PIRFENIDONE
Πιρφενιδόνη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, άλλα ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AX05.
Εμπορικά Ονόματα
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J84 Άλλες διάμεσες πνευμονοπάθειες
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μαζί με τροφή
- Δόση έναρξης: 267 mg τρεις φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: η δόση θα πρέπει να τιτλοποιείται στη συνιστώμενη ημερήσια δόση των 2.403 mg/ημέρα για περίοδο 14 ημερών
-
ΕνήλικεςΔόση2.403 mg/ημέραΜέγ. δόση2.403 mg/ημέραΗ συνιστώμενη ημερήσια δόση συντήρησης της πιρφενιδόνης είναι 801 mg τρεις φορές την ημέρα μαζί με τροφή, για συνολικά 2.403 mg/ημέρα. Δόσεις πάνω από 2.403 mg/ημέρα δεν συνιστώνται για κανέναν ασθενή (βλ. Υπερδοσολογία). Οι ασθενείς που παραλείπουν τη θεραπεία με πιρφενιδόνη για 14 ή περισσότερες διαδοχικές ημέρες θα πρέπει να ξαναρχίζουν τη θεραπεία και να ακολουθούν το αρχικό δοσολογικό σχήμα τιτλοποίησης διάρκειας 2 εβδομάδων έως τη συνιστώμενη ημερήσια δόση. Σε περίπτωση διακοπής της θεραπείας για λιγότερο από 14 διαδοχικές ημέρες, μπορεί να γίνει επανεκκίνηση της χορήγησης της δόσης στην προηγούμενη συνιστώμενη ημερήσια δόση χωρίς τιτλοποίηση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης για ασθενείς ηλικίας 65 ετών και άνω (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία A και B)Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Ωστόσο, καθώς τα επίπεδα πιρφενιδόνης στο πλάσμα ενδέχεται να είναι αυξημένα σε ορισμένα άτομα με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, η θεραπεία με πιρφενιδόνη θα πρέπει να χορηγείται με ιδιαίτερη προσοχή στον εν λόγω πληθυσμό.
-
Ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή με ηπατοπάθεια τελικού σταδίουH θεραπεία με πιρφενιδόνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται (βλ. Αντενδείξεις, Ειδικές προειδοποιήσεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης.
-
Ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργίαΗ θεραπεία με πιρφενιδόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CrCl 30-50 ml/min).
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 ml/min) ή σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλισηΗ θεραπεία με πιρφενιδόνη δεν θα πρέπει να χορηγείται (βλ. Αντενδείξεις και Φαρμακοκινητικές).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν υπάρχει σχετική χρήση της πιρφενιδόνης στον παιδιατρικό πληθυσμό για την ένδειξη της ιδιοπαθούς πνευμονικής ίνωσης.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος με πιρφενιδόνη
-
Ταυτόχρονη χρήση φλουβοξαμίνης
-
Σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία ή ηπατοπάθεια τελικού σταδίου
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CrCl <30 ml/min) ή νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ηπατική λειτουργίαΟ έλεγχος της ηπατικής λειτουργίας (ALT, AST και χολερυθρίνη) πρέπει να διενεργείται πριν από την έναρξη της θεραπείας με πιρφενιδόνη, και στη συνέχεια κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, και εφεξής κάθε 3 μήνες. Εάν ο ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης > 3 έως < 5 φορές x ULN, χωρίς αύξηση χολερυθρίνης και χωρίς σημεία/συμπτώματα φαρμακοεπαγόμενης ηπατικής βλάβης, θα πρέπει να αποκλείονται άλλες αιτίες και ο ασθενής να παρακολουθείται στενά. Η διακοπή άλλων φαρμάκων που σχετίζονται με τοξικότητα στο ήπαρ θα πρέπει να εξετάζεται. Εάν ενδείκνυται κλινικά, η δόση πρέπει να μειώνεται ή η θεραπεία να διακόπτεται. Μόλις τα αποτελέσματα επανέλθουν στα φυσιολογικά, η πιρφενιδόνη μπορεί να επανακλιμακώνεται.
-
Φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβηΕκτός από την τακτική παρακολούθηση των ελέγχων ηπατικής λειτουργίας, θα πρέπει να διενεργούνται εγκαίρως κλινική αξιολόγηση και εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας σε ασθενείς που αναφέρουν συμπτώματα που μπορεί να υποδηλώνουν ηπατική βλάβη. Εάν ο ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης > 3 έως < 5 φορές x ULN με ταυτόχρονη υπερχολερυθριναιμία ή κλινικά σημεία/συμπτώματα ηπατικής βλάβης, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά και να μην επαναχορηγείται. Εάν ο ασθενής εμφανίσει αυξημένα επίπεδα αμινοτρανσφεράσης ≥ 5 φορές x ULN, η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται οριστικά και να μην επαναχορηγείται.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΠληθυσμόςΆτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία B)Η πιρφενιδόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή λόγω της πιθανής αύξησης της έκθεσης στην πιρφενιδόνη. Οι ασθενείς με προϋπάρχουσα ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία A και B) θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για ενδείξεις τοξικότητας, ιδίως εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα γνωστό αναστολέα του CYP1A2. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Αντίδραση φωτοευαισθησίας και εξάνθημαΗ έκθεση στην άμεση ηλιακή ακτινοβολία (συμπεριλαμβανομένης και της τεχνητής) θα πρέπει να αποφεύγεται ή να ελαχιστοποιείται. Οι ασθενείς θα πρέπει να χρησιμοποιούν αντιηλιακό καθημερινά, να φορούν ενδύματα που προστατεύουν και να αποφεύγουν άλλα φάρμακα που προκαλούν φωτοευαισθησία. Οι ασθενείς θα πρέπει να αναφέρουν συμπτώματα. Σε ήπια έως σοβαρά περιστατικά, ίσως χρειαστεί προσαρμογή της δόσης ή προσωρινή διακοπή της θεραπείας.
-
Σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (SJS, TEN, DRESS)Εάν εμφανιστούν σημεία και συμπτώματα που υποδηλώνουν αυτές τις αντιδράσεις, η πιρφενιδόνη θα πρέπει να διακοπεί αμέσως. Εάν ο ασθενής έχει αναπτύξει SJS, TEN ή DRESS, η θεραπεία δεν πρέπει να ξαναρχίσει και θα πρέπει να διακοπεί οριστικά.
-
Αγγειοοίδημα/ΑναφυλαξίαΑσθενείς που παρουσιάζουν σημεία ή συμπτώματα αγγειοοιδήματος ή σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων μετά από χορήγηση της πιρφενιδόνης θα πρέπει να διακόπτουν αμέσως τη θεραπεία. Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την καθιερωμένη θεραπεία. Η πιρφενιδόνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε άτομα με ιστορικό αγγειοοιδήματος ή υπερευαισθησίας που οφείλεται στην πιρφενιδόνη.
-
ΖάληΟι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο οργανισμός τους στο φάρμακο, πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό. Εάν η ζάλη δεν βελτιώνεται ή εάν επιδεινώνεται, απαιτείται προσαρμογή της δόσης ή ακόμη και διακοπή της θεραπείας.
-
ΚόπωσηΟι ασθενείς θα πρέπει να γνωρίζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο οργανισμός τους στο φάρμακο πριν συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν πνευματική εγρήγορση ή συντονισμό.
-
Απώλεια σωματικού βάρουςΟι γιατροί θα πρέπει να παρακολουθούν το σωματικό βάρος του ασθενή και, όπου κρίνεται απαραίτητο, να ενθαρρύνουν την αυξημένη πρόσληψη θερμίδων εάν η απώλεια σωματικού βάρους κρίνεται κλινικά σημαντική.
