PAROXETINE
Παροξετίνη
Tα αντικαταθλιπτικά φάρμακα περιλαμβάνουν κυρίως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, νορτριπτυλίνη, ιμιπραμίνη, χλωριμιπραμίνη, δοξεπίνη), τα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (μιανσερίνη, μαπροτιλίνη), τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), τους εκλεκτικούς …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-SEROXAT
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως το πρωί μαζί με το φαγητό
- Δόση έναρξης: 20 mg
- Τιτλοποίηση: Σε βήματα των 10 mg.
-
ΜΕΙΖΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΔόση20 mg ημερησίωςΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΑύξηση της δόσης σε βήματα των 10 mg. Η βελτίωση ξεκινά μετά από μια εβδομάδα, αλλά γίνεται εμφανής μόνο από τη δεύτερη εβδομάδα. Η δοσολογία πρέπει να αναθεωρείται και να προσαρμόζεται εντός 3-4 εβδομάδων. Απαιτείται θεραπεία τουλάχιστον 6 μηνών.
-
ΙΔΕΟΛΗΠΤΙΚΗ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΔόση40 mg ημερησίωςΜέγ. δόση60 mg ημερησίωςΈναρξη με 20 mg/ημερησίως, αύξηση κατά 10 mg. Απαιτείται επαρκής περίοδος θεραπείας.
-
ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΑΝΙΚΟΥΔόση40 mg ημερησίωςΜέγ. δόση60 mg ημερησίωςΈναρξη με 10 mg/ημερησίως, αύξηση κατά 10 mg. Συνιστάται χαμηλή δόση έναρξης για ελαχιστοποίηση της πιθανότητας επιδείνωσης. Απαιτείται επαρκής περίοδος θεραπείας.
-
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ/ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑΔόση20 mg ημερησίωςΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΑύξηση σταδιακά με βήματα των 10 mg. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά.
-
ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗΔόση20 mg ημερησίωςΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΑύξηση σταδιακά με βήματα των 10 mg. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά.
-
ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟ ΣΤΡΕΣΔόση20 mg ημερησίωςΜέγ. δόση50 mg ημερησίωςΑύξηση σταδιακά με βήματα των 10 mg. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά.
-
ΗλικιωμένοιΔόσηΔόση έναρξης ενήλικαΜέγ. δόση40 mg ημερησίωςΑυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος μπορεί να παρατηρηθούν. Η δόση μπορεί να χρειαστεί αύξηση σε μερικούς ασθενείς.
-
Νεφρική/ηπατική ανεπάρκειαΔόσηΠεριορίζεται στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρουςΑυξημένες συγκεντρώσεις πλάσματος μπορεί να παρατηρηθούν σε σοβαρή νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
block
SPC-SEROXAT
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
-
Η παροξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η λινεζολίδη (αντιβιοτικό που είναι αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI) μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με παροξετίνη με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν μέσα για στενή παρακολούθηση των συμπτωμάτων του συνδρόμου σεροτονίνης και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (βλέπε παράγραφο 4.5).
-
Η θεραπεία με παροξετίνη μπορεί να ξεκινήσει: - δύο εβδομάδες μετά τη διακοπή ενός μη αναστρέψιμου MAOI, ή - τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη διακοπή ενός αναστρέψιμου MAOI (π.χ. μοκλοβεμίδη, λινεζολίδη χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο (μπλε του μεθυλενίου ένας προεγχειρητικός απεικονιστικός παράγων το οποίο είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI))
-
Θα πρέπει να έχει παρέλθει τουλάχιστον μία εβδομάδα μεταξύ της διακοπής της παροξετίνης και της έναρξης της θεραπείας με οποιοδήποτε MAOI.
-
Η παροξετίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη θειοριδαζίνη, επειδή, όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία αναστέλλουν το ηπατικό ένζυμο CYP450 2D6, η παροξετίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της θειοριδαζίνης πλάσματος (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Η χορήγηση μόνο της θειοριδαζίνης μπορεί να οδηγήσει σε παράταση του QTc διαστήματος που συνδέεται με σοβαρή κοιλιακή αρρυθμία όπως η πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία και ο αιφνίδιος θάνατος.
-
Η παροξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πιμοζίδη (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
warning
SPC-SEROXAT
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Έναρξη θεραπείας και αλληλεπίδραση με MAOIΗ έναρξη της θεραπείας με παροξετίνη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή δύο εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με ένα μη αναστρέψιμο MAOI ή 24 ώρες μετά τον τερματισμό της θεραπείας με ένα αναστρέψιμο αναστολέα της MAO. Η δοσολογία της παροξετίνης θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά έως την επίτευξη της μέγιστης ανταπόκρισης (βλέπε (βλ. Αντενδείξεις) και (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΠληθυσμόςπαιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΗ παροξετίνη δεν πρέπει να χορηγείται στη θεραπεία τους. Αυτοκτονικά σχετιζόμενες συμπεριφορές (προσπάθειες αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις) και επιθετικότητα (κατεξοχήν επιθετικότητα, αντιθετική συμπεριφορά και θυμός) παρατηρήθηκαν συχνότερα σε κλινικές δοκιμές μεταξύ παιδιών και εφήβων που ελάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με αυτά που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Εάν παρόλα αυτά, βάση κλινικής ανάγκης ληφθεί απόφαση χορήγησης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων. Επιπρόσθετα, λείπουν μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας σε παιδιά και εφήβους σχετικά με την ανάπτυξη, την ωρίμανση και τη γνωσιακή και συμπεριφορική ανάπτυξη.
-
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωσηΗ κατάθλιψη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοκαταστροφικών πράξεων και αυτοκτονίας (καταστάσεις σχετιζόμενες με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός εμμένει μέχρι την επίτευξη σημαντικής υποχώρησης της νόσου. Καθώς μπορεί να μη συμβεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι να συμβεί βελτίωση. Από τη γενική κλινική εμπειρία ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η παροξετίνη μπορεί επίσης να συνδέονται με έναν αυξημένο κίνδυνο καταστάσεων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για αυτόν το λόγο θα πρέπει να παίρνονται οι ίδιες προφυλάξεις όταν θεραπεύουμε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και όταν θεραπεύουμε ασθενείς με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό καταστάσεων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή εκείνοι που παρουσιάζουν ένα σημαντικό βαθμό αυτοκτονικού ιδεασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών, και για αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετά ανάλυση κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε υψηλότερο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με τα αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς μικρότερους των 25 ετών (βλέπε επίσης (βλ. Φαρμακοδυναμικές)). Η στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο πρέπει να συνοδεύει την φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δόση. Οι ασθενείς, (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει να είναι ενήμεροι σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες μεταβολές στη συμπεριφορά και την αναζήτηση ιατρικής συμβουλής άμεσα, με την ύπαρξη τέτοιων συμπτωμάτων.
-
Ακαθησία/ψυχοσωματική ανησυχίαΗ χρήση της παροξετίνης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία εσωτερική αίσθηση ανησυχίας και ψυχοκινητικής διαταραχής όπως αδυναμία παραμονής στην καθιστή ή όρθια θέση και που συνήθως συνδέεται με υποκείμενο αίσθημα δυσφορίας. Αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν τέτοια συμπτώματα ή αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
-
Σύνδρομο Σεροτονίνης/Νευροληπτικό Κακόηθες ΣύνδρομοΣε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να συμβεί ανάπτυξη του συνδρόμου σεροτονίνης ή συμβάντα προσομοιάζοντα με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο σε συνδυασμό με τη θεραπεία με παροξετίνη, ειδικά όταν χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα σεροτονινεργικά και/ή νευροληπτικά φάρμακα. Δεδομένου ότι αυτά τα σύνδρομα μπορεί να καταλήξουν σε δυνητικά επικίνδυνες για τη ζωή καταστάσεις, η θεραπεία με παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται αν συμβούν τέτοια επεισόδια (τα οποία χαρακτηρίζονται από μία ομάδα συμπτωμάτων όπως υπερθερμία, δυσκαμψία, μυοκλονίες, αστάθεια του αυτόνομου με πιθανές γρήγορες μεταβολές των ζωτικών σημείων, μεταβολές της διανοητικής κατάστασης συμπεριλαμβανομένων σύγχυσης, ευερεθιστότητας, υπερβολική ανησυχία που μπορεί να καταλήξει σε ντελίριο και κώμα) και θα πρέπει να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία. Η παροξετίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πρόδρομα σεροτονίνης (όπως η L-τρυπτοφάνη, οξιτρυπτάνη) λόγω του κινδύνου σεροτονινεργικού συνδρόμου. (βλέπε (βλ. Αντενδείξεις) και (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
-
ΜανίαΌπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας. Η παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που εισέρχεται σε μανιακή φάση.
-
Νεφρική /ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε εκείνους με ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε (βλ. Δοσολογία)).
-
ΔιαβήτηςΣε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με ένα SSRI μπορεί να μεταβάλει τον γλυκαιμικό έλεγχο. Η ινσουλίνη και/ή από του στόματος υπογλυκαιμική δοσολογία μπορεί να χρειασθεί να ρυθμιστεί. Επιπροσθέτως, έχουν διεξαχθεί μελέτες που δείχνουν ότι ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης αίματος κατά τη συγχορήγηση της παροξετίνης με πραβαστατίνη (βλέπε (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
-
ΕπιληψίαΌπως και με άλλα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιληψία.
-
ΣπασμοίΣυνολικά η επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς που θεραπεύονται με παροξετίνη είναι μικρότερη από 0,1%. Το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που θα εμφανίσει σπασμούς.
-
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT)Υπάρχει μικρή κλινική εμπειρία της ταυτόχρονης χορήγησης παροξετίνης με ECT.
-
ΓλαύκωμαΌπως και με άλλους SSRI, η παροξετίνη μπορεί να προκαλέσει μυδρίαση και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, ή ιστορικό γλαυκώματος.
-
Καρδιακές καταστάσειςΟι συνήθεις προφυλάξεις θα πρέπει να παίρνονται σε ασθενείς με καρδιακά προβλήματα.
-
ΥπονατριαιμίαΣπάνια έχει αναφερθεί υπονατριαιμία, κυρίως στους ηλικιωμένους. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε εκείνους τους ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπονατριαιμίας π.χ. από συγχορηγούμενα φάρμακα και κίρρωση. Γενικά η υπονατριαιμία αναστρέφεται με τη διακοπή της παροξετίνης.
-
ΑιμορραγίαΥπάρχουν αναφορές για υποδόριες αιμορραγικές διαταραχές, όπως εκχυμώσεις και πορφύρα με τους SSRI. Άλλες αιμορραγικές εκδηλώσεις π.χ. αιμορραγία γαστρεντερικού και γυναικολογική αιμορραγία έχουν επίσης αναφερθεί. Οι ηλικιωμένες ασθενείς μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών επεισοδίων που δεν σχετίζονται με έμμηνο ρύση. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI ταυτόχρονα με αντιπηκτικά από του στόματος, φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγιών (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά όπως κλοζαπίνη, φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα TCA, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, NSAID, και αναστολείς COX-2), καθώς επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών ή καταστάσεων που προδιαθέτουν σε αιμορραγία (βλέπε (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)).
-
Αλληλεπίδραση με την ταμοξιφένηΗ παροξετίνη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ενδοξιφένης, ενός από τους σημαντικότερους δραστικούς μεταβολίτες της ταμοξιφένης. Επομένως η παροξετίνη όπου είναι δυνατόν θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφένη (βλέπε (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
-
Φάρμακα που επηρεάζουν το γαστρικό pHΣε ασθενείς που λαμβάνουν πόσιμο εναιώρημα, η συγκέντρωση παροξετίνης στο πλάσμα μπορεί να επηρεασθεί από το γαστρικό pH. In vitro στοιχεία έχουν δείξει ότι απαιτείται όξινο περιβάλλον για την αποδέσμευση της δραστικής ουσίας από το εναιώρημα, επομένως η απορρόφηση μπορεί να είναι μειωμένη σε ασθενείς που έχουν υψηλό γαστρικό pH ή αχλωρυδρία, όπως μετά τη χρήση ορισμένων φαρμάκων (αντιόξινα, ανταγωνιστές των Η υποδοχέων της ισταμίνης, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, σε.ορισμένες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. ατροφική γαστρίτιδα, κακοήθης αναιμία, λοίμωξη από Helicobacter pylori) και μετά από χειρουργική επέμβαση (βαγοτομή, γαστρεκτομή) Η εξάρτηση ως προς το pH πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αλλάζει η φαρμακοτεχνική μορφή της παροξετίνης (π.χ. η συγκέντρωση παροξετίνης στο πλάσμα μπορεί να μειωθεί μετά από αλλαγή από δισκίο σε πόσιμο εναιώρημα σε ασθενείς με υψηλό γαστρικό pH). Επομένως συνιστάται προσοχή στους ασθενείς όταν αρχίζουν ή τελειώνουν αγωγή με φάρμακα που αυξάνουν το γαστρικό pH. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη ρύθμιση της δόσης.
-
Συμπτώματα εξ' αποστερήσεως που παρατηρούνται κατά τη διακοπή της θεραπείας με παροξετίνηΤα συμπτώματα εξ' αποστερήσεως όταν διακόπτεται η θεραπεία είναι συχνά ιδιαίτερα αν η διακοπή είναι απότομη (βλέπε (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)). Σε κλινικές μελέτες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη διακοπή της θεραπείας εμφανίσθηκαν στο 30% των ασθενών που έλαβαν παροξετίνη συγκριτικά με το 20% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων εξ' αποστερήσεως δεν είναι η ίδια όπως όταν ένα φάρμακο είναι εθιστικό ή προκαλεί εξάρτηση. Ο κίνδυνος των συμπτωμάτων εξ' αποστερήσεως μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες περιλαμβανομένης της διάρκειας και της δόσης της θεραπείας και του ρυθμού μείωσης της δόσης. Έχουν επίσης αναφερθεί αίσθημα ζάλης, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων της παραισθησίας, του αισθήματος ηλεκτρικών εκκενώσεων και των εμβοών), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος), ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα) και οπτικές διαταραχές. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια ή μέτρια, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρής εντάσεως. Συνήθως συμβαίνουν εντός των πρώτων ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας, αλλά υπάρχουν και σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς οι οποίοι λόγω απροσεξίας παρέλειψαν μία δόση. Γενικά αυτά τα συμπτώματα αυτοπεριορίζονται και συνήθως παρέρχονται εντός δύο εβδομάδων, αν και σε μερικά άτομα μπορεί να παραταθούν (δύο- τρεις μήνες ή και περισσότερο). Για αυτόν το λόγο συνιστάται η θεραπεία με παροξετίνη να διακόπτεται σταδιακά σε μία περίοδο μερικών εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς. (βλέπε "Συμπτώματα εξ΄ αποστερήσεως που παρατηρούνται με τη διακοπή της Παροξετίνης", (βλ. Δοσολογία)).
-
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα - ΠαραβενζοϊκάΤο πόσιμο εναιώρημα της παροξετίνης περιέχει μέθυλο παραϋδροξυβενζοϊκό (Ε218) και πρόπυλο παραϋδροξυβενζοϊκό (Ε216) (παραβενζοϊκά), τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν κνίδωση. Γενικά καθυστερημένου τύπου αντιδράσεις, όπως δερματίτιδα εξ' επαφής, αλλά σπάνια άμεσου τύπου αντιδράσεις με βρογχόσπασμο.
