ROSUVASTATIN
Ροσουβαστατίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA07.
Curated · Επιμελημένο Δεν προέρχεται από το SPC (ΠΧΠ). πηγή (curated): ACC/AHA 2018 Cholesterol Guideline (Grundy et al., Circulation 2019), Table — Intensity of statin therapy· ESC/EAS 2019 Dyslipidaemia Guidelines. Λιποφιλία: Schachter, Fundam Clin Pharmacol 2005.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
E78 Διαταραχές του μεταβολισμού των λιποπρωτεϊνών και άλλες δυσλιπιδαιμίες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Μικτή δυσλιπιδαιμία · Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία · Πρωτοπαθής υπερχοληστερολαιμία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος ROSUVADOR
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από στόματος
- Χορήγηση: οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 5 mg ή 10 mg
- Τιτλοποίηση: Ρύθμιση της δόσης στο επόμενο δοσολογικό επίπεδο μπορεί να γίνει μετά από 4 εβδομάδες, εάν είναι απαραίτητο. Τιτλοποίηση στη δόση των 30 mg ή στη μέγιστη δόση των 40 mg πρέπει να εξετάζεται μόνο σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου (ιδιαίτερα σε ασθενείς με οικογενή υπερχοληστερολαιμία), οι οποίοι δεν επιτυγχάνουν το θεραπευτικό τους στόχο με 20 mg, και στους οποίους πρέπει να διενεργείται τακτική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες (Θεραπεία της υπερχοληστερολαιμίας)Δόση5 mg ή 10 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση40 mgΗ δόση πρέπει να εξατομικεύεται. Τιτλοποίηση στη δόση 30 mg ή 40 mg εξετάζεται μόνο σε ασθενείς με σοβαρή υπερχοληστερολαιμία υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου που δεν επιτυγχάνουν το στόχο με 20 mg, με τακτική παρακολούθηση.
-
Ενήλικες (Πρόληψη καρδιαγγειακών συμβαμάτων)Δόση20 mg ημερησίως
-
Παιδιά και έφηβοι 6-9 ετών (Ετερόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία)Δόση5-10 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση10 mgΔόση έναρξης 5 mg ημερησίως. Η τιτλοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την εξατομικευμένη απόκριση και την ανοχή. Τα δισκία 30 mg και 40 mg δεν είναι κατάλληλα.
-
Παιδιά και έφηβοι 10-17 ετών (Ετερόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία)Δόση5-20 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση20 mgΔόση έναρξης 5 mg ημερησίως. Η τιτλοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την εξατομικευμένη απόκριση και την ανοχή. Τα δισκία 30 mg και 40 mg δεν είναι κατάλληλα.
-
Παιδιά και έφηβοι 6-17 ετών (Ομόζυγη οικογενής υπερχοληστερολαιμία)Δόση5-10 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση20 mgΔόση έναρξης 5-10 mg ανάλογα με ηλικία, σωματικό βάρος, προηγούμενη χρήση στατινών. Η τιτλοποίηση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με την εξατομικευμένη απόκριση και την ανοχή. Περιορισμένη εμπειρία με δόσεις εκτός 20 mg. Τα δισκία 30 mg και 40 mg δεν είναι κατάλληλα.
-
Παιδιά μικρότερα των 6 ετώνΔεν συνιστάται.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (> 70 ετών)Δόση5 mgΣυνιστάται δόση έναρξης 5 mg. Δεν απαιτείται άλλη ρύθμιση της δόσης σε σχέση με την ηλικία.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΉπια έως μετρίου βαθμού: Δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης. Μετρίου βαθμού (κάθαρση κρεατινίνης < 60 ml/min): Συνιστώμενη δόση έναρξης 5 mg. Οι δόσεις των 30 mg και 40 mg αντενδείκνυνται. Σοβαρή: Αντενδείκνυται για όλες τις δόσεις.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαChild-Pugh ≤ 7: Δεν απαιτείται αύξηση της συστηματικής έκθεσης. Child-Pugh 8 και 9: Αυξημένη συστηματική έκθεση, πρέπει να εξετάζεται ο έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας. Child-Pugh > 9: Δεν υπάρχει εμπειρία. Ενεργός ηπατική νόσος: Αντενδείκνυται.
-
Ασθενείς Ασιατικής καταγωγήςΔόση5 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης 5 mg λόγω αυξημένης συστηματικής έκθεσης. Οι δόσεις των 30 mg και 40 mg αντενδείκνυνται.
-
Ασθενείς με γενετικούς πολυμορφισμούςΣυνιστάται χαμηλότερη ημερήσια δόση ροσουβαστατίνης.
-
Ασθενείς με παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθειαΔόση5 mgΣυνιστώμενη δόση έναρξης 5 mg. Οι δόσεις των 30 mg και 40 mg αντενδείκνυνται σε ορισμένους από αυτούς τους ασθενείς.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ενεργός ηπατική νόσοςΠληθυσμόςασθενείς με ανεξήγητες, επιμένουσες αυξήσεις των τρανσαμινασών του ορού και οποιαδήποτε αύξηση των τρανσαμινασών του ορού που υπερβαίνει κατά 3 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς με κάθαρση κρεατινίνης < 30 mL/min
-
Μυοπάθεια
-
Ταυτόχρονη λήψη σοφοσμπουβίρης/βελπατασβίρης/βοξιλαπρεβίρης
-
Ταυτόχρονη λήψη κυκλοσπορίνης
-
Κύηση και γαλουχία
-
Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα αντισύλληψης
-
Παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθεια/ραβδομυόλυσηΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν δόσεις 30 mg και 40 mg. Συμπεριλαμβάνονται: μετρίου βαθμού νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 60 mL/min), υποθυρεοειδισμός, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών.
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Νεφρική λειτουργίαΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με δόσεις 30 mg ή 40 mgΗ αξιολόγηση της νεφρικής λειτουργίας πρέπει να εξετάζεται κατά την τακτική παρακολούθηση.
-
Επιδράσεις στους σκελετικούς μύες (συνδυασμός με εζετιμίμπη)προσοχήΑπαιτείται προσοχή με τη συνδυασμένη χρήση εζετιμίμπης και αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης.
-
Μέτρηση της κινάσης της κρεατίνης (CK) πριν τη θεραπείαΗ CK δεν πρέπει να μετράται μετά από εντατική άσκηση ή όταν συνυπάρχει εύλογη εναλλακτική αιτία αύξησης της CK. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (>5 φορές τα ανώτερα φυσιολογικά όρια) πρέπει να διενεργηθεί επιβεβαιωτικός έλεγχος εντός 5-7 ημερών. Εάν ο επαναληπτικός έλεγχος επιβεβαιώσει τιμή της CK κατά την έναρξη >5 φορές τα ανώτερα φυσιολογικά όρια, δεν πρέπει να ξεκινά θεραπεία.
-
Παράγοντες προδιάθεσης για μυοπάθεια/ραβδομυόλυσηπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, υποθυρεοειδισμό, ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό κληρονομικών μυϊκών διαταραχών, προηγούμενο ιστορικό μυϊκής τοξικότητας με άλλο αναστολέα της HMG-CoA αναγωγάσης ή φιβράτη, κατάχρηση οινοπνευματωδών, ηλικία > 70 ετών, καταστάσεις με αύξηση επιπέδων στο πλάσμα, ταυτόχρονη χρήση φιβρατών.Το Rosuvador πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή. Εάν τα επίπεδα CK είναι σημαντικά αυξημένα κατά την έναρξη (>5 φορές τα ανώτερα φυσιολογικά όρια), η θεραπεία δεν πρέπει να ξεκινά.
