ROMIPLOSTIM
Ρομιπλοστίμη
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: **Αντιαιμορραγικά, άλλα συστηματικά αιμοστατικά**, κωδικός ATC: B02BX04 ### Μηχανισμός δράσης Το romiplostim είναι μία πρωτεΐνη σύντησης του Fc-πεπτιδίου (πεπτιδικό σωμάτιο) που μεταβιβάζει σήματα και ενεργοποιεί τα ενδοκυττάρια μεταγραφικά …
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
D69 Πορφύρα και άλλες αιμορραγικές καταστάσεις
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Αυτοάνοση θρομβοπενία · Χρόνια πρωτοπαθής αυτοάνοση θρομβοπενία
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Υποδόρια
- Χορήγηση: Μία φορά την εβδομάδα
- Δόση έναρξης: 1 mcg/kg πραγματικού σωματικού βάρους
- Τιτλοποίηση: Η εβδομαδιαία δόση του romiplostim θα πρέπει να προσαρμόζεται με αυξήσεις κατά 1 mcg/kg έως ότου επιτευχθεί αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l στον ασθενή. Παρακολουθείτε τον αριθμό αιμοπεταλίων εβδομαδιαίως, μέχρις ότου αυτός σταθεροποιηθεί (≥ 50 x 10^9/l τουλάχιστον για 4 εβδομάδες χωρίς προσαρμογή της δόσης). Εν συνεχεία, αξιολογείτε τον αριθμό αιμοπεταλίων σε μηνιαία βάση και πραγματοποιείτε κατάλληλες προσαρμογές της δόσης σύμφωνα με τον πίνακα προσαρμογής της δόσης (πίνακας 2) προκειμένου να διατηρηθούν οι αριθμοί αιμοπεταλίων εντός του συνιστώμενου εύρους.
-
ΕνήλικεςΜέγ. δόση10 mcg/kgΜελλοντικές δοσολογικές προσαρμογές βασίζονται μόνο σε μεταβολές του αριθμού αιμοπεταλίων.
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΜελλοντικές δοσολογικές προσαρμογές βασίζονται σε μεταβολές του αριθμού αιμοπεταλίων και σε μεταβολές του σωματικού βάρους. Συνιστάται επαναξιολόγηση του σωματικού βάρους κάθε 12 εβδομάδες. Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα σε παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους δεν έχει τεκμηριωθεί. Δεν επιτρέπεται αυτοχορήγηση.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 65 ετών)Δεν απαιτείται προσαρμογή του δοσολογικού σχήματος, ωστόσο συνιστάται προσοχή λόγω του μικρού αριθμού ηλικιωμένων ασθενών που συμπεριελήφθησαν στη βάση δεδομένων.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται σε ασθενείς με μέτρια έως σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία ≥ 7 κατά Child-Pugh), εκτός εάν το αναμενόμενο όφελος υπερτερεί του αναγνωρισμένου κινδύνου εμφάνισης θρόμβωσης της πυλαίας φλέβας. Εάν η χρήση κριθεί απαραίτητη, ο αριθμός των αιμοπεταλίων θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν έχουν διεξαχθεί επίσημες κλινικές δοκιμές. Να χορηγείται με προσοχή.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία
-
Υπερευαισθησία σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Υπερευαισθησία σε παραγόμενες από την E. coli πρωτεΐνες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΙχνηλασιμότηταΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
Επανεμφάνιση θρομβοπενίας και αιμορραγίαςΠληθυσμόςΑσθενείς μετά από διακοπή της θεραπείας με romiplostimΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για πιθανή ελάττωση του αριθμού αιμοπεταλίων και να αντιμετωπίζονται ιατρικά προκειμένου να αποφευχθεί η αιμορραγία μετά τη διακοπή της θεραπείας. Εάν διακοπεί η θεραπεία με romiplostim, συνιστάται επανέναρξη της θεραπείας για την ITP σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες. Η πρόσθετη ιατρική αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει διακοπή της αντιπηκτικής και/ή αντιαιμοπεταλιακής θεραπείας, αντιστροφή της αντιπηκτικής δράσης ή χορήγηση αιμοπεταλίων.
-
Αυξημένη ρετικουλίνη στο μυελό των οστώνΠληθυσμόςΑσθενείς υπό θεραπεία με romiplostimΣυνιστώνται εξετάσεις για μορφολογικές αλλοιώσεις στα κύτταρα σε επίχρισμα περιφερικού αίματος και γενική εξέταση αίματος πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Εάν παρατηρηθεί απώλεια της αποτελεσματικότητας και παθολογικό επίχρισμα περιφερικού αίματος, διακόψτε romiplostim, πραγματοποιήστε φυσική εξέταση και διερευνήστε βιοψία μυελού των οστών. Εάν διατηρείται η αποτελεσματικότητα αλλά υπάρχει παθολογικό επίχρισμα περιφερικού αίματος, προβείτε σε κλινική εκτίμηση, συμπεριλαμβανομένης βιοψίας, και επαναξιολογήστε τη σχέση κινδύνου-οφέλους.
-
Θρομβωτικές/Θρομβοεμβολικές επιπλοκέςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστούς παράγοντες κινδύνου για θρομβοεμβολισμό (κληρονομικούς, επίκτητους, προχωρημένη ηλικία, παρατεταμένες περιόδους ακινησίας, κακοήθειες, αντισυλληπτικά, θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης, χειρουργική επέμβαση/τραύμα, παχυσαρκία, κάπνισμα).Θα πρέπει να δίνεται προσοχή κατά τη χορήγηση του romiplostim. Συνιστάται η παρακολούθηση των ασθενών για σημεία και συμπτώματα θρομβωτικών/θρομβοεμβολικών συμβάντων και η άμεση αντιμετώπιση, σύμφωνα με τις τρέχουσες οδηγίες και την ιατρική πρακτική.
