NALOXONE
Ναλοξόνη
### Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντίδοτα, κωδικός-ATC: V03AB15 ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η υδροχλωρική ναλοξόνη, ένα ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης (N-αλλυλο-νοροξυμορφόνη), είναι ένας εξειδικευμένος ανταγωνιστής οπιοειδών που δρα συναγωνιστικά σε …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
R06 Άλλες ανωμαλίες της αναπνοής
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αναπνευστική καταστολή
-
T40 Δηλητηρίαση από ναρκωτικά και ψυχοδυσλεπτικά (ψευδαισθησιογόνα)
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Δηλητηρίαση από οπιοειδή · Οξεία υπερβολική δόση οπιοειδών
-
R40 Υπνηλία, καταστολή και κώμα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καταστολή του ΚΝΣ · Καταστολή του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια, ενδομυϊκά, ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: ανά διαστήματα 2 λεπτών, ανά διαστήματα 2-3 λεπτών, ανά διαστήματα 1 ή 2 ωρών
- Δόση έναρξης: 0,1 έως 0,2 mg
- Τιτλοποίηση: Εάν κριθεί απαραίτητο, επιπλέον ενδοφλέβιες ενέσεις 0,1 mg ανά διαστήματα 2 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Οι ενέσεις μπορούν να επαναληφθούν ανά διαστήματα 2-3 λεπτών εάν δεν επιτευχθεί αναμενόμενη καλυτέρευση.
-
Ενήλικες (Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής ΚΝΣ)Δόση0,1 έως 0,2 mgΕνδοφλέβια ένεση. Εάν κριθεί απαραίτητο, επιπλέον 0,1 mg ενδοφλέβια ανά διαστήματα 2 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Μια επιπλέον ένεση μπορεί να καταστεί αναγκαία μέσα σε 1 ή 2 ώρες. Μπορεί να χορηγηθεί ως ενδοφλέβια έγχυση.
-
Παιδιά (Πλήρης ή μερική αναστροφή καταστολής ΚΝΣ)Δόση0,01-0,02 mg/kgΕνδοφλέβια ανά διαστήματα 2-3 λεπτών μέχρι να επιτευχθεί ικανοποιητική αναπνοή και συνείδηση. Επιπρόσθετες δόσεις μπορεί να καταστούν αναγκαίες ανά διαστήματα 1 ή 2 ωρών.
-
Ενήλικες (Διάγνωση οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών)Δόση0,4-2 mgΑρχική δόση ενδοφλεβίως. Οι ενέσεις μπορούν να επαναληφθούν ανά διαστήματα 2-3 λεπτών. Μπορεί επίσης να χορηγηθεί ενδομυϊκά (αρχική δόση 0,4-2 mg) εάν δεν είναι δυνατή η ενδοφλέβια χορήγηση. Εάν 10 mg δεν επιφέρουν σημαντική βελτίωση, υποδηλώνει ότι η καταστολή προκλήθηκε από άλλες αιτίες.
-
Παιδιά (Διάγνωση οξείας υπερβολικής δόσης οπιοειδών)Δόση0,01 mg/kgΑρχική δόση ενδοφλεβίως. Εάν δεν επιτευχθεί ικανοποιητική κλινική απάντηση, μπορεί να χορηγηθεί επιπλέον ένεση 0,1 mg/kg. Ενδέχεται να είναι απαραίτητη ενδοφλέβια έγχυση. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκά (αρχική δόση 0,01 mg/kg), μοιρασμένη σε αρκετές δόσεις.
-
Νεογνά (Αναστροφή αναπνευστικής καταστολής από οπιοειδή μητέρας)Δόση0,01 mg/kgΕνδοφλεβίως. Εάν η αναπνευστική λειτουργία δεν αναστραφεί, η ένεση μπορεί να επαναληφθεί ανά διαστήματα 2-3 λεπτών. Εάν η ενδοφλέβια χορήγηση δεν είναι δυνατή, μπορεί να χορηγηθεί ενδομυϊκά (αρχική δόση 0,01 mg/kg).
-
ΗλικιωμένοιΣε ασθενείς με προϋπάρχον καρδιοαγγειακό νόσημα ή σε εκείνους που λαμβάνουν φάρμακα με ενδεχόμενη καρδιοτοξικότητα, η υδροχλωρική ναλοξόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. Λίστα εκδόχων)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Χορήγηση σε ασθενείς με εξάρτηση από οπιοειδήπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς που έχουν λάβει υψηλές δόσεις οπιοειδών ή που έχουν φυσική εξάρτηση από οπιοειδήΠρέπει να χορηγείται με προσοχή. Μια πολύ γρήγορη αναστροφή της δράσης των οπιοειδών μπορεί να προκαλέσει οξύ στερητικό σύνδρομο, υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, πνευμονικό οίδημα και καρδιακή ανακοπή.
