DALTEPARIN
Δαλτεπαρίνη
Η αντιπηκτική αγωγή αρχίζει είτε με ηπαρίνη είτε με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. H αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης αρχίζει γρήγορα αλλά έχει βραχεία διάρκεια. Αναφέρεται σαν ηπαρίνη για να διακριθεί από τις χαμηλού μοριακού βάρους (XMB) ηπαρίνες που έχουν μακρότερη περίοδο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-FRAGMIN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια, Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Πριν ή μετά την επέμβαση, άπαξ ή δύο φορές ημερησίως, ανάλογα με την ένδειξη
- Δόση έναρξης: 2500 IU (χειρουργική προφύλαξη)
- Τιτλοποίηση: Προσαρμογή δόσης σε νεφρική ανεπάρκεια, θρομβοπενία και ανάλογα με το θεραπευτικό εύρος anti-Xa.
-
Γενική χειρουργική - Ασθενείς με κίνδυνο για θρομβοεμβολικές επιπλοκέςΔόση2500 IU υποδορίως μέσα σε 2 ώρες πριν την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως κάθε πρωί μετά την επέμβαση μέχρι την κινητοποίηση του ασθενούς (γενικά 5 μέχρι 7 ημέρες ή περισσότερο)
-
Γενική χειρουργική - Ασθενείς με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (π.χ. καρκίνο)Χορηγείται dalteparin μέχρι την κινητοποίηση του ασθενούς (γενικά 5 μέχρι 7 ημέρες ή περισσότερο). 1. ΄Εναρξη την ημέρα πριν από την επέμβαση: 5000 IU υποδορίως το βράδυ πριν από την επέμβαση. Μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε βράδυ. 2. ΄Εναρξη την ημέρα της επέμβασης: 2500 IU υποδορίως εντός 2 ωρών πριν από την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως 8 μέχρι 12 ώρες αργότερα, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε πρωί.
-
Ορθοπεδική χειρουργική (π.χ. επέμβαση αρθροπλαστικής του ισχίου)Χορηγείται dalteparin για διάστημα μέχρι 5 εβδομάδες μετά την επέμβαση, επιλέγοντας ένα από τα πιο κάτω δοσολογικά σχήματα. 1. ΄Εναρξη προεγχειρητικά - Το βράδυ πριν από την επέμβαση: 5000 IU υποδορίως το βράδυ πριν από την επέμβαση. Μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε βράδυ. 2. ΄Εναρξη προεγχειρητικά - Ημέρα της επέμβασης: 2500 IU υποδορίως εντός 2 ωρών πριν από την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως 8 μέχρι 12 ώρες αργότερα, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε πρωί. 3. ΄Εναρξη μετά την επέμβαση: 2500 IU υποδορίως 4 μέχρι 8 ώρες μετά την επέμβαση, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε μέρα.
-
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΒΑΘΕΙ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗΣ ΕΜΒΟΛΗΣ - Εφάπαξ χορήγησηΔόση200 IU/kg Β.Σ. υποδόρια μια φορά την ημέραΜέγ. δόση18000 IU (ημερήσια)
-
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΒΑΘΕΙ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗΣ ΕΜΒΟΛΗΣ - Χορήγηση δύο φορές την ημέραΔόση100 IU/kg Β.Σ. υποδόρια δυο φορές την ημέρα
-
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗ - Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με “άγνωστο” κίνδυνο αιμορραγίας - Αιμοκάθαρση και αιμοδιήθηση για μέγιστη διάρκεια 4 ωρώνΔόση5000 IU (ενδοφλέβια bolus ένεση)
-
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗ - Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με “άγνωστο” κίνδυνο αιμορραγίας - Αιμοκάθαρση και αιμοδιήθηση για περισσότερες από 4 ώρεςΔόση30-40 IU/kg Β.Σ. (ενδοφλέβια bolus ένεση) ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 10-15 IU/kg Β.Σ./ώρα
-
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗ - Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίαςΔόση5-10 IU/kg Β.Σ. (ενδοφλέβια bolus ένεση) ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 4-5 IU/kg Β.Σ./ώρα
-
ΑΣΤΑΘΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ Π.Χ. ΑΣΤΑΘΗΣ ΣΤΗΘΑΓΧΗ ΚΑΙ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΡΜΑ QΔόση120 IU/kg Β.Σ. υποδόρια 2 φορές την ημέραΜέγ. δόση10000 IU/12ωροΗ θεραπεία συνεχίζεται για 6 τουλάχιστον ημέρες ή περισσότερο, αν θεωρηθεί απαραίτητο από τον γιατρό. Μετά από αρχική σταθεροποίηση για διάστημα 5-7 ημερών με δόση που έχει προσαρμοστεί ως προς το βάρος σώματος στις 120 IU/kg Β.Σ., δυο φορές ημερησίως, το FRAGMIN χορηγείται σε προκαθορισμένη δόση 5000 IU (γυναίκες < 80 kg και άνδρες < 70 kg) ή 7500 IU (γυναίκες 80 kg και άνδρες 70 kg), δυο φορές ημερησίως. Το συνολικό διάστημα της θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες.
-
ΘΡΟΜΒΟΠΡΟΦΥΛΑΞΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΓΙΑ ΦΛΕΒΙΚΗ Η ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΙΚΗ ΝΟΣΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΛΟΓΩ ΟΞΕΩΝ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΟΠΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΒΑΡΙΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.Δόση5000 IU υποδορίως μια φορά ημερησίωςΓενικά για διάστημα 12 ως 14 ημερών ή και περισσότερο σε ασθενείς με συνεχιζόμενη περιορισμένη κινητικότητα.
-
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΗΣ (VTE) ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΟ - 1ος ΜήναςΔόση200 IU/Kg συνολικού βάρους σώματος υποδορίως άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση18000 IU (συνολική ημερήσια)
-
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΗΣ (VTE) ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΟ - 2ος-6ος ΜήναςΔόσηπερίπου 150 IU/Kg υποδορίως, άπαξ ημερησίωςΗ δόση προσαρμόζεται με βάση τον παρακάτω πίνακα: | Βάρος Σώματος (Kg) | Δόση dalteparin (IU) | |---|---| | 56 | 7500 | | 57 έως 68 | 10000 | | 69 έως 82 | 12500 | | 83 έως 98 | 15000 | | 99 | 18000 |
-
Μείωση δοσολογίας σε θρομβοπενία που προκαλείται από χημειοθεραπείαΣτην περίπτωση θρομβοπενίας που προκαλείται από χημειοθεραπεία, με αριθμό αιμοπεταλίων <50000/mm³, η χορήγηση της dalteparin θα πρέπει να διακοπεί μέχρις ότου ο αριθμός των αιμοπεταλίων αποκατασταθεί πάνω από 50000/mm³. Για αριθμούς αιμοπεταλίων μεταξύ 50000 και 100000/mm³, η δόση της dalteparin θα πρέπει να μειωθεί κατά 17% εώς 33% της αρχικής δόσης, ανάλογα με το βάρος του ασθενούς (Πίνακας 1). Όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων ανέλθει σε 100000/mm³, η dalteparin πρέπει να επαναχορηγηθεί στην πλήρη της δόση. **Πίνακας 1:** Μείωση της δόσης της dalteparin σε θρομβοπενία 50000 - 100000/ mm³. | Βάρος Σώματος (Kg) | Προγραμματισμένη Δόση dalteparin (IU) | Μειωμένη Δόση dalteparin (IU) | Μέση Μείωση της Δόσης (%) | |---|---|---|---| | 56 | 7500 | 5000 | 33 | | 57 έως 68 | 10000 | 7500 | 25 | | 69 έως 82 | 12500 | 10000 | 20 | | 83 έως 98 | 15000 | 12500 | 17 | | 99 | 18000 | 15000 | 17 |
-
Νεφρική ανεπάρκειαΣτην περίπτωση σημαντικής νεφρικής ανεπάρκειας, που ορίζεται ως επίπεδο κρεατινίνης > 3 x ULN, η δόση της dalteparin θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διατηρείται θεραπευτικό επίπεδο anti-Xa 1 IU/ml (εύρος 0,5-1,5 IU/ml), που προσδιορίζεται 4-6 ώρες μετά την ένεση της dalteparin. Αν το επίπεδο anti-Xa είναι πιο κάτω ή πιο πάνω από το θεραπευτικό εύρος, η δόση της dalteparin θα πρέπει να αυξηθεί ή να μειωθεί αντίστοιχα, κατά μια δόση dalteparin στη σύριγγα και η μέτρηση της anti-Xa θα πρέπει να επαναληφθεί μετά από 3-4 νέες δόσεις. Αυτή η ρύθμιση της δόσης πρέπει να επαναλαμβάνεται μέχρι την επίτευξη του θεραπευτικού επιπέδου anti-Xa.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της dalteparin sodium σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις αναφορικά με τη δοσολογία.
block
SPC-FRAGMIN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Επιβεβαιωμένο ή πιθανό Ιστορικό θρομβοκυττοπενίας που προκαλείται από ηπαρίνη μέσω ανοσολογικού μηχανισμού (HIT - Τύπου ΙΙ).