-
Θρομβοεμβολικά επεισόδια (ΤΕΕ)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με χρόνια ηπατική νόσοΤο romiplostim θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή. Θα πρέπει να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες οδηγίες για προσαρμογή της δόσης (βλ. Δοσολογία).
-
Λάθη κατά την φαρμακευτική αγωγή (υπερδοσολογία, υποδοσολογία)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν ΡομιπλοστίμηΟι οδηγίες για τον υπολογισμό και την προσαρμογή της δόσης θα πρέπει να ακολουθούνται. Εάν ο αριθμός των αιμοπεταλίων έχει αυξηθεί υπερβολικά, διακόψτε το Ρομιπλοστίμη και παρακολουθήστε τον αριθμό των αιμοπεταλίων. Ξαναξεκινήστε την θεραπεία με Ρομιπλοστίμη σύμφωνα με τις συστάσεις δοσολογίας και χορήγησης.
-
Εξέλιξη υπαρχόντων Μυελοδυσπλαστικών Συνδρόμων (ΜΔΣ)αντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με θρομβοπενία λόγω ΜΔΣ ή οποιασδήποτε άλλης αιτίας θρομβοπενίας πέραν της ITPΤο romiplostim δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της θρομβοπενίας λόγω ΜΔΣ ή οποιασδήποτε άλλης αιτίας θρομβοπενίας πέραν της ITP εκτός του πλαισίου κλινικών δοκιμών. Η διάγνωση της ITP σε ενήλικες και ηλικιωμένους θα πρέπει να έχει επιβεβαιωθεί μέσω αποκλεισμού άλλων κλινικών παθήσεων, ιδίως ΜΔΣ. Αναρρόφηση και βιοψία μυελού των οστών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια της πορείας της νόσου και της θεραπείας για όσους έχουν συστηματικά συμπτώματα ή παθολογικά κλινικά σημεία (π.χ. αυξημένα περιφερικά βλαστικά κύτταρα).
-
Απώλεια της ανταπόκρισης στο romiplostimΘα πρέπει να οδηγήσει σε αναζήτηση των αιτιολογικών παραγόντων, συμπεριλαμβανομένης της ανοσογονικότητας (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες) και της αυξημένης ρετικουλίνης στο μυελό των οστών (βλ. παραπάνω).
-
Επίδραση στα ερυθρά και τα λευκά αιμοσφαίρια (αναιμία, λευκοκυττάρωση)ΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν romiplostimΘα πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο παρακολούθησης αυτών των παραμέτρων.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηΣυγχορήγηση για τη θεραπεία της ITP.ΣύστασηΟ αριθμός αιμοπεταλίων θα πρέπει να παρακολουθείται για να αποφευχθούν αριθμοί αιμοπεταλίων εκτός των συνιστώμενων ορίων.
-
παρακολούθησηΜπορεί να ελαττωθεί ή να διακοπεί η χρήση τους όταν χορηγούνται σε συνδυασμό με romiplostim.ΣύστασηΟ αριθμός αιμοπεταλίων θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη μείωση ή διακοπή άλλων θεραπειών για την ITP προκειμένου να αποφευχθούν αριθμοί αιμοπεταλίων κάτω από τα συνιστώμενα όρια.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Γαστρεντερίτιδα
- Φαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη του ωτός
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Βρογχίτιδα
- Γρίππη
- Εντοπισμένη λοίμωξη
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Ρινίτιδα
- Βήχας
- Ρινόρροια
- Ξηρότητα φάρυγγα
- Δύσπνοια
- Ρινική συμφόρηση
- Πνευμονική εμβολή
- Επιπεφυκίτιδα
- Αιμορραγία επιπεφυκότα
- Τύφλωση
- Οφθαλμική διαταραχή
- Κνησμός οφθαλμού
- Αυξημένη δακρύρροια
- Διαταραχή όρασης
- Πολλαπλό μυέλωμα
- Μυελοΐνωση
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Απλαστική αναιμία
- Ανεπάρκεια μυελού των οστών
- Λευκοκυττάρωση
- Σπληνομεγαλία
- Θρομβοκυτταραιμία
- Διαταραχή του μυελού των οστών
- Αριθμός αιμοπεταλίων μη φυσιολογικός
- Αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
- Υπερευαισθησία
- Αγγειοοίδημα
- Κνησμός
- Εκχύμωση
- Εξάνθημα
- Αλωπεκία
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Ακμή
- Δερματίτιδα εξ επαφής
- Ξηροδερμία
- Έκζεμα
- Ερύθημα
- Πορφύρα
- Βλατιδώδες εξάνθημα
- Κνησμώδες εξάνθημα
- Δερματικό οζίδιο
- Κνίδωση
- Δυσανεξία στο αλκοόλ
- Ανορεξία
- Μειωμένη όρεξη
- Αφυδάτωση
- Ουρική αρθρίτιδα
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Κατάθλιψη
- Ανώμαλα όνειρα
- Ευερεθιστότητα
- Νευρικότητα
- Κλόνος
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ημικρανία
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Υπαισθησία
- Υπογευσία
- Περιφερική νευροπάθεια
- Ίλιγγος
- Εγκάρσια θρόμβωση κόλπων
- Διαταραχή της προσαρμογής των οφθαλμών
- Οίδημα οπτικής θηλής
- Αίσθημα παλμών
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Αυξημένος καρδιακός ρυθμός
- Εξάψεις
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υπόταση
- Περιφερική ισχαιμία
- Φλεβίτιδα
- Επιπολής θρομβοφλεβίτιδα
- Θρόμβωση
- Θρόμβωση πυλαίας φλέβας
- Αυξημένη αρτηριακή πίεση
- Περιφερική εμβολή
- Ερυθρομελαλγία
- Επώδυνη αναπνοή
- Άλγος στην άνω κοιλιακή χώρα
- Ναυτία
- Διάρροια
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσκοιλιότητα
- Δυσπεψία
- Έμετος
- Αιμορραγία από το ορθό
- Δυσφαγία
- Νόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης
- Αιματοχεσία
- Αιμορραγία στόματος
- Στοματίτιδα
- Δύσοσμη αναπνοή
- Στομαχική ενόχληση
- Αποχρωματισμός οδόντων
- Αυξημένα επίπεδα τρανσαμινασών
- Απολεπιστικό εξάνθημα
- Παθολογική τριχοφυΐα
- Μη φυσιολογική οσμή δέρματος
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Μυϊκοί σπασμοί
- Πόνος στα άκρα
- Οσφυαλγία
- Οστικό άλγος
- Μυϊκή δυσκαμψία
- Μυϊκή αδυναμία
- Πόνος στους ώμους
- Παρουσία λευκώματος στα ούρα
- Κολπική αιμορραγία
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Γριππώδης συνδρομή
- Πόνος
- Εξασθένηση
- Πυρεξία
- Ρίγη
- Αντίδραση στη θέση ένεσης
- Θωρακικό άλγος
- Κακουχία
- Οίδημα προσώπου
- Αίσθημα θερμού
- Αυξημένη θερμοκρασία σώματος
- Αιμορραγία στη θέση της ένεσης
- Αυξημένη γαλακτική δεϋδρογενάση αίματος
- Μώλωπες
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΆλγος στην άνω κοιλιακή χώραΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Πολύ συχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑντίδραση στη θέση ένεσηςΓενικές
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓρίππηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΓριππώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔιαταραχή του μυελού των οστώνΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕν τω βάθει φλεβική θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕντοπισμένη λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
ΣυχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕπώδυνη αναπνοήΑναπνευστικές, θωρακικές διαταραχές και διαταραχές μεσοθωρακίου
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυελοΐνωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΞηρότητα φάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνοςΓενικές
-
ΣυχνέςΠόνος στα άκραΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές
-
ΣυχνέςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινική συμφόρησηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
-
ΣυχνέςΦαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑίσθημα θερμούΓενικές
-
Όχι συχνέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματοχεσίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία από το ορθόΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία επιπεφυκόταΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία στη θέση της ένεσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις στη θέση χορήγησης
-
Όχι συχνέςΑιμορραγία στόματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑκμήΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνεπάρκεια μυελού των οστώνΑίμα
-
Όχι συχνέςΑνορεξίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑνώμαλα όνειραΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΑπλαστική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑπολεπιστικό εξάνθημαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΑποχρωματισμός οδόντωνΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΑριθμός αιμοπεταλίων μη φυσιολογικόςΔιαταραχές του αίματος και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΑυξημένα επίπεδα τρανσαμινασώνΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑυξημένη αρτηριακή πίεσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γαλακτική δεϋδρογενάση αίματοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυξημένη δακρύρροιαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένη θερμοκρασία σώματοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένος αριθμός αιμοπεταλίωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένος καρδιακός ρυθμόςΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΑφυδάτωσηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματίτιδα εξ επαφήςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔερματικό οζίδιοΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή της προσαρμογής των οφθαλμώνΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή όρασηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσανεξία στο αλκοόλΜεταβολικές και διατροφικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔύσοσμη αναπνοήΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕγκάρσια θρόμβωση κόλπωνΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΕπιπολής θρομβοφλεβίτιδαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΕρυθρομελαλγίαΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοκυτταραιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΘρόμβωσηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘρόμβωση πυλαίας φλέβαςΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
Όχι συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΚλόνοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμός οφθαλμούΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνησμώδες εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜη φυσιολογική οσμή δέρματοςΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜυϊκή δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΜώλωπεςΤραυματισμοί
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΝόσος γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησηςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΟίδημα οπτικής θηλήςΔιαταραχές του οφθαλμού
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυρική αρθρίτιδαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΟφθαλμική διαταραχήΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΠαθολογική τριχοφυΐαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΠαρουσία λευκώματος στα ούραΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΠεριφερική εμβολήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΠεριφερική ισχαιμίαΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠεριφερική νευροπάθειαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠολλαπλό μυέλωμαΝεοπλάσματα καλοήθη, κακοήθη και μη καθορισμένα (περιλαμβάνονται κύστεις και πολύποδες)
-
Όχι συχνέςΠορφύραΔέρμα
-
Όχι συχνέςΠόνος στους ώμουςΔιαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού
-
Όχι συχνέςΣπληνομεγαλίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣτομαχική ενόχλησηΓαστρεντερικές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΤύφλωσηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπογευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΦλεβίτιδαΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΔεν διατίθενται ή είναι περιορισμένα τα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του romiplostim σε έγκυο γυναίκα. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν ότι το romiplostim διαπέρασε τον πλακούντα και αύξησε τον αριθμό αιμοπεταλίων σε έμβρυα. Επίσης υπήρξε μετεμφυτευτική απώλεια και ελαφρά αύξηση στην περιγεννητική θνησιμότητα νεογνών σε μελέτες ζώων (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Το romiplostim δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και σε γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕίναι άγνωστο εάν το romiplostim / οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για τα νεογνα/ βρέφη. Θα πρέπει να παρθεί η απόφαση είτε να διακοπεί ο θηλασμός είτε να γίνει διακοπή/αποχή από την θεραπεία με romiplostim αφού ληφθεί υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος θεραπείας για τη γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη γονιμότητα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αυξημένος αριθμός αιμοπεταλίων
- θρομβωτικές/θρομβοεμβολικές επιπλοκές
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Αντιαιμορραγικά, άλλα συστηματικά αιμοστατικά, κωδικός ATC: B02BX04
Μηχανισμός δράσης
Το romiplostim είναι μία πρωτεΐνη σύντησης του Fc-πεπτιδίου (πεπτιδικό σωμάτιο) που μεταβιβάζει σήματα και ενεργοποιεί τα ενδοκυττάρια μεταγραφικά μονοπάτια μέσω του υποδοχέα της TPO (επίσης γνωστού ως cMpl) ώστε να αυξηθεί η παραγωγή αιμοπεταλίων. Το μόριο του πεπτιδικού σωματίου συνίσταται σε ένα τμήμα Fc της ανθρώπινης ανοσοσφαιρίνης IgG1, ενώ κάθε υπομονάδα μονής αλυσίδας συνδέεται με ομοιοπολικό δεσμό στο C-τελικό άκρο μίας πεπτιδικής αλυσίδας που περιέχει δύο περιοχές σύνδεσης του υποδοχέα της ΤΡΟ.
