Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ N02AE01 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

BUPRENORPHINE

Βουπρενορφίνη

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή**, κωδικός ATC: N07BC01 ### Μηχανισμός δράσης Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ (μι) …

Ενδείξεις

Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10

clinical_notes
  • F11 Διαταραχές ψυχικής συμπεριφοράς λόγω χρήσης οπιοειδών

    Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Εξάρτηση από τα οπιοειδή

search Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη arrow_forward

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος BUVIDAL
expand_more
Υπογλώσσιο δισκίο
Δισκία 0,4 mg:
Λευκά έως κρεμώδη λευκά, οβάλ επίπεδα με λοξότμητη άκρη δισκία σημαδεμένα με ένα
λογόγραμμα ξίφους στη μία πλευρά και 0,4 στην αντίθετη πλευρά.
Δισκία 2 mg:
Λευκά έως κρεμώδη λευκά, οβάλ επίπεδα με λοξότμητη άκρη δισκία σημαδεμένα με ένα
λογόγραμμα ξίφους στη μία πλευρά και 2 στην αντίθετη πλευρά
Δισκία 8 mg:
Λευκά έως κρεμώδη λευκά, οβάλ επίπεδα με λοξότμητη άκρη δισκία σημαδεμένα με ένα
λογόγραμμα ξίφους στη μία πλευρά και 8 στην αντίθετη πλευρά.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
Υποδόρια
Χορήγηση:
Εβδομαδιαία ή μηνιαία
Δόση έναρξης:
16 mg
Τιτλοποίηση:
Η αρχική δόση είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Οι δόσεις μπορούν να αυξηθούν ή να ελαττωθούν και οι ασθενείς μπορούν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων προϊόντων ανάλογα με τις ανάγκες των ασθενών και την κλινική αξιολόγηση του θεράποντος ιατρού.
  • Ασθενείς που δεν λαμβάνουν ήδη βουπρενορφίνη
    Πριν την πρώτη εβδομαδιαία χορήγηση Βουπρενορφίνη, υπογλώσσια βουπρενορφίνη 4 mg και παρακολούθηση για 1 ώρα για επιβεβαίωση ανεκτικότητας.
  • Ενήλικες (Έναρξη Θεραπείας)
    Δόση16 mg
    Μέγ. δόση32 mg
    Η αρχική δόση είναι 16 mg, με μία ή δύο επιπλέον δόσεις των 8 mg με τουλάχιστον 1 ημέρα διαφορά έως μια τελική δόση 24 mg ή 32 mg κατά την πρώτη εβδομάδα θεραπείας. Η δόση για τη δεύτερη εβδομάδα είναι η συνολική δόση της πρώτης εβδομάδας.
  • Ενήλικες (Συντήρηση - Εβδομαδιαία)
    Μέγ. δόση32 mg
    Μέγιστη δόση 32 mg ανά εβδομάδα, με επιπρόσθετη δόση 8 mg.
  • Ενήλικες (Συντήρηση - Μηνιαία)
    Μέγ. δόση160 mg
    Μέγιστη δόση 160 mg ανά μήνα.
  • Ηλικιωμένοι (>65 ετών)
    Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση για δοσολογία. Η συνιστώμενη δόση για ηλικιωμένους ασθενείς με κανονική νεφρική λειτουργία είναι η ίδια με εκείνη για νεότερους ενήλικες. Μπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή δόσης σε μειωμένη νεφρική/ηπατική λειτουργία.
  • Ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Να χρησιμοποιείται με προσοχή.
  • Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
    Η χρήση αντενδείκνυται (βλ. Αντενδείξεις).
  • Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια
    Δεν απαιτείται μετατροπή δόσης.
  • Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl < 30 ml/λεπτό)
    Συνιστάται προσοχή.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός (<16 ετών)
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
  • Σοβαρή αναπνευστική ανεπάρκεια
  • Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
  • Οξύς αλκοολισμός ή τρομώδες παραλήρημα
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Ακούσια ένεση
    Αποφυγή ενδοαγγειακής, ενδομυϊκής, ενδοδερμικής χορήγησης λόγω κινδύνου σοβαρής βλάβης (τραυματισμός αγγείου, απόφραξη, θρομβοεμβολικά επεισόδια).
  • Κακή χρήση, κατάχρηση και εκτροπή
    Λήψη κατάλληλων προφυλάξεων κατά τη συνταγογράφηση και διάθεση. Χορήγηση μόνο από επαγγελματίες υγείας, όχι αυτοχορήγηση. Παρακολούθηση προσπαθειών απομάκρυνσης αποθέματος.
  • Ιδιότητες παρατεταμένης αποδέσμευσης
    Να λαμβάνονται υπόψη κατά την έναρξη και τον τερματισμό της θεραπείας.
  • Αναπνευστική καταστολή
    σοβαρό
    Χρήση με προσοχή, ιδίως σε συνδυασμό με βενζοδιαζεπίνες, αλκοόλ, γκαμπαπεντινοειδή ή άλλα οπιοειδή. Μπορεί να είναι θανατηφόρα σε παιδιά και μη εξαρτημένα άτομα.
  • Αναπνευστική ανεπάρκεια
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, άσθμα, πνευμονική καρδία, μειωμένη αναπνευστική εφεδρεία, υποξία, υπερκαπνία, προϋπάρχουσα αναπνευστική καταστολή ή κυφοσκωλίωση
    Χρήση με προσοχή
  • Καταστολή ΚΝΣ/Υπνηλία
    Ενισχύεται με αλκοόλ ή καταστολείς του ΚΝΣ (π.χ. βενζοδιαζεπίνες, ηρεμιστικά, κατασταλτικά, γκαμπαπεντινοειδή ή υπνωτικά).
  • Διαταραχή χρήσης οπιοειδών (OUD)
    Πρέπει να συμφωνούνται στόχοι και σχέδιο διακοπής θεραπείας. Παρακολούθηση για συμπεριφορά αναζήτησης ναρκωτικών και ταυτόχρονη χρήση ουσιών. Εξέταση συμβουλευτικής με ειδικό σε θέματα εξαρτήσεων.
  • Σύνδρομο σεροτονίνης
    σοβαρό
    Προσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων, εάν συγχορηγείται με σεροτονινεργικούς παράγοντες (ΜΑΟ αναστολείς, SSRI, SNRI, TCA). Εάν υπάρχει υποψία, εξέταση μείωσης δόσης ή διακοπής.
  • Ηπατική βλάβη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς θετικοί σε ιογενή ηπατίτιδα, με ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και υπάρχουσα ηπατική δυσλειτουργία
    Αυξημένος κίνδυνος. Εάν υπάρχει υποψία για ηπατικό συμβάν, απαιτείται βιολογική και αιτιολογική εξέταση. Διακοπή Βουπρενορφίνη εάν χρειαστεί. Στενή παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας εάν συνεχιστεί η θεραπεία.
  • Επιτάχυνση συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς
    Η εισαγωγή θεραπείας πρέπει να γίνεται όταν είναι εμφανή αντικειμενικά σημάδια και συμπτώματα ελαφριάς έως μέτριας στέρησης.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
