LOSARTAN(Λοσαρτάνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: Losartan: ~2 ώρες, Μεταβολίτης: 6-9 ώρες
- DrugBank: 2 ώρες (losartan); 6-9 ώρες (E-3174)
- PubChem: 1,5-2,5 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
θεραπεία της υπέρτασης
Μπορεί να χορηγηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλους αντιϋπερτασικούς παράγοντες.
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
-
θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας
σε: όταν η χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται ή δεν είναι ανεκτή
Δεν συνιστάται η αλλαγή θεραπείας ασθενών με καρδιακή ανεπάρκεια, οι οποίοι είναι σταθεροποιημένοι με ένα αναστολέα ΜΕΑ, στο GOLASAN.
- I50 Καρδιακή ανεπάρκεια
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος GOLASAN
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα ή δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 50mg μία φορά την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Για καρδιακή ανεπάρκεια, η αρχική δόση 12.5 mg μία φορά την ημέρα τιτλοποιείται σε εβδομαδιαία διαστήματα μέχρι τη συνήθη δόση συντήρησης των 50mg μία φορά την ημέρα, σύμφωνα με την ανοχή του ασθενούς. Για υπέρταση, εάν το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ίδια περιεκτικότητα δύο φορές ημερησίως ή να αυξηθεί η δοσολογία.
-
Ενήλικες με υπέρτασηΔόση25mg έως 100mgΜέγ. δόση100mgΜία ή δύο φορές ημερησίως.
-
Ασθενείς με υπέρταση και μειωμένο ενδοαγγειακό όγκοΔόση25mgΜία φορά την ημέρα.
-
Ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΔόση12.5 mg - 50mgΜέγ. δόση50mgΜία φορά την ημέρα, τιτλοποίηση μέχρι 50mg. Συνήθως σε συνδυασμό με διουρητικά και δακτυλίτιδα. Δεν συνιστάται συγχορήγηση με αναστολέα ΜΕΑ.
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται χαμηλότερη δόση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (συμπεριλαμβανομένων αυτών που υφίστανται αιμοδιύλιση)Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή της δοσολογίας.
-
ΠαιδιάΗ ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε συστατικό του προϊόντος
-
σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
-
κύηση
-
γαλοχία
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπότασηΠληθυσμόςασθενείς με μειωμένο ενδοαγγειακό όγκο (π.χ. εκείνοι που λαμβάνουν διουρητικά)Οι καταστάσεις αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πριν από τη χορήγηση του Λοσαρτάνη ή θα πρέπει να χορηγείται χαμηλότερη αρχική δόση του φαρμάκου (βλ. Δοσολογία)
-
ΥπερευαισθησίαΑγγειοοίδημα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Βλάβη ηπατικής λειτουργίαςΠληθυσμόςασθενείς με κίρρωση ήπατος, ασθενείς με ήπια ως μέτρια ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται χαμηλότερη δόση (βλ. Δοσολογία και Φαρμακοδυναμικές)
-
Βλάβη νεφρικής λειτουργίαςΠληθυσμόςευαίσθητα άτομα, ασθενείς στους οποίους η νεφρική λειτουργία μπορεί να εξαρτάται από τη δράση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (π.χ. ασθενείς με σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια), ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση νεφρικής αρτηρίας ή στένωση μονήρους νεφρικής αρτηρίαςΈχουν παρατηρηθεί αλλαγές στη νεφρική λειτουργία συμπεριλαμβανομένης και της νεφρικής ανεπάρκειας. Αυτές οι αλλαγές είναι αναστρέψιμες, μόλις διακοπεί η θεραπεία. Έχουν αναφερθεί ολιγουρία και/ή προοδευτική αζωθαιμία και σπάνια οξεία νεφρική ανεπάρκεια, καθώς και αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης στο πλάσμα.
-
Συγχορήγηση με αναστολείς ΜΕΑΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακή ανεπάρκειαΔεν έχει μελετηθεί.
-
Πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με πρωτοπαθή υπεραλδοστερονισμόΔεν ανταποκρίνονται σε θεραπεία με φάρμακα που δρουν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης.
-
Στένωση της αορτικής ή μιτροειδούς βαλβίδας ή αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΠληθυσμόςασθενείς με στένωση της αορτική ή της μιτροειδούς βαλβίδας ή ασθενείς με αποφρακτική υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΑπαιτείται ιδιαίτερη προσοχή.
-
Χρήση στους ηλικιωμένουςΠληθυσμόςασθενείς ηλικίας 65-75 ετών, ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετώνΣε κλινικές μελέτες σε ασθενείς ηλικίας 65-75 ετών δεν εμφανίσθηκα διαφορές στην αποτελεσματικότητα ή την ασφάλεια του losartan σχετιζόμενες με την ηλικία, αλλά δεν μπορεί να αποκλεισθεί μεγαλύτερη ευαισθησία σε ασθενείς ηλικίας άνω των 75 ετών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΔεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική αλληλεπίδραση.
-
Ισχυροί αναστολείς CYP3A4 (κετοκοναζόλη, τρολεανδομυκίνη, γεστοδένη) ή CYP2C9 (σουλφοφαιναζόλη) ή ο συνδυασμός τουςπροσοχήΣημαντική αναστολή του σχηματισμού του δραστικού μεταβολίτη. Οι φαρμακοδυναμικές συνέπειες δεν έχουν εξετασθεί.
-
Καλιοσυντηριτικά διουρητικά (σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα αλάτων που περιέχουν κάλιοπροσοχήΜπορεί να οδηγήσει σε αυξήσεις του καλίου στο πλάσμα.