-
ΥπονατριαιμίαΣυνιστάται τακτική παρακολούθηση των σχετικών εργαστηριακών παραμέτρων, ειδικά παρουσία υποδηλωτικών σημείων και συμπτωμάτων όπως ναυτία, κεφαλαλγία ή ζάλη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Χυμός γκρέιπφρουτπροσοχήΑναστολή του CYP1A2ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
-
αντένδειξηΑύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 4 φορέςΣύστασηΗ πιρφενιδόνη αντενδείκνυται. Η φλουβοξαμίνη θα πρέπει να διακόπτεται πριν από την έναρξη της θεραπείας με πιρφενιδόνη και να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Άλλες θεραπείες που αναστέλλουν τη δράση τόσο του CYP1A2 όσο και ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. CYP2C9, 2C19, 2D6)προσοχήΜειωμένη κάθαρση της πιρφενιδόνηςΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγονται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
-
Ισχυροί και επιλεκτικοί αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. ενοξασίνη)προσοχήΑύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά περίπου 2 με 4 φορέςΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η ταυτόχρονη χρήση, η δοσολογία της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 801 mg την ημέρα (267 mg, τρεις φορές την ημέρα). Οι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση ανεπιθύμητων αντιδράσεων. Εάν χρειαστεί, διακόψτε τη χορήγηση της πιρφενιδόνης (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
Σιπροφλοξασίνη 750 mgπροσοχήΑύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 81%ΣύστασηΕάν δεν μπορεί να αποφευχθεί η λήψη, η δόση της πιρφενιδόνης θα πρέπει να μειωθεί σε 1.602 mg την ημέρα (534 mg, τρεις φορές την ημέρα).
-
Σιπροφλοξασίνη 250 mg ή 500 mgπροσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνηΣύστασηΗ πιρφενιδόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Μέτριοι αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. αμιωδαρόνη, προπαφενόνη)προσοχήΠιθανή αύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνηΣύστασηΗ πιρφενιδόνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Αναστολείς του CYP1A2 ταυτόχρονα με ισχυρούς αναστολείς ενός ή περισσότερων άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. αμιωδαρόνη, φλουκοναζόλη για CYP2C9, χλωραμφαινικόλη για CYP2C19, φλουοξετίνη, παροξετίνη για CYP2D6)προσοχήΠιθανή σημαντική αύξηση της έκθεσης στην πιρφενιδόνηΣύστασηΙδιαίτερη προσοχή θα πρέπει επίσης να δίνεται.
-
ΚάπνισμαπροσοχήΜείωση της έκθεσης στην πιρφενιδόνη κατά 50%ΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP1A2 συμπεριλαμβανομένου του καπνίσματος θα πρέπει να αποφεύγεται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διακόπτουν τη χρήση ισχυρών επαγωγέων του CYP1A2 και να σταματούν το κάπνισμα πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με πιρφενιδόνη.
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. κάπνισμα)προσοχήΜείωση της έκθεσης στην πιρφενιδόνηΣύστασηΗ ταυτόχρονη χρήση θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι ασθενείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διακόπτουν τη χρήση.
-
Μέτριοι επαγωγείς του CYP1A2 (π.χ. ομεπραζόλη)προσοχήΘεωρητική μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμα
-
Ισχυροί επαγωγείς τόσο του CYP1A2 όσο και άλλων ισοενζύμων CYP (π.χ. ριφαμπικίνη)προσοχήΣημαντική μείωση των επιπέδων πιρφενιδόνης στο πλάσμαΣύστασηΤα εν λόγω φαρμακευτικά προϊόντα θα πρέπει να αποφεύγονται, όπου είναι εφικτό.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Ακοκκιοκυτταραιμία
- Αγγειοοίδημα
- Εξάνθημα
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Ξηροδερμία
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κηλιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Σύνδρομο Stevens-Johnson
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Σύνδρομο DRESS
- Έγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολία
- Αναφυλαξία
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη όρεξη
- Υπονατριαιμία
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνημία
- Δυσγευσία
- Λήθαργος
- Εξάψεις
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Παραγωγικός βήχας
- Δυσπεψία
- Ναυτία
- Διάρροια
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Έμετος
- Δυσκοιλιότητα
- Διάταση κοιλίας
- Κοιλιακή δυσφορία
- Κοιλιακό άλγος
- Άλγος άνω κοιλιακής χώρας
- Δυσφορία στομάχου
- Γαστρίτιδα
- Μετεωρισμός
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Φαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβη
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)
- Αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση
- Αυξημένη ολική χολερυθρίνη ορού
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Κόπωση
- Εξασθένιση
- Μη καρδιακό θωρακικό άλγος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΖάληΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΆλγος άνω κοιλιακής χώραςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈγκαυμα από ηλιακή ακτινοβολίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
ΣυχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΉπαρ
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST)Εργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΓαστρίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιάταση κοιλίαςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚηλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακή δυσφορίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΜη καρδιακό θωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠαραγωγικός βήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπνημίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑκοκκιοκυτταραιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνηςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ολική χολερυθρίνη ορούΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΦαρμακοεπαγόμενη ηπατική βλάβηΉπαρ
-
Μη γνωστέςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο DRESSΔέρμα
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο Stevens-JohnsonΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση της πιρφενιδόνης σε έγκυες γυναίκες. Στα πειραματόζωα παρατηρείται μεταφορά της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της μέσω του πλακούντα, με πιθανότητα συσσώρευσης στο αμνιακό υγρό. Σε υψηλές δόσεις (≥1.000 mg/kg/ημέρα) οι αρουραίοι παρουσίασαν παράταση της κυοφορίας και μείωση της βιωσιμότητας των εμβρύων. Προληπτικά, είναι προτιμότερο να αποφεύγεται η χρήση της πιρφενιδόνης κατά τη διάρκεια της κύησης.
-
ΘηλασμόςΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η πιρφενιδόνη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε πειραματόζωα έχουν δείξει απέκκριση της πιρφενιδόνης και/ή των μεταβολιτών της στο γάλα με πιθανότητα συσσώρευσης στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το παιδί που θηλάζει. Η απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή της θεραπείας με πιρφενιδόνη πρέπει να λαμβάνεται αφού εξεταστεί το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας με πιρφενιδόνη για τη μητέρα.
-
ΓονιμότηταΑσφαλέςΔεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες επιδράσεις στη γονιμότητα σε προκλινικές μελέτες (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, άλλα ανοσοκατασταλτικά, κωδικός ATC: L04AX05.
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της πιρφενιδόνης δεν έχει τεκμηριωθεί πλήρως. Ωστόσο, τα υφιστάμενα δεδομένα υποδεικνύουν ότι η πιρφενιδόνη έχει αντιινωτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες in vitro σε διάφορα συστήματα και ζωικά μοντέλα πνευμονικής ίνωσης (ίνωση προκαλούμενη από μπλεομυκίνη, αλλά και λόγω μεταμόσχευσης). Η ιδιοπαθής πνευμονική ίνωση είναι μία χρόνια ινωτική και φλεγμονώδης πνευμονική νόσος που επηρεάζεται από τη σύνθεση και απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτοκινών, συμπεριλαμβανομένων του παράγοντα νέκρωσης όγκων-α (TNF-α) και της ιντερλευκίνης-1-βήτα (IL-1β) και έχει καταδειχθεί ότι η πιρφενιδόνη μειώνει τη συσσώρευση φλεγμονωδών κυττάρων σε απόκριση σε διάφορα ερεθίσματα. Η πιρφενιδόνη περιορίζει τον πολλαπλασιασμό των ινοβλαστών, την παραγωγή πρωτεϊνών και κυτοκινών σχετιζόμενων με την ίνωση, όπως και την αυξημένη βιοσύνθεση και συσσώρευση εξωκυτταρικής θεμέλιας ουσίας ως απόκριση σε αυξητικούς παράγοντες κυτοκινών, όπως ο μετατρεπτικός αυξητικός παράγοντας-βήτα (TGF-β) και ο αιμοπεταλιακός αυξητικός παράγοντας (PDGF).