-
Υπερευαισθησία στη dalteparin ή σε άλλες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή σε ηπαρίνες, ή προϊόντα χοίρειας προέλευσης.
-
Ενεργό, κλινικά σημαντική αιμορραγία (όπως γαστρεντερική εξέλκωση ή εγκεφαλική αιμορραγία).
-
Σοβαρές διαταραχές της πήξης.
-
Οξεία ή υποξεία λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα.
-
Πρόσφατο τραύμα ή επεμβάσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα μάτια και/ή στα αυτιά.
-
Λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας, υψηλές δόσεις dalteparin (όπως εκείνες που απαιτούνται στη θεραπεία της οξείας εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής και της ασταθούς στεφανιαίας νόσου), δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία ή σε άλλες διαδικασίες που απαιτούν νωτιαία παρακέντηση.
warning
SPC-FRAGMIN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Ενδομυϊκή οδόςΜην χορηγείτε τη dalteparin μέσω της ενδομυϊκής οδού. Λόγω του κινδύνου αιματώματος, η ενδομυϊκή ένεση άλλων ιατρικών σκευασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται, όταν η 24ωρη δόση της dalteparin υπερβαίνει τα 5.000 IU.
-
Επισκληρίδιος ή Ραχιαία ΑναισθησίαΌταν εφαρμόζεται αναισθησία στο νευράξονα (επισκληρίδιος/ραχιαία αναισθησία) ή ραχιαία παρακέντηση σε ασθενείς που λαμβάνουν ή που έχουν προγραμματιστεί να λάβουν αντιπηκτική αγωγή με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή ηπαρινοειδή για την πρόληψη θρομβοεμβολικών επιπλοκών υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης επισκληριδίου ή νωτιαίου αιματώματος, που μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνια ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυτών των συμβαμάτων αυξάνει με τη χρήση μόνιμου επισκληριδίου καθετήρα για χορήγηση αναλγητικών ή με τη σύγχρονη χρήση φαρμάκων που επιδρούν στην αιμόσταση όπως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, οι αναστολείς αιμοπεταλίων ή άλλα αντιπηκτικά φάρμακα. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται επίσης πως αυξάνεται με τραυματική ή επανειλημμένη επισκληρίδιο ή νωτιαία παρακέντηση. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για συμπτώματα και σημεία νευρολογικής διαταραχής, όταν χορηγείται αντιπηκτική αγωγή σε συνδυασμό με επισκληρίδιο/ραχιαία αναισθησία. Σε περίπτωση που σημειωθεί νευρολογική βλάβη, απαιτείται επείγουσα θεραπεία (αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού). Η εισαγωγή ή αφαίρεση του επισκληρίδιου ή ραχιαίου καθετήρα πρέπει να αναβάλλεται για 10-12 ώρες μετά τη χορήγηση δόσεων dalteparin για θρομβοπροφύλαξη, ενώ στους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερες θεραπευτικές δόσεις dalteparin (όπως 100 IU/kg -120 IU/kg κάθε 12 ώρες ή 200 IU/kg άπαξ ημερησίως), το διάστημα που μεσολαβεί θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 24 ώρες. Στην περίπτωση που κάποιος γιατρός, με βάση την κλινική του κρίση, αποφασίσει να χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή στα πλαίσια της επισκληρίδιου ή ραχιαίας αναισθησίας, απαιτείται εξαιρετική επαγρύπνηση και συχνή παρακολούθηση, για τον εντοπισμό τυχόν σημείων και συμπτωμάτων νευρολογικής δυσλειτουργίας, όπως οσφυαλγία, αισθητικά και κινητικά ελλείμματα (αιμωδία και αδυναμία των κάτω άκρων) και δυσλειτουργία του εντέρου ή της ουροδόχου κύστης. Το νοσηλευτικό προσωπικό πρέπει να εκπαιδεύεται κατάλληλα όσον αφορά τον εντοπισμό τέτοιων σημείων και συμπτωμάτων. Πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς, ώστε να ενημερώνουν αμέσως το νοσηλευτικό προσωπικό ή έναν γιατρό σε περίπτωση που εμφανίσουν κάποιο από αυτά τα σημεία ή συμπτώματα. Σε περίπτωση υποψίας ύπαρξης σημείων ή συμπτωμάτων επισκληριδίου αιματώματος ή αιματώματος νωτιαίου μυελού, στην επείγουσα διάγνωση και θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνεται και η αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού.
-
Θρόμβωση βαλβίδων σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδεςΔεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες για την εκτίμηση της ασφαλούς και αποτελεσματικής χρήσης του Fragmin στην πρόληψη της θρόμβωσης βαλβίδων σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδες. Οι προφυλακτικές δόσεις του Fragmin δεν επαρκούν για την πρόληψη της θρόμβωσης βαλβίδων σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδες. Η χρήση του Fragmin δεν συνιστάται για αυτόν τον σκοπό.
-
Ασταθής στεφανιαία νόσος και έμφραγμα μυοκαρδίουΕάν ένας ασθενής με ασταθή στεφανιαία νόσο (ασταθή στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q) εκδηλώσει έμφραγμα του μυοκαρδίου, η θρομβολυτική αγωγή ενδέχεται να θεωρηθεί απαραίτητη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία με dalteparin πρέπει να διακοπεί, ωστόσο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
-
Κίνδυνος ΑιμορραγίαςΗ dalteparin θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενδεχομένως υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας, όπως σε ασθενείς με θρομβοπενία, λειτουργικές διαταραχές των αιμοπεταλίων, σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, μη ελεγχόμενη υπέρταση, υπερτασική ή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια. Επίσης θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή υψηλές δόσεις dalteparin (όπως αυτές που απαιτούνται για τη θεραπεία της οξείας της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής και της ασταθούς στεφανιαίας νόσου) στους πρόσφατα χειρουργημένους ασθενείς και σε άλλες καταστάσεις ύποπτες για αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας. Κατά τη μακροπρόθεσμη θεραπεία της ασταθούς στεφανιαίας νόσου, όπως π.χ. πριν από την επαναγγείωση, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης σε περίπτωση μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (Τυποποιημένη κρεατινίνη ορού > 150 mol/l). Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία θεραπείας με dalteparin σε ασθενείς με πνευμονική εμβολή, οι οποίοι έχουν συγχρόνως κυκλοφορικό νόσημα, υπόταση ή σοκ.
-
ΥπερκαλιαιμίαΗ ηπαρίνη ενδέχεται να καταστείλει την έκκριση αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια, οδηγώντας σε εμφάνιση υπερκαλιαιμίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, προϋπάρχουσα μεταβολική οξέωση, σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα καλίου στο πλάσμα ή σε ασθενείς που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά φάρμακα. Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας φαίνεται ότι αυξάνεται με τη διάρκεια της θεραπείας, όμως συνήθως είναι αναστρέψιμος. Τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα πρέπει να μετρώνται στους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο πριν από την έναρξη της θεραπείας με ηπαρίνη και να παρακολουθούνται μετέπειτα σε τακτική βάση, ιδιαίτερα εάν η θεραπεία παραταθεί για περισσότερες από περίπου 7 ημέρες.
-
ΘρομβοπενίαΑπαιτείται ειδική προσοχή εάν εμφανιστεί ταχέως αναπτυσσόμενη ή σοβαρή θρομβοπενία (<100.000/μl ή mm ) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με dalteparin. Σ’ αυτούς τους ασθενείς συνιστάται δοκιμασία in vitro για αντισώματα έναντι των αιμοπεταλίων παρουσία μη κλασματοποιημένων ηπαρινών ή ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους. Αν το αποτέλεσμα της δοκιμασίας in vitro είναι θετικό ή αμφίβολο ή αν δεν διενεργηθεί δοκιμασία, η θεραπεία με dalteparin θα πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.3). Συνιστάται η μέτρηση των αιμοπεταλίων πριν από την έναρξη της θεραπείας με dalteparin και η παρακολούθησή τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Παρακολούθηση των Επιπέδων anti - XaΣε γενικές γραμμές δεν απαιτείται η παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης της dalteparin, ωστόσο αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών, όπως σε παιδιατρικούς ασθενείς, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που είναι πολύ λιποβαρείς ή με κακοήθη παχυσαρκία, σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή επαναθρόμβωσης. Ο εργαστηριακός προσδιορισμός με χρωμογενές υπόστρωμα θεωρείται η μέθοδος επιλογής για τη μέτρηση των επιπέδων anti-Xa. Ο Χρόνος Ενεργοποιημένης Μερικής Θρομβοπλαστίνης (ΑΡΤΤ) ή ο χρόνος θρομβίνης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται δεδομένου ότι οι δοκιμασίες αυτές είναι σχετικά μη ευαίσθητες ως προς τη δράση της dalteparin. Η αύξηση της δόσης της dalteparin σε μια προσπάθεια παράτασης του ΑΡΤΤ μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία). Ασθενείς σε χρόνια αιμοδιάλυση, υπό αγωγή με dalteparin χρειάζονται κατά κανόνα, λιγότερες δοσολογικές προσαρμογές και ως αποτέλεσμα λιγότερους ελέγχους για τα επίπεδα του anti-Xa. Οι ασθενείς σε οξεία αιμοδιάλυση μπορεί να είναι περισσότερο ασταθείς και πρέπει να υπόκεινται σε πιο ενδελεχή έλεγχο των επιπέδων του anti-Xa.
