PHENOBARBITAL
Φαινοβαρβιτάλη
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι' αυτό και είναι σκόπιμος ο …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-GARDENAL
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: το βράδυ ή σε διηρημένες δόσεις
- Δόση έναρξης: 100 mg
- Τιτλοποίηση: ημερήσια δόση συνήθως 100 - 300 mg... που μπορεί να φθάσει μέχρι 400 mg
-
ΕνήλικεςΔόση100 - 300 mgΜέγ. δόση400 mgχορηγούμενη το βράδυ ή σε διηρημένες δόσεις
-
ΠαιδιάΔόση3,5 mg/kg βάρους σώματος/24ωροσε 2-3 ίσες δόσεις
block
SPC-GARDENAL
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Yπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του προϊόντος.
-
Οξεία διαλείπουσα πορφυρία.
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια.
-
Χρήση με σακιναβίρη, ιφοσφαμίδη
-
Υπερευαισθησία στη γλουτένη ή δυσανεξία στη γλουτένη λόγω της ύπαρξης αμύλου σίτου (γλουτένη) στη σύνθεση.
-
Οινοπνευματώδη, οιστροπρογεσταγόνο και προγεσταγόνο ως αντισυλληπτικά
-
Γαλουχία
warning
SPC-GARDENAL
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προειδοποιήσειςΠληθυσμόςοδηγούς αυτοκινήτων και χειριστές μηχανημάτων, ηλικιωμένους, ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκειαΣυνιστάται προσοχή κατά τη χρήση
-
Αναποτελεσματικότητα σε συγκεκριμένους τύπους σπασμώνΗ φαινοβαρβιτάλη δεν ενδείκνυται για την αγωγή των αφαιρετικών σπασμών ή μυοκλονικών σπασμών, οι οποίοι ενίοτε επιδεινώνονται.
-
Επιδείνωση σπασμώνΗ εισαγωγή ενός αντισπασμωδικού πιθανόν να προκαλέσει αύξηση της συχνότητας των σπασμών ή την εμφάνιση ενός νέου τύπου σπασμών σε κάποιους ασθενείς. Οι λόγοι πιθανόν να είναι: η επιλογή ενός φαρμάκου που δεν είναι κατάλληλο για τον τύπο του σπασμού/επιληψίας προς αντιμετώπιση, μια αλλαγή στην ταυτόχρονη αντισπασμωδική φαρμακευτική αγωγή ή κάποια φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την τελευταία, τοξικότητα ή υπερδοσολογία. Δεν είναι πιθανή κάποια άλλη αιτιολογία, εκτός από μία παράδοξη αντίδραση.
-
Αλληλεπίδραση με αντιπηκτικάΔεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής, διότι ανταγωνίζεται την ενέργεια των κουμαρινικών αντιπηκτικών ή θα πρέπει τα κουμαρινικά σκευάσματα να χορηγούνται σε μεγαλύτερες δόσεις, όπως και τα κορτικοστεροειδή.
-
Κίνδυνος αιμορραγίαςΠληθυσμόςάτομα που παίρνουν αντιπηκτικάΗ απότομη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αιμορραγίες.
-
Εξάρτηση και απότομη διακοπήΠαρατεταμένη αγωγή με τη φαινοβαρβιτάλη πιθανόν να οδηγήσει σε εξάρτηση. Αποφυγή απότομης διακοπής του φαρμάκου και σύγχρονης χορήγησης με οινόπνευμα, λόγω πιθανής πρόκλησης σπασμών και status epilepticus.
-
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφοράΟι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί. Κατά συνέπεια οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
-
Ραχίτιδα σε παιδιάΠληθυσμόςπαιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με φαινοβαρβιτάληΕίναι απαραίτητη η προφυλακτική αγωγή για τη ραχίτιδα (βιταμίνη D2, 1.200 έως 2.000 IU/ημέρα) ή 25 ΟΗ-βιταμίνη D3.
swap_horiz
SPC-GARDENAL
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Σακιναβίρηαντένδειξηπιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού
-
Ιφοσφαμίδη (χρήση φαινοβαρβιτάλης για προφυλακτικούς λόγους)αντένδειξηπιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού της ιφοσφαμίδης
-
Οινοπνευματώδηδεν συνιστώνταιεπιδεινώνουν την κατασταλτατική δράση της φαινοβαρβιτάλης. Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.
-
Οιστροπρογεσταγόνο και προγεσταγόνο (ως αντισυλληπτικά)δεν συνιστώνταιμειωμένη αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΣυνιστάται η χρήση άλλων - ειδικά μηχανικών - αντισυλληπτικών μεθόδων.
-
δεν συνιστώνταιπιθανή μείωση της αντιπρωτεασικής αποτελεσματικότητας λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.
-
προσοχήαύξηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με σημεία υπερδοσολογίας ως αποτέλεσμα αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού, ειδικά στα παιδιά. Μείωση της συγκέντρωσης του βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού λόγω της φαινοβαρβιτάλης.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση απαιτείται για τις πρώτες 15 ημέρες της συγχορήγησης και η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης πρέπει να ελαττώνεται μόλις εμφανίζονται σημεία καταστολής. Οι συγκεντρώσεις των δύο αντισπασμωδικών παραγόντων στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται.
-
Από του στόματος αντιπηκτικάπροσοχήμειωμένη αποτελεσματικότητα (ως αποτέλεσμα του αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού).ΣύστασηΟ χρόνος προθρομβίνης πρέπει να ελέγχεται πιο συχνά και το διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) να παρακολουθείται. Η δοσολογία των από του στόματος αντιπηκτικών πρέπει να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής με φαινοβαρβιτάλη και για 8 ημέρες μετά τη διακοπή.
-
Αντικαταθλιπτικά τύπου ιμιπραμίνηςπροσοχήπιθανόν να προκαλέσουν γενικευμένους σπασμούς.ΣύστασηΠρέπει να υπάρχει κλινική παρακολούθηση και η δόση του αντισπασμωδικού να αυξάνεται, εάν είναι αναγκαίο.
-
Αντιπρωτεάσεςπροσοχήη συγχορήγηση με αμπρεναβίρη, ιντιναβίρη, νελφιναβίρη πιθανόν να μειώσει την αντιπρωτεασική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.
-
προσοχήμειωμένη συγκέντρωση του ανοσοκατασταλτικού στο πλάσμα και μειωμένη αποτελεσματικότητα κατά την ταυτόχρονη αγωγή λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΗ δόση των ανοσοκατασταλτικών είναι δυνατόν να αυξηθεί εάν παρακολουθείται η συγκέντρωση στο πλάσμα. Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται μετά τη διακοπή του ενζυμικού επαγωγέα.
-
Κορτικοστεροειδή (συστηματικά γλυκοκορτικοειδή και μεταλλοκορτικοειδή)προσοχήμειωμένη συγκέντρωση του κορτικοστεροειδούς στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΟι συνέπειες αυτού είναι ιδιαίτερης σημασίας σε ασθενείς με νόσο του Addison που ακολουθούν αγωγή με υδροκορτιζόνη και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση. Κλινική παρακολούθηση και εργαστηριακές εξετάσεις είναι αναγκαίες: να προσαρμόζεται η δοσολογία του κορτικοστεροειδούς κατά τη διάρκεια της αγωγής με τον επαγωγέα και μετά τη διακοπή.
-
Διγιτοξίνηπροσοχήμειωμένη συγκέντρωση της διγιτοξίνης στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΚλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ πρέπει να πραγματοποιείται και να γίνεται μέτρηση της απαραίτητης συγκέντρωσης της διγιτοξίνης στον ορό. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της διγιτοξίνης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης ή να συνταγογραφείται διγοξίνη επειδή η ουσία αυτή μεταβολίζεται σε μικρότερο βαθμό από το ήπαρ.
