RANOLAZINE(Ρανολαζίνη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 7 ώρες (τελική, σε σταθερή κατάσταση μετά από του στόματος χορήγηση)
- DrugBank: 7 ώρες
- PubChem: 7 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ως επιπρόσθετη θεραπεία για τη συμπτωματική αντιμετώπιση σταθερής στηθάγχης
σε: Ενήλικες που δεν ελέγχονται επαρκώς ή έχουν δυσανεξία σε αντιστηθαγχικές θεραπείες πρώτης γραμμής (όπως β-αποκλειστές ή/και ανταγωνιστές του ασβεστίου)
- I20 Στηθάγχη
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως
- Δόση έναρξης: 375 mg δύο φορές ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Έπειτα από 2-4 εβδομάδες, η δόση θα πρέπει να τιτλοδοτηθεί στα 500 mg δύο φορές ημερησίως και, σύμφωνα με την απόκριση του ασθενούς, να τιτλοδοτηθεί περαιτέρω σε μέγιστη συνιστώμενη δόση των 750 mg δύο φορές ημερησίως. Εάν κάποιος ασθενής παρουσιάσει ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία (π.χ. ζάλη, ναυτία, ή έμετο), ενδέχεται να απαιτείται καθοδική τιτλοδότηση του Ranolazine/Ρανολαζίνη σε 500 mg ή 375 mg δύο φορές ημερησίως. Εάν τα συμπτώματα δεν επιλυθούν έπειτα από την ελάττωση της δόσης, η θεραπεία θα πρέπει να διακοπεί.
-
ΕνήλικεςΔόση375 mg δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση750 mg δύο φορές ημερησίως
-
Ασθενείς που λαμβάνουν μέτριους αναστολείς CYP3A4 ή P-gpΠροσεκτική τιτλοδότηση, πιθανή καθοδική τιτλοδότηση
-
Ασθενείς που λαμβάνουν ισχυρούς αναστολείς CYP3A4Αντενδείκνυται η συγχορήγηση
-
Ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min)Προσεκτική τιτλοδότηση
-
Ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης <30 ml/min)Αντενδείκνυται
-
Ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργίαΠροσεκτική τιτλοδότηση
-
Ασθενείς με μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργίαΑντενδείκνυται
-
ΗλικιωμένοιΠροσεκτική τιτλοδότηση
-
Ασθενείς με χαμηλό σωματικό βάρος (≤60 kg)Προσεκτική τιτλοδότηση
-
Ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) NYHA Τάξης III-IVΠροσεκτική τιτλοδότηση
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔεν έχει τεκμηριωθεί η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης < 30 ml/min)
-
Μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία
-
Συγχορήγηση ισχυρών αναστολέων του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη)
-
Συγχορήγηση αντιαρρυθμικών Τάξης Ιa (π.χ. κινιδίνη) ή Τάξης ΙΙΙ (π.χ. δοφετιλίδη, σοταλόλη) εκτός της αμιωδαρόνης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συγχορήγηση μέτριων αναστολέων του CYP3A4προσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Συγχορήγηση αναστολέων της Ρ-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp)προσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Ήπια ηπατική δυσλειτουργίαπροσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30-80 ml/min)προσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
ΗλικιωμένοιπροσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Χαμηλό σωματικό βάρος (≤ 60 kg)προσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Μέτρια έως σοβαρή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) (NYHA Τάξης ΙΙΙ-IV)προσοχήΗ χορήγηση ή η ανοδική τιτλοδότηση πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή
-
Αυξημένη έκθεση και δοσοεξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συνδυασμό παραγόντων κινδύνου (π.χ. CYP3A4 αναστολείς, P-gp αναστολείς, ηπατική/νεφρική δυσλειτουργία, ηλικιωμένοι, χαμηλό σωματικό βάρος, CHF NYHA III-IV), ιδιαίτερα σε CYP2D6 PMΣυχνή παρακολούθηση ανεπιθύμητων συμβάντων, μείωση δόσης ή διακοπή θεραπείας εάν απαιτείται
-
Παρατεταμένο διάστημα QTπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό συγγενούς ή οικογενειακού συνδρόμου μακρού QT, ασθενείς με γνωστή επίκτητη παράταση στο διάστημα QT, και ασθενείς στους οποίους χορηγούνται φάρμακα που επηρεάζουν το διάστημα QTcΕιδική προσοχή
-
Αλληλεπιδράσεις με επαγωγείς του CYP3A4αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς στους οποίους χορηγούνται επαγωγείς του CYP3A4 (π.χ. ριφαμπικίνη, φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη, καρβαμαζεπίνη, βαλσαμόχορτο)Δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται το Ranolazine/Ρανολαζίνη
-
Νεφρική δυσλειτουργίαπροσοχήΗ νεφρική λειτουργία πρέπει να ελέγχεται σε τακτά διαστήματα κατά τη θεραπεία με ρανολαζίνη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. ιτρακοναζόλη, κετοκοναζόλη, βορικοναζόλη, ποσακοναζόλη, αναστολείς της HIV πρωτεάσης, κλαριθρομυκίνη, τελιθρομυκίνη, νεφαζοδόνη, χυμός γκρέιπφρουτ)αντένδειξηΑύξηση συγκεντρώσεων ρανολαζίνης στο πλάσμαΣύστασηΑντενδείκνυται η συγχορήγηση
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων ρανολαζίνης στο πλάσμα (1.5 έως 2.4 φορές με διλτιαζέμη)ΣύστασηΠροσεκτική τιτλοδότηση, πιθανή καθοδική τιτλοδότηση Ranolazine/Ρανολαζίνη
-
Αναστολείς της P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp) (π.χ. κυκλοσπορίνη, βεραπαμίλη)προσοχήΑύξηση επιπέδων ρανολαζίνης στο πλάσμα (2.2 φορές με βεραπαμίλη)ΣύστασηΠροσεκτική τιτλοδότηση, πιθανή καθοδική τιτλοδότηση Ranolazine/Ρανολαζίνη
-
αντένδειξηΜείωση συγκεντρώσεων ρανολαζίνης στο πλάσμα (περίπου 95% με ριφαμπικίνη)ΣύστασηΝα αποφεύγεται η έναρξη θεραπείας με Ranolazine/Ρανολαζίνη
-
Αναστολείς του CYP2D6 (π.χ. παροξετίνη)παρακολούθησηΜπορεί να αυξήσουν τις συγκεντρώσεις της ρανολαζίνης στο πλάσμα (1.2 φορά με παροξετίνη)ΣύστασηΔεν απαιτείται ρύθμιση της δόσης. Σε δόση 500 mg δύο φορές ημερησίως, ισχυρός αναστολέας CYP2D6 μπορεί να αυξήσει AUC ρανολαζίνης κατά ~62%.