Το romiplostim δεν έχει ομόλογη, με την ενδογενή TPO, ακολουθία αμινοξέων. Σε προκλινικές και κλινικές δοκιμές, δεν παρουσιάστηκε διασταυρούμενη αντίδραση των αντισωμάτων έναντι του romiplostim με την ενδογενή ΤPO.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του romiplostim έχει εκτιμηθεί για διάστημα έως 3 χρόνια συνεχόμενης θεραπείας. Σε κλινικές δοκιμές, η θεραπεία με romiplostim οδήγησε σε δοσοεξαρτώμενες αυξήσεις του αριθμού αιμοπεταλίων. Ο χρόνος μέχρι την επίτευξη του μέγιστου αποτελέσματος επί του αριθμού των αιμοπεταλίων είναι περίπου 10-14 ημέρες και είναι ανεξάρτητος της δόσης. Μετά από εφάπαξ υποδόρια δόση 1 -10 mcg/kg romiplostim ανά κιλό βάρους σε ασθενείς με ΙTP, ο μέγιστος αριθμός αιμοπεταλίων ήταν 1,3 έως 14,9 φορές υψηλότερος από τον αριθμό αιμοπεταλίων κατά την έναρξη της θεραπείας σε διάστημα 2 έως 3 εβδομάδων, ενώ η ανταπόκριση στη θεραπεία διέφερε μεταξύ των ασθενών. Ο αριθμός αιμοπεταλίων σε ασθενείς με ITP που έλαβαν 6 εβδομαδιαίες δόσεις του 1 ή των 3 mcg/kg romiplostim κυμαινόταν από 50 έως 450 × 10^9/l για τους περισσότερους ασθενείς. Από τους 271 ασθενείς που έλαβαν romiplostim σε κλινικές δοκιμές της ITP, 55 (20%) ήταν ηλικίας 65 ετών και άνω, ενώ 27 (10%) ήταν ηλικίας 75 ετών και άνω. Δεν παρατηρήθηκαν γενικές διαφορές ως προς την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα μεταξύ ηλικιωμένων και νεότερων ασθενών στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες.
Αποτελέσματα από κύριες ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του romiplostim αξιολογήθηκαν σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλές μελέτες σε ενήλικες με ITP, οι οποίοι είχαν ολοκληρώσει τουλάχιστον μία θεραπεία πριν την εισαγωγή στη μελέτη και αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα ολόκληρου του φάσματος παρόμοιων ασθενών με ITP.
H μελέτη S1 (20030212) αξιολόγησε ασθενείς που δεν έχουν υποβληθεί σε σπληνεκτομή, οι οποίοι είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση ή δυσανεξία σε προηγηθείσες θεραπείες. Στους ασθενείς είχε διαγνωσθεί ITP για διάμεσο διάστημα 2,1 χρόνων (εύρος 0,1 έως 31,6) πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Οι ασθενείς είχαν λάβει, κατά μέσο όρο, 3 θεραπείες για ITP (εύρος 1 έως 7) πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Οι προηγηθείσες θεραπείες περιελάμβαναν κορτικοστεροειδή (90% όλων των ασθενών), ανοσοσφαιρίνες (76%), rituximab (29%), κυτταροτοξικές θεραπείες (21%), δαναζόλη (11%) και αζαθειοπρίνη (5%). Οι ασθενείς είχαν μέσο αριθμό αιμοπεταλίων της τάξεως του 19 x 10^9/l κατά την εισαγωγή στη μελέτη.
Η μελέτη S2 (20030105) αξιολόγησε ασθενείς οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν θρομβοπενία. Στους ασθενείς είχε διαγνωσθεί ITP για διάμεσο διάστημα 8 χρόνων (εύρος 0,6 έως 44,8) πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Επιπροσθέτως της σπληνεκτομής, οι ασθενείς είχαν λάβει, κατά μέσο όρο, 6 θεραπείες για ITP (εύρος 3 έως 10) πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Οι προηγηθείσες θεραπείες περιελάμβαναν κορτικοστεροειδή (98% όλων των ασθενών), ανοσοσφαιρίνες (97%), rituximab (71%), δαναζόλη (37%), κυτταροτοξικές θεραπείες (68%) και αζαθειοπρίνη (24%). Οι ασθενείς είχαν μέσο αριθμό αιμοπεταλίων της τάξεως του 14 x 10^9/l κατά την εισαγωγή στη μελέτη.
Αμφότερες οι μελέτες είχαν παρόμοιο σχεδιασμό. Οι ασθενείς (ηλικίας ≥ 18 ετών) τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 να λάβουν δόση έναρξης 1 mcg/kg romiplostim ανά κιλό βάρους ή εικονικό φάρμακο. Οι ασθενείς λάμβαναν μία υποδόρια ένεση εβδομαδιαίως επί 24 εβδομάδες. Οι δόσεις προσαρμόστηκαν έτσι ώστε ο αριθμός αιμοπεταλίων να διατηρείται από 50 έως 200 x 10^9/l. Σε αμφότερες τις μελέτες, η αποτελεσματικότητα ορίστηκε ως αύξηση της αναλογίας ασθενών στους οποίους επετεύχθη σταθερή ανταπόκριση των αιμοπεταλίων. Η μέση εβδομαδιαία δόση για τους ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή ήταν 3 mcg/kg και για τους ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή 2 mcg/kg.