-
Χορήγηση σε νεογνάπροσοχήΠληθυσμόςνεογνά των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει οπιοειδήΙσχύουν οι ίδιοι κίνδυνοι οξέος στερητικού συνδρόμου, υπέρτασης, καρδιακών αρρυθμιών, πνευμονικού οιδήματος και καρδιακής ανακοπής με τους ενήλικες εξαρτημένους από οπιοειδή.
-
Μη αποτελεσματικότηταΔεν είναι αποτελεσματική σε κεντρική καταστολή που έχει προκληθεί από άλλους παράγοντες εκτός από οπιοειδή.
-
Αναπνευστική καταστολή από βουπρενορφίνηπροσοχήΗ αναστροφή της προκαλούμενης από βουπρενοφρίνη αναπνευστικής καταστολής μπορεί να είναι ατελής. Εάν παρουσιαστεί ατελής ανταπόκριση, η αναπνοή θα πρέπει να υποστηριχθεί μηχανικά.
-
Χρήση μετά από χειρουργική επέμβαση / ΥπερδοσολογίαπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς μετά από χρήση οπιοειδών κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασηςΘα πρέπει να αποφεύγεται υπερβολική δόση, γιατί μπορεί να προκαλέσει υπερδιέγερση, αύξηση της αρτηριακής πίεσης, κλινικά σημαντική αναστροφή της αναλγησίας, ναυτία, έμετο, εφίδρωση ή ταχυκαρδία λόγω ταχείας αναστροφής.
-
Καρδιαγγειακές ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιακά νοσήματα ή σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα με σχετική καρδιοτοξικότητα (π.χ. κοκαΐνη, μεθαμφεταμίνη, κυκλικά αντικαταθλιπτικά, αναστολείς δίαυλων ασβεστίου, βήτα-αναστολείς, διγοξίνη)Πρέπει να δίνεται προσοχή στη χορήγηση. Έχει αναφερθεί ότι προκαλεί υπόταση, υπέρταση, κοιλιακή ταχυκαρδία, μαρμαρυγή και πνευμονικό οίδημα. (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες)
-
Περιεκτικότητα σε νάτριοΤο φαρμακευτικό προϊόν περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά 1ml, δηλ. ουσιαστικά «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Οπιοειδή και αγωνιστές οπιοειδών (σε εξαρτημένους)προσοχήΈντονα συμπτώματα στέρησης, υπέρταση, καρδιακές αρρυθμίες, πνευμονικό οίδημα, καρδιακή ανακοπή.
-
Βαρβιτουρικά και ηρεμιστικάπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής που μπορεί να αποβεί μοιραία σε περίπτωση υπερδοσολογίας.
-
ΟινοπνευματώδηπροσοχήΕνδέχεται να παρατηρηθεί λιγότερο ταχύ αποτέλεσμα της ναλοξόνης σε πολλαπλή δηλητηρίαση.
-
προσοχήΜπορεί να αποκατασταθεί πλήρης αναλγησία. Περιορισμένη αναστροφή της αναπνευστικής καταστολής από βουπρενορφίνη.
-
προσοχήΣοβαρή υπέρταση σε περιστατικά κώματος λόγω υπερβολικής δόσης κλονιδίνης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Κνίδωση
- Εφίδρωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Ρινίτιδα
- Δύσπνοια
- Πνευμονικό οίδημα
- Υπεραερισμός
- Οίδημα Quincke
- Αναφυλακτικό σοκ
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Τρόμος
- Σπασμοί
- Ένταση
- Σύγχυση
- Άγχος
- Ταχυκαρδία
- Αρρυθμία
- Βραδυκαρδία
- Μαρμαρυγή
- Καρδιακή ανακοπή
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Ερεθισμός αγγειακού τοιχώματος
- Ναυτία
- Έμετος
- Διάρροια
- Ξηροστομία
- Μετεγχειρητικός πόνος
- Ρίγη
- Τοπικός ερεθισμός και φλεγμονή (μετά από ενδομυϊκή χορήγηση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεγχειρητικός πόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΈντασηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλακτικό σοκΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΜαρμαρυγήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΟίδημα QuinckeΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΠνευμονικό οίδημαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Μη γνωστέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη συχνέςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη συχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Μη συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Μη συχνέςΕρεθισμός αγγειακού τοιχώματοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη συχνέςΕφίδρωσηΔέρμα
-
Μη συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΡίγηΓενικές
-
