BUPRENORPHINE
Βουπρενορφίνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή**, κωδικός ATC: N07BC01 ### Μηχανισμός δράσης Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ (μι) …
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
F11 Διαταραχές ψυχικής συμπεριφοράς λόγω χρήσης οπιοειδών
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εξάρτηση από τα οπιοειδή
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος BUVIDAL
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: Εβδομαδιαία ή μηνιαία
- Δόση έναρξης: 16 mg
- Τιτλοποίηση: Η αρχική δόση είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν ή να ελαττωθούν και οι ασθενείς μπορούν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων προϊόντων ανάλογα με τις ανάγκες των ασθενών και την κλινική αξιολόγηση του θεράποντος ιατρού.
-
Ασθενείς που δεν λαμβάνουν ήδη βουπρενορφίνηΠριν την πρώτη εβδομαδιαία χορήγηση Βουπρενορφίνη, υπογλώσσια βουπρενορφίνη 4 mg και παρακολούθηση για 1 ώρα για επιβεβαίωση ανεκτικότητας.
-
Ενήλικες (Έναρξη Θεραπείας)Δόση16 mgΜέγ. δόση32 mgΗ αρχική δόση είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Η δόση για τη δεύτερη εβδομάδα είναι η συνολική δόση της πρώτης εβδομάδας.
-
Ενήλικες (Συντήρηση - Εβδομαδιαία)Μέγ. δόση32 mgΜέγιστη δόση 32 mg ανά εβδομάδα, με επιπρόσθετη δόση 8 mg.
-
Ενήλικες (Συντήρηση - Μηνιαία)Μέγ. δόση160 mgΜέγιστη δόση 160 mg ανά μήνα.
-
Ηλικιωμένοι (>65 ετών)Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για δοσολογία. Η συνιστώμενη δόση για ηλικιωμένους ασθενείς με κανονική νεφρική λειτουργία είναι η ίδια με εκείνη για νεότερους ενήλικες. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή δόσης σε μειωμένη νεφρική/ηπατική λειτουργία.
-
Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΝα χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΗ χρήση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται μετατροπή δόσης.
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 ml/λεπτό)Συνιστάται προσοχή.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (<16 ετών)Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ακούσια ένεσηΑποφυγή ενδοαγγειακής, ενδομυϊκής, ενδοδερμικής χορήγησης λόγω κινδύνου σοβαρής βλάβης (τραυματισμός αγγείου, απόφραξη, θρομβοεμβολικά επεισόδια).
-
Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπήΛήψη κατάλληλων προφυλάξεων κατά τη συνταγογράφηση και διάθεση. Χορήγηση μόνο από επαγγελματίες υγείας, όχι αυτοχορήγηση. Παρακολούθηση προσπαθειών απομάκρυνσης αποθέματος.
-
Ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσηςΝα λαμβάνονται υπόψη κατά την έναρξη και τον τερματισμό της θεραπείας.
-
Αναπνευστική καταστολήσοβαρόΧρήση με προσοχή, ιδίως σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες, αλκοόλ, γκαμπαπεντινοειδή ή άλλα οπιοειδή. Μπορεί να είναι θανατηφόρα σε παιδιά και μη εξαρτημένα άτομα.
-
Αναπνευστική ανεπάρκειαΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωσηΧρήση με προσοχή
-
Καταστολή ΚΝΣ/ΥπνηλίαΕνισχύεται με αλκοόλ ή καταστολείς του ΚΝΣ (π.χ. βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά, γκαμπαπεντινοειδή ή υπνωτικά).
-
Διαταραχή χρήσης οπιοειδών (OUD)Πρέπει να συμφωνούνται στόχοι και σχέδιο διακοπής θεραπείας. Παρακολούθηση για συμπεριφορά αναζήτησης ναρκωτικών και ταυτόχρονη χρήση ουσιών. Εξέταση συμβουλευτικής με ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςσοβαρόΠροσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων, εάν συγχορηγείται με σεροτονινεργικούς παράγοντες (ΜΑΟ αναστολείς, SSRI, SNRI, TCA). Εάν υπάρχει υποψία, εξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής.
-
Ηπατική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς θετικοί σε ιογενή ηπατίτιδα, με ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και υπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργίαΑυξημένος κίνδυνος. Εάν υπάρχει υποψία για ηπατικό συμβάν, απαιτείται βιολογική και αιτιολογική εξέταση. Διακοπή Βουπρενορφίνη εάν χρειαστεί. Στενή παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας εάν συνεχιστεί η θεραπεία.
-
Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδούςΗ εισαγωγή θεραπείας πρέπει να γίνεται όταν είναι εμφανή αντικειμενικά σημάδια και συμπτώματα ελαφριάς έως μέτριας στέρησης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργίαΈλεγχος για σημάδια και συμπτώματα εντεινόμενου συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς, τοξικότητας ή υπερδοσολογίας. Χρήση με προσοχή. Τακτική παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)Συνιστάται προσοχή λόγω συσσώρευσης μεταβολιτών.
-
Παράταση του QTΠροσοχή όταν συγχορηγείται με φάρμακα που παρατείνουν το QT και σε ασθενείς με ιστορικό συνδρόμου παρατεταμένου QT ή άλλους παράγοντες κινδύνου.
-
Διαχείριση οξέος πόνουΜπορεί να χρειαστεί συνδυασμός οπιοειδών με υψηλή συγγένεια (π.χ. φαιντανύλη), μη οπιοειδών αναλγητικών και τοπικής αναισθησίας. Μπορεί να απαιτηθούν υψηλότερες δόσεις οπιοειδών βραχείας δράσης.
-
Χρήση σε παιδιά κάτω των 16 ετώνΑσφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
-
Χρήση σε εφήβους (16 ή 17 ετών)Στενή παρακολούθηση λόγω περιορισμένων δεδομένων.
-
Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο (Κεντρική Υπνική Άπνοια)Εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δόσης των οπιοειδών σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA.
-
Ορθοστατική υπότασηΤα οπιοειδή μπορεί να την προκαλέσουν.
-
Αύξηση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού / Επιληπτικές κρίσειςΠληθυσμόςΑσθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, αυξημένη πίεση ΕΝΥ ή ιστορικό επιληπτικών κρίσεωνΧρήση με προσοχή.