-
Διϋδροπυριδίνεςπροσοχήμειωμένη συγκέντρωση της διϋδροπυριδίνης στο πλάσμα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και εάν είναι αναγκαίο να προσαρμόζεται η δοσολογία της διϋδροπυριδίνης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
-
προσοχήμειωμένη συγκέντρωση της δισοπυραμίδης στο πλάσμα με μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός).ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ και εάν απαιτείται να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης της δισοπυραμίδης στο πλάσμα. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της δισοπυραμίδης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
-
προσοχήμειωμένη συγκέντρωση δοξυκυκλίνης στο πλάσμα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και να προσαρμόζεται η δοσολογία της δοξυκυκλίνης εάν είναι αναγκαίο.
-
Οιστρογόνα/προγεσταγόνα (όχι ως αντισυλληπτικά)προσοχήμειωμένη αποτελεσματικότητα των οιστρογόνων/προγεσταγόνων λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και να προσαρμόζεται εάν είναι αναγκαίο η δοσολογία των οιστρογόνων/προγεσταγόνων κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
-
Φελβαμάτηπροσοχήμειωμένη συγκέντρωση στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα της φελβαμάτης και αυξημένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας.ΣύστασηΝα παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και οι συγκεντρώσεις της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Όποτε είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δόση.
-
Φυλλικό οξύπροσοχήμειωμένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα λόγω αυξημένου μεταβολισμού της φαινοβαρβιτάλης στον οποίο το φυλλικό οξύ είναι ένας από τους συμπαράγοντες.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και όταν είναι απαραίτητο να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη συμπλήρωση με φυλλικό οξύ, εάν είναι αναγκαίο.
-
Θυρεοειδικές ορμόνες (όπως περιγράφονται για τη φαινυτοΐνη, τη ριφαμπικίνη, τη καρβαμαζεπίνη)προσοχήκίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό λόγω αυξημένου καταβολισμού της Τ3 και Τ4.ΣύστασηΝα παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις των Τ3 και Τ4 στον ορό και να προσαρμόζεται η δοσολογία κατά τη συγχορήγηση και μετά την αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, εάν είναι αναγκαίο.
-
Υδροκινιδίνη, κινιδίνηπροσοχήμειωμένη συγκέντρωση της κινιδίνης στο πλάσμα και μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ και μέτρηση της συγκέντρωσης της κινιδίνης στο πλάσμα. Η δοσολογία της κινιδίνης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής και μετά τη διακοπή της, εάν είναι αναγκαίο.
-
Ιφοσφαμίδηπροσοχήπιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας που προκαλείται από επίταση του ηπατικού μεταβολισμού της ιφοσφαμίδης λόγω της επαγωγικής δράσης της φαινοβαρβιτάλης.ΣύστασηΕάν η φαινοβαρβιτάλη πρόκειται να χορηγηθεί πριν από χημειοθεραπεία (για τη θεραπεία της επιληψίας), είναι αναγκαία η κλινική παρακολούθηση και η δόση του αντικαρκινικού παράγοντα πρέπει να προσαρμόζεται.
-
προσοχήμειωμένη συγκέντρωση της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση, μέτρηση της συγκέντρωσης της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και να προσαρμόζεται η δοσολογία, εάν είναι αναγκαίο.
-
προσοχήαυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία πιθανόν να είναι θανατηφόρα στην περίπτωση υπερδοσολογίας. Μειωμένη συγκέντρωση της μεθαδόνης στο πλάσμα με πιθανή εμφάνιση συνδρόμου στέρησης λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα γίνεται τακτική κλινική παρακολούθηση και να προσαρμόζεται η δόση της μεθαδόνης.
-
προσοχήπιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης που προκαλείται από τον αυξημένο ηπατικό μεταβολισμό.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και να προσαρμόζεται η δοσολογία του αντιασθματικού, εάν είναι αναγκαίο.
-
Προγαβίδηπροσοχήπιθανή αύξηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Πιθανή ελάττωση της συγκέντρωσης της προγαβίδης στο πλάσμα (χωρίς τεκμηρίωση).ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και μέτρηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, εάν είναι αναγκαίο. Η δοσολογία να προσαρμόζεται όταν είναι απαραίτητο.
-
προσοχήμειωμένη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα και δράση λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα γίνεται κλινική παρακολούθηση και μέτρηση της συγκέντρωσης της θεοφυλλίνης στον ορό, εάν είναι αναγκαίο. Η δοσολογία της θεοφυλλίνης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια και μετά την αγωγή με τη φαινοβαρβιτάλη, εάν είναι αναγκαίο.
-
προσοχήπιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της ζιδοβουδίνης λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.ΣύστασηΝα γίνεται τακτική κλινική παρακολούθηση.
-
λαμβάνεται υπόψημειωμένες συγκεντρώσεις αυτών των β-αποκλειστών που συνοδεύονται από ελαττωμένη κλινική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός).ΣύστασηΑυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για αυτούς τους β-αποκλειστές, οι οποίοι αποβάλλονται κυρίως μέσω ηπατικού βιομετασχηματισμού.
-
Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣλαμβάνεται υπόψηπαράγωγα της μορφίνης (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βενζοδιαζεπίνες (αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρα στην περίπτωση υπερδοσολογίας), αγχολυτικά πέρα των βενζοδιαζεπινών (καρβαμικό οξύ, καπτοδιάμη, etifoxine), υπνωτικά, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των Η1- υποδοχέων ισταμίνης, κεντρικά αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη: αυξημένη κεντρική καταστολή. Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.
-
λαμβάνεται υπόψηβαθμιαία μείωση στη συγκέντρωση της καρβαμαζεπίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα χωρίς εμφανή αλλαγή στην αντισπασμωδική αποτελεσματικότητα.ΣύστασηΑυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ειδικά όταν αξιολογείται η συγκέντρωση στο πλάσμα.
-
λαμβάνεται υπόψηαυξημένη αιματολογική τοξικότητα λόγω της αθροιστικής αναστολής της διϋδροφυλλικής αναγωγάσης.
-
λαμβάνεται υπόψησε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, ο συνδυασμός με φαινυτοΐνη αυξάνει τη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα και πιθανόν να οδηγήσει σε συμπτώματα τοξικότητας (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού). Απρόβλεπτες αλλαγές πιθανόν να συμβούν σε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη όταν συνδυάζεται με φαινυτοΐνη: Η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα είναι συνήθως μειωμένη (αυξημένος μεταβολισμός) χωρίς αυτή η μείωση να επηρεάζει αρνητικά την αντισπασμωδική δράση. Μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης, είναι πιθανόν να εμφανιστούν επιδράσεις τοξικότητας. Η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης είναι πιθανόν να αυξηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού).
