Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ H02AB12 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

RIMEXOLONE

Ριμεξολόνη

H χρήση των κορτικοστεροειδών στις οφθαλμικές παθήσεις μπορεί να γίνει από τη συστηματική οδό, τοπικώς ή συνδυάζοντας και τις δύο οδούς, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση. H τοπική εφαρμογή γίνεται κυρίως με τη μορφή κολλυρίων και αλοιφών. Tα πρώτα είναι συνήθως εναιωρήματα και …

Chemical structure of RIMEXOLONE

Εμπορικά Ονόματα

Κλινική Σύνοψη

Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank

Curated
clinical_notes
ΕΟΦ

Ενδείξεις

expand_more
Ασηπτες φλεγμονώδεις και αυτοάνοσες καταστάσεις του οφθαλμού που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή: αλλεργικές επιπεφυκίτιδες, συμπεριλαμβανομένης και της εαρινής, σκληρίτιδες, επισκληρίτιδες, επιφανειακή στικτή κερατίτιδα, μη λοιμώδεις επιπεφυκίτιδες,
medication
ΕΟΦ

Δοσολογία

expand_more
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες
block
ΕΟΦ

Αντενδείξεις

expand_more
Oξεία κερατίτιδα από ιό του απλού έρπητα, μυκητιάσεις ή λοιμώξεις του σκληρού χιτώνα και επιπεφυκότα, φυματίωση του οφθαλμού, υπερευαισθησία στο χορηγούμενο κορτικοστεροειδές.
sick
ΕΟΦ

Ανεπιθύμητες ενέργειες

expand_more
Aύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και γλαύκωμα, δημιουργία οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη, επιδείνωση λοιμώξεων ή ανάπτυξη δευτεροπαθών, διάτρηση του κερατοειδή και σπανίως συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από απορρόφηση σε χρόνια χορήγηση και κυρίως σε π
neurology
DrugBank

Μηχανισμός δράσης

expand_more
Η ρεμιξολόνη είναι ένας αγωνιστής του γλυκοκορτικοειδούς υποδοχέα. Οι αντιφλεγμονώδεις δράσεις των κορτικοστεροειδών πιστεύεται ότι περιλαμβάνουν τις λιποκορτίνες, πρωτεΐνες που αναστέλλουν τη φωσφολιπάση Α2, οι οποίες, μέσω της αναστολής του αραχιδονικού…
monitor_heart
DrugBank

Φαρμακοδυναμική

expand_more
Η ρεμιξολόνη είναι ένα γλυκοκορτικοειδές κορτικοστεροειδές για συστηματική χρήση. Τα κορτικοστεροειδή καταστέλλουν την φλεγμονώδη απόκριση σε μια ποικιλία αιτιών, μηχανικής, χημικής ή ανοσολογικής φύσης. Αναστέλλουν το οίδημα, την κυτταρική διήθηση, τη…
biotech
PubChem

Φαρμακοκινητική

expand_more
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση Απορροφάται συστηματικά. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοσημασμένης ριμεξολόνης σε αρουραίους, πάνω από το 80% της δόσης απεκκρίθηκε μέσω των κοπράνων ως ριμεξολόνη και μεταβολίτες.
hub
PubChem

Μεταβολισμός

expand_more
Μεταβολισμός Υφίσταται εκτενή μεταβολισμό. Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ραδιοσημασμένης ριμεξολόνης σε αρουραίους, πάνω από το 80% της δόσης απεκκρίθηκε στα κόπρανα ως ριμεξολόνη και μεταβολίτες. Οι μεταβολίτες αποδείχθηκε ότι είναι είτε λιγότερο…
bloodtype
DrugBank

Απέκκριση

expand_more
Κόπρανα

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)
Φόρτωση...

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

ΕΟΦ · 11.2

Kορτικοστεροειδή

expand_more
Περιγραφή

H χρήση των κορτικοστεροειδών στις οφθαλμικές παθήσεις μπορεί να γίνει από τη συστηματική οδό, τοπικώς ή συνδυάζοντας και τις δύο οδούς, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση.

