NALOXONE
Ναλοξόνη
H ναλοξόνη (4.11.2) ανταγωνίζεται τα οπιοειδή αναλγητικά. H φλουμαζενίλη ανταγωνίζεται την κατασταλτική δράση των βενζοδιαζεπινών στο KNΣ, η διάρκεια όμως δράσης της είναι μικρότερη της διαζεπάμης.
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, ενδομυική, ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Το ταχύτερο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με ενδοφλέβια χορήγηση. Η διάρκεια δράσης κυμαίνεται από 45 λεπτά έως 4 ώρες.
- Δόση έναρξης: 0.1-0.2 mg (Ενήλικες, Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής)
- Τιτλοποίηση: Επιπλέον ενδοφλέβιες ενέσεις 0.1 mg ανά διαστήματα 2 λεπτών (Ενήλικες, Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής). Για παιδιά, 0.01-0.02 mg/kg ανά διαστήματα 2-3 λεπτών. Για διάγνωση, ενήλικες 0.4-2 mg επανάληψη ανά 2-3 λεπτά, παιδιά 0.01 mg/kg με πιθανή επιπλέον δόση 0.1 mg/kg. Για νεογνά 0.01 mg/kg επανάληψη ανά 2-3 λεπτά.
-
Ενήλικες (Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και κυρίως αναπνευστικής καταστολής, οφειλόμενης σε φυσικά ή συνθετικά οπιοειδή)Δόση0.1-0.2 mg (περίπου 1.5-3 μg/kg) ενδοφλέβιαΕάν κριθεί απαραίτητο, μπορούν να χορηγηθούν επιπλέον ενδοφλέβιες ενέσεις 0.1 mg ανά διαστήματα 2 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Μια επιπλέον ένεση μπορεί να καταστεί και πάλι αναγκαία μέσα σε 1 ή 2 ώρες, ανάλογα με τον τύπο της δραστικής ουσίας που πρέπει να ανταγωνιστεί, τη χορηγούμενη ποσότητα και το χρόνο και τον τρόπο χορήγησης. Μπορεί να χορηγηθεί εναλλακτικά ως ενδοφλέβια έγχυση. Σε καταστάσεις όπου η καταστολή προκαλείται από ουσίες με μεγαλύτερη διάρκεια δράσης, η υδροχλωρική ναλοξόνη θα πρέπει να χορηγείται ως συνεχής έγχυση. Ο ρυθμός έγχυσης ορίζεται σύμφωνα με τον κάθε ασθενή.
-
Παιδιά (Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και κυρίως αναπνευστικής καταστολής, οφειλόμενης σε φυσικά ή συνθετικά οπιοειδή)Δόση0.01-0.02 mg/kg ενδοφλέβιαΑνά διαστήματα 2-3 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Επιπρόσθετες δόσεις μπορεί να καταστούν αναγκαίες ανά διαστήματα 1 ή 2 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς και τη δόση και τη διάρκεια της δράσης των οπιοειδών.
-
Ενήλικες (Διάγνωση υπόνοιας οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών ή δηλητηρίασης)Δόση0.4-2 mg ενδοφλεβίωςΕάν δεν επιτευχθεί η αναμενόμενη καλυτέρευση, οι ενέσεις μπορούν να επαναληφθούν ανά διαστήματα 2-3 λεπτών. Μπορεί να χορηγηθεί με ενδομυική ένεση (αρχική δόση συνήθως 0.4-2 mg) εάν δεν είναι δυνατή η ενδοφλέβια χορήγηση. Εάν 10 mg δεν επιφέρουν σημαντική βελτίωση, αυτό υποδηλώνει ότι η καταστολή έχει προκληθεί πλήρως ή μερικώς από άλλες παθολογικές συνθήκες ή δραστικές ουσίες εκτός από οπιοειδή.
-
Παιδιά (Διάγνωση υπόνοιας οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών ή δηλητηρίασης)Δόση0.01 mg/kg ενδοφλεβίωςΕάν δεν επιτευχθεί η ικανοποιητική κλινική απάντηση, μπορεί να χορηγηθεί μια επιπλέον ένεση 0.1 mg/kg. Ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητη και ενδοφλέβια έγχυση. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, μπορεί να χορηγηθεί ενδομυικά (αρχική δόση 0.01 mg/kg), μοιρασμένη σε αρκετές δόσεις.
-
Νεογνά (Αναστροφή αναπνευστικής καταστολής και άλλης καταστολής του ΚΝΣ στα νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει οπιοειδή)Δόση0.01 mg/kg ενδοφλεβίωςΕάν η αναπνευστική λειτουργία δεν αναστραφεί σε ικανοποιητικό επίπεδο, η ένεση μπορεί να επαναληφθεί ανά διαστήματα 2 έως 3 λεπτών. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, μπορεί να χορηγηθεί ενδομυικά (αρχική δόση 0.01 mg/kg).
-
ΗλικιωμένοιΜε προϋπάρχον καρδιοαγγειακό νόσημα ή λαμβάνοντας φάρμακα με ενδεχόμενη καρδιοτοξικότητα, θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
block
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην υδροχλωρική ναλοξόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του παρόντος φαρμακευτικού προϊόντος.
warning
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χορήγηση σε ασθενείς με υψηλές δόσεις οπιοειδών ή φυσική εξάρτηση από οπιοειδήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει υψηλές δόσεις οπιοειδών ή έχουν φυσική εξάρτηση από οπιοειδήΧορηγείται με προσοχή. Η πολύ γρήγορη αναστροφή της δράσης των οπιοειδών μπορεί να προκαλέσει οξύ στερητικό σύνδρομο, υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, πνευμονικό οίδημα και καρδιακή ανακοπή.
-
Παρακολούθηση ασθενώνΟι ασθενείς που ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στην υδροχλωρική ναλοξόνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά, καθώς η δράση των οπιοειδών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τη δράση της υδροχλωρικής ναλοξόνης και μπορεί να είναι αναγκαίες νέες ενέσεις.
-
Μη αποτελεσματικότητα σε καταστολή από άλλους παράγοντεςΗ υδροχλωρική ναλοξόνη δεν είναι αποτελεσματική σε κεντρική καταστολή που έχει προκληθεί από άλλους παράγοντες εκτός από οπιοειδή.
