτική διαταραχή (θαμπή όραση, καταρράκτης, γλαύκωμα, κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτώματα οπτικής διαταραχήςΠαραπομπή σε οφθαλμίατρο για αξιολόγηση
-
Κίνδυνος πυρκαγιάς (παραφίνη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν κρέμα ή αλοιφή ClobetasolΝα μην καπνίζουν ή να πλησιάζουν σε γυμνές φλόγες. Προσοχή με υφάσματα που έχουν έρθει σε επαφή.
-
Τοπικές δερματικές αντιδράσεις (κητοστεατυλική αλκοόλη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν κρέμα Clobetasol
-
Τοπικός δερματικός ερεθισμός (προπυλενογλυκόλη)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν κρέμα ή αλοιφή Clobetasol
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, ιτρακοναζόλη)προσοχήΑύξηση της συστηματικής έκθεσης στα κορτικοστεροειδή λόγω αναστολής του μεταβολισμού τους.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ευκαιριακές λοιμώξεις
- Τοπική υπερευαισθησία
- Καταστολή άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων
- Σύνδρομο Cushing
- Καθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιά
- Μειωμένα επίπεδα ενδογενούς κορτιζόλης
- Καθυστερημένη αύξηση σωματικού βάρους
- Υπεργλυκαιμία
- Γλυκοζουρία
- Αύξηση σωματικού βάρους
- Παχυσαρκία
- Οστεοπόρωση
- Υπέρταση
- Αλωπεκία
- Τριχορρηξία
- Κνησμός
- Τοπικός δερματικός καύσος
- Πόνος στο δέρμα
- Τοπική ατροφία
- Ραβδώσεις
- Λέπτυνση δέρματος
- Ζάρωμα του δέρματος
- Ξηρότητα του δέρματος
- Μεταβολές στον χρωματισμό
- Υπερτρίχωση
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Δερματίτιδα
- Φλυκταινώδης ψωρίαση
- Ερύθημα
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Ακμή
- Καταρράκτης
- Γλαύκωμα
- Θαμπή όραση
- Κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια
- Τηλεαγγειεκτασίες
- Παροξυσμός υποκείμενων συμπτωμάτων
- Ερεθισμός στο σημείο εφαρμογής
- Πόνος στο σημείο εφαρμογής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΠόνος στο δέρμαΔέρμα
-
ΣυχνέςΤοπικός δερματικός καύσοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΡαβδώσειςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΤηλεαγγειεκτασίεςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΤοπική ατροφίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑκμήΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΑύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΓλυκοζουρίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕρεθισμός στο σημείο εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΕρύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΕυκαιριακές λοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Πολύ σπάνιεςΖάρωμα του δέρματοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚαθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιάΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΚαθυστερημένη αύξηση σωματικού βάρουςΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαταστολή άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίωνΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΛέπτυνση δέρματοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένα επίπεδα ενδογενούς κορτιζόληςΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΜεταβολές στον χρωματισμόΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΞηρότητα του δέρματοςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΠαροξυσμός υποκείμενων συμπτωμάτωνΆλλο
-
Πολύ σπάνιεςΠαχυσαρκίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΠόνος στο σημείο εφαρμογήςΓενικές
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
Πολύ σπάνιεςΤοπική υπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΤριχορρηξίαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Πολύ σπάνιεςΥπερτρίχωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΦλυκταινώδης ψωρίασηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΚεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθειαΟφθαλμικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν στοιχεία για την αξιολόγηση της επίδρασης των τοπικών κορτικοστεροειδών στην ανθρώπινη γονιμότητα.Η χορήγηση Clobetasol propionate υποδορίως σε αρουραίους δεν είχε επίδραση στην ικανότητα ζευγαρώματος, ωστόσο στην υψηλότερη δόση μειώθηκε η γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΗ χορήγηση Clobetasol στη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να εξετάζεται μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει τον κίνδυνο για το έμβρυο.Τα στοιχεία από τη χρήση του Clobetasol σε έγκυες γυναίκες είναι περιορισμένα. Η τοπική χορήγηση κορτικοστεροειδών σε ζώα που εγκυμονούν μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στην εμβρυϊκή ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Η σημασία αυτού του ευρήματος σε ανθρώπους δεν έχει τεκμηριωθεί. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται η ελάχιστη δυνατή ποσότητα για την ελάχιστη δυνατή διάρκεια.