-
Υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθραςΧρήση με προσοχή.
-
Μύση, αλλαγές επιπέδου συνείδησης ή αντίληψης πόνουΜπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να στρεβλώσουν τη διάγνωση/κλινική αγωγή.
-
Μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμός ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσος του Addison)ΠληθυσμόςΑσθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκειαΧρήση με προσοχή.
-
Δυσλειτουργία της χοληφόρου οδούΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδούΧρήση με προσοχή λόγω αύξησης ενδοχολικής πίεσης.
-
ΛάτεξΠιθανός κίνδυνος αλλεργίας σε άτομα ευαίσθητα στο λάτεξ λόγω αμελητέων ιχνών, αν και δεν χρησιμοποιείται φυσικό ελαστικό ή λάτεξ στη σύνθεση του καλύμματος βελόνας.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης, επιτάχυνση συμπτωμάτων στέρησης σε εξαρτημένους από οπιοειδή ασθενείς.ΣύστασηΓια ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή που λαμβάνουν βουπρενορφίνη, η ναλτρεξόνη μπορεί να επιταχύνει την αιφνίδια εμφάνιση παρατεταμένων και έντονων συμπτωμάτων συνδρόμου στέρησης. Για ασθενείς που λαμβάνουν ναλτρεξόνη, οι επιθυμητές θεραπευτικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης μπορεί να ανασταλούν.
-
προσοχήΑναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης.
-
ΑλκοόλπροσοχήΑυξάνει την κατασταλτική δράση της βουπρενορφίνης.
-
ΒενζοδιαζεπίνεςπροσοχήΑναπνευστική καταστολή, κίνδυνος θανάτου.ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο αυτοχορήγησης μη συνταγογραφούμενων βενζοδιαζεπινών και ότι η χρήση βενζοδιαζεπινών πρέπει να γίνεται μόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
-
Γκαμπαπεντινοειδή (γκαμπαπεντίνη, πρεγκαμπαλίνη)προσοχήΑναπνευστική καταστολή, υπόταση, βαθιά καταστολή, κώμα ή θάνατος.ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για τη χρήση γκαμπαπεντινοειδών μόνο όπως υποδεικνύεται από τον ιατρό τους.
-
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (αναστολείς MAO, SSRI, SNRI, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)προσοχήΑυξημένος κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης.
-
Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (παράγωγα οπιοειδών, αντικαταθλιπτικά, ανταγωνιστές H1-υποδοχέων, βαρβιτουρικά, αγχολυτικά, αντιψυχωτικά, κλονιδίνη)προσοχήΑυξημένη καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης που μπορεί να καταστήσει επικίνδυνη την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανών.
-
Οπιοειδή αναλγητικά (πλήρεις αγωνιστές)προσοχήΔυσκολία επίτευξης επαρκούς αναλγησίας. Κίνδυνος υπερδοσολογίας, κυρίως όταν επιχειρείται η υπερίσχυση των επιδράσεων της βουπρενορφίνης ή όταν μειώνονται τα επίπεδα βουπρενορφίνης.
-
Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά)προσοχήΑύξηση τιμών Cmax και AUC της βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης λόγω αναστολής του μεταβολισμού.ΣύστασηΟι ασθενείς που είναι ήδη σε Βουπρενορφίνη και ξεκινούν αναστολείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα υπερδοσολογίας. Εάν διακοπεί ο αναστολέας CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα στέρησης.
-
προσοχήΜείωση των επιπέδων βουπρενορφίνης λόγω επαγωγής του μεταβολισμού.ΣύστασηΟι ασθενείς που είναι ήδη σε Βουπρενορφίνη και ξεκινούν επαγωγείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα στέρησης. Εάν διακοπεί ο επαγωγέας CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα υπερδοσολογίας.
-
Αναστολείς UGT1A1προσοχήΕνδέχεται να επηρεάσουν τη συστηματική έκθεση της βουπρενορφίνης.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)προσοχήΠιθανή επιδείνωση των επιδράσεων των οπιοειδών.
-
ΑντιχολινεργικάπροσοχήΑυξημένες αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη
- Γρίπη
- Φαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Λεμφαδενοπάθεια
- Υπερευαισθησία
- Μειωμένη όρεξη
- Αϋπνία
- Άγχος
- Διέγερση
- Κατάθλιψη
- Νευρικότητα
- Εχθρότητα (Συχνές)
- Μη φυσιολογική σκέψη (Συχνές)
- Παράνοια (Συχνές)
- Ψευδαισθήσεις (Όχι συχνές)
- Ευφορική συναισθηματική διάθεση (Όχι συχνές)
- Ιατρική εξάρτηση (Όχι συχνές)
- Εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες (Μη γνωστές)
- Κεφαλαλγία
- Υπνηλία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Υπερτονία
- Διαταραχές λόγου (Συχνές)
- Ίλιγγος
- Δακρυϊκή διαταραχή
- Μυδρίαση
- Μύση (Συχνές)
- Αίσθημα παλμών
- Αγγειοδιαστολή
- Υπόταση
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Άσθμα
- Χασμουρητό (Συχνές)
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Μετεωρισμός
- Δυσπεψία
- Ξηροστομία
- Διάρροια
- Διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος (Όχι συχνές)
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (Συχνές)
- Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (Μη γνωστές)
- Υπεριδρωσία
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Ερύθημα
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Οστικός πόνος
- Άλγος
- Αυχεναλγία (Συχνές)
- Κατακράτηση ούρων
- Δυσμηνόρροια
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου (Πολύ συχνές)
- Κνησμός της θέσης ένεσης (Συχνές)
- Οίδημα της θέσης ένεσης (Συχνές)
- Σκλήρυνση της θέσης ένεσης (Συχνές)
- Μάζα της θέσης ένεσης (Συχνές)
- Δυσφορία (Συχνές)
- Φλεγμονή της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Μώλωπας της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Κνίδωση της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
- Θωρακικό άλγος (Μη γνωστές)
- Απόστημα στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
- Εξέλκωση στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
- Νέκρωση στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
- Άλγος της θέσης ένεσης
- Ερύθημα της θέσης ένεσης
- Αντίδραση της θέσης ένεσης
- Περιφερικό οίδημα
- Αδυναμία
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
- Ζάλη κατά τον θεραπευτικό χειρισμό (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγοςΓενικές
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκουΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγος θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑγγειοδιαστολήΑγγειακές
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔακρυϊκή διαταραχήΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιαταραχές λόγουΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΕχθρότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμός στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜάζα στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική σκέψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυδρίασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜύσηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΟίδημα θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΟστικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαράνοιαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣκλήρυνση της θέσης ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερτονίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΧασμουρητόΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γαστρεντερικού συστήματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΕυφορική διάθεσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΙατρική εξάρτησηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωση στη θέση ένεσηςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚυτταρίτιδα της θέσης ένεσηςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΜώλωπας της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεγμονή της θέσης ένεσηςΓενικές
