MOMELOTINIB
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης.
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
R16 Ηπατομεγαλία και σπληνομεγαλία, που δεν ταξινομούνται αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Σπληνομεγαλία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: με ή χωρίς γεύματα
- Δόση έναρξης: 200 mg μια φορά την ημέρα
-
ΕνήλικεςΔόση200 mg μια φορά την ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (>15 ml/min). Το momelotinib δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική νόσο τελικού σταδίου.
-
Ασθενείς με ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Κατηγορία C κατά Child-Pugh)Δόση150 mg μια φορά την ημέραΣυνιστώμενη δόση έναρξης
-
Παιδιά και έφηβοι κάτω των 18 ετώνΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Κύηση και θηλασμός
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΛοιμώξειςΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν momelotinibΔεν θα πρέπει να ξεκινά σε ασθενείς με ενεργείς λοιμώξεις. Παρακολούθηση για σημεία και συμπτώματα λοίμωξης και άμεση έναρξη κατάλληλης θεραπείας.
-
Επανενεργοποίηση ηπατίτιδας ΒΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια λοίμωξη HBV που λαμβάνουν momelotinibΘα πρέπει να υποβάλλονται σε θεραπεία και παρακολούθηση της χρόνιας λοίμωξης HBV σύμφωνα με τις κλινικές οδηγίες.
-
Θρομβοπενία και ουδετεροπενίαΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν momelotinibΓενική εξέταση αίματος (συμπεριλαμβανομένου του αριθμού αιμοπεταλίων) πριν την έναρξη, περιοδικά και σύμφωνα με κλινικές ενδείξεις. Ενδέχεται να απαιτείται προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν momelotinibΔοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας πριν την έναρξη, περιοδικά και σύμφωνα με κλινικές ενδείξεις. Εάν υπάρχει υποψία για αυξήσεις των τιμών ALT, AST ή χολερυθρίνης, ενδέχεται να απαιτείται προσωρινή διακοπή ή μείωση της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Μείζονα καρδιαγγειακά ανεπιθύμητα συμβάντα (MACE)ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν momelotinib, ιδίως ≥65 ετών, νυν/πρώην καπνιστές για μεγάλο διάστημα, με ιστορικό αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόζου ή παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνουΠριν από την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας, θα πρέπει να εξετάζονται τα οφέλη και οι κίνδυνοι για τον εκάστοτε ασθενή.
-
Θρόμβωση (VTE, DVT, PE)ΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν momelotinib, ιδίως με παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνουΠριν από την έναρξη ή τη συνέχιση της θεραπείας, θα πρέπει να εξετάζονται τα οφέλη και οι κίνδυνοι. Οι ασθενείς με συμπτώματα θρόμβωσης θα πρέπει να αξιολογούνται αμέσως και να αντιμετωπίζονται κατάλληλα.
-
Δεύτερες πρωτοπαθείς κακοήθειεςΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν αναστολείς JAK, συμπεριλαμβανομένου του momelotinib
-
Αλληλεπιδράσεις με ευαίσθητα υποστρώματα BCRP (π.χ. ροσουβαστατίνη, σουλφασαλαζίνη)παρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν momelotinib με αυτά τα φαρμακευτικά προϊόνταΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για ανεπιθύμητες ενέργειες κατά τη συγχορήγηση (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Αλληλεπιδράσεις με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. καρβαμαζεπίνη, φαινοβαρβιτάλη, φαινυτοΐνη, υπερικόν το διάτρητον)παρακολούθησηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν momelotinib με ισχυρούς επαγωγείς CYP3A4Συνιστάται επιπλέον παρακολούθηση των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων της μυελοΐνωσης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
Μειωμένη αποτελεσματικότητα ορμονικών αντισυλληπτικώνπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά με συστηματική δράσηΘα πρέπει να προσθέσουν μία μέθοδο φραγμού κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση του momelotinib (βλ. Αλληλεπιδράσεις και Κύηση και γαλουχία).
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ολική ανεπάρκεια λακτάσης ή δυσαπορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να πάρουν αυτό το φαρμακευτικό προϊόν.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΜειωμένη έκθεση στη μομελοτινίμπη, κίνδυνος μειωμένης αποτελεσματικότηταςΣύστασηΣυνιστάται επιπλέον παρακολούθηση των κλινικών σημείων και συμπτωμάτων της μυελοΐνωσης
-
Αναστολείς των OATP1B1/1B3 (συμπεριλαμβανομένης της κυκλοσπορίνης)προσοχήΑυξημένη έκθεση στη μομελοτινίμπηΣύστασηΣυνιστάται προσοχή και παρακολούθηση για ανεπιθύμητες ενέργειες
-
Ευαίσθητα υποστρώματα της BCRP (π.χ. σουλφασαλαζίνη, ροσουβαστατίνη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στα υποστρώματα της BCRP (π.χ. ροσουβαστατίνη Cmax κατά 3,2 φορές, AUC κατά 2,7 φορές), κίνδυνος ανεπιθύμητων ενεργειών
-
Υποστρώματα της P-gp με στενό θεραπευτικό δείκτηπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στα υποστρώματα της P-gpΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
Ευαίσθητα υποστρώματα των OCT1, MATE1 και MATE2-K (π.χ. μετφορμίνη)προσοχήΑναστολή των μεταφορέων OCT1, MATE1 (από M21), πιθανώς MATE2-KΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
Φαρμακευτικά προϊόντα με στενό θεραπευτικό δείκτη ή ευαίσθητα υποστρώματα του CYP1A2 (π.χ. θεοφυλλίνη, τιζανιδίνη) ή του CYP2B6 (π.χ. κυκλοφωσφαμίδη)προσοχήΗ μομελοτινίμπη μπορεί να επάγει τα CYP1A2 και CYP2B6 και να αναστείλει το CYP2B6ΣύστασηΘα πρέπει να συγχορηγούνται με προσοχή
-
Ορμονικά αντισυλληπτικά με συστηματική δράσηπροσοχήΜείωση της αποτελεσματικότητας (μέσω επαγωγής ενζύμων PXR εκτός του CYP3A4)
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη ουροποιητικού συστήματος
- Λοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδού
- Πνευμονία
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- COVID-19
- Κυστίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Στοματικός έρπης
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Έρπης ζωστήρας
- Κυτταρίτιδα
- Λοίμωξη αναπνευστικής οδού
- Σηψαιμία
- Λοίμωξη κατώτερου αναπνευστικού
- Καντιντίαση του στόματος
- Δερματική λοίμωξη
- Γαστρεντερίτιδα
- Πνευμονία από COVID-19
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ανεπάρκεια βιταμίνης B1
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Περιφερική νευροπάθεια
- Παραισθησία
- Ίλιγγος
- Θαμπή όραση
- Υπόταση
- Αιμάτωμα
- Έξαψη
- Βήχας
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Εξάνθημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Αρθραλγία
- Άλγος άκρου
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Πυρεξία
- Αυξημένη τρανσαμινάση της αλανίνης (ALT)
- Αυξημένη ασπαρτική τρανσαμινάση (AST)
- Θλάση
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΘρομβοπενία (συμπεριλαμβάνει τον μειωμένο αριθμό αιμοπεταλίων)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςCOVID-19Λοιμώξεις
-
ΣυχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΈρπης ζωστήραςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑιμάτωμαΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑνεπάρκεια βιταμίνης B1Μεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική τρανσαμινάση (AST)Διερευνήσεις
-
ΣυχνέςΑυξημένη τρανσαμινάση της αλανίνης (ALT)Διερευνήσεις
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔερματική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημα (περιλαμβάνει κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα, ερυθηματώδες εξάνθημα, φαρμακευτικό εξάνθημα, θυλακικό εξάνθημα, βλατιδώδες εξάνθημα και φλυκταινώδες εξάνθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘλάσηΤραυματισμοί
-
ΣυχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚυστίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ανώτερης αναπνευστικής οδούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη κατώτερου αναπνευστικούΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛοίμωξη ουροποιητικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟυδετεροπενία (συμπεριλαμβάνει τον μειωμένο αριθμό ουδετερόφιλων)Διαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερική νευροπάθεια (συμπεριλαμβάνει περιφερική αισθητική νευροπάθεια, περιφερική κινητική νευροπάθεια, περιφερική νευροπάθεια, περιφερική αισθητικοκινητική νευροπάθεια, νευραλγία και πολυνευροπάθεια)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣηψαιμίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣτοματικός έρπηςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠνευμονία από COVID-19Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΑντισύλληψηΑποφεύγεταιΣτις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία θα πρέπει να δίδεται η συμβουλή να αποφύγουν να μείνουν έγκυες ενόσω λαμβάνουν το momelotinib. Επί του παρόντος δεν είναι γνωστό κατά πόσο το momelotinib μπορεί να μειώσει την αποτελεσματικότητα των ορμονικών αντισυλληπτικών με συστηματική δράση, ως εκ τούτου, οι γυναίκες που χρησιμοποιούν ορμονικά αντισυλληπτικά με συστηματική δράση θα πρέπει να προσθέσουν μία μέθοδο φραγμού κατά τη διάρκεια της θεραπείας και για τουλάχιστον 1 εβδομάδα μετά την τελευταία δόση του momelotinib (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΔεν υπάρχουν κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση της μομελοτινίμπης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει τοξικότητα στο έμβρυο σε εκθέσεις χαμηλότερες από την έκθεση στον άνθρωπο στη συνιστώμενη δόση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Με βάση τον μηχανισμό δράσης του, το momelotinib μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο. Ως αναστολέας JAK, το momelotinib έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί θνησιμότητα στο έμβρυο και τερατογένεση σε κυοφορούντες αρουραίους και κυοφορούντα κουνέλια σε κλινικά σημαντικές εκθέσεις. Το momelotinib αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της κύησης (βλ. Αντενδείξεις). Αν το momelotinib χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης, ή αν η ασθενής μείνει έγκυος ενώ λαμβάνει αυτό το φαρμακευτικό προϊόν, η ασθενής θα πρέπει να διακόψει τη θεραπεία και να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν η μομελοτινίμπη/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Η μομελοτινίμπη ανιχνεύτηκε σε νεογνά αρουραίων μετά από θηλασμό από θήλεα που λάμβαναν αγωγή με ανεπιθύμητα συμβάντα στους απογόνους (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλειστεί. Το momelotinib αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του θηλασμού (βλ. Αντενδείξεις).
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της μομελοτινίμπης στην ανδρική ή τη γυναικεία γονιμότητα. Σε μελέτες σε ζώα, η μομελοτινίμπη μείωσε τη γονιμότητα σε άρρενες και θήλεις αρουραίους (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, αναστολείς πρωτεϊνικής κινάσης. Κωδικός ATC: L01EJ04
Μηχανισμός δράσης
Η μομελοτινίμπη και ο κύριος μεταβολίτης της στην κυκλοφορία στον άνθρωπο (M21), αποτελούν αναστολείς της Κινάσης Janus 1 και 2 (JAK1/JAK2) φυσικού τύπου και της μεταλλαγμένης JAK2V617F, που συμβάλλουν στη σηματοδότηση μίας σειράς κυτταροκινών και αυξητικών παραγόντων που είναι σημαντικοί για την αιμοποίηση και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Οι JAK1 και JAK2 στρατολογούν και ενεργοποιούν πρωτεΐνες STAT (μετατροπέας σήματος και ενεργοποιητής μεταγραφής) που ελέγχουν τη μεταγραφή γονιδίων επηρεάζοντας τη φλεγμονή, την αιμοποίηση και τη ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η μυελοΐνωση είναι ένα μυελοϋπερπλαστικό νεόπλασμα που συσχετίζεται με ιδιοσυστασιακή ενεργοποίηση και απορρύθμιση της σηματοδότησης JAK που συμβάλλουν στην αύξηση της φλεγμονής και την υπερενεργοποίηση του υποδοχέα της ακτιβίνης Α τύπου 1 (ACVR1), που είναι γνωστός και ως κινάση 2 τύπου υποδοχέα της ακτιβίνης (ALK-2). Επιπλέον, η μομελοτινίμπη και το M21 είναι άμεσοι αναστολείς του ACVR1, γεγονός που οδηγεί σε περαιτέρω προς τα κάτω ρύθμιση της έκφρασης της ηπατικής εψιδίνης με αποτέλεσμα την αύξηση της διαθεσιμότητας του σιδήρου και της παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων. Η μομελοτινίμπη και το M21 δυνητικά αναστέλλουν και άλλες κινάσες, άλλα μέλη της οικογένειας JAK, π.χ., αναστολέας της κινάσης κB (IKK), κινάση 1 συσχετιζόμενη με τον υποδοχέα της ιντερλευκίνης-1 (IRAK1), και άλλες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η μομελοτινίμπη αναστέλλει την επαγόμενη από κυτταροκίνες φωσφορυλίωση της STAT3 στο ολικό αίμα ασθενών με μυελοΐνωση και αναστέλλει την εψιδίνη. Η μέγιστη αναστολή της φωσφορυλίωσης της STAT3 επήλθε 2 ώρες μετά τη χορήγηση της μομελοτινίμπης, με διατήρηση της αναστολής για τουλάχιστον 6 ώρες. Παρατηρήθηκε οξεία και παρατεταμένη μείωση της κυκλοφορούσας εψιδίνης κατά τη διάρκεια της μελέτης 24 εβδομάδων, η οποία σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα σιδήρου και αιμοσφαιρίνης, μετά από χορήγηση μομελοτινίμπης σε ασθενείς με μυελοΐνωση.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η αποτελεσματικότητα της μομελοτινίμπης στη θεραπεία ασθενών με μυελοΐνωση αξιολογήθηκε σε δύο τυχαιοποιημένες δοκιμές Φάσης 3, τις MOMENTUM και SIMPLIFY-1.