Μία σημαντικά υψηλότερη αναλογία ασθενών που λάμβαναν romiplostim σημείωσε σταθερή ανταπόκριση των αιμοπεταλίων σε σύγκριση με τους ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο σε αμφότερες τις μελέτες. Μετά τις πρώτες 4 εβδομάδες μελέτης, το romiplostim οδήγησε σε διατήρηση του αριθμού αιμοπεταλίων σε επίπεδα ≥ 50 x 10^9/l σε ποσοστό από 50% έως 70% των ασθενών κατά τη διάρκεια της 6μηνης περιόδου θεραπείας στις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες. Στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου, 0% έως 7% των ασθενών κατάφεραν να επιτύχουν ανταπόκριση ως προς τον αριθμό των αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια των 6 μηνών της θεραπείας. Ακολούθως παρατίθεται μία περίληψη των κυρίων τελικών σημείων αποτελεσματικότητας.
Περίληψη των κύριων τελικών σημείων αποτελεσματικότητας από ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο (placebo) μελέτες
| Μελέτη 1 Ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή | Μελέτη 2 Ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή | Συνδυασμένες μελέτες 1 & 2 | |
|---|---|---|---|
| romiplostim (n = 41) | Εικονικό φάρμακο (n = 21) | romiplostim (n = 42) | |
| Αριθμός (%) ασθενών με σταθερή ανταπόκριση αιμοπεταλίωνα (95% CI) Τιμή p | 25 (61%) (45%, 76%) < 0,0001 | 1 (5%) (0%, 24%) | 16 (38%) (24%, 54%) 0,0013 |
| Αριθμός (%) ασθενών με συνολική ανταπόκριση αιμοπεταλίωνβ (95% CI) Τιμή p | 36 (88%) (74%, 96%) < 0,0001 | 3 (14%) (3%, 36%) | 33 (79%) (63%, 90%) < 0,0001 |
| Μέσος αριθμός εβδομάδων με ανταπόκριση αιμοπεταλίωνγ (SD) Τιμή p | 15 (7,9) < 0,0001 | 3,5 (6,2) | 14 (8,4) < 0,0001 |
| Αριθμός (%) ασθενών που απαιτούσαν θεραπείες διάσωσηςδ (95% CI) Τιμή p | 8 (20%) (9%, 35%) 0,001 | 13 (62%) (38%, 82%) | 11 (26%) (14%, 42%) 0,0046 |
| Αριθμός (%) ασθενών με σταθερή ανταπόκριση αιμοπεταλίων κατά τη χορήγηση σταθερής δόσηςε (95% CI) Τιμή p | 21 (51%) (35%, 67%) 0,0001 | 0 (0%) (0%, 16%) | 13 (31%) (18%, 47%) 0,0046 |
α Ως σταθερή ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ορίστηκε εβδομαδιαίος αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l για 6 ή περισσότερες φορές κατά τις εβδομάδες 18-25 της μελέτης χωρίς ανάγκη θεραπείας διάσωσης (ανακουφιστικής) σε οποιαδήποτε στιγμή στη διάρκεια της περιόδου θεραπείας. β Ως συνολική ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ορίστηκαν σταθερές ή παροδικές ανταποκρίσεις των αιμοπεταλίων. Η παροδική ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ορίστηκε ως εβδομαδιαίος αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l για 4 ή περισσότερες φορές, κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 2-25 της μελέτης, χωρίς όμως σταθερή ανταπόκριση των αιμοπεταλίων. Ο ασθενής μπορεί να μην έχει εβδομαδιαία ανταπόκριση εντός 8 εβδομάδων μετά τη λήψη οποιασδήποτε θεραπείας διάσωσης (ανακουφιστικής). γ Ως αριθμός των εβδομάδων με ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ορίστηκε ο αριθμός των εβδομάδων με αριθμό αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 2-25 της μελέτης. Ο ασθενής μπορεί να μην έχει εβδομαδιαία ανταπόκριση εντός 8 εβδομάδων μετά τη λήψη οποιασδήποτε θεραπείας διάσωσης (ανακουφιστικής). δ Ως θεραπεία διάσωσης (ανακουφιστική) ορίστηκε οποιαδήποτε θεραπεία που χορηγείται για να αυξηθεί ο αριθμός των αιμοπεταλίων. Οι ασθενείς στους οποίους χρειάστηκε να χορηγηθεί θεραπεία διάσωσης (ανακουφιστική) δεν αξιολογήθηκαν ως προς την επίτευξη σταθερής ανταπόκρισης αιμοπεταλίων. Οι θεραπείες διάσωσης που επετράπησαν στη μελέτη ήταν IVIG, μεταγγίσεις αιμοπεταλίων, αντι-D ανοσοσφαιρίνη και κορτικοστεροειδή. ε Ως σταθερή ορίστηκε η δόση που διατηρήθηκε εντός ± 1 mcg/kg κατά τη διάρκεια των 8 τελευταίων εβδομάδων της θεραπείας.
Αποτελέσματα μελετών σε ενήλικες ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα και εμμένουσα ITP
Η μελέτη S3 (20080435) ήταν μια μονού σκέλους, ανοιχτή μελέτη που διενεργήθηκε σε ενήλικες ασθενείς οι οποίοι είχαν ανεπαρκή ανταπόκριση (αριθμός αιμοπεταλίων ≤ 30 x 10^9/l) στη θεραπεία πρώτης γραμμής. Στη μελέτη εντάχθηκαν 75 ασθενείς, η διάμεση ηλικία των οποίων ήταν τα 39 έτη (εύρος 19 έως 85) και το 59% εκ των οποίων ήταν γυναίκες.