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑπόστημα στη θέση ένεσης
-
Μη γνωστέςΕξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες
-
Μη γνωστέςΕξέλκωση στη θέση ένεσης
-
Μη γνωστέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Μη γνωστέςΜη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίαςΉπαρ
-
Μη γνωστέςΝέκρωση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο απόσυρσης φαρμάκων νεογνώνΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βουπρενορφίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Προς το τέλος της εγκυμοσύνης, η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή στο νεογνό ακόμα και έπειτα από μια μικρή περίοδο χορήγησης. Μακροχρόνια χορήγηση κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, σπασμούς ή μυοκλονικούς σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί από αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημιζωής της βουπρενορφίνης, το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση θα πρέπει να εξετάζεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης σε νεογνά.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΗ βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και το Βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της βουπρενορφίνης στην ανθρώπινη αναπαραγωγικότητα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση της βουπρενορφίνης στην αναπαραγωγικότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αναπνευστική καταστολή
- υπερβολική εφίδρωση
- υπνηλία
- αμβλυωπία
- μύση
- υπόταση
- ναυτία
- διαταραχές της ομιλίας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή, κωδικός ATC: N07BC01
Μηχανισμός δράσης
Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ (μι) και κ (κάππα) οπιοειδείς υποδοχείς του εγκεφάλου. Η δραστικότητά της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στις βραδέως αναστρέψιμες ιδιότητές της με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίοι έπειτα από ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να ελαχιστοποιήσουν την ανάγκη των οπιοεξαρτημένων ασθενών για παράνομα οπιοειδή. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις των αγωνιστών των οπιοειδών παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών φαρμακολογικών μελετών σε ασθενείς εξαρτώμενους από τα οπιοειδή.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Βουπρενορφίνη στη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή προσδιορίστηκαν σε μια βασική φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή. Σε αυτήν τη μελέτη, 428 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία ή δύο ομάδες θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα Βουπρενορφίνη (n = 213) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις (16 mg έως 32 mg) κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών ακολουθούμενες από μηνιαίες εγχύσεις (64 mg έως 160 mg) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων, συν ημερήσιες δόσεις υπογλώσσιου δισκίου εικονικού φαρμάκου καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (n = 215) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες και μηνιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 τελευταίες εβδομάδες, συν ημερήσια δισκία βουπρενορφίνης/ναλοξόνης καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας (8 mg έως 24 mg κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και 8 mg έως 32 mg κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων). Κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων με μηνιαίες εγχύσεις, οι ασθενείς και στις δύο ομάδες μπορούσαν να λάβουν μια επιπλέον εβδομαδιαία δόση Βουπρενορφίνη 8 mg ανά μήνα, εάν χρειαζόταν. Οι ασθενείς προσήλθαν σε 12 εβδομαδιαίες επισκέψεις κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και σε 6 επισκέψεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων (3 προγραμματισμένες μηνιαίες επισκέψεις και 3 τυχαίες τοξικολογικές επισκέψεις για ούρα). Σε κάθε επίσκεψη, αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και τα μέτρα ασφάλειας.
Από τους 428 τυχαιοποιημένους ασθενείς, το 69,0% (147/213) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με Βουπρενορφίνη και το 72,6% (156/215) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 24 εβδομάδων.
Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον τελικό σημείο μη κατωτερότητας στο μέσο ποσοστό των δειγμάτων ούρων που ήταν αρνητικά σε παράνομα οπιοειδή κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 1 έως 24 για την ομάδα με Βουπρενορφίνη σε σύγκριση με την ομάδα της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (Πίνακας 3). Η ανωτερότητα του Βουπρενορφίνη έναντι της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης επιτεύχθηκε (προκαθορισμένη σειρά δοκιμής) για τη δευτερεύουσα σωρευτική συνάρτηση διανομής (CDF) για ποσοστό αρνητικών στα οπιοειδή δειγμάτων ούρων κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 4 έως 24 (Πίνακας 3).
Πίνακας 3. Μεταβλητές αποτελεσματικότητας σε μια βασική, φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή
| Μεταβλητή αποτελεσματικότητας | Στατιστικά | Βουπρενορφίνη | SL BPN/NX | Διαφορά (%)α | Τιμή p |
|---|---|---|---|---|---|
| Ν | 213 | 215 | |||
| Ποσοστό δειγμάτων ούρων αρνητικό για παράνομα οπιοειδή | Μέσο LS (%) (SE) | 35,1 (2,48) | 28,4 (2,47) | 6,7 | <0,001 |
| 95% CI | 30,3 - 40,0 | 23,5 - 33,3 | -0,1 - 13,6 | ||
| CDF του ποσοστού των δειγμάτων ούρων αρνητικών για παράνομα οπιοειδή εντός των εβδομάδων 4-24 | Ν | 213 | 215 | ||
| Διάμεση τιμή | 26,7 | 6,7 | 0,008β |
CDF = συνάρτηση σωρευτικής διανομής, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, LS = μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων, SE = τυπικό σφάλμα, SL BPN/NX = υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη α Διαφορά = Βουπρενορφίνη - SL BPN/NX. β Η τιμή p ήταν για ανωτερότητα
Πραγματοποιήθηκε μια μακροχρόνια, ανοικτής επισήμανσης, φάσης 3 μελέτη ασφάλειας με ευέλικτη δοσολογία εβδομαδιαίου και μηνιαίου Βουπρενορφίνη για 48 εβδομάδες. Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 227 ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή, εκ των οποίων 190 ασθενείς άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη (με ή χωρίς ναλοξόνη), και 37 ασθενείς ήταν νέοι στη θεραπεία με βουπρενορφίνη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 48 εβδομάδων, οι ασθενείς μπορούσαν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων εγχύσεων με Βουπρενορφίνη και μεταξύ δόσεων (8 mg έως 32 mg εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και 64 mg έως 160 mg μηνιαίου Βουπρενορφίνη) σύμφωνα με την κλινική αξιολόγηση του ιατρού.