-
Μυϊκά συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείαςΠληθυσμόςασθενείςΠρέπει να αναφέρουν αμέσως ανεξήγητο μυϊκό πόνο, αδυναμία ή κράμπες. Πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της CK. Εάν τα επίπεδα της CK είναι σημαντικώς αυξημένα (>5 φορές τα ανώτερα φυσιολογικά όρια) ή τα μυϊκά συμπτώματα είναι σοβαρά, η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται. Εάν τα συμπτώματα υποχωρήσουν και τα επίπεδα CK επανέλθουν στις φυσιολογικές τιμές, μπορεί να εξετασθεί επαναχορήγηση ή χορήγηση εναλλακτικού αναστολέα HMG-CoA αναγωγάσης υπό στενή παρακολούθηση.
-
Συνδυασμός με γεμφιβροζίληαντένδειξηΟ συνδυασμός Rosuvador και γεμφιβροζίλης δεν συνιστάται.
-
Συνδυασμός με φιβράτες ή νιασίνηπροσοχήΤο όφελος από τη συνδυασμένη χρήση πρέπει να σταθμίζεται με προσοχή έναντι του δυνητικού κινδύνου.
-
Ταυτόχρονη χρήση φιβράτης με δόσεις 30 mg και 40 mgαντένδειξηΟι δόσεις των 30 mg και των 40 mg αντενδείκνυνται με ταυτόχρονη χρήση φιβράτης.
-
Συνδυασμός με φουσιδικό οξύαντένδειξηΤο Rosuvador δεν πρέπει να συγχορηγείται με συστηματικές μορφές φουσιδικού οξέος ή για διάστημα 7 ημερών από τη διακοπή του. Εάν η χρήση φουσιδικού οξέος είναι απαραίτητη, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται για όλη τη διάρκεια. Να συνιστάται στους ασθενείς να αναζητούν άμεσα ιατρική συμβουλή για μυϊκή αδυναμία, πόνο ή ευαισθησία. Η θεραπεία με στατίνη μπορεί να επανεισαχθεί επτά ημέρες μετά την τελευταία δόση φουσιδικού οξέος. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, η συγχορήγηση πρέπει να εξετάζεται κατά περίπτωση και υπό στενή ιατρική επίβλεψη.
-
Οξεία, σοβαρή κατάσταση που υποδηλώνει μυοπάθειααντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με οξεία, σοβαρή κατάσταση που υποδηλώνει μυοπάθεια ή που προδιαθέτει για ανάπτυξη νεφρικής ανεπάρκειας, ως επακόλουθο ραβδομυόλυσης (π.χ. σήψη, υπόταση, μείζονα χειρουργική επέμβαση, τραύμα, σοβαρές μεταβολικές, ενδοκρινικές και ηλεκτρολυτικές διαταραχές, ή μη ελεγχόμενοι σπασμοί)Το Rosuvador δεν πρέπει να χορηγείται.
-
Επιδράσεις στο ήπαρπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που καταναλώνουν υπερβολικές ποσότητες οινοπνευματωδών και/ή έχουν ιστορικό ηπατικής νόσουΤο Rosuvador πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αυξημένες ηπατικές τρανσαμινάσεςΕάν το επίπεδο των τρανσαμινασών του ορού είναι μεγαλύτερο από 3 φορές το ανώτερο φυσιολογικό όριο, η χορήγηση του Rosuvador πρέπει να διακόπτεται ή η δόση να μειώνεται.
-
Δευτεροπαθής υπερχοληστερολαιμίαΠληθυσμόςασθενείς με δευτεροπαθή υπερχοληστερολαιμία που οφείλεται σε υποθυρεοειδισμό ή νεφρωσικό σύνδρομοΗ υποκείμενη νόσος πρέπει να αντιμετωπιστεί πριν την έναρξη της θεραπείας με Rosuvador.
-
ΦυλήΠληθυσμόςΑσιάτεςΜελέτες φαρμακοκινητικής δείχνουν αύξηση της έκθεσης σε Ασιάτες σε σύγκριση με Καυκάσιους.
-
Αναστολείς πρωτεασώνπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με HIV που λαμβάνουν αναστολείς πρωτεασώνΗ συγχορήγηση με αναστολείς πρωτεασών δεν συνιστάται εκτός εάν ρυθμιστεί η δόση της ροσουβαστατίνης. Πρέπει να εξετάζεται το όφελος της μείωσης των λιπιδίων και το ενδεχόμενο αυξημένων συγκεντρώσεων ροσουβαστατίνης.
-
Διάμεση πνευμονοπάθειαΕάν υπάρχει υποψία διάμεσης πνευμονοπάθειας, η θεραπεία με στατίνη πρέπει να διακόπτεται.
-
Σακχαρώδης διαβήτηςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που βρίσκονται σε κίνδυνο (γλυκόζη σε κατάσταση νηστείας 5,6 έως 6,9 mmol/L, ΔΜΣ > 30 kg/m2, αυξημένα τριγλυκερίδια, υπέρταση)Πρέπει να παρακολουθούνται τόσο κλινικά όσο και βιοχημικά σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές.
-
Δυσανεξία στη λακτόζηαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης - γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 7.4-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
αντένδειξηΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 7.1-φορέςΣύστασηΗ ροσουβαστατίνη αντενδείκνυται. Η ταυτόχρονη χορήγηση δεν επηρεάζει τα επίπεδα κυκλοσπορίνης.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 5.2-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 3.8-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 3.1-φορές και στην Cmax περίπου 7-φορέςΣύστασηΠροσεκτική εξέταση της ρύθμισης της δόσης της ροσουβαστατίνης. Η μέγιστη ημερήσια δόση της ροσουβαστατίνης πρέπει να ρυθμίζεται ώστε η έκθεση να μην υπερβαίνει αυτή των 40 mg χωρίς αλληλεπίδραση (π.χ. 10 mg ροσουβαστατίνης).
-
ΒελπατασβίρηπροσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2.7-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2.6-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2.3-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
Γκλεκαπρεβίρη/πιμπρεντασβίρηπροσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2.2-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
Λοπιναβίρη, ριτοναβίρηπροσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2.1-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 2-φορέςΣύστασηΡύθμιση της δόσης της ροσουβαστατίνης
-
προσοχήΔιπλάσια αύξηση στη Cmax και στην AUC της ροσουβαστατίνης. Αυξάνει τον κίνδυνο μυοπάθειας.ΣύστασηΟι δόσεις 30 mg και 40 mg αντενδείκνυνται. Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν με δόση 5 mg. Η μέγιστη ημερήσια δόση της ροσουβαστατίνης πρέπει να ρυθμίζεται ώστε η έκθεση να μην υπερβαίνει αυτή των 40 mg χωρίς αλληλεπίδραση (π.χ. 20 mg ροσουβαστατίνης).