    Έλεγχος για σημάδια και συμπτώματα εντεινόμενου συνδρόμου στέρησης οπιοειδούς, τοξικότητας ή υπερδοσολογίας. Χρήση με προσοχή. Τακτική παρακολούθηση ηπατικής λειτουργίας.
  • Νεφρική δυσλειτουργία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/λεπτό)
    Συνιστάται προσοχή λόγω συσσώρευσης μεταβολιτών.
  • Παράταση του QT
    Προσοχή όταν συγχορηγείται με φάρμακα που παρατείνουν το QT και σε ασθενείς με ιστορικό συνδρόμου παρατεταμένου QT ή άλλους παράγοντες κινδύνου.
  • Διαχείριση οξέος πόνου
    Μπορεί να χρειαστεί συνδυασμός οπιοειδών με υψηλή συγγένεια (π.χ. φαιντανύλη), μη οπιοειδών αναλγητικών και τοπικής αναισθησίας. Μπορεί να απαιτηθούν υψηλότερες δόσεις οπιοειδών βραχείας δράσης.
  • Χρήση σε παιδιά κάτω των 16 ετών
    Ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
  • Χρήση σε εφήβους (16 ή 17 ετών)
    Στενή παρακολούθηση λόγω περιορισμένων δεδομένων.
  • Διαταραχές της αναπνοής που σχετίζονται με τον ύπνο (Κεντρική Υπνική Άπνοια)
    Εξετάστε το ενδεχόμενο μείωσης της συνολικής δόσης των οπιοειδών σε ασθενείς που εμφανίζουν CSA.
  • Ορθοστατική υπόταση
    Τα οπιοειδή μπορεί να την προκαλέσουν.
  • Αύξηση της πίεσης του εγκεφαλονωτιαίου υγρού / Επιληπτικές κρίσεις
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κάκωση της κεφαλής, ενδοκρανιακές βλάβες, αυξημένη πίεση ΕΝΥ ή ιστορικό επιληπτικών κρίσεων
    Χρήση με προσοχή.
  • Υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με υπόταση, υπερτροφία του προστάτη ή στένωση της ουρήθρας
    Χρήση με προσοχή.
  • Μύση, αλλαγές επιπέδου συνείδησης ή αντίληψης πόνου
    Μπορεί να επηρεάσουν την αξιολόγηση της κατάστασης του ασθενούς ή να στρεβλώσουν τη διάγνωση/κλινική αγωγή.
  • Μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμός ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια (π.χ. νόσος του Addison)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με μυξοίδημα, υποθυρεοειδισμό ή φλοιοεπινεφριδιακή ανεπάρκεια
    Χρήση με προσοχή.
  • Δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσλειτουργία της χοληφόρου οδού
    Χρήση με προσοχή λόγω αύξησης ενδοχολικής πίεσης.
  • Λάτεξ
    Πιθανός κίνδυνος αλλεργίας σε άτομα ευαίσθητα στο λάτεξ λόγω αμελητέων ιχνών, αν και δεν χρησιμοποιείται φυσικό ελαστικό ή λάτεξ στη σύνθεση του καλύμματος βελόνας.
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • προσοχή
    Αναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης, επιτάχυνση συμπτωμάτων στέρησης σε εξαρτημένους από οπιοειδή ασθενείς.
    ΣύστασηΓια ασθενείς εξαρτημένους από οπιοειδή που λαμβάνουν βουπρενορφίνη, η ναλτρεξόνη μπορεί να επιταχύνει την αιφνίδια εμφάνιση παρατεταμένων και έντονων συμπτωμάτων συνδρόμου στέρησης. Για ασθενείς που λαμβάνουν ναλτρεξόνη, οι επιθυμητές θεραπευτικές επιδράσεις της βουπρενορφίνης μπορεί να ανασταλούν.
  • προσοχή
    Αναστολή των φαρμακολογικών επιδράσεων της βουπρενορφίνης.
  • Αλκοόλ
    προσοχή
    Αυξάνει την κατασταλτική δράση της βουπρενορφίνης.
  • Βενζοδιαζεπίνες
    προσοχή
    Αναπνευστική καταστολή, κίνδυνος θανάτου.
    ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τον κίνδυνο αυτοχορήγησης μη συνταγογραφούμενων βενζοδιαζεπινών και ότι η χρήση βενζοδιαζεπινών πρέπει να γίνεται μόνο σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού.
  • Γκαμπαπεντινοειδή (γκαμπαπεντίνη, πρεγκαμπαλίνη)
    προσοχή
    Αναπνευστική καταστολή, υπόταση, βαθιά καταστολή, κώμα ή θάνατος.
    ΣύστασηΟι δόσεις πρέπει να παρακολουθούνται στενά. Να αποφεύγεται σε περιπτώσεις όπου υπάρχει κίνδυνος κακής χρήσης. Οι ασθενείς πρέπει να προειδοποιούνται για τη χρήση γκαμπαπεντινοειδών μόνο όπως υποδεικνύεται από τον ιατρό τους.
  • Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (αναστολείς MAO, SSRI, SNRI, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά)
    προσοχή
    Αυξημένος κίνδυνος για σύνδρομο σεροτονίνης.
  • Άλλα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (παράγωγα οπιοειδών, αντικαταθλιπτικά, ανταγωνιστές H1-υποδοχέων, βαρβιτουρικά, αγχολυτικά, αντιψυχωτικά, κλονιδίνη)
    προσοχή
    Αυξημένη καταστολή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Μειωμένο επίπεδο εγρήγορσης που μπορεί να καταστήσει επικίνδυνη την οδήγηση και τον χειρισμό μηχανών.
  • Οπιοειδή αναλγητικά (πλήρεις αγωνιστές)
    προσοχή
    Δυσκολία επίτευξης επαρκούς αναλγησίας. Κίνδυνος υπερδοσολογίας, κυρίως όταν επιχειρείται η υπερίσχυση των επιδράσεων της βουπρενορφίνης ή όταν μειώνονται τα επίπεδα βουπρενορφίνης.
  • Αναστολείς CYP3A4 (π.χ. ριτοναβίρη, νελφιναβίρη, ινδιναβίρη, κετοκοναζόλη, ιτρακοναζόλη, μακρολιδικά αντιβιοτικά)
    προσοχή
    Αύξηση τιμών Cmax και AUC της βουπρενορφίνης και νορβουπρενορφίνης λόγω αναστολής του μεταβολισμού.
    ΣύστασηΟι ασθενείς που είναι ήδη σε Βουπρενορφίνη και ξεκινούν αναστολείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα υπερδοσολογίας. Εάν διακοπεί ο αναστολέας CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα στέρησης.
  • Επαγωγείς CYP3A4 (π.χ. φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, φαινυτοΐνη, ριφαμπικίνη)
    προσοχή
    Μείωση των επιπέδων βουπρενορφίνης λόγω επαγωγής του μεταβολισμού.
    ΣύστασηΟι ασθενείς που είναι ήδη σε Βουπρενορφίνη και ξεκινούν επαγωγείς CYP3A4 θα πρέπει να λαμβάνουν εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και να παρακολουθούνται για σημάδια και συμπτώματα στέρησης. Εάν διακοπεί ο επαγωγέας CYP3A4, ο ασθενής θα πρέπει να παρακολουθηθεί για συμπτώματα υπερδοσολογίας.
  • Αναστολείς UGT1A1
    προσοχή
    Ενδέχεται να επηρεάσουν τη συστηματική έκθεση της βουπρενορφίνης.
  • Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (MAOI)
    προσοχή
    Πιθανή επιδείνωση των επιδράσεων των οπιοειδών.
  • Αντιχολινεργικά
    προσοχή
