FOSFOMYCIN
Φωσφομυκίνη
### Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
N39 Άλλες διαταραχές του ουροποιητικού συστήματος
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένη λοίμωξη του ουροποιητικού
-
L08 Άλλες τοπικές λοιμώξεις του δέρματος και του υποδόριου ιστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένη λοίμωξη του δέρματος και των μαλακών μορίων
-
A49 Βακτηριακή λοίμωξη μη καθορισμένης θέσης
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριαιμία
-
G00 Βακτηριακή μηνιγγίτιδα, που δεν ταξινομείται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Βακτηριακή μηνιγγίτιδα
-
J95 Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος μετά από ιατρικές επεμβάσεις, μη ταξινομημένες αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πνευμονία που σχετίζεται με χρήση αναπνευστήρα
-
I33 Οξεία και υποξεία ενδοκαρδίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοιμώδης ενδοκαρδίτιδα
-
M86 Οστεομυελίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη οστών
-
K65 Περιτονίτιδα και οπισθοπεριτοναϊκά αποστήματα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Επιπλεγμένη ενδοκοιλιακή λοίμωξη
-
J18 Πνευμονία, μη καθορισμένη
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Νοσοκομειακή πνευμονία
-
M00 Πυογόνος αρθρίτιδα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Λοίμωξη αρθρώσεων
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Η έγχυση θα πρέπει να έχει διάρκεια τουλάχιστον 15 λεπτών για τη συσκευασία των 2 g, τουλάχιστον 30 λεπτών για τη συσκευασία των 4 g και τουλάχιστον 60 λεπτών για τη συσκευασία των 8 g.
- Δόση έναρξης: 12 g ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η πρώτη δόση (δόση εφόδου) σε νεφρική ανεπάρκεια πρέπει να αυξάνεται κατά 100%, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 8 g.
-
Ενήλικες και έφηβοι (≥12 ετών) (≥40 kg)Δόση12-24 g ημερησίωςΜέγ. δόση24 g ημερησίως, με επιμέρους δόσεις έως 8 gΔιαιρεμένα σε 2-3 δόσεις (σε σοβαρές λοιμώξεις 3 δόσεις). Για βακτηριακή μηνιγγίτιδα 16-24 g διαιρεμένα σε 3-4 δόσεις.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόσηΟι δόσεις που συνιστώνται για τους ενήλικεςΣυνιστάται προσοχή όταν εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης δόσεων στα ανώτερα όρια του συνιστώμενου εύρους (βλ. επίσης συστάσεις δοσολογίας σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία).
-
Ασθενείς υπό χρόνια διαλείπουσα αιμοκάθαρσηΔόση2 gΣτο τέλος κάθε συνεδρίας αιμοκάθαρσης (κάθε 48 ώρες).
-
Ασθενείς υπό συνεχή φλεβο-φλεβική αιμοδιήθηση (CVVHF)Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Πρόωρα νεογνά (ηλικίας <40 εβδομάδων)Δόση100 mg/kg ΣΒΔιαιρεμένα σε 2 δόσεις.
-
Νεογνά (ηλικίας 40-44 εβδομάδων)Δόση200 mg/kg ΣΒΔιαιρεμένα σε 3 δόσεις.
-
Βρέφη ηλικίας 1-12 μηνών (με ΣΒ μέχρι 10 kg)Δόση200-300 mg/kg ΣΒΔιαιρεμένα σε 3 δόσεις.
-
Βρέφη και παιδιά ηλικίας 1≤12 ετών (με ΣΒ 10≤40 kg)Δόση200-400 mg/kg ΣΒΔιαιρεμένα σε 3-4 δόσεις. Η περίπτωση χορήγησης σχήματος υψηλής δοσολογίας μπορεί να εξεταστεί σε βαριές ή/και σοβαρές λοιμώξεις (όπως η μηνιγγίτιδα).