-
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα - Χρωματικός παράγων Sunset yellowΤο πόσιμο εναιώρημα παροξετίνης περιέχει τον χρωματικό παράγοντα sunset yellow FCF (Ε110), ο οποίος μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα - Σορβιτόλη Ε420Το πόσιμο εναιώρημα παροξετίνης περιέχει σορβιτόλη (Ε420). Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-SEROXAT
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σεροτονινεργικά φάρμακα (L τρυπτοφάνη, τριπτάνες, τραμαδόλη, λινεζολίδη, χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο, SSRI, λίθιο, πεθιδίνη, St. John´s Wort, φαιντανύλη)Προσοχή / Στενή κλινική παρακολούθησηΣύνδρομο σεροτονίνηςΣύστασηΣτενή κλινική παρακολούθηση. Προσοχή.
-
ΜΑΟΙΑντένδειξηΣύνδρομο σεροτονίνης
-
ΑντένδειξηΠαράταση διαστήματος QT
-
Αναστολείς ενζύμων που μεταβολίζουν την παροξετίνηΠροσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων παροξετίνηςΣύστασηΧρήση δόσεων παροξετίνης στο κατώτερο όριο του εύρους.
-
Επαγωγείς ενζύμων που μεταβολίζουν την παροξετίνηΕπηρεάζεται ο μεταβολισμός της παροξετίνηςΣύστασηΔεν απαιτείται αρχική προσαρμογή δοσολογίας. Προσαρμογή καθοδηγείται από κλινικό αποτέλεσμα.
-
Νευρομυϊκοί αναστολείς (μιβακούριο, σουξαμεθόνιο)ΠροσοχήΠαράταση δράσης νευρομυϊκής αναστολής
-
Μείωση επιπέδων παροξετίνης στο πλάσμαΣύστασηΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία για μακροχρόνια χρήση.
-
ΠροκυκλιδίνηΑύξηση επιπέδων προκυκλιδίνης στο πλάσμαΣύστασηΜείωση δόσης προκυκλιδίνης αν παρατηρηθούν αντιχολινεργικά αποτελέσματα.
-
ΠαρακολούθησηΚαμία επίδραση στο φαρμακοκινητικό/φαρμακοδυναμικό προφίλ
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2D6 (τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά φαινοθειαζίνης, ρισπεριδόνη, ατομοξετίνη, αντιαρρυθμικά Τύπου 1c, μετοπρολόλη)Αύξηση συγκεντρώσεων πλάσματοςΣύστασηΠροσοχή. Μη συνιστάται συνδυασμός με μετοπρολόλη σε καρδιακή ανεπάρκεια.
-
ΤαμοξιφένηΜειωμένη αποτελεσματικότηταΣύστασηΑποφυγή συγχορήγησης με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 όπου είναι δυνατόν.
-
ΑλκοόληΑποφυγή χρήσηςΣύστασηΣυμβουλή αποφυγής χρήσης αλκοόλ.
-
Από του στόματος αντιπηκτικάΠροσοχήΑύξηση αντιπηκτικής δραστικότητας, κίνδυνος αιμορραγίαςΣύστασηΧρήση με προσοχή.
-
Αυξημένος αιμορραγικός κίνδυνοςΣύστασηΣυνιστάται προσοχή.
-
Αύξηση επιπέδων γλυκόζης στο αίμαΣύστασηΕνδέχεται να χρειαστεί αναπροσαρμογή δόσης υπογλυκαιμικών παραγόντων και/ή ινσουλίνης.
-
Φάρμακα που μεταβάλουν το γαστρικό pH (αντιόξινα, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, ανταγωνιστές Η2)ΠροσοχήΕπηρεασμός συγκεντρώσεων παροξετίνης στο πλάσμα (πόσιμο εναιώρημα)
sick
SPC-SEROXAT
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ανώμαλη αιμορραγία (δέρμα, βλεννογόνοι, γυναικολογική)
- θρομβοπενία
- σοβαρές και πιθανώς θανατηφόρες αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, αγγειοοίδημα)
- σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)
- αύξηση των επιπέδων χοληστερίνης
- ελάττωση της όρεξης
- μεταβολή του γλυκαιμικού ελέγχου
- υπονατριαιμία
- υπνηλία
- αϋπνία
- διέγερση
- διαταραγμένα όνειρα (περιλαμβανομένων εφιαλτών)
- σύγχυση
- ψευδαισθήσεις
- μανιακές αντιδράσεις
- άγχος
- αποπροσωποποίηση
- αντιδράσεις πανικού
- ακαθησία
- ιδεασμός αυτοκτονίας
- αυτοκτονική συμπεριφορά
- επιθετικότητα
- αίσθημα ζάλης
- τρόμος
- κεφαλαλγία
- διαταραχή συγκέντρωσης
- εξωπυραμιδικές διαταραχές
- σπασμοί
- σύνδρομο ανήσυχων κνημών (RLS)
- σύνδρομο σεροτονίνης
- θάμβος οράσεως
- μυδρίαση
- οξύ γλαύκωμα
- εμβοές
- φλεβοκομβική ταχυκαρδία
- βραδυκαρδία
- πρόσκαιρη αύξηση ή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης
- ορθοστατική υπόταση
- χασμουρητό
- ναυτία
- δυσκοιλιότητα
- διάρροια
- έμετος
- ξηροστομία
- αιμορραγία γαστρεντερικού
- αύξηση ηπατικών ενζύμων
- ηπατικά συμβάματα (ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατική ανεπάρκεια)
- εφίδρωση
- δερματικά εξανθήματα
- κνησμός
- σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (πολύμορφο ερύθημα, Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- κνίδωση
- αντιδράσεις φωτοευαισθησίας
- κατακράτηση ούρων
- ακράτεια ούρων
- σεξουαλική δυσλειτουργία
- υπερπρολακτιναιμία/γαλακτόρροια
- διαταραχές της εμμήνου ρύσης (μηνορραγία, μητρορραγία, αμηνόρροια, καθυστερημένη, ακανόνιστη)
- πριαπισμός
- αρθραλγία
- μυαλγία
- αδυναμία
- πρόσληψη βάρους
- περιφερικό οίδημα
- αίσθημα ζάλης
- αισθητικές διαταραχές (παραισθησία, αίσθημα ηλεκτρικών εκκενώσεων, εμβοές)
- διαταραχές του ύπνου (έντονα όνειρα)
- άγχος
- κεφαλαλγία
- διέγερση
- ναυτία
- τρόμος
- σύγχυση
- εφίδρωση
- συναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης)
- διαταραχές οράσεως
- αίσθημα παλμών
- διάρροια
- ευερεθιστότητα
- αυξημένες συμπεριφορές σχετιζόμενες με αυτοκτονία (αποπειρές, σκέψεις)
- συμπεριφορές αυτοκαταστροφής
- αυξημένη επιθετικότητα
- τρόμος
- εφίδρωση
- υπερκινησία
- διέγερση
- συναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης)
- ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με αιμορραγία (δέρμα, βλεννογόνοι)
- συναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης, αυτοκαταστροφή, αυτοκτονικές σκέψεις, απόπειρες αυτοκτονίας) (διακοπή)
- νευρικότητα (διακοπή)
- ζάλη (διακοπή)
- ναυτία (διακοπή)
- κοιλιακό άλγος (διακοπή)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςανώμαλη αιμορραγία (δέρμα, βλεννογόνοι, γυναικολογική)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςθρομβοπενίαΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςσοβαρές και πιθανώς θανατηφόρες αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις, αγγειοοίδημα)Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςσύνδρομο απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH)Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
Συχνέςαύξηση των επιπέδων χοληστερίνηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Συχνέςελάττωση της όρεξηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςμεταβολή του γλυκαιμικού ελέγχουΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣπάνιεςυπονατριαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
ΣυχνέςυπνηλίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςαϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςδιέγερσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνέςδιαταραγμένα όνειρα (περιλαμβανομένων εφιαλτών)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςσύγχυσηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςψευδαισθήσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Σπάνιεςμανιακές αντιδράσειςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςάγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςαποπροσωποποίησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
Σπάνιεςαντιδράσεις πανικούΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςακαθησίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστή συχνότηταιδεασμός αυτοκτονίαςΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστή συχνότητααυτοκτονική συμπεριφοράΨυχιατρικές διαταραχές
-
Μη γνωστή συχνότηταεπιθετικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Συχνέςαίσθημα ζάληςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςτρόμοςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςκεφαλαλγίαΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Συχνέςδιαταραχή συγκέντρωσηςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςεξωπυραμιδικές διαταραχέςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςσπασμοίΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Σπάνιεςσύνδρομο ανήσυχων κνημών (RLS)Διαταραχές νευρικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςσύνδρομο σεροτονίνηςΔιαταραχές νευρικού συστήματος
-
Συχνέςθάμβος οράσεωςΟφθαλμικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςμυδρίασηΟφθαλμικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιεςοξύ γλαύκωμαΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη γνωστή συχνότηταεμβοέςΔιαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
-
Όχι συχνέςφλεβοκομβική ταχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςβραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςπρόσκαιρη αύξηση ή ελάττωση της αρτηριακής πίεσηςΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςορθοστατική υπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςχασμουρητόΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςναυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςδυσκοιλιότηταΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςδιάρροιαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςέμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςξηροστομίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Πολύ σπάνιεςαιμορραγία γαστρεντερικούΔιαταραχές του γαστρεντερικού
-
Σπάνιεςαύξηση ηπατικών ενζύμωνΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Πολύ σπάνιεςηπατικά συμβάματα (ηπατίτιδα, ίκτερος, ηπατική ανεπάρκεια)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςεφίδρωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςδερματικά εξανθήματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςκνησμόςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςσοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (πολύμορφο ερύθημα, Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςκνίδωσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ σπάνιεςαντιδράσεις φωτοευαισθησίαςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςκατακράτηση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςακράτεια ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Πολύ συχνέςσεξουαλική δυσλειτουργίαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Σπάνιεςυπερπρολακτιναιμία/γαλακτόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Σπάνιεςδιαταραχές της εμμήνου ρύσης (μηνορραγία, μητρορραγία, αμηνόρροια, καθυστερημένη, ακανόνιστη)Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Πολύ σπάνιεςπριαπισμόςΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
ΣπάνιεςαρθραλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣπάνιεςμυαλγίαΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςαδυναμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις από το σημείο χορήγησης
-
Συχνέςπρόσληψη βάρουςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις από το σημείο χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςπεριφερικό οίδημαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις από το σημείο χορήγησης
-
Συχνάαίσθημα ζάλης (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Συχνάαισθητικές διαταραχές (παραισθησία, αίσθημα ηλεκτρικών εκκενώσεων, εμβοές) (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Συχνάδιαταραχές του ύπνου (έντονα όνειρα) (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Συχνάάγχος (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Συχνάκεφαλαλγία (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάδιέγερση (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάναυτία (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάτρόμος (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάσύγχυση (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάεφίδρωση (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάσυναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης) (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάδιαταραχές οράσεως (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάαίσθημα παλμών (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάδιάρροια (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Όχι συχνάευερεθιστότητα (σύνδρομο στέρησης)ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ' ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ
-
Πολύ συχνέςαυξημένες συμπεριφορές σχετιζόμενες με αυτοκτονία (αποπειρές, σκέψεις) (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςσυμπεριφορές αυτοκαταστροφής (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςαυξημένη επιθετικότητα (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςτρόμος (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςεφίδρωση (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςυπερκινησία (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςδιέγερση (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςσυναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης) (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με αιμορραγία (δέρμα, βλεννογόνοι) (παιδιατρικές)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςσυναισθηματική αστάθεια (κλάμα, μεταβολές διάθεσης, αυτοκαταστροφή, αυτοκτονικές σκέψεις, απόπειρες αυτοκτονίας) (διακοπή)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςνευρικότητα (διακοπή)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςζάλη (διακοπή)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςναυτία (διακοπή)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
-
Πολύ συχνέςκοιλιακό άλγος (διακοπή)ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ
pregnant_woman
SPC-SEROXAT
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑπόλυτη ένδειξηΟρισμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αύξηση του κινδύνου συγγενούς ανωμαλίας, ιδιαίτερα από το καρδιαγγειακό (π.χ. μεσοκοιλιακό και μεσοκολπικό έλλειμμα), σχετιζόμενης με τη χρήση της παροξετίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος. Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος γέννησης νεογνού με καρδιαγγειακή συγγενή ανωμαλία μετά από έκθεση σε παροξετίνη κατά τη διάρκεια της κύησης είναι μικρότερος από 2/100, συγκριτικά με την αναμενόμενη συχνότητα τέτοιων περιστατικών στο γενικό πληθυσμό 1/100. Η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο όταν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Ο θεράπων ιατρός θα χρειασθεί να αξιολογήσει την επιλογή εναλλακτικών θεραπειών σε γυναίκες που είναι ή σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες. Θα πρέπει να αποφεύγεται απότομη διακοπή της θεραπείας κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. "Συμπτώματα εξ΄ αποστερήσεως που παρατηρούνται με τη διακοπή της Παροξετίνης", (βλ. Δοσολογία)). Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται εάν η μητέρα εξακολουθούσε να λαμβάνει παροξετίνη κατά τα τελευταία στάδια της κύησης, ιδιαίτερα στο τρίτο τρίμηνο. Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να εμφανισθούν σε νεογνά μετά τη χρήση παροξετίνης κατά τα τελευταία στάδια της κύησης: αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, σπασμούς, αστάθεια θερμοκρασίας, δυσκολία σίτισης, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερτονία, υποτονία, αύξηση τενόντιων αντανακλαστικών, τρόμο, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και δυσκολία στον ύπνο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να οφείλονται είτε στις σεροτονινεργικές δράσεις ή σε συμπτώματα εξ' αποστερήσεως. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αρχίζουν αμέσως ή σύντομα (<24 ώρες) μετά τον τοκετό. Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση SSRI κατά την κύηση, ιδιαίτερα σε προχωρημένη κύηση, μπορεί να έχει αυξημένο κίνδυνο επίμονης πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε ήταν περίπου πέντε περιπτώσεις ανά 1000 κυήσεις. Στο γενικό πληθυσμό εμφανίστηκαν μία έως δύο περιπτώσεις PPHN ανά 1000 κυήσεις. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά δεν υπέδειξαν άμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την εγκυμοσύνη/την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή την μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. (βλ. Προκλινικά δεδομένα)).