-
προσοχήΑυξάνουν τον κίνδυνο μυοπάθειας.ΣύστασηΟι δόσεις 30 mg και 40 mg αντενδείκνυνται με ταυτόχρονη χρήση φιβράτης. Οι ασθενείς πρέπει να ξεκινούν με δόση 5 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.9-φορέςΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.6-φορέςΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.5-φορέςΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.4-φορέςΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.4-φορέςΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
προσοχήΑύξηση στην AUC της ροσουβαστατίνης 1.2-φορές. Φαρμακοδυναμική αλληλεπίδραση δεν μπορεί να αποκλειστεί.ΣύστασηΔεν χρειάζεται μείωση της δόσης έναρξης, αλλά προσοχή αν η δόση της ροσουβαστατίνης αυξάνεται πάνω από 20 mg.
-
Αντιόξινα (υδροξείδιο του αργιλίου και του μαγνησίου)προσοχήΜείωση της συγκέντρωσης της ροσουβαστατίνης στο πλάσμα κατά περίπου 50%.ΣύστασηΗ επίδραση μετριάζεται όταν το αντιόξινο χορηγείται 2 ώρες μετά το Rosuvador.
-
παρακολούθησηΜείωση κατά 20% στην AUC και κατά 30% στη Cmax της ροσουβαστατίνης.
-
ΒαϊκαλίνηπαρακολούθησηΜείωση στην AUC της ροσουβαστατίνης κατά 47%.
-
προσοχήΑυξημένος κίνδυνος συσσώρευσης ροσουβαστατίνης, μείωση νεφρικής λειτουργίας, αυξημένο CPK, ραβδομυόλυση.
-
Ανταγωνιστές της βιταμίνης Κ (π.χ. βαρφαρίνη, κουμαρινικά αντιπηκτικά)παρακολούθησηΑύξηση στις τιμές της INR.ΣύστασηΣυνιστάται κατάλληλη παρακολούθηση των τιμών της INR.
-
Από στόματος αντισυλληπτικάπροσοχήΑύξηση στην AUC της αιθυνυλοιστραδιόλης κατά 26% και της νοργεστρέλης κατά 34%.ΣύστασηΠρέπει να λαμβάνονται υπόψη αυτά τα αυξημένα επίπεδα στο πλάσμα κατά την επιλογή των δόσεων.
-
Θεραπεία ορμονικής υποκατάστασηςπροσοχήΠαρόμοια επίδραση με τα από στόματος αντισυλληπτικά δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
Φουσιδικό οξύ (συστηματική οδός)αντένδειξηΑυξημένος κίνδυνος μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΗ θεραπεία με ροσουβαστατίνη πρέπει να διακόπτεται για όλη την περίοδο της θεραπείας με φουσιδικό οξύ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Αντιδράσεις υπερευαισθησίας
- Αγγειοοίδημα
- Αντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)
- Σύνδρομο προσομοιάζον με λύκο
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Κατάθλιψη
- Αϋπνία
- Εφιάλτες
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Πολυνευροπάθεια
- Απώλεια μνήμης
- Περιφερική νευροπάθεια
- Μυασθένεια Gravis
- Μυασθένεια των οφθαλμών
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Δυσκοιλιότητα
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Παγκρεατίτιδα
- Αυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασών
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Κνησμός
- Εξάνθημα
- Κνίδωση
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Μυαλγία
- Μυοπάθεια
- Μυοσίτιδα
- Ραβδομυόλυση
- Ρήξη μυός
- Ανοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθεια
- Διαταραχές τένοντα, μερικές φορές με ρήξη ως επιπλοκή
- Αιματουρία
- Γυναικομαστία
- Σεξουαλική δυσλειτουργία
- Εξασθένιση
- Οίδημα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑντιδράσεις υπερευαισθησίαςΑνοσοποιητικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών τρανσαμινασώνΉπαρ
-
ΣπάνιεςΜυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΜυοσίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΡαβδομυόλυσηΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΊκτεροςΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια μνήμηςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΓυναικομαστίαΑναπαραγωγικό
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΠολυνευροπάθειαΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΡήξη μυόςΜυοσκελετικό
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο προσομοιάζον με λύκοΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑνοσολογικά διαμεσολαβούμενη νεκρωτική μυοπάθειαΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑντίδραση στο φάρμακο με ηωσινοφιλία και συστηματικά συμπτώματα (DRESS)Ανοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιάμεση πνευμονοπάθειαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές τένοντα, μερικές φορές με ρήξη ως επιπλοκήΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Μη γνωστέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΕφιάλτεςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια GravisΝευρικό
-
Μη γνωστέςΜυασθένεια των οφθαλμώνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΟίδημαΓενικές
-
Μη γνωστέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣεξουαλική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Rosuvador αντενδείκνυται στην κύηση.Γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία πρέπει να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά μέτρα αντισύλληψης. Ο δυνητικός κίνδυνος από την αναστολή της HMG-CoA αναγωγάσης υπερισχύει του οφέλους της θεραπείας κατά την κύηση. Εάν μια ασθενής μείνει έγκυος, η θεραπεία πρέπει να διακοπεί αμέσως.
-
ΓαλουχίαΤο Rosuvador αντενδείκνυται στη γαλουχία.Η ροσουβαστατίνη απεκκρίνεται στο γάλα των αρουραίων. Δεν υπάρχουν δεδομένα σε σχέση με την απέκκριση στο ανθρώπινο γάλα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- διαταραχές ηπατικής λειτουργίας
- αυξημένα επίπεδα CK
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Τροποποιητικοί παράγοντες λιπιδίων, αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, κωδικός ATC: C10AA07.
Μηχανισμός δράσης
Η ροσουβαστατίνη είναι ένας εκλεκτικός και ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoΑ αναγωγάσης, η οποία αποτελεί το ένζυμο που περιορίζει το ρυθμό μετατροπής του 3-υδροξυ-3μεθυλγλουταρυλικού συνενζύμου Α σε μεβαλονικό οξύ, μια πρόδρομη ουσία της χοληστερόλης. Η κύρια περιοχή δράσης της ροσουβαστατίνης είναι το ήπαρ, το όργανο στόχος για τη μείωση της χοληστερόλης.
Η ροσουβαστατίνη αυξάνει τον αριθμό των ηπατικών LDL υποδοχέων στην επιφάνεια των κυττάρων, ενισχύοντας την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL και αναστέλλει την ηπατική σύνθεση της VLDL, μειώνοντας έτσι τον συνολικό αριθμό των σωματιδίων VLDL και LDL.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ροσουβαστατίνη μειώνει την αυξημένη LDL-χοληστερόλη, την ολική χοληστερόλη (Total-C) και τα τριγλυκερίδια και αυξάνει την HDL-χοληστερόλη. Επίσης μειώνει την απολιποπρωτεΐνη Β (ΑpoB), τη μη-HDL-C (nonHDL-C), τη VLDL-C, τη VLDL-TG και αυξάνει την Apo A-I. Η ροσουβαστατίνη επίσης μειώνει τις αναλογίες LDL-C/HDL-C, ολική C/HDL-C, nonHDL-C/HDL-C και ApoB/ApoA-I.
Απορρόφηση
Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 5 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 20%.
Κατανομή
Η ροσουβαστατίνη συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ που είναι η κύρια περιοχή σύνθεσης της χοληστερόλης και κάθαρσης της LDL-C. Ο όγκος κατανομής της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 134 L. Περίπου το 90% της ροσουβαστατίνης συνδέεται με τις πρωτεΐνες του πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη.