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ανάπτυξη αντοχήςΣυνιστάται η χορήγηση φωσφομυκίνης να αποτελεί μέρος ενός συνδυαστικού σχήματος αντιβακτηριακών φαρμάκων για τη μείωση του κινδύνου ανάπτυξης αντοχής.
-
Περιορισμένα κλινικά δεδομένα / Επιλογή θεραπείαςΗ φωσφομυκίνη να επιλέγεται για τη θεραπεία των αναφερόμενων ενδείξεων μόνο όταν θεωρείται ακατάλληλη η χρήση αντιβακτηριακών παραγόντων που συνιστώνται συνήθως για την αρχική θεραπεία.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίας (αναφυλαξία, αναφυλακτικό σοκ)Σοβαρές / ΘανατηφόρεςΔιακοπή θεραπείας αμέσως και λήψη κατάλληλων μέτρων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης.
-
Κολίτιδα/ψευδομεμβρανώδης κολίτιδα από Clostridioides difficileΉπια έως απειλητική για τη ζωήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν διάρροια κατά τη διάρκεια ή μετά τη χορήγηση φωσφομυκίνηςΕξέταση διακοπής φωσφομυκίνης και χορήγησης ειδικής θεραπείας για το κλωστηρίδιο το δύσκολο. Δεν πρέπει να χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που αναστέλλουν την περίσταλση.
-
Κίνδυνος υπερνατριαιμίας και υπερφόρτωσης με υγράΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό συμφορητικής καρδιακής ανεπάρκειας ή υποκείμενη συννοσηρότητα (νεφρωσικό σύνδρομο, κίρρωση του ήπατος, υπέρταση, υπεραλδοστερονισμό, πνευμονικό οίδημα ή υπολευκωματιναιμία), νεογνά υπό περιορισμό πρόσληψης νατρίουΑξιολόγηση κινδύνου πριν την έναρξη της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, συνιστάται διατροφή με χαμηλή περιεκτικότητα σε νάτριο. Εξέταση αύξησης του χρόνου έγχυσης ή/και μείωσης της μεμονωμένης δόσης (με πιο συχνή χορήγηση).
-
Μείωση επιπέδων καλίου στον ορό ή στο πλάσμαΠρέπει πάντα να εξετάζεται το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρώματος καλίου.
-
Αιματολογικές αντιδράσεις (ουδετεροπενία, ακοκκιοκυτταραιμία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν φωσφομυκίνη ενδοφλεβίωςΑν εκδηλωθούν, να ξεκινήσει η χορήγηση κατάλληλης ιατρικής θεραπείας.
-
Νεφρική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΗ δοσολογία πρέπει να προσαρμόζεται σύμφωνα με τον βαθμό νεφρικής ανεπάρκειας (βλ. Δοσολογία).
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΠληθυσμόςΕνήλικεςΛάβετε υπόψη την υψηλή περιεκτικότητα σε νάτριο κατά τη χορήγηση.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Από του στόματος αντιπηκτικά (γενική αντιβιοτική θεραπεία)προσοχήΑυξημένη δραστικότητα των αντιπηκτικών και ανισορροπία του INRΣύστασηΛόγω της πιθανότητας αυξημένης δραστικότητας των από του στόματος αντιπηκτικών σε ασθενείς που λαμβάνουν αντιβιοτική θεραπεία, συνιστάται η παρακολούθηση του INR.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ακοκκιοκυτταραιμία (παροδική)
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν αναφυλακτικό σοκ και υπερευαισθησία
- Δυσγευσία
- Κεφαλαλγία
- Υπερνατριαιμία
- Υποκαλιαιμία
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Κολίτιδα που σχετίζεται με τη λήψη αντιβιοτικών
- Αυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος (παροδική)
- Αύξηση τρανσαμινασών (ALAT, ASAT)
- Αύξηση γάμμα-GT
- Ηπατίτιδα
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Εξάνθημα
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Φλεβίτιδα στη θέση της ένεσης
