DESLORATADINE
Δεσλοραταδίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - Η1 ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06AX27 ### Μηχανισμός δράσης Η δεσλοραταδίνη είναι ένας **μη κατασταλτικός, μακράς δράσης ανταγωνιστής ισταμίνης με εκλεκτική, περιφερική δράση ανταγωνιστή των Η1-υποδοχέων**.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J30 Αγγειοκινητική και αλλεργική ρινίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αλλεργική ρινίτιδα
-
L50 Κνίδωση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος DESLORATADINE/GENEPHARM
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από στόματος χρήση
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: δύο δισκία διασπειρόμενα στο στόμα των 2,5 mg (5 mg) μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες και έφηβοι (ηλικίας 12 ετών και άνω)Δόσηδύο δισκία διασπειρόμενα στο στόμα των 2,5 mg (5 mg) μία φορά την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας 6 έως 11 ετώνΔόσηένα δισκίο διασπειρόμενο στο στόμα των 2,5 mg μία φορά την ημέρα
-
Παιδιά ηλικίας κάτω των 6 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1 ή στη λοραταδίνη.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκειαπρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή
-
Επιληπτικές κρίσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με ιατρικό ή οικογενειακό ιστορικό επιληπτικών κρίσεων, και κυρίως μικρά παιδιάπρέπει να χορηγείται με προσοχή. Οι επαγγελματίες υγείας μπορεί να εξετάσουν τη διακοπή της δεσλοραταδίνης σε ασθενείς που παρουσιάζουν επιληπτική κρίση ενώ λαμβάνουν θεραπεία.
-
Ασπαρτάμη (E951)προσοχήΠληθυσμόςασθενείς με φαινυλκετονουρία (PKU)Μπορεί να είναι επιβλαβής
-
ΝάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες αλληλεπιδράσεις.
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες αλληλεπιδράσεις.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΔεν ενίσχυσε τις επιδράσεις του οινοπνεύματος στη μείωση της απόδοσης σε κλινική δοκιμή. Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις δυσανεξίας οινοπνεύματος και δηλητηρίασης από οινόπνευμα μετά την κυκλοφορία.ΣύστασηΣυνιστάται προσοχή εάν το οινόπνευμα λαμβάνεται ταυτόχρονα.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αυξημένη όρεξη
- Αύξηση βάρους
- Ψευδαισθήσεις
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Επιθετικότητα
- Καταθλιπτική διάθεση
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Ψυχοκινητική υπερκινητικότητα
- Επιληπτικές κρίσεις
- Νέα επιληπτική κρίση (παιδιατρικός πληθυσμός)
- Ξηροφθαλμία
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Επιμήκυνση διαστήματος QT
- Αρρυθμία (παιδιατρικός πληθυσμός)
- Βραδυκαρδία (παιδιατρικός πληθυσμός)
- Ξηροστομία
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Αυξημένη χολερυθρίνη
- Φωτοευαισθησία
- Μυαλγία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, δύσπνοια, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αγγειοοίδημα, δύσπνοια, κνησμός, εξάνθημα, κνίδωση)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑυξημένη χολερυθρίνηΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΕπιληπτικές κρίσειςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΖάληΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΨυχοκινητική υπερκινητικότηταΝευρικό
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑρρυθμία (παιδιατρικός πληθυσμός)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑύξηση βάρουςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΒραδυκαρδία (παιδιατρικός πληθυσμός)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΕξασθένισηΓενικές
-
