Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N02AE01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BUPRENORPHINE

Βουπρενορφίνη

Εκτός από τις ψυχοκοινωνικές και άλλες μεθόδους οι οποίες εφαρμόζονται στις προσπάθειες απεξάρτησης των τοξικομανών υπάρχουν και φαρακευτικές ουσίες οι οποίες βοηθούν σε αυτή την προσπάθεια δρώντας είτε ως υποκατάστατα των οπιοειδών στους ίδιους υποδοχείς (διεγέρτες ή …

Chemical structure of BUPRENORPHINE

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
DrugBank

Ενδείξεις

expand_more
Για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου, περιεγχειρητική αναλγησία και εξάρτηση από οπιοειδή.
medication
SPC-SUBUTEX

Δοσολογία

expand_more
Οδός:
Υπογλώσσια
Χορήγηση:
Μία φορά την ημέρα (έναρξη)
Δόση έναρξης:
0,8 έως 4 mg
Τιτλοποίηση:
Η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Η δοσολογία συντήρησης θα ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και θα πρέπει να καθορίζεται αυξάνοντας προοδευτικά τη δόση μέχρι να πιστοποιηθεί η ελάχιστη αποτελεσματική δόση.
  • Ενήλικες και έφηβοι άνω των 15 ετών
    Δόση0,8 έως 4 mg ημερησίως
    Η αρχική δόση κυμαίνεται μεταξύ 0,8 έως 4 mg, χορηγούμενη μία φορά την ημέρα. Για άτομα με εξάρτηση από οπιοειδή, τα οποία δεν έχουν υποστεί αποστέρηση: η δόση της βουπρενορφίνης θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 4 ώρες μετά την τελευταία χρήση του οπιοειδούς, ή όταν εμφανίζονται τα πρώτα σημεία στέρησης. Για ασθενείς που λαμβάνουν μεθαδόνη: πριν από την έναρξη της θεραπείας με βουπρενορφίνη, η δόση της μεθαδόνης θα πρέπει να μειωθεί κάτω από 30mg/ημέρα.
  • Δόση συντήρησης
    Δόση8 mg
    Μέγ. δόση16 mg/ημέρα
    Η δοσολογία συντήρησης θα ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και θα πρέπει να καθορίζεται αυξάνοντας προοδευτικά τη δόση μέχρι να πιστοποιηθεί η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η μέση δόση συντήρησης είναι 8 mg με ορισμένους ασθενείς να χρειάζονται μέχρι 16 mg/ημέρα. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16 mg. Η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με την επανεκτίμηση της κλινικής κατάστασης και της συνολικής αντιμετώπισης του ασθενούς. Συνιστάται η διάθεση της καθ’ ημέρας δόσης της βουπρενορφίνης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. Ακολούθως, μετά τη σταθεροποίηση, μπορεί να δίνεται στον ασθενή ποσότητα του προϊόντος επαρκής για αρκετές ημέρες θεραπείας. Παρ’ όλα αυτά, συνιστάται η χορηγούμενη ποσότητα του προϊόντος να επαρκεί το πολύ για 7 ημέρες. Η δόση μπορεί να μειωθεί σταδιακά αφού επιτευχθεί ικανοποιητική περίοδος σταθερότητας.
block
SPC-SUBUTEX

Αντενδείξεις

expand_more
  • Υπερευαισθησία στη βουπρενορφίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος
  • Παιδιά κάτω των 15 ετών
  • Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • Οξεία μέθη ή τρομώδες παραλήρημα
  • Συνδυασμός με Μεθαδόνη, Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙΙ
warning
SPC-SUBUTEX

