METOCLOPRAMIDE(Μετοκλοπραμίδη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: 4 περίπου ώρες (κυμαίνεται από 2 έως 6 ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση), που μπορεί όμως να παραταθεί μέχρι και πάνω από 24 σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας
- DrugBank: 5-6 ώρες
- PubChem: 5-6 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Πρόληψη της μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου (PONV)
σε: Ενήλικες
Παρεντερική χορήγηση/IM-IV
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Συμπτωματική θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από οξεία ημικρανία
σε: Ενήλικες
Παρεντερική χορήγηση/IM-IV
-
Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από ακτινοθεραπεία (RINV)
σε: Ενήλικες
Παρεντερική χορήγηση/IM-IV
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Πρόληψη της καθυστερημένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV)
σε: Παιδιά (1-18 ετών)
Ως επιλογή δεύτερης γραμμής, Παρεντερική χορήγηση/IM-IV
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Αντιμετώπιση της επιβεβαιωμένης μετεγχειρητικής ναυτίας και του εμέτου (PONV)
σε: Παιδιά (1-18 ετών)
Ως επιλογή δεύτερης γραμμής, Παρεντερική χορήγηση/IM-IV
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Πρόληψη της καθυστερημένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV)
σε: Ενήλικες
Χορήγηση από το στόμα
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Πρόληψη της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από ακτινοθεραπεία (RINV)
σε: Ενήλικες
Χορήγηση από το στόμα
- R11 Ναυτία και έμετος
-
Συμπτωματική θεραπεία της ναυτίας και του εμέτου, συμπεριλαμβανομένης της ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από οξεία ημικρανία
σε: Ενήλικες
Η μετοκλοπραμίδη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με χορηγούμενα από του στόματος αναλγητικά για τη βελτίωση της απορρόφησης των αναλγητικών στην οξεία ημικρανία. Χορήγηση από το στόμα
-
Πρόληψη της καθυστερημένης ναυτίας και του εμέτου που προκαλούνται από χημειοθεραπεία (CINV)
σε: Παιδιά (1-18 ετών)
Ως επιλογή δεύτερης γραμμής, Χορήγηση από το στόμα
- R11 Ναυτία και έμετος
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Παρεντερική, Από το στόμα
- Χορήγηση: Πρέπει να τηρείται ελάχιστο διάστημα 6 ωρών ανάμεσα σε δύο δόσεις, ακόμη και σε περίπτωση εμέτου ή απόρριψης της δόσης.
- Δόση έναρξης: 10 mg
-
Ενήλικοι ασθενείς (ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς)Δόση10 mg (μεμονωμένη δόση για πρόληψη PONV), 10 mg (έως 3 φορές ημερησίως για συμπτωματική θεραπεία ναυτίας/εμέτου, RINV)Μέγ. δόση30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρουςΗ διάρκεια της ενέσιμης θεραπείας πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη με μετάβαση σε χορήγηση από το στόμα ή το ορθό το ταχύτερο δυνατό.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1-18 ετών, ενδοφλεβίως)Δόση0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρους (έως 3 φορές ημερησίως)Μέγ. δόση0,5 mg/kg σωματικού βάρους σε 24 ώρεςΜέγιστη διάρκεια θεραπείας: 48 ώρες για PONV, 5 ημέρες για CINV.
-
Ενήλικοι ασθενείς (από το στόμα)Δόση10 mg (μεμονωμένη δόση για άμεσης αποδέσμευσης, έως 3 φορές ημερησίως)Μέγ. δόση30 mg ή 0,5 mg/kg σωματικού βάρουςΜέγιστη διάρκεια θεραπείας: 5 ημέρες.
-
Παιδιατρικοί ασθενείς (1-18 ετών, από το στόμα)Δόση0,1 έως 0,15 mg/kg σωματικού βάρους (έως 3 φορές ημερησίως)Μέγ. δόση0,5 mg/kg σωματικού βάρους σε 24 ώρεςΜέγιστη διάρκεια θεραπείας: 5 ημέρες για CINV. Τα δισκία δεν είναι κατάλληλα για χρήση σε παιδιά που ζυγίζουν λιγότερο από 30 kg. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες.
-
ΗλικιωμένοιΠρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο μείωσης της δόσης με βάση τη νεφρική και ηπατική λειτουργία και τη γενική ευπάθεια. Για δισκία: Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές/περιεκτικότητες μπορεί να είναι πιο κατάλληλες.