Βιομετασχηματισμός
Η ροσουβαστατίνη υπόκειται σε περιορισμένο μεταβολισμό (περίπου 10%). Μελέτες μεταβολισμού in vitro με χρήση ανθρώπινων ηπατοκυττάρων υποδηλώνουν ότι η ροσουβαστατίνη αποτελεί ασθενές υπόστρωμα του διαμεσολαβούμενου από το κυτόχρωμα P450 μεταβολισμού. Το CYP2C9 ήταν το κύριο ισοένζυμο που εμπλέκεται, ενώ τα 2C19, 3A4 και 2D6 εμπλέκονται σε μικρότερο βαθμό. Οι κύριοι μεταβολίτες που προσδιορίζονται είναι ο Ν-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης και οι λακτονικοί μεταβολίτες. Ο Ν-απομεθυλιωμένος μεταβολίτης είναι κατά περίπου 50% λιγότερο δραστικός από τη ροσουβαστατίνη, ενώ η λακτονική μορφή θεωρείται κλινικά ανενεργή. Ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% της ανασταλτικής δράσης επί της κυκλοφορούσας HMG CoA αναγωγάσης αποδίδεται στη ροσουβαστατίνη.
Αποβολή
Περίπου 90% της δόσης της ροσουβαστατίνης απεκκρίνεται αμετάβλητο στα κόπρανα (αποτελούμενο από απορροφημένη και μη απορροφημένη δραστική ουσία) και το υπόλοιπο ποσοστό απεκκρίνεται στα ούρα. Ποσοστό περίπου 5% απεκκρίνεται αμετάβλητο στα ούρα. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής της ροσουβαστατίνης από το πλάσμα είναι περίπου 19 ώρες. Η ημιπερίοδος ζωής της αποβολής δεν αυξάνεται σε υψηλότερες δόσεις. Η μέση γεωμετρική κάθαρση από το πλάσμα είναι περίπου 50 λίτρα/ώρα (συντελεστής μεταβλητότητας 21,7%). Όπως και με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, η πρόσληψη της ροσουβαστατίνης από το ήπαρ εμπλέκει τον μεμβρανικό μεταφορέα OATP-C. Ο μεταφορέας αυτός είναι σημαντικός για την ηπατική αποβολή της ροσουβαστατίνης.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η συστηματική έκθεση στη ροσουβαστατίνη αυξάνει αναλογικά με τη δόση. Δεν υπάρχουν μεταβολές στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους μετά από πολλαπλές ημερήσιες δόσεις.
Ειδικοί πληθυσμοί:
Ηλικία και φύλο Δεν υπήρξε κλινικά σημαντική επίδραση της ηλικίας ή του φύλου στη φαρμακοκινητική της ροσουβαστατίνης σε ενήλικες. Η έκθεση παιδιών και εφήβων με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία φαίνεται να είναι παρόμοια με ή χαμηλότερη από αυτή των ενήλικων ασθενών με δυσλιπιδαιμία (βλ. «Παιδιατρικός πληθυσμός» παρακάτω).
Φυλή Οι μελέτες φαρμακοκινητικής δείχνουν διπλάσια περίπου αύξηση στη διάμεση AUC και Cmax σε άτομα Ασιατικής καταγωγής (Ιάπωνες, Κινέζους, Φιλιππινέζους, Βιετναμέζους και Κορεάτες) σε σχέση με τους Καυκάσιους. Ασιάτες - Ινδοί παρουσιάζουν αύξηση κατά περίπου 1,3 φορές στη διάμεση AUC και Cmax. Μια πληθυσμιακή ανάλυση φαρμακοκινητικής δεν απεκάλυψε κλινικά σημαντικές διαφορές στα φαρμακοκινητικά δεδομένα μεταξύ Καυκάσιας και Μαύρης Φυλής.
Νεφρική δυσλειτουργία Σε μία μελέτη σε άτομα με διαφορετικής βαρύτητας νεφρική δυσλειτουργία, η ήπια έως μέτρια νεφρική νόσος δεν είχε καμία επίδραση στις συγκεντρώσεις της ροσουβαστατίνης ή του Ν-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη στο πλάσμα. Άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 mL/min) είχαν τριπλάσια αύξηση στη συγκέντρωση στο πλάσμα και εννιαπλάσια αύξηση στη συγκέντρωση του Ν-απομεθυλιωμένου μεταβολίτη σε σύγκριση με τους υγιείς εθελοντές. Οι συγκεντρώσεις της ροσουβαστατίνης στο πλάσμα σε σταθεροποιημένη κατάσταση σε ασθενείς που υπόκεινται σε αιμοδιάλυση ήταν περίπου 50% υψηλότερες σε σύγκριση με εκείνες των υγιών εθελοντών.
Ηπατική δυσλειτουργία Σε μία μελέτη σε άτομα με διαφορετικής βαρύτητας ηπατική δυσλειτουργία δεν υπήρξε ένδειξη αυξημένης έκθεσης στη ροσουβαστατίνη σε άτομα με βαθμολογία κατά Child-Pugh 7 ή μικρότερη. Ωστόσο, δύο άτομα με βαθμολογία κατά Child-Pugh 8 και 9 παρουσίασαν αύξηση στη συστηματική έκθεση τουλάχιστον διπλάσια σε σύγκριση με τα άτομα με χαμηλότερη βαθμολογία κατά Child-Pugh. Δεν υπάρχει εμπειρία σε άτομα με βαθμολογία κατά Child-Pugh άνω των 9.
Γενετικοί πολυμορφισμοί Η διάταξη των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης, περιλαμβάνει τις πρωτεΐνες μεταφορείς OATP1B1 και BCRP. Σε ασθενείς με SLCO1B1 (OATP1B1) και/ή ABCG2 (BCRP) γενετικούς πολυμορφισμούς υπάρχει κίνδυνος αυξημένης έκθεσης στη ροσουβαστατίνη. Ατομικοί πολυμορφισμοί των SLCO1B1 c.521CC και ABCG2 c.421AA σχετίζονται με υψηλότερη έκθεση στη ροσουβαστατίνη (AUC) σε σύγκριση με τους SLCO1B1 c.521TT ή ABCG2 c.421CC γονότυπους. Αυτός ο ειδικός γονότυπος δεν τεκμηριώνεται στην κλινική πρακτική, αλλά σε ασθενείς οι οποίοι είναι γνωστό ότι έχουν αυτούς τους τύπους πολυμορφισμών, συνιστάται χαμηλότερη ημερήσια δόση ροσουβαστατίνης.
Παιδιατρικός πληθυσμός Δύο μελέτες φαρμακοκινητικής με ροσουβαστατίνη (χορηγούμενη ως δισκία) σε παιδιατρικούς ασθενείς με ετερόζυγη οικογενή υπερχοληστερολαιμία, ηλικίας 10-17 ή 6-17 ετών (214 ασθενείς συνολικά) κατέδειξαν ότι η έκθεση παιδιατρικών ασθενών φαίνεται να είναι συγκρίσιμη ή χαμηλότερη από εκείνη των ενήλικων ασθενών. Η έκθεση στη ροσουβαστατίνη ήταν προβλέψιμη σχετικά με τη δόση και το χρόνο για περίοδο 2 ετών.