Για ασθενείς που άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 78,8% στην αρχή και 84,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Για τους νέους ασθενείς στη θεραπεία, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 0,0% στην αρχή και 63,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Συνολικά, 156 ασθενείς (68,7%) ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 48 εβδομάδων.
Εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη
Απορρόφηση Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Βουπρενορφίνη έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται στην τέταρτη εβδομαδιαία δόση. Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της έκθεσης παρατηρήθηκαν στο διάστημα δόσης 8 mg έως 32 mg.
Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος διανομής για βουπρενορφίνη είναι περίπου 1.900 l. Η βουπρενορφίνη είναι περίπου 96% δεσμευμένη σε πρωτεΐνη, κυρίως σε άλφα και βήτα σφαιρίνη.
Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά από τη 14-Ν-απαλκυλίωση σε Ν-απαλκυλιωμένη βουπρενορφίνη (γνωστή ως νορβουπρενορφίνη) μέσω του κυτοχρώματος P450 CYP3A4 και μέσω γλυκοροσύζευξης του συγγενούς μορίου και του απαλκυλιωτικού μεταβολίτη. Η νορβουπρενορφίνη είναι ένας μ-αγωνιστής των οπιοειδών με ασθενή ενδογενή δράση.
Υποδόρια χορήγηση του Βουπρενορφίνη έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη νορβουπρενορφίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση υπογλώσσιας βουπρενορφίνης, εξαιτίας της αποφυγής του πρώτου βήματος του μεταβολισμού.
Η αποβολή της βουπρενορφίνης από το Βουπρενορφίνη περιορίζεται σε βαθμιαία αποδέσμευση με τελική ημιζωή εύρους από 3 έως 5 ημέρες. Η βουπρενορφίνη απομακρύνεται κυρίως με τα κόπρανα μέσω αποβολής από τη χολή των συζευγμένων με γλυκουρονίδια μεταβολιτών (70%), η υπόλοιπη απομακρύνεται με τα ούρα. Η συνολική κάθαρση βουπρενορφίνης είναι περίπου 68 l/h.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς (> 65 ετών).
Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική απομάκρυνση παίζει έναν σχετικά μικρό ρόλο (≈ 30%) στη συνολική κάθαρση της βουπρενορφίνης. Δεν απαιτείται μεταβολή της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Ηπατική δυσλειτουργία Ο Πίνακας 4 συγκεντρώνει τα αποτελέσματα από μία κλινική μελέτη στην οποία η έκθεση σε βουπρενορφίνη προσδιορίστηκε μετά από χορήγηση ενός υπογλώσσιου δισκίου βουπρενορφίνης/ναλοξόνης 2,0/0,5 mg σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας.
Πίνακας 4. Επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας (σχετική αλλαγή σε υγιείς ασθενείς) στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπρενορφίνης μετά από υπογλώσσια χορήγηση βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (2,0/0,5 mg) σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφόρων βαθμών ηπατικής ανεπάρκειας
| Φαρμακοκινητική παράμετρος | ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση A) (n=9) | μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση Β) (n=8) | σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση C) (n=8) |
|---|---|---|---|
| Βουπρενορφίνη | |||
| Cmax | Αύξηση κατά 1,2 φορές | Αύξηση κατά 1,1 φορές | Αύξηση κατά 1,7 φορές |
| AUCτελευταία | Παρόμοια με την ομάδα ελέγχου | Αύξηση κατά 1,6 φορές | Αύξηση κατά 2,8 φορές |
Συνολικά, η έκθεση του πλάσματος σε βουπρενορφίνη αυξήθηκε περίπου 3 φορές σε ασθενείς με βαριά ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν διατίθενται φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς πληθυσμούς (κάτω των 18 ετών). Προσομοιωμένα δεδομένα έκθεσης βουπρενορφίνης σε εφήβους ηλικίας 16 ετών καταδεικνύουν χαμηλότερες τιμές Cmax και AUC σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρούνται σε ενήλικες με εβδομαδιαία και μηνιαία χορήγηση Βουπρενορφίνη.
Εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη Απορρόφηση Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Βουπρενορφίνη έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
-
Ηπατική λειτουργία
· Αρχική
Πριν την έναρξη
-
Ιογενής ηπατίτιδα
· Αρχική
Πριν την έναρξη
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Τακτικά | Ιογενής ηπατίτιδα, συγχορήγηση φαρμάκων ή ηπατική δυσλειτουργία |
| Στενά | Συνέχιση θεραπείας μετά από ηπατικό συμβάν | ||
| Τακτικά | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αυτόνομο νευρικό σύστημα | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτικά | Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων |
| Νευρομυϊκή εξέταση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτικά | Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων |
| Συμπεριφορά αναζήτησης ναρκωτικών | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | — |
| Ψυχική κατάσταση | neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος | Προσεκτικά | Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων |
| Γαστρεντερικά συμπτώματα | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Προσεκτικά | Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων |
| Κατάσταση ασθενούς | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Κατά τη διαχείριση οξέος πόνου |
| Στενά | Έφηβοι (16-17 ετών) | ||
| Κλινική παρακολούθηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | — | Ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες |
| — | — | ||
| — | Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Η βουπρενορφίνη αλληλεπιδρά κυρίως με τον μ-υποδοχέα των οπιοειδών. Αυτές οι θέσεις πρόσδεσης μ-υποδοχέα κατανέμονται διακριτά στον ανθρώπινο εγκέφαλο, τον νωτιαίο μυελό και άλλους ιστούς. Σε κλινικό περιβάλλον, η βουπρενορφίνη ασκεί τις κύριες φαρμακολογικές της δράσεις στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι κύριες δράσεις θεραπευτικής αξίας είναι η αναλγησία και η καταστολή. Εκτός από την αναλγησία, συχνά παρατηρούνται αλλαγές στη διάθεση, ευφορία και δυσφορία, καθώς και υπνηλία.