Μη γνωστέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Μη συχνέςΤοπικός ερεθισμός και φλεγμονήΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Μη συχνέςΥπεραερισμόςΑναπνευστικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο φαρμακευτικό προϊόν δε θα πρέπει να χορηγείται κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης παρά μόνο εάν κριθεί απολύτως απαραίτητο.Δεν υπάρχουν διαθέσιμα επαρκή κλινικά δεδομένα για την έκθεση σε υδροχλωρική ναλοξόνη κατά την εγκυμοσύνη. Μελέτες σε ζώα έδειξαν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος. Η υδροχλωρική ναλοξόνη μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης σε νεογνά (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Γαλουχίαθα πρέπει να αποφεύγεται ο θηλασμός επί 24 ώρες μετά την αγωγή.Δεν είναι γνωστό εάν η υδροχλωρική ναλοξόνη περνάει στο μητρικό γάλα και δεν έχει τεκμηριωθεί εάν τα παιδιά που θηλάζουν επηρεάζονται από την υδροχλωρική ναλοξόνη.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- επάνοδο του πόνου
- επάνοδο της έντασης
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντίδοτα, κωδικός-ATC: V03AB15
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η υδροχλωρική ναλοξόνη, ένα ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης (N-αλλυλο-νοροξυμορφόνη), είναι ένας εξειδικευμένος ανταγωνιστής οπιοειδών που δρα συναγωνιστικά σε υποδοχείς οπιοειδών. Παρουσιάζει πολύ υψηλή χημική συγγένεια προς τις θέσεις των υποδοχέων οπιοειδών και συνεπώς εκτοπίζει τόσο τους αγωνιστές οπιοειδών όσο και τους μερικώς δρώντες ανταγωνιστές, όπως την πενταζοκίνη, για παράδειγμα, αλλά επίσης και τη ναλορφίνη. Η υδροχλωρική ναλοξόνη δεν εξουδετερώνει κεντρική καταστολή οφειλόμενη σε υπνωτικά ή άλλα μη-οπιοειδή και δεν διαθέτει τις ιδιότητες «αγωνιστή» ή ιδιότητες ομοιάζουσες της μορφίνης που είναι χαρακτηριστικές άλλων ανταγωνιστών των οπιοειδών. Ακόμα υψηλότερες δόσεις του φαρμάκου (10 φορές η συνήθης θεραπευτική δόση) επιφέρουν ασήμαντη αναλγησία, μόνο ελαφρά ζαλάδα και καθόλου αναπνευστική καταστολή, ψυχοσωμιμητικές δράσεις, αλλαγές στο κυκλοφορικό ή μύση. Με απουσία οπιοειδών ή συναγωνιστικών δράσεων άλλων ανταγωνιστών οπιοειδών, δεν παρουσιάζει καμία φαρμακολογική δραστηριότητα. Επειδή η υδροχλωρική ναλοξόνη, σε αντίθεση με τη ναλορφίνη, δεν προκαλεί έξαρση της αναπνευστικής καταστολής που προκαλούν άλλες ουσίες, μπορεί συνεπώς να χρησιμοποιηθεί επίσης και για διαφορετική διάγνωση. Δεν έχει αποδειχτεί αν η υδροχλωρική ναλοξόνη επιφέρει ανοχή ή προκαλεί φυσική ή ψυχική εξάρτηση. Σε περίπτωση εξάρτησης από οπιοειδή, η χορήγηση υδροχλωρικής ναλοξόνης θα ενισχύσει τα συμπτώματα της φυσικής εξάρτησης. Όταν χορηγείται ενδοφλεβίως, η φαρμακολογική δράση της υδροχλωρικής ναλοξόνης θα είναι συνήθως εμφανής μέσα σε δύο λεπτά. Η διάρκεια της ανταγωνιστικής δράσης εξαρτάται από τη δόση, αλλά βρίσκεται γενικά στο φάσμα των 1-4 ωρών. Η ανάγκη για επανειλημμένες δόσεις εξαρτάται από την ποσότητα, τον τύπο και την οδό χορήγησης του οπιοειδούς το οποίο θα ανταγωνιστεί.
Απορρόφηση
Η υδροχλωρική ναλοξόνη απορροφάται γρήγορα από τη γαστρεντερική οδό αλλά υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό «πρώτης - διόδου» και απενεργοποιείται γρήγορα μετά από χορήγηση από το στόμα. Αν και το φάρμακο είναι αποτελεσματικό όταν χορηγείται από το στόμα, για τον πλήρη ανταγωνισμό των οπιοειδών, απαιτούνται δόσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που απαιτούνται για παρεντερική χορήγηση. Έτσι, η υδροχλωρική ναλοξόνη χορηγείται παρεντερικά. Η έναρξη της δράσης ποικίλλει από μισό έως δύο λεπτά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, σε τρία λεπτά μετά από ενδομυϊκή χορήγηση. Η διάρκεια της δράσης μετά από ενδοφλέβια χορήγηση είναι περίπου 20 έως 30 λεπτά, ενώ μετά από ενδομυϊκή χορήγηση είναι από 2 ώρες και 30 λεπτά έως 3 ώρες.