-
Προκαρβαζίνηλαμβάνεται υπόψηαυξημένη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας (υπερηωσινοφιλία, εξάνθημα) που προκαλούνται από τον αυξημένο μεταβολισμό της προκαρβαζίνης.
sick
SPC-GARDENAL
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- ζάλη
- κεφαλαλγία
- υπνηλία
- σύγχυση
- διαταραχές της ισορροπίας
- επίδραση στις νοητικές λειτουργίες
- διαταραχή της συμπεριφοράς
- ευερεθιστότητα
- υπερκινητικότητα
- εξάρτηση
- Έλλειψη φυλλικού οξέος
- μεγαλοβλαστική αναιμία
- ακοκκιοκυτταραιμία
- απλαστική αναιμία
- διαταραχή της πηκτικότητας
- Υπασβεστιαιμία
- οστεομαλακία
- Αρθραλγία
- σύσπαση του Dupuytren της παλαμιαίας απονεύρωσης
- ίκτερος
- αύξηση της γ-γλουταμυλτρανσφεράσης
- αύξηση των τρανσαμινασών
- αύξηση της αλκαλικής φωσφατάσης
- ηπατίτιδα
- επηρεασμένη ηπατική λειτουργία
- Επίδραση στο έμβρυο
- Επίδραση στο νεογνό
- αιμορραγική διάθεση στο νεογέννητο
- λυκόστομα
- λαγόχειλος
- πολυσυστηματική υπερευαισθησία
- πυρετός
- Ερύθημα
- εξάνθημα
- Δερματικές αλλεργικές αντιδράσεις
- ιλαροειδές εξάνθημα
- κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- σύνδρομο Lyell
- σύνδρομο Stevens-Johnson
- ηωσινοφιλία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
σπάνιαζάλη
-
σπάνιακεφαλαλγία
-
ΣυχνέςυπνηλίαΚεντρικό Νευρικό Σύστημα
-
σύγχυσηΚεντρικό Νευρικό Σύστημα
-
διαταραχές της ισορροπίαςΚεντρικό Νευρικό Σύστημα
-
διαταραχή της συμπεριφοράςΨυχιατρικές διαταραχές
-
επίδραση στις νοητικές λειτουργίεςΚεντρικό Νευρικό Σύστημα
-
σε ένα ποσοστό παιδιώνευερεθιστότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
σε ένα ποσοστό παιδιώνυπερκινητικότηταΨυχιατρικές διαταραχές
-
Έλλειψη φυλλικού οξέοςΑιματολογικό
-
μεγαλοβλαστική αναιμίαΑιματολογικό
-
ΥπασβεστιαιμίαΜεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
οστεομαλακίαΜυοσκελετικό
-
ΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
εξάρτησηΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΕρύθημαΔέρμα
-
ακοκκιοκυτταραιμίαΑιματολογικό
-
απλαστική αναιμίαΑιματολογικό
-
ίκτεροςΉπατος
-
Μεμονωμένηαύξηση της γ-γλουταμυλτρανσφεράσηςΉπατος
-
Πολύ σπάνιααύξηση των τρανσαμινασώνΉπατος
-
Πολύ σπάνιααύξηση της αλκαλικής φωσφατάσηςΉπατος
-
Εξαιρετικά σπάνιεςηπατίτιδαΉπατος
-
Επίδραση στο έμβρυοΚύηση
-
Επίδραση στο νεογνόΠεριγεννητική περίοδος
-
σπάνιαλυκόστομαΣυγγενείς ανωμαλίες
-
σπάνιαλαγόχειλοςΣυγγενείς ανωμαλίες
-
διαταραχή της πηκτικότηταςΑιματολογικό
-
αιμορραγική διάθεση στο νεογέννητοΠεριγεννητική περίοδος
-
πολυσυστηματική υπερευαισθησίαΓενικές διαταραχές
-
πυρετόςΓενικές διαταραχές
-
εξάνθημαΔέρμα
-
ηωσινοφιλίαΑνοσολογικό
-
επηρεασμένη ηπατική λειτουργίαΉπατος
-
Δερματικές αλλεργικές αντιδράσειςΔέρμα
-
ιλαροειδές εξάνθημαΔέρμα
-
κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Εξαιρετικά σπάνιεςσύνδρομο LyellΔέρμα
-
Εξαιρετικά σπάνιεςσύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιασύσπαση του Dupuytren της παλαμιαίας απονεύρωσηςΜυοσκελετικό
pregnant_woman
SPC-GARDENAL
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΣυνολικά τα αντισπασμωδικά φάρμακα έχουν 2-3 φορές υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης συγγενών διαμαρτιών (3% περίπου) σε παιδιά μητέρων που λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή. Οι πιο συχνές διαμαρτίες είναι η υπερωϊοσχιστία και οι καρδιαγγειακές. Η απότομη διακοπή της αγωγής μπορεί να είναι επιβλαβής για το έμβρυο. Η φαινοβαρβιτάλη μπορεί να έχει τερατογόνο δράση, αν και ο κίνδυνος στο πρώτο τρίμηνο είναι πιθανώς χαμηλός. Δεν δικαιολογείται η σύσταση αποφυγής σύλληψης για επιληπτικές ασθενείς που λαμβάνουν φαινοβαρβιτάλη. Η θεραπευτική ένδειξη πρέπει να επανεκτιμάται σε περίπτωση εγκυμοσύνης. Νεογνά: - Κίνδυνος αιμορραγίας τις πρώτες 24 ώρες ζωής (προληπτική χορήγηση βιταμίνης Κ στη μητέρα και στο νεογνό είναι αποτελεσματική). - Σπάνιες περιπτώσεις μέτριου συνδρόμου στέρησης, διαταραχής μεταβολισμού φωσφόρου και ασβεστίου, και πρόσληψης αλάτων από τα οστά.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν συνιστάται καθώς υπάρχει η πιθανότητα μειωμένης αυξήσεως του σωματικού βάρους, καταστολής και προβλημάτων κατά το θηλασμό στη νεογνική περίοδο. Η αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή με φαινοβαρβιτάλη δεν θα πρέπει να διακόπτεται.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-GARDENAL
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-GARDENAL
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-GARDENAL
expand_more
Δοσολογία
block
Αντενδείξεις
SPC-GARDENAL
expand_more
Αντενδείξεις
- Yπερευαισθησία σε οποιοδήποτε από τα συστατικά του προϊόντος.
- Οξεία διαλείπουσα πορφυρία.
- Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια.
- Χρήση με σακιναβίρη, ιφοσφαμίδη (χορήγηση φαινοβαρβιτάλης ως προφύλαξη, (βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
- Υπερευαισθησία στη γλουτένη ή δυσανεξία στη γλουτένη λόγω της ύπαρξης αμύλου σίτου (γλουτένη) στη σύνθεση.
- Οινοπνευματώδη, οιστροπρογεσταγόνο και προγεσταγόνο ως αντισυλληπτικά ((βλ. Αλληλεπιδράσεις)).
- Γαλουχία ((βλ. Κύηση και γαλουχία)).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-GARDENAL
expand_more
Προειδοποιήσεις
Συνιστάται προσοχή κατά τη χρήση της φαινοβαρβιτάλης σε οδηγούς αυτοκινήτων και χειριστές μηχανημάτων, σε ηλικιωμένους και σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Η φαινοβαρβιτάλη δεν ενδείκνυται για την αγωγή των αφαιρετικών σπασμών ή μυοκλονικών σπασμών, οι οποίοι ενίοτε επιδεινώνονται.
Αν και είναι σπάνιο, η εισαγωγή ενός αντισπασμωδικού πιθανόν να προκαλέσει αύξηση της συχνότητας των σπασμών ή την εμφάνιση ενός νέου τύπου σπασμών σε κάποιους ασθενείς. Η αύξηση αυτή δεν σχετίζεται με τις διακυμάνσεις που παρατηρούνται σε ορισμένες μορφές επιληψίας. Στην περίπτωση της φαινοβαρβιτάλης, οι λόγοι αυτού πιθανόν να είναι: η επιλογή ενός φαρμάκου που δεν είναι κατάλληλο για τον τύπο του σπασμού/επιληψίας προς αντιμετώπιση, μια αλλαγή στην ταυτόχρονη αντισπασμωδική φαρμακευτική αγωγή ή κάποια φαρμακοκινητική αλληλεπίδραση με την τελευταία, τοξικότητα ή υπερδοσολογία. Δεν είναι πιθανή κάποια άλλη αιτιολογία, εκτός από μία παράδοξη αντίδραση.
Δεν πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια αντιπηκτικής αγωγής, διότι ανταγωνίζεται την ενέργεια των κουμαρινικών αντιπηκτικών ή θα πρέπει τα κουμαρινικά σκευάσματα να χορηγούνται σε μεγαλύτερες δόσεις, όπως και τα κορτικοστεροειδή.
