METOCLOPRAMIDE
Μετοκλοπραμίδη
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PRIMPERAN
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Παρεντερική (ενδοφλέβιος, ενδομυϊκή), Από το στόμα
- Χορήγηση: Ελάχιστο διάστημα 6 ωρών ανάμεσα σε δύο δόσεις
- Δόση έναρξης: 10 mg
- Τιτλοποίηση: Μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση: 30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρους. Για παιδιά: 0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρους, επαναλαμβανόμενη μέχρι 3 φορές ημερησίως (μέγιστο 0,5 mg/kg/24h). Μειώσεις δόσης σε ηλικιωμένους, νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία.
-
Ενήλικοι ασθενείς - Πρόληψη PONVΔόση10 mg (μεμονωμένη δόση)
-
Ενήλικοι ασθενείς - Συμπτωματική θεραπεία ναυτίας και εμέτου (συμπεριλαμβανομένης οξείας ημικρανίας) και πρόληψη RINVΔόση10 mgΕπαναλαμβάνεται μέχρι τρεις φορές ημερησίως
-
Ενήλικοι ασθενείς - ΓενικήΜέγ. δόση30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρους (ημερήσια)Διάρκεια ενέσιμης θεραπείας όσο το δυνατόν συντομότερη, μετάβαση σε χορήγηση από το στόμα ή το ορθό το ταχύτερο δυνατό.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 1-18 ετών - Ενδοφλέβια χορήγησηΔόση0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρουςΕπαναλαμβάνεται μέχρι 3 φορές ημερησίως. Μέγιστη δόση σε 24 ώρες: 0,5 mg/kg σωματικού βάρους.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 1-3 ετώνΔόση1 mgΜέχρι 3 φορές ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 3-5 ετώνΔόση2 mgΜέχρι 3 φορές ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 5-9 ετώνΔόση2,5 mgΜέχρι 3 φορές ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 9-18 ετώνΔόση5 mgΜέχρι 3 φορές ημερησίως
-
Παιδιατρικοί ασθενείς 15-18 ετών (άνω των 60 kg)Δόση10 mgΜέχρι 3 φορές ημερησίως
-
Ενήλικοι ασθενείς - Χορήγηση από το στόμα (σκεύασματα άμεσης αποδέσμευσης)Δόση10 mgΕπαναλαμβάνεται μέχρι τρεις φορές ημερησίως
-
Ενήλικοι ασθενείς - Χορήγηση από το στόμα (όλα τα σκευάσματα)Μέγ. δόση30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρους (ημερήσια)Μέγιστη διάρκεια θεραπείας: 5 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 1-18 ετών - Πρόληψη CINV (χορήγηση από το στόμα)Δόση0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρουςΕπαναλαμβάνεται μέχρι 3 φορές ημερησίως. Μέγιστη δόση σε 24 ώρες: 0,5 mg/kg σωματικού βάρους.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΕξέταση μείωσης δόσης με βάση τη νεφρική και ηπατική λειτουργία και τη γενική ευπάθεια.
-
Ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 15 ml/min)Ημερήσια δόση μειώνεται κατά 75%.
-
Ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15-60 ml/min)Η δόση πρέπει να μειώνεται κατά 50%.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ δόση πρέπει να μειώνεται κατά 50%.
block
SPC-PRIMPERAN
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, μηχανική απόφραξη ή διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα για την οποία η διέγερση της γαστρεντερικής κινητικότητας είναι επικίνδυνη
-
Επιβεβαιωμένο ή πιθανολογούμενο φαιοχρωμοκύτωμα, λόγω του κινδύνου εμφάνισης οξέων επεισοδίων υπέρτασης
-
Ιστορικό νευροληπτικής ή επαγόμενης από μετοκλοπραμίδη βραδυκινησίας
-
Επιληψία (αυξημένη συχνότητα και ένταση των κρίσεων)
-
Νόσος Πάρκινσον
-
Συνδυασμός με λεβοντόπα ή ντοπαμινεργικούς αγωνιστές (βλ. Δοσολογία και αλληλεπιδράσεις)
-
Γνωστό ιστορικό μεθαιμοσφαιριναιμίας με μετοκλοπραμίδη ή ανεπάρκεια NADH κυτοχρώματος-b5
-
Χρήση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους λόγω αυξημένου κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών διαταραχών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
warning
SPC-PRIMPERAN
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Νευρολογικές διαταραχέςΗ παρατεταμένη θεραπεία μπορεί να προκαλέσει βραδυκινησία, δυνητικά μη αναστρέψιμη, ιδίως στους ηλικιωμένους. Η θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 3 μήνες λόγω του κινδύνου για βραδυκινησία.Διακοπή της μετοκλοπραμίδης αμέσως στην περίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Συμπτωματική αγωγή (βενζοδιαζεπίνες σε παιδιά και/ή αντιχολινεργικά, αντιπαρκινσονικά φαρμακευτικά προϊόντα σε ενήλικες). Τήρηση χρονικού διαστήματος τουλάχιστον 6 ωρών μεταξύ των χορηγήσεων.
-
Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομοΈχει αναφερθεί με μετοκλοπραμίδη σε συνδυασμό με νευροληπτικά, καθώς και με μονοθεραπεία μετοκλοπραμίδης.Διακοπή της μετοκλοπραμίδης αμέσως και έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
-
Υποκείμενες νευρολογικές καταστάσεις και κεντρικώς δρώντα φάρμακαΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται σε ασθενείς με υποκείμενες νευρολογικές καταστάσεις και σε ασθενείς υπό θεραπεία με άλλα κεντρικώς δρώντα φάρμακα (βλ. Αντενδείξεις).
-
Νόσος ΠάρκινσονΤα συμπτώματα μπορεί επίσης να επιδεινωθούν με μετοκλοπραμίδη.
-
ΜεθαιμοσφαιριναιμίαΔιακοπή της μετοκλοπραμίδης αμέσως και λήψη κατάλληλων μέτρων (π.χ. θεραπεία με κυανούν του μεθυλενίου).