-
Ατελής ανταπόκριση στην βουπρενοφρίνηΗ προκαλούμενη από βουπρενοφρίνη αναστροφή αναπνευστικής καταστολής μπορεί να είναι ατελής. Εάν παρουσιαστεί ατελής ανταπόκριση, η αναπνοή θα πρέπει να υποστηριχθεί μηχανικά.
-
Χρήση μετά από οπιοειδή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασηςΝα αποφεύγεται υπερβολική δόση υδροχλωρικής ναλοξόνης, γιατί μπορεί να προκαλέσει υπερδιέγερση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και κλινικά σημαντική αναστροφή της αναλγησίας.
-
Γρήγορη αναστροφή δράσης οπιοειδώνΜπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο, εφίδρωση ή ταχυκαρδία.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςΈχει αναφερθεί ότι η υδροχλωρική ναλοξόνη προκαλεί υπόταση, υπέρταση, κοιλιακή ταχυκαρδία, μαρμαρυγή και πνευμονικό οίδημα, ιδίως μετεγχειρητικά σε ασθενείς με καρδιοαγγειακά νοσήματα ή που λάμβαναν φάρμακα με παρόμοιες παρενέργειες. Να δίνεται προσοχή σε ασθενείς με καρδιακά νοσήματα ή που λαμβάνουν φάρμακα με σχετική καρδιοτοξικότητα.
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΑυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3.8 mmol (88.5 mg) νάτριο ανά μέγιστη ημερήσια δόση των 10 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τους ασθενείς που ακολουθούν ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΟπιοειδήΑνταγωνισμός υποδοχέων. Σε εξαρτημένα άτομα, μπορεί να προκαλέσει έντονα συμπτώματα στέρησης (υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανακοπή).
-
ΒουπρενοφρίνηΜπορεί να αποκατασταθεί πλήρης αναλγησία. Η αναστροφή αναπνευστικής καταστολής είναι περιορισμένη.
-
Κλωνιδίνη (υπερβολική δόση)Σοβαρή υπέρταση.
-
Οινόπνευματώδη, ΗρεμιστικάΣε πολλαπλή δηλητηρίαση, ενδέχεται να παρατηρηθεί λιγότερο ταχύ αποτέλεσμα.
sick
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Αλλεργικές αντιδράσεις (κνίδωση, ρινίτιδα, δύσπνοια, οίδημα Quincke)
- Αναφυλακτικό σοκ
- Ζαλάδα
- Πονοκέφαλος
- Τρέμουλο
- Ιδρώτας
- Σπασμοί
- Ένταση
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Βραδυκαρδία
- Μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανακοπή
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Πνευμονικό οίδημα
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Πολύμορφο ερύθημα
- Μετεγχειρητικός πόνος
- Υπεραερισμός
- Ερεθισμός αγγειακού τοιχώματος (μετά από ενδοφλέβια χορήγηση)
- Τοπικός ερεθισμός και φλεγμονή (μετά από ενδομυική χορήγηση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ σπάνιαΑλλεργικές αντιδράσεις (κνίδωση, ρινίτιδα, δύσπνοια, οίδημα Quincke), αναφυλακτικό σοκΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣυνήθηςΖαλάδα, πονοκέφαλοςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΑσυνήθηςΤρέμουλο, ιδρώταςΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΣπασμοίΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιαΈντασηΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυνήθηςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑσυνήθηςΑρρυθμίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΑσυνήθηςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΜαρμαρυγήΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυνήθηςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυνήθηςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικές, θωρακικές και διαφραγματικές διαταραχές
-
Πολύ συνήθηςΝαυτίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΣυνήθηςΈμετοςΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθηςΔιάρροιαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
ΑσυνήθηςΞηροστομίαΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Πολύ σπάνιαΠολύμορφο ερύθημαΔερματικές διαταραχές και διαταραχές υποδόριου ιστού
-
ΣυνήθηςΜετεγχειρητικός πόνοςΓενικές διαταραχές και προβλήματα στο σημείο χορήγησης
-
ΑσυνήθηςΥπεραερισμόςΓενικές διαταραχές και προβλήματα στο σημείο χορήγησης
-
ΑσυνήθηςΕρεθισμός αγγειακού τοιχώματος (μετά από ενδοφλέβια χορήγηση)Γενικές διαταραχές και προβλήματα στο σημείο χορήγησης
-
ΑσυνήθηςΤοπικός ερεθισμός και φλεγμονή (μετά από ενδομυική χορήγηση)Γενικές διαταραχές και προβλήματα στο σημείο χορήγησης
pregnant_woman
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε απόλυτη αναγκαιότηταΔεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή κλινικά δεδομένα για έκθεση κατά την εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Δε θα πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης παρά μόνο εάν κριθεί απολύτως απαραίτητο. Μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης σε νεογνά.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν περνάει στο μητρικό γάλα και δεν έχει τεκμηριωθεί εάν τα παιδιά που θηλάζουν επηρεάζονται. Επομένως, θα πρέπει να αποφεύγεται ο θηλασμός επί 24 ώρες μετά την αγωγή.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
PubChem
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Δοσολογία
Γενικά Το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να χορηγηθεί ενδοφλέβια ή ενδομυικά ή μπορεί να χορηγηθεί μέσω ενδοφλέβιας έγχυσης (ορού). Για ασυμβατότητες και οδηγίες για την αραίωση του προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε ενότητες 6.2 και 6.6. Η ενδομυική χορήγηση Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες δεν είναι δυνατή η ενδοφλέβια χορήγηση. Το ταχύτερο αποτέλεσμα επιτυγχάνεται με ενδοφλέβια χορήγηση και για αυτό το λόγο αυτή η μέθοδος χορήγησης συνιστάται σε οξείες περιπτώσεις. Όταν χορηγείται Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml ενδομυικά, είναι απαραίτητο να θυμάστε ότι η έναρξη της δράσης είναι βραδύτερη απ’ ό,τι μετά από ενδοφλέβια χορήγηση· ωστόσο, η ενδομυική χορήγηση έχει δράση μεγαλύτερης διάρκειας από την ενδοφλέβια. Η διάρκεια δράσης εξαρτάται από τη δόση και την οδό χορήγησης της υδροχλωρικής ναλοξόνης και κυμαίνεται από 45 λεπτά έως 4 ώρες. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι οι απαραίτητες ενδομυικές δόσεις είναι γενικώς υψηλότερες από τις ενδοφλέβιες και ότι η δόση πρέπει να προσαρμόζεται στον κάθε ασθενή. Επειδή είναι πιθανό η διάρκεια της δράσης ορισμένων οπιοειδών (π.χ. δεξτροπροποξυφένη, παρακωδεϊνη, μεθαδόνη) να είναι μεγαλύτερη από αυτήν της υδροχλωρικής ναλοξόνης, οι ασθενείς πρέπει να παραμένουν κάτω από συνεχή παρακολούθηση και αν είναι αναγκαίο πρέπει να χορηγούνται επαναλαμβανόμενες δόσεις.
Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής του Κεντρικού Νευρικού
Συστήματος και κυρίως αναπνευστικής καταστολής, οφειλόμενης σε φυσικά ή συνθετικά οπιοειδή
Ενήλικες
Η δόση προσδιορίζεται για τον κάθε ασθενή ώστε να επιτευχθεί η καλύτερη δυνατή αναπνευστική ανταπόκριση με διατήρηση επαρκούς αναλγησίας. Μια ενδοφλέβια ένεση 0.1 έως 0.2 mg (περίπου 1.5-3 μg/kg) είναι συνήθως αρκετή. Εάν κριθεί απαραίτητο, μπορούν να χορηγηθούν επιπλέον ενδοφλέβιες ενέσεις 0.1 mg ανά διαστήματα 2 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Μια επιπλέον ένεση μπορεί να καταστεί και πάλι αναγκαία μέσα σε 1 ή 2 ώρες, ανάλογα με τον τύπο της δραστικής ουσίας που πρέπει να ανταγωνιστεί (βραχυχρόνια επίδραση ή βραδεία αποδέσμευση), τη χορηγoύμενη ποσότητα και το χρόνο και τον τρόπο χορήγησης. Το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml μπορεί να χορηγηθεί εναλλακτικά ως ενδοφλέβια έγχυση. Έγχυση: Η διάρκεια της δράσης για κάποια οπιοειδή είναι μεγαλύτερη σε σχέση με αυτή της εφάπαξ χορηγούμενης ενδοφλεβίως υδροχλωρικής ναλοξόνης. Επομένως, σε καταστάσεις όπου είναι γνωστό ότι η καταστολή προκαλείται από τέτοιου είδους ουσίες ή όπου υπάρχει λόγος να υποπτευθούμε κάτι τέτοιο, η υδροχλωρική ναλοξόνη θα πρέπει να χορηγείται ως συνεχής έγχυση. Ο ρυθμός έγχυσης ορίζεται σύμφωνα με τον κάθε ασθενή και εξαρτάται από την ανταπόκριση του ασθενή στην ενδοφλέβια εφάπαξ χορήγηση και στην ανταπόκριση του ασθενή στην ενδοφλέβια έγχυση. Η χρήση συνεχούς ενδοφλέβιας έγχυσης πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και εάν είναι αναγκαίο πρέπει να χρησιμοποιείται αναπνευστική βοήθεια.
Παιδιά
Αρχικά, 0,01-0,02 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης ανά κιλό ενδοφλέβια ανά διαστήματα 2-3 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Επιπρόσθετες δόσεις μπορεί να καταστούν αναγκαίες ανά διαστήματα 1 ή 2 ωρών ανάλογα με την ανταπόκριση του ασθενούς και τη δόση και τη διάρκεια της δράσης των οπιοειδών που έχουν χορηγηθεί.
Διάγνωση υπόνοιας οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών ή δηλητηρίασης
Ενήλικες
Η αρχική δόση είναι συνήθως 0.4-2 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης ενδοφλεβίως. Εάν δεν επιτευχθεί η αναμενόμενη καλυτέρευση της αναπνευστικής καταστολής αμέσως μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, οι ενέσεις μπορούν να επαναληφθούν ανά διαστήματα 2-3 λεπτών. Το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml μπορεί επίσης να χορηγηθεί με ενδομυική ένεση (αρχική δόση συνήθως 0.4-2 mg) εάν δεν είναι δυνατή η ενδοφλέβια χορήγηση. Εάν 10 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης δεν επιφέρουν σημαντική βελτίωση, αυτό υποδηλώνει ότι η καταστολή έχει προκληθεί πλήρως ή μερικώς από άλλες παθολογικές συνθήκες ή δραστικές ουσίες εκτός από οπιοειδή.
Παιδιά
Η συνήθης αρχική δόση είναι 0.01 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης ανά κιλό ενδοφλεβίως. Εάν δεν επιτευχθεί η ικανοποιητική κλινική απάντηση, μπορεί να χορηγηθεί μια επιπλέον ένεση 0.1 mg/kg. Ανάλογα με τον ασθενή, ενδέχεται να είναι επίσης απαραίτητη και ενδοφλέβια έγχυση. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml μπορεί επίσης να χορηγηθεί ενδομυικά (αρχική δόση 0.01 mg/kg), μοιρασμένη σε αρκετές δόσεις.
Αναστροφή αναπνευστικής καταστολής και άλλης καταστολής του ΚΝΣ
στα νεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει οπιοειδή.
Η συνηθισμένη δόση είναι 0.01 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης ανά κιλό ενδοφλεβίως. Εάν η αναπνευστική λειτουργία δεν αναστραφεί σε ικανοποιητικό επίπεδο με αυτή τη δοσολογία, η ένεση μπορεί να επαναληφθεί ανά διαστήματα 2 έως 3 λεπτών. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml μπορεί επίσης να χορηγηθεί ενδομυικά (αρχική δόση 0.01 mg/kg).
Ηλικιωμένοι
Σε ηλικιωμένους με προϋπάρχον καρδιοαγγειακό νόσημα ή σε εκείνους που λαμβάνουν φάρμακα με ενδεχόμενη καρδιοτοξικότητα, το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή, δεδομένου ότι έχουν παρουσιαστεί σε μετεγχειρητικούς ασθενείς σοβαρές καρδιοαγγειακές παρενέργειες, όπως κοιλιακή ταχυκαρδία και μαρμαρυγή, μετά από χορήγηση υδροχλωρικής ναλοξόνης.
block
Αντενδείξεις
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
Το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml αντενδείκνυται σε ασθενείς με υπερευαισθησία στην υδροχλωρική ναλοξόνη ή σε κάποιο από τα έκδοχα του παρόντος φαρμακευτικού προϊόντος που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Το Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς που έχουν λάβει υψηλές δόσεις οπιοειδών ή που έχουν φυσική εξάρτηση από οπιοειδή. Μια πολύ γρήγορη αναστροφή της δράσης των οπιοειδών μπορεί να προκαλέσει οξύ στερητικό σύνδρομο σε τέτοιους ασθενείς. Έχουν αναφερθεί υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, πνευμονικό οίδημα και καρδιακή ανακοπή. Αυτό ισχύει και για τα νεογνά αυτών των ασθενών.