-
Παιδιά < 1 έτουςΑντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΔόσηΜείωση δόσης κατά 50%(βλ. Φαρμακοκινητικές)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Αιμορραγία του γαστρεντερικού σωλήνα, μηχανική απόφραξη ή διάτρηση του γαστρεντερικού σωλήνα για την οποία η διέγερση της γαστρεντερικής κινητικότητας είναι επικίνδυνη
-
Επιβεβαιωμένο ή πιθανολογούμενο φαιοχρωμοκύτωμα, λόγω του κινδύνου εμφάνισης οξέων επεισοδίων υπέρτασης
-
Ιστορικό νευροληπτικής ή επαγόμενης από μετοκλοπραμίδη βραδυκινησίας
-
Επιληψία (αυξημένη συχνότητα και ένταση των κρίσεων)
-
Νόσος Πάρκινσον
-
Συνδυασμός με λεβοντόπα ή ντοπαμινεργικούς αγωνιστές (βλ. Αλληλεπιδράσεις)
-
Γνωστό ιστορικό μεθαιμοσφαιριναιμίας με μετοκλοπραμίδη ή ανεπάρκεια NADH κυτοχρώματος-b5
-
Χρήση σε παιδιά ηλικίας μικρότερης του 1 έτους λόγω αυξημένου κινδύνου εμφάνισης εξωπυραμιδικών διαταραχών (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις)
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νευρολογικές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΠαιδιά και νεαροί ενήλικεςΗ μετοκλοπραμίδη πρέπει να διακόπτεται αμέσως στην περίπτωση εξωπυραμιδικών συμπτωμάτων. Πρέπει να τηρείται χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 ωρών μεταξύ των χορηγήσεων της μετοκλοπραμίδης, ακόμη και σε περίπτωση εμέτου ή απόρριψης της δόσης, προκειμένου να αποφευχθεί η υπερδοσολογία.
-
ΒραδυκινησίαπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένουςΗ θεραπεία δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 3 μήνες. Εάν παρουσιαστούν κλινικά σημεία βραδυκινησίας, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται.
-
Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομοπροσοχήΣτην περίπτωση συμπτωμάτων νευροληπτικού κακοήθους συνδρόμου η μετοκλοπραμίδη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να ξεκινά κατάλληλη θεραπεία.
-
Νευρολογικές καταστάσεις και κεντρικώς δρώντα φάρμακαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με υποκείμενες νευρολογικές καταστάσεις και σε ασθενείς υπό θεραπεία με άλλα κεντρικώς δρώντα φάρμακα (βλ. Αντενδείξεις)Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται.
-
Νόσος ΠάρκινσονπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νόσο ΠάρκινσονΤα συμπτώματα της νόσου Πάρκινσον μπορεί να επιδεινωθούν.
-
ΜεθαιμοσφαιριναιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ανεπάρκεια της ρεδουκτάσης του NADH κυτοχρώματος-b5Η μετοκλοπραμίδη πρέπει να διακόπτεται αμέσως και να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα μόνιμα (π.χ. θεραπεία με κυανούν του μεθυλενίου).
-
Καρδιακές διαταραχέςπροσοχήΈχουν αναφερθεί σοβαρές καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων κυκλοφορικής κατέρρειψης, σοβαρής βραδυκαρδίας, καρδιακής ανακοπής και παράτασης του διαστήματος QT μετά από χορήγηση μετοκλοπραμίδης με ένεση, κυρίως μέσω της ενδοφλέβιας οδού.
-
Καρδιακές διαταραχέςπροσοχήΠληθυσμόςΗλικιωμένος πληθυσμός με διαταραχές της καρδιακής αγωγιμότητας (συμπεριλαμβανομένης της παράτασης του διαστήματος QT), σε ασθενείς με μη διορθωμένη ηλεκτρολυτική διαταραχή, βραδυκαρδία και σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα τα οποία είναι γνωστό ότι παρατείνουν το διάστημα QTΙδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται κατά τη χορήγηση μετοκλοπραμίδης, κυρίως μέσω της ενδοφλέβιας οδού. Οι ενδοφλέβιες δόσεις πρέπει να χορηγούνται ως αργή ένεση bolus (τουλάχιστον σε διάστημα 3 λεπτών) για να μειώνεται ο κίνδυνος εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (π.χ. υπόταση, ακαθησία).
