PHENOBARBITAL
Φαινοβαρβιτάλη
### Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: βαρβιτουρικά και παράγωγα, κωδικός ATC: N03AA02 Το Φαινοβαρβιτάλη περιέχει φαινοβαρβιτάλη: η φαινοβαρβιτάλη είναι ένα βαρβιτουρικό.
Εμπορικά Ονόματα
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το βράδυ ή σε διηρημένες δόσεις (για ενήλικες), σε 2-3 ίσες δόσεις (για παιδιά)
- Δόση έναρξης: 100 mg
-
ΕνήλικεςΔόση100 - 300 mgΜέγ. δόση400 mgχορηγούμενη το βράδυ ή σε διηρημένες δόσεις
-
ΠαιδιάΔόση3,5 mg/kg βάρους σώματος/24ωροσε 2-3 ίσες δόσεις
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του προϊόντος
-
Οξεία διαλείπουσα πορφυρία
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Ταυτόχρονη χρήση με σακιναβίρη
-
Ταυτόχρονη χρήση με ιφοσφαμίδη
-
Υπερευαισθησία στη γλουτένη ή δυσανεξία στη γλουτένη
-
Ταυτόχρονη χρήση με οινοπνευματώδη
-
Ταυτόχρονη χρήση με οιστροπρογεσταγόνα αντισυλληπτικά
-
Ταυτόχρονη χρήση με προγεσταγόνα αντισυλληπτικά
-
Γαλουχία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χρήση σε ειδικούς πληθυσμούςπροσοχήΠληθυσμόςοδηγοί αυτοκινήτων, χειριστές μηχανημάτων, ηλικιωμένοι, ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια, ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή
-
Αφαιρετικοί ή μυοκλονικοί σπασμοίΔεν ενδείκνυται για την αγωγή, μπορεί να επιδεινώσει
-
Αύξηση συχνότητας σπασμών ή εμφάνιση νέου τύπου σπασμώνΠληθυσμόςασθενείς που ξεκινούν αντισπασμωδική αγωγήΠιθανή αύξηση ή εμφάνιση, απαιτεί προσοχή στην επιλογή φαρμάκου, αλλαγές στην αγωγή, φαρμακοκινητικές αλληλεπιδράσεις, τοξικότητα ή υπερδοσολογία
-
Αλληλεπίδραση με κουμαρινικά αντιπηκτικάπροσοχήΔεν πρέπει να χορηγείται ταυτόχρονα ή τα κουμαρινικά σκευάσματα να χορηγούνται σε μεγαλύτερες δόσεις (όπως και τα κορτικοστεροειδή)
-
Απότομη διακοπήπροσοχήΠληθυσμόςΆτομα που λαμβάνουν αντιπηκτικάΜπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αιμορραγίες. Αποφυγή απότομης διακοπής
-
ΕξάρτησηπροσοχήΠαρατεταμένη αγωγή πιθανόν να οδηγήσει σε εξάρτηση. Αποφυγή απότομης διακοπής
-
Ταυτόχρονη χορήγηση με οινόπνευμαπροσοχήΑποφυγή σύγχρονης χορήγησης λόγω πιθανής πρόκλησης σπασμών και status epilepticus
-
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφοράπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικά φάρμακαΠαρακολούθηση για συμπτώματα, εφαρμογή κατάλληλης θεραπείας, αναζήτηση ιατρικής συμβουλής σε περίπτωση εμφάνισης
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟινοπνευματώδηπροσοχήΕπιδείνωση της κατασταλτατικής δράσης της φαινοβαρβιτάλης, κίνδυνος στην οδήγηση και χειρισμό μηχανών.ΣύστασηΑποφεύγονται.
-
Αντικαταθλιπτικά τύπου ιμιπραμίνηςπαρακολούθησηΠιθανή πρόκληση γενικευμένων σπασμών.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και αύξηση της δόσης του αντισπασμωδικού, εάν αναγκαίο.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής (θανατηφόρα), μειωμένη συγκέντρωση μεθαδόνης στο πλάσμα με σύνδρομο στέρησης.ΣύστασηΤακτική κλινική παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης της μεθαδόνης.