-
Καρδιακές διαταραχέςΈχουν υπάρξει αναφορές σοβαρών καρδιαγγειακών ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κυκλοφορικής κατέρρειψης, σοβαρής βραδυκαρδίας, καρδιακής ανακοπής και παράτασης του διαστήματος QT μετά από χορήγηση μετοκλοπραμίδης με ένεση, κυρίως μέσω της ενδοφλέβιας οδού.Ιδιαίτερη προσοχή κατά τη χορήγηση, κυρίως μέσω της ενδοφλέβιας οδού, στον ηλικιωμένο πληθυσμό με διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας (συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QT), σε ασθενείς με μη διορθωμένη ηλεκτρολυτική διαταραχή, βραδυκαρδία και σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QT. Οι ενδοφλέβιες δόσεις πρέπει να χορηγούνται ως αργή ένεση bolus (τουλάχιστον σε διάστημα 3 λεπτών).
-
Νεφρική και Ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται μείωση της δόσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία).
swap_horiz
SPC-PRIMPERAN
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Λεβοντόπα ή ντοπαμινεργικοί αγωνιστέςΑντενδείκνυταιΑμοιβαίος ανταγωνισμός
-
ΟινόπνευμαΠρέπει να αποφεύγεταιΕνισχύει την κατασταλτική δράση της μετοκλοπραμίδης
-
Αντιχολινεργικά και παράγωγα της μορφίνηςΛαμβάνεται υπόψηΑμοιβαίος ανταγωνισμός ως προς την κινητικότητα της πεπτικής οδού
-
Κατασταλτικά Κεντρικού Νευρικού ΣυστήματοςΛαμβάνεται υπόψηΕνισχύονται οι κατασταλτικές επιδράσεις
-
ΝευροληπτικάΛαμβάνεται υπόψηΑθροιστική δράση στην εμφάνιση εξωπυραμιδικών διαταραχών
-
Σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ. SSRI)Λαμβάνεται υπόψηΑυξημένος κίνδυνος συνδρόμου σεροτονίνης
-
Λαμβάνεται υπόψηΜειωμένη βιοδιαθεσιμότητα. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
Λαμβάνεται υπόψηΑυξημένη βιοδιαθεσιμότητα (Cmax κατά 46% και έκθεση κατά 22%). Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
Μιβακούριο, σουξαμεθόνιοΛαμβάνεται υπόψηΠαρατεταμένη διάρκεια νευρομυϊκού αποκλεισμού (μέσω αναστολής της χολινεστεράσης πλάσματος)
-
Ισχυροί αναστολείς CYP2D6 (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη)Λαμβάνεται υπόψηΑυξημένα επίπεδα έκθεσης στη μετοκλοπραμίδη. Παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες.
sick
SPC-PRIMPERAN
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μεθαιμοσφαιριναιμία
- Θειοαιμοσφαιριναιμία
- Βραδυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Φλεβοκομβική ανακοπή
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Αύξηση αρτηριακής πίεσης
- Αμηνόρροια
- Υπερπρολακτιναιμία
- Γαλακτόρροια
- Γυναικομαστία
- Διάρροια
- Εξασθένιση
- Υπερευαισθησία
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπνηλία
- Εξωπυραμιδικές διαταραχές
- Παρκινσονισμός
- Ακαθησία
- Δυστονία
- Δυσκινησία
- Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Σπασμοί
- Βραδυκινησία
- Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- Ιδεασμός αυτοκτονίας
- Υπόταση
- Καταπληξία
- Συγκοπή μετά τη χρήση του ενέσιμου
- Οξεία υπέρταση σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςΜεθαιμοσφαιριναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΘειοαιμοσφαιριναιμίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβική ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αρτηριακής πίεσηςΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΓαλακτόρροιαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδικές διαταραχέςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαρκινσονισμόςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΒραδυκινησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΝευροληπτικό κακόηθες σύνδρομοΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΙδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΚαταπληξίαΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπή μετά τη χρήση του ενέσιμουΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΟξεία υπέρταση σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμαΑγγειακές διαταραχές
pregnant_woman
SPC-PRIMPERAN
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜπορεί να χρησιμοποιηθείΈνας μεγάλος όγκος δεδομένων από εγκύους (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις έκθεσης) δεν καταδεικνύει παραμορφωτική τοξικότητα ή τοξικότητα για το κύημα. Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Λόγω των φαρμακολογικών ιδιοτήτων (όπως τα άλλα νευροληπτικά), σε περίπτωση χορήγησης μετοκλοπραμίδης στο τέλος της εγκυμοσύνης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εμφάνισης εξωπυραμιδικού συνδρόμου στο νεογνό. Η μετοκλοπραμίδη πρέπει να αποφεύγεται στο τέλος της εγκυμοσύνης. Αν χρησιμοποιείται μετοκλοπραμίδη, πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του νεογνού.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΗ μετοκλοπραμίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλό επίπεδο. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο βρέφος που θηλάζει. Ως εκ τούτου, η μετοκλοπραμίδη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της μετοκλοπραμίδης σε γυναίκες που θηλάζουν.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PRIMPERAN
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PRIMPERAN
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Δοσολογία
Παρεντερική χορήγηση Το διάλυμα μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς. Οι ενδοφλέβιες δόσεις πρέπει να χορηγούνται ως αργή ένεση bolus (σε διάστημα 3 λεπτών τουλάχιστον).
Όλες οι ενδείξεις (ενήλικοι ασθενείς) Για την πρόληψη PONV συνιστάται μία μεμονωμένη δόση των 10 mg. Για την συμπτωματική θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από οξεία ημικρανία και για την πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από ακτινοθεραπεία (RINV): η συνιστώμενη μεμονωμένη δόση είναι 10 mg, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι τρεις φορές ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρους. Η διάρκεια της ενέσιμης θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη και η μετάβαση σε χορηγούμενη από το στόμα ή από το ορθό θεραπεία πρέπει να γίνεται το ταχύτερο δυνατό.