-
Μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο ινδομεθακίνηπροσοχήΤο αντιϋπερτασικό αποτέλεσμα του losartan μπορεί να εξασθενίσει.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Μετεωρισμός
- Γαστρίτιδα
- Έμετος
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Θωρακικό άλγος
- Οίδημα
- Εξοίδηση
- Οίδημα προσώπου
- Πυρετός
- Ορθοστατικές επιδράσεις
- Συγκοπή
- Ζάλη
- Αταξία
- Ημικρανία
- Παραισθησία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Υπνηλία
- Τρόμος
- Ίλιγγος
- Αλλοίωση γεύσης
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Κοιλιακή μαρμαρυγή
- CVA
- Αρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένης της κολπικής μαρμαρυγής)
- Ταχυπαλμία
- Φλεβοκολπική βραδυκαρδία
- Υπόταση (σε καρδιακή ανεπάρκεια)
- Υπόταση
- Ανορεξία
- Ουρική αρθρίτιδα
- Οδοντικός πόνος
- Ηπατίτιδα
- Διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Πόνος στην πλάτη
- Μυαλγία
- Μυϊκές κράμπες
- Οίδημα αρθρώσεων
- Μυοσκελετικός πόνος
- Πόνος στον ώμο
- Δυσκαμψία
- Αρθραλγία
- Αρθρίτιδα
- Μυϊκή αδυναμία
- Πόνος στις κνήμες
- Πόνος στο βραχίονα
- Ισχυαλγία
- Άλγος γονάτων
- Ινομυαλγία
- Εξασθένηση μνήμης
- Αϋπνία
- Ανησυχία
- Σύγχυση
- Κατάθλιψη
- Νευρικότητα
- Διαταραχές ύπνου
- Διαταραγμένη ανησυχία
- Διαταραχές ονείρων
- Μειωμένο libido
- Πανικός
- Υπερευαισθησία
- Βήχας
- Ρινική συμφόρηση
- Λοίμωξη ανώτερου αναπνευστικού
- Δύσπνοια
- Επίσταξη
- Ρινίτιδα
- Διαταραχή των παραρρινίων
- Φαρυγγικές ενοχλήσεις
- Αναπνευστική συμφόρηση
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Αλωπεκία
- Δερματίτιδα
- Ξηροδερμία
- Εκχυμώσεις
- Ερύθημα
- Φωτοευαισθησία
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Εφίδρωση
- Κνίδωση
- Ερύθημα προσώπου (flashing)
- Ουρτικάρια
- Διαταραχή όρασης
- Επιπεφυκίτιδα
- Αίσθημα καύσου/νυγμού οφθαλμού
- Μείωση οπτικής οξύτητας
- Εμβοές
- Ανικανότητα
- Νυκτουρία
- Συχνότητα ούρησης
- Λοίμωξη ουρικής οδού
- Αναιμία
- Μειωμένη αιμοσφαιρίνη
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Υπερκαλιαιμία (>5,5mEq/L)
- Αναφυλακτικές αντιδράσεις (αγγειοοίδημα)
- Αγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της πορφύρας Henoch-Schoenlein)
- Αυξήσεις στην ουρία του αίματος (BUN)
- Αυξήσεις στην κρεατινίνη του ορού
- Αυξήσεις της ALT
- Αύξηση χολερυθρίνης ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή των παραρρινίωνΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕξοίδησηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερου αναπνευστικούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΑίμα
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠόνος στην πλάτηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠόνος στις κνήμεςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπερκαλιαιμία (>5,5mEq/L)Διαταραχές του μεταβολισμού και της διατροφής
-
ΣυχνέςΥπόταση (σε καρδιακή ανεπάρκεια)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑγγειίτιδα (συμπεριλαμβανομένης της πορφύρας Henoch-Schoenlein)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑναφυλακτικές αντιδράσεις (αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις στην κρεατινίνη του ορούΕργαστηριακά ευρήματα
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις στην ουρία του αίματος (BUN)Εργαστηριακά ευρήματα
-
ΣπάνιεςΑυξήσεις της ALTΕργαστηριακά ευρήματα
-
ΣπάνιεςΔιαταραχές ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
ΣπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςCVAΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΆλγος γονάτωνΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑίσθημα καύσου/νυγμού οφθαλμούΔιαταραχές των ειδικών αισθήσεων
-
Μη γνωστέςΑλλοίωση γεύσηςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑναπνευστική συμφόρησηΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑρρυθμίες (συμπεριλαμβανομένης της κολπικής μαρμαρυγής)Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑταξίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
Μη γνωστέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραγμένη ανησυχίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ονείρωνΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΔυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕκχυμώσειςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕξασθένηση μνήμηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕρύθημα προσώπου (flashing)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΗμικρανίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΙνομυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΙσχυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚνησμόςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΛοίμωξη ουρικής οδούΔιαταραχές του ουροποιητικού και γεννητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΜείωση οπτικής οξύτηταςΔιαταραχές των ειδικών αισθήσεων
-
Μη γνωστέςΜειωμένο libidoΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΝυκτουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Μη γνωστέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα αρθρώσεωνΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Μη γνωστέςΟδοντικός πόνοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟρθοστατικές επιδράσειςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
Μη γνωστέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΟυρτικάριαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΠανικόςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΠυρετόςΓενικές
-
Μη γνωστέςΠόνος στο βραχίοναΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΠόνος στον ώμοΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣυχνότητα ούρησηςΔιαταραχές του ουροποιητικού και γεννητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΤαχυπαλμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΦαρυγγικές ενοχλήσειςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη γνωστέςΦλεβοκολπική βραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΦάρμακα που δρουν κατευθείαν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης μπορεί να προκαλέσουν εμβρυϊκή και νεογνική νοσηρότητα και θάνατο. Μόλις διαπιστωθεί εγκυμοσύνη, το Λοσαρτάνη, θα πρέπει να διακόπτεται το συντομότερο δυνατόν. Ο κίνδυνος για το έμβρυο αυξάνεται εάν Λοσαρτάνη χορηγείται κατά τη διάρκεια του δεύτερου ή τρίτου τριμήνου της εγκυμοσύνης, μπορεί να προκαλέσει βλάβη και ακόμη θάνατο.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό αν το losartan απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα, όμως σημαντικά επίπεδα του losartan και του δραστικού μεταβολίτη του έχουν βρεθεί στο γάλα αρουραίων. Λόγω της πιθανότητας εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο θηλάζον βρέφος, θα πρέπει να αποφασισθεί αν θα διακοπεί ο θηλασμός ή το φάρμακο.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- υπόταση
- ταχυκαρδία
- βραδυκαρδία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Το losartan είναι ανταγωνιστής της αγγειοτασίνης ΙΙ στους υποδοχείς τύπου ΑΤ1, και χορηγείται από το στόμα. Η αγγειοτασίνη ΙΙ συνδέεται με τους ΑΤ1 υποδοχείς που βρίσκονται σε πολλούς ιστούς (π.χ. λείες μυϊκές ίνες των αγγείων, επινεφρίδια, νεφροί και καρδιά) και ενεργοποιεί πολλές σημαντικές βιολογικές δράσεις, περιλαμβανομένης της αγγειοσυστολής και της έκκρισης αλδοστερόνης. Η αγγειοτασίνη ΙΙ επίσης διεγείρει την υπερτροφία των λείων μυϊκών κυττάρων. Όπως προκύπτει από βιολογικές δοκιμασίες που βασίζονται στη δεσμευτική ικανότητα και φαρμακολογική δράση, το φάρμακο συνδέεται εκλεκτικά με τους ΑΤ1 υποδοχείς. In vitro αλλά και in vivo τόσο το losartan όσο και ο φαρμακολογικά δραστικός καρβοξυλικός μεταβολίτης του (Ε-3174) αναστέλλει όλες τις φυσιολογικές δράσεις που σχετίζονται με την αγγειοτασίνη ΙΙ, ανεξάρτητα από την πηγή ή την οδό σύνθεσής της.