-
Νεφρική και Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική δυσλειτουργία ή με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΣυνιστάται μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Έκδοχα (Λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν το Μετοκλοπραμίδη δισκία.
-
Έκδοχα (Υδροξυβενζοϊκό μεθυλεστέρα, υδροξυβενζοϊκό προπυλεστέρα)προσοχήΤο Μετοκλοπραμίδη σιρόπι μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις (πιθανόν με καθυστέρηση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Λεβοντόπα ή ντοπαμινεργικοί αγωνιστέςαντένδειξηΑμοιβαίος ανταγωνισμός
-
ΟινόπνευμααποφεύγεταιΕνισχύει την κατασταλτική δράση της μετοκλοπραμίδης
-
Αντιχολινεργικά και παράγωγα της μορφίνηςπροσοχήΑμοιβαίος ανταγωνισμός ως προς την κινητικότητα της πεπτικής οδού
-
Κατασταλτικά Κεντρικού Νευρικού Συστήματος (παράγωγα μορφίνης, αγχολυτικά, κατασταλτικά αντιισταμινικά H1, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, βαρβιτουρικά, κλονιδίνη, συναφή)προσοχήΕνίσχυση των κατασταλτικών επιδράσεων
-
ΝευροληπτικάπροσοχήΑθροιστική δράση στην εμφάνιση εξωπυραμιδικών διαταραχών
-
Σεροτονινεργικά φάρμακα (π.χ. SSRIs)προσοχήΑύξηση του κινδύνου εμφάνισης συνδρόμου σεροτονίνης
-
παρακολούθησηΜείωση της βιοδιαθεσιμότητας της διγοξίνηςΣύστασηΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης της διγοξίνης στο πλάσμα.
-
παρακολούθησηΑύξηση της βιοδιαθεσιμότητας της κυκλοσπορίνης (Cmax κατά 46% και έκθεση κατά 22%)ΣύστασηΑπαιτείται προσεκτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης της κυκλοσπορίνης στο πλάσμα. Οι κλινικές συνέπειες είναι αβέβαιες.
-
Μιβακούριο, σουξαμεθόνιοπροσοχήΠαράταση της διάρκειας νευρομυϊκού αποκλεισμού
-
Ισχυροί αναστολείς CYP2D6 (π.χ. φλουοξετίνη, παροξετίνη)παρακολούθησηΑύξηση των επιπέδων της έκθεσης στη μετοκλοπραμίδηΣύστασηΟι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες.
-
παρακολούθησηΜείωση της έκθεσης στη μετοκλοπραμίδη (AUC, Cmax)ΣύστασηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για τυχόν έλλειψη αντιεμετικής δράσης.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Μεθαιμοσφαιριναιμία
- Θειοαιμοσφαιριναιμία
- Βραδυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Κολποκοιλιακός αποκλεισμός
- Φλεβοκομβική ανακοπή
- Παρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημα
- Κοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίου
- Αύξηση αρτηριακής πίεσης
- Αμηνόρροια
- Γαλακτόρροια
- Γυναικομαστία
- Υπερπρολακτιναιμία
- Διάρροια
- Εξασθένηση
- Αναφυλακτική αντίδραση
- Υπερευαισθησία
- Υπνηλία
- Εξωπυραμιδικές διαταραχές
- Παρκινσονισμός
- Ακαθησία
- Δυστονία
- Δυσκινησία
- Επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης
- Σπασμοί
- Βραδυκινησία
- Νευροληπτικό κακόηθες σύνδρομο
- Συγκοπή
- Κατάθλιψη
- Ψευδαισθήσεις
- Συγχυτική κατάσταση
- Αυτοκτονικός ιδεασμός
- Υπόταση
- Καταπληξία
- Οξεία υπέρταση
- Παροδική αύξηση αρτηριακής πίεσης
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑκαθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕξωπυραμιδικές διαταραχέςΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΠαρκινσονισμόςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυστονίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΥπερπρολακτιναιμίαΕνδοκρινικό
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΓαλακτόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑναφυλακτική αντίδρασηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑυτοκτονικός ιδεασμόςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΑύξηση αρτηριακής πίεσηςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΒραδυκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΘειοαιμοσφαιριναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚαταπληξίαΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΚοιλιακή ταχυκαρδία δίκην ριπιδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚολποκοιλιακός αποκλεισμόςΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΜεθαιμοσφαιριναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΝευροληπτικό κακόηθες σύνδρομοΝευρικό
-
Μη γνωστέςΟξεία υπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΠαρατεταμένο διάστημα QT στο ηλεκτροκαρδιογράφημαΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠαροδική αύξηση αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΦλεβοκομβική ανακοπήΚαρδιά
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΜπορεί να χρησιμοποιηθεί εάν κρίνεται κλινικά απαραίτητο. Πρέπει να αποφεύγεται στο τέλος της εγκυμοσύνης λόγω κινδύνου εξωπυραμιδικού συνδρόμου στο νεογνό. Εάν χρησιμοποιηθεί, πρέπει να γίνεται παρακολούθηση του νεογνού.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΗ μετοκλοπραμίδη απεκκρίνεται στο μητρικό γάλα. Δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών στο βρέφος που θηλάζει. Δεν συνιστάται.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- εξωπυραμιδικές διαταραχές
- υπνηλία
- μειωμένο επίπεδο συνείδησης
- σύγχυση
- ψευδαισθήσεις
- καρδιο-αναπνευστική ανακοπή
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προκινητικά, κωδικός ATC: A03FA01.