Μη γνωστέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕπιμήκυνση διαστήματος QTΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαταθλιπτική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΝέα επιληπτική κρίση (παιδιατρικός πληθυσμός)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΞηροφθαλμίαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΈνας μεγάλος αριθμός δεδομένων (>1.000 εκβάσεις) δε δείχνουν καμία δυσπλασία ούτε εμβρυϊκή/νεογνική τοξικότητα της δεσλοραταδίνης. Μελέτες σε πειραματόζωα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις σε σχέση με την τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ως προφυλακτικό μέτρο, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση του Desloratadine/Δεσλοραταδίνη.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΗ δεσλοραταδίνη έχει ανιχνευτεί σε θηλάζοντα νεογνά/βρέφη γυναικών που έλαβαν θεραπεία. Η επίδραση της δεσλοραταδίνης σε νεογνά/βρέφη είναι άγνωστη. Πρέπει να ληφθεί απόφαση για το εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή εάν θα διακοπεί/υπάρξει αποχή από τη θεραπεία, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με τη γονιμότητα στους άνδρες και στις γυναίκες.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιισταμινικά - Η1 ανταγωνιστής, κωδικός ATC: R06AX27
Μηχανισμός δράσης
Η δεσλοραταδίνη είναι ένας μη κατασταλτικός, μακράς δράσης ανταγωνιστής ισταμίνης με εκλεκτική, περιφερική δράση ανταγωνιστή των Η1-υποδοχέων. Μετά την από στόματος χορήγηση, η δεσλοραταδίνη αποκλείει εκλεκτικά τους περιφερικούς Η1-υποδοχείς ισταμίνης, επειδή η ουσία αποκλείεται από την εισαγωγή στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Η δεσλοραταδίνη έχει επιδείξει αντιαλλεργικές ιδιότητες σε in vitro μελέτες. Αυτές περιλαμβάνουν αναστολή της απελευθέρωσης προφλεγμονωδών κυτταροκινών, όπως η IL-4, IL-6, IL-8, και IL-13, από τα ανθρώπινα μαστοκύτταρα και βασεόφιλα, καθώς και αναστολή της έκφρασης του μορίου προσκόλλησης P-σελεκτίνη σε ενδοθηλιακά κύτταρα. Η κλινική σημασία αυτών των παρατηρήσεων παραμένει να επιβεβαιωθεί.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Σε μία δοκιμή πολλαπλών δόσεων, τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία δεσλοραταδίνης ήταν καλώς ανεκτά σε μία δοκιμή πολλαπλών δόσεων. Στη συνιστώμενη δόση, το διασπειρόμενο στο στόμα δισκίο δεσλοραταδίνης των 5 mg βρέθηκε να είναι βιοϊσοδύναμο με τη μορφή δεσλοραταδίνης του συμβατικού δισκίου δεσλοραταδίνης των 5 mg. Επομένως, η αποτελεσματικότητα του διασπειρόμενο στο στόμα δισκίου δεσλοραταδίνης αναμένεται να είναι ίδια με αυτήν της μορφής των δισκίων δεσλοραταδίνης. Σε μια κλινική δοκιμή πολλαπλών δόσεων, στην οποία χορηγήθηκαν έως 20 mg δεσλοραταδίνης ημερησίως επί 14 ημέρες, δεν παρατηρήθηκε καμία στατιστικά ή κλινικά σχετιζόμενη επίδραση στο καρδιοαγγειακό σύστημα. Σε μία κλινική φαρμακολογική δοκιμή, στην οποία η δεσλοραταδίνη χορηγήθηκε σε δόση των 45 mg ημερησίως (εννέα φορές η κλινική δόση) επί δέκα ημέρες, δεν παρατηρήθηκε επιμήκυνση του διαστήματος QTc. Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετιζόμενες αλλαγές στις συγκεντρώσεις της δεσλοραταδίνης στο πλάσμα, σε πολλαπλών δόσεων δοκιμές αλληλεπίδρασης με κετοκοναζόλη και ερυθρομυκίνη.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η δεσλοραταδίνη δεν διαπερνά εύκολα το κεντρικό νευρικό σύστημα. Σε κλινικές δοκιμές, στη συνιστώμενη δόση των 5 mg ημερησίως, δεν υπήρχε επιπλέον επίπτωση υπνηλίας σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο. Τα δισκία δεσλοραταδίνης, χορηγούμενα σε μία εφάπαξ ημερήσια δόση των 7,5 mg, δεν επηρέασαν την ψυχοκινητική απόδοση σε κλινικές δοκιμές. Σε μια μελέτη με εφάπαξ δόση σε ενήλικες, η δεσλοραταδίνη 5 mg δεν επηρέασε τις καθιερωμένες μετρήσεις των επιδόσεων στην πτήση, συμπεριλαμβανομένης της παρόξυνσης της υποκειμενικής υπνηλίας ή των καθηκόντων που σχετίζονται με την πτήση. Σε φαρμακολογικές κλινικές δοκιμές, η ταυτόχρονη χορήγηση με οινόπνευμα δεν αύξησε την προκαλούμενη από το οινόπνευμα μείωση της απόδοσης ή αύξηση της υπνηλίας. Δεν βρέθηκαν σημαντικές διαφορές στα αποτελέσματα των ψυχοκινητικών δοκιμασιών μεταξύ των ομάδων δεσλοραταδίνης και εικονικού φαρμάκου, είτε αυτά χορηγήθηκαν μόνα τους ή μαζί με οινόπνευμα. Σε ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα, τα δισκία δεσλοραταδίνης ήταν αποτελεσματικά στην ανακούφιση συμπτωμάτων όπως ο πταρμός, η ρινική καταρροή και ο κνησμός, όπως επίσης ο κνησμός των οφθαλμών, η δακρύρροια και η ερυθρότητα των οφθαλμών και ο κνησμός της υπερώας. Τα δισκία δεσλοραταδίνης έλεγξαν αποτελεσματικά τα συμπτώματα για 24 ώρες.