-
Εναλλαγή με Άλλα ΑντιπηκτικάΗ dalteparin δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά (μονάδα προς μονάδα) με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη, με άλλες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή συνθετικά πολυσακχαρίδια. Η βιολογική δραστικότητα των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους, της μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης ή των συνθετικών πολυσακχαριδίων δεν μπορεί να εκφραστεί σε μία δοκιμασία η οποία να επιτρέπει την απλή δοσολογική σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών σκευασμάτων. Οι διάφορες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και η συνιστώμενη δοσολογία είναι διαφορετική. Επομένως, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι οδηγίες χρήσεως που αφορούν το κάθε ξεχωριστό προϊόν.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ κλινική εμπειρία από τη θεραπεία σε παιδιά είναι περιορισμένη. Στην περίπτωση που η dalteparin χρησιμοποιείται σε παιδιά, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα anti-Xa.
-
ΗλικιωμένοιΟι ηλικιωμένοι ασθενείς (ιδιαίτερα εκείνοι άνω των ογδόντα ετών) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών επιπλοκών εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων. Συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση.
swap_horiz
SPC-FRAGMIN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
SPC-FRAGMIN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
SPC-FRAGMIN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜπορεί να χρησιμοποιηθείΗ dalteparin δε διαπερνά τον πλακούντα. Ένα μεγάλο σύνολο δεδομένων από έγκυες γυναίκες (πάνω από 1000 εκβάσεις υπό έκθεση) δεν υποδεικνύει δυσπλαστική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Υπάρχουν πάνω από 2.000 δημοσιευμένα περιστατικά (μελέτες, σειρές περιστατικών και αναφορές περιστατικών) σχετικά με τη χορήγηση dalteparin κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε σύγκριση με την μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη, αναφέρθηκε μικρότερη αιμορραγική διάθεση, και μειωμένος κίνδυνος εμφάνισης οστεοπορωτικού κατάγματος. Η μεγαλύτερη προοπτική μελέτη με τίτλο «Efficacy of Thromboprophylaxis as an Intervention during Gravidity» (EThIG, Αποτελεσματικότητα της θρομβοπροφύλαξης ως μέσο παρέμβασης κατά τη διάρκεια της κύησης), περιελάμβανε 810 έγκυες γυναίκες και διερεύνησε ένα ειδικό για την εγκυμοσύνη σχήμα, για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου (χαμηλού, υψηλού, πολύ υψηλού κινδύνου φλεβικής θρομβοεμβολής), με χορήγηση ημερήσιων δόσεων dalteparin μεταξύ 50 - 150 IU ανά kg σωματικού βάρους (σε μεμονωμένα περιστατικά μέγιστης δόσης έως και 200 IU ανά kg σωματικού βάρους). Παρόλα αυτά, υπάρχουν μόνο περιορισμένες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με τη χρήση των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα πειράματα σε ζώα δεν κατέδειξαν τυχόν εμβρυοτοξική ή τερατογόνο δράση της dalteparin (βλέπε παράγραφο 5.3). Η επισκληρίδιος αναισθησία κατά τη διάρκεια του τοκετού αντενδείκνυται αυστηρά για τις γυναίκες που λαμβάνουν αγωγή με αντιπηκτικά σε υψηλές δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.3). Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, όπως π.χ. οι γυναίκες που βρίσκονται σε περιγεννητικό στάδιο (βλέπε παράγραφο 4.4). Ο χρόνος ημίσειας ζωής του παράγοντα anti-Xa της dalteparin μετρήθηκε σε έγκυες γυναίκες, που διένυαν το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης τους, και βρέθηκε ότι ήταν 4 έως 5 ώρες. Μερικές μορφες του Fragmin περιέχουν βενζυλική αλκοόλη ως συντηρητικό. Επειδή η βενζυλική αλκοόλη ενδέχεται να διαπεράσει τον πλακούντα, κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να χρησιμοποιούνται συσκευασίες του Fragmin που δεν περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλέπε παράγραφο 6.1, Κατάλογος εκδόχων). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αποτυχίας της θεραπείας σε έγκυες γυναίκες με προσθετική καρδιακή βαλβίδα, οι οποίες λάμβαναν πλήρη δόση αντιπηκτικής αγωγής με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. Το Fragmin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς όσον αφορά τη χρήση σε έγκυες γυναίκες που φέρουν προσθετικές καρδιακές βαλβίδες.
-
ΓαλουχίαΠρέπει να λαμβάνεται απόφασηΜικρές ποσότητες dalteparin sodium περνούν στο μητρικό γάλα. Έως τώρα, οι μελέτες αποκάλυψαν την ύπαρξη επιπέδων anti-Xa στο μητρικό γάλα της τάξης του 2 -8% των επιπέδων του πλάσματος (15 γυναίκες, στην 3η έως 5η ημέρα της γαλουχίας, 2 έως 3 ώρες μετά την υποδόρια χορήγηση dalteparin). Η αντιπηκτική δράση στο βρέφος δεν θεωρείται πιθανή. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η απόφαση για τη συνέχιση/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχιση/διακοπή της θεραπείας με Fragmin πρέπει να λαμβάνεται αντισταθμίζοντας τα πιθανά οφέλη του θηλασμού για το παιδί και της θεραπείας με Fragmin για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν αποδείξειςΜε βάση τα τρέχοντα κλινικά δεδομένα, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η dalteparin sodium επιδρά στη γονιμότητα. Κατά τη δοκιμή της dalteparin sodium σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις όσον αφορά τη γονιμότητα, τη σεξουαλική επαφή ή την περιγεννητική και μεταγεννητική ανάπτυξη.
neurology
SPC-FRAGMIN
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-FRAGMIN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-FRAGMIN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-FRAGMIN
expand_more
Δοσολογία
Δεν πρέπει να γίνεται ενδομυϊκή χορήγηση της dalteparin.
ΘΡΟΜΒΟΠΡΟΦΥΛΑΞΗ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ
Η dalteparin χορηγείται υποδορίως. Σε γενικές γραμμές, δεν απαιτείται παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης. Σε περίπτωση παρακολούθησης, τα δείγματα θα πρέπει να λαμβάνονται όταν οι τιμές της στο πλάσμα βρίσκονται στα μέγιστα επίπεδα (3 έως 4 ώρες μετά από υποδόρια ένεση). Οι συνιστώμενες δόσεις συνήθως προκαλούν μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα μεταξύ 0,1 και 0,4 IU anti-Xa/ml.
Γενική χειρουργική
- Ασθενείς με κίνδυνο για θρομβοεμβολικές επιπλοκές: 2500 IU υποδορίως μέσα σε 2 ώρες πριν την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως κάθε πρωί μετά την επέμβαση μέχρι την κινητοποίηση του ασθενούς (γενικά 5 μέχρι 7 ημέρες ή περισσότερο).
- Ασθενείς με επιπρόσθετους παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολή (π.χ. καρκίνο): Χορηγείται dalteparin μέχρι την κινητοποίηση του ασθενούς (γενικά 5 μέχρι 7 ημέρες ή περισσότερο).
- ΄Εναρξη την ημέρα πριν από την επέμβαση: 5000 IU υποδορίως το βράδυ πριν από την επέμβαση. Μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε βράδυ.
- ΄Εναρξη την ημέρα της επέμβασης: 2500 IU υποδορίως εντός 2 ωρών πριν από την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως 8 μέχρι 12 ώρες αργότερα, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε πρωί.
Ορθοπεδική χειρουργική (π.χ. επέμβαση αρθροπλαστικής του ισχίου) Χορηγείται dalteparin για διάστημα μέχρι 5 εβδομάδες μετά την επέμβαση, επιλέγοντας ένα από τα πιο κάτω δοσολογικά σχήματα.
- ΄Εναρξη προεγχειρητικά - Το βράδυ πριν από την επέμβαση: 5000 IU υποδορίως το βράδυ πριν από την επέμβαση. Μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε βράδυ.
- ΄Εναρξη προεγχειρητικά - Ημέρα της επέμβασης: 2500 IU υποδορίως εντός 2 ωρών πριν από την επέμβαση και 2500 IU υποδορίως 8 μέχρι 12 ώρες αργότερα, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε πρωί.