Κατά τη διάρκεια της χορήγησης Losartan η απώλεια της αρνητικής ανατροφοδότησης (FEED BACK) της αγγειοτασίνης ΙΙ στην έκκριση ρενίνης, οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα δραστικότητας ρενίνης πλάσματος. Αυξήσεις της δραστικότητας ρενίνης πλάσματος οδηγούν σε αυξήσεις της αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα. Ακόμη και με αυτές τις αυξήσεις, η αντιυπερτασική δραστικότητα και αναστολή των συγκεντρώσεων της αλδοστερόνης πλάσματος, διατηρούνται, υποδεικνύοντας αποτελεσματικό αποκλεισμό των υποδοχέων της αγγειοτασίνης ΙΙ.
Το Λοσαρτάνη συνδέεται εκλεκτικά με τους ΑΤ1 υποδοχείς και δεν αναστέλλει ή δεν συνδέεται με άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή με διαύλους ιόντων σημαντικούς στην καρδιαγγειακή ρύθμιση. Επιπλέον το Losartan δεν αναστέλλει τον αναστολέα ΜΕΑ (κινινάση ΙΙ), το ένζυμο που διασπά τη βραδυκινίνη. Επομένως, επιδράσεις που δεν συνδέονται άμεσα με τον αποκλεισμό των ΑΤ1 υποδοχέων, όπως η ενίσχυση των εκδηλώσεων που προκαλεί η βραδυκινίνη ή η δημιουργία οιδήματος (losartan 1,7%, placebo 1,9%) δεν συσχετίζονται με το losartan.
Το losartan έχει δείξει ότι αποκλείει (BLOCK) τις ενέργειες της αγγειοτασίνης Ι και αγγειοτασίνης ΙΙ χωρίς να επηρεάζει τις αντιδράσεις στη βραδυκινίνη, εύρημα που είναι συνέπεια του εξειδικευμένου μηχανισμού δράσης του LOSARTAN. Αντιθέτως, έχει αποδειχθεί ότι οι αναστολείς ΜΕΑ αποκλείουν την απάντηση στην αγγειοτασίνη Ι και επαυξάνουν την απάντηση στη βραδυκινίνη χωρίς να μεταβάλουν την ανταπόκριση στην αγγειοτασίνη ΙΙ. Ως εκ τούτου προκύπτει φαρμακοδυναμική διαφοροποίηση μεταξύ του losartan και των αναστολέων ΜΕΑ.
Σε μη διαβητικούς υπερτασικούς ασθενείς με πρωτεϊνουρία, η χορήγηση losartan potassium μείωσε σημαντικά την πρωτεϊνουρία, την κλασματική απέκκριση λευκωματίνης και τις ανοσφαιρίνες 1gG.
Το Losartan potassium χορηγούμενο σε δόσεις μέχρι 150mg μία φορά ημερησίως, δεν προκάλεσε κλινικώς σημαντικές μεταβολές στα μετά από νηστεία επίπεδα τριγλυκεριδίων, της ολικής χοληστερόλης, ή της HDL χοληστερόλης σε ασθενείς με υπέρταση. Οι ίδιες δόσεις losartan δεν είχαν επίδραση στα μετά από νηστεία επίπεδα της γλυκόζης.
Γενικά το losartan προκαλεί μείωση του ουρικού οξέος του ορού (συνήθως < 0,4mg/dL) που ήταν σταθερή σε χρόνια θεραπεία.
Το losartan δεν επηρεάζει τα αντανακλαστικά του αυτόνομου νευρικού συστήματος και δεν εμφανίζει σταθερή επίδραση στα επίπεδα της νορεπινεφρίνης τους πλάσματος.
Σε ασθενείς με αριστερή καρδιακή ανεπάρκεια δόσεις 25mg και 50mg losartan πέτυχαν θετικές αιμοδυναμικές και νευροορμονικές επιδράσεις που χαρακτηρίζονταν από αύξηση του καρδιακού δείκτη και μειώσεις της πίεσης ενσφηνώσεως των πνευμονικών τριχοειδών, της αντίστασης των αγγείων, της μέσης αρτηριακής πίεσης και της καρδιακής συχνότητος καθώς και από μείωση των κυκλοφορούντων επιπέδων της αλδοστερόνης και νορεπινεφρίνης, αντίστοιχα. Η εμφάνιση υπότασης στους ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια ήταν δοσοεξαρτώμενη.