Η απότομη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης σε άτομα που παίρνουν αντιπηκτικά μπορεί να προκαλέσει επικίνδυνες αιμορραγίες.
Παρατεταμένη αγωγή με τη φαινοβαρβιτάλη πιθανόν να οδηγήσει σε εξάρτηση. Αποφυγή απότομης διακοπής του φαρμάκου και σύγχρονης χορήγησης με οινόπνευμα, λόγω πιθανής πρόκλησης σπασμών και status epilepticus.
Αυτοκτονικός ιδεασμός και συμπεριφορά έχουν αναφερθεί σε ασθενείς υπό αγωγή με αντιεπιληπτικά φάρμακα για διάφορες ενδείξεις. Μια μετα-ανάλυση των τυχαιοποιημένων ελεγχόμενων με εικονικό φάρμακο κλινικών μελετών αντιεπιληπτικών φαρμάκων έχει επίσης δείξει μικρή αύξηση του κινδύνου εκδήλωσης αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφοράς. Οι μηχανισμοί ανάπτυξης αυτού του κινδύνου δεν είναι γνωστοί.
Κατά συνέπεια οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται για συμπτώματα αυτοκτονικού ιδεασμού και συμπεριφορών και να εφαρμόζεται η κατάλληλη θεραπεία. Συνιστάται στους ασθενείς (και σε αυτούς που τους φροντίζουν) να αναζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
Σε παιδιά που λαμβάνουν μακροχρόνια αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, είναι απαραίτητη η προφυλακτική αγωγή για τη ραχίτιδα (βιταμίνη D2, 1.200 έως 2.000 IU/ημέρα) ή 25 ΟΗ- βιταμίνη D3.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-GARDENAL
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται:
- Σακιναβίρη: πιθανή μείωση της αποτελεσματικότητας που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού λόγω του ενζυμικού επαγωγέα.
- Ιφοσφαμίδη (χρήση φαινοβαρβιτάλης για προφυλακτικούς λόγους): πιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού της ιφοσφαμίδης λόγω της φαινοβαρβιτάλης. Συνδυασμοί που δεν συνιστώνται:
- Οινοπνευματώδη: επιδεινώνουν την κατασταλτατική δράση της φαινοβαρβιτάλης. Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών. Αλκοολούχα ποτά και φάρμακα που περιέχουν αλκοόλ θα πρέπει να αποφεύγονται.
- Οιστροπρογεσταγόνο και προγεσταγόνο (ως αντισυλληπτικά): μειωμένη αντισυλληπτική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Συνιστάται η χρήση άλλων - ειδικά μηχανικών - αντισυλληπτικών μεθόδων.
- Ριτοναβίρη: πιθανή μείωση της αντιπρωτεασικής αποτελεσματικότητας λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Συνδυασμοί που απαιτούν προφυλάξεις:
- Βαλπροϊκό οξύ, βαλπρομίδη: αύξηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με σημεία υπερδοσολογίας ως αποτέλεσμα αναστολής του ηπατικού μεταβολισμού, ειδικά στα παιδιά. Ακόμα, μείωση της συγκέντρωσης του βαλπροϊκού οξέος στο πλάσμα που προκαλείται από την επίταση του ηπατικού μεταβολισμού λόγω της φαινοβαρβιτάλης. Κλινική παρακολούθηση απαιτείται για τις πρώτες 15 ημέρες της συγχορήγησης και η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης πρέπει να ελαττώνεται μόλις εμφανίζονται σημεία καταστολής. Οι συγκεντρώσεις των δύο αντισπασμωδικών παραγόντων στο πλάσμα πρέπει να παρακολουθούνται.
- Από του στόματος αντιπηκτικά: μειωμένη αποτελεσματικότητα (ως αποτέλεσμα του αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού). Ο χρόνος προθρομβίνης πρέπει να ελέγχεται πιο συχνά και το διεθνές κανονικοποιημένο πηλίκο (INR) να παρακολουθείται. Η δοσολογία των από του στόματος αντιπηκτικών πρέπει να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής με φαινοβαρβιτάλη και για 8 ημέρες μετά τη διακοπή.
- Αντικαταθλιπτικά τύπου ιμιπραμίνης: πιθανόν να προκαλέσουν γενικευμένους σπασμούς. Πρέπει να υπάρχει κλινική παρακολούθηση και η δόση του αντισπασμωδικού να αυξάνεται, εάν είναι αναγκαίο.
- Αντιπρωτεάσες: η συγχορήγηση με αμπρεναβίρη, ιντιναβίρη, νελφιναβίρη πιθανόν να μειώσει την αντιπρωτεασική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού.
- Κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους: κατ’ επέκταση, όπως και με τη ριφαμπικίνη, παρατηρείται μειωμένη συγκέντρωση του ανοσοκατασταλτικού στο πλάσμα και μειωμένη αποτελεσματικότητα κατά την ταυτόχρονη αγωγή λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Η δόση των ανοσοκατασταλτικών είναι δυνατόν να αυξηθεί εάν παρακολουθείται η συγκέντρωση στο πλάσμα. Η δοσολογία πρέπει να μειώνεται μετά τη διακοπή του ενζυμικού επαγωγέα.
- Κορτικοστεροειδή (συστηματικά γλυκοκορτικοειδή και μεταλλοκορτικοειδή): μειωμένη συγκέντρωση του κορτικοστεροειδούς στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Οι συνέπειες αυτού είναι ιδιαίτερης σημασίας σε ασθενείς με νόσο του Addison που ακολουθούν αγωγή με υδροκορτιζόνη και σε ασθενείς που υποβάλλονται σε μεταμόσχευση. Κλινική παρακολούθηση και εργαστηριακές εξετάσεις είναι αναγκαίες: να προσαρμόζεται η δοσολογία του κορτικοστεροειδούς κατά τη διάρκεια της αγωγής με τον επαγωγέα και μετά τη διακοπή.
- Διγιτοξίνη: μειωμένη συγκέντρωση της διγιτοξίνης στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Κλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ πρέπει να πραγματοποιείται και να γίνεται μέτρηση της απαραίτητης συγκέντρωσης της διγιτοξίνης στον ορό. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της διγιτοξίνης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης ή να συνταγογραφείται διγοξίνη επειδή η ουσία αυτή μεταβολίζεται σε μικρότερο βαθμό από το ήπαρ.
- Διϋδροπυριδίνες: μειωμένη συγκέντρωση της διϋδροπυριδίνης στο πλάσμα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και εάν είναι αναγκαίο να προσαρμόζεται η δοσολογία της διϋδροπυριδίνης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
- Δισοπυραμίδη: μειωμένη συγκέντρωση της δισοπυραμίδης στο πλάσμα με μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός). Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και ΗΚΓ και εάν απαιτείται να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης της δισοπυραμίδης στο πλάσμα. Εάν είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δοσολογία της δισοπυραμίδης κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
- Δοξυκυκλίνη: μειωμένη συγκέντρωση δοξυκυκλίνης στο πλάσμα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και να προσαρμόζεται η δοσολογία της δοξυκυκλίνης εάν είναι αναγκαίο.
- Οιστρογόνα/προγεσταγόνα (όχι ως αντισυλληπτικά): μειωμένη αποτελεσματικότητα των οιστρογόνων/προγεσταγόνων λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και να προσαρμόζεται εάν είναι αναγκαίο η δοσολογία των οιστρογόνων/προγεσταγόνων κατά τη συγχορήγηση και μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης.
- Φελβαμάτη: μειωμένη συγκέντρωση στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα της φελβαμάτης και αυξημένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα με κίνδυνο υπερδοσολογίας. Να παρακολουθούνται οι κλινικές παράμετροι και οι συγκεντρώσεις της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Όποτε είναι αναγκαίο, να προσαρμόζεται η δόση.