Απορρόφηση Οι μέγιστες συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται περίπου 5 ώρες μετά την από στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι περίπου 20%. ### Κατανομή Η ροσουβαστατίνη συγκεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο ήπαρ που είναι η…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Κρεατινική κινάση (CK)
· πριν την έναρξη της θεραπείας
Αυξημένα επίπεδα CK κατά την έναρξη
- Αμινοτρανσφεράσες (AST/ALT) · πριν την έναρξη της θεραπείας και στους 3 μήνες μετά την έναρξη της θεραπείας
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | τακτική παρακολούθηση | Λήψη θεραπείας με δόσεις 30 mg ή 40 mg |
| Κρεατινική κινάση (CK) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Ανεξήγητος μυϊκός πόνος, αδυναμία ή κράμπες |
| Γλυκόζη νηστείας | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές | Κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη |
| Τριγλυκερίδια | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές | Κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αρτηριακή πίεση | monitor_heartΑρτηριακή πίεση & ζωτικά σημεία | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές | Κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη |
| Δείκτης Μάζας Σώματος (ΔΜΣ) | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές | Κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη |
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | σύμφωνα με τις εθνικές κατευθυντήριες γραμμές | Κίνδυνος εμφάνισης διαβήτη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Η Ροζουβαστατίνη είναι ένας ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης. Η HMG-CoA αναγωγάση καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό, ένα πρώιμο βήμα καθορισμού του ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η Ροζουβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ. Οι μειωμένες συγκεντρώσεις χοληστερόλης στο ήπαρ διεγείρουν την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεΐνης χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η Ροζουβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση λιποπρωτεΐνης πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση της LDL και VLDL στο πλάσμα.
Μελέτες σε ζώα in vitro και in vivo δείχνουν επίσης ότι η ροζουβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις λιποδιαλυτικές της ιδιότητες. Η ροζουβαστατίνη ασκεί αντιφλεγμονώδη δράση στο ενδοθήλιο των μεσεντέριων μικροαγγείων αρουραίων, μετριάζοντας την προσκόλληση, την κύλιση και τη μετανάστευση των λευκοκυττάρων (PMID: 11375257). Το φάρμακο ρυθμίζει επίσης την έκφραση της συνθάσης του νιτρικού οξειδίου (NOS) και μειώνει τις ισχαιμικές-επαναγγειακές βλάβες στις καρδιές αρουραίων (PMID: 15914111). Η ροζουβαστατίνη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα του νιτρικού οξειδίου (PMID: 11375257, 12031849, 15914111) μέσω αύξησης της NOS (PMID: 12354446) και μέσω αύξησης της σταθερότητας της NOS μέσω μεταγραφικής πολυαδενυλίωσης (PMID: 17916773). Δεν είναι σαφές πώς η ροζουβαστατίνη προκαλεί αυτές τις δράσεις, αν και μπορεί να οφείλονται σε μειωμένες συγκεντρώσεις μεβαλλονικού οξέος.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η ροσουβαστατίνη είναι ένας συνθετικός, εναντιομερικώς καθαρός αντιλιπιδαιμικός παράγοντας. Χρησιμοποιείται για τη μείωση των συνολικών επιπέδων χοληστερόλης, της χοληστερόλης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL-C), της απολιποπρωτεΐνης Β (apoB), της χοληστερόλης μη-υψηλής πυκνότητας (non-HDL-C) και των τριγλυκεριδίων (TG) στο πλάσμα, ενώ παράλληλα αυξάνει τις συγκεντρώσεις της HDL-C. Υψηλές συγκεντρώσεις LDL-C, χαμηλές HDL-C και υψηλές TG στο πλάσμα σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκλήρωσης και καρδιαγγειακής νόσου. Η αναλογία της ολικής χοληστερόλης προς την HDL-C είναι ισχυρός προγνωστικός δείκτης στεφανιαίας νόσου και οι υψηλές αναλογίες συνδέονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης νόσου. Τα αυξημένα επίπεδα HDL-C συνδέονται με χαμηλότερο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μειώνοντας την LDL-C και τα TG και αυξάνοντας την HDL-C, η ροσουβαστατίνη μειώνει τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας.
Οστέινα Μυϊκά Αποτελέσματα
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις μυοπάθειας και ραβδομυόλυσης με οξεία νεφρική ανεπάρκεια δευτεροπαθώς σε μυοσφαιρινουρία με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης. Αυτοί οι κίνδυνοι μπορούν να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε επίπεδο δόσης, αλλά αυξάνονται στην υψηλότερη δόση (40 mg). Η ροσουβαστατίνη πρέπει να συνταγογραφείται με προσοχή σε ασθενείς με προδιαθεσικούς παράγοντες για μυοπάθεια (π.χ., ηλικία ≥ 65 ετών, ανεπαρκώς αντιμετωπιζόμενος υποθυρεοειδισμός, νεφρική δυσλειτουργία).
Ο κίνδυνος μυοπάθειας κατά τη διάρκεια της θεραπείας με ροσουβαστατίνη μπορεί να αυξηθεί με τη συγχορήγηση ορισμένων άλλων λιποδιαλυτικών θεραπειών (όπως [φινοφιμπράτη] ή [νιασίνη]), [γεμφιμπροζίλη], [κυκλοσπορίνη], [αταζαναβίρη]/[ριτοναβίρη], [λοπιναβίρης]/ριτοναβίρης ή [σιμεπρεβίρης].
Περιπτώσεις μυοπάθειας, συμπεριλαμβανομένης της ραβδομυόλυσης, έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης, που χορηγούνται ταυτόχρονα με [κοχικίνη], και επομένως πρέπει να ασκείται προσοχή κατά τη συνταγογράφηση αυτών των δύο φαρμάκων μαζί.
Δεδομένα πραγματικού κόσμου από μελέτες παρατήρησης έχουν δείξει ότι το 10-15% των ατόμων που λαμβάνουν στατίνες μπορεί να εμφανίσουν μυϊκούς πόνους σε κάποιο σημείο κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
Ανωμαλίες Ηπατικών Ενζύμων
Αυξήσεις στις τρανσαμινάσες του ορού έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένης της ροσουβαστατίνης. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αυξήσεις ήταν παροδικές και υποχώρησαν ή βελτιώθηκαν με συνεχιζόμενη θεραπεία ή μετά από σύντομη διακοπή της θεραπείας. Υπήρξαν δύο περιπτώσεις ίκτερου, για τις οποίες η σχέση με τη θεραπεία ροσουβαστατίνης δεν μπορούσε να προσδιοριστεί, οι οποίες υποχώρησαν μετά τη διακοπή της θεραπείας. Δεν υπήρξαν περιπτώσεις ηπατικής ανεπάρκειας ή μη αναστρέψιμης ηπατικής νόσου σε αυτές τις μελέτες.