Σε κλινικές μελέτες, η χορήγηση του Λοσαρτάνη σε ασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού ιδιοπαθή υπέρταση προκάλεσε στατιστικώς σημαντικές μειώσεις στη συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα διατηρήθηκε σε κλινικές μελέτες μέχρι ένα έτος. Η μέτρηση της αρτηριακής πίεσης κατά τον χρόνο των ελαχίστων επιπέδων (24 ώρες μετά τη χορήγηση) σε σύγκριση με εκείνη κατά την διάρκεια των μέγιστων (5-6 ώρες μετά τη χορήγηση) απέδειξαν σχετικά ομαλή μείωση της αρτηριακής πίεσης καθ’ όλο το 24ωρο. Το αντιυπερτασικό αποτέλεσμα ήταν παράλληλο με τους φυσικούς ημερήσιους ρυθμούς. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης στο τέλος του 24ώρου ήταν περίπου το 70-80% του αποτελέσματος που εμφανίστηκε 5-6 ώρες μετά τη χορήγηση. Η διακοπή του losartan σε υπερτασικούς ασθενείς δεν επιφέρει απότομη αύξηση (φαινόμενο rebound) της αρτηριακής πίεσης. Παρά τη σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης, η χορήγηση του Λοσαρτάνη δεν είχε σημαντική κλινική επίδραση στην καρδιακή συχνότητα.
Το Λοσαρτάνη είναι εξίσου αποτελεσματικό τόσο σε άνδρες και γυναίκες όσο και σε νεότερους (<65 ετών) και ηλικιωμένους (≥65 ετών) υπερτασικούς. Παρόλο ότι το Λοσαρτάνη έχει αντιυπερτασική επίδραση σε όλες τις φυλές, όπως και τα άλλα φάρμακα που επιδρούν στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης αλδοστερόνης, οι μαύροι υπερτασικοί ασθενείς παρουσιάζουν μικρότερη μέση ανταπόκριση στη μονοθεραπεία losartan από τους μη μαύρους ασθενείς. Το Λοσαρτάνη παρουσιάζει αθροιστικό αντιυπερτασικό αποτέλεσμα όταν χορηγείται μαζί με θειαζιδικά διουρητικά.
Στην μελέτη ELITE διάρκεια 48 εβδομάδων σε ασθενείς (n=722) με καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA class II-IV) δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά ως προς τον πρωταρχικό στόχο στην επιμένουσα νεφρική δυσλειτουργία, μεταξύ των ασθενών που έλαβαν Λοσαρτάνη και αυτών που έλαβαν captopril. Η μη αναμενόμενη παρατήρηση του εξαιρετικού ώφελους του Λοσαρτάνη στη μείωση του κινδύνου θανάτου, έναντι του captopril, που παρατηρήθηκε στη μελέτη ELITE, δεν επιβεβαιώθηκε στην μελέτη επιβίωσης ELITE ΙΙ, που περιγράφεται παρακάτω. Σε μια μελέτη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, που σχεδιάστηκε αρχικά για να αξιολογηθεί η θνησιμότητα (ELITE ΙΙ), το δοσολογικό σχήμα του Λοσαρτάνη 50mg, μια φορά ημερησίως (η αρχική δόση 12.5mg τιτλοποιήθηκε σε 25mg και 50mg μία φορά ημερησίως), συγκρίθηκε με captopril 50mg τρεις φορές (η αρχική δόση 12,5 mg τιτλοποιήθηκε σε 25 mg και 50mg τρεις φορές ημερησίως). Σ’ αυτή τη μελέτη (n=3.152) ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (NYHA class II-IV) παρακολουθήθηκαν για περίπου 2 χρόνια (μέσος όρος χρόνου παρακολούθησης 1.5 χρόνια) για να αξιολογηθεί αν το Λοσαρτάνη ήταν ανώτερο του captopril στην μείωση ολικής θνησιμότητας. Ο πρωταρχικός στόχος δεν έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ του Λοσαρτάνη και του captopril στη μείωση της ολικής θνησιμότητας (17.7% για το Λοσαρτάνη και 15.9% για το captopril (p=0.16)). Ο δευτερεύων στόχος δεν έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά στη μείωση των αιφνιδίων θανάτων και/ή ανάνηψης από καρδιακή ανακοπή (9.0% για το Λοσαρτάνη και 7.3% για το captopril, p=0.08). Ο τριτογενής στόχος για την ολική θνησιμότητα και η πάσης αιτίας εισαγωγή στο νοσοκομείο, δεν έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ του Λοσαρτάνη και του captopril (47.7% για το Λοσαρτάνη και 44.9% για το captopril, p=0.18). Γενικά, άλλοι στόχοι ως προς την νοσηρότητα και την θνησιμότητα περιλαμβάνουν βελτίωση στην κατηγορία κατά NYHA Class, δεν ήταν διαφορετικοί μεταξύ των δύο ομάδων. Και στις δύο αυτές ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, το Λοσαρτάνη ήταν γενικά καλά ανεκτό, και το προφίλ ανεκτικότητας του ήταν ανώτερο αυτού του captopril, όπως μετρήθηκε με σημαντικά μικρότερη συχνότητα διακοπής λόγω ανεπιθύμητων ενεργειών και σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης βήχα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Το Losartan υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου από τα ένζυμα του κυτοχρώματος P450. Μετατρέπεται μερικώς σε ένα ενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος στον οποίο οφείλεται ο ανταγωνισμός των υποδοχέων αγγειοτασίνης που ακολουθεί την χορήγηση του. Ο τελικός χρόνος ημιζωής του losartan είναι περίπου 2 ώρες και του μεταβολίτη του 6-9 ώρες.
Η φαρμακοκινιτική του Losartan και του μεταβολίτη είναι γραμμική μετά από την από του στόματος χορήγηση για δοσολογία έως 200mg και δεν μεταβάλλεται με το χρόνο. Ούτε το Losartan ούτε ο μεταβολίτης συγκεντρώνονται στο πλάσμα μετά από επαναλαμβανόμενη ημερήσια χορήγηση.
Μετά από την από του στόματος χορήγηση το Losartan απορροφάται και υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 33%. Περίπου το 14% της από του στόματος χορηγούμενης δόσης μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση Losartan και του ενεργού μεταβολίτη επιτυγχάνεται σε 1 ώρα και σε 3-4 ώρες αντιστοίχως, ενώ η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα του Losartan και του μεταβολίτη είναι περίπου ίδιες. Η AUC του μεταβολίτη είναι περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από αυτή του Losartan. Ένα γεύμα επιβραδύνει την απορρόφηση του Losartan και μειώνει το Cmax, αλλά έχει μόνο μικρή επίδραση στην AUC του Losartan και του μεταβολίτη (μείωση περίπου κατά 10%).