Όλες οι ενδείξεις (παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 1-18 ετών) Η συνιστώμενη δόση είναι 0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρους, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι 3 φορές ημερησίως με ενδοφλέβια χορήγηση. Η μέγιστη δόση σε 24 ώρες είναι 0,5 mg/kg σωματικού βάρους.
Πίνακας δοσολογίας
| Ηλικία | Σωματικό βάρος | Δόση | Συχνότητα |
|---|---|---|---|
| 1-3 ετών | 10-14 kg | 1 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 3-5 ετών | 15-19 kg | 2 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 5-9 ετών | 20-29 kg | 2,5 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 9-18 ετών | 30-60 kg | 5 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 15-18 ετών | Άνω των 60 kg | 10 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
Η μέγιστη διάρκεια της θεραπείας είναι 48 ώρες για την αντιμετώπιση επιβεβαιωμένης μετεγχειρητικής ναυτίας και εμέτου (PONV). Η μέγιστη διάρκεια της θεραπείας είναι 5 ημέρες για την πρόληψη καθυστερημένης ναυτίας και εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV).
Χορήγηση από το στόμα
Όλες οι ενδείξεις (ενήλικοι ασθενείς) Για σκευάσματα άμεσης αποδέσμευσης Η συνιστώμενη μεμονωμένη δόση είναι 10 mg, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι τρεις φορές ημερησίως. Για όλα τα σκευάσματα Η μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση είναι 30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρους. Η μέγιστη συνιστώμενη διάρκεια της θεραπείας είναι 5 ημέρες.
Πρόληψη της καθυστερημένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV) (παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 1-18 ετών) Η συνιστώμενη δόση είναι 0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρους, η οποία επαναλαμβάνεται μέχρι 3 φορές ημερησίως με χορήγηση από το στόμα. Η μέγιστη δόση σε 24 ώρες είναι 0,5 mg/kg σωματικού βάρους.
Πίνακας δοσολογίας
| Ηλικία | Σωματικό βάρος | Δόση | Συχνότητα |
|---|---|---|---|
| 1-3 ετών | 10-14 kg | 1 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 3-5 ετών | 15-19 kg | 2 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 5-9 ετών | 20-29 kg | 2,5 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 9-18 ετών | 30-60 kg | 5 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
| 15-18 ετών | Άνω των 60 kg | 10 mg | Μέχρι 3 φορές ημερησίως |
Η δοσιμετρική σύριγγα για χορήγηση από το στόμα που παρέχεται με το πόσιμο διάλυμα είναι βαθμονομημένη σε mg και επιτρέπει τη χορήγηση της κατάλληλης δόσης μετοκλοπραμίδης. Η αντιστοιχία με το σωματικό βάρος περιγράφεται λεπτομερώς στον πίνακα δοσολογίας. Η δόση επιτυγχάνεται τραβώντας το έμβολο έως την αντίστοιχη διαβάθμιση σε mg. Η χρήση της δοσιμετρικής σύριγγας για χορήγηση από το στόμα περιορίζεται στη χορήγηση αυτού του διαλύματος. Η δοσιμετρική σύριγγα για χορήγηση από το στόμα πρέπει να ξεπλένεται μετά από κάθε χρήση. Η δοσιμετρική σύριγγα για χορήγηση από το στόμα δεν πρέπει να φυλάσσεται βυθισμένη στη φιάλη. Η μέγιστη διάρκεια της θεραπείας είναι 5 ημέρες για την πρόληψη της καθυστερημένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV). Τα δισκία φέρουν χαραγή για διάτμηση. Τα δισκία δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 30 kg. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες για χορήγηση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Όλες οι οδοί χορήγησης με την εξαίρεση των σκευασμάτων παρατεταμένης αποδέσμευσης Τρόπος χορήγησης: Πρέπει να τηρείται ελάχιστο διάστημα 6 ωρών ανάμεσα σε δύο δόσεις, ακόμη και σε περίπτωση εμέτου ή απόρριψης της δόσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Όλες οι οδοί χορήγησης Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Σε ηλικιωμένους ασθενείς πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης με βάση τη νεφρική και ηπατική λειτουργία και τη γενική ευπάθεια. Για δισκία: Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες για χορήγηση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Νεφρική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου (κάθαρση κρεατινίνης ≤ 15 ml/min), η ημερήσια δόση πρέπει να μειώνεται κατά 75%. Σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 15-60 ml/min), η δόση πρέπει να μειώνεται κατά 50% (βλ. παράγραφο 5.2). Για δισκία: Αυτό το σκεύασμα δεν είναι κατάλληλο για χορήγηση σε περίπτωση νεφρικής νόσου τελικού σταδίου. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες για χορήγηση σε αυτόν τον πληθυσμό.
Ηπατική δυσλειτουργία: Σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η δόση πρέπει να μειώνεται κατά 50% (βλ. παράγραφο 5.2).
Παιδιατρικός πληθυσμός Η μετοκλοπραμίδη αντενδείκνυται σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους (βλ. παράγραφο 4.3).
block
Αντενδείξεις
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Αντενδείξεις
Για όλα τα σκευάσματα
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
- Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, μηχανική απόφραξη ή διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα για την οποία η διέγερση της γαστρεντερικής κινητικότητας είναι επικίνδυνη
- Επιβεβαιωμένο ή πιθανολογούμενο φαιοχρωμοκύτωμα, λόγω του κινδύνου εμφάνισης οξέων επεισοδίων υπέρτασης
- Ιστορικό νευροληπτικής ή επαγόμενης από μετοκλοπραμίδη βραδυκινησίας
- Επιληψία (αυξημένη συχνότητα και ένταση των κρίσεων)
- Νόσος Πάρκινσον
- Συνδυασμός με λεβοντόπα ή ντοπαμινεργικούς αγωνιστές (βλ. παράγραφο 4.5)
- Γνωστό ιστορικό μεθαιμοσφαιριναιμίας με μετοκλοπραμίδη ή ανεπάρκεια NADH κυτοχρώματος-b5
- Χρήση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους λόγω αυξημένου κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών διαταραχών (βλ. παράγραφο 4.4)
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμός που αντενδείκνυται Η λεβοντόπα ή οι ντοπαμινεργικοί αγωνιστές και η μετοκλοπραμίδη έχουν αμοιβαίο ανταγωνισμό (βλ. παράγραφο 4.3).