Ο διάμεσος χρόνος από τη διάγνωση της ITP έως την ένταξη στη μελέτη ήταν 2,2 μήνες (εύρος 0,1 έως 6,6). Το εξήντα τοις εκατό των ασθενών (n = 45) είχαν ITP για < 3 μήνες και το 40% (n = 30) είχαν ITP για ≥ 3 μήνες. Ο διάμεσος αριθμός αιμοπεταλίων κατά τη διαλογή ήταν 20 x 10^9/l. Οι προηγούμενες θεραπείες για την ITP περιελάμβαναν κορτικοστεροειδή, ανοσοσφαιρίνες και αντι-D ανοσοσφαιρίνες. Οι ασθενείς που λάμβαναν ήδη ιατρικές θεραπείες για την ITP σε συνεχές δοσολογικό σχήμα επετράπη να συνεχίσουν αυτές τις θεραπείες καθ’ όλη τη διάρκεια των μελετών. Επιτρέπονταν οι θεραπείες διάσωσης (δηλ. κορτικοστεροειδή, IVIG, μεταγγίσεις αιμοπεταλίων, αντι-D ανοσοσφαιρίνη, δαψόνη, δαναζόλη και αζαθειοπρίνη).
Οι ασθενείς λάμβαναν εφάπαξ εβδομαδιαίες υποδόριες (SC) ενέσεις του romiplostim εντός μιας 12μηνης περιόδου θεραπείας, με μεμονωμένες προσαρμογές της δόσης για τη διατήρηση των αριθμών αιμοπεταλίων (50 x 10^9/l έως 200 x 10^9/l). Κατά τη διάρκεια της μελέτης, η διάμεση εβδομαδιαία δόση του romiplostim ήταν 3 mcg/kg (25ο-75ο εκατοστημόριο: 2-4 mcg/kg).
Εκ των 75 ασθενών που εντάχθηκαν στη μελέτη 20080435, οι 70 (93%) είχαν ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l κατά τη διάρκεια της 12μηνης περιόδου θεραπείας. Ο μέσος αριθμός μηνών με ανταπόκριση των αιμοπεταλίων κατά τη διάρκεια της 12μηνης περιόδου θεραπείας ήταν 9,2 (95% CI: 8,3, 10,1) μήνες, ενώ ο διάμεσος αριθμός ήταν 11 (95% CI: 10, 11) μήνες. Η κατά Kaplan Meier εκτίμηση του διάμεσου χρόνου έως την πρώτη ανταπόκριση των αιμοπεταλίων ήταν 2,1 εβδομάδες (95% CI: 1,1, 3,0). Είκοσι τέσσερις (32%) ασθενείς είχαν σταθερή, ελεύθερη θεραπείας ύφεση όπως οριζόταν από τη διατήρηση κάθε μέτρησης αριθμού αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l για τουλάχιστον 6 μήνες απουσία λήψης romiplostim και οποιουδήποτε φαρμάκου για την ITP (συγχορηγούμενου ή διάσωσης). Ο διάμεσος χρόνος έως την έναρξη της διατήρησης κάθε μέτρησης αριθμού αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l για τουλάχιστον 6 μήνες ήταν 27 εβδομάδες (εύρος 6 έως 57).
Σε μια ενοποιημένη ανάλυση της αποτελεσματικότητας, συμπεριλήφθηκαν 277 ενήλικες ασθενείς με ITP για ≤ 12 μήνες οι οποίοι έλαβαν τουλάχιστον μία δόση του romiplostim από τους ασθενείς που είχαν λάβει μέρος στις 9 μελέτες της ITP (συμπεριλαμβανομένης της μελέτης S3). Εκ των 277 ασθενών που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με romiplostim, οι 140 ασθενείς είχαν νεοδιαγνωσθείσα ITP (διάρκεια ITP < 3 μήνες) και οι 137 ασθενείς είχαν εμμένουσα ITP (διάρκεια ITP ≥ 3 έως ≤ 12 μήνες). Το ποσοστό των ασθενών που πέτυχαν σταθερή ανταπόκριση αιμοπεταλίων, το οποίο οριζόταν ως τουλάχιστον 6 εβδομαδιαίες μετρήσεις αριθμών αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 18 έως 25 της θεραπείας, ήταν 50% (95% CI: 41,4% έως 58,6%) για τους 140 ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ITP και 55% (95% CI: 46,7% έως 64,0%) για τους 137 ασθενείς με εμμένουσα ITP. Ο διάμεσος (Q1, Q3) ποσοστιαίος χρόνος με ανταπόκριση αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l ήταν 100,0% (70,3%, 100,0%) για τους ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ITP και 93,5% (72,2%, 100,0%) για τους ασθενείς με εμμένουσα ITP, αντίστοιχα. Επίσης, το ποσοστό των ασθενών στους οποίους χρειάστηκε να χορηγηθούν φαρμακευτική αγωγή διάσωσης ήταν 47,4% για τους ασθενείς με νεοδιαγνωσθείσα ITP και 44,9% για τους ασθενείς με εμμένουσα ITP.
Αποτελέσματα μελετών σε σύγκριση με την τρέχουσα ιατρική πρακτική (standard of care - SOC) σε ασθενείς που δεν έχουν υποστεί σπληνεκτομή
Η μελέτη S4 (20060131) ήταν μια ανοιχτή τυχαιοποιημένη μελέτη 52 εβδομάδων σε ενήλικες ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με romiplostim ή την τρέχουσα ιατρική πρακτική (SOC). Στους ασθενείς είχε διαγνωσθεί ITP για διάμεσο διάστημα 2 χρόνων (εύρος 0,01 έως 44,2) πριν από την εισαγωγή στη μελέτη. Η μελέτη αυτή αξιολόγησε ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή με ITP και τιμές αιμοπεταλίων < 50 x 10^9/l. Το romiplostim χορηγήθηκε σε 157 ασθενείς με υποδόρια ένεση (SC) άπαξ εβδομαδιαίως με δόση έναρξης 3 mcg/kg και προσαρμογή καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης εντός του εύρους των 1-10 mcg/kg ώστε να διατηρηθεί ο αριθμός των αιμοπεταλίων μεταξύ 50 και 200 x 10^9/l. Οι 77 ασθενείς έλαβαν θεραπεία SOC σύμφωνα με την τρέχουσα ιατρική πρακτική ή τα θεραπευτικά πρωτόκολλα.