Μηχανισμός δράσης
Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την κένωση του στομάχου και τη διάβαση στο λεπτό έντερο. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του τόνου του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, του τόνου και του εύρους των περισταλτικών κινήσεων του στομάχου (ιδιαίτερα του πυλωρικού άντρου) και του περισταλτισμού του δωδεκαδακτύλου και της νήστιδας, καθώς επίσης και στην ταυτόχρονη χάλαση του πυλωρικού σφιγκτήρα και του δωδεκαδακτυλικού βολβού. Οι παραπάνω δράσεις ερμηνεύονται από τις χολινεργικές και τις αντιντοπαμινεργικές ιδιότητες του φαρμάκου, ενώ επιπλέον ασκεί και ισχυρή κεντρική αντιεμετική δράση. Να σημειωθεί ότι η μετοκλοπραμίδη δεν επηρεάζει τη γαστρική, χολική και παγκρεατική έκκριση ή τη λειτουργία του παχέος εντέρου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η δράση της μετοκλοπραμίδης στην κινητικότητα εξουδετερώνεται με τα αντιχολινεργικά φάρμακα. Η μετοκλοπραμίδη αναστέλλει την κεντρική και την περιφερική δράση της απομορφίνης, προκαλεί απελευθέρωση της προλακτίνης και παροδική αύξηση των επιπέδων της αλδοστερόνης, με πιθανή παροδική κατακράτηση υγρών. Η έναρξη της δράσης παρατηρείται 1-3 λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, 10-15 λεπτά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση και 30-60 λεπτά μετά τη χορήγηση από το στόμα. Οι φαρμακολογικές ενέργειες διαρκούν επί 1-2 ώρες.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες
Το φάρμακο, χορηγούμενο από το στόμα, απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες στάθμες του στο αίμα παρατηρούνται 30΄-50΄ μετά τη χορήγησή του. Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, ο οποίος ποικίλλει σημαντικά από άτομο σε άτομο. Η βιοδιαθεσιμότητα κατά μέσο όρο της από του στόματος χορηγούμενης μετοκλοπραμίδης είναι 75%, αλλά φαίνεται ότι ποικίλλει μεταξύ 30% και 100%. Οι προσπάθειες που έγιναν να χορηγηθεί το φάρμακο από το ορθό για να ξεπεραστούν τα προβλήματα της χορήγησης από το στόμα έδειξαν ότι η βιοδιαθεσιμότητα ποικίλλει επίσης από αυτή την οδό, αν και φαίνεται ότι είναι ελαφρώς καλύτερη όταν δίδεται ενδομυϊκά. Το φάρμακο δεν συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (περίπου 30%). Ο όγκος κατανομής του είναι υψηλός (περίπου 3,5 L/kg), πράγμα που δείχνει εκτεταμένη κατανομή του στους ιστούς. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του (t1/2) είναι 4 περίπου ώρες (κυμαίνεται από 2 έως 6 ανάλογα με τη χορηγούμενη δόση), που μπορεί όμως να παραταθεί μέχρι και πάνω από 24 σε διαταραχή της νεφρικής λειτουργίας. Το μεγαλύτερο μέρος του φαρμάκου αποβάλλεται αναλλοίωτο από τους νεφρούς (80%) ή στη χολή με τη μορφή θειϊκών ή γλυκουρονικών ενώσεων.