Ενδοκρινικά Αποτελέσματα
Αυξήσεις στα επίπεδα HbA1c και της γλυκόζης ορού νηστείας έχουν αναφερθεί με αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης, συμπεριλαμβανομένων των δισκίων ροσουβαστατίνης ασβεστίου. Βάσει δεδομένων κλινικών μελετών με ροσουβαστατίνη, σε ορισμένες περιπτώσεις αυτές οι αυξήσεις μπορεί να υπερβαίνουν το όριο για τη διάγνωση του διαβήτη. Μια in vitro μελέτη διαπίστωσε ότι η [ατορβαστατίνη], η [πραβαστατίνη], η [ροσουβαστατίνη] και η [πιταβαστατίνη] εμφάνισαν δοσοεξαρτώμενη κυτταροτοξική δράση στα ανθρώπινα παγκρεατικά νησιδιακά β κύτταρα, με μείωση της βιωσιμότητας των κυττάρων κατά 32%, 41%, 34% και 29%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, οι ρυθμοί έκκρισης ινσουλίνης μειώθηκαν κατά 34%, 30%, 27% και 19%, αντίστοιχα, σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου.
Οι αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης παρεμβαίνουν στη σύνθεση της χοληστερόλης και μειώνουν τα επίπεδα χοληστερόλης και, ως εκ τούτου, ενδέχεται θεωρητικά να μειώνουν την παραγωγή στεροειδών ορμονών των επινεφριδίων ή των γονάδων. Η ροσουβαστατίνη δεν έδειξε καμία επίδραση στα μη διεγερμένα επίπεδα κορτιζόλης και καμία επίδραση στον θυρεοειδικό μεταβολισμό, όπως αξιολογήθηκε από τη συγκέντρωση TSH στο πλάσμα. Σε ασθενείς που έλαβαν ροσουβαστατίνη, δεν υπήρξε διαταραχή της επινεφριδιακής εφεδρείας και μείωση των συγκεντρώσεων κορτιζόλης στο πλάσμα. Κλινικές μελέτες με άλλους αναστολείς της HMG-CoA αναγωγάσης έχουν υποδείξει ότι αυτοί οι παράγοντες δεν μειώνουν τη συγκέντρωση τεστοστερόνης στο πλάσμα. Οι επιδράσεις των αναστολέων της HMG-CoA αναγωγάσης στη γονιμότητα των ανδρών δεν έχουν μελετηθεί. Οι επιδράσεις, αν υπάρχουν, στον άξονα υπόφυσης-γοναδίων σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες είναι άγνωστες.
Καρδιαγγειακά
Τα επίπεδα ουμπικινόνης δεν μετρήθηκαν σε κλινικές μελέτες ροσουβαστατίνης, ωστόσο παρατηρήθηκαν σημαντικές μειώσεις στα κυκλοφορούντα επίπεδα ουμπικινόνης σε ασθενείς που λάμβαναν άλλες στατίνες. Η κλινική σημασία μιας πιθανής μακροχρόνιας ανεπάρκειας ουμπικινόνης που προκαλείται από στατίνες δεν έχει καθοριστεί. Αναφέρεται ότι η μείωση των καρδιακών επιπέδων ουμπικινόνης μπορεί να οδηγήσει σε διαταραχή της καρδιακής λειτουργίας σε ασθενείς με οριακή καρδιακή ανεπάρκεια.
Λιποπρωτεΐνη Α
Σε ορισμένους ασθενείς, το ευεργετικό αποτέλεσμα της μειωμένης ολικής χοληστερόλης και των επιπέδων LDL-C μπορεί να αμβλύνεται εν μέρει από μια ταυτόχρονη αύξηση των συγκεντρώσεων της λιποπρωτεΐνης(α) [Lp(a)]. Η παρούσα γνώση υποδηλώνει τη σημασία των υψηλών επιπέδων Lp(a) ως αναδυόμενου παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Είναι, επομένως, επιθυμητό να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής σε ασθενείς υψηλού κινδύνου που λαμβάνουν θεραπεία με ροσουβαστατίνη. Περαιτέρω μελέτες έχουν δείξει ότι οι στατίνες επηρεάζουν τα επίπεδα Lp(a) διαφορετικά σε ασθενείς με δυσλιπιδαιμία ανάλογα με το φαινότυπο apo(a) τους· οι στατίνες αυξάνουν τα επίπεδα Lp(a) αποκλειστικά σε ασθενείς με φαινότυπο χαμηλού μοριακού βάρους apo(a).
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η ροσουβαστατίνη είναι μια στατίνη και ένας ανταγωνιστικός αναστολέας του ενζύμου HMG-CoA (3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο συνένζυμο Α) αναγωγάσης, το οποίο καταλύει τη μετατροπή της HMG-CoA σε μεβαλονικό οξύ, ένα πρώιμο βήμα περιορισμού του ρυθμού στη βιοσύνθεση της χοληστερόλης. Η ροσουβαστατίνη δρα κυρίως στο ήπαρ, όπου η μειωμένη ηπατική συγκέντρωση χοληστερόλης διεγείρει την αύξηση των ηπατικών υποδοχέων λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL), η οποία αυξάνει την πρόσληψη LDL από το ήπαρ. Η ροσουβαστατίνη αναστέλλει επίσης την ηπατική σύνθεση των λιποπρωτεϊνών πολύ χαμηλής πυκνότητας (VLDL). Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η μείωση της LDL και VLDL στο πλάσμα.
Μελέτες in vitro και in vivo σε ζώα δείχνουν επίσης ότι η ροσουβαστατίνη ασκεί αγγειοπροστατευτικές δράσεις ανεξάρτητα από τις ιδιότητές της που μειώνουν τα λιπίδια, γνωστές και ως πλειοτροπικές δράσεις των στατινών. Αυτό περιλαμβάνει βελτίωση της ενδοθηλιακής λειτουργίας, αυξημένη σταθερότητα αθηρωματικών πλακών, μειωμένο οξειδωτικό στρες και φλεγμονή, και αναστολή της θρομβωτικής απόκρισης.
Οι στατίνες έχουν επίσης βρεθεί να συνδέονται αλλοστερικά με το β2 ιντεγκρίνης σχετιζόμενο με τη λειτουργία αντιγόνο-1 (LFA-1), το οποίο παίζει σημαντικό ρόλο στη μετακίνηση των λευκοκυττάρων και στην ενεργοποίηση των Τ κυττάρων.
Η ροσουβαστατίνη ασκεί αντιφλεγμονώδη δράση στο ενδοθήλιο των μεσεντέριων μικροαγγείων αρουραίων, αμβλύνοντας την κύλιση, προσκόλληση και μετανάστευση των λευκοκυττάρων. Το φάρμακο επίσης ρυθμίζει την έκφραση του συνθετάση του νιτρικού οξειδίου (NOS) και μειώνει τις ισχαιμικές-επαναιματώσεις βλάβες στις καρδιές αρουραίων. Η ροσουβαστατίνη αυξάνει τη βιοδιαθεσιμότητα του νιτρικού οξειδίου μέσω της αύξησης της έκφρασης του NOS και της αύξησης της σταθερότητας του NOS μέσω μετα-μεταγραφικής πολυαδενυλίωσης. Δεν είναι σαφές πώς η ροσουβαστατίνη επιτυγχάνει αυτές τις δράσεις, αν και μπορεί να οφείλονται στη μείωση των συγκεντρώσεων μεβαλονικού οξέος.