- Φυλλικό οξύ: μειωμένη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα λόγω αυξημένου μεταβολισμού της φαινοβαρβιτάλης στον οποίο το φυλλικό οξύ είναι ένας από τους συμπαράγοντες. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και όταν είναι απαραίτητο να γίνεται μέτρηση της συγκέντρωσης στο πλάσμα. Η δοσολογία της φαινοβαρβιτάλης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τη συμπλήρωση με φυλλικό οξύ, εάν είναι αναγκαίο.
- Θυρεοειδικές ορμόνες (όπως περιγράφονται για τη φαινυτοΐνη, τη ριφαμπικίνη, τη καρβαμαζεπίνη): κίνδυνος κλινικού υποθυρεοειδισμού σε ασθενείς με υποθυρεοειδισμό λόγω αυξημένου καταβολισμού της Τ3 και Τ4. Να παρακολουθούνται οι συγκεντρώσεις των Τ3 και Τ4 στον ορό και να προσαρμόζεται η δοσολογία κατά τη συγχορήγηση και μετά την αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, εάν είναι αναγκαίο.
- Υδροκινιδίνη, κινιδίνη: μειωμένη συγκέντρωση της κινιδίνης στο πλάσμα και μειωμένη αντιαρρυθμική αποτελεσματικότητα λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση, ΗΚΓ και μέτρηση της συγκέντρωσης της κινιδίνης στο πλάσμα. Η δοσολογία της κινιδίνης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια της αγωγής και μετά τη διακοπή της, εάν είναι αναγκαίο.
- Ιφοσφαμίδη: πιθανή επιδείνωση της νευροτοξικότητας που προκαλείται από επίταση του ηπατικού μεταβολισμού της ιφοσφαμίδης λόγω της επαγωγικής δράσης της φαινοβαρβιτάλης. Εάν η φαινοβαρβιτάλη πρόκειται να χορηγηθεί πριν από χημειοθεραπεία (για τη θεραπεία της επιληψίας), είναι αναγκαία η κλινική παρακολούθηση και η δόση του αντικαρκινικού παράγοντα πρέπει να προσαρμόζεται.
- Ιτρακοναζόλη: μειωμένη συγκέντρωση της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και αποτελεσματικότητα. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση, μέτρηση της συγκέντρωσης της ιτρακοναζόλης στο πλάσμα και να προσαρμόζεται η δοσολογία, εάν είναι αναγκαίο.
- Μεθαδόνη: αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία πιθανόν να είναι θανατηφόρα στην περίπτωση υπερδοσολογίας. Ακόμα, μειωμένη συγκέντρωση της μεθαδόνης στο πλάσμα με πιθανή εμφάνιση συνδρόμου στέρησης λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να γίνεται τακτική κλινική παρακολούθηση και να προσαρμόζεται η δόση της μεθαδόνης.
- Μοντελουκάστη: πιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της μοντελουκάστης που προκαλείται από τον αυξημένο ηπατικό μεταβολισμό. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και να προσαρμόζεται η δοσολογία του αντιασθματικού, εάν είναι αναγκαίο.
- Προγαβίδη: πιθανή αύξηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα. Πιθανή ελάττωση της συγκέντρωσης της προγαβίδης στο πλάσμα (χωρίς τεκμηρίωση). Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και μέτρηση της συγκέντρωσης της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα, εάν είναι αναγκαίο. Η δοσολογία να προσαρμόζεται όταν είναι απαραίτητο.
- Θεοφυλλίνη (βάση και άλατα) και αμινοφυλλίνη: μειωμένη συγκέντρωση της θεοφυλλίνης στο πλάσμα και δράση λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να γίνεται κλινική παρακολούθηση και μέτρηση της συγκέντρωσης της θεοφυλλίνης στον ορό, εάν είναι αναγκαίο. Η δοσολογία της θεοφυλλίνης να προσαρμόζεται κατά τη διάρκεια και μετά την αγωγή με τη φαινοβαρβιτάλη, εάν είναι αναγκαίο.
- Ζιδοβουδίνη (κατ’ επέκταση όπως και με τη ριφαμπικίνη): πιθανή μείωση στην αποτελεσματικότητα της ζιδοβουδίνης λόγω αυξημένου ηπατικού μεταβολισμού. Να γίνεται τακτική κλινική παρακολούθηση. Συνδυασμοί που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη:
- Αλπρενολόλη, μετοπρολόλη, προπρανολόλη (β-αποκλειστές): μειωμένες συγκεντρώσεις αυτών των β-αποκλειστών που συνοδεύονται από ελαττωμένη κλινική αποτελεσματικότητα (αυξημένος ηπατικός μεταβολισμός). Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για αυτούς τους β- αποκλειστές, οι οποίοι αποβάλλονται κυρίως μέσω ηπατικού βιομετασχηματισμού.
- Άλλα κατασταλτικά του ΚΝΣ: παράγωγα της μορφίνης (αναλγητικά, αντιβηχικά και θεραπείες υποκατάστασης), βενζοδιαζεπίνες (αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής, η οποία είναι δυνητικά θανατηφόρα στην περίπτωση υπερδοσολογίας), αγχολυτικά πέρα των βενζοδιαζεπινών (καρβαμικό οξύ, καπτοδιάμη, etifoxine), υπνωτικά, κατασταλτικά αντικαταθλιπτικά, νευροληπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των Η1- υποδοχέων ισταμίνης, κεντρικά αντιυπερτασικά, βακλοφαίνη, θαλιδομίδη: αυξημένη κεντρική καταστολή. Αλλαγές στην εγρήγορση πιθανόν να καταστήσουν επικίνδυνη την οδήγηση και το χειρισμό μηχανών.
- Καρβαμαζεπίνη: βαθμιαία μείωση στη συγκέντρωση της καρβαμαζεπίνης και του ενεργού μεταβολίτη της στο πλάσμα χωρίς εμφανή αλλαγή στην αντισπασμωδική αποτελεσματικότητα. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη ειδικά όταν αξιολογείται η συγκέντρωση στο πλάσμα.
- Μεθοτρεξάτη: αυξημένη αιματολογική τοξικότητα λόγω της αθροιστικής αναστολής της διϋδροφυλλικής αναγωγάσης.
- Φαινυτοΐνη: σε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη, ο συνδυασμός με φαινυτοΐνη αυξάνει τη συγκέντρωση της φαινοβαρβιτάλης στο πλάσμα και πιθανόν να οδηγήσει σε συμπτώματα τοξικότητας (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού). Απρόβλεπτες αλλαγές πιθανόν να συμβούν σε ασθενείς που ήδη ακολουθούν αγωγή με φαινοβαρβιτάλη όταν συνδυάζεται με φαινυτοΐνη: Η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης στο πλάσμα είναι συνήθως μειωμένη (αυξημένος μεταβολισμός) χωρίς αυτή η μείωση να επηρεάζει αρνητικά την αντισπασμωδική δράση. Μετά τη διακοπή της φαινοβαρβιτάλης, είναι πιθανόν να εμφανιστούν επιδράσεις τοξικότητας. Η συγκέντρωση της φαινυτοΐνης είναι πιθανόν να αυξηθεί σε ορισμένες περιπτώσεις (ανταγωνιστική αναστολή του μεταβολισμού).