Η βουπρενορφίνη καταστέλλει τα αναπνευστικά κέντρα, καταστέλλει το αντανακλαστικό του βήχα και προκαλεί μυώση.
Εξάρτηση
Η βουπρενορφίνη είναι μερικός αγωνιστής στον μ-οπιοειδή υποδοχέα και η χρόνια χορήγηση προκαλεί σωματική εξάρτηση τύπου οπιοειδών, η οποία χαρακτηρίζεται από σημεία και συμπτώματα στέρησης μετά από αιφνίδια διακοπή ή ταχεία μείωση της δόσης. Το σύνδρομο στέρησης είναι συνήθως ηπιότερο από αυτό που παρατηρείται με τους πλήρεις αγωνιστές και μπορεί να έχει καθυστερημένη έναρξη.
Η βουπρενορφίνη μπορεί να γίνει αντικείμενο κατάχρησης με παρόμοιο τρόπο όπως και άλλα οπιοειδή. Αυτό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη συνταγογράφηση ή τη χορήγηση βουπρενορφίνης σε καταστάσεις όπου ο κλινικός ιατρός ανησυχεί για αυξημένο κίνδυνο κακής χρήσης, κατάχρησης ή εκτροπής.
Στέρηση
Η αιφνίδια διακοπή της θεραπείας δεν συνιστάται, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε σύνδρομο στέρησης οπιοειδών, το οποίο μπορεί να έχει καθυστερημένη έναρξη. Τα σημεία και συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν μυαλγίες, διάρροια, ανατριχίλα, ανορεξία, ναυτία, νευρικότητα ή ανησυχία, άγχος, ρινόρροια, φτέρνισμα, τρόμους ή ρίγη, κράμπες στο στομάχι, ταχυκαρδία, δυσκολία στον ύπνο, ασυνήθιστη αύξηση εφίδρωσης, αίσθημα παλμών, ανεξήγητο πυρετό, αδυναμία και χασμουρητό.
Κίνδυνος Αναπνευστικής και Κεντρικής Νευρικής Καταστολής (ΚΝΣ) και Υπερδοσολογίας
Η βουπρενορφίνη έχει συσχετιστεί με απειλητική για τη ζωή αναπνευστική καταστολή και θάνατο. Πολλές, αν και όχι όλες, οι αναφορές μετά την κυκλοφορία σχετικά με κώμα και θάνατο αφορούσαν κακή χρήση μέσω αυτο-ένεσης ή σχετίζονταν με την ταυτόχρονη χρήση βουπρενορφίνης και βενζοδιαζεπινών ή άλλων κατασταλτικών του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένου του αλκοόλ.
Χρησιμοποιήστε δισκία βουπρενορφίνης και ναλοξόνης υπογλώσσια με προσοχή σε ασθενείς με διαταραγμένη αναπνευστική λειτουργία (π.χ., χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, πνευμονοκαρδιακή ανεπάρκεια, μειωμένο αναπνευστικό απόθεμα, υποξία, υπερκαπνία ή προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή).
Κίνδυνος Υπερδοσολογίας σε Οπιοειδο-αρχάριους Ασθενείς
Έχουν αναφερθεί θάνατοι ατόμων που δεν είχαν προηγούμενη έκθεση σε οπιοειδή, οι οποίοι έλαβαν δόση 2 mg βουπρενορφίνης ως υπογλώσσιο δισκίο για αναλγησία. Τα δισκία βουπρενορφίνης και ναλοξόνης υπογλώσσια δεν είναι κατάλληλα ως αναλγητικό σε οπιοειδο-αρχάριους ασθενείς.
Πρόκληση Σημείων και Συμπτωμάτων Στέρησης Οπιοειδών
Εάν η βουπρενορφίνη χορηγηθεί σε εξαρτημένα από οπιοειδή άτομα, θα εκτοπίσει τα άλλα οπιοειδή και θα προκαλέσει ένα φαινόμενο γνωστό ως “προκλητή στέρηση”, το οποίο χαρακτηρίζεται από ταχεία και έντονη έναρξη συμπτωμάτων στέρησης.
Τα άτομα πρέπει επομένως να βρίσκονται σε κατάσταση ήπιας έως μέτριας στέρησης πριν ξεκινήσουν θεραπεία με βουπρενορφίνη.
Επειδή περιέχει ναλοξόνη, τα δισκία βουπρενορφίνης και ναλοξόνης υπογλώσσια είναι επίσης πολύ πιθανό να προκαλέσουν έντονα και σαφή σημεία και συμπτώματα στέρησης εάν γίνει κακή χρήση παρεντερικά από άτομα που είναι εξαρτημένα από πλήρεις αγωνιστές οπιοειδών όπως η ηρωίνη, η μορφίνη ή η μεθαδόνη.
Γαστρεντερικές Επιπτώσεις
Η βουπρενορφίνη και άλλα οπιοειδή που μοιάζουν με μορφίνη έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν την κινητικότητα του εντέρου και προκαλούν δυσκοιλιότητα. Η βουπρενορφίνη μπορεί να θολώσει τη διάγνωση ή την κλινική πορεία ασθενών με οξείες κοιλιακές καταστάσεις και πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με δυσλειτουργία του χοληφόρου συστήματος.
Επιδράσεις στο Ενδοκρινικό Σύστημα
Τα οπιοειδή αναστέλλουν την έκκριση της αδρενοκορτικοτρόπου ορμόνης (ACTH), της κορτιζόλης και της ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH) στους ανθρώπους. Επίσης, διεγείρουν την έκκριση προλακτίνης, αυξητικής ορμόνης (GH) και την έκκριση ινσουλίνης και γλυκαγόνης από το πάγκρεας.
Η χρόνια χρήση οπιοειδών μπορεί να επηρεάσει τον άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-γονάδων, οδηγώντας σε ανεπάρκεια ανδρογόνων που μπορεί να εκδηλωθεί ως χαμηλή λίμπιντο, ανικανότητα, στυτική δυσλειτουργία, αμηνόρροια ή στειρότητα. Ο αιτιολογικός ρόλος των οπιοειδών στο κλινικό σύνδρομο υπογοναδισμού είναι άγνωστος, επειδή οι διάφορες ιατρικές, φυσικές, τρόπου ζωής και ψυχολογικές στρεσογόνες καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν τα επίπεδα των γοναδικών ορμονών δεν έχουν ελεγχθεί επαρκώς σε μελέτες που έχουν διεξαχθεί μέχρι σήμερα.