Νεφρική δυσλειτουργία Η κάθαρση της μετοκλοπραμίδης είναι μειωμένη έως και κατά 70% σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ενώ ο χρόνος ημίσειας ζωής για την αποβολή από το πλάσμα είναι αυξημένος (κατά προσέγγιση 10 ώρες για κάθαρση κρεατινίνης 10-50 mL/min και 15 ώρες για κάθαρση κρεατινίνης <10 mL/min).
Ηπατική δυσλειτουργία Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος έχει παρατηρηθεί συσσώρευση μετοκλοπραμίδης, που συσχετίζεται με μείωση κατά 50% της κάθαρσης από το πλάσμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Προκινητικά, κωδικός ATC: A03FA01. ### Μηχανισμός δράσης Η μετοκλοπραμίδη επιταχύνει την κένωση του στομάχου και τη διάβαση στο λεπτό έντερο. Αυτό οφείλεται στην αύξηση του τόνου του κατώτερου…
Φαρμακοκινητικές ιδιότητες Το φάρμακο, χορηγούμενο από το στόμα, απορροφάται ταχέως και οι μέγιστες στάθμες του στο αίμα παρατηρούνται 30΄-50΄ μετά τη χορήγησή του. Υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου στο ήπαρ, ο οποίος ποικίλλει σημαντικά από άτομο σε…
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η Μετολοπραμίδη αυξάνει την κένωση του στομάχου μειώνοντας την πίεση του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα (ΚΟΣ). Επίσης, ασκεί επιδράσεις στην περιοχή postrema του εγκεφάλου, εμποδίζοντας και ανακουφίζοντας τα συμπτώματα ναυτίας και εμέτου. Επιπλέον, το φάρμακο αυτό αυξάνει την γαστρεντερική κινητικότητα χωρίς να αυξάνει τις χολικές, γαστρικές ή παγκρεατικές εκκρίσεις. Λόγω της αντι-ντοπαμινεργικής της δράσης, η μετολοπραμίδη μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα εκδηλώσεων υπερκινησίας (TD), δυστονίας και ακathisia, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να χορηγείται για περισσότερο από 12 εβδομάδες.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η Μετολοπραμίδη προκαλεί αντιεμετικά αποτελέσματα αναστέλλοντας τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2 και σεροτονίνης 5-HT3 στην ζώνη ενεργοποίησης των χημειοϋποδοχέων (CTZ) που βρίσκεται στην περιοχή postrema του εγκεφάλου. Η χορήγηση του φαρμάκου οδηγεί σε προκινητικά αποτελέσματα μέσω ανασταλτικών δράσεων στους προ- και μετα-συναπτικούς υποδοχείς D2, αγωνισμό στους υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT4 και ανταγωνισμό στην αναστολή των μουσκαρινικών υποδοχέων. Αυτή η δράση ενισχύει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης, προκαλώντας αυξημένο τόνο του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα (ΚΟΣ) και του στομάχου, επιταχύνοντας την κένωση του στομάχου και την διάβαση μέσω του εντέρου. Η μετολοπραμίδη ανταγωνίζεται τους υποδοχείς ντοπαμίνης D2. Η ντοπαμίνη ασκεί χαλαρωτική επίδραση στο γαστρεντερικό σωλήνα μέσω σύνδεσης με μυϊκούς υποδοχείς D2.
Η μετολοπραμίδη επιταχύνει την κένωση του στομάχου και την εντερική διάβαση από το δωδεκαδάκτυλο έως την ειλεοτυφλική βαλβίδα, αυξάνοντας το πλάτος και τη διάρκεια των οισοφαγικών συσπάσεων, τον τόνο ηρεμίας του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, και το πλάτος και τον τόνο των γαστρικών (ιδίως του άντρου) συσπάσεων, ενώ χαλαρώνει τον πυλωρικό σφιγκτήρα και το δωδεκαδακτυλικό βολβό, αυξάνοντας παράλληλα την περισταλτικότητα του δωδεκαδακτύλου και της νήστιδας.