Προειδοποιήσεις

expand_more
  • Γενικές προειδοποιήσεις
  • Συνταγογράφηση
  • Κίνδυνος κατάχρησης και προσαρμογή δοσολογίας
  • Διακοπή θεραπείας
    Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σύνδρομο στέρησης του οποίου η εμφάνιση μπορεί να καθυστερήσει.
  • Σύνθεση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης
    Δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
  • Αναπνευστική καταστολή
    Μερικές περιπτώσεις θανάτου έχουν αναφερθεί, ειδικά όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες (βλ. αλληλεπιδράσεις) ή όταν έγινε κατάχρηση της βουπρενορφίνης.
  • Ηπατίτιδα, ηπατικά συμβάματα
    Έχουν αναφερθεί σοβαρές περιπτώσεις οξείας ηπατικής βλάβης, κυρίως με υψηλές δόσεις και μπορεί να συσχετισθούν με τοξικότητα της βουπρενορφίνης επί των μιτοχονδρίων. Προϋπάρχουσα ή επίκτητη μιτοχονδριακή διαταραχή (γενετική νόσος, ιογενείς λοιμώξεις ιδιαίτερα χρόνια ηπατίτιδα C, κατάχρηση αλκοόλ, ανορεξία, σχετιζόμενες μιτοχονδριακές τοξίνες π.χ. ασπιρίνη, ισονιαζίδη, βαλπροϊκό, αμιωδαρόνη, αντιρετροϊκά νουκλεοσιδικά ανάλογα…) θα μπορούσαν να ευνοήσουν την εμφάνιση αυτών των ηπατικών βλαβών. Αυτοί οι συνπαράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση του Subutex και κατά την παρακολούθηση της θεραπείας. Όταν υπάρξει υποψία για ηπατική βλάβη, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική αξιολόγηση. Ανάλογα με τα ευρήματα το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να διακοπεί προσεκτικά, ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση συμπτωμάτων στέρησης και η επιστροφή στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Εάν συνεχισθεί η θεραπεία, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά η ηπατική λειτουργία.
  • Σύνδρομο στέρησης οπιοειδών
    ΠληθυσμόςΕξαρτημένο ασθενή
    Μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης οπιοειδών εάν χορηγηθεί σε λιγότερο από 4 ώρες μετά από την τελευταία χρήση του οπιοειδούς (βλ. Δοσολογία).
  • Γενικοί κίνδυνοι οπιοειδών
    ΠληθυσμόςΑσθενείς που χρησιμοποιούν βουπρενορφίνη
    Απαιτείται προσοχή σε περίπτωση τραυματισμού της κεφαλής και αύξησης της ενδοκρανιακής πίεσης, υπότασης, υπερτροφίας του προστάτη και στένωσης της ουρήθρας.
  • Αναλγητική δράση
  • Υπνηλία
    Μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, η οποία μπορεί να επιδεινωθεί από άλλες ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως: αλκοόλ, ηρεμιστικά, καταπραϋντικά, υπνωτικά (βλ. αλληλεπιδράσεις και οδήγηση).
  • Ορθοστατική υπόταση
  • Εξάρτηση
    Μελέτες σε ζώα, καθώς και η κλινική εμπειρία, έχουν δείξει ότι η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει εξάρτηση, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο από τη μορφίνη. Συνεπώς, είναι σημαντικό να ακολουθείτε τις συστάσεις για την έναρξη της θεραπείας, την προσαρμογή της δόσης και την παρακολούθηση του ασθενή (βλ. Δοσολογία).
  • Αθλητές
    Πρέπει να γνωρίζουν ότι το φάρμακο αυτό μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες για την εξακρίβωση χρήσης απαγορευμένων ουσιών.
  • Προφυλάξεις κατά τη χρήση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με άσθμα ή αναπνευστική ανεπάρκεια
    Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αναπνευστικής καταστολής με την βουπρενορφίνη.
  • Προφυλάξεις κατά τη χρήση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    20% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται από τη νεφρική οδό. Συνεπώς, μπορεί να επιμηκυνθεί η νεφρική απομάκρυνση.
  • Προφυλάξεις κατά τη χρήση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με ηπατική ανεπάρκεια
    Ο ηπατικός μεταβολισμός της βουπρενορφίνης μπορεί να μεταβληθεί.
  • Αλληλεπιδράσεις με αναστολείς της CYP3A4
    Επειδή οι αναστολείς της CYP3A4 είναι πιθανόν να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης, στους ασθενείς οι οποίοι ήδη λαμβάνουν αναστολείς της CYP3A4 η δόση του Subutex πρέπει να ρυθμίζεται πιο αργά.
swap_horiz
SPC-SUBUTEX

Αλληλεπιδράσεις

expand_more
  • αντένδειξη
    Ελάττωση της επίδρασης της μεθαδόνης με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙΙ
    αντένδειξη
    Ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • δεν συστήνεται
    Κίνδυνος στερητικού συνδρόμου.
  • Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙ
    δεν συστήνεται
    Ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Κωδεΐνη, Αιθυλμορφίνη
    δεν συστήνεται
    Ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Αλκοόλ
    δεν συστήνεται
    Ενίσχυση της κατασταλτικής επίδρασης της βουπρενορφίνης, δυνητικά επικίνδυνη για οδήγηση και χρήση μηχανών.
    ΣύστασηΑποφύγετε τη λήψη μαζί με αλκοολούχα ποτά ή φάρμακα που περιέχουν αλκοόλ.
  • Βενζοδιαζεπίνες
    με προσοχή
    Θάνατος λόγω αναπνευστικής καταστολής από το κεντρικό σύστημα.
    ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να είναι περιορισμένες και ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περίπτωση κινδύνου κακής χρήσης. Απαιτείται ιατρική αξιολόγηση λόγου οφέλους/κινδύνου.
  • Άλλοι καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος (άλλα παράγωγα των οπιοειδών, ορισμένα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των Η-υποδοχέων, βενζοδιαζεπίνες, άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, νευροληπτικά, κλονιδίνη, σχετικές ουσίες)
    με προσοχή
    Ενίσχυση της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης, επικίνδυνο για οδήγηση οχημάτων και χειρισμό μηχανημάτων.
  • Βαρβιτουρικά
    με προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής.
  • Αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη, ποζακοναζόλη)
    με προσοχή
    Αύξηση της Cmax και AUC της βουπρενορφίνης (περίπου 70% και 50% αντίστοιχα) και σε μικρότερη έκταση της νορβουπρενορφίνης.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση και πιθανή μείωση της δόσης.
  • Αναστολείς πρωτεασών (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη)
    με προσοχή
    Κίνδυνος ενισχυμένων ή μειωμένων επιδράσεων της βουπρενορφίνης (σημεία στέρησης ή υπερδοσολογίας).
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση και προσαρμογή της δόσης εάν κρίνεται απαραίτητο.
  • Επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρμπαμαζεπίνη, φαινυτοϊνη, ριφαμπικίνη)
    με προσοχή
    Δεν έχει ερευνηθεί η αλληλεπίδραση.
    ΣύστασηΣτενή παρακολούθηση.
  • παρακολούθηση
    Καμία αξιοσημείωτη αλληλεπίδραση δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα.
sick
SPC-SUBUTEX

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • ψευδαισθήσεις
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • αϋπνία
  • κεφαλαλγία
  • λιποθυμία
  • ζάλη
Αγγειακές διαταραχές
  • ορθοστατική υπόταση
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
  • αναπνευστική καταστολή
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • δυσκοιλιότητα
  • ναυτία
  • έμετος
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • εξασθένιση
  • υπνηλία
  • εφίδρωση
Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
  • εξάνθημα
  • κνίδωση
  • κνησμός
  • βρογχόσπασμος
  • αγγειονευρωτικό οίδημα
  • αναφυλακτική καταπληξία
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • αύξηση τρανσαμινασών
  • ηπατίτιδα με ίκτερο
  • οξεία ηπατίτιδα
  • ενδοκαρδίτιδα
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές διαταραχές
    σπάνιες
  • αϋπνία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    συχνές
  • κεφαλαλγία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    συχνές
  • λιποθυμία
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    συχνές
  • ζάλη
    Διαταραχές του νευρικού συστήματος
    συχνές
  • ορθοστατική υπόταση
    Αγγειακές διαταραχές
    συχνές
  • αναπνευστική καταστολή
    Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
    σπάνιες
  • δυσκοιλιότητα
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    συχνές
  • ναυτία
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    συχνές
  • έμετος
    Διαταραχές του γαστρεντερικού
    συχνές
  • εξασθένιση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    συχνές
  • υπνηλία
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    συχνές
  • εφίδρωση
    Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
    συχνές
  • εξάνθημα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • κνίδωση
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • κνησμός
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • βρογχόσπασμος
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • αγγειονευρωτικό οίδημα
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • αναφυλακτική καταπληξία
    Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
    Μη γνωστές
  • αύξηση τρανσαμινασών
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    σπάνια
  • ηπατίτιδα με ίκτερο
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    σπάνια
  • οξεία ηπατίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • ενδοκαρδίτιδα
    Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
    Μη γνωστές
  • Στερητικό σύνδρομο
    Γενικές διαταραχές
    Μη γνωστές
pregnant_woman
SPC-SUBUTEX

Κύηση / γαλουχία

Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία και το όφελος μητέρας/εμβρύου, η βουπρενορφίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, μπορεί να χρειασθεί τιτλοποίηση της δόσης για να διατηρηθεί η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της θεραπείας.
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Χρόνια χρήση βουπρενορφίνης από τη μητέρα στο τέλος της εγκυμοσύνης, σε οποιαδήποτε δόση, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα στερητικό σύνδρομο στο νεογνό. Αυτό το σύνδρομο γενικώς εμφανίζεται όψιμα σε μερικές ώρες έως λίγες μέρες μετά τη γέννηση.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Πολύ μικρές ποσότητες της βουπρενορφίνης και των μεταβολιτών της περνούν στο μητρικό γάλα. Αυτές οι ποσότητες δεν είναι αρκετές να εμποδίσουν ένα όψιμο στερητικό σύνδρομο στα θηλάζοντα νεογνά. Μετά από αξιολόγηση των ατομικών παραγόντων κινδύνου, ο θηλασμός μπορεί να εξετάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βουπρενορφίνη.
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η αναλγητική δράση της βουπρενορφίνης οφείλεται στην μερική αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου μ. Η βουπρενορφίνη είναι επίσης ανταγωνιστής στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου κάπα. Η μερική αγωνιστική δράση σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές…
monitor_heart
SPC-SUBUTEX

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Κατάταξη ATC: N 07 BC 01 Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την απεξάρτηση από τα οπιοειδή (Ν: κεντρικό νευρικό σύστημα) Η βουπρενορφίνη είναι μερικός αγωνιστής / ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ και κ υποδοχείς του εγκεφάλου. Η δράση…
biotech
SPC-SUBUTEX

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση Όταν λαμβάνεται από το στόμα, η βουπρενορφίνη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, με Ν-απαλκυλίωση και γλυκουρονική σύζευξη στο λεπτό έντερο και στο ήπαρ. Συνεπώς, η χρήση του φαρμάκου αυτού από την από του στόματος οδό είναι…
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται σε νορβουπρενορφίνη μέσω Ν-δεαλκυλίωσης που καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 3A4/3A5. Η βουπρενορφίνη και η νορβουπρενορφίνη υφίστανται επίσης γλυκουρονιδίωση σε ανενεργούς μεταβολίτες, τη…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Ο δρόμος απέκκρισης: Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλα φαιλικά οπιοειδή αναλγητικά, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρση σχετίζεται με την ηπατική αιμάτωση.

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

medication

Δοσολογία

SPC-SUBUTEX
expand_more

Η θεραπεία προορίζεται για ενήλικες και εφήβους άνω των 15 ετών, που έχουν συμφωνήσει σε θεραπεία για την εξάρτησή τους.

Κατά την έναρξη της θεραπείας με βουπρενορφίνη, ο γιατρός θα πρέπει να είναι ενήμερος για τις δράσεις μερικού αγωνιστή της ουσίας στους μ υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίες μπορούν να επιταχύνουν την εμφάνιση στερητικού συνδρόμου σε ασθενείς εξαρτημένους από τα οπιoειδή.

Το αποτέλεσμα της θεραπείας εξαρτάται από τη δόση που χορηγείται, καθώς επίσης και από τα συνδυασμένα ιατρικά, ψυχολογικά, κοινωνικά και εκπαιδευτικά μέτρα που λαμβάνονται κατά την παρακολούθηση του ασθενή.

Η χορήγηση είναι υπογλώσσια. Οι γιατροί πρέπει να προειδοποιούν τους ασθενείς ότι η υπογλώσσια οδός είναι η μοναδική αποτελεσματική και καλά ανεκτή οδός χορήγησης του προϊόντος. Το δισκίο θα πρέπει να παραμένει κάτω από τη γλώσσα μέχρις ότου διαλυθεί, πράγμα που συνήθως συμβαίνει μέσα σε 5 έως 10 λεπτά.

  • Έναρξη της θεραπείας: η αρχική δόση κυμαίνεται μεταξύ 0,8 έως 4 mg, χορηγούμενη μία φορά την ημέρα.
    • για άτομα με εξάρτηση από οπιοειδή, τα οποία δεν έχουν υποστεί αποστέρηση: Όταν αρχίζει η θεραπεία η δόση της βουπρενορφίνης θα πρέπει να λαμβάνεται τουλάχιστον 4 ώρες μετά την τελευταία χρήση του οπιοειδούς, ή όταν εμφανίζονται τα πρώτα σημεία στέρησης
    • για ασθενείς που λαμβάνουν μεθαδόνη: πριν από την έναρξη της θεραπείας με βουπρενορφίνη, η δόση της μεθαδόνης θα πρέπει να μειωθεί κάτω από 30mg/ημέρα. Παρ’ όλα αυτά η βουπρενορφίνη μπορεί να επιταχύνει την εμφάνιση στερητικού συνδρόμου.
  • Προσαρμογή της δόσης και συντήρηση: η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή. Η δοσολογία συντήρησης θα ποικίλλει μεταξύ των ατόμων και θα πρέπει να καθορίζεται αυξάνοντας προοδευτικά τη δόση μέχρι να πιστοποιηθεί η ελάχιστη αποτελεσματική δόση. Η μέση δόση συντήρησης είναι 8 mg με ορισμένους ασθενείς να χρειάζονται μέχρι 16 mg/ημέρα. Η μέγιστη ημερήσια δόση δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 16 mg. Η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με την επανεκτίμηση της κλινικής κατάστασης και της συνολικής αντιμετώπισης του ασθενούς. Συνιστάται η διάθεση της καθ’ ημέρας δόσης της βουπρενορφίνης, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. Ακολούθως, μετά τη σταθεροποίηση, μπορεί να δίνεται στον ασθενή ποσότητα του προϊόντος επαρκής για αρκετές ημέρες θεραπείας. Παρ’ όλα αυτά, συνιστάται η χορηγούμενη ποσότητα του προϊόντος να επαρκεί το πολύ για 7 ημέρες.
  • Μείωση της δόσης και διακοπή της θεραπείας: αφού επιτευχθεί μία ικανοποιητική περίοδος σταθερότητας, και εάν συμφωνεί ο ασθενής, η δόση της βουπρενορφίνης μπορεί να μειωθεί σταδιακά. Σε μερικές ευνοϊκές περιπτώσεις, η θεραπεία μπορεί να διακοπεί. Η διαθεσιμότητα των υπογλωσσίων δισκίων σε δόσεις των 0,4 mg, 2 mg και 8 mg, αντίστοιχα, επιτρέπει μειούμενη ρύθμιση της δόσης. Οι ασθενείς μετά τη διακοπή της θεραπείας με βουπρενορφίνη, θα πρέπει να παρακολουθούνται λόγω της πιθανότητας υποτροπής.
block

Αντενδείξεις

SPC-SUBUTEX
expand_more

Αντενδείξεις

  • Υπερευαισθησία στη βουπρενορφίνη ή σε οποιοδήποτε άλλο συστατικό του προϊόντος
  • Παιδιά κάτω των 15 ετών
  • Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια
  • Οξεία μέθη ή τρομώδες παραλήρημα
  • Συνδυασμός με Μεθαδόνη, Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙΙ
warning

Προειδοποιήσεις

SPC-SUBUTEX
expand_more

Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση

− Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν συνιστάται μόνο για τη θεραπεία της εξάρτησης από μείζονα οπιοειδή φάρμακα. − Συνιστάται επίσης η συνταγογράφηση της θεραπείας από γιατρό που μπορεί να εξασφαλίσει συνολική αντιμετώπιση των εξαρτημένων από ναρκωτικές ουσίες (Συνθήκες συνταγογράφησης και χορήγησης). − Λόγω του κινδύνου κατάχρησης, ειδικότερα με ενδοφλέβια οδό και για προσαρμογή της δοσολογίας, πρέπει να συνταγογραφείται ποσότητα που να αρκεί για βραχύ διάστημα, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας. Εάν είναι δυνατόν, πρέπει να εφαρμόζεται η ελεγχόμενη ή περιοδική χορήγηση έτσι ώστε να ευνοείται η συμμόρφωση στη θεραπεία. − Η διακοπή της θεραπείας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα σύνδρομο στέρησης του οποίου η εμφάνιση μπορεί να καθυστερήσει. − Το Subutex περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Ασθενείς με κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας της Lapp λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζης δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο. − Αναπνευστική καταστολή: έχουν αναφερθεί μερικές περιπτώσεις θανάτου από αναπνευστική καταστολή, ειδικά όταν χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες (βλ. αλληλεπιδράσεις) ή όταν έγινε κατάχρηση της βουπρενορφίνης. − Ηπατίτιδα, ηπατικά συμβάματα: Μέσα στα πλαίσια της κακής χρήσης ιδιαίτερα δια της ενδοφλέβιας οδού, έχουν αναφερθεί σοβαρές περιπτώσεις οξείας ηπατικής βλάβης (βλ. ανεπιθύμητες ενέργειες). Αυτές οι ηπατικές βλάβες έχουν παρατηρηθεί κυρίως με τις υψηλές δόσεις και μπορεί να συσχετισθούν με τοξικότητα της βουπρενορφίνης επί των μιτοχονδρίων. Προϋπάρχουσα ή επίκτητη μιτοχονδριακή διαταραχή (γενετική νόσος, ιογενείς λοιμώξεις ιδιαίτερα χρόνια ηπατίτιδα C, κατάχρηση αλκοόλ, ανορεξία, σχετιζόμενες μιτοχονδριακές τοξίνες π.χ. ασπιρίνη, ισονιαζίδη, βαλπροϊκό, αμιωδαρόνη, αντιρετροϊκά νουκλεοσιδικά ανάλογα…) θα μπορούσαν να ευνοήσουν την εμφάνιση αυτών των ηπατικών βλαβών. Αυτοί οι συνπαράγοντες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πριν από τη συνταγογράφηση του Subutex και κατά την παρακολούθηση της θεραπείας. Όταν υπάρξει υποψία για ηπατική βλάβη, απαιτείται περαιτέρω βιολογική και αιτιολογική αξιολόγηση. Ανάλογα με τα ευρήματα το φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να διακοπεί προσεκτικά, ώστε να αποφευχθεί η εμφάνιση συμπτωμάτων στέρησης και η επιστροφή στην εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Εάν συνεχισθεί η θεραπεία, θα πρέπει να παρακολουθείται στενά η ηπατική λειτουργία. − Αυτό το προϊόν μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης οπιοειδών εάν χορηγηθεί σε έναν εξαρτημένο ασθενή σε λιγότερο από 4 ώρες μετά από την τελευταία χρήση του οπιοειδούς. (βλ. Δοσολογία). − Όπως με άλλα οποιοειδή, απαιτείται προσοχή σε ασθενείς που χρησιμοποιούν βουπρενορφίνη σε περίπτωση: − τραυματισμού της κεφαλής και αύξησης της ενδοκρανιακής πίεσης, − υπότασης, − υπερτροφίας του προστάτη και στένωσης της ουρήθρας. − Επειδή η βουπρενορφίνη είναι οπιοειδές, μπορεί να μετριάσει τον πόνο που οφείλεται σε νόσο. − Αυτό το προϊόν μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, η οποία μπορεί να επιδεινωθεί από άλλες ουσίες που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα όπως: αλκοόλ, ηρεμιστικά, καταπραϋντικά, υπνωτικά (βλ. αλληλεπιδράσεις και οδήγηση). − Αυτό το προϊόν μπορεί να προκαλέσει ορθοστατική υπόταση. − Μελέτες σε ζώα, καθώς και η κλινική εμπειρία, έχουν δείξει ότι η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει εξάρτηση, αλλά σε χαμηλότερο επίπεδο από τη μορφίνη. Συνεπώς, είναι σημαντικό να ακολουθείτε τις συστάσεις για την έναρξη της θεραπείας, την προσαρμογή της δόσης και την παρακολούθηση του ασθενή (βλ. Δοσολογία). − Οι αθλητές πρέπει να γνωρίζουν ότι το φάρμακο αυτό μπορεί να προκαλέσει θετική αντίδραση στις δοκιμασίες για την εξακρίβωση χρήσης απαγορευμένων ουσιών.

  • Προφυλάξεις κατά τη χρήση Το παρόν προϊόν θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με: −άσθμα ή αναπνευστική ανεπάρκεια (έχουν αναφερθεί περιπτώσεις αναπνευστικής καταστολής με την βουπρενορφίνη) −νεφρική ανεπάρκεια (20% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται από τη νεφρική οδό. Συνεπώς, μπορεί να επιμηκυνθεί η νεφρική απομάκρυνση) −ηπατική ανεπάρκεια (ο ηπατικός μεταβολισμός της βουπρενορφίνης μπορεί να μεταβληθεί). Επειδή οι αναστολείς της CYP3A4 είναι πιθανόν να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της βουπρενορφίνης, στους ασθενείς οι οποίοι ήδη λαμβάνουν αναστολείς της CYP3A4 η δόση του Subutex πρέπει να ρυθμίζεται πιο αργά.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

SPC-SUBUTEX
expand_more

Συνδυασμοί που αντενδείκνυνται

  • Μεθαδόνη: Ελάττωση της επίδρασης της μεθαδόνης με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙΙ: Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν αναλγητικά Επιπέδου ΙΙΙ, μπορεί να υπάρξει ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.

Συνδυασμός που δε συστήνεται

  • Ναλτρεξόνη: Κίνδυνος στερητικού συνδρόμου.
  • Οπιοειδή Αναλγητικά Επιπέδου ΙΙ: Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν αναλγητικά Επιπέδου ΙΙ, μπορεί να υπάρξει ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Κωδεΐνη, Αιθυλμορφίνη: Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν κωδεΐνη ή αιθυλμορφίνη, μπορεί να υπάρξει ελάττωση της αναλγητικής δράσης των μορφινομιμητικών, με ανταγωνιστικό αποκλεισμό των υποδοχέων, με κίνδυνο να προκληθεί στερητικό σύνδρομο.
  • Αλκοόλ: Το αλκοόλ ενισχύει την κατασταλτική επίδραση της βουπρενορφίνης πράγμα που μπορεί να κάνει επικίνδυνη την οδήγηση και τη χρήση μηχανών. Αποφύγετε τη λήψη του Subutex μαζί με αλκοολούχα ποτά ή φάρμακα που περιέχουν αλκοόλ.

Συνδυασμοί που θα πρέπει να γίνονται με προσοχή

  • Συνδυασμός με βενζοδιαζεπίνες μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα το θάνατο λόγω της αναπνευστικής καταστολής από το κεντρικό σύστημα. Γι’ αυτό οι δόσεις πρέπει να είναι περιορισμένες και αυτός ο συνδυασμός πρέπει να αποφεύγεται σε περίπτωση κινδύνου κακής χρήσης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.8). Μία κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση του λόγου όφελους/κινδύνου θα πρέπει να γίνεται προτού συνταγογραφηθεί αυτός ο συνδυασμός.
  • Άλλοι καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος: άλλα παράγωγα των οπιοειδών (αναλγητικά και αντιβηχικά), ορισμένα αντικαταθλιπτικά, κατασταλτικοί ανταγωνιστές των Η-υποδοχέων, βενζοδιαζεπίνες, άλλα αγχολυτικά εκτός των βενζοδιαζεπινών, νευροληπτικά, κλονιδίνη και σχετικές ουσίες. Ο συνδυασμός αυτός ενισχύει την καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Το μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης μπορεί να καταστήσει επικίνδυνη την οδήγηση οχημάτων και τον χειρισμό μηχανημάτων.
  • Βαρβιτουρικά: Αυξημένος κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής.
  • Αναστολείς του CYP3A4: Μία μελέτη αλληλεπίδρασης βουπρενορφίνης με κετοκοναζόλη (ισχυρό αναστολέα του CYP3A4), έδειξε αύξηση της Cmax και AUC της βουπρενορφίνης (περίπου 70% και 50% αντίστοιχα) και σε μικρότερη έκταση της νορβουπρενορφίνης. Τα άτομα τα οποία λαμβάνουν Subutex πρέπει να παρακολουθούνται στενά και μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης εφόσον συγχορηγούνται με ισχυρούς αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. αντιμυκητιασικά τύπου αζολών όπως κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, βορικοναζόλη ή ποζακοναζόλη) (βλ. παράγραφο 4.4).
  • Αναστολείς πρωτεασών: Υπάρχει ένας κίνδυνος ενισχυμένων ή μειωμένων επιδράσεων της βουπρενορφίνης, λόγω και αναστολής και επαγωγής του μεταβολισμού της από αναστολείς πρωτεασών (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη ή ινδιναβίρη). Η τελική επίδραση μπορεί να είναι σημεία στέρησης ή υπερδοσολογίας. Οι ασθενείς που λαμβάνουν Subutex σε συνδυασμό με αναστολείς πρωτεασών θα πρέπει να παρακολουθούνται προσεκτικά και, αν κρίνεται απαραίτητο, θα πρέπει να εξετάζονται προσαρμογές της δόσης (βλ. παράγραφο 4.4).
  • Επαγωγείς του CYP3A4: Δεν έχει ερευνηθεί η αλληλεπίδραση της βουπρενορφίνης με επαγωγείς του CYP 3A4. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς που λαμβάνουν Subutex συνιστάται να παρακολουθούνται στενά εάν χορηγούνται ταυτόχρονα επαγωγείς (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρμπαμαζεπίνη, φαινυτοϊνη, ριφαμπικίνη).
  • Μέχρι σήμερα δεν έχει παρατηρηθεί καμία αξιοσημείωτη αλληλεπίδραση της βουπρενορφίνης με την κοκαΐνη, την ουσία η οποία χρησιμοποιείται συχνότερα από άτομα που κάνουν κατάχρηση πολλών ναρκωτικών ουσιών σε συνδυασμό με τα οπιοειδή.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

SPC-SUBUTEX
expand_more

Η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών εξαρτάται από τον ουδό ανοχής του κάθε ασθενούς, ο οποίος είναι υψηλότερος στους εξαρτημένους ασθενείς σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό.

Ο Πίνακας 1 περιλαμβάνει ανεπιθύμητες ενέργειες αναφερθείσες κατά τη διάρκεια κλινικών μελετών.

Πίνακας 1: Ανεπιθύμητες Ενέργειες Συνδεόμενες με τη Θεραπεία αναφερθείσες ανά Σύστημα του Σώματος

Πολύ συχνές (≥ 1/10), συχνές (≥ 1/100 έως < 1/10), Όχι συχνές (≥ 1/1.000 έως < 1/100), σπάνιες (≥ 1/10.000 έως < 1/1.000), Πολύ σπάνιες (< 1/10.000), περιλαμβανομένων μεμονωμένων αναφορών (CIOMS III)

Ψυχιατρικές διαταραχές

  • σπάνιες: ψευδαισθήσεις

Διαταραχές του νευρικού συστήματος

  • συχνές: αϋπνία, κεφαλαλγία, λιποθυμία, ζάλη

Αγγειακές διαταραχές

  • συχνές: ορθοστατική υπόταση

Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου

  • σπάνιες: αναπνευστική καταστολή (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5)

Διαταραχές του γαστρεντερικού

  • συχνές: δυσκοιλιότητα, ναυτία, έμετος

Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης

  • συχνές: εξασθένιση, υπνηλία, εφίδρωση

Άλλες ανεπιθύμητες ενέργειες αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας του προϊόντος:

  • Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος: Αντιδράσεις υπερευαισθησίας όπως εξάνθημα, κνίδωση, κνησμός, βρογχόσπασμος, αγγειονευρωτικό οίδημα, αναφυλακτική καταπληξία.

  • Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων (βλ. παράγραφο 4.4): Κατά τη διάρκεια κανονικών συνθηκών χρήσης: σπάνια αύξηση τρανσαμινασών και ηπατίτιδα με ίκτερο, οι οποίες γενικά έχουν υποχωρήσει ευνοϊκά

Σε περιπτώσεις ενδοφλέβιας εσφαλμένης χρήσης, έχουν αναφερθεί τοπικές αντιδράσεις, μερικές φορές σηπτικές και δυνητικά σοβαρή οξεία ηπατίτιδα και ενδοκαρδίτιδα (βλ. παράγραφο 4.4).

Σε ασθενείς με έντονη ουσιοεξάρτηση, η αρχική χορήγηση βουπρενορφίνης μπορεί να προκαλέσει ένα στερητικό σύνδρομο παρόμοιο με αυτό που συνδέεται με την ναλοξόνη.

pregnant_woman

Κύηση / γαλουχία

SPC-SUBUTEX
expand_more

Κύηση

Λαμβάνοντας υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία και το όφελος μητέρας/εμβρύου, η βουπρενορφίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Ωστόσο, μπορεί να χρειασθεί τιτλοποίηση της δόσης για να διατηρηθεί η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της θεραπείας.

Χρόνια χρήση βουπρενορφίνης από τη μητέρα στο τέλος της εγκυμοσύνης, σε οποιαδήποτε δόση, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα στερητικό σύνδρομο στο νεογνό. Αυτό το σύνδρομο γενικώς εμφανίζεται όψιμα σε μερικές ώρες έως λίγες μέρες μετά τη γέννηση.