-
Ευαίσθητα υποστρώματα CYP3A4 (π.χ. σιμβαστατίνη, λοβαστατίνη)προσοχήΗ ρανολαζίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις τους στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης
-
CYP3A4 υποστρώματα με στενό θεραπευτικό εύρος (π.χ. κυκλοσπορίνη, τακρόλιμους, σιρόλιμους, εβερόλιμους)προσοχήΗ ρανολαζίνη μπορεί να αυξήσει τις συγκεντρώσεις τους στο πλάσμαΣύστασηΜπορεί να απαιτηθεί προσαρμογή της δόσης. Παρακολούθηση επιπέδων τακρόλιμους και προσαρμογή δοσολογίας.
-
Υποστρώματα CYP2D6 (π.χ. μετοπρολόλη, προπαφαινόνη, φλεκαϊνίδη, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, αντιψυχωσικά)προσοχήΗ έκθεση μπορεί να είναι αυξημένη (μετοπρολόλη κατά 1.8 φορά)ΣύστασηΜπορεί να απαιτηθούν μικρότερες δόσεις αυτών των φαρμάκων
-
προσοχήΠιθανή αλληλεπίδρασηΣύστασηΣυνιστάται προσοχή
-
παρακολούθησηΑύξηση συγκεντρώσεων διγοξίνης στο πλάσμα (κατά 1.5 φορά)ΣύστασηΤα επίπεδα διγοξίνης θα πρέπει να παρακολουθούνται
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων σιμβαστατίνης (κατά περίπου 2 φορές). Κίνδυνος ραβδομυόλυσης.ΣύστασηΠεριορισμός της δόσης της σιμβαστατίνης σε 20 mg μία φορά την ημέρα
-
προσοχήΑύξηση Cmax και AUC της ατορβαστατίνης (1.4 και 1.3 αντίστοιχα)ΣύστασηΠεριορισμός της δόσης της ατορβαστατίνης και κατάλληλη κλινική παρακολούθηση μπορεί να ληφθούν υπόψη
-
Άλλες στατίνες που μεταβολίζονται από την CYP3A4 (π.χ. Λοβαστατίνη)προσοχήΠιθανή αύξηση συγκεντρώσεωνΣύστασηΠεριορισμός της δόσης μπορεί να ληφθεί υπόψη
-
προσοχήΑύξηση συγκεντρώσεων στο πλάσμαΣύστασηΣυνιστάται η παρακολούθηση των επιπέδων και προσαρμογή της δοσολογίας
-
Φάρμακα που μεταφέρονται από τον οργανικό κατιονικό μεταφορέα -2 (OCT2) (π.χ. μετφορμίνη, πινδολόλη, βαρενικλίνη)παρακολούθησηΑύξηση έκθεσης πλάσματος (μετφορμίνη κατά 1.4 και 1.8 φορές)ΣύστασηΗ έκθεση των άλλων υποστρωμάτων OCT2 μπορεί να επηρεαστεί σε παρόμοιο βαθμό.