Οι φαρμακολογικές δράσεις της μετολοπραμίδης στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα είναι παρόμοιες με αυτές των χολινεργικών φαρμάκων (π.χ., βεθανεχόλη). Ωστόσο, σε αντίθεση με τα χολινεργικά φάρμακα, η μετολοπραμίδη δεν διεγείρει τις γαστρικές, χολικές ή παγκρεατικές εκκρίσεις και δεν επηρεάζει τη συγκέντρωση της γαστρίνης στον ορό. Αν και ο ακριβής μηχανισμός δράσης της μετολοπραμίδης δεν είναι σαφής, τα αποτελέσματα της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω ενίσχυσης χολινεργικών διεγερτικών διεργασιών στην μεταγαγγλιακή νευρομυϊκή σύναψη. Ο ανταγωνισμός μη-αδρενεργικών, μη-χολινεργικών ανασταλτικών κινητικών νεύρων (δηλαδή, ντοπαμινεργικών). Και/ή άμεση επίδραση στον λείο μυ.
Οι επιδράσεις της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα δεν εξαρτώνται από άθικτη πνευμονογαστρική νεύρωση, αλλά μειώνονται ή καταργούνται από αντιχολινεργικά φάρμακα (π.χ., ατροπίνη) και ενισχύονται από χολινεργικά φάρμακα (π.χ., καρβαχόλη, μεθαχολίνη). Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι οι επιδράσεις της μετολοπραμίδης στην γαστρεντερική κινητικότητα μπορεί να εξαρτώνται εν μέρει από ενδοτοιχωματικά χολινεργικά νευρώνια του λείου μυός που παραμένουν άθικτα μετά από πνευμονογαστρική απονεύρωση. Σε αντίθεση με τα χολινεργικά φάρμακα, η μετολοπραμίδη απαιτεί εγγενείς νευρωνικές αποθήκες ακετυλοχολίνης για να ασκήσει τις φαρμακολογικές της επιδράσεις. Η μετασυναπτική δραστηριότητα προκύπτει από την ικανότητα της μετολοπραμίδης να ενισχύει την απελευθέρωση ακετυλοχολίνης από τα μεταγαγγλιακά χολινεργικά νευρώνια στον γαστρεντερικό σωλήνα και να ευαισθητοποιεί τους μουσκαρινικούς υποδοχείς των λείων μυών του γαστρεντερικού σωλήνα στις δράσεις της ακετυλοχολίνης.
Η μετολοπραμίδη είναι ένας ισχυρός ανταγωνιστής των υποδοχέων ντοπαμίνης, και ορισμένες από τις δράσεις της μετολοπραμίδης στους λείους μύες του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να διαμεσολαβούνται μέσω του ανταγωνισμού της ντοπαμινεργικής νευροδιαβίβασης. Έχουν αναγνωριστεί συγκεκριμένοι υποδοχείς ντοπαμίνης στον οισοφάγο και το στομάχι. Ωστόσο, δεν είναι γνωστό αν υπάρχει ένα ντοπαμινεργικό σύστημα ελέγχου για τη λειτουργία του λείου μυός στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα. Στον γαστρεντερικό σωλήνα, η ντοπαμίνη είναι κυρίως ένας ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής. Η ντοπαμίνη μειώνει την ένταση των οισοφαγικών συσπάσεων, χαλαρώνει το εγγύς στομάχι και μειώνει τη γαστρική έκκριση. Αν και η μετολοπραμίδη μπλοκάρει αυτές τις ανασταλτικές επιδράσεις της ντοπαμίνης, ο πραγματικός ρόλος της ντοπαμίνης στον περιφερικό έλεγχο της γαστρεντερικής κινητικότητας δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Δεδομένου ότι οι χολινεργικοί μηχανισμοί είναι υπεύθυνοι για τις περισσότερες διεγερτικές κινητικές δραστηριότητες στον γαστρεντερικό σωλήνα, φαίνεται ότι τα θεραπευτικά αποτελέσματα της μετολοπραμίδης οφείλονται κυρίως στην χολινεργικού τύπου δράση του φαρμάκου. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός της ντοπαμινεργικής δραστηριότητας του γαστρεντερικού σωλήνα μπορεί να ενισχύσει την χολινεργικού τύπου δράση της μετολοπραμίδης.
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρης) για τη Μετολοπραμίδη (10 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η μετολοπραμίδη απορροφάται ταχέως από το γαστρεντερικό σωλήνα με ρυθμό απορρόφησης περίπου 84%. Η βιοδιαθεσιμότητα του από του στόματος σκευάσματος αναφέρεται σε περίπου 40,7%, αλλά μπορεί να κυμαίνεται από 30-100%. Η ρινική μετολοπραμίδη έχει βιοδιαθεσιμότητα 47%. Μια δόση 15 mg φθάνει σε Cmax 41,0 ng/mL, με Tmax 1,25 h, και AUC 367 ng*h/mL.