-
Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ (παράγωγα μορφίνης, βενζοδιαζεπίνες, αγχολυτικά πέρα βενζοδιαζεπινών, υπνωτικά, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, κατασταλτικοί H1-ανταγωνιστές, κεντρικά αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη)προσοχήΑυξημένη κεντρική καταστολή, αλλαγές στην εγρήγορση που καθιστούν επικίνδυνη την οδήγηση/χειρισμό μηχανών.
-
προσοχήΑυξημένη αιματολογική τοξικότητα λόγω αθροιστικής αναστολής της διϋδροφυλλικής αναγωγάσης.
-
Παράγωγα της μορφίνης (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βενζοδιαζεπίνεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία πιθανόν να είναι θανατηφόρος στην περίπτωση υπερδοσολογίας.
-
αντένδειξηΠιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας.
-
ΙφοσφαμίδηπροσοχήΠιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας.
-
Από του στόματος αντιπηκτικάπαρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΈλεγχος χρόνου προθρομβίνης/INR, προσαρμογή δοσολογίας αντιπηκτικών κατά τη διάρκεια και για 8 ημέρες μετά τη διακοπή φαινοβαρβιτάλης.
-
προσοχήΠιθανή μείωση της αντιπρωτεασικής αποτελεσματικότητας.
-
παρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΠαρακολούθηση συγκεντρώσεων στο πλάσμα.
-
Κορτικοστεροειδή (συστηματικά γλυκοκορτικοειδή και μεταλλοκορτικοειδή)παρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, εργαστηριακές εξετάσεις, προσαρμογή δοσολογίας κορτικοστεροειδούς κατά τη διάρκεια και μετά τη διακοπή φαινοβαρβιτάλης.
-
ΔιγιτοξίνηπαρακολούθησηΜειωμένη αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ, μέτρηση συγκέντρωσης διγιτοξίνης ορού. Προσαρμογή δοσολογίας διγιτοξίνης ή συνταγογράφηση διγοξίνης.
-
ΔιϋδροπυριδίνεςπροσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
παρακολούθησηΜειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ, μέτρηση συγκέντρωσης δισοπυραμίδης πλάσματος, προσαρμογή δοσολογίας.
-
προσοχήΠιθανή μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
Οιστρογόνα/προγεσταγόνα (όχι ως αντισυλληπτικά)προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα των οιστρογόνων/προγεσταγόνων.
-
Θυρεοειδικές ορμόνεςπαρακολούθησηΚίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού λόγω αυξημένου καταβολισμού Τ3 και Τ4.ΣύστασηΠαρακολούθηση συγκεντρώσεων Τ3 και Τ4 ορού, προσαρμογή δοσολογίας.
-
Υδροκινιδίνη, κινιδίνηπαρακολούθησηΜειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ, μέτρηση συγκέντρωσης κινιδίνης πλάσματος, προσαρμογή δοσολογίας.
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα της ιτρακοναζόλης.
-
προσοχήΠιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης.
-
προσοχήΜειωμένη δράση θεοφυλλίνης.
-
προσοχήΠιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της ζιδοβουδίνης.
-
Οιστροπρογεσταγόνα και προγεσταγόνα (ως αντισυλληπτικά)προσοχήΜειωμένη αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΛήψη υπόψη εναλλακτικών μεθόδων αντισύλληψης (βλ. Κύηση και γαλουχία).
-
προσοχήΠιθανή μείωση της αντιπρωτεασικής αποτελεσματικότητας.
-
Αντικαρκινικά φάρμακαπροσοχήΚίνδυνος χαμηλότερης έκθεσης των αντικαρκινικών φαρμάκων (όσα μεταβολίζονται μέσω CYP450 και UDP-GT).
-
προσοχήΜειωμένη αποτελεσματικότητα και αιματολογική τοξικότητα (λευκοπενία, θρομβοπενία).
-
προσοχήΜειωμένες συγκεντρώσεις και ελαττωμένη κλινική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός).
-
προσοχήΒαθμιαία μείωση στη συγκέντρωση της καρβαμαζεπίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα, χωρίς εμφανή αλλαγή στην αντισπασμωδική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΝα λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα.