-
ΓαλουχίαΗ χορήγηση Clobetasol στη διάρκεια του θηλασμού θα πρέπει εξετάζεται μόνο όταν το αναμενόμενο όφελος για τη μητέρα υπερβαίνει τον κίνδυνο για το βρέφος.Η ασφαλής χρήση των τοπικών κορτικοστεροειδών κατά τη γαλουχία δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν είναι γνωστό αν η τοπική χορήγηση κορτικοστεροειδών μπορεί να οδηγήσει σε επαρκή συστηματική απορρόφηση ώστε να υπάρξει απέκκριση ανιχνεύσιμης ποσότητας στο μητρικό γάλα. Αν χρησιμοποιείται κατά τη γαλουχία, το Clobetasol δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους μαστούς ώστε να αποφευχθεί τυχαία κατάποση από το βρέφος.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπερκορτιζολαιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή έχουν αντιφλεγμονώδεις, αντικνησμώδεις και αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες.
Μηχανισμός δράσης
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή δρουν ως αντιφλεγμονώδεις παράγοντες μέσω πολλαπλών μηχανισμών αναστέλλοντας της όψιμες αλλεργικές αντιδράσεις, περιλαμβανομένων της μείωσης της πυκνότητας των μαστοκυττάρων, της μείωσης της χημειοταξίας και της ενεργοποίησης των ηωσινόφιλων, της μείωσης της παραγωγής κυτοκινών από τα λεμφοκύτταρα, τα μονοκύτταρα, τα μαστοκύτταρα και τα ηωσινόφιλα, καθώς και της αναστολής του μεταβολισμού του αραχιδονικού οξέος.
Απορρόφηση
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφηθούν συστηματικά από το ακέραιο, υγιές δέρμα. Ο βαθμός διαδερμικής απορρόφησης των τοπικών κορτικοστεροειδών καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνουν το φορέα του φαρμάκου και την ακεραιότητα του δερματικού φραγμού. Η επίδεση, η φλεγμονή και/ή διαδικασίες στο δέρμα μπορεί να αυξήσουν τη διαδερμική απορρόφηση.
Σε μια μελέτη η μέση μέγιστη συγκέντρωση προπιονικής κλομπεταζόλης στο πλάσμα, 0,63 ng/ml, σημειώθηκε οκτώ ώρες μετά τη δεύτερη εφαρμογή (13 ώρες μετά την πρώτη) 30g αλοιφής προπιονικής κλομπεταζόλης 0,05% σε άτομα με υγιές δέρμα. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα μετά την εφαρμογή μιας δεύτερης δόσης 30g κρέμας προπιονικής κλομπεταζόλης 0,05%, ήταν ελαφρώς υψηλότερη σε σύγκριση με την αλοιφή και σημειώθηκε 10 ώρες μετά την εφαρμογή. Σε μία άλλη μελέτη, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα σε ασθενείς με ψωρίαση και έκζεμα ήταν περίπου 2,3 ng/ml και 4,6 ng/ml, αντίστοιχα και σημειώθηκε τρεις ώρες μετά από εφάπαξ εφαρμογή 25g αλοιφής προπιονικής κλομπεταζόλης 0,05%.
Κατανομή
Η χρήση φαρμακοδυναμικών καταληκτικών σημείων για την αξιολόγηση της συστηματικής έκθεσης των τοπικών κορτικοστεροειδών είναι απαραίτητη λόγω του γεγονότος ότι τα επίπεδα στην κυκλοφορία του αίματος είναι πολύ χαμηλότερα από το χαμηλότερο όριο ανίχνευσης της αναλυτικής μεθόδου προσδιορισμού του φαρμάκου.
Μεταβολισμός
Αφού απορροφηθούν διαδερμικά τα τοπικά κορτικοστεροειδή μεταβολίζονται παρόμοια με τα συστηματικώς χορηγούμενα κορτικοστεροειδή. Μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ.
Αποβολή
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή απεκκρίνονται από τους νεφρούς. Επιπλέον, μερικά κορτικοστεροειδή και οι μεταβολίτες τους απεκκρίνονται στη χολή.