-
ΓαλουχίαΜπορεί να εξετασθείΜικρά ποσά παροξετίνης εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Σε δημοσιευμένες μελέτες, οι συγκεντρώσεις ορού σε βρέφη που θήλαζαν ήταν μη ανιχνεύσιμες (<2 νανογραμμάρια/ml) ή πολύ χαμηλές (<4 νανογραμμάρια/ml) και δεν παρατηρήθηκε κανένα σημείο επίδρασης του φαρμάκου σε αυτά τα βρέφη. Καθώς δεν αναμένονται επιδράσεις, μπορεί να εξετασθεί η δυνατότητα θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν παρατηρηθεί επιπτώσειςΣτοιχεία από πειραματόζωα έχουν δείξει ότι η παροξετίνη μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος (βλ. (βλ. Προκλινικά δεδομένα)). Στοιχεία in vitro με ανθρώπινο υλικό μπορεί να υποδηλώνουν κάποια επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος, ωστόσο, αναφορές περιστατικών από ανθρώπους με ορισμένους SSRI (περιλαμβανομένης της παροξετίνης) έχουν δείξει ότι η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμη. Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρατηρηθεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-SEROXAT
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-SEROXAT
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-SEROXAT
expand_more
Δοσολογία
Δοσολογία
ΜΕΙΖΟΝ ΚΑΤΑΘΛΙΠΤΙΚΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Γενικά, η βελτίωση του ασθενούς ξεκινά μετά από μια εβδομάδα, αλλά γίνεται εμφανής μόνο από τη δεύτερη εβδομάδα θεραπείας.
Όπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά ιατρικά προϊόντα, η δοσολογία θα πρέπει να αναθεωρείται και να προσαρμόζεται εάν αυτό απαιτείται εντός 3 έως 4 εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας και έκτοτε όπως κρίνεται κλινικά σωστό. Σε μερικούς ασθενείς με μη ικανοποιητική ανταπόκριση στα 20 mg, η δόση μπορεί να αυξηθεί σταδιακά μέχρι τη μέγιστη των 50 mg ημερησίως σε βήματα των 10 mg ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενή.
Ασθενείς με κατάθλιψη θα πρέπει να θεραπεύονται για μία επαρκή περίοδο τουλάχιστον 6 μηνών για να εξασφαλιστεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων.
ΙΔΕΟΛΗΠΤΙΚΗ ΨΥΧΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ Η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg ημερησίως. Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν με 20 mg/ημερησίως και η δόση μπορεί να αυξάνεται σταδιακά κατά 10 mg μέχρι την συνιστώμενη δόση. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά έως μία μέγιστη 60 mg/ημερησίως.
Οι ασθενείς με ιδεοληπτική ψυχαναγκαστική διαταραχή θα πρέπει να αντιμετωπίζονται για μία επαρκή περίοδο για να εξασφαλισθεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων. Αυτή η περίοδος μπορεί να είναι μερικοί μήνες ή ακόμα περισσότερο (βλέπε Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ ΠΑΝΙΚΟΥ Η συνιστώμενη δόση είναι 40 mg ημερησίως. Οι ασθενείς θα πρέπει να ξεκινούν με 10 mg/ημερησίως και η δόση σταδιακά να αυξάνεται με βήματα των 10 mg ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς μέχρι την συνιστώμενη δόση. Μία χαμηλή δόση έναρξης συνιστάται για την ελαχιστοποίηση της πιθανότητας επιδείνωσης της συμπτωματολογίας, η οποία γενικά αναγνωρίζεται ότι μπορεί να συμβεί νωρίς κατά τη θεραπεία της διαταραχής. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά έως μία μέγιστη 60 mg/ημερησίως.
Ασθενείς με διαταραχή πανικού θα πρέπει να θεραπεύονται για μία επαρκή περίοδο για να εξασφαλιστεί ότι είναι ελεύθεροι συμπτωμάτων. Αυτή η περίοδος μπορεί να είναι μερικοί μήνες ή περισσότερο. (βλέπε Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ/ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΟΒΙΑ Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά με βήματα των 10 mg έως μία μέγιστη 50 mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλέπε Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΓΕΝΙΚΕΥΜΕΝΗ ΑΓΧΩΔΗΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΗ Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά με βήματα των 10 mg έως μία μέγιστη 50 mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλέπε Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΜΕΤΑΤΡΑΥΜΑΤΙΚΟ ΣΤΡΕΣ Η συνιστώμενη δόση είναι 20 mg ημερησίως. Εάν μετά από μερικές εβδομάδες στη συνιστώμενη δόση δεν παρατηρηθεί ικανοποιητική ανταπόκριση, μερικοί ασθενείς μπορεί να ωφεληθούν με αύξηση της δόσης τους σταδιακά με βήματα των 10 mg έως μία μέγιστη 50 mg/ημερησίως. Η μακροχρόνια χρήση θα πρέπει να αξιολογείται τακτικά (βλέπε Φαρμακοδυναμικές ιδιότητες).
ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ’ ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗΣ Απότομη διακοπή θα πρέπει να αποφεύγεται (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και Ανεπιθύμητες ενέργειες). Η φάση ελάττωσης της δοσολογίας που χρησιμοποιήθηκε σε κλινικές δοκιμές περιελάμβανε ελάττωση της ημερήσιας δόσης κατά 10 mg σε διαστήματα της μίας εβδομάδας. Αν συμβούν μη ανεκτά συμπτώματα μετά την ελάττωση της δόσης ή κατά τη διακοπή της θεραπείας, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο επαναχορήγησης της προηγούμενης συνταγογραφημένης δόσης. Μεταγενέστερα, ο θεράπων ιατρός μπορεί να συνεχίσει την ελάττωση της δόσης, αλλά με έναν πιο βαθμιαίο ρυθμό.
Ειδικοί πληθυσμοί:
- Ηλικιωμένοι Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης πλάσματος μπορεί να παρατηρηθούν σε ηλικιωμένους, αλλά το εύρος των συγκεντρώσεων επικαλύπτει αυτό που παρατηρείται σε νεαρότερα άτομα. Ο καθορισμός της δοσολογίας θα πρέπει να ξεκινά με τη δόση έναρξης του ενήλικα. Αύξηση της δόσης μπορεί να είναι χρήσιμη σε μερικούς ασθενείς, αλλά η μέγιστη δόση δε θα πρέπει να υπερβαίνει τα 40 mg ημερησίως.
- Παιδιά και έφηβοι (7-17 ετών) Η παροξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων καθώς έχει βρεθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες ότι η παροξετίνη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αυτοκτονική συμπεριφορά και επιθετικότητα. Επιπρόσθετα, σε αυτές τις μελέτες δεν έχει επαρκώς καταδειχθεί αποτελεσματικότητα (βλέπε Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση και Ανεπιθύμητες ενέργειες).
- Παιδιά ηλικίας μικρότερης των 7 ετών Δεν έχει μελετηθεί η χρήση της παροξετίνης σε παιδιά μικρότερα των 7 ετών. Δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται η παροξετίνη εφόσον δεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε αυτήν την ηλικιακή ομάδα.
- Νεφρική/ηπατική ανεπάρκεια Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης πλάσματος μπορεί να παρατηρηθούν σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια (κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 30 ml/min) ή σε εκείνους με ηπατική ανεπάρκεια. Για αυτόν το λόγο, η δοσολογία θα πρέπει να περιορίζεται στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους.
Τρόπος χορήγησης Συνιστάται η παροξετίνη να χορηγείται άπαξ ημερησίως το πρωί μαζί με το φαγητό. Το δισκίο θα πρέπει να καταπίνεται παρά να μασιέται. Ανακινείστε τη φιάλη πριν τη χρήση.
block
Αντενδείξεις
SPC-SEROXAT
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη(στις) δραστική(ές) ουσία(ες) ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
- Η παροξετίνη αντενδείκνυται σε συνδυασμό με αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI). Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η λινεζολίδη (αντιβιοτικό που είναι αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI) μπορεί να χορηγηθεί σε συνδυασμό με παροξετίνη με την προϋπόθεση ότι υπάρχουν μέσα για στενή παρακολούθηση των συμπτωμάτων του συνδρόμου σεροτονίνης και παρακολούθηση της αρτηριακής πίεσης (βλέπε παράγραφο 4.5).
- Η θεραπεία με παροξετίνη μπορεί να ξεκινήσει:
- δύο εβδομάδες μετά τη διακοπή ενός μη αναστρέψιμου MAOI, ή
- τουλάχιστον 24 ώρες μετά τη διακοπή ενός αναστρέψιμου MAOI (π.χ. μοκλοβεμίδη, λινεζολίδη χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο (μπλε του μεθυλενίου ένας προεγχειρητικός απεικονιστικός παράγων το οποίο είναι ένας αναστρέψιμος μη εκλεκτικός MAOI))
- Θα πρέπει να έχει παρέλθει τουλάχιστον μία εβδομάδα μεταξύ της διακοπής της παροξετίνης και της έναρξης της θεραπείας με οποιοδήποτε MAOI.
- Η παροξετίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τη θειοριδαζίνη, επειδή, όπως και με άλλα φάρμακα τα οποία αναστέλλουν το ηπατικό ένζυμο CYP450 2D6, η παροξετίνη μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα της θειοριδαζίνης πλάσματος (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης). Η χορήγηση μόνο της θειοριδαζίνης μπορεί να οδηγήσει σε παράταση του QTc διαστήματος που συνδέεται με σοβαρή κοιλιακή αρρυθμία όπως η πολύμορφη κοιλιακή ταχυκαρδία και ο αιφνίδιος θάνατος.
- Η παροξετίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πιμοζίδη (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-SEROXAT
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η έναρξη της θεραπείας με παροξετίνη θα πρέπει να γίνεται με προσοχή δύο εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας με ένα μη αναστρέψιμο MAOI ή 24 ώρες μετά τον τερματισμό της θεραπείας με ένα αναστρέψιμο αναστολέα της MAO. Η δοσολογία της παροξετίνης θα πρέπει να αυξάνεται σταδιακά έως την επίτευξη της μέγιστης ανταπόκρισης (βλέπε παράγραφο 4.3 Αντενδείξεις και παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Η παροξετίνη δεν πρέπει να χορηγείται στη θεραπεία παιδιών και εφήβων κάτω των 18 ετών. Αυτοκτονικά σχετιζόμενες συμπεριφορές (προσπάθειες αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις) και επιθετικότητα (κατεξοχήν επιθετικότητα, αντιθετική συμπεριφορά και θυμός) παρατηρήθηκαν συχνότερα σε κλινικές δοκιμές μεταξύ παιδιών και εφήβων που ελάμβαναν αντικαταθλιπτικά σε σύγκριση με αυτά που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Εάν παρόλα αυτά, βάση κλινικής ανάγκης ληφθεί απόφαση χορήγησης, ο ασθενής πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά για εμφάνιση αυτοκτονικών συμπτωμάτων. Επιπρόσθετα, λείπουν μακροχρόνια δεδομένα ασφάλειας σε παιδιά και εφήβους σχετικά με την ανάπτυξη, την ωρίμανση και τη γνωσιακή και συμπεριφορική ανάπτυξη.
Αυτοκτονία/αυτοκτονικές σκέψεις ή κλινική επιδείνωση
Η κατάθλιψη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων, αυτοκαταστροφικών πράξεων και αυτοκτονίας (καταστάσεις σχετιζόμενες με αυτοκτονία). Ο κίνδυνος αυτός εμμένει μέχρι την επίτευξη σημαντικής υποχώρησης της νόσου. Καθώς μπορεί να μη συμβεί βελτίωση κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι να συμβεί βελτίωση. Από τη γενική κλινική εμπειρία ο κίνδυνος αυτοκτονίας μπορεί να αυξηθεί κατά τα πρώιμα στάδια ανάρρωσης. Άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις για τις οποίες συνταγογραφείται η παροξετίνη μπορεί επίσης να συνδέονται με έναν αυξημένο κίνδυνο καταστάσεων σχετιζόμενων με αυτοκτονία. Επιπρόσθετα, αυτές οι καταστάσεις μπορεί να συνυπάρχουν με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή. Για αυτόν το λόγο θα πρέπει να παίρνονται οι ίδιες προφυλάξεις όταν θεραπεύουμε ασθενείς με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και όταν θεραπεύουμε ασθενείς με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές. Ασθενείς με ιστορικό καταστάσεων σχετιζόμενων με αυτοκτονία ή εκείνοι που παρουσιάζουν ένα σημαντικό βαθμό αυτοκτονικού ιδεασμού πριν από την έναρξη της θεραπείας, είναι γνωστό ότι διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο αυτοκτονικών σκέψεων ή αποπειρών, και για αυτό θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Μία μετά ανάλυση κλινικών δοκιμών με αντικαταθλιπτικά φάρμακα, ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο σε ενήλικες ασθενείς με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε υψηλότερο κίνδυνο αυτοκτονικής συμπεριφοράς με τα αντικαταθλιπτικά συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο σε ασθενείς μικρότερους των 25 ετών (βλέπε επίσης παράγραφο 5.1). Η στενή παρακολούθηση των ασθενών και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο πρέπει να συνοδεύει την φαρμακευτική αγωγή, ιδιαίτερα στην αρχή της θεραπείας και μετά από αλλαγές στη δόση. Οι ασθενείς, (και αυτοί που φροντίζουν τους ασθενείς) θα πρέπει να είναι ενήμεροι σχετικά με την ανάγκη παρακολούθησης για οποιαδήποτε επιδείνωση, αυτοκτονική συμπεριφορά ή σκέψεις και ασυνήθιστες μεταβολές στη συμπεριφορά και την αναζήτηση ιατρικής συμβουλής άμεσα, με την ύπαρξη τέτοιων συμπτωμάτων.
Ακαθησία/ψυχοσωματική ανησυχία
Η χρήση της παροξετίνης έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη ακαθησίας, η οποία χαρακτηρίζεται από μία εσωτερική αίσθηση ανησυχίας και ψυχοκινητικής διαταραχής όπως αδυναμία παραμονής στην καθιστή ή όρθια θέση και που συνήθως συνδέεται με υποκείμενο αίσθημα δυσφορίας. Αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί εντός των πρώτων λίγων εβδομάδων της θεραπείας. Σε ασθενείς που αναπτύσσουν τέτοια συμπτώματα ή αύξηση της δόσης μπορεί να είναι επιβλαβής.
Σύνδρομο Σεροτονίνης/Νευροληπτικό Κακόηθες Σύνδρομο
Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να συμβεί ανάπτυξη του συνδρόμου σεροτονίνης ή συμβάντα προσομοιάζοντα με κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο σε συνδυασμό με τη θεραπεία με παροξετίνη, ειδικά όταν χορηγείται σε συνδυασμό με άλλα σεροτονινεργικά και/ή νευροληπτικά φάρμακα. Δεδομένου ότι αυτά τα σύνδρομα μπορεί να καταλήξουν σε δυνητικά επικίνδυνες για τη ζωή καταστάσεις, η θεραπεία με παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται αν συμβούν τέτοια επεισόδια (τα οποία χαρακτηρίζονται από μία ομάδα συμπτωμάτων όπως υπερθερμία, δυσκαμψία, μυοκλονίες, αστάθεια του αυτόνομου με πιθανές γρήγορες μεταβολές των ζωτικών σημείων, μεταβολές της διανοητικής κατάστασης συμπεριλαμβανομένων σύγχυσης, ευερεθιστότητας, υπερβολική ανησυχία που μπορεί να καταλήξει σε ντελίριο και κώμα) και θα πρέπει να ξεκινήσει συμπτωματική θεραπεία. Η παροξετίνη δε θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με πρόδρομα σεροτονίνης (όπως η L-τρυπτοφάνη, οξιτρυπτάνη) λόγω του κινδύνου σεροτονινεργικού συνδρόμου. (βλέπε παραγράφους 4.3 Αντενδείξεις και 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
Μανία
Όπως με όλα τα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό μανίας. Η παροξετίνη θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που εισέρχεται σε μανιακή φάση.
Νεφρική /ηπατική ανεπάρκεια:
Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε εκείνους με ηπατική ανεπάρκεια (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Διαβήτης
Σε ασθενείς με διαβήτη, η θεραπεία με ένα SSRI μπορεί να μεταβάλει τον γλυκαιμικό έλεγχο. Η ινσουλίνη και/ή από του στόματος υπογλυκαιμική δοσολογία μπορεί να χρειασθεί να ρυθμιστεί. Επιπροσθέτως, έχουν διεξαχθεί μελέτες που δείχνουν ότι ενδέχεται να παρουσιαστεί αύξηση στα επίπεδα της γλυκόζης αίματος κατά τη συγχορήγηση της παροξετίνης με πραβαστατίνη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Επιληψία
Όπως και με άλλα αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με επιληψία.
Σπασμοί
Συνολικά η επίπτωση των σπασμών σε ασθενείς που θεραπεύονται με παροξετίνη είναι μικρότερη από 0,1%. Το φάρμακο θα πρέπει να διακόπτεται σε κάθε ασθενή που θα εμφανίσει σπασμούς.
Ηλεκτροσπασμοθεραπεία (ECT)Υπάρχει μικρή κλινική εμπειρία της
ταυτόχρονης χορήγησης παροξετίνης με ECT.
Γλαύκωμα
Όπως και με άλλους SSRI, η παροξετίνη μπορεί να προκαλέσει μυδρίαση και θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με γλαύκωμα κλειστής γωνίας, ή ιστορικό γλαυκώματος.
Καρδιακές καταστάσεις
Οι συνήθεις προφυλάξεις θα πρέπει να παίρνονται σε ασθενείς με καρδιακά προβλήματα
Υπονατριαιμία
Σπάνια έχει αναφερθεί υπονατριαιμία, κυρίως στους ηλικιωμένους. Επίσης, θα πρέπει να δίνεται προσοχή σε εκείνους τους ασθενείς με κίνδυνο εμφάνισης υπονατριαιμίας π.χ. από συγχορηγούμενα φάρμακα και κίρρωση. Γενικά η υπονατριαιμία αναστρέφεται με τη διακοπή της παροξετίνης.
Αιμορραγία
Υπάρχουν αναφορές για υποδόριες αιμορραγικές διαταραχές, όπως εκχυμώσεις και πορφύρα με τους SSRI. Άλλες αιμορραγικές εκδηλώσεις π.χ. αιμορραγία γαστρεντερικού και γυναικολογική αιμορραγία έχουν επίσης αναφερθεί. Οι ηλικιωμένες ασθενείς μπορεί να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης αιμορραγικών επεισοδίων που δεν σχετίζονται με έμμηνο ρύση. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI ταυτόχρονα με αντιπηκτικά από του στόματος, φάρμακα που είναι γνωστό ότι επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή άλλα φάρμακα τα οποία μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο αιμορραγιών (π.χ. άτυπα αντιψυχωσικά όπως κλοζαπίνη, φαινοθειαζίνες, τα περισσότερα TCA, ακετυλοσαλικυλικό οξύ, NSAID, και αναστολείς COX-2), καθώς επίσης σε ασθενείς με ιστορικό αιμορραγικών διαταραχών ή καταστάσεων που προδιαθέτουν σε αιμορραγία (βλέπε παράγραφο 4.8).
Αλληλεπίδραση με την ταμοξιφένη
Η παροξετίνη, ένας ισχυρός αναστολέας του CYP2D6 μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένες συγκεντρώσεις ενδοξιφένης, ενός από τους σημαντικότερους δραστικούς μεταβολίτες της ταμοξιφένης. Επομένως η παροξετίνη όπου είναι δυνατόν θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια θεραπείας με ταμοξιφένη (βλέπε παράγραφο 4.5).
Φάρμακα που επηρεάζουν το γαστρικό pH
Σε ασθενείς που λαμβάνουν πόσιμο εναιώρημα, η συγκέντρωση παροξετίνης στο πλάσμα μπορεί να επηρεασθεί από το γαστρικό pH. In vitro στοιχεία έχουν δείξει ότι απαιτείται όξινο περιβάλλον για την αποδέσμευση της δραστικής ουσίας από το εναιώρημα, επομένως η απορρόφηση μπορεί να είναι μειωμένη σε ασθενείς που έχουν υψηλό γαστρικό pH ή αχλωρυδρία, όπως μετά τη χρήση ορισμένων φαρμάκων (αντιόξινα, ανταγωνιστές των Η υποδοχέων της ισταμίνης, αναστολείς αντλίας πρωτονίων, σε.ορισμένες παθολογικές καταστάσεις (π.χ. ατροφική γαστρίτιδα, κακοήθης αναιμία, λοίμωξη από Helicobacter pylori) και μετά από χειρουργική επέμβαση (βαγοτομή, γαστρεκτομή) Η εξάρτηση ως προς το pH πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν αλλάζει η φαρμακοτεχνική μορφή της παροξετίνης (π.χ. η συγκέντρωση παροξετίνης στο πλάσμα μπορεί να μειωθεί μετά από αλλαγή από δισκίο σε πόσιμο εναιώρημα σε ασθενείς με υψηλό γαστρικό pH). Επομένως συνιστάται προσοχή στους ασθενείς όταν αρχίζουν ή τελειώνουν αγωγή με φάρμακα που αυξάνουν το γαστρικό pH. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να είναι απαραίτητη ρύθμιση της δόσης.
Συμπτώματα εξ’ αποστερήσεως που παρατηρούνται κατά τη
διακοπή της θεραπείας με παροξετίνη Τα συμπτώματα εξ’ αποστερήσεως όταν διακόπτεται η θεραπεία είναι συχνά ιδιαίτερα αν η διακοπή είναι απότομη (βλέπε παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες). Σε κλινικές μελέτες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρατηρήθηκαν με τη διακοπή της θεραπείας εμφανίσθηκαν στο 30% των ασθενών που έλαβαν παροξετίνη συγκριτικά με το 20% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Η εμφάνιση των συμπτωμάτων εξ’ αποστερήσεως δεν είναι η ίδια όπως όταν ένα φάρμακο είναι εθιστικό ή προκαλεί εξάρτηση. Ο κίνδυνος των συμπτωμάτων εξ’ αποστερήσεως μπορεί να εξαρτάται από αρκετούς παράγοντες περιλαμβανομένης της διάρκειας και της δόσης της θεραπείας και του ρυθμού μείωσης της δόσης. Έχουν επίσης αναφερθεί αίσθημα ζάλης, διαταραχές αισθητικότητας (συμπεριλαμβανομένων της παραισθησίας, του αισθήματος ηλεκτρικών εκκενώσεων και των εμβοών), διαταραχές του ύπνου (συμπεριλαμβανομένων έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος), ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα) και οπτικές διαταραχές. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια ή μέτρια, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρής εντάσεως. Συνήθως συμβαίνουν εντός των πρώτων ημερών μετά τη διακοπή της θεραπείας, αλλά υπάρχουν και σπάνιες αναφορές τέτοιων συμπτωμάτων σε ασθενείς οι οποίοι λόγω απροσεξίας παρέλειψαν μία δόση. Γενικά αυτά τα συμπτώματα αυτοπεριορίζονται και συνήθως παρέρχονται εντός δύο εβδομάδων, αν και σε μερικά άτομα μπορεί να παραταθούν (δύο- τρεις μήνες ή και περισσότερο). Για αυτόν το λόγο συνιστάται η θεραπεία με παροξετίνη να διακόπτεται σταδιακά σε μία περίοδο μερικών εβδομάδων ή μηνών, ανάλογα με τις ανάγκες του ασθενούς. (βλέπε “Συμπτώματα εξ΄ αποστερήσεως που παρατηρούνται με τη διακοπή της Παροξετίνης”, παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης).
Προειδοποιήσεις για τα έκδοχα
Παραβενζοϊκά Το πόσιμο εναιώρημα της παροξετίνης περιέχει μέθυλο παραϋδροξυβενζοϊκό (Ε218) και πρόπυλο παραϋδροξυβενζοϊκό (Ε216) (παραβενζοϊκά), τα οποία είναι γνωστό ότι προκαλούν κνίδωση. Γενικά καθυστερημένου τύπου αντιδράσεις, όπως δερματίτιδα εξ’ επαφής, αλλά σπάνια άμεσου τύπου αντιδράσεις με βρογχόσπασμο. Χρωματικός παράγων Sunset yellow Το πόσιμο εναιώρημα παροξετίνης περιέχει τον χρωματικό παράγοντα sunset yellow FCF (Ε110), ο οποίος μπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις. Σορβιτόλη Ε420 Το πόσιμο εναιώρημα παροξετίνης περιέχει σορβιτόλη (Ε420). Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη φρουκτόζη, δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-SEROXAT
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Σεροτονινεργικά φάρμακα: Η ταυτόχρονη χορήγηση μπορεί να οδηγήσει σε αποτελέσματα που συνδέονται με την 5-HT (σύνδρομο σεροτονίνης). Συνιστάται προσοχή και στενότερη κλινική παρακολούθηση με L τρυπτοφάνη, τριπτάνες, τραμαδόλη, λινεζολίδη, χλωριούχο μεθυλοθειονίνιο, SSRI, λίθιο, πεθιδίνη, St. John´s Wort. Επίσης με φαιντανύλη. Η ταυτόχρονη χορήγηση με ΜΑΟΙ αντενδείκνυται λόγω κινδύνου συνδρόμου σεροτονίνης (βλέπε Αντενδείξεις).
Πιμοζίδη: Αντενδείκνυται λόγω στενού θεραπευτικού εύρους και ικανότητας παράτασης του διαστήματος QT (βλέπε Αντενδείξεις).
Ένζυμα που μεταβολίζουν το φάρμακο:
- Αναστολείς: Προσοχή, χρήση δόσεων παροξετίνης στο κατώτερο όριο του εύρους.
- Επαγωγείς: Δεν απαιτείται αρχική προσαρμογή δόσης. Προσαρμογή καθοδηγείται από κλινικό αποτέλεσμα.
Νευρομυϊκοί αναστολείς: Οι SSRI μπορεί να μειώσουν τη δράση της χολινεστεράσης, παρατείνοντας τη δράση μιβακουρίου και σουξαμεθονίου.
Φοσαμπρεναβίρη/ριτοναβίρη: Μειώνονται σημαντικά τα επίπεδα παροξετίνης στο πλάσμα (~55%). Δεν υπάρχουν δεδομένα για μακροχρόνια χρήση.
Προκυκλιδίνη: Η παροξετίνη αυξάνει σημαντικά τα επίπεδα προκυκλιδίνης στο πλάσμα. Μείωση δόσης προκυκλιδίνης εάν παρατηρηθούν αντιχολινεργικά αποτελέσματα.
Αντιεπιληπτικά (καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, βαλπροϊκό νάτριο): Ταυτόχρονη χορήγηση δε φαίνεται να έχει επίδραση.
Δυνατότητα αναστολής του CYP2D6: Η παροξετίνη αναστέλλει το CYP2D6, αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις φαρμάκων που μεταβολίζονται από αυτό (π.χ. τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά φαινοθειαζίνης, ρισπεριδόνη, ατομοξετίνη, αντιαρρυθμικά Τύπου 1c, μετοπρολόλη).
- Μετοπρολόλη: Δεν συνιστάται σε καρδιακή ανεπάρκεια λόγω στενού θεραπευτικού δείκτη.
- Ταμοξιφένη: Μειωμένη αποτελεσματικότητα έχει αναφερθεί. Αποφυγή συγχορήγησης με ισχυρούς αναστολείς του CYP2D6 όπου είναι δυνατόν.
Αλκοόλη: Οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν τη χρήση αλκοόλ.
Από του στόματος αντιπηκτικά: Μπορεί να αυξηθεί η αντιπηκτική δραστικότητα και ο κίνδυνος αιμορραγίας. Χρήση με προσοχή.
NSAID, ακετυλοσαλικυλικό οξύ και άλλοι αντιαιμοπεταλιακοί παράγοντες: Αυξημένος αιμορραγικός κίνδυνος. Συνιστάται προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI ταυτόχρονα με φάρμακα που επηρεάζουν τη λειτουργία των αιμοπεταλίων ή αυξάνουν τον κίνδυνο αιμορραγίας.
Πραβαστατίνη: Αύξηση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα. Μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή δόσης υπογλυκαιμικών παραγόντων/ινσουλίνης.
Φάρμακα που επηρεάζουν το γαστρικό pH: Μπορεί να επηρεάσουν τις συγκεντρώσεις παροξετίνης στο πλάσμα (όταν λαμβάνεται πόσιμο εναιώρημα).
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-SEROXAT
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Μερικές από τις ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου που αναφέρονται παρακάτω μπορεί να ελαττωθούν σε ένταση και συχνότητα με τη συνέχιση της θεραπείας και γενικά δεν οδηγούν σε διακοπή της θεραπείας. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρονται παρακάτω κατά κατηγορία οργανικού συστήματος και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως: πολύ συχνές ( 1/10), συχνές ( 1/100, <1/10), όχι συχνές ( 1/1.000, <1/100), σπάνιες ( 1/10.000, <1/1.000), πολύ σπάνιες (<1/10.000), συμπεριλαμβανομένων και μεμονωμένων αναφορών.
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
- Όχι συχνές: ανώμαλη αιμορραγία, κυρίως από το δέρμα και τους βλεννογόνους (συμπεριλαμβανομένων των εκχυμώσεων και της γυναικολογικής αιμορραγίας).
- Πολύ σπάνιες: θρομβοπενία.
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: σοβαρές και πιθανώς θανατηφόρες αλλεργικές αντιδράσεις (συμπεριλαμβανομένων των αναφυλακτοειδών αντιδράσεων και του αγγειοοιδήματος).
Διαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
- Πολύ σπάνιες: σύνδρομο απρόσφορης έκκρισης της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH).
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
- Συχνές: αύξηση των επιπέδων χοληστερίνης, ελάττωση της όρεξης.
- Όχι συχνές: μεταβολή του γλυκαιμικού ελέγχου έχει αναφερθεί σε διαβητικούς ασθενείς (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Σπάνιες: υπονατριαιμία. Υπονατριαιμία έχει αναφερθεί κυρίως σε ηλικιωμένους ασθενείς και μερικές φορές οφείλεται σε απρόσφορη έκκριση της αντιδιουρητικής ορμόνης (SIADH).
Ψυχιατρικές διαταραχές
- Συχνές: υπνηλία, αϋπνία, διέγερση, διαταραγμένα όνειρα, (περιλαμβανομένων των εφιαλτών).
- Όχι συχνές: σύγχυση, ψευδαισθήσεις.
- Σπάνιες: μανιακές αντιδράσεις, άγχος, αποπροσωποποίηση, αντιδράσεις πανικού, ακαθησία (βλέπε παράγραφο 4.4).
- Μη γνωστή συχνότητα: ιδεασμός αυτοκτονίας, αυτοκτονική συμπεριφορά, επιθετικότητα. Περιστατικά ιδεασμού αυτοκτονίας και αυτοκτονικής συμπεριφοράς έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια θεραπείας με παροξετίνη ή σύντομα μετά τη διακοπή της θεραπείας (βλέπε παράγραφο 4.4). Περιστατικά επιθετικότητας έχουν παρατηρηθεί μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί επίσης να οφείλονται στην υποκείμενη πάθηση.
Διαταραχές νευρικού συστήματος
- Συχνές: αίσθημα ζάλης, τρόμος, κεφαλαλγία, διαταραχή συγκέντρωσης.
- Όχι συχνές: εξωπυραμιδικές διαταραχές.
- Σπάνιες: σπασμοί, σύνδρομο ανήσυχων κνημών (RLS).
- Πολύ σπάνιες: σύνδρομο σεροτονίνης (στα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνονται διέγερση), σύγχυση, εφίδρωση, ψευδαισθήσεις αύξηση των τενόντιων αντανακλαστικών, μυοκλονίες, ρίγος, ταχυκαρδία και τρόμος). Αναφορές σχετικά με τις εξωπυραμιδικές διαταραχές που περιλαμβάνουν στοματο-προσωπική δυστονία έχουν ληφθεί μερικές φορές για ασθενείς με υποκείμενες κινητικές διαταραχές ή οι οποίοι ελάμβαναν νευροληπτικά φάρμακα..
Οφθαλμικές διαταραχές
- Συχνές: θάμβος οράσεως.
- Όχι συχνές: μυδρίαση (βλέπε 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση)
- Πολύ σπάνιες: οξύ γλαύκωμα
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου
- Μη γνωστή συχνότητα: εμβοές.
Καρδιακές διαταραχές
- Όχι συχνές: φλεβοκομβική ταχυκαρδία.
- Σπάνιες: βραδυκαρδία
Αγγειακές διαταραχές
- Όχι συχνές: πρόσκαιρη αύξηση ή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης, ορθοστατική υπόταση. Πρόσκαιρη αύξηση ή ελάττωση της αρτηριακής πίεσης έχει αναφερθεί μετά από θεραπεία με παροξετίνη, συνήθως σε ασθενείς με προϋπάρχουσα υπέρταση ή άγχος.
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
- Συχνές: χασμουρητό.
Διαταραχές του γαστρεντερικού
- Πολύ συχνές: ναυτία.
- Συχνές: δυσκοιλιότητα, διάρροια, έμετος, ξηροστομία.
- Πολύ σπάνιες: αιμορραγία γαστρεντερικού
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
- Σπάνιες: αύξηση ηπατικών ενζύμων.
- Πολύ σπάνιες: ηπατικά συμβάματα (όπως ηπατίτιδα, μερικές φορές συνοδεύεται με ίκτερο και/ή ηπατική ανεπάρκεια). Έχει αναφερθεί αύξηση των ηπατικών ενζύμων. Επίσης, μετά την κυκλοφορία στην αγορά, σπανίως έχουν αναφερθεί ηπατικά συμβάματα (όπως η ηπατίτιδα, μερικές φορές συνοδευόμενη από ίκτερο και/ή ηπατική ανεπάρκεια). Διακοπή της παροξετίνης θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη αν υπάρχει παρατεταμένη αύξηση των αποτελεσμάτων ελέγχου της ηπατικής λειτουργίας.
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
- Συχνές: εφίδρωση.
- Όχι συχνές: δερματικά εξανθήματα, κνησμός.
- Πολύ σπάνιες: σοβαρές δερματικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις (περιλαμβανομένου του πολύμορφου ερυθήματος, συνδρόμου Stevens-Johnson και τοξικής επιδερμικής νεκρόλυσης), κνίδωση, αντιδράσεις φωτοευαισθησίας.
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
- Όχι συχνές: κατακράτηση ούρων, ακράτεια ούρων.
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
- Πολύ συχνές: σεξουαλική δυσλειτουργία.
- Σπάνιες: υπερπρολακτιναιμία/γαλακτόρροια, διαταραχές της εμμήνου ρύσης (συμπεριλαμβανομένης μηνορραγίας, μητρορραγίας, αμηνόρροιας, καθυστερημένης εμμήνου ρύσης και ακανόνιστης εμμήνου ρύσης).
- Πολύ σπάνιες: πριαπισμός
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
- Σπάνιες: αρθραλγία, μυαλγία. Επιδημιολογικές μελέτες, που διεξήχθηκαν κυρίως σε ασθενείς ηλικίας 50 ετών και άνω, δείχνουν αυξημένο κίνδυνο κατάγματος οστών σε ασθενείς που λαμβάνουν SSRI και TCAs. Ο μηχανισμός που οδηγεί σε αυτό τον κίνδυνο είναι άγνωστος.
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις από το σημείο χορήγησης
- Συχνές: αδυναμία, πρόσληψη βάρους.
- Πολύ σπάνιες: περιφερικό οίδημα.
ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΞ’ ΑΠΟΣΤΕΡΗΣΕΩΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ ΜΕ ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ
- Συχνά: αίσθημα ζάλης, αισθητικές διαταραχές, διαταραχές του ύπνου, άγχος, κεφαλαλγία.
- Όχι συχνά: διέγερση, ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, συναισθηματική αστάθεια, διαταραχές οράσεως, αίσθημα παλμών, διάρροια, ευερεθιστότητα. Η διακοπή της παροξετίνης (ειδικά η απότομη) συνήθως οδηγεί σε συμπτώματα εξ’ αποστερήσεως. Έχουν αναφερθεί ζάλη, αισθητικές διαταραχές, (συμπεριλαμβανομένων της παραισθησίας και του αισθήματος ηλεκτρικών εκκενώσεων και εμβοές), διαταραχές του ύπνου, (συμπεριλαμβανομένων των έντονων ονείρων), διέγερση ή άγχος, ναυτία, τρόμος, σύγχυση, εφίδρωση, κεφαλαλγία, διάρροια, αίσθημα παλμών, συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστότητα και διαταραχές οράσεως. Γενικά αυτά τα συμπτώματα είναι ήπια ή μέτρια, και αυτοπεριοριζόμενα, ωστόσο, σε μερικούς ασθενείς μπορεί να είναι σοβαρά και/ή να επιμείνουν. Για αυτόν το λόγο συνιστάται να γίνεται σταδιακή μείωση της δόσης όταν δεν απαιτείται πλέον θεραπεία με παροξετίνη. (βλέπε παράγραφο 4.2 Δοσολογία και τρόπος χορήγησης και παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΙΔΙΑΤΡΙΚΕΣ ΚΛΙΝΙΚΕΣ ΜΕΛΕΤΕΣ Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν: Αυξημένες συμπεριφορές σχετιζόμενες με αυτοκτονία (περιλαμβανομένων αποπειρών αυτοκτονίας και αυτοκτονικές σκέψεις), συμπεριφορές αυτοκαταστροφής και αυξημένη επιθετικότητα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και οι απόπειρες αυτοκτονίας παρατηρήθηκαν κυρίως σε κλινικές δοκιμές σε εφήβους με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή. Η αυξημένη επιθετικότητα εμφανίσθηκε ιδιαίτερα σε παιδιά με ιδεοληπτική ψυχαναγκαστική διαταραχή και ιδιαίτερα σε νεαρά παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών. Επιπρόσθετες καταστάσεις που παρατηρήθηκαν είναι: μειωμένη όρεξη, τρόμος, εφίδρωση, υπερκινησία, διέγερση, συναισθηματική αστάθεια (περιλαμβανομένου του κλάματος και των μεταβολών της διάθεσης), ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με αιμορραγία, κυρίως στο δέρμα και τους βλεννογόνους. Καταστάσεις που παρατηρήθηκαν μετά τη διακοπή/σταδιακή μείωση της παροξετίνης είναι συναισθηματική αστάθεια (περιλαμβανομένου του κλάματος, μεταβολών της διάθεσης, αυτοκαταστροφής, αυτοκτονικών σκέψεων και αποπειρών αυτοκτονίας), νευρικότητα, ζάλη, ναυτία και κοιλιακό άλγος (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση). Βλέπε παράγραφο 5.1 για περισσότερες πληροφορίες στις παιδιατρικές κλινικές δοκιμές.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων (Μεσογείων 284, GR-15562 Χολαργός, Αθήνα, Τηλ: + 30 21 32040380/337, Φαξ: + 30 21 06549585, Ιστότοπος: http://www.eof.gr)
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-SEROXAT
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες υποδεικνύουν αύξηση του κινδύνου συγγενούς ανωμαλίας, ιδιαίτερα από το καρδιαγγειακό (π.χ. μεσοκοιλιακό και μεσοκολπικό έλλειμμα), σχετιζόμενης με τη χρήση της παροξετίνης κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου. Ο μηχανισμός είναι άγνωστος. Τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο κίνδυνος γέννησης νεογνού με καρδιαγγειακή συγγενή ανωμαλία μετά από έκθεση σε παροξετίνη κατά τη διάρκεια της κύησης είναι μικρότερος από 2/100, συγκριτικά με την αναμενόμενη συχνότητα τέτοιων περιστατικών στο γενικό πληθυσμό 1/100.
Η παροξετίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης μόνο όταν υπάρχει απόλυτη ένδειξη. Ο θεράπων ιατρός θα χρειασθεί να αξιολογήσει την επιλογή εναλλακτικών θεραπειών σε γυναίκες που είναι ή σχεδιάζουν να μείνουν έγκυες. Θα πρέπει να αποφεύγεται απότομη διακοπή της θεραπείας κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. “Συμπτώματα εξ΄ αποστερήσεως που παρατηρούνται με τη διακοπή της Παροξετίνης”, (βλ. Δοσολογία)).
Τα νεογνά θα πρέπει να παρακολουθούνται εάν η μητέρα εξακολουθούσε να λαμβάνει παροξετίνη κατά τα τελευταία στάδια της κύησης, ιδιαίτερα στο τρίτο τρίμηνο.
Τα ακόλουθα συμπτώματα μπορεί να εμφανισθούν σε νεογνά μετά τη χρήση παροξετίνης κατά τα τελευταία στάδια της κύησης: αναπνευστική δυσχέρεια, κυάνωση, άπνοια, σπασμούς, αστάθεια θερμοκρασίας, δυσκολία σίτισης, έμετος, υπογλυκαιμία, υπερτονία, υποτονία, αύξηση τενόντιων αντανακλαστικών, τρόμο, νευρικότητα, ευερεθιστότητα, λήθαργος, συνεχές κλάμα, υπνηλία και δυσκολία στον ύπνο. Τα συμπτώματα αυτά μπορεί να οφείλονται είτε στις σεροτονινεργικές δράσεις ή σε συμπτώματα εξ’ αποστερήσεως. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων αρχίζουν αμέσως ή σύντομα (<24 ώρες) μετά τον τοκετό.
Επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση SSRI κατά την κύηση, ιδιαίτερα σε προχωρημένη κύηση, μπορεί να έχει αυξημένο κίνδυνο επίμονης πνευμονικής υπέρτασης στο νεογνό (PPHN). Ο κίνδυνος που παρατηρήθηκε ήταν περίπου πέντε περιπτώσεις ανά 1000 κυήσεις. Στο γενικό πληθυσμό εμφανίστηκαν μία έως δύο περιπτώσεις PPHN ανά 1000 κυήσεις.
Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα, αλλά δεν υπέδειξαν άμεση βλαπτική επίδραση όσον αφορά την εγκυμοσύνη/την ανάπτυξη του εμβρύου, τον τοκετό ή την μεταγεννητική ανάπτυξη (βλ. (βλ. Προκλινικά δεδομένα)).
Θηλασμός
Μικρά ποσά παροξετίνης εκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Σε δημοσιευμένες μελέτες, οι συγκεντρώσεις ορού σε βρέφη που θήλαζαν ήταν μη ανιχνεύσιμες (<2 νανογραμμάρια/ml) ή πολύ χαμηλές (<4 νανογραμμάρια/ml) και δεν παρατηρήθηκε κανένα σημείο επίδρασης του φαρμάκου σε αυτά τα βρέφη. Καθώς δεν αναμένονται επιδράσεις, μπορεί να εξετασθεί η δυνατότητα θηλασμού.
Γονιμότητα
Στοιχεία από πειραματόζωα έχουν δείξει ότι η παροξετίνη μπορεί να επηρεάσει την ποιότητα του σπέρματος (βλ. (βλ. Προκλινικά δεδομένα)). Στοιχεία in vitro με ανθρώπινο υλικό μπορεί να υποδηλώνουν κάποια επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος, ωστόσο, αναφορές περιστατικών από ανθρώπους με ορισμένους SSRI (περιλαμβανομένης της παροξετίνης) έχουν δείξει ότι η επίδραση στην ποιότητα του σπέρματος φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμη.
Μέχρι σήμερα δεν έχουν παρατηρηθεί επιπτώσεις στην ανθρώπινη γονιμότητα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-SEROXAT
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντικαταθλιπτικά - εκλεκτικοί αναστολείς της πρόσληψης σεροτονίνης, κωδικός ATC: N06A B05
Μηχανισμός Δράσης
Η παροξετίνη είναι ένας ισχυρός και εκλεκτικός αναστολέας της πρόσληψης της 5-υδροξυτρυπταμίνης (5-HT, σεροτονίνη) και η αντικαταθλιπτική του ενέργεια και αποτελεσματικότητα στη θεραπεία της ΙΨΔ,, της Αγχώδους Κοινωνικής Διαταραχής/Κοινωνικής Φοβίας, της Γενικής Αγχώδους Διαταραχής, του Μετατραυματικού Στρες, και της Διαταραχής Πανικού, θεωρείται ότι σχετίζεται με την εξειδικευμένη αναστολή της 5-HT στους εγκεφαλικούς νευρώνες. Η παροξετίνη χημικά δε συγγενεύει με τα τρικυκλικά, τετρακυκλικά και άλλα διαθέσιμα αντικαταθλιπτικά. Η παροξετίνη έχει χαμηλή συγγένεια με τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς και μελέτες σε ζώα έχουν δείξει μόνο ασθενείς αντιχολινεργικές ιδιότητες.
Σε συμφωνία με αυτήν την εκλεκτική δράση, in vitro μελέτες έχουν καταδείξει ότι, αντίθετα με τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, η παροξετίνη έχει χαμηλή συγγένεια για τους άλφα1, άλφα2 και βήτα αδρενεργικούς υποδοχείς καθώς με τους υποδοχείς της ντοπαμίνης (D2), τους ομοιάζοντες με τους υποδοχείς της 5-HT1 και τους υποδοχείς της 5- HT2 και της ισταμίνης. (H1). Αυτή η έλλειψη αλληλεπίδρασης με τους μετασυναπτικούς υποδοχείς in vitro έχει υποστηριχτεί και σε in vivo μελέτες οι οποίες καταδεικνύουν έλλειψη καταστολής του ΚΝΣ και υποτασικές ιδιότητες.
Φαρμακοδυναμικές Αποτελέσματα
Η παροξετίνη δεν επηρεάζει τη ψυχοκινητική λειτουργία και δε μεγεθύνει κατασταλτικά αποτελέσματα της αιθανόλης.