- ΄Εναρξη μετά την επέμβαση: 2500 IU υποδορίως 4 μέχρι 8 ώρες μετά την επέμβαση, αλλά όχι νωρίτερα από 4 ώρες μετά το τέλος της επέμβασης. Αρχίζοντας την ημέρα μετά την επέμβαση, 5000 IU υποδορίως κάθε μέρα.
Πίνακας: Δόση της dalteparin που χορηγείται υποδορίως
| Χρονικός υπολογισμός χορήγησης της πρώτης δόσης dalteparin | Μετεγχειρητική περίοδος | Μετεγχειρητική έναρξη |
|---|---|---|
| 10 έως 14 ώρες πριν την επέμβαση | 5000 IU κάθε ημέρα (Ή αργότερα, αν δεν έχει επιτευχθεί αιμόσταση. Αφήστε να μεσολαβήσουν τουλάχιστον 6 ώρες ανάμεσα στη δόση αυτή και στη δόση που θα χορηγηθεί την Μετεγχειρητική Ημέρα 1. Ρυθμίστε ανάλογα την ώρα χορήγησης της δόσης την Μετεγχειρητική Ημέρα 1. Αφήστε να μεσολαβήσουν περίπου 24 ώρες ανάμεσα στις δόσεις.) | |
| Μέσα σε 2 ώρες πριν την επέμβαση | 5000 IU κάθε ημέρα | 2500 IU |
| 4 έως 8 ώρες μετά την επέμβαση | 5000 IU κάθε ημέρα | 2500 IU |
| Προεγχειρητική έναρξη - Ημέρα της επέμβασης | 5000 IU κάθε ημέρα | 2500 IU |
| Προεγχειρητική έναρξη - Βράδυ πριν την επέμβαση | 5000 IU | 5000 IU |
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΒΑΘΕΙ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗΣ ΕΜΒΟΛΗΣ
Το FRAGMIN μπορεί να χορηγηθεί υποδόρια, είτε σε εφάπαξ ημερήσια ένεση ή σε δύο ημερήσιες ενέσεις.
Εφάπαξ χορήγηση: 200 IU/kg Β.Σ. που χορηγείται υποδόρια μια φορά την ημέρα. Η παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης δεν είναι απαραίτητη αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για ειδικές ομάδες ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4). Η εφάπαξ ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 18000 IU.
Χορήγηση δύο φορές την ημέρα: Εναλλακτικά μπορεί να δοθεί δόση των 100 IU/kg Β.Σ. που χορηγείται υποδόρια δυο φορές την ημέρα. Η παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης δεν είναι απαραίτητη, αλλά πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για ειδικές ομάδες ασθενών (βλ. παράγραφο 4.4). Τα δείγματα πρέπει να λαμβάνονται όταν στο πλάσμα επιτυγχάνονται τα μέγιστα επίπεδα 3-4 ώρες μετά την υποδόρια ένεση. Τα συνιστώμενα μέγιστα επίπεδα στο πλάσμα κυμαίνονται από 0,5-1,0 anti-Xa/ml. Η ταυτόχρονη αντιπηκτική αγωγή με τη χορήγηση ανταγωνιστών της βιταμίνης Κ από το στόμα μπορεί να αρχίσει αμέσως. Η συνδυασμένη αγωγή με FRAGMIN συνεχίζεται μέχρις ότου τα tests που ελέγχουν το προθρομβινικό σύμπλεγμα φθάσουν σε θεραπευτικό επίπεδο. Απαιτούνται συνήθως πέντε ημέρες συνδυασμένης θεραπείας.
ΑΝΤΙΠΗΚΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΩΣΩΜΑΤΙΚΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΙΜΟΚΑΘΑΡΣΗ
Η dalteparin χορηγείται ενδοφλεβίως.
Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με “άγνωστο” κίνδυνο αιμορραγίας: Αιμοκάθαρση και αιμοδιήθηση για μέγιστη διάρκεια 4 ωρών: Δόση όπως περιγράφεται παρακάτω ή μόνο ενδοφλέβια bolus ένεση 5000 IU. Αιμοκάθαρση και αιμοδιήθηση για περισσότερες από 4 ώρες: Ενδοφλέβια bolus ένεση 30-40 IU/kg Β.Σ. ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 10-15 IU/kg Β.Σ./ώρα. Οι χορηγούμενες δόσεις φυσιολογικά παράγουν επίπεδα στο πλάσμα που είναι μεταξύ 0,5-1,0 anti-Xa/ml.
Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με υψηλό κίνδυνο αιμορραγίας: Ενδοφλέβια bolus ένεση 5-10 IU/kg Β.Σ. ακολουθούμενη από ενδοφλέβια έγχυση 4-5 IU/kg Β.Σ./ώρα. Οι ασθενείς αυτοί έχουν στενότερο θεραπευτικό εύρος απ’ ότι οι ασθενείς με χρόνια αιμοκάθαρση και πρέπει να βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση των επιπέδων της anti-Xa. Το επίπεδο της ηπαρίνης στο πλάσμα θα πρέπει να είναι μεταξύ 0,2-0,4 anti-Xa/ml.
ΑΣΤΑΘΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΑΙΑ ΝΟΣΟΣ Π.Χ. ΑΣΤΑΘΗΣ ΣΤΗΘΑΓΧΗ ΚΑΙ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΜΥΟΚΑΡΔΙΟΥ ΧΩΡΙΣ ΕΠΑΡΜΑ Q
Χορηγούνται 120 IU/kg Β.Σ. υποδόρια 2 φορές την ημέρα. Η μέγιστη δόση είναι 10000 IU/12ωρο. Η θεραπεία συνεχίζεται για 6 τουλάχιστον ημέρες ή περισσότερο, αν θεωρηθεί απαραίτητο από τον γιατρό. Για ασθενείς που αναμένουν επαναγγείωση, συνιστάται η χορήγηση του FRAGMIN μέχρι την πρώτη ημέρα της επεμβατικής διαδικασίας (PTCA ή CABG). Μετά από αρχική σταθεροποίηση για διάστημα 5-7 ημερών με δόση που έχει προσαρμοστεί ως προς το βάρος σώματος στις 120 IU/kg Β.Σ., δυο φορές ημερησίως, το FRAGMIN χορηγείται σε προκαθορισμένη δόση 5000 IU (γυναίκες < 80 kg και άνδρες < 70 kg) ή 7500 IU (γυναίκες 80 kg και άνδρες 70 kg), δυο φορές ημερησίως. Το συνολικό διάστημα της θεραπείας δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 45 ημέρες. Συνιστάται η ταυτόχρονη χορήγηση χαμηλής δόσης ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ασπιρίνης 75-325 mg/day).
ΘΡΟΜΒΟΠΡΟΦΥΛΑΞΗ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΑΥΞΗΜΕΝΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΓΙΑ ΦΛΕΒΙΚΗ Η ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΙΚΗ ΝΟΣΟ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗ ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΛΟΓΩ ΟΞΕΩΝ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ, ΟΠΩΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ, ΒΑΡΙΕΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.
Χορηγήστε 5000 IU dalteparin υποδορίως μια φορά ημερησίως, γενικά για διάστημα 12 ως 14 ημερών ή και περισσότερο σε ασθενείς με συνεχιζόμενη περιορισμένη κινητικότητα.
ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΙΚΗΣ ΦΛΕΒΙΚΗΣ ΘΡΟΜΒΟΕΜΒΟΛΗΣ (VTE) ΚΑΙ ΓΙΑ ΠΑΡΑΤΕΤΑΜΕΝΗ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΥΠΟΤΡΟΠΗΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΚΑΚΟΗΘΗ ΝΟΣΟ.
- 1ος Μήνας: Dalteparin 200 IU/Kg συνολικού βάρους σώματος χορηγούνται υποδορίως άπαξ ημερησίως τις πρώτες 30 ημέρες της θεραπείας, χρησιμοποιώντας φιαλίδιο πολλαπλών χρήσεων (25000 IU/ml). Η συνολική ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 18000 IU.
- 2ος-6ος Μήνας: Η dalteparin πρέπει να χορηγείται σε δόση περίπου 150 IU/Kg υποδορίως, άπαξ ημερησίως με σύριγγα συγκεκριμένης δόσης, σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:
Πίνακας: Δόση dalteparin (IU) ανάλογα με το Βάρος Σώματος (Kg)
| Βάρος Σώματος (Kg) | Δόση dalteparin (IU) |
|---|---|
| 56 | 7500 |
| 57 έως 68 | 10000 |
| 69 έως 82 | 12500 |
| 83 έως 98 | 15000 |
| 99 | 18000 |
Μείωση δοσολογίας σε θρομβοπενία που προκαλείται από χημειοθεραπεία.