Παιδιατρικός πληθυσμός Η αποτελεσματικότητα των δισκίων δεσλοραταδίνης δεν έχει αποδειχθεί σαφώς σε δοκιμές με εφήβους ασθενείς ηλικίας 12 έως 17 ετών. Επιπλέον των καθιερωμένων κατηγοριοποιήσεων της εποχικής και χρόνιας, η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί εναλλακτικά να κατηγοριοποιηθεί ως διαλείπουσα αλλεργική ρινίτιδα και επιμένουσα αλλεργική ρινίτιδα, σύμφωνα με τη διάρκεια των συμπτωμάτων. Η διαλείπουσα αλλεργική ρινίτιδα ορίζεται ως η παρουσία των συμπτωμάτων για λιγότερο από 4 ημέρες ανά εβδομάδα ή για λιγότερο από 4 εβδομάδες. Η επιμένουσα αλλεργική ρινίτιδα ορίζεται ως η παρουσία των συμπτωμάτων για 4 ημέρες ή περισσότερες ανά εβδομάδα και για περισσότερο από 4 εβδομάδες. Η δεσλοραταδίνη ήταν αποτελεσματική στην ανακούφιση από τον φόρτο της εποχικής αλλεργικής ρινίτιδας, όπως φάνηκε από τη συνολική βαθμολογία του ερωτηματολογίου για την ποιότητα ζωής στη ρινοεπιπεφυκίτιδα. Η μέγιστη βελτίωση παρατηρήθηκε στις κατηγορίες των πρακτικών προβλημάτων και των καθημερινών δραστηριοτήτων που περιορίζονται από τα συμπτώματα. Η χρόνια ιδιοπαθής κνίδωση μελετήθηκε ως κλινικό πρότυπο για κνιδωτικές καταστάσεις, καθώς η υποκείμενη παθοφυσιολογία είναι παρόμοια, ανεξάρτητα από την αιτιολογία και επειδή οι χρόνιοι ασθενείς μπορούν πιο εύκολα να ενταχθούν προοπτικά. Καθώς η απελευθέρωση ισταμίνης είναι ένας αιτιώδης παράγοντας σε όλες τις κνιδωτικές νόσους, η δεσλοραταδίνη αναμένεται να είναι αποτελεσματική στο να παρέχει συμπτωματική ανακούφιση για άλλες κνιδωτικές καταστάσεις, επιπλέον της χρόνιας ιδιοπαθούς κνίδωσης, όπως υποδεικνύεται στις κλινικές κατευθυντήριες γραμμές. Σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο δοκιμές διάρκειας έξι εβδομάδων σε ασθενείς με χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, η δεσλοραταδίνη ήταν αποτελεσματικό στην ανακούφιση του κνησμού και στη μείωση του μεγέθους και του αριθμού των εξανθημάτων κατά το τέλος του πρώτου διαστήματος μεταξύ των δόσεων. Σε κάθε δοκιμή, οι επιδράσεις διατηρούνταν καθ’ όλο το διάστημα των 24 ωρών μεταξύ των δόσεων. Όπως με άλλες δοκιμές αντιισταμινικών στη χρόνια ιδιοπαθή κνίδωση, είχε εξαιρεθεί η μειοψηφία των ασθενών που ταυτοποιήθηκαν ως μη ανταποκρινόμενοι στα αντιισταμινικά. Παρατηρήθηκε βελτίωση στον κνησμό μεγαλύτερη του 50% στο 55% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με δεσλοραταδίνη, σε σύγκριση με το 19% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο. Επίσης, η θεραπεία με δεσλοραταδίνη μείωσε σημαντικά την επίδραση στον ύπνο και στις καθημερινές δραστηριότητες, όπως μετρήθηκε με μία κλίμακα τεσσάρων βαθμών που χρησιμοποιείται για την αξιολόγηση αυτών των μεταβλητών.