-
Αμιτριπτυλίνη, οξείδιο αμιτριπτυλίνηςπροσοχήΠιθανώς μειωμένη συγκέντρωση της αμιτριπτυλίνης/του οξειδίου αμιτριπτυλίνης στο πλάσμα.
-
Απιξαβάνη, τικαγρελόρη (αντιθρομβωτικά)προσοχήΠιθανώς μειωμένη αποτελεσματικότητα.
-
ΠροκαρβαζίνηπροσοχήΑυξημένη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας (υπερηωσινοφιλία, εξάνθημα) λόγω αυξημένου μεταβολισμού.
-
Φυλλικό οξύπαρακολούθησηΜειωμένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα λόγω αυξημένου μεταβολισμού.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, μέτρηση συγκέντρωσης πλάσματος, προσαρμογή δοσολογίας φαινοβαρβιτάλης κατά τη διάρκεια και μετά τη συμπλήρωση με φυλλικό οξύ.
-
προσοχήΑυξάνει τη συγκέντρωση φαινοβαρβιτάλης (κίνδυνος υπερδοσολογίας), μειώνει τη συγκέντρωση βαλπροϊκού οξέος και αυξάνει μεταβολίτες/αμμώνιο.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, μείωση δοσολογίας φαινοβαρβιτάλης σε σημεία καταστολής, παρακολούθηση επιπέδων και των δύο φαρμάκων, παρακολούθηση για υπεραμμωνιαιμία.
-
ΦελβαμάτηπαρακολούθησηΜειωμένη συγκέντρωση και αποτελεσματικότητα φελβαμάτης, αυξημένη συγκέντρωση φαινοβαρβιτάλης (κίνδυνος υπερδοσολογίας).ΣύστασηΠαρακολούθηση κλινικών παραμέτρων και συγκεντρώσεων φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, προσαρμογή δόσης εάν αναγκαίο.
-
ΠρογαβίδηπαρακολούθησηΠιθανή αύξηση της συγκέντρωσης φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, πιθανή ελάττωση της συγκέντρωσης προγαβίδης.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση, μέτρηση συγκέντρωσης φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, προσαρμογή δοσολογίας εάν απαραίτητο.
-
προσοχήΑυξάνει τη συγκέντρωση φαινοβαρβιτάλης (συμπτώματα τοξικότητας), συγκέντρωση φαινυτοΐνης συνήθως μειώνεται ή αυξάνεται απρόβλεπτα.
-
ΚενοβαμάτηπαρακολούθησηΑυξημένες εκθέσεις στη φαινοβαρβιτάλη (Cmax κατά 34% και AUC κατά 37%).ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή στη δόση της κενοβαμάτης. Παρακολούθηση συγκεντρώσεων φαινοβαρβιτάλης και μείωση δόσης φαινοβαρβιτάλης εάν χρειαστεί.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπνηλία (δυσκολία στη βάδιση με, κατά διαστήματα, ψεύδισμα κατά την ομιλία, νοητική διαταραχή, διαταραχή της μνήμης)
- Μη φυσιολογικός συντονισμός και διαταραχές της ισορροπίας, ειδικότερα σε ηλικιωμένα άτομα
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Διαταραχή στην προσοχή
- Αμνησία
- Δυσκινησία
- Ευερεθιστότητα
- Υπερκινητικότητα
- Διακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσης
- Εξάρτηση
- Υπόταση
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά, όπως διέγερση και επιθετικότητα
- Διαταραχές ύπνου/αϋπνία
- Αλλεργική δερματίτιδα (ειδικά ιλαροειδές και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα ομοιάζον με εξάνθημα οστρακιάς)
- Τοξική Έπιδερμική Νεκρόλυση
- Αντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα
- Τοπικό εξάνθημα υποτροπιάζον
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Αποφολιδωτική δερματίτιδα
- Οξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωση
- Ερύθημα
- Αύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσης
- Αυξημένες τιμές των τρανσαμινασών
- Αυξημένες τιμές της αλκαλικής φωσφατάσης
- Ηπατίτιδα
- Ίκτερος
- Σύσπαση του Dupuytren της παλαμιαίας απονεύρωσης
- Αρθραλγία (σύνδρομο ώμου-χειρός ή ρευματισμός που προκαλείται από τη φαινοβαρβιτάλη)
- Μειωμένη πυκνότητα των μετάλλων στα οστά
- Οστεοπενία
- Οστεοπόρωση
- Κάταγμα
- Οστεομαλακία
- Πανκυτταροπενία
- Απλαστική αναιμία
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Ουδετεροπενία
- Λευκοπενία
- Θρομβοπενία
- Αναιμία από έλλειψη φυλλικού οξέος
- Διαταραχή της πηκτικότητας στο νεογέννητο
- Εμφάνιση αιμορραγικής διαθέσεως στο νεογέννητο
- Υπασβεστιαιμία
- Ναυτία
- Έμετος
- Επίδραση στο έμβρυο
- Επίδραση στο νεογνό
- Λυκόστομα