- Προκαρβαζίνη: αυξημένη συχνότητα αντιδράσεων υπερευαισθησίας (υπερηωσινοφιλία, εξάνθημα) που προκαλούνται από τον αυξημένο μεταβολισμό της προκαρβαζίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-GARDENAL
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-GARDENAL
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Χρήση κατά την κύηση
Κίνδυνος συνδεόμενος με την επιληψία και τα αντισπασμωδικά: Κατά την εκτίμηση του συνόλου των αντισπασμωδικών φαρμάκων, έχει αποδειχθεί πως η συχνότητα εμφάνισης συγγενών διαμαρτιών στα παιδιά που γεννούν μητέρες οι οποίες λαμβάνουν αντιεπιληπτική αγωγή είναι 2 έως 3 φορές (3% περίπου) υψηλότερη από το κανονικό. Αν και έχει παρατηρηθεί αύξηση του αριθμού των παιδιών με διαμαρτίες κατά τη συνδυασμένη θεραπεία, εντούτοις δεν έχουν προσδιορισθεί επακριβώς τα ποσοστά ευθύνης των διαφόρων φαρμάκων, όπως και της ίδιας της νόσου. Τις πλέον συχνά εμφανιζόμενες συγγενείς διαμαρτίες αποτελούν η υπερωϊοσχιστία και οι καρδιαγγειακές διαμαρτίες. Η απότομη διακοπή της αντισπασμωδικής αγωγής στις εγκύους μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της διαταραχής, η οποία μπορεί να αποβεί επιβλαβής για το έμβρυο.
Κίνδυνος συνδεόμενος με τη φαινοβαρβιτάλη:
- Στα ζώα: πειραματικά δεδομένα αποδεικνύουν πως το φάρμακο διαθέτει τερατογόνο δράση.
- Στον άνθρωπο: τα αποτελέσματα διαφόρων μελετών είναι αντικρουόμενα. Εντούτοις, εάν υφίσταται κίνδυνος τερατογόνου δράσης κατά την έκθεση στο πρώτο τρίμηνο, αυτός πιθανόν είναι πολύ χαμηλός.
Εκτιμώντας τα πιο πάνω δεδομένα:
- δεν θα ήταν δικαιολογημένη η σύσταση προς τις επιληπτικές ασθενείς, οι οποίες λαμβάνουν θεραπευτικώς φαινοβαρβιτάλη, να αποφύγουν τη σύλληψη,
- σε περίπτωση εγκυμοσύνης θα πρέπει να επανεκτιμάται η θεραπευτική ένδειξη,
- κατά τη διάρκεια της γαλουχίας δεν θα πρέπει να διακόπτεται η αποτελεσματική θεραπευτική αγωγή με φαινοβαρβιτάλη.
Νεογνά: Τα αντισπασμωδικά και ειδικά η φαινοβαρβιτάλη ίσως έχουν προκαλέσει:
- Σε ορισμένες περιπτώσεις: αιμορραγία κατά τις πρώτες 24 ώρες ζωής νεογνών, τα οποία γεννήθηκαν από μητέρες οι οποίες ελάμβαναν θεραπευτική αγωγή. Η προληπτική χορήγηση στη μητέρα βιταμίνης Κ (10 έως 20 mg/24h) κατά τον προηγούμενο μήνα από τον τοκετό και η χορήγηση στο νεογνό των κατάλληλων συμπληρωμάτων κατά τη γέννηση (1 έως 10 mg IV) φαίνεται αποτελεσματική.
- Σε σπάνιες περιπτώσεις: μέτριο σύνδρομο στέρησης (μη φυσιολογικές κινήσεις, μη αποτελεσματικός θηλασμός), διαταραχή του μεταβολισμού φωσφόρου και ασβεστίου και της πρόσληψης αλάτων από τα οστά.
Χρήση κατά τη διάρκεια της γαλουχίας Δεν συνιστάται καθώς υπάρχει η πιθανότητα μειωμένης αυξήσεως του σωματικού βάρους, καταστολής και προβλημάτων κατά το θηλασμό στη νεογνική περίοδο.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-GARDENAL
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-GARDENAL
expand_more
Φαρμακοκινητική
ΕΟΦ · 4.5
Aντιεπιληπτικά
expand_more
Aντιεπιληπτικά
Σκοπός της θεραπείας είναι ο έλεγχος των επιληπτικών κρίσεων με τη συνεχή διατήρηση δραστικών επιπέδων του φαρμάκου στο πλάσμα και από εκεί στον εγκεφαλικό ιστό. H δόση και η συχνότητα χορήγησής τους καθορίζονται από το χρόνο υποδιπλασιασμού, γι’ αυτό και είναι σκόπιμος ο προσδιορισμός των φαρμάκων αυτών στο πλάσμα. Aρχικά χορηγούνται μικρές δόσεις που στη συνέχεια αυξάνονται βαθμιαία μέχρι να ελεγχθούν οι κρίσεις ή να εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα.
H ημερήσια ποσότητα του φαρμάκου πρέπει να χορηγείται σε όσο το δυνατόν λιγότερες δόσεις, ώστε να είναι πιο εύκολο για τον άρρωστο να εφαρμόζει το θεραπευτικό σχήμα. Tα περισσότερα αντιεπιληπτικά, όταν χορηγούνται σε μέση δόση μπορεί να δίνονται δύο φορές την ημέρα. H φαινοβαρβιτάλη, που έχει μεγάλο χρόνο ημίσειας ζωής, μπορεί να δίνεται μόνο μια φορά την ημέρα πριν από τον ύπνο. Όταν όμως τα αντιεπιληπτικά χορηγούνται σε μεγάλες δόσεις μπορεί να χρειασθεί η κατανομή τους σε 3 ή 4 δόσεις την ημέρα για να ελαχιστοποιηθούν οι ανεπιθύμητες ενέργειες, ιδίως η υπνηλία, που σχετίζονται με υψηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στο αίμα.
Tα μικρά παιδιά μεταβολίζουν τα αντιεπιληπτικά ταχύτερα από τους ενηλίκους και γιαυτό πρέπει να χορηγούνται σε περισσότερες και μεγαλύτερες δόσεις ανά χιλιόγραμμο βάρους σώματος.
H έναρξη της θεραπείας πρέπει να γίνεται κατά κανόνα με ένα φάρμακο, που στις περισσότερες περιπτώσεις αρκεί για τον έλεγχο των κρίσεων. Προσθήκη δεύτερου φαρμάκου δικαιολογείται μόνο όταν οι κρίσεις συνεχίζονται παρά τις υψηλές συγκεντρώσεις στο αίμα του πρώτου ή όταν εμφανιστούν τοξικά φαινόμενα. Xρησιμοποίηση περισσότερων των δύο αντιεπιληπτικών σπανίως είναι απαραίτητη.
H χορήγηση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων πρέπει να συνεχίζεται για τρία τουλάχιστον χρόνια από την εμφάνιση της τελευταίας κρίσης. Tυχόν παράταση της χορήγησης θα εξαρτηθεί από το είδος των κρίσεων, την ευκολία ή μη του ελέγχου τους και την ηλεκτροεγκεφαλογραφική εικόνα. Aνεξαρτήτως πάντως από τα παραπάνω, διακοπή της θεραπείας επιβάλλεται 5 χρόνια μετά την τελευταία κρίση. Πιθανότητα υποτροπής υπάρχει στο 15% περίπου των περιπτώσεων. Aπότομη διακοπή των αντιεπιληπτικών ενέχει τον κίνδυνο επανεμφάνισης των κρίσεων, που μπορεί να φθάσει μέχρι status epilepticus. Για τον λόγο αυτό πρέπει να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα μηνών. Tο ίδιο ισχύει και στην περίπτωση αλλαγής από ένα φάρμακο σε άλλο που πρέπει επίσης να γίνεται βαθμιαίως σε διάστημα εβδομάδων. Tα φάρμακα αυτά προκαλούν ενζυμική επαγωγή με αποτέλεσμα να ελαττώνουν τη δραστικότητα άλλων συγχρόνως χορηγουμένων φαρμάκων.