    Αυξημένες αντιχολινεργικές ανεπιθύμητες αντιδράσεις.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Λοιμώξεις
  • Λοίμωξη
  • Γρίπη
  • Φαρυγγίτιδα
  • Ρινίτιδα
  • Βρογχίτιδα
Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
  • Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
Αίμα
  • Λεμφαδενοπάθεια
Ανοσοποιητικό
  • Υπερευαισθησία
Μεταβολισμός
  • Μειωμένη όρεξη
Ψυχιατρικές
  • Αϋπνία
  • Άγχος
  • Διέγερση
  • Κατάθλιψη
  • Νευρικότητα
Ψυχιατρικές διαταραχές
  • Εχθρότητα (Συχνές)
  • Μη φυσιολογική σκέψη (Συχνές)
  • Παράνοια (Συχνές)
  • Ψευδαισθήσεις (Όχι συχνές)
  • Ευφορική συναισθηματική διάθεση (Όχι συχνές)
  • Ιατρική εξάρτηση (Όχι συχνές)
  • Εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες (Μη γνωστές)
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Υπνηλία
  • Ζάλη
  • Ημικρανία
  • Παραισθησία
  • Συγκοπή
  • Τρόμος
  • Υπερτονία
Διαταραχές του νευρικού συστήματος
  • Διαταραχές λόγου (Συχνές)
Αυτί
  • Ίλιγγος
Οφθαλμικές
  • Δακρυϊκή διαταραχή
  • Μυδρίαση
Οφθαλμικές διαταραχές
  • Μύση (Συχνές)
Καρδιά
  • Αίσθημα παλμών
Αγγειακές
  • Αγγειοδιαστολή
  • Υπόταση
Αναπνευστικό
  • Βήχας
  • Δύσπνοια
  • Άσθμα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
  • Χασμουρητό (Συχνές)
Γαστρεντερικό
  • Ναυτία
  • Δυσκοιλιότητα
  • Έμετος
  • Κοιλιακό άλγος
  • Μετεωρισμός
  • Δυσπεψία
  • Ξηροστομία
  • Διάρροια
Διαταραχές του γαστρεντερικού
  • Διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος (Όχι συχνές)
Εργαστηριακές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
Ήπαρ
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα (Συχνές)
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας (Μη γνωστές)
Δέρμα
  • Υπεριδρωσία
  • Εξάνθημα
  • Κνησμός
  • Κνίδωση
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
  • Ερύθημα
Μυοσκελετικό
  • Αρθραλγία
  • Οσφυαλγία
  • Μυαλγία
  • Μυϊκοί σπασμοί
  • Οστικός πόνος
  • Άλγος
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
  • Αυχεναλγία (Συχνές)
Νεφρά/Ουροποιητικό
  • Κατακράτηση ούρων
Αναπαραγωγικό
  • Δυσμηνόρροια
Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου (Πολύ συχνές)
  • Κνησμός της θέσης ένεσης (Συχνές)
  • Οίδημα της θέσης ένεσης (Συχνές)
  • Σκλήρυνση της θέσης ένεσης (Συχνές)
  • Μάζα της θέσης ένεσης (Συχνές)
  • Δυσφορία (Συχνές)
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • Μώλωπας της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • Κνίδωση της θέσης ένεσης (Όχι συχνές)
  • Θωρακικό άλγος (Μη γνωστές)
  • Απόστημα στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
  • Εξέλκωση στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
  • Νέκρωση στη θέση ένεσης (Μη γνωστές)
Γενικές
  • Άλγος της θέσης ένεσης
  • Ερύθημα της θέσης ένεσης
  • Αντίδραση της θέσης ένεσης
  • Περιφερικό οίδημα
  • Αδυναμία
  • Πυρεξία
  • Ρίγη
Συγγενείς
  • Σύνδρομο από απόσυρση φαρμάκου των νεογνών
Κακώσεις, δηλητηριάσεις και επιπλοκές θεραπευτικών χειρισμών
  • Ζάλη κατά τον θεραπευτικό χειρισμό (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Άλγος
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Αϋπνία
    Ψυχιατρικές
    Πολύ συχνές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Πολύ συχνές
  • Ναυτία
    Γαστρεντερικό
    Πολύ συχνές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκου
    Γενικές
    Πολύ συχνές
  • Υπεριδρωσία
    Δέρμα
    Πολύ συχνές
  • Άγχος
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Άλγος θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Άσθμα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Έμετος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Αίσθημα παλμών
    Καρδιά
    Συχνές
  • Αγγειοδιαστολή
    Αγγειακές
    Συχνές
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Συχνές
  • Αντίδραση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Αρθραλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
    Ήπαρ
    Συχνές
  • Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
    Εργαστηριακές
    Συχνές
  • Αυχεναλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Βήχας
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Βρογχίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Γρίπη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Δακρυϊκή διαταραχή
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Διάρροια
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Διέγερση
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Διαταραχές λόγου
    Νευρικό
    Συχνές
  • Δυσκοιλιότητα
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσμηνόρροια
    Αναπαραγωγικό
    Συχνές
  • Δυσπεψία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Δυσφορία
    Γενικές
    Συχνές
  • Δύσπνοια
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Ερύθημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Εχθρότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Συχνές
  • Ημικρανία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Κατάθλιψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Κατακράτηση ούρων
    Νεφρά/Ουροποιητικό
    Συχνές
  • Κηλιδώδες εξάνθημα
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνίδωση
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Συχνές
  • Κνησμός στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Κοιλιακό άλγος
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Λεμφαδενοπάθεια
    Αίμα
    Συχνές
  • Λοίμωξη
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Μάζα στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Μειωμένη όρεξη
    Μεταβολισμός
    Συχνές
  • Μετεωρισμός
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Μη φυσιολογική σκέψη