Τόσο το Losartan όσο και ο μεταβολίτης συνδέονται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (κυρίως αλβουμίνη). Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες είναι σταθερή για τις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται με τις συνιστώμενες δόσεις.
Μελέτες με αρουραίους έδειξαν ότι το Losartan λίγο έως καθόλου τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Οι μεταβολίτες του Losartan έχουν ανιχνευθεί στο πλάσμα και στα ούρα. Εκτός από τον δραστικό μεταβολίτη ανιχνεύτηκαν και άλλοι ανενεργοί μεταβολίτες. In vitro μελέτες έδειξαν ότι το κυτόχρωμα P450 2C9 και 3A4 εμπλέκονται στο βιομεταλισμό του Losartan και των μεταβολιτών του.
Ο όγκος κατανομής του Losartan είναι περίπου 34L και του ενεργού μεταβολίτη περίπου 12L. Η ολική κάθαρση πλάσματος του Losartan και του ενεργού μεταβολίτη είναι περίπου 600ML/min και 50ML/min αντιστοίχως. Όταν χορηγείται από το στόμα περίπου το 4% της δόσης αποβάλλεται με τα ούρα και το 6% αποβάλλεται ως μεταβολίτης. Αποβολή μέσω της χολής συμβάλλει στην αποβολή του Losartan και των μεταβολιτών. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοεπισημασμένου με 14C Losartan περίπου 45% ανευρίσκεται στα ούρα και 50% στα κόπρανα. Ούτε το Losartan ούτε ο δραστικός του μεταβολίτης μπορούν να απομακρυνθούν με αιμοδιύλιση.
Χαρακτηριστικά σε ασθενείς
Έπειτα από χορήγηση από το στόμα σε ασθενείς με ήπια έως μέτριου βαθμού (αλκοολικής αιτιολογίας) κίρρωση του ήπατος, οι συγκεντρώσεις πλάσματος του losartan και του δραστικού του μεταβολίτη ήταν αντίστοιχα 5 φορές και 1,7 φορές μεγαλύτερες από εκείνες που εμφανίζονται σε νέους άνδρες εθελοντές. Οι συγκεντρώσεις του losartan στο πλάσμα δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης άνω των 10ML/min. Συγκριτικά με ασθενείς που έχουν φυσιολογική νεφρική λειτουργία, το AUC για το losartan σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιάλυση είναι περίπου 2 φορές μεγαλύτερο. Οι συγκεντρώσεις του δραστικού μεταβολίτου στο πλάσμα δεν μεταβάλλονται σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια ή σε ασθενείς που υφίστανται αιμοδιάλυση.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος κατανομής
- 34 L [losartan]
- 12 L [ενεργός μεταβολίτης]
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
Καθαρισμός
- 600 mL/min [Υγιείς εθελοντές μετά από IV χορήγηση]
- Νεφρικός κλ=56 ± 23 mL/min [Υπερτασικοί ενήλικες λήψη 50 mg μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες]
- Νεφρικός κλ=53 ± 33 mL/min [Υπερταστικά παιδιά (6–16 ετών) λήψη 0.7 mg/kg μία φορά ημερησίως για 7 ημέρες]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η λοσαρτάνη αναστέλλει αναστρεπτά και ανταγωνιστικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στον υποδοχέα AT1 σε ιστούς όπως ο αγγειακός λείος μυς και τα επινεφρίδια. Η λοσαρτάνη και ο ενεργός μεταβολίτης της συνδέονται στον υποδοχέα AT1 με 1000 φορές μεγαλύτερη συγγένεια από ό,τι στον υποδοχέα AT2. Ο ενεργός μεταβολίτης της λοσαρτάνης είναι 10-40 φορές δραστικότερος ανά βάρος από τη μη μεταβολισμένη λοσαρτάνη ως αναστολέας του AT1 και είναι μη ανταγωνιστικός αναστολέας. Η αναστολή της πρόσδεσης της αγγειοτενσίνης ΙΙ από τη λοσαρτάνη προκαλεί χαλάρωση των αγγειακών λείων μυών, μειώνοντας την αρτηριακή πίεση. Η αγγειοτενσίνη ΙΙ θα συνδεόταν αλλιώς στον υποδοχέα AT1 και θα προκαλούσε αγγειοσύσπαση, αυξάνοντας την αρτηριακή πίεση.
Η αγγειοτενσίνη ΙΙ (που σχηματίζεται από την αγγειοτενσίνη Ι σε αντίδραση που καταλύεται από το ένζυμο μετατροπής της αγγειοτενσίνης (ACE, κινινάση ΙΙ)) είναι ένας ισχυρός αγγειοσυσπαστικός παράγοντας, η κύρια αγγειοδραστική ορμόνη του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης και ένα σημαντικό στοιχείο στην παθοφυσιολογία της υπέρτασης. Επίσης, διεγείρει την έκκριση αλδοστερόνης από τον φλοιό των επινεφριδίων. Η λοσαρτάνη και ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της αναστέλλουν τις αγγειοσυσπαστικές δράσεις και τις δράσεις έκκρισης αλδοστερόνης της αγγειοτενσίνης ΙΙ, αναστέλλοντας επιλεκτικά την πρόσδεση της αγγειοτενσίνης ΙΙ στον υποδοχέα AT1 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς (π.χ., αγγειακός λείος μυς, επινεφρίδια). Υπάρχει επίσης ένας υποδοχέας AT2 που βρίσκεται σε πολλούς ιστούς, αλλά δεν είναι γνωστό ότι σχετίζεται με την καρδιαγγειακή ομοιόσταση. Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο κύριος ενεργός μεταβολίτης της δεν παρουσιάζουν καμία μερική αγωνιστική δράση στον υποδοχέα AT1 και έχουν πολύ μεγαλύτερη συγγένεια (περίπου 1000 φορές) για τον υποδοχέα AT1 από ό,τι για τον υποδοχέα AT2. Μελέτες πρόσδεσης in vitro δείχνουν ότι η λοσαρτάνη είναι ένας αναστρεπτός, ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Ο ενεργός μεταβολίτης είναι 10 έως 40 φορές δραστικότερος ανά βάρος από τη λοσαρτάνη και φαίνεται να είναι ένας αναστρεπτός, μη ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα AT1. Ούτε η λοσαρτάνη ούτε ο ενεργός μεταβολίτης της αναστέλλουν το ACE (κινινάση ΙΙ, το ένζυμο που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη Ι σε αγγειοτενσίνη ΙΙ και αποικοδομεί τη βραδυκινίνη), ούτε συνδέονται ή αναστέλλουν άλλους ορμονικούς υποδοχείς ή ιοντικούς διαύλους που είναι γνωστό ότι είναι σημαντικοί στην καρδιαγγειακή ρύθμιση.
Διερευνήσαμε τις επιδράσεις του αποκλεισμού του υποδοχέα αγγειοτενσίνης ΙΙ (Ang II) τύπου 1 με λοσαρτάνη στο σύστημα ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης σε υπερτασικούς ασθενείς (διαστολική αρτηριακή πίεση σε ύπτια θέση, 95 έως 110 mm Hg). Οι επιλέξιμοι ασθενείς (n = 51) κατανεμήθηκαν σε ομάδα εικονικού φαρμάκου, 25 ή 100 mg λοσαρτάνης, ή 20 mg εναλαπρίλης. Η αρτηριακή πίεση, οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα και οι μεσολαβητές του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης-αλδοστερόνης μετρήθηκαν σε 4 ημέρες νοσηλείας: τέλος της φάσης εικονικού φαρμάκου, μετά την πρώτη δόση, και 2 και 6 εβδομάδες θεραπείας. Οι συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο πλάσμα ήταν παρόμοιες μετά την πρώτη και την τελευταία δόση λοσαρτάνης. Στις 6 εβδομάδες, η λοσαρτάνη 100 mg και η εναλαπρίλη 20 mg έδειξαν συγκρίσιμη αντιυπερτασική δράση. Τέσσερις ώρες μετά τη χορήγηση, σε σύγκριση με την ημέρα εικονικού φαρμάκου, η λοσαρτάνη 100 mg αύξησε την δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα κατά 1,7 φορές και την Ang II κατά 2,5 φορές, ενώ η εναλαπρίλη αύξησε την δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα κατά 2,8 φορές και μείωσε την Ang II κατά 77%. Και τα δύο φάρμακα μείωσαν τη συγκέντρωση αλδοστερόνης στο πλάσμα. Για τη λοσαρτάνη, η δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα και οι αυξήσεις της Ang II ήταν μεγαλύτερες στις 2 από ό,τι στις 6 εβδομάδες. Οι επιδράσεις της λοσαρτάνης ήταν δοσοεξαρτώμενες. Μετά την τελευταία δόση λοσαρτάνης, η δραστηριότητα ρενίνης στο πλάσμα και οι μεταβολές της Ang II ήταν παρόμοιες με τις μεταβολές του εικονικού φαρμάκου στις 36 ώρες. Αυτά τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι ο μακροχρόνιος αποκλεισμός του υποδοχέα ανάδρασης Ang II σε υπερτασικούς ασθενείς προκαλεί μέτριες αυξήσεις της δραστηριότητας ρενίνης στο πλάσμα και της Ang II που φαίνεται να μην επηρεάζουν την αντιυπερτασική απόκριση του ανταγωνιστή. /Αλάτι δεν προσδιορίστηκε/
Η IL-1β είναι μια ισχυρή προφλεγμονώδης, προ-ινωτική και προ-αθηρωματική κυτοκίνη, η οποία έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο σε έναν αυξανόμενο αριθμό μη λοιμωδών, χρόνιων φλεγμονωδών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων των καρδιαγγειακών παθήσεων, της νεφρικής ίνωσης, της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ακόμη και του διαβήτη τύπου 2. Η λοσαρτάνη είναι ένας ανταγωνιστής των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ, ευρέως χρησιμοποιούμενος για τη θεραπεία της υπέρτασης, της διαβητικής νεφροπάθειας και της καρδιακής ανεπάρκειας. Σε αυτή τη μελέτη, προσπαθήσαμε να διευκρινίσουμε εάν η λοσαρτάνη έχει ανασταλτική δράση στην IL-1β. Για να διευκρινίσουμε περαιτέρω τον μοριακό μηχανισμό πίσω από την αντι-IL-1β ιδιότητα της λοσαρτάνης, μελετήσαμε την ενεργοποίηση του φλεγμονοσώματος NALP3 που προκαλείται από LPS+ATP, το οποίο ελέγχει την ωρίμανση και την έκκριση της IL-1β. Χρησιμοποιήθηκαν LPS και ATP για την διέγερση της απελευθέρωσης IL-1β από μακροφάγα ποντικών BALB/c που προκληθήκαν με θειογλυκόλη. Η παραγωγή IL-1β αξιολογήθηκε με δοκιμασία ELISA και τα επίπεδα mRNA NALP3, κασπασέας-1, IL-β προσδιορίστηκαν με αντίστροφη μεταγραφή-πολυμερική αλυσιδωτή αντίδραση. Σε καλλιεργημένα μακροφάγα που προκλήθηκαν με θειογλυκόλη, παρατηρήσαμε ότι το LPS + ATP αύξησε σημαντικά την έκκριση IL-1β (6938,00 ± 83,45; P < 0,05) και τα επίπεδα mRNA των NALP3, κασπασέας-1, που είναι δύο κύρια συστατικά του φλεγμονοσώματος NALP3 (60,88 ± 8,28· 1,31 ± 0,04, P < 0,05 και για τα δύο). Τα μακροφάγα που συν-καλλιεργήθηκαν με λοσαρτάνη έδειξαν χαμηλή παραγωγή IL-1β (3907,50 ± 143,61· P < 0,05) και χαμηλή παραγωγή mRNA NALP3, κασπασέας-1 (29,82 ± 6,92· 1,12 ± 0,05, P < 0,05 και για τα δύο). Η λοσαρτάνη δεν μείωσε το mRNA της IL-1β (P > 0,05). Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι το φλεγμονοσώμα NALP3 υπερρυθμίζεται και ενεργοποιείται στα μακροφάγα ποντικών ως απόκριση στη διέγερση LPS + ATP. Η λοσαρτάνη μπορεί να καταστείλει την προκαλούμενη από LPS + ATP παραγωγή πρωτεΐνης IL-1β. Επιπλέον, αυτή η δράση μπορεί να μεσολαβείται εν μέρει από την καταστολή της ενεργοποίησης του φλεγμονοσώματος NALP3.
Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τους μοριακούς φαρμακοδυναμικούς μηχανισμούς της λοσαρτάνης που χρησιμοποιείται στη θεραπεία της υπέρτασης. Συνολικά 12 αυτόματα υπερτασικά αρουραία (SHR) χωρίστηκαν τυχαία σε ομάδα SHR που έλαβε θεραπεία με ορό και ομάδα LOS που έλαβε θεραπεία με λοσαρτάνη. Έξι αρουραία Wistar-kyoto (WKY) εντάχθηκαν στη μελέτη ως ομάδα WKY με ορό. Η ομάδα LOS έλαβε 30 mg/kg/ημέρα λοσαρτάνης με ενδογαστρική ένεση, ενώ οι SHR και WKY έλαβαν την ίδια ποσότητα ορού. Η δοσολογία προσαρμόστηκε ανάλογα με το εβδομαδιαίο βάρος. Μετρήθηκαν οι αλλαγές στην αρτηριακή πίεση με την έμμεση μέθοδο ουράς-μανικέτου. Η παραγωγή αγγειοτενσίνης (Ang) II στο πλάσμα και στον νεφρικό ιστό μετρήθηκε με ανοσοραδιομετρική μέθοδο. Ο μεταφορέας Na+/H+ (NHE)3 και η σερουμική και γλυκοκορτικοειδώς-επαγόμενη κινάση (SGK)1 αξιολογήθηκαν με ποσοτική PCR (qPCR) και ανάλυση western blot. Σε σύγκριση με την ομάδα WKY, η αρτηριακή πίεση των ομάδων SHR και LOS ήταν υψηλότερη πριν από τη θεραπεία με λοσαρτάνη. Μετά από δύο εβδομάδες, η αρτηριακή πίεση μειώθηκε και η τάση συνέχισε να μειώνεται τις επόμενες έξι εβδομάδες. Τα επίπεδα Ang II στο πλάσμα και στον νεφρικό ιστό στις ομάδες SHR και LOS ήταν σημαντικά υψηλότερα από εκείνα στην ομάδα WKY. Το NHE3 και το SGK1 αυξήθηκαν σε επίπεδο mRNA και πρωτεΐνης στην ομάδα SHR, και η λοσαρτάνη μείωσε την έκφραση και των δύο. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι σε υπερτασικά αρουραία, τα κυκλικά και νεφρικά συστήματα ρενίνης-αγγειοτενσίνης ήταν ενεργοποιημένα, και η αυξημένη Ang II διέγειρε την έκφραση των NHE3 και SGK1, η οποία μειώθηκε από τη λοσαρτάνη. Επομένως, οι επιδράσεις της λοσαρτάνης στην υπέρταση μπορεί να σχετίζονται με το Ang II-SGK1-NHE3 του ενδο-νεφρικού ιστού.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Λοσαρτάνη (7 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η λοσαρτάνη είναι περίπου 33% βιοδιαθέσιμη από το στόμα. Η λοσαρτάνη έχει Tmax 1 ώρα και ο ενεργός μεταβολίτης έχει Tmax 3-4 ώρες. Η λήψη λοσαρτάνης με τροφή μειώνει την Cmax, αλλά οδηγεί μόνο σε 10% μείωση της AUC της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της. Μια από του στόματος δόση 50-80mg λοσαρτάνης οδηγεί σε Cmax 200-250ng/mL.
Μια μεμονωμένη από του στόματος δόση λοσαρτάνης οδηγεί σε 4% ανάκτηση στα ούρα ως αμετάβλητη λοσαρτάνη, 6% στα ούρα ως ενεργός μεταβολίτης. Η από του στόματος ραδιοσημασμένη λοσαρτάνη ανακτάται κατά 35% στα ούρα και 60% στα κόπρανα. Η ενδοφλέβια ραδιοσημασμένη λοσαρτάνη ανακτάται κατά 45% στα ούρα και 50% στα κόπρανα.
Ο όγκος κατανομής της λοσαρτάνης είναι 34,4±17,9L και 10,3±1,1L για τον ενεργό μεταβολίτη (E-3174).
Η λοσαρτάνη έχει συνολική κάθαρση πλάσματος 600mL/min και νεφρική κάθαρση 75mL/min. Το E-3174, ο ενεργός μεταβολίτης, έχει συνολική κάθαρση πλάσματος 50mL/min και νεφρική κάθαρση 25mL/min.
Δεν είναι γνωστό εάν η λοσαρτάνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα, αλλά βρέθηκαν σημαντικά επίπεδα λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της σε γάλα αρουραίου.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η λοσαρτάνη απορροφάται καλά (με βάση την απορρόφηση της ραδιοσημασμένης λοσαρτάνης) και υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου. Η συστηματική βιοδιαθεσιμότητα της λοσαρτάνης είναι περίπου 33%. Περίπου το 14% μιας δόσης λοσαρτάνης που χορηγείται από το στόμα μετατρέπεται στον ενεργό μεταβολίτη. Οι μέσες μέγιστες συγκεντρώσεις της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της επιτυγχάνονται σε 1 ώρα και σε 3-4 ώρες, αντίστοιχα. Ενώ οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα της λοσαρτάνης και του ενεργού μεταβολίτη της είναι περίπου ίσες, η AUC του μεταβολίτη είναι περίπου 4 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της λοσαρτάνης. Ένα γεύμα επιβραδύνει την απορρόφηση της λοσαρτάνης και μειώνει την Cmax της, αλλά έχει μόνο μικρές επιδράσεις στην AUC της λοσαρτάνης ή στην AUC του μεταβολίτη (περίπου 10% μείωση).
Μελέτες σε αρουραίους δείχνουν ότι η λοσαρτάνη περνάει τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό ελάχιστα, αν καθόλου.