Θρομβοπενία: Στην περίπτωση θρομβοπενίας που προκαλείται από χημειοθεραπεία, με αριθμό αιμοπεταλίων <50000/mm³, η χορήγηση της dalteparin θα πρέπει να διακοπεί μέχρις ότου ο αριθμός των αιμοπεταλίων αποκατασταθεί πάνω από 50000/mm³. Για αριθμούς αιμοπεταλίων μεταξύ 50000 και 100000/mm³, η δόση της dalteparin θα πρέπει να μειωθεί κατά 17% εώς 33% της αρχικής δόσης, ανάλογα με το βάρος του ασθενούς (Πίνακας 1). Όταν ο αριθμός των αιμοπεταλίων ανέλθει σε 100000/mm³, η dalteparin πρέπει να επαναχορηγηθεί στην πλήρη της δόση.
Πίνακας 1: Μείωση της δόσης της dalteparin σε θρομβοπενία 50000 - 100000/ mm³.
| Βάρος Σώματος (Kg) | Προγραμματισμένη Δόση dalteparin (IU) | Μειωμένη Δόση dalteparin (IU) | Μέση Μείωση της Δόσης (%) |
|---|---|---|---|
| 56 | 7500 | 5000 | 33 |
| 57 έως 68 | 10000 | 7500 | 25 |
| 69 έως 82 | 12500 | 10000 | 20 |
| 83 έως 98 | 15000 | 12500 | 17 |
| 99 | 18000 | 15000 | 17 |
Νεφρική ανεπάρκεια: Στην περίπτωση σημαντικής νεφρικής ανεπάρκειας, που ορίζεται ως επίπεδο κρεατινίνης > 3 x ULN, η δόση της dalteparin θα πρέπει να προσαρμοστεί ώστε να διατηρείται θεραπευτικό επίπεδο anti-Xa 1 IU/ml (εύρος 0,5-1,5 IU/ml), που προσδιορίζεται 4-6 ώρες μετά την ένεση της dalteparin. Αν το επίπεδο anti-Xa είναι πιο κάτω ή πιο πάνω από το θεραπευτικό εύρος, η δόση της dalteparin θα πρέπει να αυξηθεί ή να μειωθεί αντίστοιχα, κατά μια δόση dalteparin στη σύριγγα και η μέτρηση της anti-Xa θα πρέπει να επαναληφθεί μετά από 3-4 νέες δόσεις. Αυτή η ρύθμιση της δόσης πρέπει να επαναλαμβάνεται μέχρι την επίτευξη του θεραπευτικού επιπέδου anti-Xa.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της dalteparin sodium σε παιδιά δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν μπορούν να γίνουν συστάσεις αναφορικά με τη δοσολογία.
Παρακολούθηση των επιπέδων anti-Xa σε παιδιά: Σε ορισμένες ειδικές πληθυσμιακές ομάδες που λαμβάνουν FRAGMIN, όπως τα παιδιά, πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο μέτρησης των μέγιστων επιπέδων anti-Xa, περίπου 4 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Για θεραπευτική αγωγή με δόσεις που χορηγούνται άπαξ ημερησίως, τα μέγιστα επίπεδα anti-Xa πρέπει να διατηρούνται γενικώς μεταξύ 0,5 και 1,0 IU/mL, μετρούμενα 4 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης. Σε περίπτωση χαμηλής και μεταβαλλόμενης φυσιολογικής νεφρικής λειτουργίας, όπως συμβαίνει σε νεογνά, επιβάλλεται στενή παρακολούθηση των επιπέδων anti-Xa. Για θεραπεία προφύλαξης, τα επίπεδα anti-Xa πρέπει γενικώς να διατηρούνται μεταξύ 0,2-0,4 IU/mL.
block
Αντενδείξεις
SPC-FRAGMIN
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Η dalteparin δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με τα εξής:
- Επιβεβαιωμένο ή πιθανό Ιστορικό θρομβοκυττοπενίας που προκαλείται από ηπαρίνη μέσω ανοσολογικού μηχανισμού (HIT - Τύπου ΙΙ).
- Υπερευαισθησία στη dalteparin ή σε άλλες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή σε ηπαρίνες, ή προϊόντα χοίρειας προέλευσης.
- Ενεργό, κλινικά σημαντική αιμορραγία (όπως γαστρεντερική εξέλκωση ή εγκεφαλική αιμορραγία).
- Σοβαρές διαταραχές της πήξης.
- Οξεία ή υποξεία λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα.
- Πρόσφατο τραύμα ή επεμβάσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα, στα μάτια και/ή στα αυτιά.
- Λόγω του αυξημένου κινδύνου αιμορραγίας, υψηλές δόσεις dalteparin (όπως εκείνες που απαιτούνται στη θεραπεία της οξείας εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής και της ασταθούς στεφανιαίας νόσου), δεν πρέπει να χορηγούνται σε ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε ραχιαία ή επισκληρίδιο αναισθησία ή σε άλλες διαδικασίες που απαιτούν νωτιαία παρακέντηση.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-FRAGMIN
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Μην χορηγείτε τη dalteparin μέσω της ενδομυϊκής οδού. Λόγω του κινδύνου αιματώματος, η ενδομυϊκή ένεση άλλων ιατρικών σκευασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται, όταν η 24ωρη δόση της dalteparin υπερβαίνει τα 5.000 IU.
Επισκληρίδιος ή Ραχιαία Αναισθησία
Όταν εφαρμόζεται αναισθησία στο νευράξονα (επισκληρίδιος/ραχιαία αναισθησία) ή ραχιαία παρακέντηση σε ασθενείς που λαμβάνουν ή που έχουν προγραμματιστεί να λάβουν αντιπηκτική αγωγή με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή ηπαρινοειδή για την πρόληψη θρομβοεμβολικών επιπλοκών υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης επισκληριδίου ή νωτιαίου αιματώματος, που μπορεί να προκαλέσει μακροχρόνια ή μόνιμη παράλυση. Ο κίνδυνος αυτών των συμβαμάτων αυξάνει με τη χρήση μόνιμου επισκληριδίου καθετήρα για χορήγηση αναλγητικών ή με τη σύγχρονη χρήση φαρμάκων που επιδρούν στην αιμόσταση όπως τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, οι αναστολείς αιμοπεταλίων ή άλλα αντιπηκτικά φάρμακα. Ο κίνδυνος αυτός φαίνεται επίσης πως αυξάνεται με τραυματική ή επανειλημμένη επισκληρίδιο ή νωτιαία παρακέντηση. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται συχνά για συμπτώματα και σημεία νευρολογικής διαταραχής, όταν χορηγείται αντιπηκτική αγωγή σε συνδυασμό με επισκληρίδιο/ραχιαία αναισθησία.
Σε περίπτωση που σημειωθεί νευρολογική βλάβη, απαιτείται επείγουσα θεραπεία (αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού).
Η εισαγωγή ή αφαίρεση του επισκληρίδιου ή ραχιαίου καθετήρα πρέπει να αναβάλλεται για 10-12 ώρες μετά τη χορήγηση δόσεων dalteparin για θρομβοπροφύλαξη, ενώ στους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλότερες θεραπευτικές δόσεις dalteparin (όπως 100 IU/kg -120 IU/kg κάθε 12 ώρες ή 200 IU/kg άπαξ ημερησίως), το διάστημα που μεσολαβεί θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 24 ώρες.
Στην περίπτωση που κάποιος γιατρός, με βάση την κλινική του κρίση, αποφασίσει να χορηγηθεί αντιπηκτική αγωγή στα πλαίσια της επισκληρίδιου ή ραχιαίας αναισθησίας, απαιτείται εξαιρετική επαγρύπνηση και συχνή παρακολούθηση, για τον εντοπισμό τυχόν σημείων και συμπτωμάτων νευρολογικής δυσλειτουργίας, όπως οσφυαλγία, αισθητικά και κινητικά ελλείμματα (αιμωδία και αδυναμία των κάτω άκρων) και δυσλειτουργία του εντέρου ή της ουροδόχου κύστης. Το νοσηλευτικό προσωπικό πρέπει να εκπαιδεύεται κατάλληλα όσον αφορά τον εντοπισμό τέτοιων σημείων και συμπτωμάτων. Πρέπει να δίδονται οδηγίες στους ασθενείς, ώστε να ενημερώνουν αμέσως το νοσηλευτικό προσωπικό ή έναν γιατρό σε περίπτωση που εμφανίσουν κάποιο από αυτά τα σημεία ή συμπτώματα.
Σε περίπτωση υποψίας ύπαρξης σημείων ή συμπτωμάτων επισκληριδίου αιματώματος ή αιματώματος νωτιαίου μυελού, στην επείγουσα διάγνωση και θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνεται και η αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού.
Δεν υπάρχουν επαρκείς μελέτες για την εκτίμηση της ασφαλούς και αποτελεσματικής χρήσης του Fragmin στην πρόληψη της θρόμβωσης βαλβίδων σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδες. Οι προφυλακτικές δόσεις του Fragmin δεν επαρκούν για την πρόληψη της θρόμβωσης βαλβίδων σε ασθενείς με προσθετικές καρδιακές βαλβίδες. Η χρήση του Fragmin δεν συνιστάται για αυτόν τον σκοπό.