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Μυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μυδρίαση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Μυϊκοί σπασμοί
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Μύση
    Οφθαλμικές
    Συχνές
  • Νευρικότητα
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Συχνές
  • Οίδημα θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Οστικός πόνος
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Οσφυαλγία
    Μυοσκελετικό
    Συχνές
  • Παράνοια
    Ψυχιατρικές
    Συχνές
  • Παραισθησία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Περιφερικό οίδημα
    Γενικές
    Συχνές
  • Πυρεξία
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρίγη
    Γενικές
    Συχνές
  • Ρινίτιδα
    Αναπνευστικό
    Συχνές
  • Σκλήρυνση της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Συχνές
  • Συγκοπή
    Νευρικό
    Συχνές
  • Τρόμος
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπερτονία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Συχνές
  • Φαρυγγίτιδα
    Λοιμώξεις
    Συχνές
  • Χασμουρητό
    Νευρικό
    Συχνές
  • Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
    Γαστρεντερικό
    Όχι συχνές
  • Ευφορική διάθεση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ιατρική εξάρτηση
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Κνίδωση στη θέση ένεσης
    Δέρμα
    Όχι συχνές
  • Κυτταρίτιδα της θέσης ένεσης
    Λοιμώξεις
    Όχι συχνές
  • Μώλωπας της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Όχι συχνές
  • Φλεγμονή της θέσης ένεσης
    Γενικές
    Όχι συχνές
  • Ψευδαισθήσεις
    Ψυχιατρικές
    Όχι συχνές
  • Ίλιγγος
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Απόστημα στη θέση ένεσης
    Μη γνωστές
  • Εξάρτηση από ναρκωτικές ουσίες
    Μη γνωστές
  • Εξέλκωση στη θέση ένεσης
    Μη γνωστές
  • Θωρακικό άλγος
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Μη φυσιολογικές δοκιμασίες ηπατικής λειτουργίας
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Νέκρωση στη θέση ένεσης
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Σύνδρομο απόσυρσης φαρμάκων νεογνών
    Αναπαραγωγικό
    Μη γνωστές
  • Υπερευαισθησία
    Ανοσοποιητικό
    Μη γνωστές
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή expand_more
  • Κύηση
    Με προσοχή
    Δεν διατίθενται επαρκή δεδομένα σχετικά με τη χρήση της βουπρενορφίνης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν υποδεικνύουν αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Προς το τέλος της εγκυμοσύνης, η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει αναπνευστική καταστολή στο νεογνό ακόμα και έπειτα από μια μικρή περίοδο χορήγησης. Μακροχρόνια χορήγηση κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων μηνών της εγκυμοσύνης μπορεί να προκαλέσει σύνδρομο στέρησης στο νεογνό (π.χ. υπερτονία, νεογνικό τρόμο, νεογνική υπερδιέγερση, σπασμούς ή μυοκλονικούς σπασμούς). Γενικά, η εμφάνιση του συνδρόμου καθυστερεί από αρκετές ώρες έως αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση. Λόγω του μεγάλου χρόνου ημιζωής της βουπρενορφίνης, το ενδεχόμενο παρακολούθησης του νεογνού για αρκετές ημέρες μετά τη γέννηση θα πρέπει να εξετάζεται για να αποτραπεί ο κίνδυνος αναπνευστικής καταστολής ή συνδρόμου στέρησης σε νεογνά.
  • Γαλουχία
    Με προσοχή
    Η βουπρενορφίνη και οι μεταβολίτες της εκκρίνονται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα και το Βουπρενορφίνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή κατά τη διάρκεια του θηλασμού.
  • Γονιμότητα
    Δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα σχετικά με τις επιδράσεις της βουπρενορφίνης στην ανθρώπινη αναπαραγωγικότητα. Δεν έχει παρατηρηθεί επίδραση της βουπρενορφίνης στην αναπαραγωγικότητα σε ζώα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • αναπνευστική καταστολή
  • υπερβολική εφίδρωση
  • υπνηλία
  • αμβλυωπία
  • μύση
  • υπόταση
  • ναυτία
  • διαταραχές της ομιλίας
Αντιμετώπιση
Γενικά υποστηρικτικά μέτρα, στενή παρακολούθηση της αναπνευστικής και καρδιακής κατάστασης, συμπτωματική θεραπεία αναπνευστικής καταστολής, μέτρα εντατικής θεραπείας, διατήρηση ανοικτών αεραγωγών, υποβοηθούμενη ή ελεγχόμενη αναπνοή, διαθεσιμότητα πλήρων εξοπλισμών ανάνηψης, προφυλάξεις για αποφυγή εισρόφησης εμέτου. Συνιστάται η χρήση ενός ανταγωνιστή οπιοειδών (δηλ., ναλοξόνη), παρά τη μέτρια επίδραση που μπορεί να έχει στην αναστροφή των αναπνευστικών συμπτωμάτων της βουπρενορφίνης συγκριτικά με τις επιδράσεις της στα πλήρως αγωνιστικά οπιοειδή. Η μακρά διάρκεια δράσης της βουπρενορφίνης και η παρατεταμένη αποδέσμευση του Βουπρενορφίνη, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζεται η διάρκεια της θεραπείας που απαιτείται για να αναστραφούν οι επιδράσεις μίας υπερδοσολογίας (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις). Η κάθαρση της ναλοξόνης είναι ταχύτερη από την κάθαρση της βουπρενορφίνης, επιτρέποντας την επανεμφάνιση συμπτωμάτων υπερδοσολογίας της βουπρενορφίνης.
ΑντίδοτοΝαλοξόνη
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΠιθανώς
Η βουπρενορφίνη μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, ζάλη ή διαταραγμένη σκέψη, ιδιαίτερα κατά την εισαγωγή της θεραπείας και κατά τη ρύθμιση της δόσης. Εάν χρησιμοποιηθεί μαζί με αλκοόλ ή καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματος, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πιο έντονο (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις και Αλληλεπιδράσεις). Ο/Η ασθενής θα πρέπει να προειδοποιείται να μην οδηγεί ή να χειρίζεται επικίνδυνα μηχανήματα κατά τη χορήγηση αυτού του φαρμάκου έως ότου είναι γνωστό πόσο μπορεί να επηρεαστεί από το φάρμακο. Θα πρέπει να δίδεται μεμονωμένη σύσταση από το θεράποντα επαγγελματία υγείας.
science