Κλινική αποτελεσματικότητα
Η κλινική αποτελεσματικότητα της πιρφενιδόνης μελετήθηκε σε τέσσερις πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλές τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες Φάσης 3, σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση. Τρεις από τις μελέτες Φάσης 3 (PIPF-004, PIPF-006 και PIPF-016) ήταν πολυεθνικές, ενώ η μία (SP3) διενεργήθηκε στην Ιαπωνία. Οι μελέτες PIPF-004 και PIPF-006 συνέκριναν τη θεραπεία 2.403 mg/ημέρα πιρφενιδόνης με εικονικό φάρμακο. Οι μελέτες ήταν σχεδόν πανομοιότυπες σε σχεδιασμό, με λίγες εξαιρέσεις, όπως η ύπαρξη ομάδας ενδιάμεσης δόσης (1.197 mg/ημέρα) στη μελέτη PIPF-004. Σε αμφότερες τις μελέτες, η θεραπεία χορηγήθηκε τρεις φορές την ημέρα για τουλάχιστον 72 εβδομάδες. Το πρωτεύον τελικό σημείο αμφότερων των μελετών ήταν η αλλαγή του ποσοστού προβλεπόμενης εκπνεόμενης ζωτικής χωρητικότητας (FVC) από την Αρχική Tιμή μέχρι την Εβδομάδα 72. Στον συνδυαστικό πληθυσμό PIPF-004 και PIPF-006 που υποβλήθηκε σε θεραπεία με τη δόση των 2.403 mg/ημέρα ο οποίος περιελάμβανε συνολικά 692 ασθενείς, το διάμεσο αρχικό ποσοστό προβλεπόμενων τιμών FVC ήταν 73,9% στην ομάδα της πιρφενιδόνης και 72,0% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εύρος: 50-123% και 48-138%, αντίστοιχα), και το διάμεσο αρχικό ποσοστό προβλεπόμενων τιμών ικανότητας διάχυσης μονοξειδίου του άνθρακα (DLCO) ήταν 45,1% στην ομάδα της πιρφενιδόνης και 45,6% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (εύρος: 25-81% και 21-94%, αντίστοιχα). Στην PIPF-004, το 2,4% στην ομάδα της πιρφενιδόνης και το 2,1% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν ποσοστό προβλεπόμενης FVC κάτω από 50% και/ή είχαν ποσοστό προβλεπόμενης DLCO κάτω από 35% κατά την Αρχική Τιμή. Στην PIPF-006, το 1,0% στην ομάδα της πιρφενιδόνης και το 1,4% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου είχαν ποσοστό προβλεπόμενης FVC κάτω από 50% και/ή ποσοστό προβλεπόμενης DLCO κάτω από 35% κατά την Αρχική Τιμή. Στη μελέτη PIPF-004, η πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή μέχρι την Εβδομάδα 72 της θεραπείας ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς που έλαβαν πιρφενιδόνη (N=174) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (N=174, p=0,001, κατάταξη ANCOVA). Η θεραπεία με πιρφενιδόνη μείωσε επίσης σημαντικά την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή στις Εβδομάδες 24 (p=0,014), 36 (p<0,001), 48 (p<0,001) και 60 (p<0,001). Την Εβδομάδα 72, πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή ≥10% (τιμή ενδεικτική του κινδύνου θνησιμότητας στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση) παρατηρήθηκε στο 20% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη σε σύγκριση με το 35% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 2).
| Κατηγορική αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 στη μελέτη PIPF-004 | Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 174) | Εικονικό φάρμακο (N = 174) |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος ή μεταμόσχευση πνεύμονα | 35 (20%) | 60 (34%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 97 (56%) | 90 (52%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 42 (24%) | 24 (14%) |
Παρότι δεν παρατηρήθηκε καμία διαφορά μεταξύ των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην αλλαγή από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 σε ό,τι αφορά την απόσταση που διανύουν οι ασθενείς κατά τη διάρκεια μίας δοκιμασίας βάδισης έξι λεπτών (6MWT) σύμφωνα με την προκαθορισμένη κατάταξη ANCOVA, σε μία ad hoc ανάλυση, το 37% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη εμφάνισαν πτώση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 47% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην PIPF-004. Στη μελέτη PIPF-006, η θεραπεία με πιρφενιδόνη (N=171) δεν μείωσε την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (N=173, p=0,501). Ωστόσο, η θεραπεία με πιρφενιδόνη μείωσε την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως τις Εβδομάδες 24 (p<0,001), 36 (p=0,011) και 48 (p=0,005). Την Εβδομάδα 72, πτώση στη FVC ≥10% παρατηρήθηκε στο 23% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη και στο 27% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 3).
| Κατηγορική αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 στη μελέτη PIPF-006 | Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 171) | Εικονικό φάρμακο (N = 173) |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος ή μεταμόσχευση πνεύμονα | 39 (23%) | 46 (27%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 88 (52%) | 89 (51%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 44 (26%) | 38 (22%) |
Η πτώση της απόστασης 6MWT από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 72 ήταν σημαντικά μειωμένη σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο στη μελέτη PIPF-006 (p<0,001, κατάταξη ANCOVA). Επιπλέον, σε μία ad hoc ανάλυση, το 33% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη εμφάνισε πτώση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 47% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο στην PIPF-006. Σε μία συγκεντρωτική ανάλυση της επιβίωσης στις μελέτες PIPF-004 και PIPF-006, το ποσοστό θνησιμότητας στην ομάδα που έλαβε πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα ήταν 7,8% σε σύγκριση με 9,8% που ήταν το αντίστοιχο ποσοστό για όσους έλαβαν εικονικό φάρμακο (αναλογία κινδύνου (HR) 0,77 [ΔΕ 95%, 0,47-1,28]). Η μελέτη PIPF-016 συνέκρινε τη θεραπεία με πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα με το εικονικό φάρμακο. Η θεραπεία χορηγούνταν τρεις φορές την ημέρα για 52 εβδομάδες. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν η αλλαγή του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή μέχρι την Εβδομάδα 52. Από σύνολο 555 ασθενών, το διάμεσο ποσοστό προβλεπόμενης FVC και%DLCO κατά την Αρχική Τιμή ήταν 68% (εύρος: 48-91%) και 42% (εύρος: 27-170%), αντίστοιχα. Δύο τοις εκατό των ασθενών είχε ποσοστό προβλεπόμενης FVC κάτω από 50% και 21% των ασθενών είχε ποσοστό προβλεπόμενης DLCO κάτω από 35% κατά την Αρχική Τιμή. Στη μελέτη PIPF-016, η πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή την Εβδομάδα 52 της θεραπείας ήταν σημαντικά μειωμένη στους ασθενείς που έλαβαν πιρφενιδόνη (N=278) σε σύγκριση με τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (N=277, p<0,000001, κατάταξη ANCOVA). Η θεραπεία με πιρφενιδόνη μείωσε επίσης σημαντικά την πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή τις Εβδομάδες 13 (p<0,000001), 26 (p<0,000001) και 39 (p=0,000002). Την Εβδομάδα 52, παρατηρήθηκε πτώση του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή κατά ≥10% ή θάνατος στο 17% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη σε σύγκριση με το 32% αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο (Πίνακας 4).