Θηλασμός

Πολύ μικρές ποσότητες της βουπρενορφίνης και των μεταβολιτών της περνούν στο μητρικό γάλα. Αυτές οι ποσότητες δεν είναι αρκετές να εμποδίσουν ένα όψιμο στερητικό σύνδρομο στα θηλάζοντα νεογνά. Μετά από αξιολόγηση των ατομικών παραγόντων κινδύνου, ο θηλασμός μπορεί να εξετάζεται σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με βουπρενορφίνη.

monitor_heart

Φαρμακοδυναμική

SPC-SUBUTEX
expand_more

Κατάταξη ATC: N 07 BC 01 Φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την απεξάρτηση από τα οπιοειδή (Ν: κεντρικό νευρικό σύστημα)

Η βουπρενορφίνη είναι μερικός αγωνιστής / ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ και κ υποδοχείς του εγκεφάλου. Η δράση της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στην βραδέως αναστρέψιμη δέσμευσή της με τους μ υποδοχείς, η οποία μπορεί για μακρό χρόνο να μειώσει την ανάγκη των εξαρτημένων ασθενών για ναρκωτικές ουσίες.

Λόγω της δράσης της ως μερικού αγωνιστή των οπιοειδών, η βουπρενορφίνη έχει ευρύ φάσμα ασφαλείας το οποίο περιορίζει τις κατασταλτικές δράσεις της, ειδικά στην καρδιακή και αναπνευστική λειτουργία. Τα φάσματα ασφαλείας μπορεί να περιορισθούν εάν συνδυασθούν με βενζοδιαζεπίνες ή εάν γίνει κατάχρηση βουπρενορφίνης.

biotech

Φαρμακοκινητική

SPC-SUBUTEX
expand_more

Απορρόφηση Όταν λαμβάνεται από το στόμα, η βουπρενορφίνη υφίσταται μεταβολισμό πρώτης διόδου από το ήπαρ, με Ν-απαλκυλίωση και γλυκουρονική σύζευξη στο λεπτό έντερο και στο ήπαρ. Συνεπώς, η χρήση του φαρμάκου αυτού από την από του στόματος οδό είναι ακατάλληλη. ‘Όταν λαμβάνεται υπογλώσσια, η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων βουπρενορφίνης δεν είναι γνωστή, αλλά έχει εκτιμηθεί ότι είναι μεταξύ 15 και 30%. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα επιτυγχάνονται 90 λεπτά μετά την υπογλώσσια χορήγηση και η μέγιστη σχέση δόσης / συγκέντρωσης είναι γραμμική, μεταξύ των 2 mg και των 16 mg.

Κατανομή Η απορρόφηση της βουπρενορφίνης ακολουθείται από φάση ταχείας κατανομής. Ο χρόνος ημίσειας ζωής είναι 2 έως 5 ώρες.

Μεταβολισμός και απομάκρυνση Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται με 14-Ν-απαλκυλίωση και γλυκουρονική σύζευξη του αρχικού μορίου και του απαλκυλιωμένου μεταβολίτη. Κλινικά δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι το CYP3A4 είναι υπεύθυνο για τη Ν-απαλκυλίωση της βουπρενορφίνης. Η Ν-απαλκυλβουπρενορφίνη είναι ένας μ αγωνιστής με ασθενή ενδογενή δράση.

Η απομάκρυνση της βουπρενορφίνης είναι δι- ή τρι- εκθετική, με μακρά φάση τελικής αποβολής, της τάξης των 20 έως 25 ωρών, η οποία οφείλεται εν μέρει στην επαναπορρόφηση της βουπρενορφίνης μετά την υδρόλυση του συζευγμένου μεταβολίτη στο έντερο, και εν μέρει στην υψηλά λιποφιλική φύση του μορίου.

Η βουπρενορφίνη ουσιαστικά απομακρύνεται από τα κόπρανα μέσω αποβολής από τη χολή των συζευγμένων με γλυκουρονίδια μεταβολιτών (80%), ενώ το υπόλοιπο ποσό απομακρύνεται από τα ούρα.

query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

31-42 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

96%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα/Νεφρά
PubChem
science

Scientific Profile

CID
644073
Μοριακός τύπος
C29H41NO4
Μοριακό βάρος
467.6
IUPAC
(1S,2S,6R,14R,15R,16R)-5-(cyclopropylmethyl)-16-[(2S)-2-hydroxy-3,3-dimethylbutan-2-yl]-15-methoxy-13-oxa-5-azahexacyclo[13.2.2.12,8.01,6.02,14.012,20]icosa-8(20),9,11-trien-11-ol
InChIKey
RMRJXGBAOAMLHD-IHFGGWKQSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης

  • Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
  • Παράγοντες που αναστέλλουν την επίδραση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
  • Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκαλούμενο ύπνο (ΛΗΘΑΡΓΟ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα του ΟΠΙΟΥ ή της ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία που έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί προκαλεστές ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.

Σχετικά Εργαλεία