Συνδυασμός που πρέπει να αποφεύγεται Το οινόπνευμα ενισχύει την κατασταλτική δράση της μετοκλοπραμίδης.
Συνδυασμός που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη Λόγω της προκινητικής επίδρασης της μετοκλοπραμίδης, η απορρόφηση ορισμένων φαρμάκων μπορεί να είναι τροποποιημένη.
Αντιχολινεργικά και παράγωγα της μορφίνης Τα αντιχολινεργικά και τα παράγωγα της μορφίνης μπορεί να έχουν αμοιβαίο ανταγωνισμό με τη μετοκλοπραμίδη ως προς την κινητικότητα της πεπτικής οδού.
Κατασταλτικά Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (παράγωγα μορφίνης, αγχολυτικά, κατασταλτικά αντιισταμινικά H1, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, βαρβιτουρικά, κλονιδίνη και συναφή) Οι κατασταλτικές επιδράσεις των κατασταλτικών του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος ενισχύονται με μετοκλοπραμίδη.
Νευροληπτικά Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να έχει αθροιστική δράση στην εμφάνιση εξωπυραμιδικών διαταραχών μαζί με άλλα νευροληπτικά.
Σεροτονινεργικά φάρμακα Η χρήση μετοκλοπραμίδης με σεροτονινεργικά φάρμακα, όπως είναι οι SSRI, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης.
Διγοξίνη Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να μειώσει την βιοδιαθεσιμότητα της διγοξίνης. Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης της διγοξίνης στο πλάσμα.
Κυκλοσπορίνη Η μετοκλοπραμίδη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα της κυκλοσπορίνης (Cmax κατά 46% και έκθεση κατά 22%). Απαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα. Οι κλινικές συνέπειες είναι αβέβαιες.
Μιβακούριο και σουξαμεθόνιο Η ένεση μετοκλοπραμίδης μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια νευρομυϊκού αποκλεισμού (μέσω αναστολής της χολινεστεράσης πλάσματος).
Ισχυροί αναστολείς CYP2D6 Τα επίπεδα της έκθεσης στη μετοκλοπραμίδη αυξάνονται όταν χορηγείται παράλληλα με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6, όπως είναι η φλουοξετίνη και η παροξετίνη. Μολονότι η κλινική σημασία είναι αβέβαιη, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται κατά κατηγορία οργανικού συστήματος. Οι συχνότητες ορίζονται χρησιμοποιώντας την ακόλουθη σύμβαση: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100, <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000, <1/100), σπάνιες (≥1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Μη γνωστές: Μεθαιμοσφαιριναιμία, η οποία θα μπορούσε να συνδεθεί με ανεπάρκεια της ρεδουκτάσης του NADH κυτοχρώματος-b5, ιδίως σε νεογνά (βλ. παράγραφο 4.4)
- Μη γνωστές: Θειοαιμοσφαιριναιμία, κυρίως με παράλληλη χορήγηση υψηλών δόσεων φαρμακευτικών προϊόντων που απελευθερώνουν θείο
Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές: Βραδυκαρδία, ιδίως με ενδοφλέβιο σκεύασμα
- Μη γνωστές: Καρδιακή ανακοπή, η οποία συμβαίνει συντόμως μετά από τη χρήση του ενέσιμου και μπορεί να έπεται βραδυκαρδίας (βλ. παράγραφο 4.4), κολποκοιλιακός αποκλεισμός, φλεβοκομβική ανακοπή, ιδίως με ενδοφλέβιο σκεύασμα, παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Μη γνωστές: Αύξηση αρτηριακής πίεσης σε ασθενείς με ή χωρίς φαιοχρωμοκύτωμα
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος*
- Όχι συχνές: Αμηνόρροια, υπερπρολακτιναιμία
- Σπάνιες: Γαλακτόρροια
- Μη γνωστές: Γυναικομαστία
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
- Συχνές: Διάρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
- Συχνές: Εξασθένιση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Όχι συχνές: Υπερευαισθησία
- Μη γνωστές: Αναφυλακτική αντίδραση (συμπεριλαμβανομένης της αναφυλακτικής καταπληξίας, ιδίως με ενδοφλέβιο σκεύασμα)
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
- Πολύ συχνές: Υπνηλία
- Συχνές: Εξωπυραμιδικές διαταραχές (ιδίως σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες και/ή όταν υπερβαίνεται η συνιστώμενη δόση, ακόμη και μετά από χορήγηση μίας μεμονωμένης δόσης του φαρμάκου) (βλ. παράγραφο 4.4), παρκινσονισμός, ακαθησία
- Όχι συχνές: Δυστονία, δυσκινησία, επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Σπάνιες: Σπασμοί, ιδίως σε επιληπτικούς ασθενείς
- Μη γνωστές: Βραδυκινησία η οποία μπορεί να είναι επίμονη, κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας ή μετά από παρατεταμένη θεραπεία, ιδίως σε ηλικιωμένους ασθενείς (βλ. παράγραφο 4.4), νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο (βλ. παράγραφο 4.4)
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: Κατάθλιψη
- Όχι συχνές: Ψευδαισθήσεις
- Σπάνιες: Συγχυτική κατάσταση
- Μη γνωστές: Ιδεασμός αυτοκτονίας
Αγγειακές διαταραχές
- Συχνές: Υπόταση, ιδίως με ενδοφλέβιο σκεύασμα
- Μη γνωστές: Καταπληξία, συγκοπή μετά τη χρήση του ενέσιμου, οξεία υπέρταση σε ασθενείς με φαιοχρωμοκύτωμα (βλ. παράγραφο 4.3).
- Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος κατά τη διάρκεια παρατεταμένης θεραπείας που σχετίζονται με υπερπρολακτιναιμία (αμηνόρροια, γαλακτόρροια, γυναικομαστία).