| Κατηγορική αξιολόγηση της μεταβολής του ποσοστού προβλεπόμενης FVC από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 52 στη μελέτη PIPF-016 | Πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (N = 278) | Εικονικό φάρμακο (N = 277) |
|---|---|---|
| Πτώση ≥10% ή θάνατος | 46 (17%) | 88 (32%) |
| Πτώση μικρότερη από 10% | 169 (61%) | 162 (58%) |
| Καμία πτώση (μεταβολή FVC >0%) | 63 (23%) | 27 (10%) |
Η πτώση στην απόσταση που διανύουν οι ασθενείς κατά τη διάρκεια μίας δοκιμασίας 6MWT από την Αρχική Τιμή έως την Εβδομάδα 52 ήταν σημαντικά μειωμένη σε ασθενείς που έλαβαν πιρφενιδόνη σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν εικονικό φάρμακο στη μελέτη PIPF-016 (p=0,036, κατάταξη ANCOVA). Το 26% των ασθενών που έλαβαν πιρφενιδόνη εμφάνισαν πτώση ≥50 m στην απόσταση 6MWT, σε σύγκριση με το 36% των ασθενών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε μία προκαθορισμένη συγκεντρωτική ανάλυση για τις μελέτες PIPF-016, PIPF-004 και PIPF-006 κατά τον Μήνα 12, το ποσοστό θνησιμότητας από όλες τις αιτίες ήταν σημαντικά χαμηλότερο στην ομάδα που έλαβε πιρφενιδόνη 2.403 mg/ημέρα (3,5%, 22 από τους 623 ασθενείς) σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (6,7%, 42 από τους 624 ασθενείς), με αποτέλεσμα μείωση 48% του κινδύνου θνησιμότητας από όλες τις αιτίες εντός των πρώτων 12 μηνών (HR 0,52 [ΔΕ 95%, 0,31-0,87], p=0,0107, δοκιμασία log-rank). Η μελέτη (SP3) που διενεργήθηκε σε Ιάπωνες ασθενείς συνέκρινε την πιρφενιδόνη 1.800 mg/ημέρα (σε σύγκριση με 2.403 mg/ημέρα στον Αμερικάνικο (US) και Ευρωπαϊκό πληθυσμό στις μελέτες PIPF-004/006 με βάση την κανονικοποίηση βάρους) με εικονικό φάρμακο (N=110, N=109, αντίστοιχα). Η θεραπεία με πιρφενιδόνη μείωσε σημαντικά τη μέση πτώση της ζωτικής χωρητικότητας (VC) την Εβδομάδα 52 (πρωτεύον τελικό σημείο) σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (-0,09±0,02 l έναντι -0,16±0,02 l αντίστοιχα, p=0,042).
Ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (IPF) με προχωρημένη έκπτωση της πνευμονικής λειτουργίας
Σε συγκεντρωτικές post-hoc αναλύσεις των μελετών PIPF-004, PIPF-006 και PIPF-016, στον πληθυσμό με προχωρημένη ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (n = 170) με FVC < 50% στην αρχική τιμή και/ή DLCO < 35% στην αρχική τιμή, η ετήσια μείωση της FVC σε ασθενείς που έλαβαν πιρφενιδόνη (n=90) σε σύγκριση με ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο (n=80) ήταν -150,9 mL και -277,6 mL, αντίστοιχα. Στην MA29957, μια υποστηρικτική πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή Φάσης IIb διάρκειας 52 εβδομάδων σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση με προχωρημένη έκπτωση της πνευμονικής λειτουργίας (DLco < 40% της προβλεπόμενης) και με υψηλό κίνδυνο πνευμονικής υπέρτασης βαθμού 3, 89 ασθενείς που έλαβαν μονοθεραπεία με πιρφενιδόνη, είχαν παρόμοια μείωση της FVC με τους ασθενείς που έλαβαν πιρφενιδόνη στην post-hoc ανάλυση των συγκεντρωτικών δοκιμών φάσης 3 PIPF-004, PIPF-006 και PIPF-016.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το φαρμακευτικό προϊόν αναφοράς που περιέχει πιρφενιδόνη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Απορρόφηση
Η χορήγηση των καψακίων πιρφενιδόνης με τροφή έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση της Cmax (κατά 50%) και μικρότερη επίδραση στην AUC, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 801 mg από το στόμα σε υγιείς ενήλικες εθελοντές μεγάλης ηλικίας (50-66 ετών) μετά τη λήψη γεύματος, ο ρυθμός απορρόφησης της πιρφενιδόνης επιβραδύνθηκε, ενώ η AUC μετά τη λήψη γεύματος ήταν περίπου 80-85% της AUC που παρατηρήθηκε σε κατάσταση νηστείας. Συγκριτικά με την κατάσταση νηστείας, η χορήγηση από το στόμα πιρφενιδόνης σε μορφή δισκίου μαζί με τροφή μείωσε τη Cmax της πιρφενιδόνης κατά 40%. Μειωμένη συχνότητα εμφάνισης ανεπιθύμητων ενεργειών (ναυτία και ζάλη) παρατηρήθηκε σε άτομα μετά τη λήψη γεύματος σε σύγκριση με την ομάδα σε κατάσταση νηστείας. Ως εκ τούτου, για τη μείωση της επίπτωσης εμφάνισης ναυτίας και ζάλης, συνιστάται η πιρφενιδόνη να χορηγείται με τροφή. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της πιρφενιδόνης δεν έχει προσδιορισθεί στον άνθρωπο.
Κατανομή
Η πιρφενιδόνη δεσμεύεται με τις πρωτεΐνες ανθρώπινου πλάσματος, κυρίως με τη λευκωματίνη ορού. Η μέση συνολική δέσμευση κυμαίνεται από 50% έως 58% για τις συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν στις κλινικές μελέτες (1 έως 100 μg/ml). Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση μετά από λήψη από το στόμα είναι περίπου 70 l, γεγονός που υποδεικνύει ότι η κατανομή της πιρφενιδόνης στους ιστούς είναι μέτρια.
Βιομετασχηματισμός
Ποσοστό περίπου 70-80% της πιρφενιδόνης μεταβολίζεται από το CYP1A2 με μικρή συνεισφορά από άλλα ισοένζυμα CYP, συμπεριλαμβανομένων των CYP2C9, 2C19, 2D6 και 2E1. In vitro δεδομένα υποδεικνύουν κάποια φαρμακολογικά σχετική δραστηριότητα του κύριου μεταβολίτη (5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη) σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τις μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση. Αυτό μπορεί να είναι κλινικά σημαντικό σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία, όπου η έκθεση στο πλάσμα σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη αυξάνεται.
Αποβολή
Η κάθαρση της από του στόματος πιρφενιδόνης φαίνεται να είναι μέτριου κορεσμού. Σε μία μελέτη διακύμανσης πολλαπλών δόσεων σε υγιείς ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας στους οποίους χορηγήθηκαν δόσεις που κυμαίνονταν από 267 mg έως 1.335 mg τρεις φορές την ημέρα, η μέση κάθαρση μειώθηκε κατά περίπου 25% πάνω από τη δόση των 801 mg τρεις φορές την ημέρα. Μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης πιρφενιδόνης σε υγιείς ενήλικες μεγαλύτερης ηλικίας, ο μέσος φαινόμενος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής ήταν περίπου 2,4 ώρες. Περίπου το 80% της χορηγούμενης από το στόμα δόσης πιρφενιδόνης απομακρύνεται μέσω των ούρων εντός 24 ωρών από τη χορήγηση της δόσης. Η πλειονότητα της πιρφενιδόνης απεκκρίνεται ως ο μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη (>95% της ποσότητας), με λιγότερο από 1% της πιρφενιδόνης να απεκκρίνεται αναλλοίωτη στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηπατική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης και του μεταβολίτη 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη συγκρίθηκαν σε άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh Κατηγορία B) και σε άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Τα αποτελέσματα κατέδειξαν ότι σε ασθενείς με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία υπήρχε μέση αύξηση 60% στην έκθεση σε πιρφενιδόνη μετά από εφάπαξ δόση των 801 mg πιρφενιδόνης (3 x 267 mg καψάκια). Η πιρφενιδόνη πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία, οι οποίοι πρέπει να παρακολουθούνται στενά για σημεία τοξικότητας, ιδίως εάν λαμβάνουν ταυτόχρονα γνωστό αναστολέα CYP1A2 (βλ. Δοσολογία και Ειδικές προειδοποιήσεις). Η πιρφενιδόνη αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και ηπατοπάθεια τελικού σταδίου (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις).