Απορρόφηση
Συγκεντρώσεις της δεσλοραταδίνης στο πλάσμα μπορούν να ανιχνευθούν εντός 30 λεπτών από τη χορήγηση. Η δεσλοραταδίνη απορροφάται καλώς, με τη μέγιστη συγκέντρωση να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 3 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση είναι περίπου 27 ώρες. Ο βαθμός συσσώρευσης της δεσλοραταδίνης ήταν σύμφωνος με τον χρόνο ημίσειας ζωής της (περίπου 27 ώρες) και με συχνότητα δοσολογίας μία φορά την ημέρα. Η βιοδιαθεσιμότητα της δεσλοραταδίνης ήταν ανάλογη με τη δόση, στο εύρος των 5 mg έως 20 mg.
Σε μία σειρά φαρμακοκινητικών και κλινικών δοκιμών, 6% των ατόμων εμφάνισε υψηλότερη συγκέντρωση δεσλοραταδίνης. Η επικράτηση αυτού του φαινότυπου πτωχού μεταβολιστή ήταν συγκρίσιμη για ενήλικα (6%) και παιδιατρικά άτομα ηλικίας 2 έως 11 ετών (6%) και μεγαλύτερη ανάμεσα σε Μαύρους (18% ενήλικες, 16% παιδιατρικοί) από ότι σε Καυκάσιους (2% ενήλικες, 3% παιδιατρικοί) και στους δύο πληθυσμούς, ωστόσο το προφίλ ασφάλειας αυτών των ατόμων δεν ήταν διαφορετικό από εκείνο του γενικού πληθυσμού. Σε μία φαρμακοκινητική μελέτη πολλαπλών δόσεων, που διεξήχθη με τη μορφή των δισκίων σε υγιή ενήλικα άτομα, τέσσερα άτομα βρέθηκαν να είναι πτωχοί μεταβολιστές της δεσλοραταδίνης. Αυτά τα άτομα είχαν συγκέντρωση Cmax περίπου 3 φορές υψηλότερη σε περίπου 7 ώρες, με χρόνο ημίσειας ζωής στην τελική φάση περίπου 89 ώρες.
Κατανομή
Η δεσλοραταδίνη συνδέεται σε μέτριο βαθμό (83% - 87%) με τις πρωτεΐνες του πλάσματος. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη κλινικά σχετιζόμενης συσσώρευσης του φαρμάκου μετά από εφάπαξ ημερήσια δόση δεσλοραταδίνης (5 mg έως 20 mg) επί 14 ημέρες.
Βιομετασχηματισμός
Το ένζυμο που είναι υπεύθυνο για τον μεταβολισμό της δεσλοραταδίνης δεν έχει ταυτοποιηθεί ακόμα και, επομένως, δεν μπορούν να αποκλειστούν εντελώς κάποιες αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα. Η δεσλοραταδίνη δεν αναστέλλει το CYP3A4 in vivo, και in vitro μελέτες έχουν δείξει ότι το φαρμακευτικό προϊόν δεν αναστέλλει το CYP2D6 και δεν αποτελεί ούτε υπόστρωμα ούτε αναστολέα της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης. Στο πλαίσιο διασταυρούμενων μελετών εφάπαξ δόσεων με δεσλοραταδίνη δισκία διασπειρόμενα στο στόμα των 5 mg και συμβατικά δισκία δεσλοραταδίνης των 5 mg, οι φαρμακοτεχνικές μορφές ήταν βιοϊσοδύναμες. Τα δισκία δεσλοραταδίνης των 2,5 mg δεν έχουν αξιολογηθεί σε παιδιατρικούς ασθενείς, ωστόσο, σε συνδυασμό με τις μελέτες για την εύρεση της δόσης στην παιδιατρική, τα φαρμακοκινητικά δεδομένα για τα διασπειρόμενα στο στόμα δισκία δεσλοραταδίνης υποστηρίζουν τη χρήση της δόσης των 2,5 mg σε παιδιατρικούς ασθενείς ηλικίας 6 έως 11 ετών.
Αποβολή
Η παρουσία τροφής επιμηκύνει τον Τmax για τη δεσλοραταδίνη από 2,5 σε 4 ώρες και τον Tmax για την 3-ΟΗ-δεσλοραταδίνη από 4 σε 6 ώρες. Σε μία ξεχωριστή μελέτη, ο χυμός του γκρέιπφρουτ δεν είχε επίδραση στη διάθεση της δεσλοραταδίνης. Το νερό δεν είχε καμία επίδραση στη βιοδιαθεσιμότητα των διασπειρόμενα στο στόμα δισκίων δεσλοραταδίνης.
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία
Η φαρμακοκινητική της δεσλοραταδίνης σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια (ΧΝΑ) συγκρίθηκε με εκείνη των υγιών ατόμων σε μία μελέτη εφάπαξ δόσης και μία μελέτη πολλαπλών δόσεων. Στη μελέτη εφάπαξ δόσης, η έκθεση στη δεσλοραταδίνη ήταν περίπου 2 και 2,5 φορές μεγαλύτερη σε άτομα με ήπια έως μέτρια και σοβαρή ΧΝΑ, αντίστοιχα, από ότι σε υγιή άτομα. Στη μελέτη πολλαπλών δόσεων, σταθεροποιημένη κατάσταση επιτεύχθηκε μετά την Ημέρα 11 και σε σύγκριση με υγιή άτομα η έκθεση στη δεσλοραταδίνη ήταν ~ 1,5 φορά μεγαλύτερη σε άτομα με ήπια έως μέτρια ΧΝΑ και ~ 2,5 φορές μεγαλύτερη σε άτομα με σοβαρή XNA. Και στις δύο μελέτες, οι αλλαγές στην έκθεση (AUC και Cmax) της δεσλοραταδίνης και 3-υδροξυδεσλοραταδίνης δεν ήταν κλινικά σημαντικές.
Απορρόφηση Συγκεντρώσεις της δεσλοραταδίνης στο πλάσμα μπορούν να ανιχνευθούν εντός 30 λεπτών από τη χορήγηση. Η δεσλοραταδίνη απορροφάται καλώς, με τη μέγιστη συγκέντρωση να επιτυγχάνεται μετά από περίπου 3 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση…
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η δεσλοραταδίνη είναι ένας μακράς δράσης αντιισταμινικός H1-υποδοχέας δεύτερης γενιάς, ο οποίος έχει επιλεκτική και περιφερική H1-αντιισταμινική δράση. Η ισταμίνη είναι μια χημική ουσία που προκαλεί πολλά από τα σημάδια που αποτελούν μέρος των αλλεργικών αντιδράσεων, όπως η διόγκωση των ιστών. Η ισταμίνη απελευθερώνεται από τα κύτταρα που αποθηκεύουν ισταμίνη (μαστοκύτταρα) και προσκολλάται σε άλλα κύτταρα που διαθέτουν υποδοχείς για την ισταμίνη. Η προσκόλληση της ισταμίνης στους υποδοχείς προκαλεί την
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Όπως και άλλοι H1-αναστολείς, η δεσλοραταδίνη ανταγωνίζεται την ελεύθερη ισταμίνη για πρόσδεση στους H1-υποδοχείς στο γαστρεντερικό σωλήνα, τη μήτρα, τα μεγάλα αιμοφόρα αγγεία και τους λείους μύες των βρόγχων. Αυτό αναστέλλει τη δράση της ενδογενούς ισταμίνης, η οποία στη συνέχεια οδηγεί σε προσωρινή ανακούφιση των αρνητικών συμπτωμάτων (π.χ. ρινική συμφόρηση, υγρά μάτια) που προκαλούνται από την ισταμίνη.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η από του στόματος χορήγηση δεσλοραταδίνης για δέκα ημέρες σε υγιείς εθελοντές ως δισκίο 5 mg μία φορά ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα ένα μέσο Tmax περίπου 3 ωρών, μια μέση Cmax σταθερής κατάστασης 4 ng/ml και μια μέση AUC σταθερής κατάστασης 56.9 ng*hr/ml. Παρόμοιο προφίλ παρατηρήθηκε χρησιμοποιώντας 10 ml από ένα από του στόματος διάλυμα που περιείχε 5 mg δεσλοραταδίνης. Το φαγητό δεν επηρέασε την απορρόφηση της δεσλοραταδίνης.
Περίπου το 87% μιας δόσης 14C-δεσλοραταδίνης ανακτήθηκε εξίσου στα ούρα και τα κόπρανα ως μεταβολικά προϊόντα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η δεσλοραταδίνη συνδέεται περίπου 82% έως 87% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, ενώ ο ενεργός μεταβολίτης της, η 3-υδροξυδεσλοραταδίνη, συνδέεται περίπου 85% έως 89%.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η δεσλοραταδίνη μεταβολίζεται στον ενεργό μεταβολίτη 3-υδροξυδεσλοραταδίνη, ο οποίος στη συνέχεια γλυκουρονιδώνεται.
Η δεσλοραταδίνη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της Ρουπαταδίνης και της λοραταδίνης.
Οδός Απέκκρισης: Η δεσλοραταδίνη (κύριος μεταβολίτης της λοραταδίνης) μεταβολίζεται εκτενώς σε 3-υδροξυδεσλοραταδίνη, έναν ενεργό μεταβολίτη, ο οποίος στη συνέχεια γλυκουρονιδώνεται. Περίπου το 87% μιας δόσης 14C-δεσλοραταδίνης ανακτήθηκε εξίσου στα ούρα και τα κόπρανα. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 50 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Η δεσλοραταδίνη έχει μέσο χρόνο πλασματικής κάθαρσης ημίσειας ζωής περίπου 27 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που συνδέονται, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΧΟΛΙΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή των χολινεργικών αγωνιστών.
Μια κατηγορία μη-υπνηλιακών φαρμάκων που συνδέονται, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ), μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αποτελούν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-υπνηλιακά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΦΟΡΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
FVF865388R
ΔΕΣΛΟΡΑΤΑΔΙΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1
Η δεσλοραταδίνη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1. Ο μηχανισμός δράσης της δεσλοραταδίνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης H1.
ΔΕΣΛΟΡΑΤΑΔΙΝΗ
Ανταγωνιστές Υποδοχέων Ισταμίνης H1 [MoA]; Ανταγωνιστής Υποδοχέων Ισταμίνης-1 [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που συνδέονται, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους ΧΟΛΙΝΕΡΓΙΚΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ, μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ΑΚΕΤΥΛΧΟΛΙΝΗΣ ή των χολινεργικών αγωνιστών.
Μια κατηγορία μη-υπνηλιακών φαρμάκων που συνδέονται, αλλά δεν ενεργοποιούν, τους υποδοχείς ισταμίνης (ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΦΑΡΜΑΚΩΝ), μπλοκάροντας έτσι τις δράσεις της ισταμίνης ή των αγωνιστών ισταμίνης. Αυτά τα αντιισταμινικά αποτελούν μια ετερογενή ομάδα ενώσεων με διαφορετικές χημικές δομές, ανεπιθύμητες ενέργειες, κατανομή και μεταβολισμό. Σε σύγκριση με τα πρώιμα (πρώτης γενιάς) αντιισταμινικά, αυτά τα μη-υπνηλιακά αντιισταμινικά έχουν μεγαλύτερη ειδικότητα υποδοχέων, χαμηλότερη διείσδυση στον ΑΙΜΟΦΟΡΟ-ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΟ ΦΡΑΓΜΟ, και είναι λιγότερο πιθανό να προκαλέσουν υπνηλία ή ψυχοκινητική δυσλειτουργία.