- Αδυναμία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥπερνατριαιμία (σχετιζόμενη με δίψα, υπέρταση, σημεία υπερφόρτωσης υγρών όπως οίδημα, σύγχυση, αύξηση αντανακλαστικών, επιληπτικές κρίσεις και κώμα σε βαριές μορφές)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΥποκαλιαιμία (μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία, κόπωση ή οίδημα ή/και μυϊκές δεσμιδώσεις, μείωση αντανακλαστικών και καρδιακή αρρυθμία σε βαριές μορφές)Παρακλινικές εξετάσεις
-
ΣυχνέςΦλεβίτιδα στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αλκαλική φωσφατάση αίματος (παροδική)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΑύξηση γάμμα-GTΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑύξηση τρανσαμινασών (ALAT, ASAT)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν αναφυλακτικό σοκ και υπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμία (παροδική)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚολίτιδα που σχετίζεται με τη λήψη αντιβιοτικώνΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ φωσφομυκίνη δεν θα πρέπει να συνταγογραφείται σε εγκύους εκτός εάν το όφελος υπερτερεί του κινδύνου.Δεν υπάρχουν δεδομένα για την ενδοφλέβια χορήγηση φωσφομυκίνης σε εγκύους. Η φωσφομυκίνη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεσες ή έμμεσες επιβλαβείς επιδράσεις αναφορικά με την αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΘηλασμόςΗ θεραπεία δεν συνιστάται ως πρώτη επιλογή για μια θηλάζουσα γυναίκα, ειδικά εάν αυτή θηλάζει ένα πρόωρο ή νεογέννητο βρέφος.Μετά από χορήγηση φωσφομυκίνης, βρέθηκαν μικρές ποσότητες της ουσίας στο ανθρώπινο γάλα. Ελάχιστες πληροφορίες είναι διαθέσιμες σχετικά με τη χρήση φωσφομυκίνης κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου για το παιδί που θηλάζει, ωστόσο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο πιθανός κίνδυνος μεταβολών στην εντερική μικροχλωρίδα του βρέφους.
-
ΓονιμότηταΔεν επηρεάζει τη γονιμότητα σε αρουραίους.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από χρήση στον άνθρωπο. Σε αρσενικούς και θηλυκούς αρουραίους, η από του στόματος χορήγηση φωσφομυκίνης έως 1000 mg/kg/ημέρα δεν επηρέασε τη γονιμότητα (βλέπε Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υποτονία
- υπνηλία
- διαταραχές ηλεκτρολυτών
- θρομβοπενία
- υποπροθρομβιναιμία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Άλλα αντιβακτηριακά Κωδικός ATC: J01XX01
Μηχανισμός δράσης
Η φωσφομυκίνη έχει βακτηριοκτόνο δράση σε πολλαπλασιαζόμενα παθογόνα εμποδίζοντας την ενζυμική σύνθεση του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου. Η φωσφομυκίνη αναστέλλει το πρώτο στάδιο ενδοκυττάριας σύνθεσης του κυτταρικού τοιχώματος του βακτηρίου αναστέλλοντας τη σύνθεση της πεπτιδογλυκάνης. Η φωσφομυκίνη μεταφέρεται ενεργά εντός του κυττάρου του βακτηρίου μέσω δύο διαφορετικών συστημάτων μεταφοράς (σύστημα μεταφοράς sn-γλυκερόλης-3-φωσφορικού και σύστημα μεταφοράς εξόζης-6).
Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις
Περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν πως η φωσφομυκίνη δρα με χρονοεξαρτώμενο τρόπο.
Μηχανισμός αντοχής
Ο κύριος μηχανισμός αντοχής είναι μια χρωμοσωμική μετάλλαξη που προκαλεί μεταβολή των βακτηριακών συστημάτων μεταφοράς της φωσφομυκίνης. Περαιτέρω μηχανισμοί αντοχής, οφειλόμενοι σε πλασμίδια ή μεταθετά στοιχεία, προκαλούν ενζυμική αδρανοποίηση της φωσφομυκίνης με δέσμευση του μορίου σε γλουταθειόνη ή με διάσπαση του δεσμού άνθρακα-φωσφόρου στο μόριο της φωσφομυκίνης, αντίστοιχα.
Διασταυρούμενη αντοχή
Η διασταυρούμενη αντοχή μεταξύ της φωσφομυκίνης και άλλων κατηγοριών αντιβιοτικών δεν είναι γνωστή.
Όρια ελέγχου ευαισθησίας
Τα όρια της ελάχιστης ανασταλτικής συγκέντρωσης (MIC) που θεσπίστηκαν από την ευρωπαϊκή επιτροπή ελέγχου ευαισθησίας των μικροοργανισμών στα αντιμικροβιακά (έκδοση 10 πίνακα ορίων EUCAST) έχουν ως εξής:
| Είδος | ευαίσθητο | ανθεκτικό |
|---|---|---|
| Enterobacterales | ≤32 mg/L | >32 mg/L |
| Staphylococcus spp. | ≤32 mg/L | >32 mg/L |
Ευαισθησία
Ο επιπολασμός της επίκτητης αντοχής μεμονωμένων ειδών μπορεί να ποικίλλει γεωγραφικά και χρονικά. Ως εκ τούτου είναι απαραίτητες οι κατά τόπους πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση αντοχής, ιδιαίτερα για τη διασφάλιση της κατάλληλης θεραπείας λοιμώξεων βαριάς μορφής. Οι παρακάτω πληροφορίες δίνουν οδηγίες μόνον κατά προσέγγιση την πιθανότητα ως προς το αν ο μικρο-οργανισμός θα είναι ευπαθής στη φωσφομυκίνη ή όχι.
Συνήθη ευαίσθητα είδη
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram
- Staphylococcus aureus
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram
- Citrobacter freundii
- Citrobacter koseri
- Escherichia coli
- Haemophilus influenzae
- Neisseria meningitidis
- Salmonella enterica
- Αναερόβιοι μικροοργανισμοί
- Fusobacterium spp.
- Peptococcus spp.
- Peptostreptococcus spp.
Είδη στα οποία η επίκτητη αντοχή μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram
- Staphylococcus epidermidis
- Streptococcus pneumoniae
- Enterococcus spp.
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram
- Enterobacter cloacae
- Klebsiella aerogenes
- Klebsiella oxytoca
- Klebsiella pneumonia
- Proteus mirabilis
- Pseudomonas aeruginosa
- Serratia marcescens
- Αναερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram
- Clostridium spp.
Εγγενώς ανθεκτικά είδη
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί θετικοί κατά Gram
- Staphylococcus saprophyticus
- Streptococcus pyogenes
- Αερόβιοι μικροοργανισμοί αρνητικοί κατά Gram
- Legionella pneumophila
- Morganella morganii
- Stenotrophomonas maltophilia
- Αναερόβιοι μικροοργανισμοί, αρνητικοί κατά Gram
- Bacteroides spp.
- Άλλοι μικροοργανισμοί
- Chlamydia spp.
- Chlamydophila spp.
- Mycoplasma spp.
Φαρμακοκινητική
Εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 4 g και 8 g φωσφομυκίνης σε νέους, υγιείς άνδρες οδήγησε σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (Cmax) περίπου 200 και 400 μg/ml, αντίστοιχα. Ο χρόνος ημιζωής στον ορό ήταν περίπου 2 ώρες. Σε ηλικιωμένους ή/και βαρέως πάσχοντες άνδρες και γυναίκες ασθενείς, εφάπαξ ενδοφλέβιες δόσεις 8 g φωσφομυκίνης οδήγησαν σε μέση Cmax και χρόνο ημιζωής πλάσματος περίπου 350-380 μg/ml και 3,6-3,8 ώρες, αντίστοιχα.