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες, μερικές φορές σχετιζόμενες, εμφανίζονται συχνότερα όταν χρησιμοποιούνται υψηλές δόσεις:
- Εξωπυραμιδικά συμπτώματα: οξεία δυστονία και δυσκινησία, παρκινσονικό σύνδρομο, ακαθησία, ακόμη και μετά από χορήγηση μιας μεμονωμένης δόσης του φαρμακευτικού προϊόντος, ιδίως σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες (βλ. παράγραφο 4.4).
- Υπνηλία, μειωμένο επίπεδο συνείδησης, σύγχυση, ψευδαισθήσεις.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη
Ένας μεγάλος όγκος δεδομένων από εγκύους (περισσότερες από 1.000 εκβάσεις έκθεσης) δεν καταδεικνύει παραμορφωτική τοξικότητα ή τοξικότητα για το κύημα. Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Λόγω των φαρμακολογικών ιδιοτήτων (όπως τα άλλα νευροληπτικά), σε περίπτωση χορήγησης μετοκλοπραμίδης στο τέλος της εγκυμοσύνης, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εμφάνισης εξωπυραμιδικού συνδρόμου στο νεογνό. Η μετοκλοπραμίδη πρέπει να αποφεύγεται στο τέλος της εγκυμοσύνης. Αν χρησιμοποιείται μετοκλοπραμίδη, πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του νεογνού.
Θηλασμός
Η μετοκλοπραμίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα σε χαμηλό επίπεδο. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο βρέφος που θηλάζει. Ως εκ τούτου, η μετοκλοπραμίδη δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του θηλασμού. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διακοπή της μετοκλοπραμίδης σε γυναίκες που θηλάζουν.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προκινητικά, κωδικός ATC: A03FA.
Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την κένωση του στομάχου και τη διάβαση στο λεπτό έντερο. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του τόνου του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, του τόνου και του εύρους των περισταλτικών κινήσεων του στομάχου (ιδιαίτερα του πυλωρικού άντρου) και του περισταλτισμού του δωδεκαδακτύλου και της νήστιδας, καθώς επίσης και στην ταυτόχρονη χάλαση του πυλωρικού σφιγκτήρα και του δωδεκαδακτυλικού βολβού. Οι παραπάνω δράσεις ερμηνεύονται από τις χολινεργικές και τις αντιντοπαμινεργικές ιδιότητες του φαρμάκου, ενώ επιπλέον ασκεί και ισχυρή κεντρική αντιεμετική δράση. Να σημειωθεί ότι η μετοκλοπραμίδη δεν επηρεάζει τη γαστρική, χολική και παγκρεατική έκκριση ή τη λειτουργία του παχέος εντέρου.
Η δράση της μετοκλοπραμίδης στην κινητικότητα εξουδετερώνεται με τα αντιχολινεργικά φάρμακα.
Η μετοκλοπραμίδη αναστέλλει την κεντρική και την περιφερειακή δράση της απομορφίνης, προκαλεί απελευθέρωση της προλακτίνης και παροδική αύξηση των επιπέδων της αλδοστερόνης, με πιθανή παροδική κατακράτηση υγρών.
Η έναρξη της δράσης παρατηρείται 1-3 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, 10-15 λεπτά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και 30-60 λεπτά μετά τη χορήγηση από το στόμα. Οι φαρμακολογικές ενέργειες διαρκούν επί 1-2 ώρες.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PRIMPERAN
expand_more
Φαρμακοκινητική
Το φάρμακο, χορηγούμενο από το στόμα, απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες στάθμες του στο αίμα παρατηρούνται 30΄-50΄ μετά τη χορήγησή του.
Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, ο οποίος ποικίλλει σημαντικά από άτομο σε άτομο. Η βιοδιαθεσιμότητα κατά μέσο όρο της από του στόματος χορηγούμενης μετοκλοπραμίδης είναι 75%, αλλά φαίνεται ότι ποικίλλει μεταξύ 30% και 100%. Οι προσπάθειες που έγιναν να χορηγηθεί το φάρμακο από το ορθό για να ξεπεραστούν τα προβλήματα της χορήγησης από το στόμα έδειξαν ότι η βιοδιαθεσιμότητα ποικίλλει επίσης από αυτή την οδό, αν και φαίνεται ότι είναι ελαφρώς καλύτερη όταν δίδεται ενδομυϊκά. Το φάρμακο δεν συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 30%). Ο όγκος κατανομής του είναι υψηλός (περίπου 3,5 l/kg), πράγμα που δείχνει εκτεταμένη κατανομή του στους ιστούς.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής του (t ) είναι 4 περίπου ώρες (κυμαίνεται από 2 έως 6 ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση), που μπορεί όμως να παραταθεί μέχρι και πάνω από 24 σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας.
Το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου αποβάλλεται αναλλοίωτο από τους νεφρούς (80%) ή στη χολή με τη μορφή θειϊκών ή γλυκουρονικών ενώσεων.
Νεφρική δυσλειτουργία Η κάθαρση της μετοκλοπραμίδης είναι μειωμένη έως και κατά 70% σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή από το πλάσμα είναι αυξημένος (κατά προσέγγιση 10 ώρες για κάθαρση κρεατινίνης 10-50 mL/min και 15 ώρες για κάθαρση κρεατινίνης <10 mL/min).
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, έχει παρατηρηθεί συσσώρευση μετοκλοπραμίδης, που συσχετίζεται με μείωση κατά 50% της κάθαρσης από το πλάσμα.
ΕΟΦ · 4.14
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
expand_more
Aντιεμετικά - Αντιιλιγγικά
Tα φάρμακα αυτά χρησιμοποιούνται στην συμπτωματική θεραπεία ναυτίας, εμέτων και ιλίγγων, κεντρικής ιδίως προέλευσης. Πρέπει να χορηγούνται μόνο όταν η αιτία του εμέτου είναι γνωστή αλλιώς η συμπτωματική ανακούφιση μπορεί να καθυστερήσει ή να αποκρύψει τη διάγνωση της υποκείμενης νόσου.