-
Φάρμακα που παρατείνουν το διάστημα QTc (π.χ. τερφεναδίνη, αστεμιζόλη, μιζολαστίνη, κινιδίνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, ερυθρομυκίνη, ιμιπραμίνη, δοξεπίνη, αμιτριπτυλίνη)προσοχήΘεωρητικός κίνδυνος φαρμακοδυναμικής αλληλεπίδρασης και αύξησης του κινδύνου κοιλιακών αρρυθμιώνΣύστασηΘεωρητικός κίνδυνος
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ανορεξία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Μετεωρισμός
- μειωμένη όρεξη (Όχι συχνές)
- αφυδάτωση (Όχι συχνές)
- υπονατριαιμία (Σπάνιες)
- άγχος (Όχι συχνές)
- αϋπνία (Όχι συχνές)
- συγχυτική κατάσταση (Όχι συχνές)
- ψευδαισθήσεις (Όχι συχνές)
- αποπροσανατολισμός (Σπάνιες)
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συγκοπή
- Τρόμος
- Ζάλη θέσης
- Παραισθησία
- Αμνησία
- λήθαργος (Όχι συχνές)
- υποαισθησία (Όχι συχνές)
- επηρεασμένο επίπεδο συνείδησης (Σπάνιες)
- απώλεια συνείδησης (Σπάνιες)
- μη φυσιολογικός συντονισμός (Σπάνιες)
- διαταραχή βαδίσματος (Σπάνιες)
- παροσμία (Σπάνιες)
- μυόκλονος (Μη γνωστές)
- παροδικό ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο (Συχνές)
- Υπνηλία
- θολή όραση (Όχι συχνές)
- διπλωπία (Όχι συχνές)
- Οπτική διαταραχή
- Ίλιγγος
- Εμβοές
- έκπτωση της ακουστικής οξύτητας (Σπάνιες)
- εξάψεις (Όχι συχνές)
- υπόταση (Όχι συχνές)
- περιφερική ψυχρότητα (Σπάνιες)
- ορθοστατική υπόταση (Σπάνιες)
- δύσπνοια (Όχι συχνές)
- βήχας (Όχι συχνές)
- επίσταξη (Όχι συχνές)
- συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού (Σπάνιες)
- ναυτία (Συχνές)
- κοιλιακό άλγος (Όχι συχνές)
- δυσπεψία (Όχι συχνές)
- δυσφορία του στομάχου (Όχι συχνές)
- παγκρεατίτιδα (Σπάνιες)
- διαβρωτική δωδεκαδακτυλίτιδα (Σπάνιες)
- στοματική υπαισθησία (Σπάνιες)
- Κνησμός
- Αλλεργική δερματίτιδα
- Κνίδωση
- υπερίδρωση (Όχι συχνές)
- αγγειοοίδημα (Σπάνιες)
- κρύος ιδρώτας (Σπάνιες)
- εξάνθημα (Σπάνιες)
- πόνος στα άκρα (Όχι συχνές)
- μυϊκές κράμπες (Όχι συχνές)
- διόγκωση άρθρωσης (Όχι συχνές)
- Μυϊκή αδυναμία
- δυσουρία (Όχι συχνές)
- χρωματουρία (Όχι συχνές)
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια (Σπάνιες)
- κατακράτηση ούρων (Σπάνιες)
- Αιματουρία
- Αυξημένη ουρία αίματος
- στυτική δυσλειτουργία (Σπάνιες)
- Εξασθένηση
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- παρατεταμένο διορθωμένο διάστημα QT (Όχι συχνές)
- αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων ή λευκών αιμοσφαιρίων (Όχι συχνές)
- μειωμένο σωματικό βάρος (Όχι συχνές)
- αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (Σπάνιες)
- συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (Συχνές)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαροδικό ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιοΑγγειακές
-
ΣυχνέςΣυμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη ουρία αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός αιμοπεταλίωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός λευκών αιμοσφαιρίωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔιόγκωση άρθρωσηςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΔυσουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία στομάχουΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕμβοέςΑυτί
-
Όχι συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΖάλη θέσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜετεωρισμόςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟπτική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠαρατεταμένο διορθωμένο διάστημα QTΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΧρωματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΨευδαισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςυποαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΈκπτωση ακουστικής οξύτηταςΑυτί
-
ΣπάνιεςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑλλεργική δερματίτιδαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΑμνησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑποπροσανατολισμόςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΑπώλεια συνείδησηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΔιαβρωτική δωδεκαδακτυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιαταραχή βαδίσματοςΓενικές
-
ΣπάνιεςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣπάνιεςΕπηρεασμένο επίπεδο συνείδησηςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣπάνιεςΚρύος ιδρώταςΔέρμα
-
ΣπάνιεςΜη φυσιολογικός συντονισμόςΝευρικό
-
ΣπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΠαροσμίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠεριφερική ψυχρότηταΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΣτοματική υπαισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣτυτική δυσλειτουργίαΑναπαραγωγικό
-
ΣπάνιεςΣυσφιγκτικό αίσθημα λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΥπονατριαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΜυόκλονοςΝευρικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Ranolazine/Ρανολαζίνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά την εγκυμοσύνη εκτός εάν είναι σαφώς απαραίτητο.Διατίθενται περιορισμένα δεδομένα από τη χρήση της ρανολαζίνης στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν εμβρυοτοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι άγνωστος.
-
ΓαλουχίαΗ ρανολαζίνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται κατά το θηλασμό.Είναι άγνωστο εάν η ρανολαζίνη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο μητρικό γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοδυναμικά/τοξικολογικά δεδομένα σε αρουραίους έδειξαν απέκκριση της ρανολαζίνης στο γάλα (για λεπτομέρειες βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος για το θηλάζον παιδί δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΗ επίδραση της ρανολαζίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα είναι άγνωστη.Μελέτες αναπαραγωγής σε ζώα δεν δείχνουν δυσμενείς επιπτώσεις στη γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ζάλη
- ναυτία
- έμετος
- διπλωπία
- λήθαργος
- συγκοπή
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Άλλα καρδιακά σκευάσματα, κωδικός ATC: C01EB18
Μηχανισμός δράσης
Ο μηχανισμός δράσης της ρανολαζίνης είναι γενικά άγνωστος. Η ρανολαζίνη ενδέχεται να έχει ορισμένες αντιστηθαγχικές επιδράσεις μέσω αναστολής των επαναπολωτικών ρευμάτων ιόντων νατρίου στα καρδιακά κύτταρα. Αυτό μειώνει την ενδοκυτταρική συσσώρευση νατρίου και συνεπώς μειώνει την ενδοκυτταρική υπερφόρτωση με ασβέστιο. Η ρανολαζίνη, μέσω της δράσης της να μειώνει τα επαναπολωτικά ρεύματα ιόντων νατρίου, θεωρείται ότι μειώνει αυτές τις ενδοκυτταρικές ιοντικές ανισορροπίες κατά την ισχαιμία. Αυτή η μείωση σε κυτταρική υπερφόρτωση με ασβέστιο αναμένεται να βελτιώσει τη χαλάρωση του μυοκαρδίου και επομένως να μειώσει τη διαστολική δυσκαμψία της αριστερής κοιλίας. Κλινική ένδειξη της αναστολής των επαναπολωτικών ρευμάτων ιόντων νατρίου από τη ρανολαζίνη παρέχεται από σημαντική βράχυνση του διαστήματος QTc και από βελτίωση στη διαστολική χαλάρωση σε μια ανοικτή μελέτη 5 ασθενών με σύνδρομο μακρού QT (LQT3 έχοντας την SCN5A ∆KPQ γονιδιακή μετάλλαξη). Αυτές οι επιδράσεις δεν εξαρτώνται από τις μεταβολές στον καρδιακό ρυθμό, στην αρτηριακή πίεση ή στην αγγειοδιαστολή.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
- Αιμοδυναμικές επιδράσεις: Ελάχιστες μειώσεις στο μέσο καρδιακό ρυθμό (< 2 κτύποι ανά λεπτό) και στη μέση συστολική αρτηριακή πίεση (< 3 mmHg) παρατηρήθηκαν.
- Ηλεκτροκαρδιογραφικές επιδράσεις: Αυξήσεις στο διάστημα QT σχετιζόμενες με τη δόση και τη συγκέντρωση πλάσματος (περίπου 6 msec στα 1.000 mg δύο φορές ημερησίως), μειώσεις στο εύρος κύματος Τ και σε ορισμένες περιπτώσεις κόμβωση των κυμάτων Τ έχουν παρατηρηθεί. Αυτές οι επιδράσεις πιστεύεται ότι προκύπτουν από αναστολή των ταχέων επανορθωτικών ρευμάτων ιόντων καλίου, η οποία παρατείνει το δυναμικό δράσης της κοιλίας και από αναστολή των επαναπολωτικών ρευμάτων ιόντων νατρίου, η οποία μικραίνει το δυναμικό δράσης της κοιλίας. Μια πληθυσμιακή ανάλυση κατέδειξε μέση αύξηση στο QTc από τη βασική γραμμή κατά 2,4 msec ανά 1000 ng/ml συγκέντρωσης ρανολαζίνης στο πλάσμα.
- Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια: Κλινικές μελέτες (CARISA, ERICA, MARISA, MERLIN-TIMI 36, RIVER-PCI) κατέδειξαν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια της ρανολαζίνης στη θεραπεία ασθενών με χρόνια στηθάγχη. Η ρανολαζίνη βελτίωσε τον χρόνο άσκησης, μείωσε τα επεισόδια στηθάγχης και την κατανάλωση νιτρογλυκερίνης. Δεν αναπτύχθηκε ανοχή. Η βελτίωση της διάρκειας της άσκησης στις γυναίκες ήταν περίπου 33% της βελτίωσης στους άντρες στο επίπεδο δόσης των 1.000 mg δύο φορές ημερησίως. Δεν παρατηρήθηκαν προαρρυθμικές επιδράσεις σε 3.162 ασθενείς. Υπήρξε σημαντικά χαμηλότερη συχνότητα εμφάνισης αρρυθμιών σε ασθενείς στους χορηγήθηκε ρανολαζίνη (80%) έναντι του εικονικού φαρμάκου (87%).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Μετά από του στόματος χορήγηση ρανολαζίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις πλάσματος (Cmax) παρατηρήθηκαν συνήθως μεταξύ 2 και 6 ωρών. Σταθερή κατάσταση γενικά επιτυγχάνεται εντός 3 ημερών με δοσολογία δύο φορές ημερησίως.
Απορρόφηση
Η μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ρανολαζίνης έπειτα από του στόματος χορήγηση δισκίων ρανολαζίνης άμεσης αποδέσμευσης κυμαινόταν από 35%-50%, με μεγάλη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων. Η έκθεση στη ρανολαζίνη αυξάνει περισσότερο από αναλογικά με τη δόση. Υπήρχε αύξηση κατά 2,5 έως 3 φορές της AUC σε σταθερή κατάσταση καθώς η δόση αυξήθηκε από 500 mg σε 1000 mg δύο φορές ημερησίως. Η τροφή δεν επηρεάζει το ρυθμό και την έκταση της απορρόφησης της ρανολαζίνης.
Κατανομή
Περίπου το 62% της ρανολαζίνης είναι δεσμευμένη σε πρωτεΐνες πλάσματος, κυρίως στην α-1 όξινη γλυκοπρωτεΐνη και ασθενώς στην αλβουμίνη. Ο μέσος όγκος κατανομής (Vss) σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 180 l.
Αποβολή
Η ρανολαζίνη απεκκρίνεται κυρίως μέσω του μεταβολισμού. Λιγότερο από το 5% της δόσης απεκκρίνεται αμετάβλητη στα ούρα και στα κόπρανα. Έπειτα από εφάπαξ χορήγηση από του στόματος δόσης 500 mg [14C]-ρανολαζίνης σε υγιή άτομα, το 73% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και το 25% στα κόπρανα. Η κάθαρση της ρανολαζίνης είναι δοσοεξαρτώμενη, και μειώνεται με αυξημένη δόση. Ο χρόνος ημίσειας ζωής για την απέκκριση είναι περίπου 2-3 ώρες έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση. Η τελική ημίσεια ζωή σε σταθερή κατάσταση έπειτα από του στόματος χορήγηση ρανολαζίνης ήταν περίπου 7 ώρες, λόγω της περιορισμένης απέκκρισης εξαιτίας του ρυθμού απορρόφησης.
Βιομετασχηματισμός
Η ρανολαζίνη υποβάλλεται σε ταχύ και εκτεταμένο μεταβολισμό. In vitro μελέτες χρησιμοποιώντας ανθρώπινα μικροσώματα ήπατος υποδεικνύουν ότι η ρανολαζίνη μεταβολίζεται κυρίως από το CYP3A4, αλλά και από το CYP2D6. Στα 500 mg δύο φορές ημερησίως, τα άτομα με έλλειψη δραστηριότητας του CYP2D6 (με περιορισμένη μεταβολική ικανότητα, PM) είχαν 62% υψηλότερη AUC από ό,τι τα άτομα με μεταβολική ικανότητα για το CYP2D6 (με εκτενή μεταβολική ικανότητα, EM). Η αντίστοιχη διαφορά στη δόση των 1.000 mg δύο φορές ημερησίως ήταν 25%.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Επιδράσεις φύλου: Το φύλο δεν είχε κάποια κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους.
- Ηλικιωμένοι ασθενείς: Η ηλικία από μόνη της δεν είχε κάποια κλινικά σημαντική επίδραση στις φαρμακοκινητικές παραμέτρους. Ωστόσο, οι ηλικιωμένοι ενδέχεται να έχουν αυξημένη έκθεση στη ρανολαζίνη λόγω μείωσης της νεφρικής λειτουργίας που σχετίζεται με την ηλικία.
- Σωματικό βάρος: Σε σύγκριση με άτομα που ζυγίζουν 70 kg, η έκθεση υπολογίστηκε ότι είναι περίπου 1,4 φορές υψηλότερη σε άτομα που ζυγίζουν 40 kg.
- Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF): Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια (CHF) NYHA Τάξης ΙΙΙ και IV υπολογίστηκε ότι έχει περίπου 1,3 φορές υψηλότερες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
- Νεφρική δυσλειτουργία: Σε μια μελέτη, η AUC της ρανολαζίνης ήταν κατά μέσο όρο 1,7 έως 2 φορές υψηλότερη σε άτομα με ήπια, μέτρια, και σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Υπήρχε μεγάλη μεταβλητότητα μεταξύ των ατόμων στην AUC σε άτομα με νεφρική δυσλειτουργία. Η AUC των μεταβολιτών αυξήθηκε με μειωμένη νεφρική λειτουργία. Η AUC ενός φαρμακολογικά ενεργού μεταβολίτη της ρανολαζίνης ήταν 5 φορές αυξημένη σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία.
- Πληθυσμιακή PK ανάλυση: αύξηση κατά 1,2 φορά στην έκθεση στη ρανολαζίνη σε άτομα με μέτρια δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 40 ml/min). Σε άτομα με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 10-30 ml/min), υπολογίστηκε αύξηση κατά 1,3 έως 1,8 φορές στην έκθεση στη ρανολαζίνη.
- Η επιρροή της αιμοδιύλισης δεν αξιολογήθηκε.
- Ηπατική δυσλειτουργία: Η AUC για την ρανολαζίνη ήταν ανεπηρέαστη σε ασθενείς με ήπια ηπατική δυσλειτουργία αλλά αυξήθηκε κατά 1,8 φορά σε ασθενείς με μέτρια δυσλειτουργία. Η παράταση του διαστήματος QT ήταν πιο έντονη σε αυτούς τους ασθενείς. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
- Παιδιατρικός πληθυσμός: Οι φαρμακοκινητικές παράμετροι δεν έχουν μελετηθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία Άλλα καρδιακά σκευάσματα, κωδικός ATC: C01EB18 ### Μηχανισμός δράσης Ο μηχανισμός δράσης της ρανολαζίνης είναι γενικά άγνωστος. Η ρανολαζίνη ενδέχεται να έχει ορισμένες αντιστηθαγχικές επιδράσεις μέσω αναστολής των…
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Νεφρική λειτουργία | water_dropΝεφρική λειτουργία | Σε τακτά διαστήματα | Κατά τη διάρκεια της θεραπείας |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ανεπιθύμητα συμβάντα | stethoscopeΚλινική παρακολούθηση (γενική) | Συχνή | Συνδυασμός παραγόντων κινδύνου (CYP3A4 αναστολείς, P-gp αναστολείς, ηπατική/νεφρική δυσλειτουργία, ηλικιωμένοι, χαμηλό σωματικό βάρος, CHF NYHA III-IV), ιδιαίτερα σε CYP2D6 PM |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Η μυοκαρδιακή ισχαιμία επιδρά στη ροή της αδενοσινοτριφωσφορικής (ATP), οδηγώντας σε μείωση της διαθέσιμης ενέργειας για τη σύσπαση και χαλάρωση του καρδιακού μυός. Η ισορροπία των ηλεκτρολυτών, νατρίου και καλίου, είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της φυσιολογικής καρδιακής σύσπασης και χαλάρωσης. Η διαταραχή της ισορροπίας νατρίου και καλίου οδηγεί σε υπερβολικά υψηλές συγκεντρώσεις νατρίου και ασβεστίου, οι οποίες πιθανώς παρεμβαίνουν στην παροχή οξυγόνου στον καρδιακό μυ. Αυτή η ανισορροπία τελικά οδηγεί σε συμπτώματα στηθάγχης (πόνος ή πίεση στο στήθος), ναυτία και ζάλη, μεταξύ άλλων.
Ο μηχανισμός δράσης της ρανολαζίνης δεν έχει πλήρως κατανοηθεί. Σε θεραπευτικές συγκεντρώσεις, μπορεί να αναστέλλει το όψιμο ρεύμα νατρίου (INa) (INa), το οποίο μπορεί να επηρεάσει την ισορροπία των ηλεκτρολυτών στο μυοκάρδιο, ανακουφίζοντας τα συμπτώματα της στηθάγχης. Η κλινική σημασία αυτής της αναστολής στη θεραπεία των συμπτωμάτων της στηθάγχης δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη. Η ρανολαζίνη αναστέλλει τα ρεύματα των διαύλων ιόντων νατρίου και καλίου. Έχει αποδειχθεί ότι ασκεί ασθενή δραστηριότητα στους διαύλους ασβεστίου τύπου L, καθιστώντας την ασθενή άμεσο αγγειοδιασταλτικό, και ασκεί ελάχιστες άμεσες επιδράσεις στην αγωγή του κολποκοιλιακού κόμβου. Έχουν αποσαφηνιστεί ορισμένοι επιπρόσθετοι μηχανισμοί. Η ρανολαζίνη ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα έναντι των α-1 και β-1 αδρενεργικών υποδοχέων και αναστολή της οξείδωσης των λιπαρών οξέων.
Η ρανολαζίνη, ένα παράγωγο της πιπεραζίνης, είναι ένας αντιστηθαγχικός παράγοντας. Αν και ο ακριβής μηχανισμός της αντιστηθαγχικής δράσης της ρανολαζίνης δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί, τα αποτελέσματα πρώιμων μελετών υποδηλώνουν ότι η ρανολαζίνη μετατοπίζει την παραγωγή αδενοσινοτριφωσφορικής (ATP) από την οξείδωση των λιπαρών οξέων (δηλαδή, μερική αναστολή της οξείδωσης των λιπαρών οξέων) υπέρ της πιο οξυγονο-αποτελεσματικής οξείδωσης της γλυκόζης, ειδικά όταν οι συγκεντρώσεις των ελεύθερων λιπαρών οξέων ήταν αυξημένες (π.χ., κατά την ισχαιμία), οδηγώντας σε μειωμένη ζήτηση οξυγόνου και συμπτώματα ισχαιμίας χωρίς να επηρεάζεται η καρδιακή εργασία. Ωστόσο, αυτές οι φαρμακολογικές επιδράσεις παρατηρήθηκαν γενικά σε συγκεντρώσεις που υπερβαίνουν τις θεραπευτικές συγκεντρώσεις πλάσματος σε κλινικές μελέτες.
Πρόσφατα δεδομένα υποδηλώνουν ότι η ρανολαζίνη μπορεί να ασκήσει τα αντιστηθαγχικά και αντι-ισχαιμικά της αποτελέσματα μέσω αναστολής, εξαρτώμενης από τη συγκέντρωση, την τάση και τη συχνότητα, του όψιμου (δηλαδή, παρατεταμένου, εμμένοντος) ρεύματος νατρίου και άλλων καρδιακών ιόντων και μεταφορέων. Το όψιμο ρεύμα νατρίου δημιουργείται από την απενεργοποίηση της πρωτεΐνης του διαύλου νατρίου. Ωστόσο, η στηθάγχη (δηλαδή, ισχαιμία, υποξία) επηρεάζει αρνητικά την απενεργοποίηση του διαύλου νατρίου και αυξάνει την ποσότητα νατρίου στα καρδιακά κύτταρα, η οποία διευκολύνει την υπερφόρτωση ασβεστίου μέσω του μηχανισμού ανταλλαγής νατρίου-ασβεστίου. Η αυξημένη ενδοκυττάρια συγκέντρωση ασβεστίου μπορεί να οδηγήσει σε υπερευρεθιστότητα μυοκυττάρων και ηλεκτρική αστάθεια, διαταραγμένη διαστολική χαλάρωση, μειωμένη αιμάτωση των στεφανιαίων αρτηριών, μειωμένη παροχή οξυγόνου στο μυοκάρδιο, αυξημένη ζήτηση οξυγόνου και κοιλιακή δυσλειτουργία. Έτσι, η ρανολαζίνη μπορεί να μειώσει το μέγεθος του όψιμου ρεύματος νατρίου, οδηγώντας σε καθαρή μείωση των ενδοκυττάριων συγκεντρώσεων νατρίου, αντιστροφή της υπερφόρτωσης ασβεστίου, αποκατάσταση της λειτουργίας της κοιλιακής αντλίας και πρόληψη αρρυθμιών που προκαλούνται από ισχαιμία. Σε αντίθεση με άλλους αντιστηθαγχικούς παράγοντες, τα αντιστηθαγχικά αποτελέσματα της ρανολαζίνης δεν εξαρτώνται από τη μείωση του καρδιακού ρυθμού ή της αρτηριακής πίεσης.
Η παράταση του διαστήματος QT στον επιφανειακό ηλεκτροεγκεφαλογραφηματικό ρυθμό οφείλεται στην αναστολή του IKr, ο οποίος παρατείνει το δυναμικό ενεργείας των κοιλιών.
Οι συγγραφείς διερεύνησαν τις αλλαγές στα ρεύματα Na+ (INa) σε μόνιμη (ή χρόνια) κολπική μαρμαρυγή (AF) και τις επιδράσεις της αναστολής του INa με χρήση ρανολαζίνης (Ran) σε αρρυθμίες και συσταλτικότητα στο ανθρώπινο καρδιακό μυ. Η ηλεκτρική αναδιαμόρφωση κατά τη διάρκεια της AF συνήθως σχετίζεται με αλλαγές στα ρεύματα Ca2+ και K+. Παραμένει ασαφές εάν και το INa τροποποιείται. Μελετήθηκαν ωτικά ωτικά από ασθενείς με AF (n = 23) και σε φυσιολογικό ρυθμό (SR) (n = 79). Πειράματα Patch-clamp σε μεμονωμένα μυοκύτταρα κόλπου έδειξαν σημαντικά μειωμένη πυκνότητα αιχμής INa (~16%) σε AF σε σύγκριση με SR, η οποία συνοδεύτηκε από 26% χαμηλότερη έκφραση του Nav1.5 (p < 0.05). Αντίθετα, το όψιμο INa ήταν σημαντικά αυξημένο στα μυοκύτταρα από κόλπους AF κατά ~26%. Η Ran (10 μmol/L) μείωσε το όψιμο INa κατά ~60% (p < 0.05) σε μυοκύτταρα από ασθενείς με AF, αλλά μόνο κατά ~18% (p < 0.05) σε μυοκύτταρα από κόλπους SR. Προαρρυθμική δραστηριότητα προκλήθηκε σε καρδιακές δοκίδες εκτεθειμένες σε υψηλό [Ca2+]o ή ισοπροτερενόλη, η οποία αναστράφηκε σημαντικά από την Ran (κατά 83% και 100% αντίστοιχα). Η αύξηση των ρυθμών παλμών από 0,5 έως 3,0 Hz οδήγησε σε αύξηση της διαστολικής τάσης που μειώθηκε σημαντικά από την Ran σε κόλπους από ασθενείς SR και AF. Τα κανάλια Na+ μπορεί να συμβάλλουν σε αρρυθμίες και αναδιαμόρφωση συσταλτικότητας σε AF. Η αναστολή του INa με Ran είχε αντιαρρυθμικά αποτελέσματα και βελτίωσε τη διαστολική λειτουργία.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον Μηχανισμό Δράσης (Πλήρης) για τη ρανολαζίνη (11 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Ο χρόνος για την επίτευξη μέγιστης ορού συγκέντρωσης είναι αρκετά μεταβλητός, αλλά έχει παρατηρηθεί στο εύρος 2-6 ωρών, με σταθερή κατάσταση εντός 3 ημερών. Ο FDA αναφέρει Tmax 3-5 ωρών. Η μέση Cmax σταθερής κατάστασης είναι περίπου 2600 ng/mL. Η απορρόφηση της ρανολαζίνης δεν επηρεάζεται σημαντικά από την κατανάλωση τροφής. Η βιοδιαθεσιμότητα της ρανολαζίνης σε μορφή δισκίου σε σύγκριση με διάλυμα ρανολαζίνης είναι περίπου 76%.
Από τη χορηγούμενη δόση, περίπου τα 3/4 της δόσης απεκκρίνονται νεφρικά, ενώ το 1/4 της δόσης απεκκρίνεται στα κόπρανα. Μια εκτιμώμενη ποσότητα 5% μιας προσλαμβανόμενης δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητο φάρμακο.
Ο μέσος φαινόμενος όγκος κατανομής της ρανολαζίνης αναφέρεται σε 53,2 L και ο μέσος όγκος κατανομής σταθερής κατάστασης εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 85 έως 180 L.
Ο αναφερόμενος ρυθμός κάθαρσης της από του στόματος χορηγούμενης ρανολαζίνης είναι 45 L/h όταν χορηγείται σε δόση 500 mg δύο φορές την ημέρα. Ο ρυθμός κάθαρσης της ρανολαζίνης εξαρτάται από τη δόση και η νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να αυξήσει τη συγκέντρωση ρανολαζίνης στο πλάσμα κατά 40-50%.
Η ρανολαζίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο έντερο και το ήπαρ και η απορρόφησή της είναι εξαιρετικά μεταβλητή. Για παράδειγμα, σε δόση 1000 mg δύο φορές την ημέρα, η μέση Cmax σταθερής κατάστασης ήταν 2600 ng/mL με 95% όρια εμπιστοσύνης 400 και 6100 ng/mL. Οι φαρμακοκινητικές των (+) R- και (-) S-εναντιομερών της ρανολαζίνης είναι παρόμοιες σε υγιείς εθελοντές. … Η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται γενικά εντός 3 ημερών με χορήγηση δύο φορές την ημέρα. Στη σταθερή κατάσταση, στο εύρος δόσεων 500 έως 1000 mg δύο φορές την ημέρα, η Cmax και η AUC0-t αυξάνονται ελαφρώς περισσότερο από αναλογικά με τη δόση, 2,2- και 2,4- φορές αντίστοιχα. Με χορήγηση δύο φορές την ημέρα, ο λόγος ελάχιστης προς μέγιστη συγκέντρωσης ρανολαζίνης στο πλάσμα είναι 0,3 έως 0,6. Η φαρμακοκινητική της ρανολαζίνης δεν επηρεάζεται από την ηλικία, το φύλο ή την τροφή.
Μετά από από του στόματος χορήγηση ρανολαζίνης, οι μέγιστες συγκεντρώσεις ρανολαζίνης στο πλάσμα επιτυγχάνονται μεταξύ 2 και 5 ωρών. Μετά από από του στόματος χορήγηση (14C)-ρανολαζίνης ως διάλυμα, το 73% της δόσης είναι συστηματικά διαθέσιμο ως ρανολαζίνη ή μεταβολίτες. Η βιοδιαθεσιμότητα της ρανολαζίνης από δισκία ρανολαζίνης σε σχέση με αυτήν από διάλυμα ρανολαζίνης είναι 76%. Δεδομένου ότι η ρανολαζίνη είναι υπόστρωμα της P-gp, οι αναστολείς της P-gp μπορεί να αυξήσουν την απορρόφηση της ρανολαζίνης.
Η τροφή (πρωινό με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά) δεν έχει σημαντική επίδραση στην Cmax και την AUC της ρανολαζίνης. Επομένως, η ρανολαζίνη μπορεί να ληφθεί ανεξαρτήτως γευμάτων. Στο εύρος συγκεντρώσεων 0,25 έως 10 μg/mL, η ρανολαζίνη δεσμεύεται περίπου στο 62% στις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσματος.
Δεν είναι γνωστό εάν η ρανολαζίνη κατανέμεται στο γάλα.
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την Απορρόφηση, Κατανομή και Απέκκριση (Πλήρης) για τη ρανολαζίνη (7 συνολικά), επισκεφθείτε τη σελίδα του αρχείου HSDB.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η ρανολαζίνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς στο ήπαρ και το γαστρεντερικό σωλήνα μέσω της δραστηριότητας του ενζύμου CYP3A4, με μικρότερη συμβολή του CYP2D6. Πάνω από 40 μεταβολίτες ρανολαζίνης έχουν βρεθεί στο πλάσμα και πάνω από 100 μεταβολίτες έχουν ταυτοποιηθεί στα ούρα. Η ρανολαζίνη και ορισμένοι από τους μεταβολίτες της είναι γνωστό ότι αναστέλλουν ασθενώς το CYP3A4. Ωστόσο, η δραστηριότητα των μεταβολιτών της ρανολαζίνης δεν έχει πλήρως αποσαφηνιστεί.
Η ρανολαζίνη μεταβολίζεται εκτενώς στο έντερο και το ήπαρ από το σύστημα ισοενζύμων κυτοχρώματος P-450 (CYP), κυρίως από το CYP3A και, σε μικρότερο βαθμό, το CYP2D6. Μελέτες in vitro υποδεικνύουν ότι η ρανολαζίνη είναι επίσης υπόστρωμα της p-γλυκοπρωτεΐνης. Τουλάχιστον 4 μεταβολίτες της ρανολαζίνης έχουν ταυτοποιηθεί. Η φαρμακολογική δραστηριότητα αυτών των μεταβολιτών δεν έχει πλήρως καθοριστεί.
Η ρανολαζίνη μεταβολίζεται ταχέως και εκτενώς στο ήπαρ και το έντερο… Η φαρμακολογική δραστηριότητα των μεταβολιτών δεν έχει χαρακτηριστεί καλά. Μετά τη χορήγηση μέχρι σταθερής κατάστασης με 500 mg έως 1500 mg δύο φορές την ημέρα, οι τέσσερις πιο άφθονοι μεταβολίτες στο πλάσμα έχουν τιμές AUC που κυμαίνονται από περίπου 5 έως 33% αυτής της ρανολαζίνης…
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Ο φαινόμενος τερματικός χρόνος ημίσειας ζωής της ρανολαζίνης είναι 7 ώρες.
… Ο χρόνος ημίσειας ζωής της ρανολαζίνης είναι 1,4-1,9 ώρες, αλλά παρατείνεται φαινομενικά, κατά μέσο όρο, στις 7 ώρες για τη φόρμουλα ER ως αποτέλεσμα της παρατεταμένης απορρόφησης (flip-flop kinetics).
… Οι τέσσερις πιο άφθονοι μεταβολίτες στο πλάσμα … εμφανίζουν φαινόμενους χρόνους ημίσειας ζωής που κυμαίνονται από 6 έως 22 ώρες.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, της διαμέτρου των αιμοφόρων αγγείων ή του όγκου του αίματος.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν αναστέλλοντας την είσοδο νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Η αναστολή των διαύλων νατρίου μειώνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική ευρεθιστότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγής.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
A6IEZ5M406
ΡΑΝΟΛΑΖΙΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Αντιστηθαγχικό
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς CYP3A4
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς P-γλυκοπρωτεΐνης
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς CYP2D6
Μηχανισμοί Δράσης [MoA] - Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2
Η ρανολαζίνη είναι αντιστηθαγχικό. Ο μηχανισμός δράσης της ρανολαζίνης είναι ως αναστολέας του κυτοχρώματος P450 3A, και αναστολέας της P-γλυκοπρωτεΐνης, και αναστολέας του κυτοχρώματος P450 2D6, και αναστολέας του μεταφορέα οργανικών κατιόντων 2.
ΡΑΝΟΛΑΖΙΝΗ
Αντιστηθαγχικό [EPC]; Αναστολείς P-γλυκοπρωτεΐνης [MoA]; Αναστολείς CYP3A4 [MoA]; Αναστολείς Μεταφορέα Οργανικών Κατιόντων 2 [MoA]; Αναστολείς CYP2D6 [MoA]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-2 C01EB18Συμπτωματική 2ης γραμμής — Ρανολαζίνη / ΙβαμπραδίνηΑνθεκτική στηθάγχη παρά την πρώτης γραμμής αγωγήΔοσολογία: 375 mg × 2 (έναρξη) → 500–750 mg × 2 · Συνεχής
Απόσυρση / Deprescribing
Αντιαγγειακά
⚠ Συζητήστε τη διακοπή με ειδικό.
open_in_new Δείτε στον οδηγό IMPACT arrow_forward
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Παράγοντες που επηρεάζουν τον ρυθμό ή την ένταση της καρδιακής σύσπασης, της διαμέτρου των αιμοφόρων αγγείων ή του όγκου του αίματος.
Μια κατηγορία φαρμάκων που δρουν αναστέλλοντας την είσοδο νατρίου μέσω των κυτταρικών μεμβρανών. Η αναστολή των διαύλων νατρίου μειώνει τον ρυθμό και το πλάτος της αρχικής ταχείας εκπόλωσης, μειώνει την κυτταρική ευρεθιστότητα και μειώνει την ταχύτητα αγωγής.