Εάν ένας ασθενής με ασταθή στεφανιαία νόσο (ασταθή στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q) εκδηλώσει έμφραγμα του μυοκαρδίου, η θρομβολυτική αγωγή ενδέχεται να θεωρηθεί απαραίτητη. Αυτό δεν σημαίνει ότι η θεραπεία με dalteparin πρέπει να διακοπεί, ωστόσο ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Κίνδυνος Αιμορραγίας
Η dalteparin θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με ενδεχομένως υψηλότερο κίνδυνο αιμορραγίας, όπως σε ασθενείς με θρομβοπενία, λειτουργικές διαταραχές των αιμοπεταλίων, σοβαρή ηπατική ή νεφρική ανεπάρκεια, μη ελεγχόμενη υπέρταση, υπερτασική ή διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια.
Επίσης θα πρέπει να χορηγούνται με προσοχή υψηλές δόσεις dalteparin (όπως αυτές που απαιτούνται για τη θεραπεία της οξείας της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης, της πνευμονικής εμβολής και της ασταθούς στεφανιαίας νόσου) στους πρόσφατα χειρουργημένους ασθενείς και σε άλλες καταστάσεις ύποπτες για αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας.
Κατά τη μακροπρόθεσμη θεραπεία της ασταθούς στεφανιαίας νόσου, όπως π.χ. πριν από την επαναγγείωση, θα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης σε περίπτωση μειωμένης νεφρικής λειτουργίας (Τυποποιημένη κρεατινίνη ορού > 150 mol/l).
Δεν υπάρχει κλινική εμπειρία θεραπείας με dalteparin σε ασθενείς με πνευμονική εμβολή, οι οποίοι έχουν συγχρόνως κυκλοφορικό νόσημα, υπόταση ή σοκ.
Υπερκαλιαιμία
Η ηπαρίνη ενδέχεται να καταστείλει την έκκριση αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια, οδηγώντας σε εμφάνιση υπερκαλιαιμίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς που πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, προϋπάρχουσα μεταβολική οξέωση, σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα καλίου στο πλάσμα ή σε ασθενείς που λαμβάνουν καλιοσυντηρητικά φάρμακα. Ο κίνδυνος υπερκαλιαιμίας φαίνεται ότι αυξάνεται με τη διάρκεια της θεραπείας, όμως συνήθως είναι αναστρέψιμος. Τα επίπεδα του καλίου στο πλάσμα πρέπει να μετρώνται στους ασθενείς που διατρέχουν κίνδυνο πριν από την έναρξη της θεραπείας με ηπαρίνη και να παρακολουθούνται μετέπειτα σε τακτική βάση, ιδιαίτερα εάν η θεραπεία παραταθεί για περισσότερες από περίπου 7 ημέρες.
Θρομβοπενία
Απαιτείται ειδική προσοχή εάν εμφανιστεί ταχέως αναπτυσσόμενη ή σοβαρή θρομβοπενία (<100.000/μl ή mm ) κατά τη διάρκεια της θεραπείας με dalteparin. Σ’ αυτούς τους ασθενείς συνιστάται δοκιμασία in vitro για αντισώματα έναντι των αιμοπεταλίων παρουσία μη κλασματοποιημένων ηπαρινών ή ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους. Αν το αποτέλεσμα της δοκιμασίας in vitro είναι θετικό ή αμφίβολο ή αν δεν διενεργηθεί δοκιμασία, η θεραπεία με dalteparin θα πρέπει να διακοπεί (βλ. παράγραφο 4.3).
Συνιστάται η μέτρηση των αιμοπεταλίων πριν από την έναρξη της θεραπείας με dalteparin και η παρακολούθησή τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Παρακολούθηση των Επιπέδων anti - Xa
Σε γενικές γραμμές δεν απαιτείται η παρακολούθηση της αντιπηκτικής δράσης της dalteparin, ωστόσο αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συγκεκριμένους πληθυσμούς ασθενών, όπως σε παιδιατρικούς ασθενείς, σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που είναι πολύ λιποβαρείς ή με κακοήθη παχυσαρκία, σε κατάσταση εγκυμοσύνης ή με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας ή επαναθρόμβωσης. Ο εργαστηριακός προσδιορισμός με χρωμογενές υπόστρωμα θεωρείται η μέθοδος επιλογής για τη μέτρηση των επιπέδων anti-Xa. Ο Χρόνος Ενεργοποιημένης Μερικής Θρομβοπλαστίνης (ΑΡΤΤ) ή ο χρόνος θρομβίνης δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται δεδομένου ότι οι δοκιμασίες αυτές είναι σχετικά μη ευαίσθητες ως προς τη δράση της dalteparin. Η αύξηση της δόσης της dalteparin σε μια προσπάθεια παράτασης του ΑΡΤΤ μπορεί να προκαλέσει αιμορραγία (βλ. παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία).
Ασθενείς σε χρόνια αιμοδιάλυση, υπό αγωγή με dalteparin χρειάζονται κατά κανόνα, λιγότερες δοσολογικές προσαρμογές και ως αποτέλεσμα λιγότερους ελέγχους για τα επίπεδα του anti-Xa. Οι ασθενείς σε οξεία αιμοδιάλυση μπορεί να είναι περισσότερο ασταθείς και πρέπει να υπόκεινται σε πιο ενδελεχή έλεγχο των επιπέδων του anti-Xa.
Εναλλαγή με Άλλα Αντιπηκτικά
Η dalteparin δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναλλακτικά (μονάδα προς μονάδα) με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη, με άλλες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους ή συνθετικά πολυσακχαρίδια. Η βιολογική δραστικότητα των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους, της μη κλασματοποιημένης ηπαρίνης ή των συνθετικών πολυσακχαριδίων δεν μπορεί να εκφραστεί σε μία δοκιμασία η οποία να επιτρέπει την απλή δοσολογική σύγκριση μεταξύ των διαφορετικών σκευασμάτων. Οι διάφορες ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και η συνιστώμενη δοσολογία είναι διαφορετική. Επομένως, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και θα πρέπει να τηρούνται αυστηρά οι οδηγίες χρήσεως που αφορούν το κάθε ξεχωριστό προϊόν.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η κλινική εμπειρία από τη θεραπεία σε παιδιά είναι περιορισμένη. Στην περίπτωση που η dalteparin χρησιμοποιείται σε παιδιά, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα anti-Xa.
Ηλικιωμένοι
Οι ηλικιωμένοι ασθενείς (ιδιαίτερα εκείνοι άνω των ογδόντα ετών) μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών επιπλοκών εντός του εύρους των θεραπευτικών δόσεων. Συνιστάται προσεκτική κλινική παρακολούθηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-FRAGMIN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ταυτόχρονη χορήγηση φαρμακευτικών αγωγών που επηρεάζουν τις αιμοστατικές λειτουργίες, όπως αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες, Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ), ανταγωνιστές του γλυκοπρωτεϊνικού υποδοχέα IIb/IIIa, ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ, θρομβολυτικά και Dextran, ενδεχομένως να ενισχύσει την αντιπηκτική δράση της dalteparin.
Δεδομένου ότι οι αναλγητικές/αντιφλεγμονώδεις δόσεις των ΜΣΑΦ και του ακετυλοσαλικυλικού οξέος (ASA) μειώνουν την παραγωγή των αγγειοδιασταλτικών προσταγλανδινών και, συνεπώς, τη αιματική ροή στους νεφρούς και τη νεφρική απέκκριση, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή κατά την ταυτόχρονη χορήγηση dalteparin με ΜΣΑΦ ή υψηλής δόσης ASA σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια.
Παρόλα αυτά, εάν δεν υπάρχουν ειδικές αντενδείξεις, στους ασθενείς με ασταθή στεφανιαία νόσο (ασταθή στηθάγχη και έμφραγμα μυοκαρδίου χωρίς έπαρμα Q) θα πρέπει να χορηγείται αγωγή με χαμηλές δόσεις ακετυλοσαλικυλικού οξέος.
Καθώς έχει καταδειχθεί ότι η ηπαρίνη αλληλεπιδρά με την ενδοφλέβια νιτρογλυκερίνη, την υψηλή δόση πενικιλίνης, τη σουλφινοπυραζόνη, την προβενεσίδη και το αιθακρυνικό οξύ, τους κυτταροστατικούς παράγοντες, την κινίνη, τα αντισταμινικά, τη δακτυλίτιδα, τις τετρακυκλίνες, τον καπνό του τσιγάρου και το ασκορβικό οξύ, τυχόν αλληλεπιδράσεις των παραπάνω με τη dalteparin δεν μπορούν να αποκλειστούν.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-FRAGMIN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Περίπου το 3% των ασθενών που έλαβαν προφυλακτική αγωγή με Fragmin ανέφεραν την ύπαρξη ανεπιθύμητων ενεργειών.
Οι ανεπιθύμητες αντιδράσεις που αναφέρθηκαν, οι οποίες πιθανόν να σχετίζονται με τη dalteparin sodium, παρατίθενται στον παρακάτω πίνακα, με βάση την κατηγορία/οργανικό σύστημα και την ομάδα συχνότητας: συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000).
| Κατηγορία /Οργανικό Σύστημα | Συχνότητα | Ανεπιθύμητες αντιδράσεις |
|---|---|---|
| Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος | Συχνές | Ήπια θρομβοπενία (τύπου Ι), η οποία είναι συνήθως αναστρέψιμη κατά τη θεραπεία |
| Μη γνωστές* | Διαμεσολαβούμενη από το ανοσοποιητικό σύστημα, επαγόμενη από την ηπαρίνη θρομβοπενία (τύπου ΙΙ, με ή χωρίς σχετικές θρομβωτικές επιπλοκές) | |
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Όχι συχνές | Υπερευαισθησία |
| Μη γνωστές* | Αναφυλακτικές αντιδράσεις | |
| Διαταραχές του νευρικού συστήματος | Μη γνωστές* | Έχουν αναφερθεί ενδοκρανιακές αιμορραγίες, ορισμένες εκ των οποίων θανατηφόρες |
| Αγγειακές διαταραχές | Συχνές | Αιμορραγία |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος | Μη γνωστές* | Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις οπισθοπεριτοναϊκής αιμορραγίας, ορισμένες εκ των οποίων θανατηφόρες |
| Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων | Συχνές | Παροδική αύξηση των τρανσαμινασών |
| Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού | Σπάνιες | Δερματική νέκρωση, παροδική αλωπεκία |
| Μη γνωστές* | Εξάνθημα | |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Συχνές | Υποδόριο αιμάτωμα στη θέση της ένεσης. Άλγος στη θέση της ένεσης. |
| Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών | Μη γνωστές* | Αιμάτωμα νωτιαίου μυελού ή επισκληρίδιο αιμάτωμα |
- *(δεν μπορεί να τεκμηριωθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Ο κίνδυνος αιμορραγίας εξαρτάται από τη δόση. Οι περισσότερες αιμορραγίες είναι ήπιες. Έχουν αναφερθεί σοβαρές αιμορραγίες, ορισμένες εκ των οποίων με θανατηφόρα έκβαση.
Τα προϊόντα της ηπαρίνης ενδέχεται να προκαλέσουν υποαλδοστερονισμό, ο οποίος μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του καλίου στο πλάσμα. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ενδέχεται να παρουσιαστεί κλινικά σημαντική υπερκαλιαιμία, ιδιαίτερα σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σακχαρώδη διαβήτη (βλέπε παράγραφο 4.4).
Η μακροχρόνια θεραπεία με ηπαρίνη έχει συσχετιστεί με κίνδυνο εμφάνισης οστεοπόρωσης. Παρόλο που κάτι τέτοιο δεν έχει παρατηρηθεί με τη dalteparin, ο κίνδυνος οστεοπόρωσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η συχνότητα, ο τύπος και η σοβαρότητα των ανεπιθύμητων ενεργειών σε παιδιά, αναμένεται να είναι ίδια με των ενηλίκων. Η ασφάλεια της μακροχρόνιας χορήγησης dalteparin δεν έχει τεκμηριωθεί.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-FRAGMIN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η dalteparin δε διαπερνά τον πλακούντα. Ένα μεγάλο σύνολο δεδομένων από έγκυες γυναίκες (πάνω από 1000 εκβάσεις υπό έκθεση) δεν υποδεικνύει δυσπλαστική ή εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα. Το Fragmin μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν είναι κλινικά απαραίτητο. Υπάρχουν πάνω από 2.000 δημοσιευμένα περιστατικά (μελέτες, σειρές περιστατικών και αναφορές περιστατικών) σχετικά με τη χορήγηση dalteparin κατά τη διάρκεια της κύησης. Σε σύγκριση με την μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη, αναφέρθηκε μικρότερη αιμορραγική διάθεση, και μειωμένος κίνδυνος εμφάνισης οστεοπορωτικού κατάγματος. Η μεγαλύτερη προοπτική μελέτη με τίτλο «Efficacy of Thromboprophylaxis as an Intervention during Gravidity» (EThIG, Αποτελεσματικότητα της θρομβοπροφύλαξης ως μέσο παρέμβασης κατά τη διάρκεια της κύησης), περιελάμβανε 810 έγκυες γυναίκες και διερεύνησε ένα ειδικό για την εγκυμοσύνη σχήμα, για τη διαστρωμάτωση του κινδύνου (χαμηλού, υψηλού, πολύ υψηλού κινδύνου φλεβικής θρομβοεμβολής), με χορήγηση ημερήσιων δόσεων dalteparin μεταξύ 50 - 150 IU ανά kg σωματικού βάρους (σε μεμονωμένα περιστατικά μέγιστης δόσης έως και 200 IU ανά kg σωματικού βάρους). Παρόλα αυτά, υπάρχουν μόνο περιορισμένες τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες σχετικά με τη χρήση των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους κατά τη διάρκεια της κύησης. Τα πειράματα σε ζώα δεν κατέδειξαν τυχόν εμβρυοτοξική ή τερατογόνο δράση της dalteparin (βλέπε παράγραφο 5.3). Η επισκληρίδιος αναισθησία κατά τη διάρκεια του τοκετού αντενδείκνυται αυστηρά για τις γυναίκες που λαμβάνουν αγωγή με αντιπηκτικά σε υψηλές δόσεις (βλέπε παράγραφο 4.3). Συνιστάται προσοχή κατά τη θεραπεία ασθενών που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας, όπως π.χ. οι γυναίκες που βρίσκονται σε περιγεννητικό στάδιο (βλέπε παράγραφο 4.4). Ο χρόνος ημίσειας ζωής του παράγοντα anti-Xa της dalteparin μετρήθηκε σε έγκυες γυναίκες, που διένυαν το τελευταίο τρίμηνο της εγκυμοσύνης τους, και βρέθηκε ότι ήταν 4 έως 5 ώρες. Μερικές μορφες του Fragmin περιέχουν βενζυλική αλκοόλη ως συντηρητικό. Επειδή η βενζυλική αλκοόλη ενδέχεται να διαπεράσει τον πλακούντα, κατά τη διάρκεια της κύησης πρέπει να χρησιμοποιούνται συσκευασίες του Fragmin που δεν περιέχουν βενζυλική αλκοόλη (βλέπε παράγραφο 6.1, Κατάλογος εκδόχων). Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αποτυχίας της θεραπείας σε έγκυες γυναίκες με προσθετική καρδιακή βαλβίδα, οι οποίες λάμβαναν πλήρη δόση αντιπηκτικής αγωγής με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. Το Fragmin δεν έχει μελετηθεί επαρκώς όσον αφορά τη χρήση σε έγκυες γυναίκες που φέρουν προσθετικές καρδιακές βαλβίδες.
Θηλασμός
Μικρές ποσότητες dalteparin sodium περνούν στο μητρικό γάλα. Έως τώρα, οι μελέτες αποκάλυψαν την ύπαρξη επιπέδων anti-Xa στο μητρικό γάλα της τάξης του 2 -8% των επιπέδων του πλάσματος (15 γυναίκες, στην 3η έως 5η ημέρα της γαλουχίας, 2 έως 3 ώρες μετά την υποδόρια χορήγηση dalteparin). Η αντιπηκτική δράση στο βρέφος δεν θεωρείται πιθανή. Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η απόφαση για τη συνέχιση/διακοπή του θηλασμού ή τη συνέχιση/διακοπή της θεραπείας με Fragmin πρέπει να λαμβάνεται αντισταθμίζοντας τα πιθανά οφέλη του θηλασμού για το παιδί και της θεραπείας με Fragmin για τη γυναίκα.
Γονιμότητα
Με βάση τα τρέχοντα κλινικά δεδομένα, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι η dalteparin sodium επιδρά στη γονιμότητα. Κατά τη δοκιμή της dalteparin sodium σε ζώα, δεν παρατηρήθηκαν επιδράσεις όσον αφορά τη γονιμότητα, τη σεξουαλική επαφή ή την περιγεννητική και μεταγεννητική ανάπτυξη.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-FRAGMIN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιθρομβωτικός παράγοντας, κωδικός ATC: B01AB04
Το FRAGMIN είναι ένας αντιθρομβωτικός παράγοντας. Περιέχει dalteparin sodium, η οποία είναι νατριούχος ηπαρίνη χαμηλού μοριακού βάρους (μέσος όρος Μ.Β. 6.000, εύρος μεταξύ 5.600 και 6.400 Daltons) και λαμβάνεται από βλεννογόνο χοίρου.