Έκδοχα

ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Φωσφατιδυλοχολίνη σόγιας
Διελαϊκή γλυκερίνη
Άνυδρη αιθανόλη
17
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή, κωδικός ATC: N07BC01

Μηχανισμός δράσης

Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος δεσμεύεται στους μ (μι) και κ (κάππα) οπιοειδείς υποδοχείς του εγκεφάλου. Η δραστικότητά της στη θεραπεία συντήρησης με οπιοειδή αποδίδεται στις βραδέως αναστρέψιμες ιδιότητές της με τους μ-υποδοχείς των οπιοειδών, οι οποίοι έπειτα από ένα παρατεταμένο χρονικό διάστημα, ενδέχεται να ελαχιστοποιήσουν την ανάγκη των οπιοεξαρτημένων ασθενών για παράνομα οπιοειδή. Οι μεγαλύτερες επιδράσεις των αγωνιστών των οπιοειδών παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια κλινικών φαρμακολογικών μελετών σε ασθενείς εξαρτώμενους από τα οπιοειδή.

Κλινική αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του Βουπρενορφίνη στη θεραπεία της εξάρτησης από οπιοειδή προσδιορίστηκαν σε μια βασική φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή. Σε αυτήν τη μελέτη, 428 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε μία ή δύο ομάδες θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα Βουπρενορφίνη (n = 213) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις (16 mg έως 32 mg) κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 μηνών ακολουθούμενες από μηνιαίες εγχύσεις (64 mg έως 160 mg) κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων, συν ημερήσιες δόσεις υπογλώσσιου δισκίου εικονικού φαρμάκου καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. Οι ασθενείς στην ομάδα υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (n = 215) έλαβαν εβδομαδιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 πρώτες εβδομάδες και μηνιαίες εγχύσεις εικονικού φαρμάκου κατά τις 12 τελευταίες εβδομάδες, συν ημερήσια δισκία βουπρενορφίνης/ναλοξόνης καθόλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας (8 mg έως 24 mg κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και 8 mg έως 32 mg κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων). Κατά τη διάρκεια των 12 εβδομάδων με μηνιαίες εγχύσεις, οι ασθενείς και στις δύο ομάδες μπορούσαν να λάβουν μια επιπλέον εβδομαδιαία δόση Βουπρενορφίνη 8 mg ανά μήνα, εάν χρειαζόταν. Οι ασθενείς προσήλθαν σε 12 εβδομαδιαίες επισκέψεις κατά τη διάρκεια των πρώτων 12 εβδομάδων και σε 6 επισκέψεις κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 εβδομάδων (3 προγραμματισμένες μηνιαίες επισκέψεις και 3 τυχαίες τοξικολογικές επισκέψεις για ούρα). Σε κάθε επίσκεψη, αξιολογήθηκαν η αποτελεσματικότητα και τα μέτρα ασφάλειας.