Ο συνολικός δείκτης επίπτωσης των ασθενών που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή ήταν 8,9% (14 από τους 157 ασθενείς) στην ομάδα που έλαβε romiplostim σε σύγκριση με 36,4% (28 από τους 77 ασθενείς) στην ομάδα που έλαβε SOC με λόγο πιθανοτήτων (romiplostim έναντι SOC) 0,17 (95% CI: 0,08, 0,35).
Η συνολική επίπτωση αποτυχίας στη θεραπεία των ασθενών ήταν 11,5% (18 από τους 157 ασθενείς) στην ομάδα του romiplostim σε σύγκριση με 29,9% (23 από τους 77 ασθενείς) στην ομάδα του SOC με λόγο πιθανοτήτων (romiplostim έναντι SOC) 0,31 (95% CI: 0,15, 0,61).
Από τους 157 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα που έλαβε romiplostim, οι τρεις ασθενείς δεν έλαβαν romiplostim. Από τους 154 ασθενείς που έλαβαν romiplostim η συνολική διάμεση έκθεση στο romiplostim ήταν 52,0 εβδομάδες και κυμάνθηκε από 2 έως 53 εβδομάδες. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη εβδομαδιαία δόση ήταν μεταξύ 3-5 mcg/kg (25ο-75ο εκατοστημόριο αντίστοιχα, διάμεση 3 mcg/kg).
Από τους 77 ασθενείς που τυχαιοποιήθηκαν στην ομάδα που έλαβε SOC, δύο ασθενείς δεν έλαβαν καθόλου SOC. Από τους 75 ασθενείς που έλαβαν τουλάχιστον μια δόση SOC, η συνολική διάμεση έκθεση στο romiplostim ήταν 51 εβδομάδες και κυμάνθηκε από 0,4 έως 52 εβδομάδες.
Μείωση στις επιτρεπόμενες ταυτόχρονες ιατρικές θεραπείες για την ITP
Στους ενήλικες ασθενείς που λάμβαναν ήδη ιατρικές θεραπείες για την ITP σε συνεχές δοσολογικό σχήμα σε αμφότερες τις ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλές μελέτες, επετράπη να συνεχίσουν αυτές τις θεραπείες καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης (κορτικοστεροειδή, δαναζόλη και/ή αζαθειοπρίνη). Είκοσι ένας ασθενείς που δεν είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και 18 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή έλαβαν, κατά την έναρξη της μελέτης, ιατρικές θεραπείες για ITP (κυρίως κορτικοστεροειδή) στο πλαίσιο διεξαγωγής της. Όλοι (100%) οι ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και λάμβαναν romiplostim κατάφεραν να ελαττώσουν τη δόση περισσότερο από 25% ή να διακόψουν τις ταυτόχρονες ιατρικές θεραπείες για την ITP μέχρι το τέλος της περιόδου θεραπείας σε σύγκριση με το 17% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, ενώ το 73% των ασθενών που δεν είχαν υποβληθεί σε σπληνεκτομή και λάμβαναν romiplostim κατάφεραν να ελαττώσουν τη δόση περισσότερο από 25% ή να διακόψουν τις ταυτόχρονες ιατρικές θεραπείες για την ITP μέχρι το τέλος της μελέτης σε σύγκριση με το 50% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
Αιμορραγικά επεισόδια
Στη διάρκεια του συνολικού κλινικού προγράμματος για την ΙΤΡ σε ενήλικες ασθενείς, παρατηρήθηκε αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ αιμορραγικών επεισοδίων και αριθμού αιμοπεταλίων. Όλα τα κλινικώς σημαντικά αιμορραγικά επεισόδια (≥ 3ου βαθμού) συνέβησαν με αριθμό αιμοπεταλίων < 30 x 10^9/l, ενώ όλα τα αιμορραγικά επεισόδια ≥ 2ου βαθμού συνέβησαν με αριθμό αιμοπεταλίων < 50 x 10^9/l. Δεν παρατηρήθηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς τη συνολική συχνότητα αιμορραγικών επεισοδίων μεταξύ των ασθενών που λάμβαναν romiplostim και των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο.
Στις δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο μελέτες σε ενήλικες, 9 ασθενείς ανάφεραν ένα αιμορραγικό επεισόδιο το οποίο θεωρήθηκε σοβαρό (5 [6,0%] romiplostim, 4 [9,8%] εικονικό φάρμακο, λόγος πιθανοτήτων [romiplostim/εικονικό φάρμακο] = 0,59, 95% CI = (0,15, 2,31)). Αιμορραγικά επεισόδια 2ου ή υψηλότερου βαθμού αναφέρθηκαν στο 15% των ασθενών που λάμβαναν romiplostim και στο 34% των ασθενών που λάμβαναν εικονικό φάρμακο (λόγος πιθανοτήτων [romiplostim/εικονικό φάρμακο] = 0,35, 95% CI = (0,14, 0,85)).
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής δεδομένων για παιδιά ηλικίας < 1 έτους.
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του romiplostim αξιολογήθηκε σε δύο ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο, διπλά-τυφλές μελέτες. Η μελέτη S5 (20080279) ήταν μία μελέτη φάσης 3 με 24 εβδομάδες θεραπείας με romiplostim και η μελέτη S6 (20060195) ήταν μία μελέτη φάσης 1/2 με 12 εβδομάδες θεραπείας με romiplostim (έως και 16 εβδομάδες για κατάλληλους ανταποκριθέντες που εισέρχονται σε μία περίοδο αξιολόγησης της φαρμακοκινητικής 4 εβδομάδων).