Για ορισμένα αντιεπιληπτικά έχει αποδειχθεί τερατογόνος δράση στα πειραματόζωα. Στον άνθρωπο εντούτοις ο κίνδυνος πρόκλησης συγγενών ανωμαλιών του εμβρύου είναι πρακτικά μικρός. Eπίσης τυχόν διακοπή της θεραπείας στη διάρκεια της κύησης θα προκαλέσει υποτροπή των κρίσεων, που η επίδρασή τους στο έμβρυο δεν είναι γνωστή και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι είναι λιγότερο επιβλαβής από τη φαρμακευτική αγωγή. Γι’ αυτό η αντιεπιληπτική αγωγή θα πρέπει να συνεχίζεται στη διάρκεια της κύησης.
Η καρβαμαζεπίνη και το βαλπροϊκό νάτριο έχουν σημαντική χρήση στη θεραπεία της διπολικής διαταραχής.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
route_of_elimination will be translated to
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η φαινοβαρβιτάλη, το μακροβιότερο βαρβιτουρικό, χρησιμοποιείται για τις αντισπασμωδικές και κατασταλτικές-υπνωτικές ιδιότητές της στη διαχείριση όλων των επιληπτικών διαταραχών εκτός από τις κρίσεις απουσίας (petit mal).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η φαινοβαρβιτάλη δρα στους υποδοχείς GABAA, αυξάνοντας τη συναπτική αναστολή. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του επιληπτικού κατωφλίου και τη μείωση της εξάπλωσης της επιληπτικής δραστηριότητας από μια εστία επιληψίας. Η φαινοβαρβιτάλη μπορεί επίσης να αναστείλει τους διαύλους ασβεστίου, οδηγώντας σε μείωση της απελευθέρωσης διεγερτικών νευροδιαβιβαστών. Τα κατασταλτικά-υπνωτικά αποτελέσματα της φαινοβαρβιτάλης πιθανότατα οφείλονται στην επίδρασή της στον πολυσυναπτικό μεσεγκεφαλικό δικτυωτό σχηματισμό, ο οποίος ελέγχει την εγρήγορση του ΚΝΣ.
/Η φαινοβαρβιτάλη/ παράγει αντισπασμωδικά αποτελέσματα σε υποϋπνωτικές δόσεις. Το φάρμακο μειώνει τις συγκεντρώσεις χολερυθρίνης στον ορό σε νεογνά και ασθενείς με συγγενή μη αιμολυτική ασυνεζευγμένη υπερχολερυθριναιμία και ασθενείς με χρόνια ενδοηπατική χολόσταση, πιθανώς μέσω της επαγωγής της γλυκουρονυλτρανσφεράσης, του ενζύμου που συζεύγνει τη χολερυθρίνη.
Ο ακριβής μηχανισμός(οι) με τον(ους) οποίο(ους) τα βαρβιτουρικά ασκούν την επίδρασή τους στο ΚΝΣ, δεν έχει πλήρως διευκρινιστεί. Ωστόσο, πιστεύεται ότι τέτοιες επιδράσεις σχετίζονται, τουλάχιστον εν μέρει, με την ικανότητα των φαρμάκων να ενισχύουν τη δραστηριότητα της γάμμα-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), του κύριου ανασταλτικού νευροδιαβιβαστή στο ΚΝΣ, αλλοιώνοντας τις ανασταλτικές συναπτικές μεταβιβάσεις που διαμεσολαβούνται από τους υποδοχείς GABAA. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Αν και τα φάρμακα δρουν σε ολόκληρο το ΚΝΣ, ένα σημείο ιδιαίτερης ευαισθησίας είναι ο πολυσυναπτικός μεσεγκεφαλικός δικτυωτός σχηματισμός, ο οποίος σχετίζεται με τον μηχανισμό εγρήγορσης. Τα βαρβιτουρικά προκαλούν ανισορροπία στους κεντρικούς ανασταλτικούς και διευκολυντικούς μηχανισμούς που επηρεάζουν τον εγκεφαλικό φλοιό και τον δικτυωτό σχηματισμό. Η σημασία της επίδρασης των βαρβιτουρικών στους νευροδιαβιβαστές είναι ασαφής. Φαίνεται ότι τα φάρμακα μειώνουν την διεγερσιμότητα τόσο των προσυναπτικών όσο και των μετασυναπτικών μεμβρανών. Δεν έχει προσδιοριστεί ποια από τις διάφορες δράσεις των βαρβιτουρικών σε κυτταρικό και συναπτικό επίπεδο είναι υπεύθυνη για τα κατασταλτικά και υπνωτικά τους αποτελέσματα. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Σχετικά χαμηλές δόσεις των βαρβιτουρικών καταστέλλουν τον αισθητικό φλοιό, μειώνουν την κινητική δραστηριότητα και προκαλούν καταστολή και υπνηλία. Σε ορισμένους ασθενείς, ωστόσο, η υπνηλία μπορεί να προηγείται από μια περίοδο παροδικής ευφορίας, σύγχυσης, έκστασης ή διέγερσης, ειδικά μετά από υποϋπνωτικές δόσεις απροβαρβιτάλης, πεντοβαρβιτάλης ή σεκοβαρβιτάλης. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Για περισσότερα δεδομένα Μηχανισμού Δράσης (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (12 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Απορροφάται σε διάφορους βαθμούς μετά από από του στόματος, ορθική ή παρεντερική χορήγηση. Τα άλατα απορροφώνται ταχύτερα από τα οξέα. Ο ρυθμός απορρόφησης αυξάνεται εάν το άλας νατρίου ληφθεί ως αραιό διάλυμα ή σε κενό στομάχι.
Περίπου 70-90% μιας από του στόματος δόσης φαινοβαρβιτάλης απορροφάται βραδέως από τον γαστρεντερικό σωλήνα. Μετά από ορθική χορήγηση νατριούχου φαινοβαρβιτάλης, το φάρμακο απορροφάται εύκολα από το παχύ έντερο. Μετά από από του στόματος χορήγηση φαινοβαρβιτάλης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο αίμα επιτυγχάνονται σε 8-12 ώρες και οι μέγιστες συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο σε 10-15 ώρες. … Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως νατριούχος φαινοβαρβιτάλη, η έναρξη δράσης συνήθως εμφανίζεται εντός 5 λεπτών και τα μέγιστα αποτελέσματα επιτυγχάνονται εντός 30 λεπτών. Η ενδομυϊκή ή υποδόρια χορήγηση νατριούχου φαινοβαρβιτάλης οδηγεί σε ελαφρώς βραδύτερη έναρξη δράσης. Η διάρκεια δράσης της παρεντερικώς χορηγούμενης νατριούχου φαινοβαρβιτάλης είναι συνήθως 4-6 ώρες.