Από τους 428 τυχαιοποιημένους ασθενείς, το 69,0% (147/213) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με Βουπρενορφίνη και το 72,6% (156/215) των ασθενών στην ομάδα θεραπείας με υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 24 εβδομάδων.

Η μελέτη πέτυχε το πρωτεύον τελικό σημείο μη κατωτερότητας στο μέσο ποσοστό των δειγμάτων ούρων που ήταν αρνητικά σε παράνομα οπιοειδή κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 1 έως 24 για την ομάδα με Βουπρενορφίνη σε σύγκριση με την ομάδα της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (Πίνακας 3). Η ανωτερότητα του Βουπρενορφίνη έναντι της υπογλώσσιας βουπρενορφίνης/ναλοξόνης επιτεύχθηκε (προκαθορισμένη σειρά δοκιμής) για τη δευτερεύουσα σωρευτική συνάρτηση διανομής (CDF) για ποσοστό αρνητικών στα οπιοειδή δειγμάτων ούρων κατά τη διάρκεια των εβδομάδων θεραπείας 4 έως 24 (Πίνακας 3).

Πίνακας 3. Μεταβλητές αποτελεσματικότητας σε μια βασική, φάσης 3, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, με διπλό εικονικό φάρμακο, ελεγχόμενη με ενεργή ουσία, ευέλικτης δόσης μελέτη σε ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή

Μεταβλητή αποτελεσματικότητας Στατιστικά Βουπρενορφίνη SL BPN/NX Διαφορά (%)α Τιμή p
Ν 213 215
Ποσοστό δειγμάτων ούρων αρνητικό για παράνομα οπιοειδή Μέσο LS (%) (SE) 35,1 (2,48) 28,4 (2,47) 6,7 <0,001
95% CI 30,3 - 40,0 23,5 - 33,3 -0,1 - 13,6
CDF του ποσοστού των δειγμάτων ούρων αρνητικών για παράνομα οπιοειδή εντός των εβδομάδων 4-24 Ν 213 215
Διάμεση τιμή 26,7 6,7 0,008β

CDF = συνάρτηση σωρευτικής διανομής, CI = διάστημα εμπιστοσύνης, LS = μέσος όρος ελαχίστων τετραγώνων, SE = τυπικό σφάλμα, SL BPN/NX = υπογλώσσια βουπρενορφίνη/ναλοξόνη α Διαφορά = Βουπρενορφίνη - SL BPN/NX. β Η τιμή p ήταν για ανωτερότητα

Πραγματοποιήθηκε μια μακροχρόνια, ανοικτής επισήμανσης, φάσης 3 μελέτη ασφάλειας με ευέλικτη δοσολογία εβδομαδιαίου και μηνιαίου Βουπρενορφίνη για 48 εβδομάδες. Στη μελέτη εντάχθηκαν συνολικά 227 ασθενείς με μέτρια έως βαριά εξάρτηση από οπιοειδή, εκ των οποίων 190 ασθενείς άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη (με ή χωρίς ναλοξόνη), και 37 ασθενείς ήταν νέοι στη θεραπεία με βουπρενορφίνη. Κατά τη διάρκεια της περιόδου 48 εβδομάδων, οι ασθενείς μπορούσαν να αλλάξουν μεταξύ εβδομαδιαίων και μηνιαίων εγχύσεων με Βουπρενορφίνη και μεταξύ δόσεων (8 mg έως 32 mg εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη και 64 mg έως 160 mg μηνιαίου Βουπρενορφίνη) σύμφωνα με την κλινική αξιολόγηση του ιατρού.

Για ασθενείς που άλλαξαν από υπογλώσσια βουπρενορφίνη, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 78,8% στην αρχή και 84,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Για τους νέους ασθενείς στη θεραπεία, το ποσοστό των ασθενών με αρνητικά δείγματα ούρων για παράνομα οπιοειδή ήταν 0,0% στην αρχή και 63,0% στο τέλος των 48 εβδομάδων της περιόδου θεραπείας. Συνολικά, 156 ασθενείς (68,7%) ολοκλήρωσαν την περίοδο θεραπείας 48 εβδομάδων.

Φαρμακοκινητική

Εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη

Απορρόφηση Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Βουπρενορφίνη έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση σε σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται στην τέταρτη εβδομαδιαία δόση. Δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις της έκθεσης παρατηρήθηκαν στο διάστημα δόσης 8 mg έως 32 mg.

Κατανομή Ο φαινομενικός όγκος διανομής για βουπρενορφίνη είναι περίπου 1.900 l. Η βουπρενορφίνη είναι περίπου 96% δεσμευμένη σε πρωτεΐνη, κυρίως σε άλφα και βήτα σφαιρίνη.

Βιομετασχηματισμός και αποβολή Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται οξειδωτικά από τη 14-Ν-απαλκυλίωση σε Ν-απαλκυλιωμένη βουπρενορφίνη (γνωστή ως νορβουπρενορφίνη) μέσω του κυτοχρώματος P450 CYP3A4 και μέσω γλυκοροσύζευξης του συγγενούς μορίου και του απαλκυλιωτικού μεταβολίτη. Η νορβουπρενορφίνη είναι ένας μ-αγωνιστής των οπιοειδών με ασθενή ενδογενή δράση.

Υποδόρια χορήγηση του Βουπρενορφίνη έχει ως αποτέλεσμα σημαντικά χαμηλότερες συγκεντρώσεις του μεταβολίτη νορβουπρενορφίνη σε σύγκριση με τη χορήγηση υπογλώσσιας βουπρενορφίνης, εξαιτίας της αποφυγής του πρώτου βήματος του μεταβολισμού.