Οι ασθενείς που ανταποκρίνονται ικανοποιητικά στην υδροχλωρική ναλοξόνη πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Η δράση των οπιοειδών μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από τη δράση της υδροχλωρικής ναλοξόνης και μπορεί να είναι αναγκαίες νέες ενέσεις.
Η υδροχλωρική ναλοξόνη δεν είναι αποτελεσματική σε κεντρική καταστολή που έχει προκληθεί από άλλους παράγοντες εκτός από οπιοειδή. Η προκαλούμενη από βουπρενοφρίνη αναστροφή αναπνευστικής καταστολής μπορεί να είναι ατελής. Εάν παρουσιαστεί ατελής ανταπόκριση, η αναπνοή θα πρέπει να υποστηριχθεί μηχανικά.
Μετά τη χρήση οπιοειδών κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης, θα πρέπει να αποφεύγεται υπερβολική δόση υδροχλωρικής ναλοξόνης, γιατί μπορεί να προκαλέσει υπερδιέγερση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης και κλινικά σημαντική αναστροφή της αναλγησίας. Αναστροφή της δράσης των οπιοειδών η οποία επιτυγχάνεται πάρα πολύ γρήγορα μπορεί να προκαλέσει ναυτία, έμετο, εφίδρωση ή ταχυκαρδία.
Έχει αναφερθεί ότι η υδροχλωρική ναλοξόνη προκαλεί υπόταση, υπέρταση, κοιλιακή ταχυκαρδία, μαρμαρυγή και πνευμονικό οίδημα. Αυτές οι ανεπιθύμητες ενέργειες παρατηρήθηκαν μετεγχειρητικά πιο συχνά σε ασθενείς που πάσχουν από καρδιοαγγειακά νοσήματα ή που λάμβαναν φάρμακα με παρεμφερείς καρδιοαγγειακές παρενέργειες. Αν και δεν έχει αποδειχθεί άμεση αιτιολογική σχέση, πρέπει να δίνεται προσοχή στη χορήγηση του Νaloxon/ B.Braun 0,4 mg/ml σε ασθενείς με καρδιακά νοσήματα ή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με σχετική καρδιοτοξικότητα τα οποία προκαλούν κοιλιακή ταχυκαρδία, μαρμαρυγή και καρδιακή ανακοπή (π.χ. κοκαΐνη, μεταμφεταμίνη, κυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναστολείς διαύλου ασβεστίου, βήτα-αναστολείς, διγοξίνη).
Βλέπε ενότητα 4.8.
Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3.8 mmol (88.5 mg) νάτριο ανά μέγιστη ημερήσια δόση των 10 mg υδροχλωρικής ναλοξόνης. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τους ασθενείς που ακολουθούν ελεγχόμενη δίαιτα νατρίου.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Χρησιμοποιήθηκε η ακόλουθη ορολογία συχνότητας: Πολύ συνήθης: > 1/10; Συνήθης: ≥ 1/100, < 1/10; Ασυνήθης: ≥ 1/1 000, < 1/100; Σπάνια: ≥ 1/10 000, < 1/1 000; Πολύ σπάνια: < 1/10 000; Άγνωστη (δεν μπορεί να εκτιμηθεί από τα διαθέσιμα δεδομένα)
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
Πολύ σπάνια: Αλλεργικές αντιδράσεις (κνίδωση, ρινίτιδα, δύσπνοια, οίδημα Quincke), αναφυλακτικό σοκ
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
Συνήθης: Ζαλάδα, πονοκέφαλος Ασυνήθης: Τρέμουλο, ιδρώτας Σπάνια: Σπασμοί, ένταση
Σπασμοί έχουν παρουσιαστεί σπάνια μετά από χορήγηση υδροχλωρικής ναλοξόνης· ωστόσο, δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση με το φάρμακο. Δόση μεγαλύτερη από τη συνιστώμενη σε μετεγχειρητική χρήση μπορεί να οδηγήσει σε ένταση.
Καρδιακές διαταραχές
Συνήθης: Ταχυκαρδία Ασυνήθης: Αρρυθμία, βραδυκαρδία Πολύ σπάνια: Μαρμαρυγή, καρδιακή ανακοπή
Αγγειακές διαταραχές
Συνήθης: Υπόταση, υπέρταση
Υπόταση, υπέρταση και καρδιακή αρρυθμία (συμπεριλαμβανομένων κοιλιακής ταχυκαρδίας και μαρμαρυγής) έχουν παρουσιαστεί με μετεγχειρητική χρήση υδροχλωρικής ναλοξόνης. Καρδιαγγειακές παρενέργειες έχουν παρουσιαστεί συχνότερα σε μετεγχειρητικούς ασθενείς με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή νόσο ή σε αυτούς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα τα οποία επιφέρουν παρόμοιες καρδιαγγειακές παρενέργειες.
Αναπνευστικές, θωρακικές και διαφραγματικές διαταραχές
Πολύ σπάνια: Πνευμονικό οίδημα
Πνευμονικό οίδημα έχει παρατηρηθεί επίσης με μετεγχειρητική χρήση υδροχλωρικής ναλοξόνης.
Γαστρεντερικές διαταραχές
Πολύ συνήθης: Ναυτία Συνήθης: Έμετος Ασυνήθης: Διάρροια, ξηροστομία
Ναυτία και έμετος έχουν αναφερθεί σε μετεγχειρητικούς ασθενείς οι οποίοι έχουν λάβει υψηλότερες δόσεις από τις συνιστώμενες. Ωστόσο, δεν έχει τεκμηριωθεί αιτιολογική σχέση και τα συμπτώματα μπορεί να αποτελούν σημεία πολύ γρήγορου ανταγωνισμού της δράσης των οπιοειδών.
Δερματικές διαταραχές και διαταραχές υποδόριου ιστού
Πολύ σπάνια: Πολύμορφο ερύθημα
Ένα περιστατικό πολύμορφου ερυθήματος υποχώρησε αμέσως μετά διακοπή της υδροχλωρικής ναλοξόνης.