Απορρόφηση Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφηθούν συστηματικά από το ακέραιο, υγιές δέρμα. Ο βαθμός διαδερμικής απορρόφησης των τοπικών κορτικοστεροειδών καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, οι οποίοι περιλαμβάνουν το φορέα του φαρμάκου και…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική αξιολόγηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | εβδομαδιαία | Χρήση σε παιδιά |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | στενά | Χρήση στην ψωρίαση |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένα παράγωγο της πρεδνιζολόνης με υψηλή γλυκοκορτικοειδή δραστικότητα και χαμηλή μεταλλοκορτικοειδή δραστικότητα. Απορροφάται μέσω του δέρματος ταχύτερα από το fluocinonide, χρησιμοποιείται τοπικά στη θεραπεία του ψωρίασης, αλλά μπορεί να προκαλέσει σημαντική καταστολή του επινεφριδιακού φλοιού. [PubChem]
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για βραχυπρόθεσμη τοπική θεραπεία των φλεγμονωδών και κνησμωδών εκδηλώσεων μετρίου έως σοβαρού δερματολογικού προβλήματος που ανταποκρίνεται στα κορτικοστεροειδή του τριχωτού της κεφαλής.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Όπως και άλλα τοπικά κορτικοστεροειδή, το clobetasol έχει αντιφλεγματώδεις, αντικνησμώδεις και αγγειοσυσταλτικές ιδιότητες. Είναι ένα πολύ υψηλής ισχύος τοπικό κορτικοστεροειδές και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με επίδεσμους αποκλειστικού τύπου. Συνιστάται ο περιορισμός της θεραπείας σε 2 διαδοχικές εβδομάδες και η θεραπεία να διακόπτεται όταν επιτευχθούν επαρκή αποτελέσματα.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός της αντιφλεγμονώδους δράσης των τοπικών κορτικοστεροειδών στην αντιμετώπιση δερματοπαθειών που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή γενικά παραμένει ασαφής. Ωστόσο, πιστεύεται ότι δρουν με την επαγωγή πρωτεϊνών που αναστέλλουν τη φωσφολιπασσασάση Α2, οι οποίες ονομάζονται συλλογικά lipocortins. Υποτίθεται ότι αυτές οι πρωτεΐνες ελέγχουν τη βιοσύνθεση ισχυρών μεσολαβητών φλεγμονής όπως οι προσταγλανδίνες και οι λευκοτριένες, εμποδίζοντας την απελευθέρωση του κοινού προδρόμου αραχιδονικού οξέος. Το αραχιδονικό οξύ απελευθερώνεται από τα μεμβρανικά φωσφολιπίδια από τη φωσφολιπασσαση Α2. Αρχικά, ωστόσο, ο κλοβετασόλη, όπως και άλλα κορτικοστεροειδή, δεσμεύεται με τον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών, ο οποίος σχηματίζει σύμπλοκο, εισέρχεται στον πυρήνα του κυττάρου και τροποποιεί τη γονιδιακή μεταγραφή (transrepression/transactivation).
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Τα τοπικά κορτικοστεροειδή μπορούν να απορροφηθούν από ακέραιο υγιές δέρμα. Η έκταση της διαδερμικής απορρόφησης των τοπικών κορτικοστεροειδών καθορίζεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων το έκδοχο (vehicle) και η ακεραιότητα του επιδερμιδικού φραγμού.
Η περίφραξη (occlusion), η φλεγμονή ή/και άλλες παθολογικές διεργασίες του δέρματος μπορεί επίσης να αυξήσουν τη διαδερμική απορρόφηση.
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
Οδός αποβολής
Οι κορτικοστεροειδείς μεταβολίζονται κυρίως στο ήπαρ και αποβάλλονται από τα νεφρά. Κάποιοι τοπικοί κορτικοστεροειδείς, συμπεριλαμβανομένου του clobetasol propionate και των μεταβολιτών του, αποβάλλονται επίσης στη χολή.