Η αποβολή της βουπρενορφίνης από το Βουπρενορφίνη περιορίζεται σε βαθμιαία αποδέσμευση με τελική ημιζωή εύρους από 3 έως 5 ημέρες. Η βουπρενορφίνη απομακρύνεται κυρίως με τα κόπρανα μέσω αποβολής από τη χολή των συζευγμένων με γλυκουρονίδια μεταβολιτών (70%), η υπόλοιπη απομακρύνεται με τα ούρα. Η συνολική κάθαρση βουπρενορφίνης είναι περίπου 68 l/h.

Ειδικοί πληθυσμοί

Ηλικιωμένοι Δεν υπάρχουν διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ηλικιωμένους ασθενείς (> 65 ετών).

Νεφρική δυσλειτουργία Η νεφρική απομάκρυνση παίζει έναν σχετικά μικρό ρόλο (≈ 30%) στη συνολική κάθαρση της βουπρενορφίνης. Δεν απαιτείται μεταβολή της δόσης με βάση τη νεφρική λειτουργία, αλλά συνιστάται προσοχή όταν χορηγείται σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Ηπατική δυσλειτουργία Ο Πίνακας 4 συγκεντρώνει τα αποτελέσματα από μία κλινική μελέτη στην οποία η έκθεση σε βουπρενορφίνη προσδιορίστηκε μετά από χορήγηση ενός υπογλώσσιου δισκίου βουπρενορφίνης/ναλοξόνης 2,0/0,5 mg σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφορετικούς βαθμούς ηπατικής ανεπάρκειας.

Πίνακας 4. Επίδραση της ηπατικής ανεπάρκειας (σχετική αλλαγή σε υγιείς ασθενείς) στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους της βουπρενορφίνης μετά από υπογλώσσια χορήγηση βουπρενορφίνης/ναλοξόνης (2,0/0,5 mg) σε υγιείς ασθενείς και σε ασθενείς με διαφόρων βαθμών ηπατικής ανεπάρκειας

Φαρμακοκινητική παράμετρος ήπια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση A) (n=9) μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση Β) (n=8) σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κλάση C) (n=8)
Βουπρενορφίνη
Cmax Αύξηση κατά 1,2 φορές Αύξηση κατά 1,1 φορές Αύξηση κατά 1,7 φορές
AUCτελευταία Παρόμοια με την ομάδα ελέγχου Αύξηση κατά 1,6 φορές Αύξηση κατά 2,8 φορές

Συνολικά, η έκθεση του πλάσματος σε βουπρενορφίνη αυξήθηκε περίπου 3 φορές σε ασθενείς με βαριά ανεπάρκεια της ηπατικής λειτουργίας (βλ. Δοσολογία, Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).

Παιδιατρικός πληθυσμός Δεν διατίθενται φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς πληθυσμούς (κάτω των 18 ετών). Προσομοιωμένα δεδομένα έκθεσης βουπρενορφίνης σε εφήβους ηλικίας 16 ετών καταδεικνύουν χαμηλότερες τιμές Cmax και AUC σε σύγκριση με τις τιμές που παρατηρούνται σε ενήλικες με εβδομαδιαία και μηνιαία χορήγηση Βουπρενορφίνη.

Μηχανισμός δράσης
Η αναλγητική δράση της βουπρενορφίνης οφείλεται στην μερική αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου μ. Η βουπρενορφίνη είναι επίσης ανταγωνιστής στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου κάπα. Η μερική αγωνιστική δράση σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Άλλα φάρμακα του νευρικού συστήματος, φάρμακα που χρησιμοποιούνται στην εξάρτηση από οπιοειδή, κωδικός ATC: N07BC01 ### Μηχανισμός δράσης Η βουπρενορφίνη είναι ένας μερικός αγωνιστής/ανταγωνιστής των οπιοειδών, ο οποίος…
Φαρμακοκινητική

Εβδομαδιαίο Βουπρενορφίνη Απορρόφηση Μετά την ένεση, η συγκέντρωση στο πλάσμα της βουπρενορφίνης αυξάνεται με μέσο χρόνο στη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (tmax) περίπου 24 ωρών. Το Βουπρενορφίνη έχει πλήρη απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα. Η έκθεση…

Μεταβολισμός
Μεταβολισμός Η βουπρενορφίνη μεταβολίζεται σε νορβουπρενορφίνη μέσω Ν-δεαλκυλίωσης που καταλύεται από το κυτόχρωμα P450 3A4/3A5. Η βουπρενορφίνη και η νορβουπρενορφίνη υφίστανται επίσης γλυκουρονιδίωση σε ανενεργούς μεταβολίτες, τη…
Απέκκριση
Ο δρόμος απέκκρισης: Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλα φαιλικά οπιοειδή αναλγητικά, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρση σχετίζεται με την ηπατική αιμάτωση.

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
flag

Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη

  • Ηπατική λειτουργία · Αρχική
    Πριν την έναρξη
  • Ιογενής ηπατίτιδα · Αρχική
    Πριν την έναρξη
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Ηπατική λειτουργία gastroenterologyΗπατική λειτουργία Τακτικά Ιογενής ηπατίτιδα, συγχορήγηση φαρμάκων ή ηπατική δυσλειτουργία
Στενά Συνέχιση θεραπείας μετά από ηπατικό συμβάν
Τακτικά Κατά τη διάρκεια της θεραπείας σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Αυτόνομο νευρικό σύστημα neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Προσεκτικά Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων
Νευρομυϊκή εξέταση neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Προσεκτικά Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων
Συμπεριφορά αναζήτησης ναρκωτικών neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Κατά τη διάρκεια της θεραπείας
Ψυχική κατάσταση neurologyΝευρολογικός / ψυχικός έλεγχος Προσεκτικά Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων
Γαστρεντερικά συμπτώματα stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Προσεκτικά Έναρξη και αύξηση δόσεων σε συγχορήγηση σεροτονινεργικών παραγόντων
Κατάσταση ασθενούς stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Κατά τη διάρκεια της θεραπείας Κατά τη διαχείριση οξέος πόνου
Στενά Έφηβοι (16-17 ετών)
Κλινική παρακολούθηση stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) Ταυτόχρονα φαρμακευτικά προϊόντα ή/και συννοσηρότητες
Μέτρια ηπατική δυσλειτουργία
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Παράγωγο του οπιοειδούς α λκαλοειδούς θεβαΐνης (thebaine), που αποτελεί ισχυρότερο και παρατεταμένης διάρκειας αναλγητικό από τη μορφίνη. Φαίνεται ότι δρα ως μερικός αγωνιστής στους υποδοχείς οπιοειδών τύπων μ (mu) και κ (kappa) και ως ανταγωνιστής στους υποδοχείς δ (delta). Η έλλειψη δραστηριότητας δ-αγωνιστή έχει προταθεί ότι εξηγεί το εύρημα ότι η ανοχή στη βουπρενορφίνη μπορεί να μην αναπτύσσεται με μακροχρόνια χρήση. [PubChem]
DrugBank