Ασθενείς με μυελοΐνωση που έχουν λάβει θεραπεία με ρουξολιτινίμπη Η MOMENTUM ήταν μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη σε αναλογία 2:1, ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα, Φάσης 3 μελέτη σε 195 συμπτωματικούς και αναιμικούς ασθενείς με μυελοΐνωση που είχαν λάβει προηγουμένως έναν αναστολέα JAK. Όλοι οι ασθενείς είχαν λάβει ρουξολιτινίμπη και το 4,6% των ασθενών είχαν λάβει επίσης φεδρατινίμπη. Η προηγούμενη θεραπεία με αναστολέα JAK ήταν για ≥ 90 ημέρες ή ≥ 28 ημέρες εάν είχε διακοπεί προσωρινά λόγω της ανάγκης για μετάγγιση ερυθρών αιμοσφαιρίων ή λόγω Βαθμού 3 ή 4 θρομβοπενίας, αναιμίας ή αιματώματος. Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με momelotinib 200 mg μία φορά την ημέρα ή δαναζόλη 300 mg δύο φορές την ημέρα για 24 εβδομάδες και ακολούθως ανοικτής επισήμανσης θεραπεία με momelotinib. Τα δύο πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό των ασθενών με μείωση της συνολικής βαθμολογίας συμπτωμάτων (TSS) 50% και άνω από την έναρξη έως την εβδομάδα 24 (όπως μετρήθηκε με το Έντυπο Αξιολόγησης Συμπτωμάτων Μυελοΐνωσης [MFSAF] έκδ. 4.0) και το ποσοστό των ασθενών που ήταν ανεξάρτητοι από μεταγγίσεις (TI) την εβδομάδα 24 (ορίστηκε ως απουσία μεταγγίσεων και όλες οι τιμές αιμοσφαιρίνης ≥8 g/dl κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν από την εβδομάδα 24). Ένα βασικό δευτερεύον καταληκτικό σημείο μέτρησε το ποσοστό των ασθενών με μείωση ≥35% στον όγκο του σπλήνα από την έναρξη την εβδομάδα 24.
Σύμφωνα με τα κριτήρια καταλληλότητας, οι ασθενείς ήταν συμπτωματικοί με MFSAF TSS ≥10 μονάδες στην προκαταρκτική αξιολόγηση (μέση MFSAF TSS 27 στην έναρξη) και είχαν αναιμία με τιμές αιμοσφαιρίνης (Hgb) <10 g/dl. Το καθημερινό ημερολόγιο του MFSAF κατέγραψε τα κύρια συμπτώματα της MF: νυχτερινές εφιδρώσεις, κοιλιακή δυσφορία, πόνος κάτω από το αριστερό πλευρό, κόπωση, πρόωρος κορεσμός, κνησμός και πόνος στα οστά. Το στοιχείο της αδράνειας εξαιρέθηκε από τον υπολογισμό της TSS. Κάθε ένα από τα συμπτώματα του MFSAF έκδ.4.0 μετρήθηκε σε μία κλίμακα από 0 (απουσία) έως 10 (το χειρότερο που μπορεί να φανταστεί κανείς). Οι κατάλληλοι προς ένταξη ασθενείς έπρεπε επίσης να έχουν διογκωμένο σπλήνα στην έναρξη και ελάχιστο αρχικό αριθμό αιμοπεταλίων 25× 10^9/l.
Οι ασθενείς είχαν λάβει προηγουμένως θεραπεία με αναστολέα JAK για διάμεσο διάστημα 99 εβδομάδων. Η διάμεση ηλικία ήταν 71 έτη (εύρος 38 έως 86 έτη), το 79% ήταν 65 ετών και άνω και το 31% ήταν 75 ετών και άνω, και το 63% ήταν άνδρες. Το 64% των ασθενών είχαν πρωτοπαθή μυελοΐνωση, το 19% μυελοΐνωση μετά από PV και το 17% μυελοΐνωση μετά από ET. Το 5% των ασθενών είχαν νόσο ενδιάμεσου-1 κινδύνου, το 57% είχαν νόσο ενδιάμεσου-2 κινδύνου και το 35% είχαν νόσο υψηλού κινδύνου, προσδιορισμένη σύμφωνα με το Δυναμικό Διεθνές Προγνωστικό Σύστημα Βαθμολόγησης (DIPSS). Το 16% των ασθενών είχαν σοβαρή θρομβοπενία (ορίστηκε ως τιμές αιμοπεταλίων χαμηλότερες από 50 × 10^9/l). Το 48% των ασθενών είχαν σοβαρή αναιμία (ορίστηκε ως αρχικές τιμές Hgb <8 g/dl). Εντός των τελευταίων 8 εβδομάδων πριν από την ένταξη, το 79% είχαν υποβληθεί σε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στην έναρξη, το 13% και 15% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με momelotinib και δαναζόλη, αντίστοιχα, ήταν ανεξάρτητοι από μεταγγίσεις (χωρίς μεταγγίσεις και όλες οι τιμές αιμοσφαιρίνης ≥8 g/dl κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν από τη χορήγηση). Η αρχική διάμεση τιμή Hgb ήταν 8,0 g/dl (εύρος 3,8 g/dl έως 10,7 g/dl) και ο διάμεσος αριθμός αιμοπεταλίων ήταν 96 × 10^9/l (εύρος 24 × 10^9/l έως 733 × 10^9/l).
Το αρχικό διάμεσο ψηλαφητό μήκος του σπλήνα ήταν 11,0 cm κάτω από το αριστερό πλευρικό τόξο. Ο διάμεσος όγκος του σπλήνα (μετρούμενος με μαγνητική τομογραφία [MRI] ή αξονική τομογραφία [CT]) ήταν 2.105 cm3 (εύρος 609 έως 9.717 cm3).
Την εβδομάδα 24, ένα σημαντικά υψηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με momelotinib πέτυχε μείωση της TSS κατά 50% και άνω από την αρχική τιμή (ανωτερότητα, ένα από τα πρωτεύοντα καταληκτικά σημεία) και μείωση του όγκου του σπλήνα κατά 35% και άνω από την αρχική τιμή (ανωτερότητα, ένα από τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία) (πίνακας 3).
Πίνακας 3: Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν μείωση των συμπτωμάτων και μείωση του όγκου του σπλήνα στην εβδομάδα 24 (MOMENTUM)
| momelotinib (n = 130) | Δαναζόλη (n = 65) | |
|---|---|---|
| Ασθενείς με μείωση της TSS κατά 50% και άνω, n (%) | 32 (25%) | 6 (9%) |
| Θεραπευτική διαφορά, a (95% CI) | 16% (6, 26) | |
| Τιμή p (ανωτερότητα) | 0,0095 | |
| Ασθενείς με μείωση του όγκου του σπλήνα κατά 35% και άνω, n (%) | 29 (22%) | 2 (3%) |
| Θεραπευτική διαφορά, a (95% CI) | 18% (10, 27) | |
| Τιμή p (ανωτερότητα) | 0,0011 |
TSS = συνολική βαθμολογία συμπτωμάτων, CI = διάστημα εμπιστοσύνης. a Ανωτερότητα με βάση διαστρωματωμένο έλεγχο Cochran-Mantel-Haenszel.
Ένα αριθμητικά υψηλότερο ποσοστό των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με momelotinib (30%· 39/130) πέτυχε ανεξαρτησία από μετάγγιση (που ορίζεται ως απουσία μεταγγίσεων και όλες οι τιμές Hgb ≥8 g/dl κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν από την εβδομάδα 24, συγκριτικά με 20% (13/65) για την δαναζόλη την εβδομάδα 24.
Ασθενείς με μυελοΐνωση που δεν έχουν λάβει προηγουμένως αναστολέα JAK Η SIMPLIFY-1 ήταν μία διπλά τυφλή, τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με δραστικό παράγοντα μελέτη σε 432 ασθενείς με μυελοΐνωση που δεν είχαν λάβει προηγουμένως αναστολέα JAK. Πραγματοποιήθηκαν post-hoc αναλύσεις σε μια υποομάδα 181 ασθενών με μέτρια έως σοβαρή αναιμία (Hgb < 10g/dL). Τα βασικά χαρακτηριστικά και τα αποτελέσματα αποτελεσματικότητας παρέχονται για αυτήν την υποομάδα. Στο συνολικό πληθυσμό, το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν το ποσοστό των ασθενών με ανταπόκριση του όγκου του σπλήνα (μείωση κατά 35% και άνω) την εβδομάδα 24. Τα δευτερεύοντα καταληκτικά σημεία περιελάμβαναν το ποσοστό ανταπόκρισης της TSS στο τροποποιημένο Έντυπο Αξιολόγησης Συμπτωμάτων Μυελοϋπερπλαστικών Νεοπλασμάτων (MPN-SAF) την εβδομάδα 24 (ορίστηκε ως το ποσοστό των ασθενών με μείωση της TSS κατά 50% και άνω από την έναρξη της μελέτης έως την εβδομάδα 24) και η ανεξαρτησία από τις μεταγγίσεις την εβδομάδα 24 (ορίστηκε ως απουσία μεταγγίσεων και όλες οι τιμές Hgb ≥8 g/dl κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν από την εβδομάδα 24).
Σύμφωνα με τα κριτήρια καταλληλότητας, η ανταπόκριση της TSS των ασθενών μετρήθηκε με το τροποποιημένο ημερολόγιο MPN-SAF έκδ. 2.0 (μέση αρχική MPN-SAF TSS 19). Το στοιχείο της αδράνειας εξαιρέθηκε από τον υπολογισμό της TSS. Οι κατάλληλοι προς ένταξη ασθενείς έπρεπε επίσης να έχουν διογκωμένο σπλήνα στην έναρξη και ελάχιστο αρχικό αριθμό αιμοπεταλίων 50 × 10^9/l.
Στην αναιμική υποομάδα η διάμεση ηλικία ήταν 68 έτη (εύρος 25 έως 86 έτη), το 67% των ασθενών ήταν ηλικίας άνω των 65 ετών και το 19% ήταν 75 ετών και άνω, και το 59% ήταν άνδρες. Το εξήντα τρία τοις εκατό (63%) των ασθενών είχαν πρωτοπαθή μυελοΐνωση, το 13% μυελοΐνωση μετά από PV και το 24% μυελοΐνωση μετά από ET. Το τέσσερα τοις εκατό (4%) των ασθενών είχαν νόσο ενδιάμεσου-1 κινδύνου, το 25% είχαν νόσο ενδιάμεσου-2 κινδύνου και το 71% είχαν νόσο υψηλού κινδύνου, προσδιορισμένη σύμφωνα με το Διεθνές Προγνωστικό Σύστημα Βαθμολόγησης (IPSS). Στη μελέτη αυτή, το 42% των ασθενών είχαν μέτρια έως σοβαρή αναιμία (ορίστηκε ως αρχικές τιμές Hgb <10 g/dl). Εντός των τελευταίων 8 εβδομάδων πριν από την ένταξη, το 55% των ασθενών είχαν υποβληθεί σε μεταγγίσεις ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στην έναρξη, το 29% και 44% των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με momelotinib και ρουξολιτινίμπη, αντίστοιχα, ήταν ανεξάρτητοι από μεταγγίσεις (χωρίς μεταγγίσεις και όλες οι τιμές αιμοσφαιρίνης ≥8 g/dl κατά τις τελευταίες 12 εβδομάδες πριν από τη χορήγηση). Η αρχική διάμεση τιμή Hgb ήταν 8,8 g/dl (εύρος 6 g/dl έως 10 g/dl) και ο διάμεσος αριθμός αιμοπεταλίων ήταν 193 × 10^9/l (εύρος 54 × 10^9/l έως 2.865 × 10^9/l).
Το αρχικό διάμεσο ψηλαφητό μήκος του σπλήνα ήταν 12,0 cm κάτω από το αριστερό πλευρικό τόξο. Ο διάμεσος όγκος του σπλήνα (μετρούμενος με MRI ή CT) ήταν 1843 cm3 (εύρος 352 έως 9022 cm3). Τα βασικά χαρακτηριστικά του συνολικού πληθυσμού ήταν παρόμοια με την αναιμική υποομάδα, με εξαίρεση τη σοβαρότητα της αναιμίας και τις απαιτήσεις μεταγγίσεως.
Οι ασθενείς έλαβαν θεραπεία με momelotinib 200 mg μία φορά την ημέρα ή ρουξολιτινίμπη σε προσαρμοσμένη δόση δύο φορές την ημέρα για 24 εβδομάδες, και ακολούθως ανοικτής επισήμανσης θεραπεία με momelotinib χωρίς βαθμιαία ελάττωση της ρουξολιτινίμπης. Η αποτελεσματικότητα του momelotinib στην SIMPLIFY-1 βασίστηκε στην post-hoc ανάλυση της ανταπόκρισης του όγκου του σπλήνα (μείωση κατά 35% και άνω) στην υποομάδα των ασθενών με αναιμία (τιμές Hgb <10 g/dL) (πίνακας 4). Σε αυτήν την υποομάδα, ένα αριθμητικά χαμηλότερο ποσοστό ασθενών που έλαβαν θεραπεία με momelotinib (25%) πέτυχε μείωση της TSS 50% και άνω την εβδομάδα 24 σε σύγκριση με τη ρουξολιτινίμπη (36%).
Πίνακας 4: Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν μείωση του όγκου του σπλήνα την εβδομάδα 24 στην αναιμική υποομάδα (SIMPLIFY-1)
| momelotinib (n = 86) | Ρουξολιτινίμπη (n = 95) | |
|---|---|---|
| Ασθενείς με μείωση του όγκου του σπλήνα κατά 35% και άνω, n (%) (95% CI) | 27 (31%) (22, 42) | 31 (33%) (23, 43) |
Στο συνολικό πληθυσμό, το ποσοστό των ασθενών που πέτυχε μείωση του όγκου του σπλήνα 35% και άνω από την αρχική τιμή (μη κατωτερότητα, πρωτεύον καταληκτικό σημείο) την εβδομάδα 24 ήταν 27% για το momelotinib και 29% για τη ρουξολιτινίμπη (διαφορά θεραπείας 9%, 95% CI: 2, 16, τιμή p: 0,014).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το momelotinib σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στη θεραπεία της μυελοΐνωσης (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η μομελοτινίμπη απορροφάται ταχέως μετά τη χορήγηση από στόματος. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται εντός 3 ωρών από τη χορήγηση της δόσης και οι εκθέσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά τρόπο μικρότερο από ανάλογο της δόσης, ιδίως στις δόσεις άνω των 300 mg. Σε μία κλινική μελέτη, στη δόση των 200 mg μία φορά την ημέρα σε σταθερή κατάσταση, η μέση Cmax (% CV) της μομελοτινίμπης είναι 479 ng/ml (61%) και η AUCtau 3.288 ng×h/ml (60%) σε ασθενείς με μυελοΐνωση.
Μετά από γεύματα με χαμηλή περιεκτικότητα και υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά σε υγιείς εθελοντές, η Cmax της μομελοτινίμπης ήταν κατά 38% και 28% υψηλότερη, αντίστοιχα, και η AUC ήταν κατά 16% και 28% υψηλότερη, αντίστοιχα, συγκριτικά με τις τιμές σε συνθήκες νηστείας. Αυτές οι μεταβολές στην έκθεση δεν ήταν κλινικά ουσιαστικές.
Κατανομή
Η σύνδεση της μομελοτινίμπης σε πρωτεΐνες πλάσματος είναι περίπου 91% στον άνθρωπο. Με βάση την πληθυσμιακή φαρμακοκινητική, ο μέσος φαινομενικός όγκος κατανομής της μομελοτινίμπης σε σταθερή κατάσταση ήταν 984 l σε ασθενείς με μυελοΐνωση που έλαβαν μομελοτινίμπη 200 mg μία φορά την ημέρα, υποδηλώνοντας εκτεταμένη κατανομή στους ιστούς.
Βιομετασχηματισμός
Με βάση την in vitro αξιολόγηση, η μομελοτινίμπη μεταβολίζεται κατά κύριο λόγο από πολλαπλά ένζυμα του CYP με συνεισφορά με την ακόλουθη σειρά: CYP3A4 (36%), CYP2C8 (19%), CYP2C19 (19%), CYP2C9 (17%) και CYP1A2 (9%). Το Μ21 είναι ένας ενεργός ανθρώπινος μεταβολίτης που έχει περίπου το 40% της φαρμακολογικής δραστικότητας του γονικού μορίου και η παραγωγή του περιλαμβάνει βιομεταχηματισμό του από ένζυμα του CYP, ακολουθώντας το μεταβολισμό από την οξειδάση της αλδεΰδης. Η μέση αναλογία του Μ21 προς τη μομελοτινίμπη για την AUC κυμαινόταν από 1,4 έως 2,1.
Αποβολή
Μετά την από στόματος χορήγηση δόσης μομελοτινίμπης 200 mg, ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής (t½) της μομελοτινίμπης ήταν περίπου 4 έως 8 ώρες. Ο χρόνος ημίσειας ζωής του M21 ήταν παρόμοιος. Με βάση μία κλινική μελέτη, η φαινομενική ολική κάθαρση (CL/F) της μομελοτινίμπης ήταν 103 l/h σε ασθενείς με μυελοΐνωση.
Η μομελοτινίμπη αποβάλλεται κυρίως μέσω μεταβολισμού και στη συνέχεια απεκκρίνεται στα κόπρανα. Μετά την από στόματος χορήγηση εφάπαξ δόσης [14C]-σημασμένης μομελοτινίμπης σε υγιείς άνδρες, το 69% της ραδιενέργειας απεκκρίθηκε στα κόπρανα (13% της δόσης ως αμετάβλητη μομελοτινίμπη) και το 28% στα ούρα (<1% της δόσης ως αμετάβλητη μομελοτινίμπη).
In vitro αξιολόγηση της δυνατότητας αλληλεπίδρασης του φαρμακευτικού προϊόντος (βλ. επίσης Αλληλεπιδράσεις)
Επίδραση της μομελοτινίμπης σε άλλα φαρμακευτικά προϊόντα Επίδραση της μομελοτινίμπης στην UDP-γλυκουρονοσυλτρανσφεράση (UGT) Η μομελοτινίμπη είναι αναστολέας της UGT1A1 και της UGT1A9 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις, αλλά η κλινική σημασία είναι άγνωστη. Η μομελοτινίμπη και ο κύριος μεταβολίτης της στην κυκλοφορία δεν είναι αναστολείς των άλλων ισομορφών (UGT1A3/4/6 και 2B7) σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις.
Επίδραση της μομελοτινίμπης στα ένζυμα του CYP450 Σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις η μομελοτινίμπη και ο κύριος μεταβολίτης της στην κυκλοφορία, το M21, δεν ενέχουν κίνδυνο αναστολής των CYP1A2, CYP2C8, CYP2C9, CYP2C19 και CYP2D6.
Επίδραση της μομελοτινίμπης σε μεταφορείς φαρμάκων In vitro δεδομένα δείχνουν ότι η μομελοτινίμπη αναστέλλει τον OCT1 και ο δραστικός μεταβολίτης της, το M21, αναστέλλει τον MATE1 σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις. Τόσο η μομελοτινίμπη όσο και το M21 δεν έχουν αξιολογηθεί όσον αφορά την αναστολή του MATE2-K. In vitro δεδομένα δείχνουν ότι η μομελοτινίμπη και ο κύριος μεταβολίτης της, το M21, δεν αναστέλλουν τους ακόλουθους μεταφορείς σε κλινικά σημαντικές συγκεντρώσεις: μεταφορέας οργανικών ανιόντων 1 και 3 (OAT1, OAT3) και OCT2.
Επίδραση της μομελοτινίμπης στα ορμονικά αντισυλληπτικά Πολλαπλές δόσεις μομελοτινίμπης δεν είχαν καμία επίδραση στην έκθεση στη μιδαζολάμη, ένα ευαίσθητο υπόστρωμα του CYP3A. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως ο κίνδυνος επαγωγής άλλων ενζύμων που ρυθμίζονται από τον υποδοχέα Χ του πρεγνανίου (PXR) εκτός του CYP3A4 και η αποτελεσματικότητα των ταυτόχρονα χορηγούμενων ορμονικών αντισυλληπτικών με συστηματική δράση μπορεί να μειωθεί (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικία, σωματικό βάρος, φύλο και φυλή Το φύλο και η φυλή (Λευκή vs Ασιατική) δεν έχουν κλινικά σημαντική επίδραση στη φαρμακοκινητική της μομελοτινίμπης με βάση δεδομένα έκθεσης (AUC) σε υγιή άτομα. Διερευνητικά αποτελέσματα από την ανάλυση πληθυσμιακής φαρμακοκινητικής σε ασθενείς δεν έδειξαν καμία επίδραση ηλικίας, βάρους ή φύλου στη φαρμακοκινητική της μομελοτινίμπης.
Ηπατική δυσλειτουργία Η AUC της μομελοτινίμπης αυξήθηκε κατά 8% και 97% σε άτομα με μέτρια (Κατηγορία B κατά Child-Pugh) και σοβαρή (Κατηγορία C κατά Child-Pugh) ηπατική δυσλειτουργία, αντίστοιχα, συγκριτικά με άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Απορρόφηση Η μομελοτινίμπη απορροφάται ταχέως μετά τη χορήγηση από στόματος. Η μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Cmax) επιτυγχάνεται εντός 3 ωρών από τη χορήγηση της δόσης και οι εκθέσεις στο πλάσμα αυξάνονται κατά τρόπο μικρότερο από ανάλογο της δόσης,…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αμινοτρανσφεράσες (ALT/AST) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις | — |
| Χολερυθρίνη | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | πριν από την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις | — |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις | — |
| Γενική εξέταση αίματος (CBC) | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | πριν από την έναρξη της θεραπείας, περιοδικά κατά τη διάρκεια της θεραπείας και σύμφωνα με τις κλινικές ενδείξεις | — |