Περίπου το 85% μιας από του στόματος χορηγούμενης δόσης μετρήθηκε στα ούρα εντός 72 ωρών κατά τη διάρκεια μιας φαρμακοκινητικής μελέτης. Κατά μέσο όρο, 18% έως 22% μιας δόσης 10-20 mg ανακτήθηκε ως ελεύθερο φάρμακο εντός 3 ημερών από τη χορήγηση.
Ο όγκος κατανομής της μετολοπραμίδης είναι περίπου 3,5 L/kg. Αυτό υποδηλώνει υψηλό επίπεδο κατανομής στους ιστούς. Η μετολοπραμίδη διαπερνά τον πλακούντα και μπορεί να προκαλέσει εξωπυραμιδικά συμπτώματα στο έμβρυο.
Η νεφρική κάθαρση της μετολοπραμίδης είναι 0,16 L/h/kg με ολική κάθαρση 0,7 L/h/kg. Κλινικές μελέτες έδειξαν ότι η κάθαρση της μετολοπραμίδης μπορεί να μειωθεί έως και 50% σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Μετά από υψηλές ενδοφλέβιες δόσεις, η ολική κάθαρση της μετολοπραμίδης κυμαινόταν από 0,31 έως 0,69 L/kg/h.
Η μετολοπραμίδη απορροφάται ταχέως και σχεδόν πλήρως από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση. Ωστόσο, η απορρόφηση μπορεί να καθυστερήσει ή να μειωθεί σε ασθενείς με γαστρική στάση. Έχουν αναφερθεί σημαντικές δια-ατομικές διακυμάνσεις (έως και πενταπλάσιες) στις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα με την ίδια από του στόματος δόση μετολοπραμίδης. Αυτή η μεταβλητότητα προφανώς οφείλεται σε δια-ατομικές διαφορές στον μεταβολισμό πρώτης διόδου του φαρμάκου.
Η βιοδιαθεσιμότητα της μετολοπραμίδης φαίνεται να συσχετίζεται με τον λόγο των συγκεντρώσεων ελεύθερης:συζευγμένης μετολοπραμίδης στα ούρα. Φαίνεται ότι η θειική σύζευξη στον αυλό του ΓΕΣ ή/και κατά την πρώτη δίοδο μέσω του ήπατος είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας της βιοδιαθεσιμότητας της από του στόματος χορηγούμενης μετολοπραμίδης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της από του στόματος χορηγούμενης μετολοπραμίδης δεν έχει σαφώς καθοριστεί σε ανθρώπους, αλλά περιορισμένα δεδομένα υποδεικνύουν ότι 30-100% μιας από του στόματος δόσης του φαρμάκου φθάνει στη συστηματική κυκλοφορία ως αμετάβλητη μετολοπραμίδη. Μετά από IM χορήγηση, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της μετολοπραμίδης είναι 74-96%.
Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας μεμονωμένης δόσης 10 mg του φαρμάκου σε υγιείς, νηστικούς ενήλικες σε μία μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετολοπραμίδης στο πλάσμα 32-44 ng/mL εμφανίστηκαν σε 1-2 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση μιας μεμονωμένης δόσης 20 mg, οι μέγιστες συγκεντρώσεις μετολοπραμίδης στο πλάσμα 72-87 ng/mL εμφανίστηκαν κατά μέσο όρο σε 2 ώρες.