Indication

expand_more
Για τη θεραπεία μέτριου έως σοβαρού πόνου, περιεγχειρητική αναλγησία και εξάρτηση από οπιοειδή.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Το βουπρενορφίνη είναι συνθετικό οπιοειδές αναλγητικό και παράγωγο της θεβαΐνης, με μεγαλύτερη διάρκεια δράσης από τη μορφίνη. Αλληλεπιδρά κυρίως με τον οπιοειδή υποδοχέα τύπου μ (mu). Αυτούς τους υποδοχείς πρόσδεσης μ διανέμονται διακριτικά στον ανθρώπινο εγκέφαλο, τον νωτιαίο μυελό και σε άλλους ιστούς. Σε κλινικές συνθήκες, η κύρια φαρμακολογική της επίδραση εντοπίζεται στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Οι κύριες ενέργειες με θεραπευτική αξία είναι η αναλγησία και η καταστολή. Η βουπρενορφίνη μπορεί να αυξήσει την ανοχή στον πόνο και να μειώσει την αντίληψη του πόνου, αν και ο πόνος μπορεί να αναγνωρίζεται. Εκτός από την αναλγησία, συχνά παρατηρούνται μεταβολές στη διάθεση, ευφορία και δυσφορία, καθώς και υπνηλία. Η βουπρενορφίνη καταστέλλει τα αναπνευστικά κέντρα, καταστέλλει το βήχα και συστέλλει την κόρη.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η αναλγητική δράση της βουπρενορφίνης οφείλεται στην μερική αγωνιστική δραστηριότητα στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου μ. Η βουπρενορφίνη είναι επίσης ανταγωνιστής στους υποδοχείς οπιοειδών τύπου κάπα. Η μερική αγωνιστική δράση σημαίνει ότι οι ανταγωνιστές υποδοχείς οπιοειδών (π.χ., ένα αντίδοτο όπως η ναλξόνη) αναστρέφουν τις επιδράσεις της βουπρενορφίνης μόνο μερικώς. Η σύνδεση στους μ και κ υποδοχείς οδηγεί σε υπερπόλωση και μείωση της διεγερσιμότητας των νευρώνων.
DrugBank

Absorption

expand_more
31% βιοδιαθεσιμότητα (υπογλώσσια).
DrugBank

Half life

expand_more
37 ώρες
DrugBank

Protein binding

expand_more
96%
DrugBank

Route of elimination

expand_more
Ο δρόμος απέκκρισης: Η βουπρενορφίνη, όπως η μορφίνη και άλλα φαιλικά οπιοειδή αναλγητικά, μεταβολίζεται από το ήπαρ και η κάθαρση σχετίζεται με την ηπατική αιμάτωση.
DrugBank

Toxicity

expand_more
Εκδηλώσεις οξείας υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν εξαιρετικά στενές κόρες ίριδας, καταστολή, υπόταση, αναπνευστική καταστολή και θάνατο.
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

31-42 ώρες
PubChem

Δέσμευση πρωτεϊνών

96%
PubChem

Απέκκριση

Κόπρανα/Νεφρά
PubChem

Καθαρίζει (~5×t½)

≈ 25 ημέρες
Εργαλείο washout arrow_forward
science

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
644073
Μοριακός τύπος
C29H41NO4
Μοριακό βάρος
467.6
IUPAC
(1S,2S,6R,14R,15R,16R)-5-(cyclopropylmethyl)-16-[(2S)-2-hydroxy-3,3-dimethylbutan-2-yl]-15-methoxy-13-oxa-5-azahexacyclo[13.2.2.12,8.01,6.02,14.012,20]icosa-8(20),9,11-trien-11-ol
InChIKey
RMRJXGBAOAMLHD-IHFGGWKQSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH Φαρμακολογικής Δράσης

  • Ενώσεις με δράση παρόμοια με ΑΛΚΑΛΟΕΙΔΗ ΟΠΙΟΥ, που δρουν στους ΥΠΟΔΟΧΕΙΣ ΟΠΙΟΕΙΔΩΝ. Οι ιδιότητες περιλαμβάνουν την πρόκληση ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ ή ΝΑΡΚΩΣΗΣ.
  • Παράγοντες που αναστέλλουν την επίδραση των ναρκωτικών στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
  • Παράγοντες που προκαλούν ΝΑΡΚΩΣΗ. Τα ναρκωτικά περιλαμβάνουν παράγοντες που προκαλούν υπνηλία ή προκαλούμενο ύπνο (ΛΗΘΑΡΓΟ)· φυσικά ή συνθετικά παράγωγα του ΟΠΙΟΥ ή της ΜΟΡΦΙΝΗΣ ή οποιαδήποτε ουσία που έχει τέτοιες επιδράσεις. Είναι ισχυροί προκαλεστές ΑΝΑΛΓΗΣΙΑΣ και ΔΙΑΤΑΡΑΞΕΩΝ ΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΩΝ ΜΕ ΟΠΙΟΕΙΔΗ.