Σε περιπτώσεις λαβυρινθικών διαταραχών το αποτελεσματικότερο φάρμακο είναι η υοσκίνη (σκοπολαμίνη) που όμως έχει πολύ σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Γι’ αυτό κατά κανόνα προτιμώνται ορισμένα αντιισταμινικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη, προμεθαζίνη) παρότι έχουν σχετικώς μικρότερη δραστικότητα. H αποτελεσματικότητα των διαφόρων αντιισταμινικών είναι παρόμοια, υπάρχουν όμως σημαντικές διαφορές στις ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως στην υπνηλία (βλ. 3.5). H διάρκεια δράσης τους είναι 4-6 ώρες. Στη “ναυτία των ταξιδιωτών” πρέπει να δίνονται προφυλακτικώς, μισή τουλάχιστον ώρα πριν το ταξίδι. Θα πρέπει να αποφεύγεται η οδήγηση καθώς και ο χειρισμός επικίνδυνων μηχανημάτων μετά τη λήψη τους.
O ίλιγγος και η ναυτία του συνδρόμου Meniere ή των χειρουργικών χειρισμών στην περιοχή του μέσου ωτός αντιμετωπίζονται πιο δύσκολα. H υοσκίνη και τα αντιισταμινικά αντιεμετικά είναι σχετικώς αποτελεσματικά στην προφύλαξη και συμπτωματική αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων. H κινναριζίνη και η β-ιστίνη έχουν χρησιμοποιηθεί ευρέως, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι είναι περισσότερο αποτελεσματικά.
Στο σύνδρομο Meniere μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και ορισμένα αντιντοπαμινεργικά φάρμακα (βλ. 1.2.3), ιδίως οι αντιεμετικές φαινοθειαζίνες. Kύρια ένδειξη των φαρμάκων αυτών είναι οι έμετοι από κυτταροστατικά, ενδογενείς τοξίνες (π.χ. ουραιμία), ακτινοβολία, κλπ. Tα φάρμακα αυτά έχουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες των νευροληπτικών (βλ. 4.2) αλλά ηπιότερες στις αντιεμετικές δόσεις. H κύρια δράση της μετοκλοπραμίδης και δομπεριδόνης είναι στην κινητικότητα του ανώτερου γαστρεντερικού σωλήνα (βλ. 1.2.2.1). Όμως και αυτά τα φάρμακα έχουν ανεπιθύμητες ενέργειες αντίστοιχες των νευροληπτικών (ιδίως εξωπυραμιδικές, όπως οξείες δυστονίες κλπ.).
Σε μετεγχειρητικούς εμέτους η χρήση αντιεμετικών συνιστάται μόνο σε περιπτώσεις που δημιουργείται πρόβλημα διαταραχής του ισοζυγίου ύδατος-ηλεκτρολυτών ή υπάρχει κίνδυνος μετεγχειρητικών επιπλοκών καθώς επίσης και σε ωτικές επεμβάσεις με έντονο ερεθισμό του λαβυρίνθου.
Xρησιμοποιείται συνήθως η προμεθαζίνη και σε βαρύτερες καταστάσεις τα αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. Oρισμένοι χορηγούν τα φάρμακα αυτά και στην προεγχειρητική αγωγή, όταν υπάρχει ιστορικό εμέτων από γενική αναισθησία.
Στην εγκυμοσύνη τα αντιεμετικά πρέπει κατά κανόνα να αποφεύγονται, ιδίως στο πρώτο τρίμηνο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που οι επίμονοι έμετοι δεν υποχωρούν με μη φαρμακευτικά μέσα (αλλαγή δίαιτας, ρύθμιση μεσοδιαστημάτων γευμάτων, κλπ.), μπορεί να δοθούν ορισμένα αντιισταμινικά αντιεμετικά (διμενυδρινάτη, διφαινυδραμίνη) και αν δεν υπάρξει βελτίωση, προμεθαζίνη ή αντιντοπαμινεργικά αντιεμετικά. H πυριδοξίνη δεν είναι αποτελεσματική. H χρήση συνδυασμών αντιεμετικών φαρμάκων δεν ενδείκνυται. Oι ανταγωνιστές των 5-HT3 υποδοχέων είναι μια νέα κατηγορία αντι-εμετικών φαρμάκων που βασίζουν την δράση τους στον εκλεκτικό ανταγωνισμό των 5-HT3 υποδοχέων με αποτέλεσμα την αναστολή της δράσης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (σεροτονίνης). H ομάδα αυτή των φαρμάκων έχει μεγάλη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση της ναυτίας και του εμέτου που προκαλείται από την χημειοθεραπεία και την ακτινοθεραπεία, χωρίς σημαντικές παρενέργειες.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η Μετολοπραμίδη αυξάνει την κένωση του στομάχου μειώνοντας την πίεση του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα (ΚΟΣ). Επίσης, ασκεί επιδράσεις στην περιοχή postrema του εγκεφάλου, εμποδίζοντας και ανακουφίζοντας τα συμπτώματα ναυτίας και εμέτου. Επιπλέον, το φάρμακο αυτό αυξάνει την γαστρεντερική κινητικότητα χωρίς να αυξάνει τις χολικές, γαστρικές ή παγκρεατικές εκκρίσεις. Λόγω της αντι-ντοπαμινεργικής της δράσης, η μετολοπραμίδη μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα εκδηλώσεων υπερκινησίας (TD), δυστονίας και ακathisia, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χορηγείται για περισσότερο από 12 εβδομάδες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η Μετολοπραμίδη προκαλεί αντιεμετικά αποτελέσματα αναστέλλοντας τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και σεροτονίνης 5-HT3 στην ζώνη ενεργοποίησης των χημειοϋποδοχέων (CTZ) που βρίσκεται στην περιοχή postrema του εγκεφάλου. Η χορήγηση του φαρμάκου οδηγεί σε προκινητικά αποτελέσματα μέσω ανασταλτικών δράσεων στους προ- και μετα-συναπτικούς υποδοχείς D2, αγωνισμό στους υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT4 και ανταγωνισμό στην αναστολή των μουσκαρινικών υποδοχέων. Αυτή η δράση ενισχύει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης, προκαλώντας αυξημένο τόνο του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα (ΚΟΣ) και του στομάχου, επιταχύνοντας την κένωση του στομάχου και την διάβαση μέσω του εντέρου. Η μετολοπραμίδη ανταγωνίζεται τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Η ντοπαμίνη ασκεί χαλαρωτική επίδραση στο γαστρεντερικό σωλήνα μέσω σύνδεσης με μυϊκούς υποδοχείς D2.