Η Crestor είναι ένας εκλεκτικός και ανταγωνιστικός αναστολέας της HMG-CoA αναγωγάσης, του ενζύμου περιορισμού του ρυθμού που μετατρέπει το 3-υδροξυ-3-μεθυλογλουταρυλο συνένζυμο Α σε μεβαλονικό οξύ, πρόδρομο της χοληστερόλης. Μελέτες in vivo σε ζώα και μελέτες in vitro σε κυτταρικές καλλιέργειες ζώων και ανθρώπων έχουν δείξει ότι η ροσουβαστατίνη έχει υψηλή πρόσληψη και επιλεκτικότητα δράσης στο ήπαρ, το όργανο-στόχο για τη μείωση της χοληστερόλης. Σε μελέτες in vivo και in vitro, η ροσουβαστατίνη παράγει τα λιποτροποποιητικά της αποτελέσματα με δύο τρόπους. Πρώτον, αυξάνει τον αριθμό των ηπατικών υποδοχέων LDL στην επιφάνεια των κυττάρων για να αυξήσει την πρόσληψη και τον καταβολισμό της LDL. Δεύτερον, η ροσουβαστατίνη αναστέλλει την ηπατική σύνθεση της VLDL, η οποία μειώνει τον συνολικό αριθμό των σωματιδίων VLDL και LDL.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Σε μελέτη υγιών λευκών ανδρών εθελοντών, η απόλυτη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα της ροσουβαστατίνης ήταν περίπου 20%, ενώ η απορρόφηση εκτιμήθηκε στο 50%, κάτι που είναι συμβατό με σημαντικό μεταβολισμό πρώτης διόδου μετά από από του στόματος χορήγηση. Μια άλλη μελέτη σε υγιείς εθελοντές διαπίστωσε ότι η μέγιστη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) της ροσουβαστατίνης ήταν 6,06 ng/mL και επιτεύχθηκε σε διάμεσο χρόνο 5 ωρών μετά από από του στόματος χορήγηση. Τόσο η Cmax όσο και η AUC αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση. Ούτε η τροφή ούτε η βραδινή έναντι της πρωινής χορήγησης έδειξαν να επηρεάζουν την AUC της ροσουβαστατίνης. Πολλές στατίνες είναι γνωστό ότι αλληλεπιδρούν με τους ηπατικούς μεταφορείς πρόσληψης και έτσι επιτυγχάνουν υψηλές συγκεντρώσεις στον τόπο δράσης τους στο ήπαρ.
Η Πρωτεΐνη Αντίστασης στον Καρκίνο του Μαστού (BCRP) είναι μια μεμβρανική πρωτεΐνη που παίζει σημαντικό ρόλο στην απορρόφηση της ροσουβαστατίνης, ιδιαίτερα καθώς το CYP3A4 έχει ελάχιστη εμπλοκή στον μεταβολισμό της. Στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες των πολυμορφισμών μονού νουκλεοτιδίου c.421C>A (SNPs) στο γονίδιο για το BCRP έχουν δείξει ότι άτομα με τον γονότυπο 421AA έχουν μειωμένη λειτουργική δραστηριότητα και 2,4 φορές υψηλότερες τιμές AUC και Cmax για τη ροσουβαστατίνη σε σύγκριση με άτομα με τον γονότυπο ελέγχου 421CC. Αυτό έχει σημαντικές επιπτώσεις στη μεταβλητότητα της ανταπόκρισης στο φάρμακο όσον αφορά την αποτελεσματικότητα και την τοξικότητα, ιδιαίτερα καθώς ο πολυμορφισμός BCRP c.421C>A εμφανίζεται συχνότερα σε ασιατικούς πληθυσμούς από ό,τι στους Καυκάσιους. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [φλουβαστατίνη] και την [ατορβαστατίνη].
Γενετικές διαφορές στον ηπατικό μεταφορέα OATP1B1 (πολυπεπτίδιο οργανικών ανιόντων 1Β1) έχουν επίσης αποδειχθεί ότι επηρεάζουν τη φαρμακοκινητική της ροσουβαστατίνης. Στοιχεία από φαρμακογενετικές μελέτες του SNP c.521T>C έδειξαν ότι η AUC της ροσουβαστατίνης αυξήθηκε 1,62 φορές για άτομα ομόζυγα για 521CC σε σύγκριση με ομόζυγα 521TT άτομα. Άλλα στατινικά φάρμακα που επηρεάζονται από αυτόν τον πολυμορφισμό περιλαμβάνουν τη [σιμβαστατίνη], την [πιταβαστατίνη], την [ατορβαστατίνη] και την [πραβαστατίνη].
Για ασθενείς που είναι γνωστό ότι έχουν τους προαναφερθέντες γονότυπους c.421AA BCRP ή c.521CC OATP1B1, συνιστάται μέγιστη ημερήσια δόση 20mg ροσουβαστατίνης για την αποφυγή ανεπιθύμητων ενεργειών από αυξημένη έκθεση στο φάρμακο, όπως μυϊκός πόνος και κίνδυνος ραβδομυόλυσης.
Η ροσουβαστατίνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς· περίπου το 10% μιας ραδιοσημασμένης δόσης ανακτάται ως μεταβολίτης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η ροσουβαστατίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα κόπρανα (90%). Μετά από ενδοφλέβια δόση, περίπου το 28% της συνολικής κάθαρσης του σώματος ήταν μέσω της νεφρικής οδού και το 72% μέσω της ηπατικής οδού.
Μια μελέτη σε υγιείς ενήλικες άνδρες εθελοντές διαπίστωσε ότι περίπου το 90% της δόσης ροσουβαστατίνης ανακτήθηκε στα κόπρανα εντός 72 ωρών μετά τη δόση, ενώ το υπόλοιπο 10% ανακτήθηκε στα ούρα. Το φάρμακο απεκκρίθηκε πλήρως από τον οργανισμό μετά από 10 ημέρες χορήγησης. Βρήκαν επίσης ότι περίπου το 76,8% της απεκκρινόμενης δόσης ήταν αμετάβλητη μητρική ουσία, με την υπόλοιπη δόση να ανακτάται ως οι μεταβολίτες ν-δεσμεθυλ ροσουβαστατίνη και ροσουβαστατίνη-5S-λακτόνη.
Η νεφρική σωληνώδης έκκριση είναι υπεύθυνη για >90% της συνολικής νεφρικής κάθαρσης, και πιστεύεται ότι διαμεσολαβείται κυρίως από τον μεταφορέα πρόσληψης OAT3 (Organic anion transporter 1), ενώ ο OAT1 είχε ελάχιστη συμμετοχή.
Η ροσουβαστατίνη υφίσταται εκχύλιση πρώτης διόδου στο ήπαρ, το οποίο είναι η κύρια θέση σύνθεσης χοληστερόλης και κάθαρσης LDL-C. Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 134 λίτρα.
Σε κλινικές μελέτες φαρμακολογίας σε ανθρώπους, οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις ροσουβαστατίνης επιτεύχθηκαν 3 έως 5 ώρες μετά από από του στόματος χορήγηση. Τόσο η Cmax όσο και η AUC αυξήθηκαν περίπου αναλογικά με τη δόση Crestor. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 20%. Η χορήγηση Crestor με τροφή δεν επηρέασε την AUC της ροσουβαστατίνης. Η AUC της ροσουβαστατίνης δεν διαφέρει μετά από βραδινή ή πρωινή χορήγηση του φαρμάκου.