Τα βαρβιτουρικά απορροφώνται σε διάφορους βαθμούς μετά από από του στόματος, ορθική ή ενδομυϊκή χορήγηση. Τα άλατα νατρίου απορροφώνται ταχύτερα από όλες τις οδούς χορήγησης από τα οξέα. Ο ρυθμός απορρόφησης από το στόμα αυξάνεται όταν το άλας νατρίου λαμβάνεται ως αραιό διάλυμα ή σε κενό στομάχι. Το αλκοόλ ενισχύει επίσης τον ρυθμό απορρόφησης, πιθανώς αυξάνοντας τη ροή του αίματος μέσω του γαστρικού βλεννογόνου. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Μετά από από του στόματος ή ορθική χορήγηση, η έναρξη δράσης κυμαίνεται από 10-30 λεπτά για αμοβαρβιτάλη, απροβαρβιτάλη, βουταβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και σεκοβαρβιτάλη και από 20-60 λεπτά για μεθαρβιτάλη, μεφοβαρβιτάλη και φαινοβαρβιτάλη. Η ενδομυϊκή χορήγηση οδηγεί σε ελαφρώς ταχύτερη έναρξη δράσης. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση των αλάτων νατρίου αμοβαρβιτάλης, πεντοβαρβιτάλης, φαινοβαρβιτάλης ή σεκοβαρβιτάλης, η έναρξη δράσης κυμαίνεται από σχεδόν άμεση για μεθοεξιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και θειοπεντάλη έως 5 λεπτά για φαινοβαρβιτάλη. Τα μέγιστα αποτελέσματα θειοπεντάλης ή πεντοβαρβιτάλης επιτυγχάνονται εντός περίπου 1 λεπτού, ενώ μπορεί να χρειαστούν έως και 30 λεπτά με τη χορήγηση φαινοβαρβιτάλης. /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Η διάρκεια των κατασταλτικών επιδράσεων όλων των βαρβιτουρικών είναι συνήθως 3-6 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και 6-8 ώρες όταν τα φάρμακα χορηγούνται με άλλες οδούς. Φαίνεται να υπάρχει πολύ μικρή διαφορά στη διάρκεια της υπνωτικής δράσης μεταξύ των βαρβιτουρικών που χρησιμοποιούνται από του στόματος ως υπνωτικά. Επομένως, οι περισσότεροι ειδικοί πιστεύουν πλέον ότι τα βαρβιτουρικά πρέπει να ταξινομούνται σύμφωνα με την προοριζόμενη φαρμακολογική τους δράση (δηλαδή, κατασταλτικά-υπνωτικά βαρβιτουρικά και αναισθητικά βαρβιτουρικά [μεθοεξιτάλη, θιαμυλάλη (δεν είναι πλέον εμπορικά διαθέσιμη στις ΗΠΑ), θειοπεντάλη]), αντί για μακράς δράσης (μεφοβαρβιτάλη, μεθαρβιτάλη και φαινοβαρβιτάλη), ενδιάμεσης δράσης (αμοβαρβιτάλη και βουταβαρβιτάλη), βραχείας δράσης (απροβαρβιτάλη, πεντοβαρβιτάλη και σεκοβαρβιτάλη) και υπερβραχείας δράσης (μεθοεξιτάλη, θειοπεντάλη). /Γενική Δήλωση για τα Βαρβιτουρικά/
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (15 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Συνολική Πρωτεϊνική Δέσμευση
20-45%
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Ηπατικός (κυρίως μέσω CYP2C19).
Η φαινοβαρβιτάλη υδροξυλιώνεται από το ήπαρ για να σχηματίσει p-υδροξυφαινοβαρβιτάλη, έναν ανενεργό μεταβολίτη. Η φαινοβαρβιτάλη είναι ισχυρός επαγωγέας των ενζύμων που εμπλέκονται στο μεταβολισμό άλλων φαρμάκων, αλλά δεν υπάρχουν οριστικά στοιχεία ότι η φαινοβαρβιτάλη επιταχύνει τον δικό της μεταβολισμό.
Οι ανενεργοί μεταβολίτες των βαρβιτουρικών απεκκρίνονται ως συζεύγματα γλυκουρονικού οξέος.
Η βιομεταμόρφωση συμβαίνει κυρίως μέσω του συστήματος των ηπατικών μικροσωμικών ενζύμων. /Βαρβιτουρικά/
Οι μεταβολίτες της νατριούχου φαινοβαρβιτάλης που παράγονται σε αρουραίους και ινδικά χοιρίδια είναι 5-(3,4-διυδροξυ-1,5-κυκλοεξαδιεν-1-υλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ· 5-(1-υδροξυαιθυλ)-5-φαινυλβαρβιτουρικό οξύ· 5-(3,4-διυδροξυφαινυλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ· και 5-(4-υδροξυφαινυλ)-5-αιθυλβαρβιτουρικό οξύ …
Για περισσότερα δεδομένα Μεταβολισμού/Μεταβολιτών (Πλήρη) για τη Φαινοβαρβιτάλη (6 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του HSDB record.
Η φαινοβαρβιτάλη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την p-Υδροξυφαινοβαρβιτάλη.
Η φαινοβαρβιτάλη είναι γνωστός ανθρώπινος μεταβολίτης της (s)-μεφοβαρβιτάλης.
Ηπατικός (κυρίως μέσω CYP2C19).
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημιζωής
53 έως 118 ώρες (μέσος όρος 79 ώρες).
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα για τη φαινοβαρβιτάλη σε ενήλικες κυμαίνεται μεταξύ 53 και 118 ωρών με μέσο όρο 79 ώρες.
Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα για τη φαινοβαρβιτάλη σε παιδιά και νεογνά (λιγότερο από 48 ωρών) κυμαίνεται μεταξύ 60 έως 180 ωρών με μέσο όρο 110 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή άγχος.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους διεγερτικούς υποδοχείς αμινοξέων, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των αγωνιστών.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID. Οι υποδοχείς GABA-A (RECEPTORS, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την πρόληψη επιληπτικών κρίσεων ή τη μείωση της σοβαρότητάς τους.
Φάρμακα που προκαλούν υπνηλία ή ύπνο ή μειώνουν την ψυχολογική διέγερση ή άγχος.
Φάρμακα που δεσμεύονται αλλά δεν ενεργοποιούν τους διεγερτικούς υποδοχείς αμινοξέων, αποκλείοντας έτσι τις δράσεις των αγωνιστών.
Ουσίες που δεν δρουν ως αγωνιστές ή ανταγωνιστές, αλλά επηρεάζουν το σύμπλεγμα υποδοχέα-ιοντοφόρου GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID. Οι υποδοχείς GABA-A (RECEPTORS, GABA-A) φαίνεται να έχουν τουλάχιστον τρεις αλλοστερικές θέσεις στις οποίες δρουν ρυθμιστές: μια θέση στην οποία οι ΒΕΝΖΟΔΙΑΖΕΠΙΝΕΣ δρουν αυξάνοντας τη συχνότητα ανοίγματος των διαύλων χλωρίου που ενεργοποιούνται από το GAMMA-AMINOBUTYRIC ACID· μια θέση στην οποία οι ΒΑΡΒΙΤΟΥΡΙΚΑ δρουν παρατείνοντας τη διάρκεια ανοίγματος του διαύλου· και μια θέση στην οποία ορισμένα στεροειδή μπορεί να δρουν. Τα ΓΕΝΙΚΑ ΑΝΑΙΣΘΗΤΙΚΑ πιθανώς δρουν τουλάχιστον εν μέρει ενισχύοντας τις GABAεργικές αποκρίσεις, αλλά δεν περιλαμβάνονται εδώ.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP2B6.
Φάρμακα και ενώσεις που επάγουν τη σύνθεση του CYTOCHROME P-450 CYP3A.
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Α3 N03AA02Ενήλικες — Εστιακές κρίσεις: 2η & πλέον πρόσθετη αγωγή
- Μη ανταπόκριση σε συνδυασμό ≥ 2 αντιεπιληπτικών
Δοσολογία: Τιτλοποίηση · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Β N03AA02Ενήλικες — Γενικευμένες τονικο-κλονικές κρίσεις
- Πρωτοπαθώς γενικευμένες ή αμφοτερόπλευρης έναρξης τονικο-κλονικές κρίσεις
Δοσολογία: Μονοθεραπεία · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Γ N03AA02Ενήλικες — Αφαιρέσεις / Αφαιρετικά σύνδρομα
- Γενικευμένη επιληψία τύπου αφαιρέσεων
Δοσολογία: Πρόσθετη αγωγή · Συνεχής -
ΒΗΜΑ Π N03AA02Παιδιά < 16 ετών
- Εστιακή ή γενικευμένη επιληψία σε παιδιά < 16 ετών
- Καλοήθη σύνδρομα (Παναγιωτόπουλος, κεντρο-κροταφικές αιχμές), West, Lennox-Gastaut, Dravet, νεογνά
Δοσολογία: Phenobarbital, Levetiracetam, Phenytoin, Clonazepam, Topiramate · —