Γενικές διαταραχές και προβλήματα στο σημείο χορήγησης
Συνήθης: Μετεγχειρητικός πόνος Ασυνήθης: Υπεραερισμός, ερεθισμός αγγειακού τοιχώματος (μετά από ενδοφλέβια χορήγηση), τοπικός ερεθισμός και φλεγμονή (μετά από ενδομυική χορήγηση)
Δοσολογία υψηλότερη από τη συνιστώμενη για μετεγχειρητική χρήση μπορεί να οδηγήσει στην επάνοδο του πόνου. Γρήγορη αναστροφή της δράσης των οπιοειδών μπορεί να προκαλέσει υπεραερισμό.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους- κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Εγκυμοσύνη Δεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή κλινικά δεδομένα για έκθεση σε υδροχλωρική ναλοξόνη κατά την εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Το φαρμακευτικό προϊόν δε θα πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης παρά μόνο εάν κριθεί απολύτως απαραίτητο. Η υδροχλωρική ναλοξόνη μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης σε νεογνά (βλέπε παράγραφο 4.4).
Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν η υδροχλωρική ναλοξόνη περνάει στο μητρικό γάλα και δεν έχει τεκμηριωθεί εάν τα παιδιά που θηλάζουν επηρεάζονται από την υδροχλωρική ναλοξόνη. Επομένως, θα πρέπει να αποφεύγεται ο θηλασμός επί 24 ώρες μετά την αγωγή.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντίδοτα Κωδικός-ATC: V03AB15
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η υδροχλωρική ναλοξόνη, ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης (N- αλλυλο-νορ-οξυμορφόνη), είναι εξειδικευμένος ανταγωνιστής οπιοειδών που δρα συναγωνιστικά σε υποδοχείς οπιοειδών.
Παρουσιάζει πολύ υψηλή χημική συγγένεια προς τις θέσεις των υποδοχέων οπιοειδών και συνεπώς εκτοπίζει τόσο τους αγωνιστές οπιοειδών όσο και μερικώς ανταγωνιστές, όπως την πενταζοκίνη, για παράδειγμα, αλλά επίσης και τη ναλορφίνη. Η υδροχλωρική ναλοξόνη δεν εξουδετερώνει κεντρική καταστολή οφειλόμενη σε υπνωτικά ή άλλα μη-οπιοειδή και δεν διαθέτει τις χαρακτηριστικές «συναγωνιστικές» ή μορφινοειδείς ιδιότητες άλλων ανταγωνιστών των οπιοειδών. Ακόμα υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου (10 φορές η συνήθης θεραπευτική δόση) επιφέρουν ασήμαντη αναλγησία, μόνο ελαφρά ζαλάδα και καθόλου αναπνευστική καταστολή, ψυχωσομιμητικές δράσεις, αλλαγές στο κυκλοφορικό ή μύση. Με απουσία οπιοειδών ή συναγωνιστικών δράσεων άλλων ανταγωνιστών οπιοειδών, δεν παρουσιάζει καμία φαρμακολογική δραστηριότητα.
Επειδή η υδροχλωρική ναλοξόνη, σε αντίθεση με τη ναλορφίνη, δεν προκαλεί έξαρση της αναπνευστικής καταστολής που προκαλούν άλλες ουσίες, μπορεί συνεπώς να χρησιμοποιηθεί επίσης και για διαφορετική διάγνωση.
Δεν έχει αποδειχτεί αν η υδροχλωρική ναλοξόνη επιφέρει ανοχή ή προκαλεί φυσική ή ψυχική εξάρτηση.
Σε περίπτωση εξάρτησης από οπιοειδή, η χορήγηση υδροχλωρικής ναλοξόνης θα ενισχύσει τα συμπτώματα της φυσικής εξάρτησης.
Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η φαρμακολογική δράση της υδροχλωρικής ναλοξόνης θα είναι συνήθως εμφανής μέσα σε δύο λεπτά. Η διάρκεια της ανταγωνιστικής δράσης εξαρτάται από τη δόση, αλλά βρίσκεται γενικά στο φάσμα των 1-4 ωρών. Η ανάγκη για επανειλημμένες δόσεις εξαρτάται από την ποσότητα, τον τύπο και την οδό χορήγησης του οπιοειδούς το οποίο θα ανταγωνιστεί.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-NALOXON-B-BRAUN-SO-INJ-INF-0-4MG-ML
expand_more
Φαρμακοκινητική
Απορρόφηση Η υδροχλωρική ναλοξόνη απορροφάται γρήγορα από τη γαστρεντερική οδό αλλά υφίσταται σημαντικό πρώτο στάδιο μεταβολισμού και απενεργοποιείται γρήγορα μετά από χορήγηση από το στόμα. Αν και το φάρμακο είναι αποτελεσματικό όταν χορηγείται από το στόμα, για τον πλήρη ανταγωνισμό των οπιοειδών, απαιτούνται δόσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που απαιτούνται για παρεντερική χορήγηση. Έτσι, η υδροχλωρική ναλοξόνη χορηγείται παρεντερικά.
Κατανομή Μετά από παρεντερική χορήγηση, η υδροχλωρική ναλοξόνη κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς και τα υγρά του σώματος, ιδιαίτερα στον εγκέφαλο, επειδή το φάρμακο είναι πολύ λιπόφιλο. Στους ενήλικες, ο όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση αναφέρεται γύρω στα 2 l/kg. Η δέσμευση πρωτεϊνών κυμαίνεται μεταξύ 32 και 45%.
Η υδροχλωρική ναλοξόνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα· όμως, δεν είναι γνωστό αν η υδροχλωρική ναλοξόνη περνάει στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός Η υδροχλωρική ναλοξόνη μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ, κυρίως με σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και απεκκρίνεται στα ούρα.
Απέκκριση Η υδροχλωρική ναλοξόνη έχει σύντομο χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, της τάξης της 1-1.5 ώρες περίπου, μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα στα νεογνά είναι 3 ώρες περίπου. Η συνολική σωματική κάθαρση ανέρχεται στα 22 ml/min/kg.