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα / Υπερδοσολογία
Το oral LD50 σε αρουραίους και ποντικούς είναι >3000 mg/kg. Η τοπική εφαρμογή του κλοβετασόλης μπορεί να απορροφηθεί σε επαρκείς ποσότητες για να προκαλέσει συστηματικές επιδράσεις. Τα συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν λεπτέρευση του δέρματος και καταστολή του επινεφριδιακού φλοιού (μείωση της ικανότητας ανταπόκρισης στο στρες).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Όπως και άλλα τοπικά κορτικοστεροειδή, η κλομπετασόλη προπιονική έχει αντιφλεγμονώδεις, αντι-κνησμώδεις και αγγειοσυσπαστικές ιδιότητες. Ο μηχανισμός της αντιφλεγμονώδους δράσης των τοπικών στεροειδών, γενικά, δεν είναι σαφής. Ωστόσο, πιστεύεται ότι τα κορτικοστεροειδή δρουν μέσω της επαγωγής πρωτεϊνών που αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, γνωστές συλλογικά ως λιποκορτίνες. Υποτίθεται ότι αυτές οι πρωτεΐνες ελέγχουν τη βιοσύνθεση ισχυρών φλεγμονωδών διαμεσολαβητών, όπως οι προσταγλανδίνες και οι λευκοτριένες, αναστέλλοντας την απελευθέρωση του κοινού τους προδρόμου, του αραχιδονικού οξέος. Το αραχιδονικό οξύ απελευθερώνεται από τους φωσφολιπιδίους της μεμβράνης από τη φωσφολιπάση Α2.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Μετά από τοπική εφαρμογή της κλομπετασόλης προπιονικής στις περισσότερες περιοχές φυσιολογικού δέρματος, μόνο μικρές ποσότητες του φαρμάκου φαίνεται να φθάνουν στο χόριο και στη συνέχεια στη συστηματική κυκλοφορία με τη συνήθη δοσολογία. Ωστόσο, η συστηματική απορρόφηση μπορεί να αυξηθεί όταν υπερβαίνεται η συνήθης δοσολογία ή όταν το δέρμα είναι φλεγμαίνον ή νοσούν. Μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις κλομπετασόλης προπιονικής στο πλάσμα 0,63 ng/mL παρατηρήθηκαν σε μία μελέτη 8 ώρες μετά από μια δεύτερη δόση 30 g (εφαρμοζόμενη 13 ώρες μετά από την αρχική δόση) αλοιφής κλομπετασόλης προπιονικής 0,05% σε υγιή άτομα με φυσιολογικό δέρμα. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα του φαρμάκου ήταν ελαφρώς υψηλότερες και εμφανίστηκαν 10 ώρες μετά τη δεύτερη δόση όταν χρησιμοποιήθηκε η κρέμα 0,05%.
Μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα περίπου 2,3 ή 4,6 ng/mL παρατηρήθηκαν σε άλλη μελέτη περίπου 3 ώρες μετά από μία μόνο εφαρμογή δόσης 25 g αλοιφής 0,05% σε ασθενείς με ψωρίαση ή έκζεμα, αντίστοιχα.
Η διαδερμική διείσδυση της κλομπετασόλης προπιονικής ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και μπορεί να τροποποιηθεί με τη χρήση διαφορετικών φορέων. Τα αποτελέσματα μελετών in vitro που χρησιμοποιούν ανθρώπινο δέρμα υποδεικνύουν ότι η απορρόφηση του τοπικά εφαρμοζόμενου τζελ κλομπετασόλης προπιονικής είναι μεγαλύτερη από αυτή της τοπικά εφαρμοζόμενης κρέμας κλομπετασόλης προπιονικής.
Η διαδερμική διείσδυση μπορεί να αυξηθεί με τη χρήση αποφρακτικών επιδέσμων και με φλεγμονή ή/και άλλες νόσους του επιδερμιδικού φραγμού (π.χ., ψωρίαση, έκζεμα).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατηγοριοποίηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση του ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση της ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στον μεταβολισμό των λιπών και των πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατηγοριοποίηση FDA Φαρμακολογικής Δράσης
ADN79D536H
CLOBETASOL
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Κορτικοστεροειδές
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αγωνιστές Υποδοχέων Κορτικοστεροειδών Ορμονών
Η κλομπετασόλη είναι ένα Κορτικοστεροειδές. Ο μηχανισμός δράσης της κλομπετασόλης είναι ως Αγωνιστής Υποδοχέων Κορτικοστεροειδών Ορμονών.
Απέκκριση
Απόσυρση / Deprescribing
Κορτικοστεροειδή – τοπικά
Για ασθενείς που λαμβάνουν επί του παρόντος μακροχρόνια θεραπεία με τοπικά κορτικοστεροειδή, εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της ισχύος ή της συχνότητας εφαρμογής (ή και των δύο).
⚠ Η μακροχρόνια συνεχής ή ακατάλληλη χρήση τοπικών κορτικοστεροειδών, ιδιαίτερα εκείνων μέτριας έως υψηλής ισχύος, μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη εξάρσεων αναπήδησης μετά τη διακοπή της θεραπείας (π.χ. δερματίτιδα με έντονη ερυθρότητα, τσούξιμο και κάψιμο που μπορεί να εξαπλωθεί πέρα από την αρχική περιοχή θεραπείας). Αναφέρετε τυχόν ύποπτες ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων στο σύστημα Yellow Card, συμπεριλαμβανομένων εκείνων μετά τη διακοπή των τοπικών κορτικοστεροειδών.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατηγοριοποίηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
Ουσίες που μειώνουν ή καταστέλλουν τη ΦΛΕΓΜΟΝΗ.
Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση του ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση της ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΙΚΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και έχουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στον μεταβολισμό των λιπών και των πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.