Κατανομή
Μετά από παρεντερική χορήγηση, η υδροχλωρική ναλοξόνη κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς και τα υγρά του σώματος, ιδιαίτερα στον εγκέφαλο, επειδή το φάρμακο είναι πολύ λιπόφιλο. Η διάχυση της ναλοξόνης στον εγκέφαλο είναι καλή: στις μέγιστες συγκεντρώσεις στον ορό (δηλ. 15 λεπτά μετά την ένεση), οι συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο είναι ενάμισι φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις στο πλάσμα. Στους ενήλικες, ο όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση αναφέρεται γύρω στα 2 l/kg. Η δέσμευση πρωτεϊνών κυμαίνεται μεταξύ 32 και 45%. Η υδροχλωρική ναλοξόνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα όμως, δεν είναι γνωστό αν η υδροχλωρική ναλοξόνη περνάει στο μητρικό γάλα.
Βιομετασχηματισμός
Η υδροχλωρική ναλοξόνη μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ, κυρίως με σύζευξη με γλυκουρονικό οξύ και απεκκρίνεται στα ούρα. Μετά από ενδοφλέβια ένεση, η ναλοξόνη υφίσταται ταχεία αποικοδόμηση: μικρές μόνο ποσότητες μη μεταβολισμένης ναλοξόνης ανευρίσκονται στο πλάσμα. Η αποικοδόμηση της ναλοξόνης λαμβάνει χώρα σύμφωνα με έναν εντεροηπατικό κύκλο: η αποαλκυλίωση με αναγωγή της 6-κετοομάδας και της σύζευξης με γλυκουρονίδιο οδηγεί σε διαφορετικούς μεταβολίτες, συμπεριλαμβανομένου ιδίως του 2-naloxone-glycuronide.
Απέκκριση
Η υδροχλωρική ναλοξόνη έχει σύντομο χρόνο ημιζωής στο πλάσμα, της τάξης των 45-90 λεπτών περίπου, μετά από παρεντερική χορήγηση. Ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα στα νεογνά είναι 3 ώρες περίπου. Η συνολική σωματική κάθαρση ανέρχεται στα 22 ml/min/kg. Η αποβολή της ναλοξόνης και των μεταβολιτών της γίνεται μέσω των ούρων (70% σε 72 ώρες).
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: Αντίδοτα, κωδικός-ATC: V03AB15 ### Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η υδροχλωρική ναλοξόνη, ένα ημισυνθετικό παράγωγο της μορφίνης (N-αλλυλο-νοροξυμορφόνη), είναι ένας εξειδικευμένος ανταγωνιστής οπιοειδών που…
Απορρόφηση Η υδροχλωρική ναλοξόνη απορροφάται γρήγορα από τη γαστρεντερική οδό αλλά υφίσταται εκτεταμένο μεταβολισμό «πρώτης - διόδου» και απενεργοποιείται γρήγορα μετά από χορήγηση από το στόμα. Αν και το φάρμακο είναι αποτελεσματικό όταν χορηγείται από…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Στενά | Ικανοποιητική ανταπόκριση στην υδροχλωρική ναλοξόνη |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ένας ειδικός ανταγωνιστής οπιοειδών χωρίς αγωνιστική δράση. Αποτελεί ανταγωνιστή των υποδοχέων μü, δέλτα και κάππα οπιοειδών.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ενδείξεις
Για την πλήρη ή μερική αντιστροφή της ναρκωτικής κατάθλιψης, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής κατάθλιψης, που προκαλείται από οπιοειδή, όπως φυσικά και συνθετικά ναρκωτικά, προποξυφαίνη, μεθαδόνη και τα ναρκωτικά-ανταγωνιστικά αναλγητικά: ναλβουφίνη, πενταζοκίνη και βουτορφανόλη.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Η ναλοξόνη είναι ένας ανταγωνιστής οπιοειδών και αποτρέπει ή αντιστρέφει τις επιδράσεις των οπιοειδών, συμπεριλαμβανομένης της αναπνευστικής κατάθλιψης, της καταστολής και της υπότασης. Επίσης, μπορεί να αντιστρέψει τις ψυχοτομιμητικές και δυσφορικές επιδράσεις των αγωνιστών-ανταγωνιστών, όπως η πενταζοκίνη. Η ναλοξόνη είναι ουσιαστικά ένας καθαρός ναρκωτικός ανταγωνιστής, δηλαδή δεν διαθέτει τις “αγωνιστικές” ή μορφινοειδείς ιδιότητες που χαρακτηρίζουν άλλους ναρκωτικούς ανταγωνιστές. Η ναλοξόνη δεν προκαλεί αναπνευστική κατάθλιψη, ψυχοτομιμητικές επιδράσεις ή σύσπαση της κόρης. Απουσία ναρκωτικών ή αγωνιστικών επιδράσεων άλλων ναρκωτικών ανταγωνιστών, παρουσιάζει ουσιαστικά καμία φαρμακολογική δράση.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Αν και ο μηχανισμός δράσης της ναλοξόνης δεν είναι πλήρως κατανοητός, η πλειοψηφία των στοιχείων υποδηλώνει ότι η ναλοξόνη ανταγωνίζεται τις επιδράσεις των οπιοειδών ανταγωνιζόμενη για τις ίδιες θέσεις υποδοχέων, ιδιαίτερα τον υποδοχέα μü οπιοειδών. Πρόσφατα, έχει αποδειχθεί ότι η ναλοξόνη συνδέεται και με τους τρεις υποδοχείς οπιοειδών (μü, κάππα και γάμμα), αλλά η ισχυρότερη σύνδεση είναι με τον υποδοχέα μü.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
Απορρόφηση
Απορροφάται καλά μετά από ενδομυϊκή ένεση.
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
30-81 λεπτά
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η Ναλoξόνη είναι ένας ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων.
Η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται τη δράση των οπιοειδών, αντιστρέφοντας τις επιδράσεις τους. Εάν ένας ασθενής δεν έχει λάβει οπιοειδή, η Ναλoξόνη δεν έχει σημαντική επίδραση.
Η Ναλoξόνη υδροχλωρική είναι ουσιαστικά ένας καθαρός ανταγωνιστής οπιοειδών. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης των ανταγωνιστικών επιδράσεων της Ναλoξόνης δεν είναι πλήρως κατανοητός.
- Η Ναλoξόνη θεωρείται ότι δρα ως ανταγωνιστής στους οπιοειδείς υποδοχείς µu, kappa και sigma στο ΚΝΣ, με την υψηλότερη συγγένεια για τον υποδοχέα µu.
- Σε αντίθεση με τη λεβαλορφανη ή τη ναλορφίνη, η Ναλoξόνη έχει ελάχιστη ή καθόλου αγωνιστική δραστηριότητα.
- Όταν χορηγείται σε συνήθεις δόσεις σε ασθενείς που δεν έχουν λάβει πρόσφατα οπιοειδή, η Ναλoξόνη έχει ελάχιστη ή καθόλου φαρμακολογική επίδραση.
- Ακόμη και εξαιρετικά υψηλές δόσεις (10 φορές τη συνήθη θεραπευτική δόση) προκαλούν αμελητέα αναλγησία, μόνο ελαφρά υπνηλία και καμία αναπνευστική καταστολή, ψυχοτομιμητικές επιδράσεις, κυκλοφορικές αλλαγές ή μυσιώδη σύσπαση.
Σε ασθενείς που έχουν λάβει υψηλές δόσεις μορφίνης ή άλλων αναλγητικών φαρμάκων με παρόμοιες επιδράσεις, η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται τις περισσότερες επιδράσεις του οπιοειδούς:
- Αύξηση του ρυθμού αναπνοής και του αναπνευστικού όγκου.
- Μείωση του αρτηριακού PCO2 προς το φυσιολογικό.
- Επαναφορά της αρτηριακής πίεσης στο φυσιολογικό εάν είχε κατασταλεί.
Σε αντίθεση με τη ναλορφίνη ή τη λεβαλορφάνη, η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται την ήπια αναπνευστική καταστολή που προκαλείται από μικρές δόσεις οπιοειδών.
Επειδή η διάρκεια δράσης της Ναλoξόνης είναι γενικά μικρότερη από αυτήν του οπιοειδούς, οι επιδράσεις του οπιοειδούς μπορεί να επανέλθουν καθώς οι επιδράσεις της Ναλoξόνης μειώνονται.
Η Ναλoξόνη ανταγωνίζεται την οπιοειδο-προκαλούμενη καταστολή ή υπνηλία. Οι αναφορές είναι αντικρουόμενες ως προς το εάν το φάρμακο τροποποιεί την οπιοειδο-προκαλούμενη διέγερση ή τους σπασμούς.
Η πρωτεΐνη θερμικού σοκ (HSP)60 είναι κυρίως μια μιτοχονδριακή πρωτεΐνη. Προηγούμενες μελέτες έχουν διαπιστώσει ότι οι αλλαγές στην ενδοκυττάρια εντόπιση της HSP60 έχουν συσχετιστεί με την απόπτωση. Η εξωκυττάρια HSP60 διαμεσολαβεί την απόπτωση μέσω του συνδέτη της, του υποδοχέα Toll-like (TLR)-4. Ο TLR-4 είναι ένας σημαντικός παράγοντας που εκφράζεται στα μικρογλοιακά κύτταρα, με κεντρικό ρόλο στην παραγωγή νευροανοσολογικών αποκρίσεων στην παθογένεια νευροεκφυλιστικών διαταραχών. Η Ναλoξόνη είναι ένας πολύ αποτελεσματικός μη-επιλεκτικός ανταγωνιστής των οπιοειδών υποδοχέων και έχει αναφερθεί ότι είναι φαρμακολογικά ευεργετική για τη θεραπεία εγκεφαλικών παθήσεων μέσω της αναστολής της ενεργοποίησης των μικρογλοίων. Ωστόσο, οι μηχανισμοί πίσω από αυτές τις ευεργετικές επιδράσεις της Ναλoξόνης παραμένουν ασαφείς. Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο να διερευνήσει τον ρόλο της HSP60 στις νευροπροστατευτικές επιδράσεις της Ναλoξόνης στην παραγωγή προφλεγμονωδών μεσολαβητών σε κύτταρα μικρογλοίων BV2 ποντικών που διεγέρθηκαν με λιποπολυσακχαρίτη (LPS) και τις πιθανές εμπλεκόμενες σηματοδοτικές οδούς. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η Ναλoξόνη ανέστειλε σημαντικά την έκφραση και την απελευθέρωση της HSP60 στα κύτταρα BV2. Τα επίπεδα έκφρασης του παράγοντα θερμικού σοκ (HSF)-1 αυξήθηκαν στα ενεργοποιημένα από LPS κύτταρα BV2, υποδεικνύοντας ότι η αυξημένη έκφραση της HSP60 οδηγούνταν από την ενεργοποίηση του HSF-1. Ωστόσο, τα αυξημένα επίπεδα HSF-1 μπορεί να μειώθηκαν από τη Ναλoξόνη. Τα επίπεδα του TLR-4 αυξήθηκαν στα ενεργοποιημένα κύτταρα BV2 και στη συνέχεια αναστέλλονταν από τη Ναλoξόνη. Η ενεργοποίηση του TLR-4 χαρακτηρίζεται από ενεργοποίηση του πυρηνικού παράγοντα-kB (NF-kB) ακολουθούμενη από την παραγωγή διαφόρων προφλεγμονωδών και νευροτοξικών παραγόντων. Δεδομένα από την παρούσα μελέτη έδειξαν ότι η Ναλoξόνη μείωσε τα επίπεδα έκφρασης του NF-kB και της πρόδρομης πρωτεΐνης του, κασπάσης-3, και μείωσε την προκλητή από LPS παραγωγή μονοξειδίου του αζώτου, επαγόμενης συνθάσης μονοξειδίου του αζώτου, παράγοντα νέκρωσης όγκων α, ιντερλευκίνης-1β και ιντερλευκίνης-6 στα μικρογλοιακά κύτταρα BV2. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, συμπεραίνεται ότι η Ναλoξόνη μπορεί να ασκεί τις νευροπροστατευτικές και αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της αναστέλλοντας την ενεργοποίηση των μικρογλοίων μέσω μιας σηματοδοτικής οδού HSP60-TLR-4-NF-kB.
Η φωσφοϊνοσιτιδική 3-κινάση (PI3K) δέλτα και γάμμα (οι ισομορφές p110δέλτα και p110γάμμα της PI3K) συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία της φλεγμονής. Επιδιώξαμε να διευκρινίσουμε τους πιθανούς ρόλους της PI3Kδέλτα και PI3Kγάμμα στη διαμεσολάβηση των αντιφλεγμονωδών επιδράσεων της Ναλoξόνης.
Υλικά και μέθοδοι:
- Ποντικά μακροφάγα κύτταρα διετέθησαν με ενδοτοξίνη, ενδοτοξίνη συν Ναλoξόνη, ή ενδοτοξίνη συν Ναλoξόνη συν αναστολείς PI3K (ο αναστολέας PI3Kδέλτα IC87114, ο αναστολέας PI3Kγάμμα AS252424, ή IC87114 συν AS252424) και ονομάστηκαν αντίστοιχα ομάδες LPS, LPS + N, LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS.
- Συγκρίθηκαν διαφορές στα φλεγμονώδη μόρια και τα επίπεδα ενεργοποίησης του πυρηνικού παράγοντα-kB (NF-kB) και ενεργοποίησης Akt (δείκτης δραστηριότητας PI3K) μεταξύ αυτών των ομάδων.
Αποτελέσματα:
- Οι συγκεντρώσεις φλεγμονωδών μορίων (παράγοντας φλεγμονής μακροφάγων 2, παράγοντας νέκρωσης όγκων-άλφα, ιντερλευκίνη-1β, και κυκλοοξυγενάση-2/προσταγλανδίνη E2) και τα επίπεδα ενεργοποίησης NF-kB (συγκεντρώσεις p-NF-kB p65 και p-inhibitor-kB και δραστηριότητα δέσμευσης NF-kB-DNA) της ομάδας LPS + N ήταν σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα της ομάδας LPS (όλα P < 0,001).
- Αυτά τα δεδομένα επιβεβαίωσαν τις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της Ναλoξόνης.
- Επιπλέον, οι αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις της Ναλoξόνης θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν από τους αναστολείς της PI3Kδέλτα και PI3Kγάμμα, καθώς οι συγκεντρώσεις φλεγμονωδών μορίων και τα επίπεδα ενεργοποίησης NF-kB της ομάδας LPS + N ήταν σημαντικά χαμηλότερα από εκείνα των ομάδων LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS (όλα P < 0,05).
- Αντίθετα, η συγκέντρωση της φωσφορυλιωμένης Akt στην ομάδα LPS + N ήταν σημαντικά υψηλότερη από εκείνη των ομάδων LPS, LPS + N + IC, LPS + N + AS, και LPS + N + IC + AS (όλα P < 0,05).
Συμπέρασμα:
Η PI3Kδέλτα και η PI3Kγάμμα διαδραματίζουν κρίσιμους ρόλους στη διαμεσολάβηση των αντιφλεγμονωδών επιδράσεων της Ναλoξόνης.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Βιοδιαθεσιμότητα:
- Μια ενδορρινική δόση Ναλoξόνης έχει βιοδιαθεσιμότητα 42-47%.
- Μια δόση 8 mg ρινικής Ναλoξόνης φτάνει σε Cmax 12,3-12,8 ng/mL, με Tmax 0,25 ώρες, και AUC 16,7-19,0 h*ng/mL.
- Μια ενδομυϊκή δόση 0,4 mg φτάνει σε Cmax 0,876-0,910 ng/mL, με Tmax 0,25 ώρες, και AUC 1,94-1,95 h*ng/mL.
- Μια ενδοφλέβια δόση 2 mg φτάνει σε Cmax 26,2 ng/mL με AUC 12,8 h*ng/mL.
Αποβολή:
- Μετά από από του στόματος ή ενδοφλέβια χορήγηση, 25-40% της Ναλoξόνης αποβάλλεται στα ούρα εντός 6 ωρών, 50% εντός 24 ωρών, και 60-70% εντός 72 ωρών.
- Οι μεταβολίτες ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη, νοροξυμορφόνη και ναλοξόλη ανιχνεύονται στα ούρα.
Κατανομή:
- Ο όγκος κατανομής της Ναλoξόνης είναι 200 L.
- Η Ναλoξόνη κατανέμεται γρήγορα στους ιστούς.
- Διασχίζει τον πλακούντα και τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό.
Κάθαρση:
- Η κάθαρση της Ναλoξόνης είναι 2500 L/ημέρα.
Η Ναλoξόνη κατανέμεται γρήγορα σε ολόκληρο το σώμα με υψηλά επίπεδα στον εγκέφαλο, τα νεφρά, τη σπλήνα, τους σκελετικούς μυς, τους πνεύμονες και την καρδιά. Το φάρμακο διασχίζει επίσης εύκολα τον πλακούντα.
Η Ναλoξόνη απορροφάται ελάχιστα όταν χορηγείται από του στόματος, καθώς καταστρέφεται γρήγορα στο γαστρεντερικό σωλήνα. Απαιτούνται πολύ υψηλότερες δόσεις εάν χρησιμοποιείται αυτή η οδός χορήγησης για οποιαδήποτε φαρμακολογική δράση.
Όταν χορηγείται IV, η Ναλoξόνη έχει πολύ ταχεία έναρξη δράσης (συνήθως 1-2 λεπτά).
Εάν χορηγηθεί IM, η έναρξη δράσης είναι συνήθως εντός 5 λεπτών από τη χορήγηση.
Η διάρκεια δράσης συνήθως διαρκεί από 45-90 λεπτά, αλλά μπορεί να διαρκέσει έως και 3 ώρες.
Η Ναλoξόνη αδρανοποιείται γρήγορα μετά από από του στόματος χορήγηση. Αν και το φάρμακο είναι αποτελεσματικό από του στόματος, απαιτούνται δόσεις πολύ μεγαλύτερες από αυτές που χρειάζονται για παρεντερική χορήγηση για πλήρη ανταγωνισμό. Σε μια μελέτη, μια εφάπαξ από του στόματος δόση 3 g υδροχλωρικής Ναλoξόνης απαιτήθηκε για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των επιδράσεων 50 mg ηρωίνης για 24 ώρες.
Η Ναλoξόνη έχει έναρξη δράσης εντός 1-2 λεπτών μετά από ενδοφλέβια χορήγηση και εντός 2-5 λεπτών μετά από υποδόρια ή ενδομυϊκή χορήγηση.
Η διάρκεια δράσης εξαρτάται από τη δόση και την οδό χορήγησης και είναι πιο παρατεταμένη μετά από ενδομυϊκή χορήγηση παρά μετά από ενδοφλέβια χορήγηση.