Ο μέσος όγκος κατανομής σε κατάσταση ισορροπίας της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 134 λίτρα. Η ροσουβαστατίνη συνδέεται κατά 88% με πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη. Αυτή η σύνδεση είναι αναστρέψιμη και ανεξάρτητη από τις πλασματικές συγκεντρώσεις.
Μετά από από του στόματος χορήγηση, η ροσουβαστατίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα κόπρανα (90%). … Μετά από ενδοφλέβια δόση, περίπου το 28% της συνολικής κάθαρσης του σώματος ήταν μέσω της νεφρικής οδού και το 72% μέσω της ηπατικής οδού.
/ΓΑΛΑ/ Περιορισμένα δεδομένα δείχνουν ότι η Crestor ανιχνεύεται στο ανθρώπινο γάλα.
Για περισσότερα δεδομένα Απορρόφησης, Κατανομής και Απέκκρισης (Πλήρη) για τη Ροσουβαστατίνη (7 σύνολο), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ροσουβαστατίνη συνδέεται κατά 88% με πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως αλβουμίνη. Αυτή η σύνδεση είναι αναστρέψιμη και ανεξάρτητη από τις πλασματικές συγκεντρώσεις.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ροσουβαστατίνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς, όπως αποδεικνύεται από τη μικρή ποσότητα ραδιοσημασμένης δόσης που ανακτάται ως μεταβολίτης (~10%). Η κυτοχρωμική P450 (CYP) 2C9 είναι κυρίως υπεύθυνη για τον σχηματισμό του κύριου μεταβολίτη της ροσουβαστατίνης, της N-δεσμεθυλροσουβαστατίνης, η οποία έχει περίπου 20-50% της φαρμακολογικής δράσης της μητρικής ουσίας in vitro. Ωστόσο, αυτή η μεταβολική οδός δεν θεωρείται κλινικά σημαντική, καθώς δεν παρατηρήθηκαν επιπτώσεις στη φαρμακοκινητική της ροσουβαστατίνης όταν χορηγήθηκε ταυτόχρονα με φλουκοναζόλη, έναν ισχυρό αναστολέα του CYP2C9.
Δεδομένα in vitro και in vivo δείχνουν ότι η ροσουβαστατίνη δεν έχει κλινικά σημαντικές αλληλεπιδράσεις με κυτοχρώματα P450 (ως υπόστρωμα, αναστολέας ή επαγωγέας). Κατά συνέπεια, υπάρχει μικρή πιθανότητα για αλληλεπιδράσεις φαρμάκων με ουσίες που μεταβολίζονται από κυτοχρώματα P450.
Η ροσουβαστατίνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς· περίπου το 10% μιας ραδιοσημασμένης δόσης ανακτάται ως μεταβολίτης. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η N-δεσμεθυλροσουβαστατίνη, η οποία σχηματίζεται κυρίως από το κυτόχρωμα P450 \ 2C9, και μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η N-δεσμεθυλροσουβαστατίνη έχει περίπου το ένα έκτο έως το μισό της δραστηριότητας αναστολής της HMG-CoA αναγωγάσης σε σύγκριση με τη μητρική ουσία. Συνολικά, το >90% της ενεργού δραστηριότητας αναστολής της HMG-CoA αναγωγάσης στο πλάσμα οφείλεται στην μητρική ουσία.
Δεν μεταβολίζεται εκτενώς. Μόνο ~10% απεκκρίνεται ως μεταβολίτης. Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 2C9 είναι κυρίως υπεύθυνο για τον σχηματισμό του κύριου μεταβολίτη της ροσουβαστατίνης, της N-δεσμεθυλροσουβαστατίνης. Η N-δεσμεθυλροσουβαστατίνη έχει περίπου το 50% της φαρμακολογικής δράσης της μητρικής ουσίας in vitro. Η κάθαρση της ροσουβαστατίνης δεν εξαρτάται από τον μεταβολισμό μέσω του κυτοχρώματος P450 3A4 σε κλινικά σημαντικό βαθμό. Η ροσουβαστατίνη ευθύνεται για >90% της φαρμακολογικής δράσης. Οι αναστολείς του CYP2C9 αυξάνουν την AUC κατά λιγότερο από 2 φορές. Αυτή η αλληλεπίδραση δεν φαίνεται να είναι κλινικά σημαντική. Οδός Απέκκρισης: Η ροσουβαστατίνη δεν μεταβολίζεται εκτενώς· περίπου το 10% μιας ραδιοσημασμένης δόσης ανακτάται ως μεταβολίτης. Μετά από από του στόματος χορήγηση, η ροσουβαστατίνη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται κυρίως στα κόπρανα (90%). Μετά από ενδοφλέβια δόση, περίπου το 28% της συνολικής κάθαρσης του σώματος ήταν μέσω της νεφρικής οδού και το 72% μέσω της ηπατικής οδού.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής (t½) της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 19 ώρες και δεν αυξάνεται με την αύξηση των δόσεων.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής της ροσουβαστατίνης είναι περίπου 19 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΓΛΟΥΤΑΡΥΛΗ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της χοληστερόλης.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Φαρμακολογική Ταξινόμηση FDA
- ROSUVASTATIN
- Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Αναστολέας HMG-CoA Reductase
- Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Reductase
Η ροσουβαστατίνη είναι ένας αναστολέας HMG-CoA Reductase. Ο μηχανισμός δράσης της ροσουβαστατίνης είναι ως Αναστολέας Υδροξυμεθυλογλουταρυλο-CoA Reductase.
- ROSUVASTATIN
- Αναστολείς Υδροξυμεθυλο-CoA Reductase [MoA]· Αναστολέας HMG-CoA Reductase [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Foundation C10AA07Βασική θεραπεία στεφανιαίας νόσου (όλοι οι ασθενείς)Όλοι οι ασθενείς με στεφανιαία νόσο — δευτερογενής πρόληψηΔοσολογία: 20–40 mg × 1 · Δια βίου
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 2 C10AA07ΒΗΜΑ 2 — Στατίνη υψηλής δραστικότητας στη μέγιστη ανεκτή δόση
- LDL > στόχου μετά το Βήμα 1
- Ή εξαρχής σε ασθενή πολύ υψηλού/υψηλού κινδύνου
Δοσολογία: Μέγιστη ανεκτή δόση · Απεριόριστη -
ΒΗΜΑ 5 C10AA07ΒΗΜΑ 5 — Δυσανεξία στις στατίνες
- Μη ανεκτά μυϊκά συμπτώματα ή CK > 5× ΑΦΤ σε ≥ 3 στατίνες, μετά αποκλεισμό άλλων αιτίων & αλληλεπιδράσεων
Δοσολογία: π.χ. 5 mg × 1/εβδ. → × 2/εβδ. → μέρα παρά μέρα → 10 mg μέρα παρά μέρα · Έως μέγιστη ανεκτή δόση
Απόσυρση / Deprescribing
Στατίνες
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φαρμακολογική Ταξινόμηση MeSH
- Ουσίες που χρησιμοποιούνται για τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης στο πλάσμα.
- Ενώσεις που αναστέλλουν τις ΥΔΡΟΞΥΜΕΘΥΛΓΛΟΥΤΑΡΥΛΗ COA REDUCTASES. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνουν άμεσα τη σύνθεση της χοληστερόλης.