Ασθενείς που παρουσιάζουν συμπτώματα ανεπάρκειας ανδρογόνων πρέπει να υποβάλλονται σε εργαστηριακή αξιολόγηση.
Επινεφριδιακή Ανεπάρκεια
Έχουν αναφερθεί περιπτώσεις επινεφριδιακής ανεπάρκειας με τη χρήση οπιοειδών, συχνότερα μετά από χρήση άνω του ενός μηνός. Η εμφάνιση επινεφριδιακής ανεπάρκειας μπορεί να περιλαμβάνει μη ειδικά συμπτώματα και σημεία, όπως ναυτία, έμετο, ανορεξία, κόπωση, αδυναμία, ζάλη και χαμηλή αρτηριακή πίεση.
Εάν υπάρχει υποψία επινεφριδιακής ανεπάρκειας, επιβεβαιώστε τη διάγνωση με διαγνωστικές εξετάσεις το συντομότερο δυνατό. Εάν διαγνωστεί επινεφριδιακή ανεπάρκεια, αντιμετωπίστε με φυσιολογικές δόσεις αντικατάστασης κορτικοστεροειδών. Μειώστε σταδιακά τη δόση του οπιοειδούς για να επιτρέψετε την ανάκαμψη της επινεφριδιακής λειτουργίας και συνεχίστε τη θεραπεία με κορτικοστεροειδή μέχρι να αποκατασταθεί η επινεφριδιακή λειτουργία.
Μπορούν να δοκιμαστούν άλλα οπιοειδή, καθώς ορισμένες περιπτώσεις ανέφεραν χρήση διαφορετικού οπιοειδούς χωρίς επανεμφάνιση επινεφριδιακής ανεπάρκειας. Οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν εντοπίζουν κανένα συγκεκριμένο οπιοειδές ως πιθανότερο να σχετίζεται με επινεφριδιακή ανεπάρκεια.
Χρήση σε Ασθενείς με Ηπατική Δυσλειτουργία
Τα προϊόντα βουπρενορφίνης/ναλοξόνης δεν συνιστώνται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια και ενδέχεται να μην είναι κατάλληλα για ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια.
Οι δόσεις βουπρενορφίνης και ναλοξόνης σε αυτό το προϊόν σταθερής συνδυαστικής δόσης δεν μπορούν να τιτλοποιηθούν μεμονωμένα, και η ηπατική δυσλειτουργία οδηγεί σε μειωμένη κάθαρση της ναλοξόνης σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι της βουπρενορφίνης. Ως εκ τούτου, οι ασθενείς με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια θα εκτεθούν σε σημαντικά υψηλότερα επίπεδα ναλοξόνης από τους ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο προκλητής στέρησης στην αρχή της θεραπείας (επαγωγή) και μπορεί να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας.
Σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια, η διαφορική μείωση της κάθαρσης της ναλοξόνης σε σύγκριση με την κάθαρση της βουπρενορφίνης δεν είναι τόσο μεγάλη όσο σε άτομα με σοβαρή ηπατική ανεπάρκεια. Ωστόσο, τα προϊόντα βουπρενορφίνης και ναλοξόνης δεν συνιστώνται για την έναρξη (επαγωγή θεραπείας) σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια λόγω του αυξημένου κινδύνου προκλητής στέρησης.
Τα προϊόντα βουπρενορφίνης και ναλοξόνης μπορούν να χρησιμοποιηθούν με προσοχή για τη θεραπεία συντήρησης σε ασθενείς με μέτρια ηπατική ανεπάρκεια που έχουν ξεκινήσει θεραπεία με προϊόν βουπρενορφίνης χωρίς ναλοξόνη. Ωστόσο, οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να λαμβάνεται υπόψη η πιθανότητα η ναλοξόνη να επηρεάσει την αποτελεσματικότητα της βουπρενορφίνης.
Κίνδυνος Ηπατίτιδας, Ηπατικών Συμβάντων
Έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις κυτταρολυτικής ηπατίτιδας και ηπατίτιδας με ίκτερο σε άτομα που λάμβαναν βουπρενορφίνη σε κλινικές δοκιμές και μέσω αναφορών ανεπιθύμητων ενεργειών μετά την κυκλοφορία. Το φάσμα των ανωμαλιών κυμαίνεται από παροδικές ασυμπτωματικές αυξήσεις στις ηπατικές τρανσαμινάσες έως αναφορές θανάτου, ηπατικής ανεπάρκειας, ηπατικής νέκρωσης, ηπατο-νεφρικού συνδρόμου και ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
Σε πολλές περιπτώσεις, η παρουσία προϋπαρχουσών ανωμαλιών των ηπατικών ενζύμων, μόλυνση από τον ιό της ηπατίτιδας Β ή C, ταυτόχρονη χρήση άλλων δυνητικά ηπατοτοξικών φαρμάκων και η συνεχιζόμενη χρήση ενέσιμων ουσιών μπορεί να έπαιξαν αιτιολογικό ή συμβάλλοντα ρόλο. Σε άλλες περιπτώσεις, υπήρχαν ανεπαρκή δεδομένα για τον προσδιορισμό της αιτιολογίας της ανωμαλίας.
Η διακοπή της βουπρενορφίνης οδήγησε σε βελτίωση της οξείας ηπατίτιδας σε ορισμένες περιπτώσεις· ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις δεν απαιτήθηκε μείωση της δόσης. Υπάρχει η πιθανότητα η βουπρενορφίνη να έπαιξε αιτιολογικό ή συμβάλλοντα ρόλο στην ανάπτυξη της ηπατικής ανωμαλίας σε ορισμένες περιπτώσεις.
Συνιστάται έλεγχος ηπατικής λειτουργίας πριν από την έναρξη της θεραπείας για τον καθορισμό μιας βασικής τιμής. Συνιστάται επίσης περιοδική παρακολούθηση της ηπατικής λειτουργίας κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Συνιστάται βιολογική και αιτιολογική αξιολόγηση όταν υποψιάζεται ηπατικό συμβάν.
Ανάλογα με την περίπτωση, τα δισκία βουπρενορφίνης και ναλοξόνης υπογλώσσια μπορεί να χρειαστεί να διακοπούν προσεκτικά για την πρόληψη σημείων και συμπτωμάτων στέρησης και την επιστροφή του ασθενούς στην παράνομη χρήση ουσιών, και πρέπει να ξεκινήσει αυστηρή παρακολούθηση του ασθενούς.
Ορθοστατική Υπόταση
Όπως και άλλα οπιοειδή, τα δισκία βουπρενορφίνης και ναλοξόνης υπογλώσσια μπορεί να προκαλέσουν ορθοστατική υπόταση σε κινητοποιημένους ασθενείς.
Αύξηση της Πίεσης του Εγκεφαλονωτιαίου Υγρού
Η βουπρενορφίνη, όπως και άλλα οπιοειδή, μπορεί να αυξήσει την πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού και πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με τραυματισμό κεφαλής, ενδοκρανιακές αλλοιώσεις και άλλες καταστάσεις όπου η πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού μπορεί να είναι αυξημένη. Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει μυώση και αλλαγές στο επίπεδο συνείδησης που μπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση του ασθενούς.
Αύξηση της Ενδοχολεδικής Πίεσης
Η βουπρενορφίνη έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την ενδοχολεδική πίεση, όπως και άλλα οπιοειδή, και επομένως πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με δυσλειτουργία του χοληφόρου συστήματος.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Η βουπρενορφίνη είναι μερικός αγωνιστής στον μ-οπιοειδή υποδοχέα και ανταγωνιστής στον κ-οπιοειδή υποδοχέα. Εμφανίζει υψηλή συγγένεια για τον μ-οπιοειδή υποδοχέα, αλλά έχει χαμηλότερη εγγενή δραστικότητα σε σύγκριση με άλλους πλήρεις μ-οπιοειδείς αγωνιστές όπως η ηρωίνη, η οξυκωδόνη ή η μεθαδόνη. Αυτό σημαίνει ότι η βουπρενορφίνη προσδένεται προτιμησιακά στον οπιοειδή υποδοχέα και εκτοπίζει οπιοειδή χαμηλότερης συγγένειας χωρίς να ενεργοποιεί τον υποδοχέα σε συγκρίσιμο βαθμό.
Κλινικά, αυτό οδηγεί σε αργή έναρξη δράσης και ένα κλινικό φαινόμενο γνωστό ως “ταβάνι δράσης” (ceiling effect), όπου μόλις επιτευχθεί μια ορισμένη δόση, οι επιδράσεις της βουπρενορφίνης σταθεροποιούνται. Αυτό το φαινόμενο μπορεί να είναι ευεργετικό, καθώς οι δοσοεξαρτώμενες παρενέργειες, όπως η αναπνευστική καταστολή, η καταστολή και η δηλητηρίαση, επίσης σταθεροποιούνται γύρω στα 32 mg, με αποτέλεσμα χαμηλότερο κίνδυνο υπερδοσολογίας σε σύγκριση με τη μεθαδόνη και άλλα οπιοειδή πλήρεις αγωνιστές.
Σημαίνει επίσης ότι οι εξαρτημένοι από οπιοειδή ασθενείς δεν βιώνουν καταστολή ή ευφορία με τον ίδιο ρυθμό που θα μπορούσαν να βιώσουν με πιο ισχυρά οπιοειδή, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής για ασθενείς με σοβαρό πόνο και μειώνοντας τις ενισχυτικές επιδράσεις των οπιοειδών που μπορεί να οδηγήσουν σε συμπεριφορές αναζήτησης ουσιών.
Η υψηλή συγγένεια, αλλά χαμηλή εγγενής δραστικότητα της βουπρενορφίνης για τον μ-οπιοειδή υποδοχέα σημαίνει επίσης ότι εάν χορηγηθεί σε εξαρτημένα από οπιοειδή άτομα, θα εκτοπίσει τα άλλα οπιοειδή χωρίς να δημιουργήσει ίση οπιοειδή δράση και θα προκαλέσει ένα φαινόμενο γνωστό ως “προκλητή στέρηση”, το οποίο χαρακτηρίζεται από ταχεία και έντονη έναρξη συμπτωμάτων στέρησης (δηλ. άγχος, ανησυχία, γαστρεντερική δυσφορία, εφίδρωση, έντονη επιθυμία για ουσία και ταχυκαρδία).
Τα άτομα πρέπει επομένως να βρίσκονται σε κατάσταση ήπιας έως μέτριας στέρησης πριν ξεκινήσουν θεραπεία με βουπρενορφίνη.
Η βουπρενορφίνη είναι διαθέσιμη στο εμπόριο ως προϊόν με την εμπορική ονομασία Suboxone, το οποίο παρασκευάζεται σε συνδυασμό σταθερής δόσης 4:1 μαζί με ναλοξόνη, έναν μη εκλεκτικό ανταγωνιστή οπιοειδών υποδοχέων. Ο συνδυασμός ενός αγωνιστή οπιοειδών με έναν ανταγωνιστή οπιοειδών μπορεί να φαίνεται αντιφατικός, ωστόσο, αυτός ο συνδυασμός με ναλοξόνη έχει σκοπό να μειώσει το δυναμικό κατάχρησης του Suboxone, καθώς η ναλοξόνη απορροφάται ελάχιστα από την από του στόματος οδό (και δεν έχει επίδραση όταν λαμβάνεται από το στόμα), αλλά θα αντιστρέψει τις αγωνιστικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης εάν γίνει ενδοφλέβια ένεση.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η βιοδιαθεσιμότητα της βουπρενορφίνης/ναλοξόνης είναι πολύ υψηλή μετά από ενδοφλέβια ή υποδόρια χορήγηση, χαμηλότερη με την υπογλώσσια ή στοματική οδό, και πολύ χαμηλή όταν χορηγείται από του στόματος οδό. Επομένως, χορηγείται ως υπογλώσσιο δισκίο που απορροφάται από τον στοματικό βλεννογόνο απευθείας στη συστηματική κυκλοφορία.
Κλινικές φαρμακοκινητικές μελέτες έδειξαν ευρεία δια-ασθενική μεταβλητότητα στην υπογλώσσια απορρόφηση της βουπρενορφίνης και της ναλοξόνης, αλλά εντός των ατόμων η μεταβλητότητα ήταν χαμηλή. Τόσο η Cmax όσο και η AUC της βουπρενορφίνης αυξήθηκαν γραμμικά με την αύξηση της δόσης (στο εύρος των 4 έως 16 mg), αν και η αύξηση δεν ήταν άμεσα δοσοαναλογική.
Ο συνδυασμός βουπρενορφίνης με ναλοξόνη (2mg/0.5mg) που παρέχεται σε υπογλώσσια δισκία έδειξε Cmax 0,780 ng/mL με Tmax 1,50 ώρες και AUC 7,651 ng.hr/mL.
Η συγχορήγηση με ναλοξόνη δεν επηρεάζει τη φαρμακοκινητική της βουπρενορφίνης.
Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλοι φαινολικοί αναλγητικοί οπιοειδείς, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρσή της σχετίζεται με την ηπατική ροή αίματος. Απεκκρίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων (ως ελεύθερες μορφές βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης), ενώ το 10-30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα (ως συζευγμένες μορφές βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης).
Η συνολική μέση ημιζωή αποβολής της βουπρενορφίνης στο πλάσμα κυμαίνεται από 31 έως 42 ώρες, αν και τα επίπεδα είναι πολύ χαμηλά 10 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης (η πλειοψηφία της AUC της βουπρενορφίνης συλλαμβάνεται εντός 10 ωρών), υποδεικνύοντας ότι η αποτελεσματική ημιζωή μπορεί να είναι μικρότερη.
Η βουπρενορφίνη είναι εξαιρετικά λιπόφιλη, και επομένως εκτενώς κατανεμημένη, με ταχεία διείσδυση μέσω του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Ο εκτιμώμενος όγκος κατανομής είναι 188-335 L όταν χορηγείται ενδοφλεβίως. Μπορεί να διέλθει στον πλακούντα και στο μητρικό γάλα.
Η κάθαρση μπορεί να είναι υψηλότερη στα παιδιά από ό,τι στους ενήλικες. Ρυθμός κάθαρσης πλάσματος, IV χορήγηση, αναισθητοποιημένοι ασθενείς = 901,2 ± 39,7 mL/min· Ρυθμός κάθαρσης πλάσματος, IV χορήγηση, υγιείς εθελοντές = 1042-1280 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Πρωτεϊνική Δέσμευση
Η βουπρενορφίνη είναι περίπου 96% δεσμευμένη σε πρωτεΐνες, κυρίως σε α- και β-σφαιρίνες.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται σε νορβουπρενορφίνη μέσω Ν-δεαλκυλίωσης που καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 3A4/3A5. Η βουπρενορφίνη και η νορβουπρενορφίνη υφίστανται επίσης γλυκουρονιδίωση σε ανενεργούς μεταβολίτες, τη βουπρενορφίνη-3-γλυκουρονίδη και τη νορβουπρενορφίνη-3-γλυκουρονίδη, αντίστοιχα.
Ενώ η νορβουπρενορφίνη έχει βρεθεί ότι δεσμεύεται σε οπιοειδείς υποδοχείς in vitro, οι συγκεντρώσεις στον εγκέφαλο είναι πολύ χαμηλές, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν συμβάλλει στις κλινικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης.
Η ναλοξόνη υφίσταται απευθείας γλυκουρονιδίωση σε ναλοξόνη-3-γλυκουρονίδη, καθώς και Ν-δεαλκυλίωση και αναγωγή της 6-οξικής ομάδας.
Η βουπρενορφίνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη Νορβουπρενορφίνη και τη Βουπρενορφίνη γλυκουρονίδη.
Ηπατικός. Η βουπρενορφίνη υφίσταται τόσο Ν-δεαλκυλίωση σε νορβουπρενορφίνη όσο και γλυκουρονιδίωση. Η οδός Ν-δεαλκυλίωσης καταλύεται από το ισοένζυμο κυτοχρώματος P-450 3A4. Η νορβουπρενορφίνη, ένας ενεργός μεταβολίτης, έχει το ένα πέμπτο της φαρμακολογικής δράσης της μητρικής ένωσης και μπορεί περαιτέρω να υποστεί γλυκουρονιδίωση.
Οδός Απέκκρισης: Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλοι φαινολικοί αναλγητικοί οπιοειδείς, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρσή της σχετίζεται με την ηπατική ροή αίματος. Απεκκρίνεται κυρίως μέσω των κοπράνων (ως ελεύθερες μορφές βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης), ενώ το 10-30% της δόσης απεκκρίνεται στα ούρα (ως συζευγμένες μορφές βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης).
Ημιζωή: Ενδοφλέβια χορήγηση, 0,3 mg = 1,2-7,2 ώρες (μέση 2,2 ώρες)· Υπογλώσσια χορήγηση = 37 ώρες.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογική Ημιζωή
Η βουπρενορφίνη παρουσιάζει αργές κινητικές διάστασης (~166 λεπτά), η οποία συμβάλλει στη μακρά διάρκεια δράσης της και επιτρέπει τη χορήγηση μία φορά την ημέρα ή ακόμη και κάθε δεύτερη ημέρα. Σε μελέτες κλινικών δοκιμών, η ημιζωή της υπογλώσσια χορηγούμενης βουπρενορφίνης/ναλοξόνης 2mg/0,5mg βρέθηκε να είναι 30,75 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
- Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την επίδραση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκαλούμενο ύπνο (ΛΗΘΑΡΓΟ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα του ΟΠΙΟΥ ή της ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία που έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί προκαλεστές ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA Φαρμακολογικής Δράσης
40D3SCR4GZ
BUPRENORPHINE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Μερικός Αγωνιστής Οπιοειδών
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Μερικοί Αγωνιστές Οπιοειδών
Η βουπρενορφίνη είναι Μερικός Αγωνιστής Οπιοειδών. Ο μηχανισμός δράσης της βουπρενορφίνης είναι ως Μερικός Αγωνιστής Οπιοειδών.
BUPRENORPHINE
Μερικός Αγωνιστής Οπιοειδών [EPC]· Μερικοί Αγωνιστές Οπιοειδών [MoA]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης
- Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
- Παράγοντες που αναστέλλουν την επίδραση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
- Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκαλούμενο ύπνο (ΛΗΘΑΡΓΟ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα του ΟΠΙΟΥ ή της ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία που έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί προκαλεστές ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.