Νεφρική δυσλειτουργία Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σημαντικές διαφορές στη φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης σε άτομα με μέτρια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία σε σύγκριση με άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η μητρική ουσία μεταβολίζεται κυρίως σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη. Η μέση (SD) AUC0-∞ της 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνης ήταν σημαντικά υψηλότερη στις ομάδες με μέτρια (p=0.009) και σοβαρή (p<0.0001) νεφρική δυσλειτουργία από ότι στην ομάδα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία; 100 (26,3) mg-h/L και 168 (67,4) mg-h/L σε σύγκριση με 28,7 (4,99) mg-h/L αντίστοιχα.
| Ομάδα Νεφρικής Δυσλειτουργίας | Στατιστική | AUC0-∞ (mg-hr/L) Πιρφενιδόνη | 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη |
|---|---|---|---|
| Φυσιολογική n=6 | Μέση (SD) | 42,6 (17,9) | 28,7 (4,99) |
| Διάμεση (25η - 75η) | 42,0 (33,1 - 55,6) | 30,8 (24,1 - 32,1) | |
| Ήπια n=6 | Μέση (SD) | 59,1 (21.5) | 49,3α (14,6) |
| Διάμεση (25η - 75η) | 43,0 (38,8 - 56,8) | 51,6 (43,7 - 80,3) | |
| Μέτρια n=6 | Μέση (SD) | 63,5 (19,5) | 100β (26,3) |
| Διάμεση (25η - 75η) | 96,3 (75,2 - 123) | 66,7 (47,7 - 76,7) | |
| Σοβαρή n=6 | Μέση (SD) | 46,7 (10,9) | 168γ (67,4) |
| Διάμεση (25η - 75η) | 150 (123 - 248) | 49,4 (40,7 - 55,8) |
AUC0-∞ = περιοχή κάτω από την καμπύλη συγκέντρωσης-χρόνου από το χρόνο μηδέν έως το άπειρο. α p-τιμή έναντι Φυσιολογικής = 1.00 (κατά ζεύγη σύγκριση με Bonferroni) β p-τιμή έναντι Φυσιολογικής = 0.009 (κατά ζεύγη σύγκριση με Bonferroni) γ p-τιμή έναντι Φυσιολογικής <0.0001 (κατά ζεύγη σύγκριση με Bonferroni)
Η έκθεση σε 5-καρβοξυ-πιρφενιδόνη αυξάνεται 3,5 φορές ή περισσότερο σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν μπορεί να αποκλειστεί κλινικά σχετική φαρμακοδυναμική δραστηριότητα του μεταβολίτη σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης σε ασθενείς με ήπια νεφρική δυσλειτουργία, οι οποίοι λαμβάνουν πιρφενιδόνη. Η πιρφενιδόνη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με μέτρια νεφρική δυσλειτουργία. Η χρήση της πιρφενιδόνης αντενδείκνυται σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης (CrCl) <30ml/min) ή σε ασθενείς με νεφροπάθεια τελικού σταδίου που απαιτεί αιμοδιύλιση (βλ. Δοσολογία και Αντενδείξεις). Οι αναλύσεις φαρμακοκινητικής πληθυσμού από 4 μελέτες σε υγιή άτομα ή σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία και από μία μελέτη σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση δεν κατέδειξαν καμία κλινική επίδραση της ηλικίας, του φύλου ή του σωματικού μεγέζους στη φαρμακοκινητική της πιρφενιδόνης.
Απορρόφηση Η χορήγηση των καψακίων πιρφενιδόνης με τροφή έχει ως αποτέλεσμα μεγάλη μείωση της Cmax (κατά 50%) και μικρότερη επίδραση στην AUC, σε σύγκριση με την κατάσταση νηστείας. Μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης των 801 mg από το στόμα σε υγιείς…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Αμινοτρανσφεράση αλανίνης (ALT) · πριν την έναρξη, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, εφεξής κάθε 3 μήνες
- Ασπαρτική αμινοτρανσφεράση (AST) · πριν την έναρξη, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, εφεξής κάθε 3 μήνες
- Χολερυθρίνη · πριν την έναρξη, κάθε μήνα για τους 6 πρώτους μήνες, εφεξής κάθε 3 μήνες
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | εγκαίρως | Συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατική βλάβη (κόπωση, ανορεξία, δυσφορία άνω κοιλίας, σκουρόχρωμα ούρα ή ίκτερος) |
| Νάτριο ορού (Na⁺) | scienceΗλεκτρολύτες & μεταβολικά | τακτική | Σημεία και συμπτώματα όπως ναυτία, κεφαλαλγία ή ζάλη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Σωματικό βάρος | monitor_weightΣωματομετρικά (βάρος/ΔΜΣ) | — | — |
| Κλινική αξιολόγηση | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | εγκαίρως | Συμπτώματα που υποδηλώνουν ηπατική βλάβη (κόπωση, ανορεξία, δυσφορία άνω κοιλίας, σκουρόχρωμα ούρα ή ίκτερος) |
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της πυρετιδονης δεν είναι πλήρως κατανοητός. Υποδεικνύεται ότι οι αντιοξειδωτικές επιδράσεις συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις, οδηγώντας σε αντι-ινωτικές επιδράσεις.
- Η πυρετιδονη αμβλύνει την παραγωγή παράγοντα μετασχηματισμού αυξητικού-β1 (TGF-β1), ενός βασικού προ-ινωτικού και προ-φλεγμονώδους κυτταροκίνης που εμπλέκεται στην ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙΠΦ). Καταστέλλοντας το TGF-β1, η πυρετιδονη αναστέλλει τη διαφοροποίηση των ανθρώπινων πνευμονικών ινοβλαστών σε μυοϊνοβλάστες που προκαλείται από το TGF-β1, αποτρέποντας έτσι την υπερβολική σύνθεση κολλαγόνου και την παραγωγή εξωκυττάριας μήτρας.
- Ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι η πυρετιδονη μειώνει την έκφραση προ-φλεγμονωδών κυτταροκινών, συμπεριλαμβανομένων των TNF-α, ιντερλευκίνης-1 (IL-1), IL-6, ιντερφερόνης-γάμμα (IFN-γ) και παράγοντα αυξητικού που προέρχεται από αιμοπετάλια (PDGF).
- Σε ζωικά μοντέλα, η πυρετιδονη προάγει την παραγωγή της αντιφλεγμονώδους IL-10 και αποτρέπει τη συσσώρευση διαφόρων φλεγμονωδών κυττάρων, συμπεριλαμβανομένων λεμφοκυττάρων, μακροφάγων και ουδετερόφιλων.
- Σε ζωικά μοντέλα, η πυρετιδονη ανέστειλε την εισροή φλεγμονωδών κυττάρων και βελτίωσε την πνευμονική αγγειακή διαπερατότητα που προκαλείται από βλεομυκίνη.
- Αρκετές in vitro μελέτες δείχνουν ότι η πυρετιδονη μεσολαβεί σε αντιοξειδωτικές δράσεις με την εξουδετέρωση δραστικών μορφών οξυγόνου (ROS) και την αναστολή της υπεροξείδωσης των λιπιδίων, μειώνοντας έτσι την κυτταρική βλάβη στην ΙΠΦ.