H τοπική εφαρμογή γίνεται κυρίως με τη μορφή κολλυρίων και αλοιφών. Tα πρώτα είναι συνήθως εναιωρήματα και πρέπει να ανακινούνται καλά πριν από κάθε χρήση. Tοπικώς επίσης μπορούν να ενεθούν κάτω από τον επιπεφυκότα ή οπισθοβολβικώς. H συχνότητα εφαρμογής τους, η διάρκεια χορήγησης και οι χρησιμοποιούμενες πυκνότητες είναι σε συνάρτηση με το είδος της οφθαλμικής πάθησης και τη βαρύτητά της.

Aπό τα διάφορα κορτικοστεροειδή η υδροκορτιζόνη (0.5%), η μεδρυζόνη (1%), η φθοριομεθολόνη (0.1%) και η πρεδνιζολόνη (0.125%) είναι ασθενή και δε διέρχονται τον κερατοειδή σε ικανοποιητικές πυκνότητες. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται σε επιφανειακές παθήσεις. Aντίθετα, η δεξαμεθαζόνη και πρεδνιζολόνη (σε μεγαλύτερες πυκνότητες) διέρχονται ευκολότερα του κερατοειδούς είναι ισχυρότερα και προτιμούνται σε σκληρίτιδες και πρόσθιες ραγοειδίτιδες. Η ριμεξολόνη (1%) νεώτερο κορτικοειδές εμφανίζει ενδιάμεση κερατοειδική διαπερατότητα και σημαντική αντιφλεγμονώδη δράση.

Ενδείξεις
Ασηπτες φλεγμονώδεις και αυτοάνοσες καταστάσεις του οφθαλμού που ανταποκρίνονται στα κορτικοστεροειδή: αλλεργικές επιπεφυκίτιδες, συμπεριλαμβανομένης και της εαρινής, σκληρίτιδες, επισκληρίτιδες, επιφανειακή στικτή κερατίτιδα, μη λοιμώδεις επιπεφυκίτιδες,
Αντενδείξεις
Oξεία κερατίτιδα από ιό του απλού έρπητα, μυκητιάσεις ή λοιμώξεις του σκληρού χιτώνα και επιπεφυκότα, φυματίωση του οφθαλμού, υπερευαισθησία στο χορηγούμενο κορτικοστεροειδές.
Ανεπιθύμητες
Aύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης και γλαύκωμα, δημιουργία οπίσθιου υποκαψικού καταρράκτη, επιδείνωση λοιμώξεων ή ανάπτυξη δευτεροπαθών, διάτρηση του κερατοειδή και σπανίως συστηματικές ανεπιθύμητες ενέργειες από απορρόφηση σε χρόνια χορήγηση και κυρίως σε π
Δοσολογία
Bλ. επιμέρους δραστικές ουσίες
query_stats Κρίσιμα Στοιχεία

Ημίσεια ζωή

1-2 ώρες
DrugBank

Απέκκριση

Κόπρανα
DrugBank
science

Scientific Profile

CID
5311412
Μοριακός τύπος
C24H34O3
Μοριακό βάρος
370.5
IUPAC
(8S,9S,10R,11S,13S,14S,16R,17S)-11-hydroxy-10,13,16,17-tetramethyl-17-propanoyl-7,8,9,11,12,14,15,16-octahydro-6H-cyclopenta[a]phenanthren-3-one
InChIKey
QTTRZHGPGKRAFB-OOKHYKNYSA-N
Κατάταξη MeSH

Ταξινόμηση MeSH

Μια ομάδα ΚΟΡΤΙΚΟΣΤΕΡΟΕΙΔΩΝ που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των υδατανθράκων (ΓΛΥΚΟΝΕΟΓΕΝΕΣΗ, εναπόθεση γλυκογόνου στο ήπαρ, αύξηση ΣΑΚΧΑΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ), αναστέλλουν την έκκριση ΑΔΡΕΝΟΚΟΡΤΙΚΟΤΡΟΠΗΣ ΟΡΜΟΝΗΣ και διαθέτουν έντονη αντιφλεγμονώδη δράση. Παίζουν επίσης ρόλο στο μεταβολισμό λιπών και πρωτεϊνών, στη διατήρηση της αρτηριακής πίεσης, στην τροποποίηση της αντίδρασης του συνδετικού ιστού στον τραυματισμό, στη μείωση του αριθμού των κυκλοφορούντων λεμφοκυττάρων και στη λειτουργία του κεντρικού νευρικού συστήματος.