- Λαγόχειλος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑλλεργική δερματίτιδα (ιλαροειδές και κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα ομοιάζον με εξάνθημα οστρακιάς)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΣυχνέςΑυξημένες τιμές της αλκαλικής φωσφατάσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένες τιμές των τρανσαμινασώνΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑύξηση γ-γλουταμυλτρανσφεράσηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΔιαταραχή μνήμηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκολία στη βάδιση με, κατά διαστήματα, ψεύδισμα κατά την ομιλίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική συμπεριφορά (διέγερση, επιθετικότητα)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΝοητική διαταραχήΝευρικό
-
ΣυχνέςΣύσπαση του Dupuytren της παλαμιαίας απονεύρωσηςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑρθραλγία (σύνδρομο ώμου-χειρός ή ρευματισμός που προκαλείται από τη φαινοβαρβιτάλη)Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΔιακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ισορροπίαςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές ύπνου/αϋπνίαΨυχιατρικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή στην προσοχήΝευρικό
-
ΣπάνιεςΕπίδραση στο έμβρυοΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΕπίδραση στο νεογνόΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΖάληΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΛαγόχειλοςΣυγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΛυκόστομαΣυγγενείς, οικογενείς και γενετικές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΊκτεροςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑμνησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑναιμία από έλλειψη φυλλικού οξέοςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑντίδραση σε φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΑποφολιδωτική δερματίτιδαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχή της πηκτικότητας στο νεογέννητοΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕμφάνιση αιμορραγικής διαθέσεως στο νεογέννητοΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕξάρτησηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΕρύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚάταγμαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΜειωμένη πυκνότητα των μετάλλων στα οστάΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΟξεία γενικευμένη εξανθηματική φλυκταίνωσηΔέρμα
-
Μη γνωστέςΟστεομαλακίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟστεοπενίαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική Έπιδερμική ΝεκρόλυσηΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΤοπικό εξάνθημα υποτροπιάζονΔέρμα
-
Μη γνωστέςΥπασβεστιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπερκινητικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ φαινοβαρβιτάλη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης εκτός εάν το δυνητικό όφελος κρίνεται ότι υπερτερεί των κινδύνων μετά από εξέταση άλλων κατάλληλων θεραπευτικών επιλογών.Η φαινοβαρβιτάλη διαπερνά τον πλακούντα. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα σε τρωκτικά (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεδομένα από μετα-ανάλυση και μελέτες παρατήρησης κατέδειξαν περίπου 2 έως 3 φορές υψηλότερο κίνδυνο μειζόνων δυσπλασιών σε σύγκριση με τον βασικό κίνδυνο μειζόνων δυσπλασιών στον γενικό πληθυσμό (2-3%). Ο κίνδυνος είναι δοσοεξαρτώμενος. Η μονοθεραπεία με φαινοβαρβιτάλη σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο μειζόνων συγγενών δυσπλασιών, συμπεριλαμβανομένων του λαγώχειλου και του λυκοστόματος και καρδιαγγειακών δυσπλασιών. Έχουν αναφερθεί άλλες δυσπλασίες όπως υποσπαδίας, δυσμορφικά χαρακτηριστικά του προσώπου, ελλείμματα του νευρικού σωλήνα, μικροκεφαλία και δακτυλικές ανωμαλίες. Έχει παρατηρηθεί αύξηση στον κίνδυνο βρεφών που γεννήθηκαν μικρά για την ηλικία κύησης ή με μειωμένο μήκος σώματος. Έχουν αναφερθεί νευροαναπτυξιακές διαταραχές σε παιδιά που εκτέθηκαν σε φαινοβαρβιτάλη κατά τη διάρκεια της κύησης, αν και οι μελέτες είναι αντιφατικές (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όταν χρησιμοποιείται στο τρίτο τρίμηνο, ενδέχεται να παρουσιαστούν συμπτώματα απόσυρσης στο νεογνό (καταστολή, υποτονία, διαταραχή στον θηλασμό). Συνιστάται επαρκές συμπλήρωμα φυλλικού οξέος (5 mg/ημέρα) πριν από τη σύλληψη και κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λόγω της μείωσης των επιπέδων φυλλικού οξέος στον ορό.