Η μετολοπραμίδη επιταχύνει την κένωση του στομάχου και την εντερική διάβαση από το δωδεκαδάκτυλο έως την ειλεοτυφλική βαλβίδα, αυξάνοντας το πλάτος και τη διάρκεια των οισοφαγικών συσπάσεων, τον τόνο ηρεμίας του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, και το πλάτος και τον τόνο των γαστρικών (ιδίως του άντρου) συσπάσεων, ενώ χαλαρώνει τον πυλωρικό σφιγκτήρα και το δωδεκαδακτυλικό βολβό, αυξάνοντας παράλληλα την περισταλτικότητα του δωδεκαδακτύλου και της νήστιδας.
Οι φαρμακολογικές δράσεις της μετολοπραμίδης στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα είναι παρόμοιες με αυτές των χολινεργικών φαρμάκων (π.χ., βεθανεχόλη). Ωστόσο, σε αντίθεση με τα χολινεργικά φάρμακα, η μετολοπραμίδη δεν διεγείρει τις γαστρικές, χολικές ή παγκρεατικές εκκρίσεις και δεν επηρεάζει τη συγκέντρωση της γαστρίνης στον ορό. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μετολοπραμίδης δεν είναι σαφής, τα αποτελέσματα της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω ενίσχυσης χολινεργικών διεγερτικών διεργασιών στην μεταγαγγλιακή νευρομυϊκή σύναψη. Ο ανταγωνισμός μη-αδρενεργικών, μη-χολινεργικών ανασταλτικών κινητικών νεύρων (δηλαδή, ντοπαμινεργικών). Και/ή άμεση επίδραση στον λείο μυ.
Οι επιδράσεις της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα δεν εξαρτώνται από άθικτη πνευμονογαστρική νεύρωση, αλλά μειώνονται ή καταργούνται από αντιχολινεργικά φάρμακα (π.χ., ατροπίνη) και ενισχύονται από χολινεργικά φάρμακα (π.χ., καρβαχόλη, μεθαχολίνη). Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι επιδράσεις της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα μπορεί να εξαρτώνται εν μέρει από ενδοτοιχωματικά χολινεργικά νευρώνια του λείου μυός που παραμένουν άθικτα μετά από πνευμονογαστρική απονεύρωση. Σε αντίθεση με τα χολινεργικά φάρμακα, η μετολοπραμίδη απαιτεί εγγενείς νευρωνικές αποθήκες ακετυλοχολίνης για να ασκήσει τις φαρμακολογικές της επιδράσεις. Η μετασυναπτική δραστηριότητα προκύπτει από την ικανότητα της μετολοπραμίδης να ενισχύει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης από τα μεταγαγγλιακά χολινεργικά νευρώνια στον γαστρεντερικό σωλήνα και να ευαισθητοποιεί τους μουσκαρινικούς υποδοχείς των λείων μυών του γαστρεντερικού σωλήνα στις δράσεις της ακετυλοχολίνης.
Η μετολοπραμίδη είναι ένας ισχυρός ανταγωνιστής των υποδοχέων ντοπαμίνης, και ορισμένες από τις δράσεις της μετολοπραμίδης στους λείους μύες του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω του ανταγωνισμού της ντοπαμινεργικής νευροδιαβίβασης. Έχουν αναγνωριστεί συγκεκριμένοι υποδοχείς ντοπαμίνης στον οισοφάγο και το στομάχι. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό αν υπάρχει ένα ντοπαμινεργικό σύστημα ελέγχου για τη λειτουργία του λείου μυός στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα. Στον γαστρεντερικό σωλήνα, η ντοπαμίνη είναι κυρίως ένας ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής. Η ντοπαμίνη μειώνει την ένταση των οισοφαγικών συσπάσεων, χαλαρώνει το εγγύς στομάχι και μειώνει τη γαστρική έκκριση. Αν και η μετολοπραμίδη μπλοκάρει αυτές τις ανασταλτικές επιδράσεις της ντοπαμίνης, ο πραγματικός ρόλος της ντοπαμίνης στον περιφερικό έλεγχο της γαστρεντερικής κινητικότητας δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Δεδομένου ότι οι χολινεργικοί μηχανισμοί είναι υπεύθυνοι για τις περισσότερες διεγερτικές κινητικές δραστηριότητες στον γαστρεντερικό σωλήνα, φαίνεται ότι τα θεραπευτικά αποτελέσματα της μετολοπραμίδης οφείλονται κυρίως στην χολινεργικού τύπου δράση του φαρμάκου. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να ενισχύσει την χολινεργικού τύπου δράση της μετολοπραμίδης.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρης) για τη Μετολοπραμίδη (10 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μετολοπραμίδη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα με ρυθμό απορρόφησης περίπου 84%. Η βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος σκευάσματος αναφέρεται σε περίπου 40,7%, αλλά μπορεί να κυμαίνεται από 30-100%. Η ρινική μετολοπραμίδη έχει βιοδιαθεσιμότητα 47%. Μια δόση 15 mg φθάνει σε Cmax 41,0 ng/mL, με Tmax 1,25 h, και AUC 367 ng*h/mL.
Περίπου το 85% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης μετρήθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών κατά τη διάρκεια μιας φαρμακοκινητικής μελέτης. Κατά μέσο όρο, 18% έως 22% μιας δόσης 10-20 mg ανακτήθηκε ως ελεύθερο φάρμακο εντός 3 ημερών από τη χορήγηση.