Δυσλειτουργικά μιτοχόνδρια εμπλέκονται στην εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ). Η πυρετιδονη είναι ένα νεοεισαχθέν αντι-ινωτικό φάρμακο. Ωστόσο, ο μηχανισμός της παραμένει ασαφής. Η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία είναι ένα πρώιμο συμβάν που συμβαίνει πριν από την έναρξη της νεφρικής ίνωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, διερευνήθηκε η προστατευτική επίδραση της πυρετιδονης στα μιτοχόνδρια και η σχετικότητά της με την απόπτωση και το οξειδωτικό στρες στα εγγύς σωληναριακά κύτταρα του νεφρού. Δημιουργήθηκε ένα πειραματικό μοντέλο νεφρικής ανεπάρκειας σε αρουραίους. Ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων (HK2) χρησιμοποιήθηκαν in vitro με ροτενόνη, έναν αναστολέα της μιτοχονδριακής αλυσίδας αναπνοής, για να εξεταστεί η μιτοχονδριακή προστατευτική επίδραση της πυρετιδονης. Η πυρετιδονη προστάτευσε τις μιτοχονδριακές δομές και λειτουργίες σταθεροποιώντας το δυναμικό της μιτοχονδριακής μεμβράνης, διατηρώντας την παραγωγή ATP και βελτιώνοντας τον αριθμό των αντιγράφων του μιτοχονδριακού DNA (mtDNA). Η πυρετιδονη μείωσε την απόπτωση των σωληναριακών κυττάρων αναστέλλοντας την μιτοχονδριακή οδό σηματοδότησης της απόπτωσης. Η πυρετιδονη μείωσε επίσης το οξειδωτικό στρες ενισχύοντας τη μαγγανική υπεροξειδική διμουτάση (Mn-SOD) και αναστέλλοντας την ενδοκυτταρική παραγωγή δραστικών μορφών οξυγόνου (ROS), υποδηλώνοντας ότι οι αντι-οξειδωτικές επιδράσεις συνέβησαν τουλάχιστον εν μέρει μέσω της μιτοχονδριακής οδού. Η πυρετιδονη μπορεί να είναι αποτελεσματική πριν από την έναρξη της νεφρικής ίνωσης, διότι αυτό το φάρμακο ασκεί την αντι-ινωτική του δράση μέσω της προστασίας των μιτοχονδρίων στα εγγύς σωληναριακά κύτταρα του νεφρού.
Η πυρετιδονη είναι ένα φάρμακο που πρόσφατα εγκρίθηκε για την ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση, αλλά οι μηχανισμοί δράσης του είναι εν μέρει άγνωστοι. Έχουμε προηγουμένως δείξει ότι οι αεραγωγοί ασθενών με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση περιέχουν προθρομβωτικά μικροσωματίδια που ενεργοποιούν τον προθρομβωτικό παράγοντα Χ στην ενεργό του μορφή, Χα, μια πρωτεϊνάση που σηματοδοτεί την ανάπτυξη και διαφοροποίηση των ινοβλαστών, συμβάλλοντας έτσι δυνητικά στην παθογένεση της νόσου. Αναφέραμε επίσης ότι η in vitro έκθεση ανθρώπινων κυψελιδικών κυττάρων σε H2O2 προκαλεί παραγωγή μικροσωματιδίων. Δεδομένου ότι η ενεργοποίηση της p38 εμπλέκεται στην παραγωγή μικροσωματιδίων σε ορισμένα κυτταρικά μοντέλα και η αναστολή της p38 είναι ένας από τους μηχανισμούς δράσης της πυρετιδονης, ερευνήσαμε την υπόθεση ότι η παραγωγή μικροσωματιδίων από κυψελιδικά κύτταρα που προκαλείται από H2O2 εξαρτάται από την φωσφορυλίωση της p38 και αναστέλλεται από την πυρετιδονη. Η διέγερση κυψελιδικών κυττάρων με H2O2 προκάλεσε φωσφορυλίωση της p38, η οποία αναστέλλεται από την πυρετιδονη. Το φάρμακο ανέστειλε επίσης την παραγωγή μικροσωματιδίων που προκαλείται από H2O2, όπως αξιολογήθηκε με δύο ανεξάρτητες μεθόδους (παραγωγή θρομβίνης στερεάς φάσης και κυτταρομετρία ροής). Η αποβολή της δραστηριότητας προθρομβωτικού ιστικού παράγοντα που συνδέεται με μικροσωματίδια αναστελλόταν επίσης από την πυρετιδονη. Η αναστολή της παραγωγής μικροσωματιδίων που προκαλείται από την p38 αποτελεί έναν προηγουμένως μη αναγνωρισμένο μηχανισμό δράσης του αντι-ινωτικού φαρμάκου, πυρετιδονης.
Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η πυρετιδονη (PFD) μπορεί να έχει αντι-ινωτικές επιδράσεις σε πολλούς ιστούς, αλλά ο πιθανός μοριακός μηχανισμός παραμένει άγνωστος. Ο σκοπός αυτής της μελέτης είναι να διερευνηθούν οι πιθανές επιδράσεις της PFD στην επιθηλιακή-μεσεγχυματική μετάβαση (EMT) και την νεφρική ίνωση σε ένα μοντέλο αρουραίου με μονόπλευρη ουρική απόφραξη (UUO) και ο σχετικός μοριακός μηχανισμός σε καλλιεργούμενα ανθρώπινα επιθηλιακά κύτταρα των εγγύς νεφρικών σωληναρίων (HK-2). Εξήντα αρουραίοι χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες: ομάδα εικονικής επέμβασης, ομάδα UUO που έλαβε φορέα (vehicle-treated) και ομάδα UUO που έλαβε PFD. Συλλέχθηκαν δείγματα νεφρών την 7η ή 14η ημέρα μετά την UUO. Η θεραπεία με PFD πραγματοποιήθηκε επίσης σε ανθρώπινα HK-2. Αξιολογήθηκαν η σωληναριακή-διάμεση βλάβη, η εναπόθεση διαμέσου κολλαγόνου και η έκφραση κολλαγόνου τύπου Ι και ΙΙΙ, α-SMA, S100A4, φιβρονεκτίνης και E-cadherin. Επιπλέον, ανιχνεύθηκαν η εξωκυττάρια σήμανση ρυθμιζόμενης κινάσης (ERK1/2), η p38 MAPK (p38) και η c-Jun N-terminal κινάση/στρες-ενεργοποιημένη πρωτεΐνη κινάση (JNK). In vitro, η PFD αμβλύνει σημαντικά την EMT και τη σύνθεση εξωκυττάριας μήτρας (ECM) που προκαλείται από TGF-beta1, όπως προσδιορίστηκε από τη μείωση της έκφρασης α-SMA, κολλαγόνου τύπου Ι και ΙΙΙ, S100A4, φιβρονεκτίνης και την αύξηση της έκφρασης E-cadherin. Η θεραπεία με PFD αμβλύνει την αύξηση της φωσφορυλίωσης των ERK1/2, p38 και JNK που προκαλείται από TGF-beta1. In vivo, η PFD μείωσε τον βαθμό της σωληναριακής-διάμεσης βλάβης και της νεφρικής ίνωσης, η οποία συσχετίστηκε με μειωμένη έκφραση TGF-beta1, κολλαγόνου τύπου ΙΙΙ, α-SMA, S100A4, φιβρονεκτίνης και αυξημένη έκφραση E-cadherin. Αυτά τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η πυρετιδονη είναι ικανή να αμβλύνει την EMT και την ίνωση in vivo και in vitro μέσω ανταγωνισμού της οδού MAPK, παρέχοντας μια πιθανή θεραπεία για την ανακούφιση της νεφρικής σωληναριακής-διάμεσης ίνωσης.