-
ΓαλουχίαΔεν συνιστάταιΥπάρχει η πιθανότητα μειωμένης αυξήσεως του σωματικού βάρους, καταστολής και προβλημάτων κατά το θηλασμό στη νεογνική περίοδο.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: βαρβιτουρικά και παράγωγα, κωδικός ATC: N03AA02
Το Φαινοβαρβιτάλη περιέχει φαινοβαρβιτάλη: η φαινοβαρβιτάλη είναι ένα βαρβιτουρικό. Έχει αντισπασμωδικές, κατασταλτικές και υπνωτικές ιδιότητες.
Φαρμακοκινητικές
Απορρόφηση
Το 80% της δόσεως περίπου, απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η μέγιστη τιμή στο πλάσμα παρατηρείται εντός 8 ωρών περίπου στους ενήλικες και εντός 4 ωρών περίπου στα παιδιά.
Κατανομή
Η φαινοβαρβιτάλη κατανέμεται στο σύνολο του οργανισμού και ιδιαίτερα στον εγκέφαλο λόγω της λιποφιλίας της. Διαπερνά τον αιματοπλακουντιακό φραγμό και απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Η φαινοβαρβιτάλη συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος κατά 60% στα παιδιά, τιμή ελαφρά αυξημένη σε σχέση με την αντίστοιχη των ενηλίκων (50%).
Βιομετασχηματισμός
Μεταβολίζεται στο ήπαρ (προς το μη δραστικό υδροξυλιωμένο παράγωγο, το οποίο στη συνέχεια συζευγνύεται με γλυκουρο- ή σουλφο- ομάδα).
Αποβολή
Απεκκρίνεται μέσω των νεφρών με την αναλλοίωτη μορφή (ιδιαίτερα όταν τα ούρα είναι αλκαλικά). Ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα είναι 50 έως 140 ώρες για τους ενήλικες και 40 έως 70 ώρες για τα παιδιά. Αυξάνεται σε ηλικιωμένους ασθενείς καθώς και σε περιπτώσεις ηπατικής ή νεφρικής ανεπάρκειας.
Φαρμακοδυναμικές Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: βαρβιτουρικά και παράγωγα, κωδικός ATC: N03AA02 Το Φαινοβαρβιτάλη περιέχει φαινοβαρβιτάλη: η φαινοβαρβιτάλη είναι ένα βαρβιτουρικό. Έχει αντισπασμωδικές, κατασταλτικές και υπνωτικές ιδιότητες.
Φαρμακοκινητικές Απορρόφηση Το 80% της δόσεως περίπου, απορροφάται από το γαστρεντερικό σωλήνα. Η μέγιστη τιμή στο πλάσμα παρατηρείται εντός 8 ωρών περίπου στους ενήλικες και εντός 4 ωρών περίπου στα παιδιά. Κατανομή Η φαινοβαρβιτάλη…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Επίπεδα βιταμίνης D | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | — | Παιδιά με μακροχρόνια αγωγή φαινοβαρβιτάλης |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
Τοξικότητα
Καταστολή του κεντρικού νευρικού και του αναπνευστικού συστήματος, η οποία μπορεί να εξελιχθεί σε αναπνοή Cheyne-Stokes, αρεφλεξία, ελαφρά σύσπαση των κορών (αν και σε βαριά δηλητηρίαση μπορεί να εμφανιστεί παραλυτική μυδρίαση), ολιγουρία, ταχυκαρδία, υπόταση, πτώση της θερμοκρασίας σώματος και κώμα.
Μπορεί να εμφανιστεί τυπικό σύνδρομο καταπληξίας (άπνοια, κυκλοφορική κατέρρειψη, αναπνευστική ανακοπή και θάνατος).
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φαινοβαρβιτάλη, το μακροβιότερο βαρβιτουρικό, χρησιμοποιείται για τις αντισπασμωδικές και κατασταλτικές-υπνωτικές ιδιότητές της στη διαχείριση όλων των επιληπτικών διαταραχών εκτός από τις κρίσεις απουσίας (petit mal).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φαινοβαρβιτάλη δρα στους υποδοχείς GABAA, αυξάνοντας τη συναπτική αναστολή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του επιληπτικού κατωφλίου και τη μείωση της εξάπλωσης της επιληπτικής δραστηριότητας από μια εστία επιληψίας. Η φαινοβαρβιτάλη μπορεί επίσης να αναστείλει τους διαύλους ασβεστίου, οδηγώντας σε μείωση της απελευθέρωσης διεγερτικών νευροδιαβιβαστών. Τα κατασταλτικά-υπνωτικά αποτελέσματα της φαινοβαρβιτάλης πιθανότατα οφείλονται στην επίδρασή της στον πολυσυναπτικό μεσεγκεφαλικό δικτυωτό σχηματισμό, ο οποίος ελέγχει την εγρήγορση του ΚΝΣ.
/Η φαινοβαρβιτάλη/ παράγει αντισπασμωδικά αποτελέσματα σε υποϋπνωτικές δόσεις. Το φάρμακο μειώνει τις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης στον ορό σε νεογνά και ασθενείς με συγγενή μη αιμολυτική ασυνεζευγμένη υπερχολερυθριναιμία και ασθενείς με χρόνια ενδοηπατική χολόσταση, πιθανώς μέσω της επαγωγής της γλυκουρονυλτρανσφεράσης, του ενζύμου που συζεύγνει τη χολερυθρίνη.
Ο ακριβής μηχανισμός(οι) με τον(ους) οποίο(ους) τα βαρβιτουρικά ασκούν την επίδρασή τους στο ΚΝΣ, δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ωστόσο, πιστεύεται ότι τέτοιες επιδράσεις σχετίζονται, τουλάχιστον εν μέρει, με την ικανότητα των φαρμάκων να ενισχύουν τη δραστηριότητα της γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), του κύριου ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο ΚΝΣ, αλλοιώνοντας τις ανασταλτικές συναπτικές μεταβιβάσεις που διαμεσολαβούνται από τους υποδοχείς GABAA. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Αν και τα φάρμακα δρουν σε ολόκληρο το ΚΝΣ, ένα σημείο ιδιαίτερης ευαισθησίας είναι ο πολυσυναπτικός μεσεγκεφαλικός δικτυωτός σχηματισμός, ο οποίος σχετίζεται με τον μηχανισμό εγρήγορσης. Τα βαρβιτουρικά προκαλούν ανισορροπία στους κεντρικούς ανασταλτικούς και διευκολυντικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν τον εγκεφαλικό φλοιό και τον δικτυωτό σχηματισμό. Η σημασία της επίδρασης των βαρβιτουρικών στους νευροδιαβιβαστές είναι ασαφής. Φαίνεται ότι τα φάρμακα μειώνουν την διεγερσιμότητα τόσο των προσυναπτικών όσο και των μετασυναπτικών μεμβρανών. Δεν έχει προσδιοριστεί ποια από τις διάφορες δράσεις των βαρβιτουρικών σε κυτταρικό και συναπτικό επίπεδο είναι υπεύθυνη για τα κατασταλτικά και υπνωτικά τους αποτελέσματα. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Σχετικά χαμηλές δόσεις των βαρβιτουρικών καταστέλλουν τον αισθητικό φλοιό, μειώνουν την κινητική δραστηριότητα και προκαλούν καταστολή και υπνηλία. Σε ορισμένους ασθενείς, ωστόσο, η υπνηλία μπορεί να προηγείται από μια περίοδο παροδικής ευφορίας, σύγχυσης, έκστασης ή διέγερσης, ειδικά μετά από υποϋπνωτικές δόσεις απροβαρβιτάλης, πεντοβαρβιτάλης ή σεκοβαρβιτάλης. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται σε διάφορους βαθμούς μετά από από του στόματος, ορθική ή παρεντερική χορήγηση. Τα άλατα απορροφώνται ταχύτερα από τα οξέα. Ο ρυθμός απορρόφησης αυξάνεται εάν το άλας νατρίου ληφθεί ως αραιό διάλυμα ή σε κενό στομάχι.
Περίπου 70-90% μιας από του στόματος δόσης φαινοβαρβιτάλης απορροφάται βραδέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από ορθική χορήγηση νατριούχου φαινοβαρβιτάλης, το φάρμακο απορροφάται εύκολα από το παχύ έντερο. Μετά από από του στόματος χορήγηση φαινοβαρβιτάλης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται σε 8-12 ώρες και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο σε 10-15 ώρες. … Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως νατριούχος φαινοβαρβιτάλη, η έναρξη δράσης συνήθως εμφανίζεται εντός 5 λεπτών και τα μέγιστα αποτελέσματα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών. Η ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση νατριούχου φαινοβαρβιτάλης οδηγεί σε ελαφρώς βραδύτερη έναρξη δράσης. Η διάρκεια δράσης της παρεντερικώς χορηγούμενης νατριούχου φαινοβαρβιτάλης είναι συνήθως 4-6 ώρες.
Τα βαρβιτουρικά απορροφώνται σε διάφορους βαθμούς μετά από από του στόματος, ορθική ή ενδομυϊκή χορήγηση. Τα άλατα νατρίου απορροφώνται ταχύτερα από όλες τις οδούς χορήγησης από τα οξέα. Ο ρυθμός απορρόφησης από το στόμα αυξάνεται όταν το άλας νατρίου λαμβάνεται ως αραιό διάλυμα ή σε κενό στομάχι. Το αλκοόλ ενισχύει επίσης τον ρυθμό απορρόφησης, πιθανώς αυξάνοντας τη ροή του αίματος μέσω του γαστρικού βλεννογόνου. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Μετά από από του στόματος ή ορθική χορήγηση, η έναρξη δράσης κυμαίνεται από 10-30 λεπτά για αμοβαρβιτάλη, απροβαρβιτάλη, βουταβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και σεκοβαρβιτάλη και από 20-60 λεπτά για μεθαρβιτάλη, μεφοβαρβιτάλη και φαινοβαρβιτάλη. Η ενδομυϊκή χορήγηση οδηγεί σε ελαφρώς ταχύτερη έναρξη δράσης. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση των αλάτων νατρίου αμοβαρβιτάλης, πεντοβαρβιτάλης, φαινοβαρβιτάλης ή σεκοβαρβιτάλης, η έναρξη δράσης κυμαίνεται από σχεδόν άμεση για μεθοεξιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και θειοπεντάλη έως 5 λεπτά για φαινοβαρβιτάλη. Τα μέγιστα αποτελέσματα θειοπεντάλης ή πεντοβαρβιτάλης επιτυγχάνονται εντός περίπου 1 λεπτού, ενώ μπορεί να χρειαστούν έως και 30 λεπτά με τη χορήγηση φαινοβαρβιτάλης. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Η διάρκεια των κατασταλτικών επιδράσεων όλων των βαρβιτουρικών είναι συνήθως 3-6 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 6-8 ώρες όταν τα φάρμακα χορηγούνται με άλλες οδούς. Φαίνεται να υπάρχει πολύ μικρή διαφορά στη διάρκεια της υπνωτικής δράσης μεταξύ των βαρβιτουρικών που χρησιμοποιούνται από του στόματος ως υπνωτικά. Επομένως, οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν πλέον ότι τα βαρβιτουρικά πρέπει να ταξινομούνται σύμφωνα με την προοριζόμενη φαρμακολογική τους δράση (δηλαδή, κατασταλτικά-υπνωτικά βαρβιτουρικά και αναισθητικά βαρβιτουρικά [μεθοεξιτάλη, θιαμυλάλη (δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμη στις ΗΠΑ), θειοπεντάλη]), αντί για μακράς δράσης (μεφοβαρβιτάλη, μεθαρβιτάλη και φαινοβαρβιτάλη), ενδιάμεσης δράσης (αμοβαρβιτάλη και βουταβαρβιτάλη), βραχείας δράσης (απροβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και σεκοβαρβιτάλη) και υπερβραχείας δράσης (μεθοεξιτάλη, θειοπεντάλη). /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (15 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνολική Πρωτεϊνική Δέσμευση
20-45%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός (κυρίως μέσω CYP2C19).
Η φαινοβαρβιτάλη υδροξυλιώνεται από το ήπαρ για να σχηματίσει p-υδροξυφαινοβαρβιτάλη, έναν ανενεργό μεταβολίτη. Η φαινοβαρβιτάλη είναι ισχυρός επαγωγέας των ενζύμων που εμπλέκονται στο μεταβολισμό άλλων φαρμάκων, αλλά δεν υπάρχουν οριστικά στοιχεία ότι η φαινοβαρβιτάλη επιταχύνει τον δικό της μεταβολισμό.
Οι ανενεργοί μεταβολίτες των βαρβιτουρικών απεκκρίνονται ως συζεύγματα γλυκουρονικού οξέος.
Η βιομεταμόρφωση συμβαίνει κυρίως μέσω του συστήματος των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων. /Βαρβιτουρικά/
Οι μεταβολίτες της νατριούχου φαινοβαρβιτάλης που παράγονται σε αρουραίους και ινδικά χοιρίδια είναι 5-(3,4-διυδροξυ-1,5-κυκλοεξαδιεν-1-υλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ· 5-(1-υδροξυαιθυλ)-5-φαινυλβαρβιτουρικό οξύ· 5-(3,4-διυδροξυφαινυλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ· και 5-(4-υδροξυφαινυλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ …
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (6 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
Η φαινοβαρβιτάλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την p-Υδροξυφαινοβαρβιτάλη.
Η φαινοβαρβιτάλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της (s)-μεφοβαρβιτάλης.
Ηπατικός (κυρίως μέσω CYP2C19).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
53 έως 118 ώρες (μέσος όρος 79 ώρες).
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα για τη φαινοβαρβιτάλη σε ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 53 και 118 ωρών με μέσο όρο 79 ώρες.
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα για τη φαινοβαρβιτάλη σε παιδιά και νεογνά (λιγότερο από 48 ωρών) κυμαίνεται μεταξύ 60 έως 180 ωρών με μέσο όρο 110 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή άγχος.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους διεγερτικούς υποδοχείς αμινοξέων, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των αγωνιστών.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID. Οι υποδοχείς GABA-A (RECEPTORS, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α3 N03AA02Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: 2η & πλέον πρόσθετη αγωγή
- Μη ανταπόκριση σε συνδυασμό ≥ 2 αντιεπιληπτικών
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AA02Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AA02Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Πρόσθετη αγωγή · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Π N03AA02Παιδιά < 16 ετών
- Εστιακή ή γενικευμένη επιληψία σε παιδιά < 16 ετών
- Καλοήθη σύνδρομα (Παναγιωτόπουλος, κεντρο-κροταφικές αιχμές), West, Lennox-Gastaut, Dravet, νεογνά
Δοσολογία: Phenobarbital, Levetiracetam, Phenytoin, Clonazepam, Topiramate · —
Απόσυρση / Deprescribing
Βαρβιτουρικά
Εάν χρησιμοποιείται καθημερινά για περισσότερο από 3 έως 4 εβδομάδες, μειώστε τη δόση κατά 25% κάθε 3 έως 4 ημέρες. Μόλις φτάσετε στο 25% της αρχικής δόσης και δεν έχουν παρατηρηθεί συμπτώματα στέρησης, διακόψτε το φάρμακο. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα στέρησης, επιστρέψτε περίπου στο 75% της προηγούμενης ανεκτής δόσης. [Medstopper]
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή άγχος.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους διεγερτικούς υποδοχείς αμινοξέων, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των αγωνιστών.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID. Οι υποδοχείς GABA-A (RECEPTORS, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.