Κατανομή
Ο φαινόμενος όγκος κατανομής της φωσφομυκίνης είναι περίπου 0,30 l/kg σωματικού βάρους. Η φωσφομυκίνη κατανέμεται καλά στους ιστούς. Υψηλές συγκεντρώσεις εμφανίζονται στους οφθαλμούς, στα οστά, σε εκκρίσεις τραυμάτων, στους μυς, στο δέρμα, στους πνεύμονες και στη χολή. Σε ασθενείς με φλεγμονή των μηνίγγων, οι συγκεντρώσεις στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό φθάνουν περίπου στο 20-50% των αντίστοιχων επιπέδων στον ορό. Η φωσφομυκίνη διαπερνά τον πλακουντιακό φραγμό. Χαμηλές ποσότητες βρέθηκαν στο ανθρώπινο γάλα (περίπου 8% της συγκέντρωσης στον ορό). Η δέσμευση σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι αμελητέα.
Μεταβολισμός
Η φωσφομυκίνη δεν μεταβολίζεται από το ήπαρ και δεν υφίσταται εντεροηπατική κυκλοφορία. Δεν αναμένεται επομένως συσσώρευση σε ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργία.
Αποβολή
Το 80-90% της ποσότητας φωσφομυκίνης που χορηγείται σε υγιείς ενήλικες αποβάλλεται από τους νεφρούς εντός 12 ωρών μετά από εφάπαξ ενδοφλέβια χορήγηση. Μικρή ποσότητα του αντιβιοτικού ανιχνεύεται στα κόπρανα (0,075%). Η φωσφομυκίνη δεν μεταβολίζεται, δηλ. αποβάλλεται η βιολογικά ενεργή ουσία. Σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία ή ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης ≥ 40 ml/min), περίπου το 50-60% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται εντός των πρώτων 3-4 ωρών.
Γραμμικότητα
Η φωσφομυκίνη επιδεικνύει γραμμική φαρμακοκινητική συμπεριφορά μετά από ενδοφλέβια έγχυση θεραπευτικά χρησιμοποιούμενων δόσεων.
Ειδικοί πληθυσμοί
Είναι διαθέσιμα πολύ περιορισμένα δεδομένα για ειδικούς πληθυσμούς.
Ηλικιωμένοι
Δεν απαιτείται προσαρμογή δόσης αποκλειστικά με βάση την ηλικία. Θα πρέπει ωστόσο να αξιολογηθεί η νεφρική λειτουργία και να ελαττωθεί η δόση εάν υπάρχουν ενδείξεις νεφρικής δυσλειτουργίας (βλ. Δοσολογία).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φωσφομυκίνης σε παιδιά και εφήβους ηλικίας 3-15 ετών καθώς και σε τελειόμηνα νεογνά με φυσιολογική νεφρική λειτουργία είναι γενικά παρόμοιες με εκείνες των υγιών ενηλίκων. Ωστόσο, σε νεογνά και βρέφη ηλικίας έως 12 μηνών με υγιή νεφρική λειτουργία, ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης είναι φυσιολογικά μειωμένος σε σχέση με τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και τους ενήλικες. Το γεγονός αυτό σχετίζεται με παράταση του χρόνου ημιζωής της φωσφομυκίνης σε συνάρτηση με το στάδιο ωρίμανσης των νεφρών.
Νεφρική ανεπάρκεια
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, ο χρόνος ημιζωής είναι αυξημένος αναλόγως του βαθμού νεφρικής ανεπάρκειας. Για ασθενείς με τιμές κάθαρσης κρεατινίνης 40 ml/min ή μικρότερες, απαιτείται προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία «Νεφρική ανεπάρκεια» για περαιτέρω λεπτομέρειες). Σε μια μελέτη στην οποία ελέγχθηκαν 12 ασθενείς υπό CVVHF, χρησιμοποιήθηκαν συνήθη φίλτρα αιμοκάθαρσης πολυαιθυλενο-σουλφόνης, με εμβαδόν μεμβράνης 1,2 m2 και μέσο ρυθμό υπερδιήθησης 25 ml/min. Σε αυτές τις κλινικές συνθήκες, οι μέσες τιμές κάθαρσης πλάσματος και χρόνου ημιζωής στο πλάσμα ήταν 100 ml/min και 12 ώρες, αντίστοιχα.
Ηπατική ανεπάρκεια
Δεν είναι απαραίτητες οι προσαρμογές δόσης σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια καθώς οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες της φωσφομυκίνης παραμένουν ανεπηρέαστες σε αυτήν την ομάδα ασθενών.
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Αντιβακτηριακά για συστηματική χρήση. Άλλα αντιβακτηριακά Κωδικός ATC: J01XX01 ### Μηχανισμός δράσης Η φωσφομυκίνη έχει βακτηριοκτόνο δράση σε πολλαπλασιαζόμενα παθογόνα εμποδίζοντας την ενζυμική σύνθεση του κυτταρικού…
Φαρμακοκινητική Εφάπαξ ενδοφλέβια έγχυση 4 g και 8 g φωσφομυκίνης σε νέους, υγιείς άνδρες οδήγησε σε μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (Cmax) περίπου 200 και 400 μg/ml, αντίστοιχα. Ο χρόνος ημιζωής στον ορό ήταν περίπου 2 ώρες. Σε ηλικιωμένους ή/και βαρέως…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Λευκοκύτταρα (WBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Τακτικά | Λήψη φωσφομυκίνης ενδοφλεβίως |
| Κάλιο (K⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | Παρατεταμένη θεραπεία |
| Νάτριο (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | Τακτικά | Παρατεταμένη θεραπεία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Αν και χρησιμοποιείται κυρίως για τη θεραπεία λοιμώξεων του ουροποιητικού συστήματος, η φωσφομυκίνη έχει αποδειχθεί ότι δρα συνεργιστικά με άλλα αντιβιοτικά έναντι κλινικά σχετικών βακτηρίων. Υπάρχει επίσης αυξανόμενο ενδιαφέρον για τις δυνατότητες της φωσφομυκίνης να θεραπεύει πιο σύνθετες λοιμώξεις, καθώς έχει διατηρήσει δραστηριότητα έναντι πολλών δύσκολα θεραπεύσιμων στελεχών βακτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του ανθεκτικού στη μεθικιλλίνη Staphylococcus aureus (MRSA) και των πολυανθεκτικών εντεροβακτηρίων. Επιπλέον, εφόσον η φωσφομυκίνη έχει μοναδικό και αυτόνομο μηχανισμό δράσης, ο κίνδυνος διασταυρούμενης αντίστασης με άλλα αντιβιοτικά είναι χαμηλός. Η φωσφομυκίνη επιδεικνύει επίσης ανοσοτροποποιητικές ιδιότητες. Για παράδειγμα, το αντιβιοτικό μπορεί να επηρεάσει στοιχεία της οξείας φλεγμονώδους απόκρισης των κυτοκινών και ενισχύει τη φαγοκυτταρική καταστροφή παθογόνων από τα ουδετερόφιλα. Η φωσφομυκίνη διεισδύει αποτελεσματικά στα βιοφίλμ και είναι ικανή όχι μόνο να μειώσει ή να εξαλείψει μικροοργανισμούς σε βιοφίλμ, αλλά μπορεί επίσης να μεταβάλει τη δομή του βιοφίλμ.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φωσφομυκίνη ασκεί τις βακτηριοκτόνες δράσεις της συνδεόμενη ομοιοπολικά με κυστεΐνη στο ενεργό κέντρο του ενζύμου UDP-N-ακετυλογλυκοζαμίνη ενολπυρουβιλ τρανσφεράση (MurA), καθιστώντας το ανενεργό. Αποτρέποντας την MurA από την κατάλυση της συμπύκνωσης φωσφοενολοπυροσταφυλικού οξέος (PEP) με UDP-N-ακετυλογλυκοζαμίνη (UNAG), η φωσφομυκίνη αναστέλλει την παραγωγή του προδρόμου πεπτιδογλυκάνης UDP N-ακετυλο-μυραμικό οξύ (UDP-MurNAc). Τελικά, διαταράσσεται το πρώτο βήμα της σύνθεσης του βακτηριακού κυτταρικού τοιχώματος. Στο Escherichia coli, η φωσφομυκίνη εισέρχεται στα βακτηριακά κύτταρα μέσω δύο μηχανισμών: του συστήματος L-άλφα-γλυκεροφωσφορικού και του συστήματος μεταφορέα εξαζάλης-6-φωσφορικού. Η φωσφομυκίνη έχει επίσης σημαντικές επιδράσεις στην κυτταρική προσκόλληση. Για παράδειγμα, η προσκόλληση βακτηριακών κυττάρων σε επιθηλιακά κύτταρα του ουροποιητικού μειώνεται παρουσία φωσφομυκίνης. Μειώνεται επίσης η προσκόλληση του Streptococcus pneumoniae και Haemophilus influenzae σε επιθηλιακά κύτταρα του αναπνευστικού.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η φωσφομυκίνη είναι ένα φάρμακο χαμηλού μοριακού βάρους και υδρόφιλο. Όταν χορηγείται από το στόμα, η φωσφομυκίνη απορροφάται ταχέως στο λεπτό έντερο και κατανέμεται ευρέως στους ιστούς. Η βιοδιαθεσιμότητα από το στόμα κυμαίνεται από 34-58%. Η συγχορήγηση φωσφομυκίνης με τροφή μειώνει τη γαστρεντερική απορρόφηση περίπου στο 30%. Η αναφερόμενη AUC = 145-228 mg x h/L, ενώ η αναφερόμενη Cmax = 26.1 (∓9.1) mcg/mL.
Η φωσφομυκίνη απεκκρίνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τους νεφρούς. Παράγοντες όπως η χορήγηση με τροφή, η νεφρική δυσλειτουργία και η προχωρημένη ηλικία μπορεί να μειώσουν τον ρυθμό αποβολής της φωσφομυκίνης.
Σε υγιείς εθελοντές, ο όγκος κατανομής (Vd) της φωσφομυκίνης είναι περίπου 0.3 L/Kg. Λόγω αλλαγών στο αγγειακό ενδοθήλιο, ο Vd μπορεί να είναι έως και 50% υψηλότερος σε κριτικά πάσχοντες ασθενείς.
Σε μια μελέτη, η αναφερόμενη CL/F της φωσφομυκίνης σε υγιείς εθελοντές ήταν 17 ∓ 4.7 L/ώρα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η φωσφομυκίνη δεν συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος σε σημαντικό βαθμό.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η φωσφομυκίνη δεν μεταβολίζεται και απεκκρίνεται κυρίως αμετάβλητη στα ούρα.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της φωσφομυκίνης είναι 5.7 (∓2.8) ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Κ1 J01XX01Κατώτερο ουροποιητικό — Ανεπίπλεκτη κυστίτιδα: 1η επιλογή
- Οξεία κυστίτιδα σε υγιή μη έγκυο γυναίκα αναπαραγωγικής ηλικίας χωρίς επιπλέκοντες παράγοντες
Δοσολογία: 3 g PO (sachet) — μία και μόνη δόση · 1 ημέρα -
ΒΗΜΑ ΕΙΔ J01XX01Ειδικές περιπτώσεις
- Χημειοπροφύλαξη, ασυμπτωματική βακτηριουρία κύησης, άνδρες με υποτροπιάζουσα λοίμωξη
Δοσολογία: Fosfomycin 3 g/10 ημέρες · Nitrofurantoin 50-100 mg × 1 · Cotrimoxazole 40/200 mg × 1 · 6 μήνες
Απόσυρση / Deprescribing
Φοσφομυκίνη
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Ουσίες που αναστέλλουν την ανάπτυξη ή την αναπαραγωγή ΒΑΚΤΗΡΙΩΝ.