Η πυρετιδονη είναι ένας νέος αντι-ινωτικός και αντιφλεγμονώδης παράγοντας που αναστέλλει την πρόοδο της ίνωσης σε ζωικά μοντέλα και σε ασθενείς με ιδιοπαθή πνευμονική ίνωση (ΙΠΦ). Έχουμε προηγουμένως δείξει ότι η πυρετιδονη αναστέλλει την υπερέκφραση του κολλαγόνου τύπου Ι και της πρωτεΐνης θερμικού σοκ (HSP) 47, ενός μοριακού συγχοροστάτη ειδικού για το κολλαγόνο, σε ανθρώπινους πνευμονικούς ινοβλάστες που διεγείρονται με παράγοντα μετασχηματισμού (TGF)-beta1 in vitro. Ο αυξημένος αριθμός θετικών σε HSP47 τύπου ΙΙ πνευμονοκυττάρων καθώς και ινοβλαστών μειώθηκε επίσης από την πυρετιδονη σε ένα ζωικό μοντέλο πνευμονικής ίνωσης που προκλήθηκε από βλεομυκίνη. Η παρούσα μελέτη αξιολογεί τις επιδράσεις της πυρετιδονης στην έκφραση κολλαγόνου τύπου Ι και HSP47 στην ανθρώπινη κυτταρική γραμμή πνευμονικών επιθηλιακών κυττάρων, A549 in vitro. Η έκφραση των mRNA κολλαγόνου τύπου Ι, HSP47 και E-cadherin σε κύτταρα A549 που διεγείρονται με TGF-beta1 αξιολογήθηκε με Northern blotting ή real-time PCR. Η έκφραση των πρωτεϊνών κολλαγόνου τύπου Ι, HSP47 και φιβρονεκτίνης αξιολογήθηκε με ανοσοκυτταροχημική χρώση. Η διέγερση με TGF-beta1 αύξησε την έκφραση mRNA και πρωτεϊνών κολλαγόνου τύπου Ι και HSP47 σε κύτταρα A549, και η πυρετιδονη ανέστειλε σημαντικά αυτή τη διαδικασία. Η πυρετιδονη ανέστειλε επίσης την υπερέκφραση του δείκτη φαινοτύπου ινοβλαστών, φιβρονεκτίνης, σε κύτταρα A549 που προκλήθηκαν από TGF-beta1. Συμπεραίνουμε ότι οι αντι-ινωτικές επιδράσεις της πυρετιδονης μπορεί να μεσολαβούνται όχι μόνο μέσω της άμεσης αναστολής της έκφρασης κολλαγόνου τύπου Ι, αλλά και μέσω της αναστολής της έκφρασης HSP47 στα πνευμονικά επιθηλιακά κύτταρα, η οποία οδηγεί σε μειωμένη σύνθεση κολλαγόνου στην πνευμονική ίνωση. Επιπλέον, η πυρετιδονη μπορεί να αναστέλλει εν μέρει την επιθηλιακή-μεσεγχυματική μετάβαση.
Η πολωμένη απόκριση T helper τύπου 2 (Th2) συνδέεται με την ίνωση. Εδώ, αξιολογήσαμε την επίδραση του αντι-ινωτικού παράγοντα πυρετιδονης στις αποκρίσεις Th τύπου 1 (Th1) και Th2. Για in vivo δοκιμές, αρουραίοι Wistar εμφάνισαν κίρρωση μέσω ενδοπεριτοναϊκής χορήγησης θειοακεταμιδίου. Μόλις εδραιώθηκε η ηπατική βλάβη, η πυρετιδονη χορηγήθηκε ενδογαστρικά σε καθημερινή βάση για τρεις εβδομάδες. Η γονιδιακή έκφραση δεικτών Th αξιολογήθηκε με RT-PCR και Western blot από ηπατικά ομογενοποιήματα. Η θεραπεία με πυρετιδονη προκάλεσε μείωση των μεταγράφων και πρωτεϊνών Th2 (GATA3 και IL-4), χωρίς να επηρεάσει σημαντικά την έκφραση γονιδίων Th1 (T-bet και IFN-γ). Βρήκαμε ότι η ενεργοποιημένη μορφή της p38 MAPK (που αναγνωρίστηκε με Western blot) μειώθηκε με τη θεραπεία με πυρετιδονη, κάτι που είναι σύμφωνο με την παρατηρούμενη αντι-Th2 δραστηριότητα. Η πυρετιδονη μείωσε την πυρηνική εντόπιση του GATA3 χωρίς να τροποποιήσει τη δραστηριότητα δέσμευσης DNA (αξιολογήθηκε με ηλεκτροφορητική ανάλυση δέσμευσης DNA). Για in vitro δοκιμές, ανθρώπινα naive CD4+ T κύτταρα καλλιεργήθηκαν σε συνθήκες πόλωσης Th1 ή Th2 παρουσία πυρετιδονης και πραγματοποιήθηκε κυτταρομετρία ροής της ενδοκυττάριας σύνθεσης IFN-γ και IL-4. Η πυρετιδονη εμπόδισε την ανάπτυξη της υποπληθυσμού Th2. Συμπερασματικά, η πυρετιδονη είναι ικανή να εμποδίσει τη διαφοροποίηση Th2 και να περιορίσει την προ-ινωτική απόκριση Th2. Ο μηχανισμός περιλαμβάνει την αναστολή της p38 και τη ρύθμιση της έκφρασης και μετατόπισης του GATA3.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση 801 mg πυρετιδονης (ως τρεις κάψουλες των 267 mg), ο χρόνος μέχρι τη μέγιστη συγκέντρωση (Tmax) κυμάνθηκε από 30 λεπτά έως τέσσερις ώρες. Το φαγητό επηρεάζει την απορρόφηση και το προφίλ ασφάλειας της πυρετιδονης: σε μία μελέτη, το φαγητό αύξησε τον Tmax, μείωσε την Cmax και την AUC κατά 49% και 16% αντίστοιχα, και μείωσε την επίπτωση των ανεπιθύμητων αντιδράσεων που προκαλούνται από την πυρετιδονη.
Εντός 24 ωρών, περίπου το 80% της δόσης πυρετιδονης απεκκρίνεται κυρίως στα ούρα. Περίπου το 99,6% της ανακτηθείσας δόσης πυρετιδονης απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης. Περίπου λιγότερο από 1% της δόσης απεκκρίθηκε ως αμετάβλητο μητρικό φάρμακο και λιγότερο από 0,1% της δόσης απεκκρίθηκε ως άλλοι μεταβολίτες.
Η μέση εμφανής από του στόματος κατανομή είναι περίπου 59 έως 71 L. Η πυρετιδονη δεν κατανέμεται ευρέως στους ιστούς.
Μετά τη χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης 801 mg σε υγιείς ηλικιωμένους, η μέση εμφανής από του στόματος κάθαρση της πυρετιδονης ήταν 13,8 L/h με τροφή και 11,8 L/h χωρίς τροφή.
Η Esbriet συνδέεται με τις ανθρώπινες πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως με την αλβουμίνη του ορού, με τρόπο ανεξάρτητο από τη συγκέντρωση στο εύρος των συγκεντρώσεων που παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές. Η συνολική μέση σύνδεση ήταν 58% σε συγκεντρώσεις που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες (1 έως 10 ug/mL). Η μέση εμφανής από του στόματος κατανομή είναι περίπου 59 έως 71 λίτρα.
Μετά από εφάπαξ χορήγηση δόσης 801 mg Esbriet, η μέγιστη παρατηρούμενη πλασματική συγκέντρωση (Cmax) επιτεύχθηκε μεταξύ 30 λεπτών και 4 ωρών (διάμεσος χρόνος 0,5 ώρες). Το φαγητό μείωσε τον ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης. Ο διάμεσος Tmax αυξήθηκε από 0,5 ώρες σε 3 ώρες με τροφή. Οι μέγιστες πλασματικές συγκεντρώσεις και η AUC0-inf μειώθηκαν κατά περίπου 49% και 16% με τροφή, αντίστοιχα.
Η πυρετιδονη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο ως μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πυρετιδονη, κυρίως στα ούρα (περίπου 80% της δόσης). Η πλειονότητα της Esbriet απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης (περίπου 99,6% του ανακτηθέντος).