Δρα αντιθρομβωτικά επιταχύνοντας κυρίως το ρυθμό εξουδετέρωσης του παράγοντα Χa και της θρομβίνης του πλάσματος (ΑΡΤΤ) από την αντιθρομβίνη. Το FRAGMIN ενεργοποιεί επιλεκτικά την αναστολή του Παράγοντα Xa και επηρεάζει σε μικρότερο βαθμό την παράταση του χρόνου πήξης. Η αντιθρομβωτική του δράση συσχετίζεται με την αναστολή του παράγοντα Xa. Το FRAGMIN έχει μικρότερη δράση στη λειτουργία και στην προσκόλληση των αιμοπεταλίων, απ’ ότι η ηπαρίνη και για το λόγο αυτό έχει μικρή επίδραση στην πρωτοπαθή αιμόσταση. Ακόμη, μερικές από τις αντιθρομβωτικές ιδιότητες του FRAGMIN θεωρείται ότι επιτελούνται μέσω της δράσης επί του τοιχώματος των αγγείων ή επί του ινωδολυτικού συστήματος.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Υπάρχουν περιορισμένες πληροφορίες αναφορικά με την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα από τη χρήση της dalteparin σε παιδιατρικούς ασθενείς. Σε περίπτωση που η dalteparin χρησιμοποιείται στους ασθενείς αυτούς, πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα anti-Xa.
Η μεγαλύτερη προοπτική μελέτη εξέτασε την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τη σχέση μεταξύ δόσης και anti-Xa δραστικότητας στο πλάσμα της dalteparin στην πρόληψη και θεραπεία της αρτηριακής και φλεβικής θρόμβωσης σε 48 παιδιατρικούς ασθενείς (Nohe et al, 1999).
Nohe et al (1999) Δημογραφικά της Μελέτης και Σχεδιασμός της Μελέτης
| Σχεδιασμός της μελέτης | Ασθενείς | Διάγνωση | Ένδειξη, Δόση του Fragmin, Στόχος anti-Xa, Διάρκεια |
|---|---|---|---|
| Μονοκεντρική ανοικτή μελέτη, (n = 48) | Ηλικία: Πρόωρα εβδομάδων έως 18 ετώνΦύλο: αρσενικά, 16 θηλυκά | Αρτηριακή φλεβική θρόμβωση, PVOD, PPH | Πρόληψη: (n = 10) 95 ± 52 anti-Xa IU/kg sc qd0,2 έως 0,4 IU/mL3-6 μήνεςΠρωτεύουσα θεραπεία: (n = 25) 129 ± 43 anti-Xa IU/kg sc qd0,4 έως 1,0 IU/mL3-6 μήνεςΔευτερεύουσα θεραπεία: (n = 13) 129 ± 43 anti-Xa IU/kg sc qd0,4 έως 1,0 IU/mL3-6 μήνες |
Στη μελέτη αυτή δεν εμφανίστηκαν θρομβοεμβολικά συμβάματα σε 10 ασθενείς που ελάμβαναν dalteparin για θρομβοπροφύλαξη. Σε 23 ασθενείς που δόθηκε dalteparin ως πρωτεύουσα αντιθρομβωτική θεραπεία για αρτηριακή ή φλεβική θρόμβωση, παρατηρήθηκε πλήρης αποκατάσταση του αυλού σε 7/23 (30%), μερική αποκατάσταση του αυλού σε 7/23 (30%) και μη αποκατάσταση του αυλού σε 9/23 (40%). Στους 8 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε dalteparin ως δευτερεύουσα αντιθρομβωτική θεραπεία μετά από επιτυχή θρομβόλυση, η αποκατάσταση του αυλού διατηρήθηκε ή βελτιώθηκε. Στους 5 ασθενείς στους οποίους χορηγήθηκε dalteparin ως δευτερεύουσα θεραπεία κατόπιν μη επιτυχούς θρομβόλυσης, δεν παρατηρήθηκε αποκατάσταση του αυλού. Η ελάσσονα αιμορραγία, η οποία αναφέρθηκε σε 2/48 παιδιά (4%), υποχώρησε μετά από μείωση της δόσης. Ο αριθμός αιμοπεταλίων των ασθενών κυμαίνονταν από 37.000/μl έως 574.000/μl. Οι συγγραφείς απέδωσαν τον αριθμό αιμοπεταλίων κάτω του φυσιολογικού (150.000/μl) σε ανοσοκατασταλτική θεραπεία. Μία μείωση του αριθμού αιμοπεταλίων ≥50% της αρχικής τιμής, σημάδι επαγόμενης από την ηπαρίνη θρομβοπενίας τύπου 2 (HIT 2), δεν παρατηρήθηκε σε κανένα ασθενή. Και για τις δύο ομάδες, πρόληψης και θεραπείας, οι απαιτούμενες δόσεις dalteparin (anti-Xa IU/kg) για την επίτευξη της στοχευμένης anti-Xa δραστικότητας (IU/ml) σχετίζονταν αντιστρόφως ανάλογα με την ηλικία (r = 0,64, P = 0,017; r = 0,13, P = 0,013).
Η προβλεψιμότητα του αντιπηκτικού αποτελέσματος με δόσεις προσαρμοσμένες στο βάρος εμφανίζεται να είναι μειωμένη σε παιδιά σε σύγκριση με τους ενήλικες, πιθανώς λόγω μεταβαλλόμενης δεσμευτικής ικανότητας του πλάσματος (βλέπε παράγραφο 5.2).
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-FRAGMIN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Ο χρόνος ημισείας ζωής μετά από ενδοφλέβια ένεση του φαρμάκου είναι 2 ώρες και μετά από υποδόρια ένεση 3-4 ώρες. Η βιοδιαθεσιμότητα μετά από υποδόρια ένεση είναι περίπου 90% και η φαρμακοκινητική είναι βασικά μη δοσοεξαρτώμενη.
Ο χρόνος ημείσιας ζωής επιμηκύνεται στους ουραιμικούς ασθενείς.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Τα βρέφη ηλικίας κατά προσέγγιση κάτω των 2 έως 3 μηνών ή < 5 kg έχουν αυξημένες απαιτήσεις σε LMWH ανά kg, πιθανώς λόγω του μεγαλύτερου όγκου κατανομής τους. Εναλλακτικές εξηγήσεις για την αυξημένη απαίτηση σε LMWH ανά βάρος σώματος σε μικρά παιδιά περιλαμβάνουν την μεταβαλλόμενη φαρμακοκινητική της ηπαρίνης, και/ή μία μειωμένη εκδήλωση της αντιπηκτικής δράσης της ηπαρίνης σε παιδιά λόγω των ελαττωμένων συγκεντρώσεων της αντιθρομβίνης στο πλάσμα.
ΕΟΦ · 2.8.1
Παρεντερικά αντιπηκτικά
expand_more
Παρεντερικά αντιπηκτικά
Η αντιπηκτική αγωγή αρχίζει είτε με ηπαρίνη είτε με ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. H αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης αρχίζει γρήγορα αλλά έχει βραχεία διάρκεια. Αναφέρεται σαν ηπαρίνη για να διακριθεί από τις χαμηλού μοριακού βάρους (XMB) ηπαρίνες που έχουν μακρότερη περίοδο δράσης. Στην πνευμονική εμβολή και στις εν τω βάθει φλεβικές θρομβώσεις η αγωγή αρχίζει με ενδοφλέβια δόση φόρτισης και στη συνέχεια χορηγείται συνεχής ενδοφλέβια έγχυση ή δίδονται υποδόριες ενέσεις διαλειπόντως. Eναλλακτικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν ηπαρίνες XMB. Η διαλείπουσα ενδοφλέβια έγχυση δεν συνιστάται πλέον.
Η αντιπηκτική αγωγή αρχίζει συνήθως με ηπαρίνες και σύγχρονη χορήγηση αντιπηκτικών από το στόμα, π.χ. βαρφαρίνης. Όταν επιτευχθεί ο κατάλληλος χρόνος προθρομβίνης, η αγωγή συνεχίζεται μόνο με αντιπηκτικά από το στόμα.
Η παρακολούθηση της αγωγής γίνεται κατά προτίμηση με καθημερινή μέτρηση του ΑPTT (χρόνος ενεργοποιημένης μερικής θρομβοπλαστίνης).
Η ηπαρίνη χρησιμοποιείται επίσης στην αγωγή του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου, της ασταθούς στηθάγχης και της περιφερικής αρτηριακής απόφραξης (εφόσον αποφασισθεί να δοθεί η συμβατική ηπαρίνη). Ηπαρίνη χρησιμοποιείται ακόμη κατά την αιμοκάθαρση και την εξωσωματική κυκλοφορία.
Εάν εμφανισθεί αιμορραγία, αρκεί συνήθως η διακοπή του φαρμάκου. Αν η κατάσταση επείγει, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αντίδοτα η πρωταμίνη για την ηπαρίνη και η βιταμίνη Κ για τα αντιπηκτικά από το στόμα (βλ. 9.2.1). Η πρωταμίνη αναστρέφει μερικά μόνο τη δράση των ηπαρινών χαμηλού μοριακού βάρους.