Σε μια μελέτη σε βρέφη (3,5 εβδομάδων-5,4 μηνών) με γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση που έλαβαν από του στόματος δόσεις μετολοπραμίδης 0,15 mg/kg κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις ως από του στόματος διάλυμα, η μέση μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (56,8 ng/mL) του φαρμάκου μετά την 10η δόση ήταν διπλάσια σε σύγκριση με αυτήν μετά την πρώτη δόση (29 ng/mL), υποδηλώνοντας ότι η μετολοπραμίδη συσσωρεύεται στο πλάσμα μετά από πολλαπλές από του στόματος δόσεις σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Σε αυτούς τους ασθενείς, ο χρόνος για την επίτευξη μέσων μέγιστων συγκεντρώσεων στο πλάσμα (2,2 ώρες) ήταν παρόμοιος μετά την 10η δόση με αυτόν που παρατηρήθηκε μετά την πρώτη δόση.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρης) για τη Μετολοπραμίδη (18 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η Μετολοπραμίδη συνδέεται κατά 30% με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με την α-1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η μετολοπραμίδη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου και ο μεταβολισμός της ποικίλλει ανάλογα με το άτομο. Το φάρμακο αυτό μεταβολίζεται από ένζυμα κυτοχρώματος P450 στο ήπαρ. Τόσο το CYP2D6 όσο και το CYP3A4 συμβάλλουν στον μεταβολισμό του, με το CYP2D6 να εμπλέκεται περισσότερο. Το CYP1A2 είναι επίσης ένα δευτερεύον συμβάλλον ένζυμο. Η διαδικασία N-4 θειικής σύζευξης είναι μια κύρια μεταβολική οδός της μετολοπραμίδης.
Αν και η ακριβής μεταβολική μοίρα της μετολοπραμίδης δεν έχει σαφώς καθοριστεί, φαίνεται ότι η μετολοπραμίδη μεταβολίζεται ελάχιστα. Ο κύριος μεταβολίτης που βρίσκεται στα ούρα είναι το 2-[(4-αμινο-5-χλωρο-2-μεθοξυβενζοϋλ)αμινο]οξικό οξύ. Δεν είναι γνωστό αν αυτός ο μεταβολίτης είναι φαρμακολογικά ενεργός. Η μετολοπραμίδη συζεύγνυται με θειικό ή/και γλυκουρονικό οξύ.
Η μετολοπραμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες, οι οποίοι περιλαμβάνουν τη μονοδεαιθυλομετολοπραμίδη.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της μετολοπραμίδης σε άτομα με υγιή νεφρική λειτουργία κυμαίνεται από 5 έως 6 ώρες, αλλά παρατείνεται σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία. Θα πρέπει να εξετάζεται η μείωση της δόσης.
Σε ενήλικες, ο χρόνος ημίσειας ζωής της μετολοπραμίδης στην αρχική φάση (t1/2 α) είναι περίπου 5 λεπτά, και ο χρόνος ημίσειας ζωής στην τελική φάση (t1/2 β) κυμαίνεται από 2,5-6 ώρες. Σε παιδιά που λαμβάνουν από του στόματος ή IV μετολοπραμίδη, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του φαρμάκου αναφέρεται ότι είναι 4,1-4,5 ώρες. Μετά από από του στόματος χορήγηση δόσεων 0,15 mg/kg μετολοπραμίδης κάθε 6 ώρες για 10 δόσεις σε ένα βρέφος (3,5 εβδομάδων), παρατηρήθηκαν χρόνοι ημίσειας ζωής αποβολής 23,1 και 10,3 ωρών μετά την πρώτη και 10η δόση, αντίστοιχα, οι οποίοι ήταν σημαντικά μεγαλύτεροι από αυτούς που αναφέρθηκαν σε μεγαλύτερα βρέφη, υποδηλώνοντας μειωμένη κάθαρση στο νεογνό, πιθανώς λόγω ανώριμης νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας κατά τη γέννηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
Ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ DOPAMINE D2.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Κατάταξη FDA Φαρμακολογίας
L4YEB44I46
METOCLOPRAMIDE
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Ντοπαμίνης D2
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2
Η Μετολοπραμίδη είναι Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2. Ο μηχανισμός δράσης της Μετολοπραμίδης είναι ως Ανταγωνιστής Ντοπαμίνης D2.
METOCLOPRAMIDE
Ανταγωνιστής Υποδοχέα Ντοπαμίνης-2 [EPC]; Ανταγωνιστές Ντοπαμίνης D2 [MoA]
Απόσυρση / Deprescribing
Φάρμακα για ναυτία και ίλιγγο
Εάν λαμβάνεται για λιγότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, δεν απαιτείται σταδιακή μείωση. Εάν λαμβάνεται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 50% κάθε 1 έως 2 εβδομάδες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Κατάταξη MeSH Φαρμακολογίας
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη ΝΑΥΤΙΑΣ ή ΕΜΕΤΟΥ.
Ενώσεις και φάρμακα που δεσμεύονται και αναστέλλουν ή μπλοκάρουν την ενεργοποίηση των ΥΠΟΔΟΧΕΩΝ DOPAMINE D2.