Μετά τη χορήγηση 35 ή 70 μg υδροχλωρικής Ναλoξόνης ενδοπεριτοναϊκά σε νεογνά σε μια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος Ναλoξόνης εμφανίστηκαν εντός 40 λεπτών και ήταν 4-5,4 ng/mL και 9,2-20,2 ng/mL, αντίστοιχα.
Μετά από ενδομυϊκή χορήγηση 0,2 mg σε νεογνά στην ίδια μελέτη, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος Ναλoξόνης 11,3-34,7 ng/mL εμφανίστηκαν εντός 0,5-2 ωρών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η Ναλoξόνη υφίσταται κυρίως γλυκουρονιδίωση, σχηματίζοντας ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη.
Επιπλέον, η Ναλoξόνη υφίσταται N-απαλκυλίωση σε νοροξυμορφόνη ή αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας σε ναλοξόλη.
Η Ναλoξόνη μεταβολίζεται γρήγορα στο ήπαρ, κυρίως μέσω σύζευξης με γλυκουρονικό οξύ. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη. Η Ναλoξόνη υφίσταται επίσης N-απαλκυλίωση και αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας ακολουθούμενη από σύζευξη.
Αποδίδει N-αλληλ-7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinη, 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη σε άνθρωπο (Weinstein, SH, Pfeffer, M, Schor, JM, Indindoli, L, & Mintz, M, J Pharm Sci, 60, 1567 (1971)). Αποδίδει ναλοξόνη-3-βήτα-D-γλυκουρονίδη σε άνθρωπο (Fujimoto, JM, J Pharmac Exp Ther, 168, 180 (1969)).
… Οξειδωτική N-απαλκυλίωση, αναγωγή της 6-κέτο-ομάδας και γλυκουρονιδίωση συμβαίνουν σε άνθρωπο.
… Ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη (κύριος), 3-θειική (δευτερεύων), ναλοξόλη και συζευγμένη ναλοξόλη (δευτερεύον), 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinη, 7,8-διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη και οι συζευγμένοι τους μεταβολίτες αποδείχθηκαν ότι είναι οι μεταβολίτες της Ναλoξόνης. Επιπλέον, βρέθηκαν ενδείξεις για δύο πολικούς υδροξυλιωμένους μεταβολίτες (με υδροξυλίωση πιθανώς στην πλευρική αλυσίδα 17 ή στη θέση 2 του αρωματικού πυρήνα). 7,8-Διυδρο-14-υδροξυνορμορfinόνη και 2-πολικοί μεταβολίτες παρατηρήθηκαν επίσης στον εγκέφαλο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της υδροχλωρικής Ναλoξόνης είναι 1,8-2,7 ώρες ενδορρινικά, 1,4 ώρες ενδομυϊκά και 1,2 ώρες ενδοφλέβια.
Σε νεογνά, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής είναι 3,1 ± 0,5 ώρες.
Ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της Ναλoξόνης στο πλάσμα ήταν 1,28 ώρες μετά από IM ή υποδόρια ένεση υδροχλωρικής Ναλoξόνης χρησιμοποιώντας αυτόματη σύριγγα, σε σύγκριση με 1,36 ώρες μετά από IM ή υποδόρια ένεση χρησιμοποιώντας τυπική σύριγγα.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της Ναλoξόνης έχει αναφερθεί ότι είναι 30-81 λεπτά σε ενήλικες και περίπου 3 ώρες σε νεογνά.
Τα επίπεδα πλάσματος Ναλoξόνης προσδιορίστηκαν με RIA για μια περίοδο 6-36 ωρών σε τρεις ομάδες νεογνών, (1) εκείνα που έλαβαν 35 μικρογραμμάρια IV (n = 6), (2) εκείνα που έλαβαν 70 μικρογραμμάρια IV (n = 6) και (3) εκείνα που έλαβαν 200 μικρογραμμάρια IM (n = 17) υδροχλωρικής Ναλoξόνης εντός 1 λεπτού από τη γέννηση. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση 35 και 70 μικρογραμμαρίων Ναλoξόνης, τα μέγιστα επίπεδα 4-15 ng/mL και 9-20 ng/mL αντίστοιχα επιτεύχθηκαν σε 5-40 λεπτά και ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής πλάσματος μετά από αμφότερες τις δόσεις ήταν 3,1 ± 0,5 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
36B82AMQ7N
NALOXONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Ομάδα [EPC] - Ανταγωνιστής Οπιοειδών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Ανταγωνιστές Οπιοειδών
Η Ναλoξόνη είναι Ανταγωνιστής Οπιοειδών. Ο μηχανισμός δράσης της Ναλoξόνης είναι ως Ανταγωνιστής Οπιοειδών.
NALOXONE
Ανταγωνιστές Οπιοειδών [MoA]; Ανταγωνιστής Οπιοειδών [EPC]