Τόσο η λοσαρτάνη όσο και ο ενεργός μεταβολίτης της συνδέονται υψηλά με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη, με ποσοστά ελεύθερων κλασμάτων στο πλάσμα 1,3% και 0,2%, αντίστοιχα. Η πρόσδεση στις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι σταθερή στο εύρος συγκεντρώσεων που επιτυγχάνεται με τις συνιστώμενες δόσεις.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Λοσαρτάνη (8 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η λοσαρτάνη μεταβολίζεται σε ένα ενδιάμεσο αλδεΰδης, το E-3179, το οποίο περαιτέρω μεταβολίζεται σε καρβοξυλικό οξύ, το E-3174, από κυτοχρώματα P450 όπως το CYP2C9. Η λοσαρτάνη μπορεί επίσης να υδροξυλιωθεί σε ανενεργό μεταβολίτη, το P1. Περίπου το 14% της λοσαρτάνης μεταβολίζεται σε E-3174. Η λοσαρτάνη μπορεί να μεταβολιστεί από CYP3A4, CYP2C9 και CYP2C10. Η λοσαρτάνη μπορεί επίσης να γλυκουρονιδωθεί από UGT1A1, UGT1A3, UGT1A10, UGT2B7 και UGT 2B17.
Η λοσαρτάνη είναι ένας από του στόματος δραστικός παράγοντας που υφίσταται σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου από ένζυμα κυτοχρώματος P450. Μετατρέπεται, εν μέρει, σε έναν ενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος που είναι υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος του ανταγωνισμού των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ που ακολουθεί τη θεραπεία με λοσαρτάνη. Οι μεταβολίτες της λοσαρτάνης έχουν αναγνωριστεί σε ανθρώπινο πλάσμα και ούρα. Εκτός από τον ενεργό μεταβολίτη καρβοξυλικού οξέος, σχηματίζονται αρκετοί ανενεργοί μεταβολίτες. Μετά από χορήγηση ραδιοσημασμένης (14C) λοσαρτάνης καλίου από το στόμα και ενδοφλεβίως, η κυκλοφορούσα ραδιενέργεια στο πλάσμα αποδίδεται κυρίως στη λοσαρτάνη και στον ενεργό μεταβολίτη της. Μελέτες in vitro δείχνουν ότι τα κυτοχρώματα P450 2C9 και 3A4 εμπλέκονται στη βιομετατροπή της λοσαρτάνης στους μεταβολίτες της. Ελάχιστη μετατροπή της λοσαρτάνης στον ενεργό μεταβολίτη (λιγότερο από 1% της δόσης σε σύγκριση με 14% της δόσης σε φυσιολογικά άτομα) παρατηρήθηκε περίπου στο ένα τοις εκατό των ατόμων που μελετήθηκαν.
Η λοσαρτάνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν 2-[5-[2-[4-[[2-βουτυλ-5-χλώρο-4-(υδροξυμεθυλ)-1H-ιμιταζολ-3-υλ]μεθυλ]φαινυλ]φαινυλ]-1,5-διυδροτετραζολ-2-υλ]-6-(διυδροξυμεθυλ)οξάνιο-3,4,5-τριόλη και λοσαρτάνη καρβοξυλικό οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της λοσαρτάνης είναι 1,5-2,5 ώρες, ενώ ο ενεργός μεταβολίτης έχει χρόνο ημίσειας ζωής 6-9 ώρες.
Ο τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της λοσαρτάνης είναι περίπου 2 ώρες και του μεταβολίτη περίπου 6-9 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την ευερεθιστότητά του ή την επαναπωλησιμότητα, ή τη διεξαγωγή ώθησης ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες κατηγοριοποιούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· ΒΗΤΑ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΛΦΑ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ ΤΥΠΟΥ 1. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ όπως η SARALASIN και διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Ορισμένα χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
JMS50MPO89
ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2
Η λοσαρτάνη είναι ένας Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2. Ο μηχανισμός δράσης της λοσαρτάνης είναι ως Ανταγωνιστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2.
ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ
Αποκλειστής Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [EPC]· Ανταγωνιστές Υποδοχέων Αγγειοτενσίνης 2 [MoA]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ HFrEF-ARB-Alt C09CA01HFrEF — ΑΥΑ ως εναλλακτική όταν δεν ανέχονται α-ΜΕΑΑσθενείς που δεν ανέχονται α-ΜΕΑ (βήχας/αγγειοοίδημα)Δοσολογία: 50 mg → στόχος 150 mg ×1 · Δια βίου
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (ΑΥΑ — Αποκλειστές υποδοχέων αγγειοτασίνης (1η γραμμή)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Απόσυρση / Deprescribing
Αναστολείς υποδοχέα αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs)
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή πρόληψη καρδιακών αρρυθμιών. Μπορεί να επηρεάζουν τη φάση πόλωσης-επαναπόλωσης του δυναμικού ενέργειας, την ευερεθιστότητά του ή την επαναπωλησιμότητα, ή τη διεξαγωγή ώθησης ή την ανταπόκριση της μεμβράνης εντός των καρδιακών ινών. Οι αντι-αρρυθμικοί παράγοντες κατηγοριοποιούνται συχνά σε τέσσερις κύριες ομάδες ανάλογα με τον μηχανισμό δράσης τους: αποκλεισμός διαύλων νατρίου, αποκλεισμός βήτα-αδρενεργικών υποδοχέων, παράταση επαναπόλωσης ή αποκλεισμός διαύλων ασβεστίου.
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξάρτητα από τον φαρμακολογικό μηχανισμό. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ)· ΒΗΤΑ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΛΦΑ-ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΩΝ ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ· ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΟΠΗΣ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ· ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΕΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ· και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΟΛΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που ανταγωνίζονται τον ΥΠΟΔΟΧΕΑ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ ΤΥΠΟΥ 1. Περιλαμβάνονται ανάλογα της ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ ΙΙ όπως η SARALASIN και διφαινυλιμιδαζόλες όπως η ΛΟΣΑΡΤΑΝΗ. Ορισμένα χρησιμοποιούνται ως ΑΝΤΥΠΕΡΤΑΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.