Όπως και με άλλους εκλεκτικούς αναστολείς της 5-HT, η παροξετίνη προκάλεσε συμπτώματα εκσεσημασμένης διέγερσης του υποδοχέα της 5- HT όταν χορηγήθηκε σε ζώα που προηγουμένως τους είχαν χορηγηθεί αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO) ή τρυπτοφάνη.
Συμπεριφορικές και ηλεκτροεγκεφαλογραφικές μελέτες καταδεικνύουν ότι η παροξετίνη είναι ασθενώς διεγερτική σε δόσεις γενικά μεγαλύτερες από αυτές που απαιτούνται για την αναστολή της πρόσληψης της 5-HT. Η φύση των διεγερτικών ιδιοτήτων δεν προσομοιάζει με της αμφεταμίνης.
Μελέτες σε ζώα καταδεικνύουν ότι η παροξετίνη γίνεται καλά ανεκτή από το καρδιαγγειακό σύστημα. Η παροξετίνη δεν προκάλεσε σημαντικές κλινικές μεταβολές στην αρτηριακή πίεση, τον καρδιακό ρυθμό και στο ΗΚΓ μετά τη χορήγησή της σε υγιείς εθελοντές.
Μελέτες καταδεικνύουν ότι, σε αντίθεση με τα αντικαταθλιπτικά, τα οποία αναστέλλουν την πρόσληψη της νοραδρεναλίνης, η παροξετίνη παρουσιάζει πολύ μικρότερη τάση να αναστέλλει τα αντιυπερτασικά αποτελέσματα της γουανεθιδίνης.
Στη θεραπεία των καταθλιπτικών διαταραχών η παροξετίνη εμφανίζει συγκρίσιμη αποτελεσματικότητα με τα καθιερωμένα αντικαταθλιπτικά. Υπάρχουν επίσης μερικές ενδείξεις ότι η παροξετίνη μπορεί να έχει θεραπευτική αξία σε ασθενείς οι οποίοι δεν ανταποκρίθηκαν στην καθιερωμένη αγωγή.
Η πρωινή δοσολογία της παροξετίνης δεν έχει κάποιο επιζήμιο αποτέλεσμα στην ποιότητα ή στη διάρκεια του ύπνου. Αντίθετα, οι ασθενείς μπορεί να παρουσιάσουν βελτιωμένο ύπνο, καθώς ανταποκρίνονται στη θεραπεία με παροξετίνη.
Ανάλυση αυτοκτονικότητας ενηλίκων Μία ειδική ανάλυση για την παροξετίνη σε ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ενήλικες με ψυχιατρικές διαταραχές έδειξε υψηλότερη συχνότητα αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε νεαρούς ενήλικες (ηλικίας 18-24 ετών) που έλαβαν παροξετίνη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακα (2,19% έναντι 0,92%). Σε ομάδες μεγαλύτερης ηλικίας δεν παρατηρήθηκε τέτοια αύξηση. Σε ενήλικες με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (όλες οι ηλικίες),υπήρξε αύξηση της συχνότητας αυτοκτονικής συμπεριφοράς σε ασθενείς που έλαβαν παροξετίνη συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (0,32% έναντι 0,05%); όλες οι περιπτώσεις ήταν απόπειρες αυτοκτονίας. Ωστόσο η πλειονότητα αυτών των αποπειρών για την παροξετίνη (8 στις 11) ήταν σε νεαρούς ενήλικες (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4).
Aνταπόκριση στη δόση Σε μελέτες καθορισμένης δόσης, υπάρχει μία επίπεδη καμπύλη ανταπόκρισης στη δόση, που υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει πλεονέκτημα ως προς την αποτελεσματικότητα για τη χρήση υψηλότερης από τις συνιστώμενες δόσεις. Πάντως υπάρχουν μερικά κλινικά στοιχεία που υποδεικνύουν ότι αυξάνοντας τη δόση μπορεί να ωφελήσει κάποιους ασθενείς.
Μακροχρόνια αποτελεσματικότητα Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στην κατάθλιψη έχει καταδειχθεί σε μία μελέτη σχεδιασμού διατήρησης και πρόληψης υποτροπών 52 εβδομάδων: 12% των ασθενών που ελάμβαναν παροξετίνη (20-40mg ημερησίως) υποτροπίασαν, έναντι 28% των ασθενών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία της ιδεοληπτικής ψυχαναγκαστικής διαταραχής έχει εξεταστεί σε τρεις μελέτες σχεδιασμού διατήρησης και πρόληψης υποτροπών 24 εβδομάδων. Σε μία από τις τρεις μελέτες επετεύχθη μία σημαντική διαφορά στο ποσοστό των υποτροπιαζόντων μεταξύ της παροξετίνης (38%) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (59%).
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία των διαταραχών πανικού έχει καταδειχτεί σε μία μελέτη σχεδιασμού διατήρησης και πρόληψης υποτροπών 24 εβδομάδων: 5% των ασθενών που ελάμβαναν παροξετίνη (10-40mg ημερησίως) υποτροπίασαν, έναντι 30% των ασθενών που ελάμβαναν εικονικό φάρμακο. Αυτό υποστηρίχτηκε και με μία μελέτη διατήρησης 36 εβδομάδων.
Η μακροχρόνια αποτελεσματικότητα της παροξετίνης στη θεραπεία της κοινωνικής αγχώδους διαταραχής και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής και του Μετατραυματικού Στρες δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.
Ανεπιθύμητες ενέργειες από Παιδιατρικές Κλινικές Δοκιμές Σε βραχυπρόθεσμες (έως 10-12 εβδομάδες) κλινικές δοκιμές σε παιδιά και εφήβους, παρατηρήθηκαν οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που έλαβαν παροξετίνη σε συχνότητα τουλάχιστον 2% των ασθενών και παρατηρήθηκαν σε συχνότητα τουλάχιστον διπλάσια από αυτή του εικονικού φαρμάκου: αυξημένες συμπεριφορές σχετικά με αυτοκτονία (περιλαμβανομένων των αποπειρών αυτοκτονίας και των αυτοκτονικών σκέψεων), συμπεριφορές αυτοκαταστροφής και αυξημένη επιθετικότητα. Οι αυτοκτονικές σκέψεις και οι απόπειρες αυτοκτονίας παρατηρήθηκαν κυρίως σε κλινικές δοκιμές σε εφήβους με Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή. Η αυξημένη επιθετικότητα εμφανίσθηκε ιδιαίτερα σε παιδιά με ιδεοληπτική ψυχαναγκαστική διαταραχή και ιδιαίτερα σε νεαρά παιδιά ηλικίας μικρότερης των 12 ετών. Επιπρόσθετες καταστάσεις που παρατηρήθηκαν συχνότερα με την παροξετίνη συγκριτικά με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου ήταν: μειωμένη όρεξη, τρόμος, εφίδρωση, υπερκινησία, διέγερση, συναισθηματική αστάθεια (περιλαμβανομένου του κλάματος και των μεταβολών της διάθεσης).
Σε μελέτες που χρησιμοποιήθηκε σχήμα σταδιακής μείωσης, συμπτώματα που αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της φάσης της σταδιακής μείωσης ή κατά τη διακοπή της παροξετίνης σε συχνότητα τουλάχιστον 2% των ασθενών και παρατηρήθηκαν σε συχνότητα τουλάχιστον διπλάσια από αυτή του εικονικού φαρμάκου ήταν συναισθηματική αστάθεια (περιλαμβανομένου του κλάματος, μεταβολών της διάθεσης, αυτοκαταστροφής, αυτοκτονικών σκέψεων και αποπειρών αυτοκτονίας), νευρικότητα, ζάλη, ναυτία και κοιλιακό άλγος (βλέπε παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Σε πέντε μελέτες παράλληλων ομάδων με διάρκεια θεραπείας οκτώ εβδομάδες έως οκτώ μήνες, ανεπιθύμητες ενέργειες σχετιζόμενες με αιμορραγία, κυρίως στο δέρμα και τους βλεννογόνους, παρατηρήθηκαν σε ασθενείς που έλαβαν παροξετίνη, σε συχνότητα 1,74% συγκριτικά με 0,74% που παρατηρήθηκε σε ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-SEROXAT
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η παροξετίνη απορροφάται καλά μετά την από του στόματος χορήγηση και υφίσταται μεταβολισμό αρχικής φάσης. Λόγω του μεταβολισμού αρχικής φάσης, το ποσό της παροξετίνης που είναι διαθέσιμο στη συστηματική κυκλοφορία είναι λιγότερο από αυτό που απορροφήθηκε από το γαστρεντερικό σωλήνα. Μερικός κορεσμός του μεταβολισμού αρχικής φάσης και ελαττωμένη κάθαρση πλάσματος συμβαίνει καθώς αυξάνεται η ποσότητα στο σώμα με αυξήσεις των μεμονωμένων δόσεων ή με πολλαπλό δοσολογικό σχήμα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα δυσανάλογες αυξήσεις των συγκεντρώσεων πλάσματος και επομένως οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν είναι σταθερές, με αποτέλεσμα μια μη γραμμική κινητική. Ωστόσο, η μη-γραμμικότητα γενικά είναι μικρή και περιορίζεται σε εκείνα τα άτομα που επιτυγχάνουν χαμηλά επίπεδα πλάσματος σε χαμηλές δόσεις.
Τα συστηματικά επίπεδα σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται 7 με 14 ημέρες μετά την έναρξη της θεραπείας με τις μορφές άμεσης ή ελεγχόμενης απελευθέρωσης και οι φαρμακοκινητικές ιδιότητες δε φαίνεται να μεταβάλλονται κατά τη μακροχρόνια θεραπεία.
Κατανομή Η παροξετίνη κατανέμεται ευρέως στους ιστούς και φαρμακοκινητικοί υπολογισμοί έχουν καταδείξει ότι μόνο το 1% της παροξετίνης στο σώμα βρίσκεται στο πλάσμα.
Περίπου το 95% της παροξετίνης εμφανίζεται δεσμευμένη με την πρωτεΐνη στις θεραπευτικές συγκεντρώσεις.
Δε βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των συγκεντρώσεων παροξετίνης πλάσματος και του κλινικού αποτελέσματος (παρενέργειες και αποτελεσματικότητα).
Βιομετασχηματισμός Οι κύριοι μεταβολίτες της παροξετίνης είναι πολικά και συζευγμένα προϊόντα οξείδωσης και μεθυλίωσης τα οποία απομακρύνονται άμεσα. Με βάση τη σχετική έλλειψη της φαρμακολογικής τους δράσης, είναι απίθανο να συνεισφέρουν στα θεραπευτικά αποτελέσματα της παροξετίνης.
Ο μεταβολισμός δεν επηρεάζει την εκλεκτική δράση της παροξετίνης στη νευρωνική πρόσληψη της 5-HT.
Απέκκριση Η απέκκριση της μη μεταβολισμένης παροξετίνης από το ουροποιητικό είναι γενικά μικρότερη του 2% της δόσης, ενώ εκείνη των μεταβολιτών είναι περίπου το 64% της δόσης. Περίπου το 36% της δόσης εκκρίνεται στα κόπρανα, πιθανά μέσω της χολής, από το οποίο η μη μεταβολισμένη παροξετίνη αντιπροσωπεύει λιγότερο του 1% της δόσης. Επομένως, η παροξετίνη απεκκρίνεται σχεδόν ολοκληρωτικά μέσω μεταβολισμού.
Η έκκριση των μεταβολιτών είναι διφασική, αρχικά ως αποτέλεσμα ενός μεταβολισμού πρώτου βαθμού και στη συνέχεια ελεγχόμενη από τη συστηματική απέκκριση της παροξετίνης.
Ο μέσος χρόνος απέκκρισης διαφέρει, αλλά γενικά είναι περίπου μία ημέρα.
Ειδικοί Πληθυσμοί Ασθενών Ηλικιωμένοι και Ασθενείς με Νεφρική/Ηπατική Ανεπάρκεια Αυξημένες συγκεντρώσεις παροξετίνης πλάσματος παρατηρούνται σε ηλικιωμένα άτομα και σε εκείνα τα άτομα με σοβαρή νεφρική ανεπάρκεια ή σε εκείνα με ηπατική ανεπάρκεια, αλλά το εύρος των συγκεντρώσεων πλάσματος επικαλύπτει αυτό των υγιών ενήλικων ατόμων.
ΕΟΦ · 4.4
Aντικαταθλιπτικά
expand_more
Aντικαταθλιπτικά
Tα αντικαταθλιπτικά φάρμακα περιλαμβάνουν κυρίως τα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιτριπτυλίνη, νορτριπτυλίνη, ιμιπραμίνη, χλωριμιπραμίνη, δοξεπίνη), τα τετρακυκλικά αντικαταθλιπτικά (μιανσερίνη, μαπροτιλίνη), τους αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAO), τους εκλεκτικούς αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης (φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, σιταλοπράμη, παροξετίνη), τους αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης (βενλαφαξίνη), τα νοραδρενεργικά και ειδικά σεροτονινεργικά (μιρταζαπίνη) και άλλα (τραζοδόνη, νεφαζοδόνη).
Oι αναστολείς της MAO έχουν μικρή χρησιμότητα, διότι θεωρούνται λιγότερο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τα τρικυκλικά και διότι μπορεί να προκαλέσουν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις με τροφές και φάρμακα. Oι νεώτεροι όμως αναστολείς με την εκλεκτική και αναστρέψιμη αναστολή της μονοαμινοξειδάσης (μοκλοβεμίδη) θεωρούνται ασφαλείς και δεν παρουσιάζουν τις ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις των κλασικών αναστολέων της MAO.
O μηχανισμός δράσης των αντικαταθλιπτικών θεωρείται ότι οφείλεται στην επίδρασή τους στα αμινεργικά συστήματα του εγκεφάλου, ιδίως της σεροτονίνης και της νοραδρεναλίνης, των οποίων ενισχύουν τη δράση στο KNΣ μέσω αναστολής της επαναπρόσληψής τους από τα νευρικά κύτταρα. Oι αναστολείς της MAO ενισχύουν τη δράση των μονοαμινών, δια μέσου αναστολής της αποδόμησής τους. Οι παραπάνω μηχανισμοί καθώς και η μείωση του αριθμού των β1- και α2-αδρενεργικών υποδοχέων και των σεροτονινεργικών υποδοχέων (down regulation) σχετίζονται με την θεραπευτική δράση των αντικαταθλιπτικών στις συναισθηματικές διαταραχές.
Eκτός από την κατάθλιψη, ορισμένα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά και στη διαταραχή πανικού με ή χωρίς αγοραφοβία, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή (η κλομιπραμίνη και οι εκλεκτικοί σεροτονινεργικοί αναστολείς) καθώς και σε άλλες καταστάσεις, όπως η νυκτερινή ενουρήση, η βουλιμία, επώδυνα σύνδρομα κ.ά. Λιγότερο αποτελεσματικά είναι στη χρόνια κατάθλιψη (δυσθυμία) και στις διαταραχές προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση.
H κύρια ένδειξη των αντικαταθλιπτικών είναι η μείζων κατάθλιψη, μονοπολική ή διπολική. Στην παραληρητική μορφή απαιτείται ταυτόχρονη χορήγηση αντιψυχωσικού, ενώ η άτυπη κατάθλιψη ανταποκρίνεται καλύτερα στη θεραπεία με αναστολείς της MAO.
Tα αντικαταθλιπτικά είναι αποτελεσματικά σε ποσοστό 70-80% των περιπτώσεων με μείζονα κατάθλιψη. Στο υπόλοιπο ποσοστό, το αντικαταθλιπτικό τους αποτέλεσμα μπορεί να ενισχυθεί με προσθήκη αλάτων λιθίου, καρβαμαζεπίνης, τριιωδοθυρονίνης (T3), κ.ά. H χορήγηση αναστολέων της MAO ή εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης μπορεί να αποδειχθεί αποτελεσματική σε ανθεκτικές περιπτώσεις.
H θεραπεία αρχίζει συνήθως με δόσεις 50-75 mg αμιτριπτυλίνης ή ισοδύναμης δόσης άλλου αντικαταθλιπτικού και αυξάνεται προοδευτικά κατά 50 mg κάθε 3-4 ημέρες, εφόσον γίνεται ανεκτή, μέχρι τη δόση των 150-200 mg ημερησίως. Λόγω του μακρού χρόνου ημιζωής η δόση μπορεί να δίνεται εφάπαξ το βράδυ. H συνήθης δόση συντηρήσεως είναι 150-200 mg ημερησίως. Oι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης έχουν επίσης μακρό χρονο ημιζωής και μπορεί να δίνονται σε εφάπαξ ημερήσια χορήγηση. Eφόσον δεν υπάρξει βελτίωση σε 6 εβδομάδες, η περίπτωση θα πρέπει να θεωρηθεί ανθεκτική στη συγκεκριμένη θεραπεία. O περαιτέρω χειρισμός απαιτεί είτε ενίσχυση της θεραπείας με άλατα λιθίου ή χορήγηση αντικαταθλιπτικού άλλης χημικής κατηγορίας (τετρακυκλικό, αναστολέας της MAO, αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης) ή ηλεκτροσπασμοθεραπεία.
Hλικιωμένοι ασθενείς απαιτούν μικρότερες (1/2-1/3) δόσεις.
Συχνή αιτία αποτυχίας της αντικαταθλιπτικής θεραπείας είναι η ανεπαρκής δοσολογία και ο ανεπαρκής χρόνος θεραπείας.
Kατά τη χορήγηση της αντικαταθλιπτικής θεραπείας ο ασθενής θα πρέπει να ενημερώνεται και να εφησυχάζεται για τις αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, που μπορεί να είναι ενοχλητικές, ιδίως στην αρχή της θεραπείας, καθώς και για τον απαιτούμενο χρόνο εμφάνισης θεραπευτικού αποτελέσματος (2-4 εβδομάδες). Aπαιτείται προσοχή όταν χορηγούνται τρικυκλικά σε ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας, λόγω καρδιοτοξικότητας, όταν ληφθούν σε μεγάλες δόσεις. Oρισμένα αντικαταθλιπτικά που στερούνται ή έχουν ελαφρές αντιχολινεργικές ιδιότητες είναι περισσότερο ασφαλή (τραζοδόνη, μιανσερίνη) καθώς και τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης και νοραδρεναλίνης κ.ά. δεν παρουσιάζουν σημαντική τοξικότητα. Πρέπει να γίνεται προσεκτική εκτίμηση για το ενδεχόμενο κινδύνου απόπειρας αυτοκτονίας, τόσο στην αρχή όσο και στην πορεία της θεραπείας. Oι ασθενείς με κίνδυνο αυτοκτονίας δεν θα πρέπει να διατηρούν οι ίδιοι μεγάλη ποσότητα φαρμάκου.
Mετά την υποχώρηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας η θεραπεία θα πρέπει να συνεχίζεται τουλάχιστον για 4-6 μήνες στην ίδια δοσολογία, και σε μειωμένη δόση συντήρησης για ακόμη 6 εως 12 μήνες ή και μακροχρονιότερα ενώ στην περιοδική κατάθλιψη με συχνές υποτροπές η θεραπεία συντήρησης θα πρέπει να συνεχίζεται για 5 περίπου χρόνια.
Τα άλατα λιθίου και η καρβαμαζεπίνη χρησιμοποιούνται σε δόσεις χαμηλότερες των συνήθων θεραπευτικών για ενίσχυση της δράσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων σε περιπτώσεις ανθεκτικής κατάθλιψης.
Τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται και στη θεραπεία των αγχωδών διαταραχών και ιδιαίτερα της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής, της διαταραχής πανικού και της γενικευμένης αγχώδους διαταραχής. Επίσης χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ψυχογενούς βουλιμίας.
t4.3.jpg:
ΕΟΦ · 4.4.3
Eκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
expand_more
Eκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η παροξετίνη ενισχύει τη σεροτονινεργική δραστηριότητα μέσω της αναστολής της προσυναπτικής επαναπρόσληψης σεροτονίνης από τον υποδοχέα σεροτονίνης (SERT). Αυτή η αναστολή αυξάνει το επίπεδο σεροτονίνης στη συναπτική σχισμή, ανακουφίζοντας διάφορα συμπτώματα. Αυτό το φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι είναι ισχυρότερος αναστολέας της επαναπρόσληψης σεροτονίνης από άλλα μέλη της ίδιας κατηγορίας φαρμάκων, συμπεριλαμβανομένων των [Citalopram], [Fluoxetine] και [Fluvoxamine]. Ο μηχανισμός δράσης της παροξετίνης στην ανακούφιση των αγγειοκινητικών συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης είναι άγνωστος, σύμφωνα με τις πληροφορίες χορήγησης του Brisdelle, αλλά μπορεί να οφείλεται στις επιδράσεις του στη θερμορύθμιση. Η παροξετίνη παρουσιάζει κλινικά αμελητέα συγγένεια για τους αδρενεργικούς υποδοχείς alpha-1 και alpha-2 και β-αδρενεργικούς υποδοχείς, τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς D1 και D2, τους ισταμινεργικούς υποδοχείς H1 και τους υποδοχείς σεροτονίνης 5-HT1A, 5-HT2A και 5-HT2C. Αυτό το φάρμακο παρουσιάζει κάποια συγγένεια για τους μουσκαρινικούς χολινεργικούς υποδοχείς και τους υποδοχείς 5-H2B. Η καθυστερημένη έναρξη των θεραπευτικών αποτελεσμάτων της παροξετίνης μπορεί να εξηγηθεί από τις αρχικές δράσεις της παροξετίνης στους νευρώνες 5-HT. Σε αρουραίους, η παροξετίνη ενεργοποιεί τους υποδοχείς 5-HT1A κατά την αρχική της χορήγηση, αναστέλλοντας τη διέγερση των νευρώνων 5-HT και την επακόλουθη απελευθέρωση σεροτονίνης στη συναπτική σχισμή.
Χρησιμοποιήθηκαν λειτουργικές και δομικές προσεγγίσεις για την εξέταση των ανασταλτικών μηχανισμών και της θέσης του σημείου σύνδεσης για τη φλουοξετίνη και την παροξετίνη, δύο εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης, στους νικοτινικούς υποδοχείς ακετυλοχολίνης (AChRs) σε διαφορετικές μορφολογικές καταστάσεις. Τα αποτελέσματα καθορίζουν ότι: (α) η φλουοξετίνη και η παροξετίνη αναστέλλουν την εισροή Ca(2+) που προκαλείται από τον h alpha1beta1 gammadelta AChR με υψηλότερες δραστικότητες από τη διζοτσιλπίνη. Η δραστικότητα της φλουοξετίνης αυξάνεται περίπου 10 φορές μετά από μεγαλύτερες περιόδους προ-επώασης, κάτι που συμφωνεί με την ενίσχυση της σύνδεσης (3)H-κυτισίνης με ηρεμούντα αλλά ενεργοποιήσιμα Torpedo AChRs που προκαλούνται από αυτά τα αντικαταθλιπτικά, (β) η φλουοξετίνη και η παροξετίνη αναστέλλουν τη σύνδεση του ανάλογου της φενκυκλιδίνης πιπεριδυλ-3,4-(3)H(N)]-(N-(1-(2 θειενυλ)κυκλοεξυλ)-3,4-πιπεριδίνη με το αποευαισθητοποιημένο Torpedo AChR με υψηλότερες συγγένειες σε σύγκριση με το ηρεμών AChR, και (γ) η φλουοξετίνη αναστέλλει τη σύνδεση (3)H-διζοτσιλπίνης με το αποευαισθητοποιημένο AChR, υποδηλώνοντας μια αμοιβαία αποκλειόμενη αλληλεπίδραση. Αυτό υποστηρίζεται από τα αποτελέσματα μοριακής αγκίστρωσης όπου η ουδέτερη διζοτσιλπίνη και φλουοξετίνη και ο διαμορφωτής της πρωτονιωμένης φλουοξετίνης με το υψηλότερο σκορ LUDI αλληλεπιδρούν με το πεδίο μεταξύ των δακτυλίων βαλίνης (θέση 13’) και λευκίνης (θέση 9’). Οι υπολογισμοί μοριακής μηχανικής αποδεικνύουν επίσης ηλεκτροστατικές αλληλεπιδράσεις της πρωτονιωμένης φλουοξετίνης στις θέσεις 20’, 21’ και 24’. Η πρωτονιωμένη διζοτσιλπίνη γεφυρώνει αυτά τα δύο πεδία σύνδεσης αλληλεπιδρώντας με τους δακτυλίους βαλίνης και τον εξωτερικό (θέση 20’). Η υψηλή αναλογία πρωτονιωμένης φλουοξετίνης και διζοτσιλπίνης που υπολογίζεται σε φυσιολογικό pH υποδηλώνει ότι τα πρωτονιωμένα φάρμακα μπορούν να προσελκύονται στο στόμιο του καναλιού πριν συνδεθούν βαθύτερα στον κανάλι ιόντων AChR μεταξύ των δακτυλίων λευκίνης και βαλίνης, ένα πεδίο που μοιράζεται με τη φενκυκλιδίνη, μπλοκάροντας τελικά τη ροή ιόντων και προκαλώντας αποευαισθητοποίηση του AChR.
Η παροξετίνη αποδείχθηκε ότι είναι ένας ισχυρός (Ki = 1,1 nM) και ειδικός αναστολέας της επαναπρόσληψης [3H]-5-υδροξυτρυπταμίνης (5-HT) σε συναπτόσωμα νεφρικού και υποθαλαμικού φλοιού αρουραίου in vitro. Η κινητική ανάλυση Lineweaver-Burk καθόρισε ότι αυτή η αναστολή ήταν ανταγωνιστική στη φύση της, υποδηλώνοντας άμεση αλληλεπίδραση με το σύμπλεγμα του μεταφορέα επαναπρόσληψης 5-HT. Η από του στόματος χορήγηση παροξετίνης παρήγαγε μια δόση-εξαρτώμενη αναστολή της επαναπρόσληψης [3H]-5-HT (ED50 = 1,9 mg/kg) σε συναπτόσωμα υποθαλάμου αρουραίου ex vivo με μικρή επίδραση στην επαναπρόσληψη [3H]-l-νοραδρεναλίνης (NA) (ED50 > 30 mg/kg). Αυτή η επιλεκτικότητα για την επαναπρόσληψη 5-HT διατηρήθηκε μετά από από του στόματος χορήγηση για 14 ημέρες. Η παροξετίνη (ED50 1-3 mg/kg PO) απέτρεψε την επίδραση εξάντλησης 5-HT της π-χλωραμφεταμίνης (PCA) στον εγκέφαλο αρουραίου, αποδεικνύοντας αποκλεισμό επαναπρόσληψης 5-HT in vivo. Τεχνικές ραδιοσυνδεσιμότητας σε εγκέφαλο αρουραίου in vitro έδειξαν ότι η παροξετίνη έχει μικρή συγγένεια για τους υποδοχείς άλφα 1, άλφα 2 ή βήτα αδρενεργικούς, ντοπαμίνη (D2), 5-HT1, 5-HT2 ή ισταμίνη (H1) σε συγκεντρώσεις κάτω των 1000 nM. Η παροξετίνη παρουσίασε ασθενή συγγένεια για τους μουσκαρινικούς υποδοχείς (Ki = 89 nM), αλλά ήταν τουλάχιστον 15 φορές ασθενέστερη από την αμιτριπτυλίνη (Ki = 5,1 nM). Η παροξετίνη, επομένως, παρέχει ένα χρήσιμο φαρμακολογικό εργαλείο για τη διερεύνηση συστημάτων 5-HT και επιπλέον θα πρέπει να είναι ένα αντικαταθλιπτικό με μειωμένες παρενέργειες τύπου τρικυκλικού.
Ο ακριβής μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης της παροξετίνης είναι ασαφής, αλλά το φάρμακο έχει αποδειχθεί ότι αναστέλλει επιλεκτικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στην προσυναπτική νευρωνική μεμβράνη. Η αναστολή επαναπρόσληψης σεροτονίνης που προκαλείται από την παροξετίνη οδηγεί σε αυξημένες συναπτικές συγκεντρώσεις σεροτονίνης στο ΚΝΣ, οδηγώντας σε πολλαπλές λειτουργικές αλλαγές που σχετίζονται με ενισχυμένη σεροτονινεργική νευροδιαβίβαση. Όπως και άλλα SSRIs (π.χ., σιταλοπράμη, φλουοξετίνη, φλουβοξαμίνη, σερτραλίνη), η παροξετίνη φαίνεται να έχει πολύ ασθενείς επιδράσεις στην επαναπρόσληψη νορεπινεφρίνης ή ντοπαμίνης και δεν παρουσιάζει κλινικά σημαντική αντιχολινεργική, αντιισταμινική ή αδρενεργική (α1, α2, βήτα) αποκλειστική δράση στις συνήθεις θεραπευτικές δόσεις. Παρόλο που ο μηχανισμός αντικαταθλιπτικής δράσης των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων μπορεί να περιλαμβάνει αναστολή της επαναπρόσληψης διαφόρων νευροδιαβιβαστών (δηλ., σεροτονίνης, νορεπινεφρίνης) στην προσυναπτική νευρωνική μεμβράνη, έχει προταθεί ότι η τροποποίηση των υποδοχέων μετά τη σύναψη είναι κυρίως υπεύθυνη για την αντικαταθλιπτική δράση που παρατηρείται κατά τη μακροχρόνια χορήγηση αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Κατά τη μακροχρόνια θεραπεία με τα περισσότερα αντικαταθλιπτικά (π.χ., τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναστολείς μονοαμινοξειδάσης (ΜΑΟ)), αυτές οι προσαρμοστικές αλλαγές συνίστανται κυρίως σε υποευαισθησία του αδρενεργικού συστήματος κυκλάσης της αδενοσίνης σε συνδυασμό με μείωση του αριθμού των β-αδρενεργικών υποδοχέων. τέτοιες επιδράσεις στη λειτουργία των αδρενεργικών υποδοχέων αναφέρονται συχνά ως ρύθμιση προς τα κάτω. Ωστόσο, σε μια μελέτη σε ζώα, η μακροχρόνια χορήγηση παροξετίνης δεν έδειξε να μειώνει τους αδρενεργικούς υποδοχείς στο ΚΝΣ, όπως έχει παρατηρηθεί με πολλά άλλα κλινικά αποτελεσματικά αντικαταθλιπτικά. Επιπλέον, ορισμένα αντικαταθλιπτικά (π.χ., αμιτριπτυλίνη) αναφέρουν μείωση του αριθμού των θέσεων σύνδεσης σεροτονίνης (5-HT) μετά από χρόνια χορήγηση.
Η μειωμένη μεταβολισμός γλυκόζης έχει ενοχοποιηθεί ως παθοφυσιολογία της καταθλιπτικής διαταραχής. Η ομαλοποίηση τέτοιων διαταραγμένων νευρομεταβολισμών έχει συσχετιστεί με τις θεραπευτικές δράσεις των αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. Ωστόσο, ο μοριακός μηχανισμός που υποκρύπτει τις νευρομεταβολικές δράσεις των αντικαταθλιπτικών δεν έχει πλήρως κατανοηθεί. Δεδομένου ότι η AMP-ενεργοποιημένη πρωτεϊνική κινάση (AMPK) είναι ένας κύριος διακόπτης για την ενεργειακή ομοιόσταση, στοχεύσαμε να προσδιορίσουμε εάν ο εκλεκτικός αναστολέας επαναπρόσληψης σεροτονίνης παροξετίνη ενισχύει τον ενεργειακό μεταβολισμό ενεργοποιώντας την AMPK σε κύτταρα νευροβλαστώματος. Διαπιστώσαμε ότι η παροξετίνη αύξανε δοσοεξαρτώμενα τη μιτοχονδριακή βιογένεση, η οποία περιλαμβάνει την οδό AMPK-προαριστοποιημένος ενεργοποιητής υποδοχέα γάμμα συν-ενεργοποιητής-1α. Επιπλέον, η ενεργοποίηση της AMPK που προκαλείται από την παροξετίνη αυξάνει την πρόσληψη γλυκόζης και την παραγωγή ATP. Αυτές οι νευρομεταβολικές επιδράσεις της παροξετίνης καταστέλλονταν με συν-θεραπεία με την ένωση C (CC), έναν αναστολέα της AMPK. Αυτά τα ευρήματα υποδηλώνουν την πιθανότητα ότι η διαμόρφωση της οδού AMPK μπορεί να είναι ένας προηγουμένως μη αναγνωρισμένος μηχανισμός που υποκρύπτει τη νευρομεταβολική δράση των αντικαταθλιπτικών. Απαιτείται περαιτέρω μελέτη για την εξέταση των περιοχικά-ειδικών και χρονικά-ειδικών επιδράσεων της διαμόρφωσης της AMPK από αντικαταθλιπτικά στη διάθεση-σχετιζόμενη συμπεριφορά.
Για περισσότερα Δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για την ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ (9 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η παροξετίνη απορροφάται εύκολα από το γαστρεντερικό σωλήνα. Λόγω του μεταβολισμού πρώτης διόδου, η βιοδιαθεσιμότητα κυμαίνεται από 30-60%. Η Cmax επιτυγχάνεται 2 έως 8 ώρες μετά από από του στόματος δόση. Η μέση Tmax είναι 4,3 ώρες σε υγιείς ασθενείς. Η σταθερή συγκέντρωση της παροξετίνης επιτυγχάνεται εντός 7 έως 14 ημερών από τη θεραπεία από του στόματος. Σε μια φαρμακοκινητική μελέτη, η AUC σε υγιείς ασθενείς ήταν 574 ng·h/mL και 1053 ng·h/mL σε εκείνους με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία.
Περίπου τα 2/3 μιας εφάπαξ δόσης παροξετίνης βρίσκονται στα ούρα και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Σχεδόν ολόκληρη η δόση αποβάλλεται ως μεταβολίτες. το 3% αποβάλλεται ως αμετάβλητη παροξετίνη. Περίπου το 64% μιας από του στόματος δόσης 30 mg βρέθηκε στα ούρα, με 2% ως μητρική ουσία και 62% ως μεταβολίτες. Περίπου το 36% της δόσης βρέθηκε στα κόπρανα κυρίως ως μεταβολίτες και λιγότερο από 1% ως η μητρική ένωση.
Η παροξετίνη έχει μεγάλο όγκο κατανομής και βρίσκεται σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μόνο το 1% του φαρμάκου βρίσκεται στο πλάσμα. Η παροξετίνη βρίσκεται στο μητρικό γάλα σε συγκεντρώσεις παρόμοιες με αυτές στο πλάσμα.
Η φαινόμενη κάθαρση από του στόματος της παροξετίνης είναι 167 L/h. Η κάθαρση της παροξετίνης σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια είναι σημαντικά χαμηλότερη και ενδέχεται να απαιτείται προσαρμογή δόσης, παρά το γεγονός ότι καθαρίζεται κυρίως από το ήπαρ. Ενδέχεται να απαιτείται προσαρμογή δόσης σε ηπατική δυσλειτουργία.
Η υδροχλωρική παροξετίνη φαίνεται να απορροφάται αργά αλλά καλά από το ΓΕΣ μετά από από του στόματος χορήγηση. Αν και η από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της υδροχλωρικής παροξετίνης σε ανθρώπους δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί μέχρι σήμερα, ο κατασκευαστής αναφέρει ότι η παροξετίνη απορροφάται πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση διαλύματος του υδροχλωρικού αλάτος. Ωστόσο, το σχετικό ποσοστό μιας δόσης από το στόμα που φτάνει αμετάβλητο στη συστηματική κυκλοφορία φαίνεται να είναι σχετικά μικρό, επειδή η παροξετίνη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό πρώτης διόδου. Τα δισκία και η εναιώρημα υδροχλωρικής παροξετίνης από το στόμα αναφέρεται ότι είναι βιοϊσοδύναμα.
Σε μελέτες αναλογικότητας δόσης σταθερής κατάστασης που περιελάμβαναν ηλικιωμένους και μη ηλικιωμένους ασθενείς, σε δόσεις 20 mg έως 40 mg ημερησίως για τους ηλικιωμένους και 20 mg έως 50 mg ημερησίως για τους μη ηλικιωμένους, παρατηρήθηκε κάποια μη γραμμικότητα και στις δύο πληθυσμιακές ομάδες, αντικατοπτρίζοντας εκ νέου ένα κορεσμένο μεταβολικό μονοπάτι. Σε σύγκριση με τις τιμές Cmin μετά από 20 mg ημερησίως, οι τιμές μετά από 40 mg ημερησίως ήταν μόνο περίπου 2 έως 3 φορές μεγαλύτερες από το διπλάσιο.
Περίπου το 95% και το 93% της παροξετίνης συνδέεται με πρωτεΐνες πλάσματος σε 100 ng/mL και 400 ng/mL, αντίστοιχα. Υπό κλινικές συνθήκες, οι συγκεντρώσεις παροξετίνης θα ήταν συνήθως μικρότερες από 400 ng/mL. Η παροξετίνη δεν μεταβάλλει in vitro τη δέσμευση πρωτεΐνης της φαινυτοΐνης ή της βαρφαρίνης.
Η παροξετίνη κατανέμεται σε όλο το σώμα, συμπεριλαμβανομένου του ΚΝΣ, με μόνο το 1% να παραμένει στο πλάσμα.
Για περισσότερα Δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για την ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ (13 σύνολο), παρακαλώ επισκεφθείτε τη σελίδα εγγραφής HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Ο μεταβολισμός της παροξετίνης συμβαίνει στο ήπαρ και διαμεσολαβείται κυρίως από το κυτόχρωμα CYP2D6 με συνεισφορά από το CYP3A4 και πιθανώς άλλα ένζυμα του κυτοχρώματος. Οι γενετικές πολυμορφίες του ενζύμου CYP2D6 μπορεί να αλλάξουν τη φαρμακοκινητική αυτού του φαρμάκου. Οι φτωχοί μεταβολιστές μπορεί να εμφανίσουν αυξημένες ανεπιθύμητες ενέργειες, ενώ οι ταχείς μεταβολιστές μπορεί να βιώσουν μειωμένες θεραπευτικές επιδράσεις. Η πλειοψηφία μιας δόσης παροξετίνης οξειδώνεται σε έναν μεταβολίτη κατεχόλης που στη συνέχεια μετατρέπεται τόσο σε γλυκουρονιδικά όσο και σε θειϊκά μεταβολίτες μέσω μεθυλίωσης και σύζευξης. Σε συναπτόσωμα αρουραίων, τα γλυκουρονιδικά και θειϊκά συζεύγματα έχουν αποδειχθεί ότι είναι χίλιες φορές λιγότερο δραστικά από την ίδια την παροξετίνη. Οι μεταβολίτες της παροξετίνης θεωρούνται ανενεργοί.
Η ακριβής μεταβολική μοίρα της παροξετίνης δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί· ωστόσο, η παροξετίνη μεταβολίζεται εκτενώς, πιθανώς στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι πολικοί και συζευγμένοι προϊόντα οξείδωσης και μεθυλίωσης, τα οποία αποβάλλονται εύκολα από τον οργανισμό. Υπερισχύουν τα συζεύγματα με γλυκουρονικό οξύ και θειικό άλας, και οι κύριοι μεταβολίτες έχουν απομονωθεί και αναγνωριστεί. Έχει αποδειχθεί ότι οι μεταβολίτες της παροξετίνης έχουν δραστικότητα όχι μεγαλύτερη από το 2% της μητρικής ένωσης ως αναστολείς της επαναπρόσληψης σεροτονίνης· επομένως, είναι ουσιαστικά ανενεργοί.
Η παροξετίνη μεταβολίζεται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι πολικοί και συζευγμένοι προϊόντα οξείδωσης και μεθυλίωσης, τα οποία αποβάλλονται εύκολα. Υπερισχύουν τα συζεύγματα με γλυκουρονικό οξύ και θειικό άλας, και οι κύριοι μεταβολίτες έχουν απομονωθεί και αναγνωριστεί. Δεδομένα υποδεικνύουν ότι οι μεταβολίτες έχουν δραστικότητα όχι μεγαλύτερη από το 1/50 της μητρικής ένωσης στην αναστολή της πρόσληψης σεροτονίνης. Ο μεταβολισμός της παροξετίνης επιτυγχάνεται εν μέρει από το CYP2D6. Ο κορεσμός αυτού του ενζύμου σε κλινικές δόσεις φαίνεται να εξηγεί τη μη γραμμικότητα της κινητικής της παροξετίνης με την αύξηση της δόσης και της διάρκειας της θεραπείας. Ο ρόλος αυτού του ενζύμου στο μεταβολισμό της παροξετίνης υποδηλώνει επίσης πιθανές αλληλεπιδράσεις φαρμάκων-φαρμάκων.
Η παροξετίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 4-[[(3S,4R)-4-(4-Φθοροφαινυλ)πιπεριδιν-3-υλ]μεθοξυ]βενζολ-1,2-διόλη.
Η παροξετίνη μεταβολίζεται εκτενώς μετά από από του στόματος χορήγηση, πιθανώς στο ήπαρ. Οι κύριοι μεταβολίτες είναι πολικοί και συζευγμένοι προϊόντα οξείδωσης και μεθυλίωσης, τα οποία αποβάλλονται εύκολα από τον οργανισμό. Οι κυρίαρχοι μεταβολίτες είναι τα συζεύγματα γλυκουρονικού οξέος και θειικού άλατος. Οι μεταβολίτες της παροξετίνης δεν έχουν σημαντική φαρμακολογική δραστηριότητα (λιγότερο από 2% της μητρικής ένωσης). Η παροξετίνη μεταβολίζεται από το κυτόχρωμα P450 (CYP) 2D6. Ο κορεσμός του ενζύμου φαίνεται να εξηγεί τη μη γραμμική φαρμακοκινητική που παρατηρείται με την αύξηση της δόσης και της διάρκειας της θεραπείας. Οδός Απέκκρισης: Περίπου το 64% μιας από του στόματος λύσης παροξετίνης 30 mg απεκκρίθηκε στα ούρα με 2% ως η μητρική ένωση και 62% ως μεταβολίτες. Περίπου το 36% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα (μέσω χολής), κυρίως ως μεταβολίτες και λιγότερο από 1% ως η μητρική ένωση. Χρόνος Ημίσειας Ζωής: 21-24 ώρες
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της παροξετίνης είναι περίπου 21 ώρες. Σε υγιείς νεαρούς εθελοντές, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν 17,3 ώρες.
Η υδροχλωρική παροξετίνη απορροφάται πλήρως μετά από από του στόματος χορήγηση διαλύματος του υδροχλωρικού αλάτος. Σε μια μελέτη στην οποία φυσιολογικοί άνδρες εθελοντές (n = 15) έλαβαν 30 mg δισκία καθημερινά για 30 ημέρες, οι σταθερές συγκεντρώσεις παροξετίνης επιτεύχθηκαν περίπου στις 10 ημέρες για τους περισσότερους εθελοντές, αν και μπορεί να χρειαστεί σημαντικά περισσότερος χρόνος σε κάποιον περιστασιακό ασθενή. Σε σταθερή κατάσταση, η μέση … ημίσεια ζωή ήταν … 21,0 ώρες (CV 32%) … .
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής είναι περίπου 21 ώρες (CV 32%) μετά από από του στόματος χορήγηση 30 mg δισκίων ημερησίως για 30 ημέρες Paxil.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της παροξετίνης όταν χορηγείται ως υδροχλωρική παροξετίνη κυμαίνεται κατά μέσο όρο περίπου 21-24 ώρες, αν και υπάρχει μεγάλη διακύμανση μεταξύ των ασθενών με χρόνους ημίσειας ζωής (που κυμαίνονται από 7-65 ώρες σε μια μελέτη). Σε υγιείς άνδρες που λάμβαναν ένα δισκίο παροξετίνης 30 mg (χορηγούμενο ως μεσιλικό παροξετίνης) μία φορά την ημέρα για 24 ημέρες, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της παροξετίνης ήταν 33,2 ώρες. Σε ηλικιωμένα άτομα, ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της παροξετίνης (χορηγούμενης ως υδροχλωρική παροξετίνη) μπορεί να αυξηθεί (π.χ., σε περίπου 36 ώρες).
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Μια δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά σε σεροτονινεργικά συστήματα, κυρίως αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2D6.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
41VRH5220H
ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης
Η παροξετίνη είναι Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης. Ο μηχανισμός δράσης της παροξετίνης είναι ως Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης.
ΠΑΡΟΞΕΤΙΝΗ
Αναστολείς Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης [MoA]· Αναστολέας Επαναπρόσληψης Σεροτονίνης [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Μια δομικά και μηχανιστικά ποικιλόμορφη ομάδα φαρμάκων που δεν είναι τρικυκλικά ή αναστολείς μονοαμινοξειδάσης. Τα πιο κλινικά σημαντικά φαίνεται να δρουν εκλεκτικά σε σεροτονινεργικά συστήματα, κυρίως αναστέλλοντας την επαναπρόσληψη σεροτονίνης.
Ενώσεις που αναστέλλουν ειδικά την επαναπρόσληψη σεροτονίνης στον εγκέφαλο.
Φάρμακα και ενώσεις που αναστέλλουν ή ανταγωνίζονται τη βιοσύνθεση ή τις δράσεις του CYTOCHROME P-450 CYP2D6.