ΕΟΦ · 15.2.5
Aνταγωνιστές των κατασταλτικών του KNΣ και της αναπνοής
expand_more
Aνταγωνιστές των κατασταλτικών του KNΣ και της αναπνοής
ΕΟΦ · 17.2
Aντίδοτα
expand_more
Aντίδοτα
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας ειδικός ανταγωνιστής οπιοειδών χωρίς αγωνιστική δράση. Αποτελεί ανταγωνιστή των υποδοχέων μü, δέλτα και κάππα οπιοειδών.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την πλήρη ή μερική αντιστροφή της ναρκωτικής κατάθλιψης, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής κατάθλιψης, που προκαλείται από οπιοειδή, όπως φυσικά και συνθετικά ναρκωτικά, προποξυφαίνη, μεθαδόνη και τα ναρκωτικά-ανταγωνιστικά αναλγητικά: ναλβουφίνη, πενταζοκίνη και βουτορφανόλη.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ναλοξόνη είναι ένας ανταγωνιστής οπιοειδών και αποτρέπει ή αντιστρέφει τις επιδράσεις των οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής κατάθλιψης, της καταστολής και της υπότασης. Επίσης, μπορεί να αντιστρέψει τις ψυχοτομιμητικές και δυσφορικές επιδράσεις των αγωνιστών-ανταγωνιστών, όπως η πενταζοκίνη. Η ναλοξόνη είναι ουσιαστικά ένας καθαρός ναρκωτικός ανταγωνιστής, δηλαδή δεν διαθέτει τις “αγωνιστικές” ή μορφινοειδείς ιδιότητες που χαρακτηρίζουν άλλους ναρκωτικούς ανταγωνιστές. Η ναλοξόνη δεν προκαλεί αναπνευστική κατάθλιψη, ψυχοτομιμητικές επιδράσεις ή σύσπαση της κόρης. Απουσία ναρκωτικών ή αγωνιστικών επιδράσεων άλλων ναρκωτικών ανταγωνιστών, παρουσιάζει ουσιαστικά καμία φαρμακολογική δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο μηχανισμός δράσης της ναλοξόνης δεν είναι πλήρως κατανοητός, η πλειοψηφία των στοιχείων υποδηλώνει ότι η ναλοξόνη ανταγωνίζεται τις επιδράσεις των οπιοειδών ανταγωνιζόμενη για τις ίδιες θέσεις υποδοχέων, ιδιαίτερα τον υποδοχέα μü οπιοειδών. Πρόσφατα, έχει αποδειχθεί ότι η ναλοξόνη συνδέεται και με τους τρεις υποδοχείς οπιοειδών (μü, κάππα και γάμμα), αλλά η ισχυρότερη σύνδεση είναι με τον υποδοχέα μü.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται καλά μετά από ενδομυϊκή ένεση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
30-81 λεπτά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Ναλoξόνη είναι ένας ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων.
Η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται τη δράση των οπιοειδών, αντιστρέφοντας τις επιδράσεις τους. Εάν ένας ασθενής δεν έχει λάβει οπιοειδή, η Ναλoξόνη δεν έχει σημαντική επίδραση.
Η Ναλoξόνη υδροχλωρική είναι ουσιαστικά ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των ανταγωνιστικών επιδράσεων της Ναλoξόνης δεν είναι πλήρως κατανοητός.
- Η Ναλoξόνη θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στους οπιοειδείς υποδοχείς µu, kappa και sigma στο ΚΝΣ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα µu.
- Σε αντίθεση με τη λεβαλορφανη ή τη ναλορφίνη, η Ναλoξόνη έχει ελάχιστη ή καθόλου αγωνιστική δραστηριότητα.
- Όταν χορηγείται σε συνήθεις δόσεις σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει πρόσφατα οπιοειδή, η Ναλoξόνη έχει ελάχιστη ή καθόλου φαρμακολογική επίδραση.
- Ακόμη και εξαιρετικά υψηλές δόσεις (10 φορές τη συνήθη θεραπευτική δόση) προκαλούν αμελητέα αναλγησία, μόνο ελαφρά υπνηλία και καμία αναπνευστική καταστολή, ψυχοτομιμητικές επιδράσεις, κυκλοφορικές αλλαγές ή μυσιώδη σύσπαση.
Σε ασθενείς που έχουν λάβει υψηλές δόσεις μορφίνης ή άλλων αναλγητικών φαρμάκων με παρόμοιες επιδράσεις, η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται τις περισσότερες επιδράσεις του οπιοειδούς:
- Αύξηση του ρυθμού αναπνοής και του αναπνευστικού όγκου.
- Μείωση του αρτηριακού PCO2 προς το φυσιολογικό.
- Επαναφορά της αρτηριακής πίεσης στο φυσιολογικό εάν είχε κατασταλεί.
Σε αντίθεση με τη ναλορφίνη ή τη λεβαλορφάνη, η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται την ήπια αναπνευστική καταστολή που προκαλείται από μικρές δόσεις οπιοειδών.
Επειδή η διάρκεια δράσης της Ναλoξόνης είναι γενικά μικρότερη από αυτήν του οπιοειδούς, οι επιδράσεις του οπιοειδούς μπορεί να επανέλθουν καθώς οι επιδράσεις της Ναλoξόνης μειώνονται.
Η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται την οπιοειδο-προκαλούμενη καταστολή ή υπνηλία. Οι αναφορές είναι αντικρουόμενες ως προς το εάν το φάρμακο τροποποιεί την οπιοειδο-προκαλούμενη διέγερση ή τους σπασμούς.