/ΓΑΛΑ/ Μια μελέτη με ραδιοσημασμένη πυρετιδονη σε αρουραίους έδειξε ότι η πυρετιδονη ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο γάλα. Δεν είναι γνωστό εάν η Esbriet απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
… Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να αξιολογήσει τη φαρμακοκινητική και την απέκκριση στα ούρα της πυρετιδονης και του κύριου μεταβολίτη της 5-καρβοξυ-πυρετιδονης σε υγιείς Κινέζους εθελοντές υπό συνθήκες λήψης τροφής. 20 υγιείς εθελοντές κάθε φύλου στρατολογήθηκαν σε αυτή τη τυχαία, μονοκεντρική, και ανοιχτού σήματος, εφάπαξ αυξανόμενης δόσης (200, 400, και 600 mg) και πολλαπλής δόσης (400 mg, 3 φορές ημερησίως) μελέτη. Η ασφάλεια αξιολογήθηκε μέσω ανεπιθύμητων συμβάντων, ΗΚΓ, ζωτικών σημείων και κλινικών εργαστηριακών παραμέτρων. Δείγματα αίματος και ούρων αναλύθηκαν με επικυρωμένη μέθοδο LC/MS. Η πυρετιδονη ήταν ασφαλής και καλά ανεκτή. Μετά από εφάπαξ χορήγηση, η πυρετιδονη απορροφήθηκε γρήγορα με μέσο Tmax 1,8-2,2 ώρες και μέση ημιζωή 2,1-2,4 ώρες. Ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης σχηματίστηκε γρήγορα με μέσο Tmax 1,5-2,2 ώρες και μέση ημιζωή 2,1-2,6 ώρες. Η Cmax και η AUC για το μητρικό φάρμακο και τον μεταβολίτη ήταν αναλογικές της δόσης στο εύρος των 200-600 mg. Δεν βρέθηκε επίδραση φύλου. Σε σταθερή κατάσταση, ο δείκτης συσσώρευσης (R) που εκτιμήθηκε για τα 3 διαστήματα δοσολογίας κυμάνθηκε από 1,1 έως 1,5 τόσο για την πυρετιδονη όσο και για τον 5-καρβοξυ-μεταβολίτη, υποδηλώνοντας ότι η έκθεση στην πυρετιδονη και τον 5-καρβοξυ-μεταβολίτη αυξήθηκε ελαφρώς με επαναλαμβανόμενη χορήγηση, αλλά η ημιζωή και η CL/F παρέμειναν αμετάβλητες. Ο μεταβολισμός είναι ο πρωταρχικός μηχανισμός κάθαρσης της πυρετιδονης. Περίπου το 87,76% της χορηγηθείσας πυρετιδονης απεκκρίθηκε στα ούρα με τη μορφή 5-καρβοξυ-πυρετιδονης, ενώ μόνο το 0,6159% της χορηγηθείσας πυρετιδονης ανιχνεύθηκε ως αμετάβλητη μορφή στα ούρα.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Σύμφωνα με in vitro μελέτες, περίπου το 70-80% του μεταβολισμού της πυρετιδονης μεσολαβείται από την CYP1A2, με μικρές επίσης συνεισφορές από τις CYP2C9, 2C19, 2D6, και 2E1. Τέσσερις μεταβολίτες ανιχνεύθηκαν μετά από από του στόματος χορήγηση πυρετιδονης. In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι μεταβολίτες δεν αναμένεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί σε παρατηρούμενες συγκεντρώσεις μεταβολιτών. Οι ακριβείς μεταβολικές οδοί της πυρετιδονης δεν έχουν χαρακτηριστεί πλήρως· ωστόσο, μία από τις οδούς περιλαμβάνει την 5-υδροξυλίωση που μεσολαβείται από την CYP1A2 και την επακόλουθη οξείδωση για τον σχηματισμό 5-καρβοξυ πυρετιδονης. Σε ανθρώπους, μόνο η πυρετιδονη και ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης βρίσκονται στο πλάσμα σε σημαντικές ποσότητες. Ο μέσος λόγος μεταβολίτη προς μητρικό φάρμακο κυμάνθηκε από περίπου 0,6 έως 0,7.
Η πυρετιδονη απεκκρίνεται κατά κύριο λόγο ως μεταβολίτης 5-καρβοξυ-πυρετιδονη, κυρίως στα ούρα (περίπου 80% της δόσης). Η πλειονότητα της Esbriet απεκκρίθηκε ως ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης (περίπου 99,6% του ανακτηθέντος).
Μελέτες in vitro σε ηπατοκύτταρα και ηπατικά μικροσωμάτια έδειξαν ότι η Esbriet μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ από την CYP1A2 και πολλαπλές άλλες CYPs (CYP2C9, 2C19, 2D6, και 2E1). Η από του στόματος χορήγηση Esbriet οδηγεί στο σχηματισμό τεσσάρων μεταβολιτών. Σε ανθρώπους, μόνο η πυρετιδονη και ο 5-καρβοξυ-πυρετιδονη βρίσκονται στο πλάσμα σε σημαντικές ποσότητες. Ο μέσος λόγος μεταβολίτη προς μητρικό φάρμακο κυμάνθηκε από περίπου 0,6 έως 0,7. Δεν έχουν πραγματοποιηθεί επίσημες μελέτες με ραδιοσημασμένο φάρμακο για την αξιολόγηση του μεταβολισμού της πυρετιδονης σε ανθρώπους. In vitro δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι μεταβολίτες δεν αναμένεται να είναι φαρμακολογικά ενεργοί σε παρατηρούμενες συγκεντρώσεις μεταβολιτών.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Η μέση τελική ημιζωή είναι περίπου τρεις ώρες σε υγιείς εθελοντές.
Η μέση τελική ημιζωή είναι περίπου 3 ώρες σε υγιείς εθελοντές.
… Αυτή η μελέτη είχε ως στόχο να αξιολογήσει τη φαρμακοκινητική και την απέκκριση στα ούρα της πυρετιδονης και του κύριου μεταβολίτη της 5-καρβοξυ-πυρετιδονης σε υγιείς Κινέζους εθελοντές υπό συνθήκες λήψης τροφής. 20 υγιείς εθελοντές κάθε φύλου στρατολογήθηκαν σε αυτή τη τυχαία, μονοκεντρική, και ανοιχτού σήματος, εφάπαξ αυξανόμενης δόσης (200, 400, και 600 mg) και πολλαπλής δόσης (400 mg, 3 φορές ημερησίως) μελέτη. … Μετά από εφάπαξ χορήγηση, η πυρετιδονη απορροφήθηκε γρήγορα με μέσο … ημιζωή 2,1-2,4 ώρες. Ο 5-καρβοξυ-μεταβολίτης σχηματίστηκε γρήγορα με … μέση ημιζωή 2,1-2,6 ώρες. …
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ουσίες που μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
D7NLD2JX7U
PIRFENIDONE
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Πυριδονη
Χημική Δομή [CS] - Πυριδονες
Η Πυρετιδονη είναι Πυριδονη.
PIRFENIDONE
Πυριδονες [CS]; Πυριδονη [EPC]
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Απέκκριση
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Ουσίες που μπορούν να ανακουφίσουν τον πόνο χωρίς απώλεια συνείδησης.
Αντιφλεγμονώδεις παράγοντες μη στεροειδούς φύσης. Εκτός από τις αντιφλεγμονώδεις δράσεις, έχουν αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές δράσεις. Δρουν αναστέλλοντας τη σύνθεση προσταγλανδινών μέσω της αναστολής της κυκλοοξυγενάσης, η οποία μετατρέπει το αραχιδονικό οξύ σε κυκλικά ενδοϋπεροξείδια, πρόδρομες ουσίες των προσταγλανδινών. Η αναστολή της σύνθεσης προσταγλανδινών εξηγεί τις αναλγητικές, αντιπυρετικές και αντιαιμοπεταλιακές τους δράσεις· άλλοι μηχανισμοί μπορεί να συμβάλλουν στις αντιφλεγμονώδεις επιδράσεις τους.
Ουσίες που αναστέλλουν ή προλαμβάνουν τον πολλαπλασιασμό των ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΩΝ.