EXEMESTANE
Εξεμεστάνη
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-LEFLUONIA
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από το στόμα
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα
- Δόση έναρξης: 100 mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 200 mg μία φορά την ημέρα
-
Ηπατική ανεπάρκειαΔόση100 mg μία φορά την ημέραΣε μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί και να παρακολουθείται στενά ο ασθενής. Η συνιστώμενη δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg μία φορά την ημέρα.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΔόση50 mg μία φορά την ημέραΜέγ. δόση100 mg μία φορά την ημέραΣε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 50 mg μία φορά την ημέρα.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης, εκτός εάν υπάρχει ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει τεκμηριωθεί σε παιδιά κάτω των 18 ετών.
block
SPC-LEFLUONIA
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη λεφλουνομίδη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του σκευάσματος.
-
Ηπατική ανεπάρκεια (κίρρωση, ενεργός ηπατίτιδα).
-
Χρήση λεφλουνομίδης σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.
-
Κύηση.
-
Θηλασμός.
-
Ανοσοανεπάρκεια, σοβαρή καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος (π.χ. ασθενείς με HIV, μεταμόσχευση οργάνων).
-
Σοβαρή μυελοτοξικότητα (π.χ. λευκοπενία < 2.000/μL, ουδετεροπενία, αναιμία).
-
Σοβαρές, μη ελεγχόμενες λοιμώξεις.
-
Σε ασθενείς με σοβαρή ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
-
Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
-
Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
warning
SPC-LEFLUONIA
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
ΗπατοτοξικότηταΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, ή με αυξημένες τιμές των ηπατικών τρανσαμινασών (ALT, AST)Στενή παρακολούθηση. Διακοπή εάν ALT ή AST > 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο. Άμεση διακοπή σε περίπτωση σοβαρής ηπατοτοξικότητας.
-
ΥπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΠροσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης.
-
Κύηση και ΓαλουχίαΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίαςΔεν συνιστάται η λεφλουνομίδη. Αποτελεσματική αντισύλληψη απαραίτητη.
-
Δερματικές αντιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΆμεση διακοπή θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος (Stevens-Johnson, TEN, DRESS).
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργές σοβαρές λοιμώξειςΔεν πρέπει να χορηγείται λεφλουνομίδη.
-
Καταστολή του μυελού των οστώνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΤακτική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας (λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία, αναιμία).
-
Αναπνευστικές διαταραχέςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΆμεση διακοπή θεραπείας σε περίπτωση εμφάνισης δύσπνοιας ή βήχα.
-
Ηπατική ή Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΧορήγηση με προσοχή. Δεν έχει μελετηθεί.
-
Καρδιακή ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκειαΔεν συνιστάται.
-
Οδήγηση και χειρισμός μηχανώνΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΜπορεί να επηρεάσει την ικανότητα.
-
ΑλληλεπιδράσειςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδηΠροσοχή με άλλα DMARDs και φάρμακα που επηρεάζουν το ήπαρ.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοιΔεν έχει μελετηθεί.
swap_horiz
SPC-LEFLUONIA
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΠροσοχήΜπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση στο πλάσμα και να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης.ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση της INR.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP2C9 (π.χ. φαινυτοΐνη, λιδοκαΐνη)ΠροσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις στο πλάσμα και να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης.ΣύστασηΠαρακολούθηση για σημεία τοξικότητας και προσαρμογή δόσης.
-
Άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα (π.χ. κυκλοσπορίνη, μεθοτρεξάτη)ΠροσοχήΑυξημένος κίνδυνος ανοσοκαταστολής και λοιμώξεων.
-
Ζωντανά εμβόλιαΑντένδειξηΜειωμένη αποτελεσματικότητα των εμβολίων.
sick
SPC-LEFLUONIA
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακός πόνος
- Ανορεξία
- Ηπατική δυσλειτουργία (αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης)
- Ηπατίτιδα
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Λοιμώξεις
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Μυοσκελετικός πόνος
- Αύξηση της CPK
- Κόπωση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΔιάρροιαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΝαυτίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΈμετοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Κοιλιακός πόνοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΑνορεξίαΓαστρεντερικό σύστημα
-
Ηπατική δυσλειτουργία (αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης)Γαστρεντερικό σύστημα
-
ΗπατίτιδαΓαστρεντερικό σύστημα
-
ΕξάνθημαΔέρμα
-
ΚνησμόςΔέρμα
-
ΑλωπεκίαΔέρμα
-
Σύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Τοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
-
ΘρομβοπενίαΑιμοποιητικό σύστημα
-
ΛευκοπενίαΑιμοποιητικό σύστημα
-
ΑναιμίαΑιμοποιητικό σύστημα
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό σύστημα
-
ΚεφαλαλγίαΝευρικό σύστημα
-
ΖάληΝευρικό σύστημα
-
Περιφερική νευροπάθειαΝευρικό σύστημα
-
Αυξημένη αρτηριακή πίεσηΚαρδιαγγειακό σύστημα
-
ΛοιμώξειςΛοιμώξεις
-
Αλλεργικές αντιδράσειςΑνοσολογικό σύστημα
-
Μυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό σύστημα
-
ΚόπωσηΓενικές διαταραχές
-
Αύξηση της CPKΜυοσκελετικό σύστημα
pregnant_woman
SPC-LEFLUONIA
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ λεφλουνομίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς έχει βρεθεί να είναι τερατογόνος και εμβρυοτοξική σε ζωικά μοντέλα. Εάν μια γυναίκα είναι σε θέση να συλλάβει, θα πρέπει να γίνεται εξέταση κύησης πριν την έναρξη της θεραπείας με λεφλουνομίδη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεφλουνομίδη, θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη. Εάν μια γυναίκα μείνει έγκυος, θα πρέπει να διακόψει αμέσως τη λεφλουνομίδη και να ξεκινήσει τη διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) με χολεστυραμίνη ή ενεργό άνθρακα, καθώς η ουσία αυτή μπορεί να μειώσει την έκθεση του εμβρύου σε επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή. Η λεφλουνομίδη μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα, γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγεται η εγκυμοσύνη για τουλάχιστον 2 χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΗ λεφλουνομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ως εκ τούτου, η χρήση της αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΑντενδείκνυταιΗ λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Σε άνδρες, η λεφλουνομίδη μπορεί να μειώσει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και να προκαλέσει ανωμαλίες στα σπερματοζωάρια. Σε γυναίκες, η λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει την ωορρηξία. Η λεφλουνομίδη είναι αντενδείκνυται σε άνδρες και γυναίκες που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη και να εκτελείται η διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) εάν ένα ζευγάρι επιθυμεί να τεκνοποιήσει.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-LEFLUONIA
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-LEFLUONIA
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Δοσολογία
Η δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται στην ανταπόκριση του ασθενούς. Η συνιστώμενη αρχική δόση είναι 100 mg μία φορά την ημέρα, η οποία μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 200 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο. Η μέγιστη ημερήσια δόση είναι 200 mg.
Η λήψη του φαρμάκου θα πρέπει να γίνεται με νερό, κατά προτίμηση το πρωί.
Ειδικές οδηγίες δοσολογίας:
- Ηπατική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, η αρχική δόση είναι 100 mg μία φορά την ημέρα. Σε μέτρια ή σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να μειωθεί και να παρακολουθείται στενά ο ασθενής. Η συνιστώμενη δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 100 mg μία φορά την ημέρα.
- Νεφρική ανεπάρκεια: Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min), η αρχική δόση είναι 50 mg μία φορά την ημέρα. Η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά σε 100 mg μία φορά την ημέρα, εάν είναι απαραίτητο και καλά ανεκτή. Σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 50 mg μία φορά την ημέρα.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ηλικιωμένους ασθενείς, εκτός εάν υπάρχει ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός: Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της λεφλουνομίδης σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχει τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη λεφλουνομίδη ή σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα του σκευάσματος.
- Ηπατική ανεπάρκεια (κίρρωση, ενεργός ηπατίτιδα).
- Ηπατική ανεπάρκεια.
- Χρήση λεφλουνομίδης σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.
- Κύηση.
- Θηλασμός.
- Ανοσοανεπάρκεια, σοβαρή καταστολή του ανοσοποιητικού συστήματος (π.χ. ασθενείς με HIV, μεταμόσχευση οργάνων).
- Σοβαρή μυελοτοξικότητα (π.χ. λευκοπενία < 2.000/μL, ουδετεροπενία, αναιμία).
- Σοβαρές, μη ελεγχόμενες λοιμώξεις.
- Σε ασθενείς με σοβαρή ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία.
- Σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
- Σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές Προειδοποιήσεις και Προφυλάξεις
Η λεφλουνομίδη (ACTEMRA) δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα (ADMARDB) και πολυαρθρικές μορφές ξηροφθαλμικών μορφών ρευματοειδούς αρθρίτιδας (ADMARDs), καθώς και σε ασθενείς με ψωριασική αρθρίτιδα, εάν δεν έχουν ληφθεί όλα τα απαραίτητα μέτρα προφύλαξης.
Ασθενείς με προϋπάρχουσα ηπατική νόσο, καθώς και ασθενείς με αυξημένες τιμές των ηπατικών τρανσαμινασών (ALT, AST) κατά τη διάρκεια της θεραπείας, θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Σε περίπτωση σημαντικής αύξησης των ALT ή AST (> 3 φορές το ανώτατο φυσιολογικό όριο), η χορήγηση λεφλουνομίδης πρέπει να διακόπτεται.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδη, παρατηρήθηκαν περιπτώσεις σοβαρής ηπατοτοξικότητας, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων ηπατικής ανεπάρκειας, οι οποίες μπορεί να είναι θανατηφόρες. Η λεφλουνομίδη πρέπει να διακόπτεται αμέσως σε περίπτωση σοβαρής ηπατοτοξικότητας.
Σε ασθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδη, συνιστάται προσεκτική παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης, καθώς μπορεί να εμφανιστεί υπέρταση.
Η λεφλουνομίδη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και της γαλουχίας, καθώς και σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας που δεν χρησιμοποιούν αποτελεσματική αντισύλληψη.
Η λεφλουνομίδη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δερματικές αντιδράσεις, όπως σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση (TEN) και αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS). Σε περίπτωση εμφάνισης εξανθήματος, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία.
Λόγω του κινδύνου σοβαρών λοιμώξεων, η λεφλουνομίδη δεν πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με ενεργές σοβαρές λοιμώξεις.
Η λεφλουνομίδη μπορεί να προκαλέσει καταστολή του μυελού των οστών, οδηγώντας σε λευκοπενία, ουδετεροπενία, θρομβοπενία και αναιμία. Συνιστάται τακτική παρακολούθηση της αιματολογικής εικόνας.
Η λεφλουνομίδη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές αναπνευστικές διαταραχές, όπως διάμεση πνευμονοπάθεια. Σε περίπτωση εμφάνισης δύσπνοιας ή βήχα, θα πρέπει να διακόπτεται άμεσα η θεραπεία.
Η λεφλουνομίδη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία. Η χορήγηση σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Η λεφλουνομίδη δεν συνιστάται σε ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια.
Η λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει την ικανότητα οδήγησης και χειρισμού μηχανών.
Η λεφλουνομίδη μπορεί να αλληλεπιδράσει με άλλα φάρμακα, ιδίως με άλλα DMARDs και με φάρμακα που επηρεάζουν το ήπαρ.
Η λεφλουνομίδη δεν έχει μελετηθεί σε παιδιά και εφήβους.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Δεν υπάρχουν γνωστές κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με άλλα φάρμακα. Ωστόσο, η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα φάρμακα που έχουν ηπατοτοξικότητα ή νεφροτοξικότητα πρέπει να γίνεται με προσοχή. Η λεφλουνομίδη μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση της βαρφαρίνης στο πλάσμα, επομένως απαιτείται στενή παρακολούθηση της INR.
Αλληλεπιδράσεις με φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP450:
Η λεφλουνομίδη αναστέλλει ενζύμους του κυτοχρώματος P450 (κυρίως CYP2C9). Η ταυτόχρονη χορήγηση με φάρμακα που μεταβολίζονται από το CYP450, όπως η βαρφαρίνη, η φαινυτοΐνη και η λιδοκαΐνη, μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα και να απαιτήσει προσαρμογή της δόσης τους.
Αλληλεπιδράσεις με ανοσοκατασταλτικά φάρμακα:
Η ταυτόχρονη χορήγηση με άλλα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα, όπως η κυκλοσπορίνη ή η μεθοτρεξάτη, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανοσοκαταστολής και λοιμώξεων.
Αλληλεπιδράσεις με εμβόλια:
Η λεφλουνομίδη μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των εμβολίων. Αποφύγετε τη χορήγηση ζωντανών εμβολίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεφλουνομίδη.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρθηκαν με τη λεφλουνομίδη είναι:
Στο γαστρεντερικό σύστημα:
- Διάρροια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακός πόνος
- Ανορεξία
- Ηπατική δυσλειτουργία (αύξηση τρανσαμινασών, αλκαλικής φωσφατάσης)
- Ηπατίτιδα
Στο δέρμα:
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Αλωπεκία
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
Στο αιμοποιητικό σύστημα:
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
Στο αναπνευστικό σύστημα:
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
Στο νευρικό σύστημα:
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες:
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Λοιμώξεις
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Μυοσκελετικός πόνος
- Κόπωση
- Αύξηση της CPK
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση και γαλουχία
Κύηση
Η λεφλουνομίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης, καθώς έχει βρεθεί να είναι τερατογόνος και εμβρυοτοξική σε ζωικά μοντέλα.
- Η λεφλουνομίδη είναι αντενδείκνυται σε γυναίκες που είναι έγκυες. Αν μια γυναίκα είναι έγκυος και λαμβάνει λεφλουνομίδη, ο κίνδυνος για το έμβρυο είναι αυξημένος. Εάν μια γυναίκα είναι σε θέση να συλλάβει, θα πρέπει να γίνεται εξέταση κύησης πριν την έναρξη της θεραπείας με λεφλουνομίδη. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας με λεφλουνομίδη, θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη.
- Εάν μια γυναίκα είναι έγκυος και λαμβάνει λεφλουνομίδη, θα πρέπει να ενημερωθεί για τον δυνητικό κίνδυνο για το έμβρυο.
- Η λεφλουνομίδη μπορεί να παραμείνει στον οργανισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα, γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγεται η εγκυμοσύνη για τουλάχιστον 2 χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας. Σε περίπτωση που μια γυναίκα μείνει έγκυος, θα πρέπει να διακόψει αμέσως τη λεφλουνομίδη και να ξεκινήσει τη διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) με χολεστυραμίνη ή ενεργό άνθρακα, καθώς η ουσία αυτή μπορεί να μειώσει την έκθεση του εμβρύου σε επίπεδα που θεωρούνται ασφαλή.
Θηλασμός
Η λεφλουνομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Ως εκ τούτου, η χρήση της αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
Γονιμότητα
Η λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες. Σε άνδρες, η λεφλουνομίδη μπορεί να μειώσει τον αριθμό των σπερματοζωαρίων και να προκαλέσει ανωμαλίες στα σπερματοζωάρια. Σε γυναίκες, η λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει την ωορρηξία. Η λεφλουνομίδη είναι αντενδείκνυται σε άνδρες και γυναίκες που επιθυμούν να τεκνοποιήσουν. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται αποτελεσματική αντισύλληψη και να εκτελείται η διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) εάν ένα ζευγάρι επιθυμεί να τεκνοποιήσει.
Ασθενείς
Ασθενείς που λαμβάνουν λεφλουνομίδη και επιθυμούν να τεκνοποιήσουν θα πρέπει να ενημερωθούν για τους κινδύνους και να υποβληθούν στη διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure).
- Σύνοψη της διαδικασίας «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) με χολεστυραμίνη ή ενεργό άνθρακα:
- Χολεστυραμίνη: 8 g χολεστυραμίνης, 3 φορές ημερησίως για 14 ημέρες (ή μέχρι να επιτευχθεί μείωση της συγκέντρωσης του ενεργού μεταβολίτη < 0,02 μg/ml).
- Ενεργός άνθρακας: 5 g ενεργού άνθρακα, κάθε 6 ώρες για 14 ημέρες (ή μέχρι να επιτευχθεί μείωση της συγκέντρωσης του ενεργού μεταβολίτη < 0,02 μg/ml).
Σε περίπτωση που η διαδικασία «Επιβεβαίωσης της Απόπλυσης» (wash-out procedure) δεν είναι δυνατή, η ελάχιστη διάρκεια θεραπείας είναι 3 μήνες.
Σημείωση: Η λεφλουνομίδη και ο ενεργός μεταβολίτης της είναι δυνητικά τερατογόνα και εμβρυοτοξικά. Για αυτό τον λόγο, οι γυναίκες και οι άνδρες θα πρέπει να αποφεύγουν τις εγκυμοσύνες για τουλάχιστον 2 χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας.
-
Ασφάλεια στην εγκυμοσύνη:
- Η λεφλουνομίδη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές ανωμαλίες στο έμβρυο.
- Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα για τη χρήση της λεφλουνομίδης σε έγκυες γυναίκες.
-
Γαλουχία:
- Η λεφλουνομίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα.
-
Γονιμότητα:
- Η λεφλουνομίδη μπορεί να επηρεάσει τη γονιμότητα σε άνδρες και γυναίκες.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Η λεφλουνομίδη είναι ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο που δρα ως τροποποιητής της νόσου. Μεταβολίζεται στο ήπαρ σε ενεργό μεταβολίτη, την τερφλουνομίδη, η οποία αναστέλλει την ενζυμική δράση της διυδροοροτικο-οξέας (DHODH) και της θυμιδυλική συνθετάσης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της σύνθεσης πυριμιδινών, η οποία είναι απαραίτητη για τη σύνθεση DNA και RNA. Η αναστολή αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη στα ταχέως διαιρούμενα κύτταρα, όπως τα ενεργοποιημένα Τ-κύτταρα και Β-κύτταρα, που παίζουν σημαντικό ρόλο στην παθογένεση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας.
Μηχανισμός δράσης:
Η τερφλουνομίδη αναστέλλει τη σύνθεση πυριμιδινών, επηρεάζοντας έτσι την παραγωγή DNA και RNA. Αυτή η αναστολή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τα ταχέως διαιρούμενα λεμφοκύτταρα, οδηγώντας σε μείωση του πολλαπλασιασμού τους και της παραγωγής κυτταροκινών που σχετίζονται με τη φλεγμονή, όπως ο TNF-α και η IL-6.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις:
Η λεφλουνομίδη έχει αντιφλεγμονώδεις και ανοσοκατασταλτικές ιδιότητες. Οδηγεί σε μείωση του αριθμού των ενεργών Τ-κυττάρων και Β-κυττάρων, μείωση της παραγωγής αντισωμάτων και μείωση των δεικτών φλεγμονής, όπως η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP). Η κλινική βελτίωση στη ρευματοειδή αρθρίτιδα παρατηρείται συνήθως μετά από 4-8 εβδομάδες θεραπείας.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-LEFLUONIA
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η λεφλουνομίδη απορροφάται ταχέως και μεταβολίζεται σχεδόν πλήρως στο ήπαρ στον ενεργό μεταβολίτη της, την τερφλουνομίδη. Η τερφλουνομίδη δεσμεύεται εκτενώς σε πρωτεΐνες του πλάσματος (>99%) και έχει χρόνο ημίσειας ζωής περίπου 2 εβδομάδες. Αποβάλλεται αργά από το σώμα, κυρίως μέσω των απειδραστικών μεταβολιτών στα ούρα και τα κόπρανα.
Ιδιότητες:
- Βιοδιαθεσιμότητα: >99%
- Πρωτεϊνική σύνδεση: >99%
- Χρόνος ημίσειας ζωής: ~2 εβδομάδες (τερφλουνομίδη)
- Μεταβολισμός: Ηπατικός, μέσω του ενζύμου CYP2C9, σε ενεργό μεταβολίτη (τερφλουνομίδη).
- Απέκκριση: Μέσω νεφρών και ήπατος (κόπρανα).
ΕΟΦ · 8.7.4
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
expand_more
Aνταγωνιστικά ορμονών και ανάλογα των εκλυτικών ορμονών του υποθαλάμου
Πολλές ουσίες ανταγωνίζονται τη δράση διαφόρων ορμονών καταλαμβάνοντας τους υποδοχείς των τελευταίων, ανταγωνιζόμενες έτσι τη δράση τους. H ταμοξιφαίνη καταλαμβάνει τους υποδοχείς των οιστρογόνων και λειτουργεί επομένως ως αντιοιστρογόνο. Eίναι το φάρμακο εκλογής στον μεταστατικό καρκίνο του μαστού των γυναικών μετά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα αν οι όγκοι είναι θετικοί στους οιστρογονικούς υποδοχείς. Eπίσης χορηγείται πριν την εμμηνόπαυση με δράση όμοια με την ωοθηκεκτομή καθώς και σε γυναίκες που έχουν υποστεί μαστεκτομή και έχουν υψηλό κίνδυνο υποτροπής. H φορμεστάνη είναι ανταγωνιστής ορμονών, παράγωγο ανδροστενδιόνης. Aναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, το οποίο συμβάλλει στη μετατροπή των ανδρογόνων σε οιστρογόνα. Πρόκειται επομένως για αναστολέα του σχηματισμού οιστρογόνων. Όμοια δράση έχει και το νεώτερο εξεμεστάνη.
Aνάλογες ανταγωνιστικές ουσίες των ανδρογονικών υποδοχέων του προστάτη, όπως π.χ. η φλουταμίδη, χρησιμοποιούνται στον καρκίνο του προστάτη.
Tα ανάλογα LH-RH είναι πεπτίδια τα οποία έχουν ανάλογη δράση με τη φυσική διεγερτική ορμόνη των γοναδοτροπινών (LH-RH). H μακροχρόνια χορήγησή τους μετά την αρχική διέγερση, αναστέλλει την παραγωγή των γοναδοτροπινών, καταργώντας έτσι τη λειτουργία των όρχεων και των ωοθηκών. Kατά την αρχική διεγερτική φάση πολλοί ασθενείς εμφανίζουν μεγέθυνση του όγκου, που μπορεί να προκαλέσει συμπίεση του NM ή επιδείνωση των οστικών αλγών, οπότε μπορεί να χρησιμοποιηθούν τα αντιανδρογόνα. Tα ανάλογα LH-RH (γοναδορελίνη, βουσερελίνη, κλπ.) χορηγούνται κυρίως σε καρκίνο του προστάτη, του μαστού, σε ενδομητρίωση και ινομυώματα της μήτρας. Περιγράφονται στο κεφάλαιο 6.7.1.1.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η ανάπτυξη καρκινικών κυττάρων του μαστού μπορεί να εξαρτάται από τα οιστρογόνα. Η αρωματάση (εξεμεστάνη) είναι το κύριο ένζυμο που μετατρέπει τα ανδρογόνα σε οιστρογόνα τόσο σε προ- όσο και σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Ενώ η κύρια πηγή οιστρογόνων (κυρίως οιστραδιόλη) στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι οι ωοθήκες, η κύρια πηγή κυκλοφορούντων οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες προέρχεται από τη μετατροπή των επινεφριδιακών και ωοθηκικών ανδρογόνων (ανδροστενδιόνη και τεστοστερόνη) σε οιστρογόνα (οιστρόνη και οιστραδιόλη) από το ένζυμο αρωματάση στους περιφερικούς ιστούς. Η στέρηση οιστρογόνων μέσω αναστολής της αρωματάσης αποτελεί αποτελεσματική και εκλεκτική θεραπεία για ορισμένες μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο του μαστού. Η εξεμεστάνη είναι ένας μη αναστρέψιμος, στεροειδικός αδρανοποιητής της αρωματάσης, δομικά συγγενής με το φυσικό υπόστρωμα ανδροστενδιόνη. Συνδέεται μη αναστρέψιμα με την ενεργό θέση, προκαλώντας μόνιμη αναστολή που απαιτεί de novo σύνθεση για την αποκατάσταση της ενζυμικής λειτουργίας. Η εξεμεστάνη μειώνει σημαντικά τις κυκλοφορούσες συγκεντρώσεις οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά δεν έχει ανιχνεύσιμη επίδραση στη σύνθεση των κορτικοστεροειδών ή της αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια. Αυτή η μείωση των συγκεντρώσεων οιστρογόνων στο πλάσμα και στους όγκους καθυστερεί την ανάπτυξη του όγκου και την εξέλιξη της νόσου. Η εξεμεστάνη δεν έχει επίδραση σε άλλα ένζυμα που εμπλέκονται στην στεροειδογόνο οδό σε συγκέντρωση τουλάχιστον 600 φορές υψηλότερη από αυτή που αναστέλλει το ένζυμο αρωματάση.
… η εξεμεστάνη είναι ένας ισχυρός αναστολέας της αρωματάσης σε άνδρες και μια εναλλακτική λύση για την επιλογή διαθέσιμων αναστολέων…
Η στέρηση οιστρογόνων μέσω αναστολής της αρωματάσης αποτελεί αποτελεσματική και εκλεκτική θεραπεία για ορισμένες μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με ορμονοεξαρτώμενο καρκίνο του μαστού. Η εξεμεστάνη είναι ένας μη αναστρέψιμος, στεροειδικός αδρανοποιητής της αρωματάσης, δομικά συγγενής με το φυσικό υπόστρωμα ανδροστενδιόνη. Λειτουργεί ως ψευδές υπόστρωμα για το ένζυμο αρωματάση και μεταβολίζεται σε ένα ενδιάμεσο που συνδέεται μη αναστρέψιμα με την ενεργό θέση του ενζύμου, προκαλώντας την αδρανοποίησή του, ένα φαινόμενο γνωστό και ως “αυτοκτονικός αναστολέας”. Η εξεμεστάνη μειώνει σημαντικά τις κυκλοφορούσες συγκεντρώσεις οιστρογόνων στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, αλλά δεν έχει ανιχνεύσιμη επίδραση στη σύνθεση των κορτικοστεροειδών ή της αλδοστερόνης από τα επινεφρίδια. Η εξεμεστάνη δεν έχει επίδραση σε άλλα ένζυμα που εμπλέκονται στην στεροειδογόνο οδό σε συγκέντρωση τουλάχιστον 600 φορές υψηλότερη από αυτή που αναστέλλει το ένζυμο αρωματάση.
… Η θεραπεία με εξεμεστάνη κατέστειλε την ολική σωματική αρωματικοποίηση από μια μέση προ-θεραπευτική τιμή 2,059% σε 0,042% (μέση καταστολή 97,9%). Τα επίπεδα οιστρόνης, οιστραδιόλης και θειικής οιστρόνης στο πλάσμα μειώθηκαν κατά 94,5%, 92,2% και 93,2% αντίστοιχα. Αυτή είναι η πρώτη μελέτη που αποκαλύπτει σχεδόν πλήρη αναστολή της αρωματάσης in vivo με τη χρήση ενός στεροειδικού αναστολέα αρωματάσης. Η παρατήρηση ότι η εξεμεστάνη είναι ένας εξαιρετικά ισχυρός αναστολέας αρωματάσης, μαζί με το γεγονός ότι το φάρμακο χορηγείται από το στόμα και προκαλεί περιορισμένες παρενέργειες, υποδηλώνει ότι η εξεμεστάνη είναι ένα πολλά υποσχόμενο νέο φάρμακο για τη θεραπεία του ορμονοευαίσθητου καρκίνου του μαστού.
… Η εξεμεστάνη προκαλεί αποικοδόμηση της αρωματάσης με τρόπο που εξαρτάται από τη δόση (25-200 nmol/L) και η επίδραση μπορεί να παρατηρηθεί εντός 2 ωρών. Η μεταβολική επισήμανση με S(35)-μεθειονίνη χρησιμοποιήθηκε για τον προσδιορισμό του χρόνου ημιζωής (t(1/2)) της πρωτεΐνης αρωματάσης. Παρουσία 200 nmol/L εξεμεστάνης, το t(1/2) της αρωματάσης μειώθηκε σε 12,5 ώρες από 28,2 ώρες στα μη επεξεργασμένα κύτταρα. …
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
42%
Μετά από από του στόματος χορήγηση σημασμένου με ραδιοϊσότοπο εξεμεστάνη, απορροφήθηκε τουλάχιστον το 42% της ραδιενέργειας από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Τα επίπεδα εξεμεστάνης στο πλάσμα αυξήθηκαν κατά περίπου 40% μετά από ένα γεύμα πλούσιο σε λιπαρά.
Οι φαρμακοκινητικές της εξεμεστάνης είναι ανάλογες της δόσης μετά από εφάπαξ (10 έως 200 mg) ή επαναλαμβανόμενες από του στόματος δόσεις (0,5 έως 50 mg). Μετά από επαναλαμβανόμενες ημερήσιες δόσεις 25 mg εξεμεστάνης, οι συγκεντρώσεις αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα είναι παρόμοιες με τα επίπεδα που μετρήθηκαν μετά από εφάπαξ δόση.
Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενες δόσεις συγκρίθηκαν με αυτές σε υγιείς, μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Η εξεμεστάνη φάνηκε να απορροφάται ταχύτερα στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού παρά στις υγιείς γυναίκες, με μέσο tmax 1,2 ώρες στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού και 2,9 ώρες στις υγιείς γυναίκες. Μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση, η μέση από του στόματος κάθαρση στις γυναίκες με προχωρημένο καρκίνο του μαστού ήταν 45% χαμηλότερη από την από του στόματος κάθαρση στις υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, με αντίστοιχα υψηλότερη συστημική έκθεση. Οι μέσες τιμές AUC μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού (75,4 ng·hr/mL) ήταν περίπου διπλάσιες από αυτές στις υγιείς γυναίκες (41,4 ng·hr/mL).
Η εξεμεστάνη κατανέμεται εκτενώς στους ιστούς. Η εξεμεστάνη δεσμεύεται κατά 90% σε πρωτεΐνες του πλάσματος και το ποσοστό δέσμευσης είναι ανεξάρτητο της συνολικής συγκέντρωσης. Τόσο η αλβουμίνη όσο και η α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη συμβάλλουν στη δέσμευση. Η κατανομή της εξεμεστάνης και των μεταβολιτών της στα αιμοφόρα κύτταρα είναι αμελητέα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΕΞΕΜΕΣΤΑΝΗ (11 συνολικά), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ηπατική
Η εξεμεστάνη μεταβολίζεται εκτενώς, με τα επίπεδα του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα να αντιπροσωπεύουν λιγότερο από 10% της συνολικής ραδιενέργειας. Τα αρχικά στάδια στο μεταβολισμό της εξεμεστάνης είναι η οξείδωση της μεθυλενομάδας στη θέση 6 και η αναγωγή της 17-κετομάδας με επακόλουθο τον σχηματισμό πολλών δευτερογενών μεταβολιτών. Κάθε μεταβολίτης αντιπροσωπεύει μόνο μια περιορισμένη ποσότητα υλικού σχετιζόμενου με το φάρμακο. Οι μεταβολίτες είναι ανενεργοί ή αναστέλλουν την αρωματάση με μειωμένη δραστικότητα σε σύγκριση με το μητρικό φάρμακο. Ένας μεταβολίτης μπορεί να έχει ανδρογονική δράση. Μελέτες χρησιμοποιώντας ανθρώπινα ηπατικά παρασκευάσματα υποδεικνύουν ότι το κυτόχρωμα P-450 3A4 (CYP 3A4) είναι η κύρια ισοένζυμη μορφή που εμπλέκεται στην οξείδωση της εξεμεστάνης.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
Μετά από από του στόματος χορήγηση σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η εξεμεστάνη απορροφάται ταχέως. Μετά την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης στο πλάσμα, τα επίπεδα μειώνονται πολυεκθετικά με μέσο τελικό χρόνο ημιζωής περίπου 24 ώρες.
… Ο τελικός χρόνος ημιζωής ήταν 8,9 ώρες. Η μέγιστη καταστολή της οιστραδιόλης κατά 62 +/- 14% παρατηρήθηκε στις 12 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν την ΑΡΩΜΑΤΑΣΗ προκειμένου να μειώσουν την παραγωγή οιστρογονικών στεροειδών ορμονών.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
NY22HMQ4BX
ΕΞΕΜΕΣΤΑΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Αρωματάσης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Αρωματάσης
Η εξεμεστάνη είναι Αναστολέας Αρωματάσης. Ο μηχανισμός δράσης της εξεμεστάνης είναι ως Αναστολέας Αρωματάσης.
ΕΞΕΜΕΣΤΑΝΗ
Αναστολέας Αρωματάσης [EPC]; Αναστολείς Αρωματάσης [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Scientific Profile
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
Ενώσεις που αναστέλλουν την ΑΡΩΜΑΤΑΣΗ προκειμένου να μειώσουν την παραγωγή οιστρογονικών στεροειδών ορμονών.