Η πρωτεΐνη θερμικού σοκ (HSP)60 είναι κυρίως μια μιτοχονδριακή πρωτεΐνη. Προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι οι αλλαγές στην ενδοκυττάρια εντόπιση της HSP60 έχουν συσχετιστεί με την απόπτωση. Η εξωκυττάρια HSP60 διαμεσολαβεί την απόπτωση μέσω του συνδέτη της, του υποδοχέα Toll-like (TLR)-4. Ο TLR-4 είναι ένας σημαντικός παράγοντας που εκφράζεται στα μικρογλοιακά κύτταρα, με κεντρικό ρόλο στην παραγωγή νευροανοσολογικών αποκρίσεων στην παθογένεια νευροεκφυλιστικών διαταραχών. Η Ναλoξόνη είναι ένας πολύ αποτελεσματικός μη-επιλεκτικός ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων και έχει αναφερθεί ότι είναι φαρμακολογικά ευεργετική για τη θεραπεία εγκεφαλικών παθήσεων μέσω της αναστολής της ενεργοποίησης των μικρογλοίων. Ωστόσο, οι μηχανισμοί πίσω από αυτές τις ευεργετικές επιδράσεις της Ναλoξόνης παραμένουν ασαφείς. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τον ρόλο της HSP60 στις νευροπροστατευτικές επιδράσεις της Ναλoξόνης στην παραγωγή προφλεγμονωδών μεσολαβητών σε κύτταρα μικρογλοίων BV2 ποντικών που διεγέρθηκαν με λιποπολυσακχαρίτη (LPS) και τις πιθανές εμπλεκόμενες σηματοδοτικές οδούς. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η Ναλoξόνη ανέστειλε σημαντικά την έκφραση και την απελευθέρωση της HSP60 στα κύτταρα BV2. Τα επίπεδα έκφρασης του παράγοντα θερμικού σοκ (HSF)-1 αυξήθηκαν στα ενεργοποιημένα από LPS κύτταρα BV2, υποδεικνύοντας ότι η αυξημένη έκφραση της HSP60 οδηγούνταν από την ενεργοποίηση του HSF-1. Ωστόσο, τα αυξημένα επίπεδα HSF-1 μπορεί να μειώθηκαν από τη Ναλoξόνη. Τα επίπεδα του TLR-4 αυξήθηκαν στα ενεργοποιημένα κύτταρα BV2 και στη συνέχεια αναστέλλονταν από τη Ναλoξόνη. Η ενεργοποίηση του TLR-4 χαρακτηρίζεται από ενεργοποίηση του πυρηνικού παράγοντα-kB (NF-kB) ακολουθούμενη από την παραγωγή διαφόρων προφλεγμονωδών και νευροτοξικών παραγόντων. Δεδομένα από την παρούσα μελέτη έδειξαν ότι η Ναλoξόνη μείωσε τα επίπεδα έκφρασης του NF-kB και της πρόδρομης πρωτεΐνης του, κασπάσης-3, και μείωσε την προκλητή από LPS παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, επαγόμενης συνθάσης μονοξειδίου του αζώτου, παράγοντα νέκρωσης όγκων α, ιντερλευκίνης-1β και ιντερλευκίνης-6 στα μικρογλοιακά κύτταρα BV2. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, συμπεραίνεται ότι η Ναλoξόνη μπορεί να ασκεί τις νευροπροστατευτικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των μικρογλοίων μέσω μιας σηματοδοτικής οδού HSP60-TLR-4-NF-kB.
Η φωσφοϊνοσιτιδική 3-κινάση (PI3K) δέλτα και γάμμα (οι ισομορφές p110δέλτα και p110γάμμα της PI3K) συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της φλεγμονής. Επιδιώξαμε να διευκρινίσουμε τους πιθανούς ρόλους της PI3Kδέλτα και PI3Kγάμμα στη διαμεσολάβηση των αντιφλεγμονωδών επιδράσεων της Ναλoξόνης.
Υλικά και μέθοδοι:
- Ποντικά μακροφάγα κύτταρα διετέθησαν με ενδοτοξίνη, ενδοτοξίνη συν Ναλoξόνη, ή ενδοτοξίνη συν Ναλoξόνη συν αναστολείς PI3K (ο αναστολέας PI3Kδέλτα IC87114, ο αναστολέας PI3Kγάμμα AS252424, ή IC87114 συν AS252424) και ονομάστηκαν αντίστοιχα ομάδες LPS, LPS + N, LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS.
- Συγκρίθηκαν διαφορές στα φλεγμονώδη μόρια και τα επίπεδα ενεργοποίησης του πυρηνικού παράγοντα-kB (NF-kB) και ενεργοποίησης Akt (δείκτης δραστηριότητας PI3K) μεταξύ αυτών των ομάδων.
Αποτελέσματα:
- Οι συγκεντρώσεις φλεγμονωδών μορίων (παράγοντας φλεγμονής μακροφάγων 2, παράγοντας νέκρωσης όγκων-άλφα, ιντερλευκίνη-1β, και κυκλοοξυγενάση-2/προσταγλανδίνη E2) και τα επίπεδα ενεργοποίησης NF-kB (συγκεντρώσεις p-NF-kB p65 και p-inhibitor-kB και δραστηριότητα δέσμευσης NF-kB-DNA) της ομάδας LPS + N ήταν σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα της ομάδας LPS (όλα P < 0,001).
- Αυτά τα δεδομένα επιβεβαίωσαν τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της Ναλoξόνης.
- Επιπλέον, οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της Ναλoξόνης θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν από τους αναστολείς της PI3Kδέλτα και PI3Kγάμμα, καθώς οι συγκεντρώσεις φλεγμονωδών μορίων και τα επίπεδα ενεργοποίησης NF-kB της ομάδας LPS + N ήταν σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα των ομάδων LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS (όλα P < 0,05).
- Αντίθετα, η συγκέντρωση της φωσφορυλιωμένης Akt στην ομάδα LPS + N ήταν σημαντικά υψηλότερη από εκείνη των ομάδων LPS, LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS (όλα P < 0,05).
Συμπέρασμα:
Η PI3Kδέλτα και η PI3Kγάμμα διαδραματίζουν κρίσιμους ρόλους στη διαμεσολάβηση των αντιφλεγμονωδών επιδράσεων της Ναλoξόνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Βιοδιαθεσιμότητα:
- Μια ενδορρινική δόση Ναλoξόνης έχει βιοδιαθεσιμότητα 42-47%.
- Μια δόση 8 mg ρινικής Ναλoξόνης φτάνει σε Cmax 12,3-12,8 ng/mL, με Tmax 0,25 ώρες, και AUC 16,7-19,0 h*ng/mL.
- Μια ενδομυϊκή δόση 0,4 mg φτάνει σε Cmax 0,876-0,910 ng/mL, με Tmax 0,25 ώρες, και AUC 1,94-1,95 h*ng/mL.
- Μια ενδοφλέβια δόση 2 mg φτάνει σε Cmax 26,2 ng/mL με AUC 12,8 h*ng/mL.
Αποβολή:
- Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση, 25-40% της Ναλoξόνης αποβάλλεται στα ούρα εντός 6 ωρών, 50% εντός 24 ωρών, και 60-70% εντός 72 ωρών.
- Οι μεταβολίτες ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη, νοροξυμορφόνη και ναλοξόλη ανιχνεύονται στα ούρα.
Κατανομή:
- Ο όγκος κατανομής της Ναλoξόνης είναι 200 L.
- Η Ναλoξόνη κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς.
- Διασχίζει τον πλακούντα και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Κάθαρση:
- Η κάθαρση της Ναλoξόνης είναι 2500 L/ημέρα.