Ο όγκος κατανομής της μετολοπραμίδης είναι περίπου 3,5 L/kg. Αυτό υποδηλώνει υψηλό επίπεδο κατανομής στους ιστούς. Η μετολοπραμίδη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει εξωπυραμιδικά συμπτώματα στο έμβρυο.
Η νεφρική κάθαρση της μετολοπραμίδης είναι 0,16 L/h/kg με ολική κάθαρση 0,7 L/h/kg. Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η κάθαρση της μετολοπραμίδης μπορεί να μειωθεί έως και 50% σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Μετά από υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις, η ολική κάθαρση της μετολοπραμίδης κυμαινόταν από 0,31 έως 0,69 L/kg/h.
Η μετολοπραμίδη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, η απορρόφηση μπορεί να καθυστερήσει ή να μειωθεί σε ασθενείς με γαστρική στάση. Έχουν αναφερθεί σημαντικές δια-ατομικές διακυμάνσεις (έως και πενταπλάσιες) στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα με την ίδια από του στόματος δόση μετολοπραμίδης. Αυτή η μεταβλητότητα προφανώς οφείλεται σε δια-ατομικές διαφορές στον μεταβολισμό πρώτης διόδου του φαρμάκου.
Η βιοδιαθεσιμότητα της μετολοπραμίδης φαίνεται να συσχετίζεται με τον λόγο των συγκεντρώσεων ελεύθερης:συζευγμένης μετολοπραμίδης στα ούρα. Φαίνεται ότι η θειική σύζευξη στον αυλό του ΓΕΣ ή/και κατά την πρώτη δίοδο μέσω του ήπατος είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας της βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος χορηγούμενης μετολοπραμίδης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης μετολοπραμίδης δεν έχει σαφώς καθοριστεί σε ανθρώπους, αλλά περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι 30-100% μιας από του στόματος δόσης του φαρμάκου φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητη μετολοπραμίδη. Μετά από IM χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μετολοπραμίδης είναι 74-96%.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας μεμονωμένης δόσης 10 mg του φαρμάκου σε υγιείς, νηστικούς ενήλικες σε μία μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετολοπραμίδης στο πλάσμα 32-44 ng/mL εμφανίστηκαν σε 1-2 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας μεμονωμένης δόσης 20 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετολοπραμίδης στο πλάσμα 72-87 ng/mL εμφανίστηκαν κατά μέσο όρο σε 2 ώρες.
Σε μια μελέτη σε βρέφη (3,5 εβδομάδων-5,4 μηνών) με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση που έλαβαν από του στόματος δόσεις μετολοπραμίδης 0,15 mg/kg κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις ως από του στόματος διάλυμα, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (56,8 ng/mL) του φαρμάκου μετά την 10η δόση ήταν διπλάσια σε σύγκριση με αυτήν μετά την πρώτη δόση (29 ng/mL), υποδηλώνοντας ότι η μετολοπραμίδη συσσωρεύεται στο πλάσμα μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Σε αυτούς τους ασθενείς, ο χρόνος για την επίτευξη μέσων μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (2,2 ώρες) ήταν παρόμοιος μετά την 10η δόση με αυτόν που παρατηρήθηκε μετά την πρώτη δόση.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για τη Μετολοπραμίδη (18 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η Μετολοπραμίδη συνδέεται κατά 30% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την α-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μετολοπραμίδη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου και ο μεταβολισμός της ποικίλλει ανάλογα με το άτομο. Το φάρμακο αυτό μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ. Τόσο το CYP2D6 όσο και το CYP3A4 συμβάλλουν στον μεταβολισμό του, με το CYP2D6 να εμπλέκεται περισσότερο. Το CYP1A2 είναι επίσης ένα δευτερεύον συμβάλλον ένζυμο. Η διαδικασία N-4 θειικής σύζευξης είναι μια κύρια μεταβολική οδός της μετολοπραμίδης.
Αν και η ακριβής μεταβολική μοίρα της μετολοπραμίδης δεν έχει σαφώς καθοριστεί, φαίνεται ότι η μετολοπραμίδη μεταβολίζεται ελάχιστα. Ο κύριος μεταβολίτης που βρίσκεται στα ούρα είναι το 2-[(4-αμινο-5-χλωρο-2-μεθοξυβενζοϋλ)αμινο]οξικό οξύ. Δεν είναι γνωστό αν αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά ενεργός. Η μετολοπραμίδη συζεύγνυται με θειικό ή/και γλυκουρονικό οξύ.
Η μετολοπραμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη μονοδεαιθυλομετολοπραμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της μετολοπραμίδης σε άτομα με υγιή νεφρική λειτουργία κυμαίνεται από 5 έως 6 ώρες, αλλά παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης.
Σε ενήλικες, ο χρόνος ημίσειας ζωής της μετολοπραμίδης στην αρχική φάση (t1/2 α) είναι περίπου 5 λεπτά, και ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση (t1/2 β) κυμαίνεται από 2,5-6 ώρες. Σε παιδιά που λαμβάνουν από του στόματος ή IV μετολοπραμίδη, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου αναφέρεται ότι είναι 4,1-4,5 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση δόσεων 0,15 mg/kg μετολοπραμίδης κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις σε ένα βρέφος (3,5 εβδομάδων), παρατηρήθηκαν χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής 23,1 και 10,3 ωρών μετά την πρώτη και 10η δόση, αντίστοιχα, οι οποίοι ήταν σημαντικά μεγαλύτεροι από αυτούς που αναφέρθηκαν σε μεγαλύτερα βρέφη, υποδηλώνοντας μειωμένη κάθαρση στο νεογνό, πιθανώς λόγω ανώριμης νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας κατά τη γέννηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
Ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ DOPAMINE D2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
L4YEB44I46
METOCLOPRAMIDE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Ντοπαμίνης D2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2
Η Μετολοπραμίδη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2. Ο μηχανισμός δράσης της Μετολοπραμίδης είναι ως Ανταγωνιστής Ντοπαμίνης D2.
METOCLOPRAMIDE
Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2 [EPC]; Ανταγωνιστές Ντοπαμίνης D2 [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
Ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ DOPAMINE D2.