Η Ναλoξόνη κατανέμεται γρήγορα σε ολόκληρο το σώμα με υψηλά επίπεδα στον εγκέφαλο, τα νεφρά, τη σπλήνα, τους σκελετικούς μυς, τους πνεύμονες και την καρδιά. Το φάρμακο διασχίζει επίσης εύκολα τον πλακούντα.
Η Ναλoξόνη απορροφάται ελάχιστα όταν χορηγείται από του στόματος, καθώς καταστρέφεται γρήγορα στο γαστρεντερικό σωλήνα. Απαιτούνται πολύ υψηλότερες δόσεις εάν χρησιμοποιείται αυτή η οδός χορήγησης για οποιαδήποτε φαρμακολογική δράση.
Όταν χορηγείται IV, η Ναλoξόνη έχει πολύ ταχεία έναρξη δράσης (συνήθως 1-2 λεπτά).
Εάν χορηγηθεί IM, η έναρξη δράσης είναι συνήθως εντός 5 λεπτών από τη χορήγηση.
Η διάρκεια δράσης συνήθως διαρκεί από 45-90 λεπτά, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως και 3 ώρες.
Η Ναλoξόνη αδρανοποιείται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση. Αν και το φάρμακο είναι αποτελεσματικό από του στόματος, απαιτούνται δόσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για παρεντερική χορήγηση για πλήρη ανταγωνισμό. Σε μια μελέτη, μια εφάπαξ από του στόματος δόση 3 g υδροχλωρικής Ναλoξόνης απαιτήθηκε για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των επιδράσεων 50 mg ηρωίνης για 24 ώρες.
Η Ναλoξόνη έχει έναρξη δράσης εντός 1-2 λεπτών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και εντός 2-5 λεπτών μετά από υποδόρια ή ενδομυϊκή χορήγηση.
Η διάρκεια δράσης εξαρτάται από τη δόση και την οδό χορήγησης και είναι πιο παρατεταμένη μετά από ενδομυϊκή χορήγηση παρά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Μετά τη χορήγηση 35 ή 70 μg υδροχλωρικής Ναλoξόνης ενδοπεριτοναϊκά σε νεογνά σε μια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος Ναλoξόνης εμφανίστηκαν εντός 40 λεπτών και ήταν 4-5,4 ng/mL και 9,2-20,2 ng/mL, αντίστοιχα.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 0,2 mg σε νεογνά στην ίδια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος Ναλoξόνης 11,3-34,7 ng/mL εμφανίστηκαν εντός 0,5-2 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η Ναλoξόνη υφίσταται κυρίως γλυκουρονιδίωση, σχηματίζοντας ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη.
Επιπλέον, η Ναλoξόνη υφίσταται N-απαλκυλίωση σε νοροξυμορφόνη ή αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας σε ναλοξόλη.
Η Ναλoξόνη μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ, κυρίως μέσω σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη. Η Ναλoξόνη υφίσταται επίσης N-απαλκυλίωση και αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας ακολουθούμενη από σύζευξη.
Αποδίδει N-αλληλ-7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinη, 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη σε άνθρωπο (Weinstein, SH, Pfeffer, M, Schor, JM, Indindoli, L, & Mintz, M, J Pharm Sci, 60, 1567 (1971)). Αποδίδει ναλοξόνη-3-βήτα-D-γλυκουρονίδη σε άνθρωπο (Fujimoto, JM, J Pharmac Exp Ther, 168, 180 (1969)).
… Οξειδωτική N-απαλκυλίωση, αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας και γλυκουρονιδίωση συμβαίνουν σε άνθρωπο.
… Ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη (κύριος), 3-θειική (δευτερεύων), ναλοξόλη και συζευγμένη ναλοξόλη (δευτερεύον), 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinη, 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη και οι συζευγμένοι τους μεταβολίτες αποδείχθηκαν ότι είναι οι μεταβολίτες της Ναλoξόνης. Επιπλέον, βρέθηκαν ενδείξεις για δύο πολικούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες (με υδροξυλίωση πιθανώς στην πλευρική αλυσίδα 17 ή στη θέση 2 του αρωματικού πυρήνα). 7,8-Διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη και 2-πολικοί μεταβολίτες παρατηρήθηκαν επίσης στον εγκέφαλο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της υδροχλωρικής Ναλoξόνης είναι 1,8-2,7 ώρες ενδορρινικά, 1,4 ώρες ενδομυϊκά και 1,2 ώρες ενδοφλέβια.
Σε νεογνά, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 3,1 ± 0,5 ώρες.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της Ναλoξόνης στο πλάσμα ήταν 1,28 ώρες μετά από IM ή υποδόρια ένεση υδροχλωρικής Ναλoξόνης χρησιμοποιώντας αυτόματη σύριγγα, σε σύγκριση με 1,36 ώρες μετά από IM ή υποδόρια ένεση χρησιμοποιώντας τυπική σύριγγα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της Ναλoξόνης έχει αναφερθεί ότι είναι 30-81 λεπτά σε ενήλικες και περίπου 3 ώρες σε νεογνά.
Τα επίπεδα πλάσματος Ναλoξόνης προσδιορίστηκαν με RIA για μια περίοδο 6-36 ωρών σε τρεις ομάδες νεογνών, (1) εκείνα που έλαβαν 35 μικρογραμμάρια IV (n = 6), (2) εκείνα που έλαβαν 70 μικρογραμμάρια IV (n = 6) και (3) εκείνα που έλαβαν 200 μικρογραμμάρια IM (n = 17) υδροχλωρικής Ναλoξόνης εντός 1 λεπτού από τη γέννηση. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 35 και 70 μικρογραμμαρίων Ναλoξόνης, τα μέγιστα επίπεδα 4-15 ng/mL και 9-20 ng/mL αντίστοιχα επιτεύχθηκαν σε 5-40 λεπτά και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής πλάσματος μετά από αμφότερες τις δόσεις ήταν 3,1 ± 0,5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
36B82AMQ7N
NALOXONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Ανταγωνιστής Οπιοειδών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Οπιοειδών
Η Ναλoξόνη είναι Ανταγωνιστής Οπιοειδών. Ο μηχανισμός δράσης της Ναλoξόνης είναι ως Ανταγωνιστής Οπιοειδών.
NALOXONE
Ανταγωνιστές Οπιοειδών [MoA]; Ανταγωνιστής Οπιοειδών [EPC]