Και στις δύο μελέτες εντάχθηκαν παιδιατρικοί ασθενείς (ηλικίας ≥ 1 έτους έως < 18 ετών) με θρομβοκυτταροπενία (ορίζεται ως μέσος αριθμός αιμοπεταλίων ≤ 30 x 10^9/l από 2 μετρήσεις απουσία μέτρησης > 35 x 10^9/l και στις δύο μελέτες) και ITP, ανεξάρτητα από την κατάσταση σπληνεκτομής. Στη μελέτη S5, 62 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 2:1 για να λάβουν romiplostim (n = 42) ή εικονικό φάρμακο (n = 20) και διαστρωματώθηκαν σε 1 από 3 ηλικιακές ομάδες. Η δόση έναρξης 1 mcg/kg του romiplostim και οι δόσεις προσαρμόστηκαν με σκοπό τη διατήρηση του αριθμού αιμοπεταλίων (50 έως 200 x 10^9/l). Η συχνότερα χρησιμοποιούμενη εβδομαδιαία δόση ήταν 3-10 mcg/kg και η μέγιστη επιτρεπόμενη δόση στο πλαίσιο της μελέτης ήταν 10 mcg/kg. Οι ασθενείς έλαβαν εφάπαξ εβδομαδιαίες ενέσεις υποδορίως για 24 εβδομάδες. Από τους 62 ασθενείς, οι 48 ασθενείς είχαν ITP για > 12 μήνες (32 ασθενείς έλαβαν romiplostim και 16 ασθενείς έλαβαν εικονικό φάρμακο).
Το κύριο καταληκτικό σημείο ήταν η επίπτωση σταθερής ανταπόκρισης, η οποία ορίζεται ως επίτευξη τουλάχιστον 6 εβδομαδιαίων μετρήσεων αριθμών αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 18 έως 25 της θεραπείας. Συνολικά, ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών στην ομάδα του romiplostim πέτυχαν το κύριο καταληκτικό σημείο σε σύγκριση με τους ασθενείς στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,0018). Συνολικά 22 ασθενείς (52%) είχαν σταθερή ανταπόκριση αιμοπεταλίων στην ομάδα του romiplostim σε σύγκριση με 2 ασθενείς (10%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου: ≥ 1 έως < 6 ετών - 38% έναντι 25%, ≥ 6 έως < 12 ετών - 56% έναντι 11%, ≥ 12 έως < 18 ετών - 56% έναντι 0. Στο υποσύνολο των ασθενών με ITP για > 12 μήνες, η επίπτωση σταθερής ανταπόκρισης ήταν επίσης σημαντικά μεγαλύτερη στην ομάδα του romiplostim σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (p = 0,0022). Συνολικά 17 ασθενείς (53,1%) είχαν σταθερή ανταπόκριση αιμοπεταλίων στην ομάδα του romiplostim σε σύγκριση με 1 ασθενή (6,3%) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου: ≥ 1 έως < 6 ετών - 28,6% έναντι 25%, ≥ 6 έως < 12 ετών - 63,6% έναντι 0%, ≥ 12 έως < 18 ετών 57,1% έναντι 0%.
Το σύνθετο αιμορραγικό επεισόδιο ορίστηκε ως κλινικά σημαντικά αιμορραγικά επεισόδια ή χρήση φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης για την πρόληψη ενός κλινικά σημαντικού αιμορραγικού επεισοδίου κατά τη διάρκεια των εβδομάδων 2 έως 25 της περιόδου θεραπείας. Ένα κλινικά σημαντικό αιμορραγικό επεισόδιο ορίστηκε ως αιμορραγικό επεισόδιο βαθμού ≥ 2 σύμφωνα με τα Κριτήρια Συνήθους Ορολογίας για Ανεπιθύμητες Ενέργειες (CTCAE), έκδοση 3.0. Ο μέσος (SD) αριθμός σύνθετων αιμορραγικών επεισοδίων ήταν 1,9 (4,2) για την ομάδα του romiplostim και 4,0 (6,9) για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με διάμεσο (Q1, Q3) αριθμό αιμορραγικών επεισοδίων 0,0 (0, 2) για την ομάδα του romiplostim και 0,5 (0, 4,5) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στο υποσύνολο των ασθενών με ITP για > 12 μήνες, ο μέσος (SD) αριθμός σύνθετων αιμορραγικών επεισοδίων ήταν 2,1 (4,7) για την ομάδα του romiplostim και 4,2 (7,5) για την ομάδα του εικονικού φαρμάκου, με διάμεσο (Q1, Q3) αριθμό αιμορραγικών επεισοδίων 0,0 (0, 2) για την ομάδα του romiplostim και 0,0 (0, 4) στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Λόγω του ότι ο στατιστικός έλεγχος για την επίπτωση της χρήσης φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης δεν ήταν σημαντικός, δεν πραγματοποιήθηκε στατιστικός έλεγχος για το καταληκτικό σημείο του αριθμού σύνθετων αιμορραγικών επεισοδίων.
Στη μελέτη S6, 22 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε αναλογία 3:1 για να λάβουν romiplostim (n = 17) ή εικονικό φάρμακο (n = 5). Οι δόσεις αυξάνονταν κατά 2 mcg/kg κάθε 2 εβδομάδες και ο στοχευόμενος αριθμός αιμοπεταλίων ήταν ≥ 50 x 10^9/l. Η θεραπεία με το romiplostim είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη επίπτωση ανταπόκρισης των αιμοπεταλίων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p = 0,0008). Από τους 22 ασθενείς, οι 17 ασθενείς είχαν ITP για > 12 μήνες (14 ασθενείς λάμβαναν romiplostim και 3 ασθενείς λάμβαναν εικονικό φάρμακο). Η θεραπεία με το romiplostim είχε ως αποτέλεσμα στατιστικά σημαντικά μεγαλύτερη επίπτωση ανταπόκρισης των αιμοπεταλίων σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο (p = 0,0147).
Οι παιδιατρικοί ασθενείς που είχαν ολοκληρώσει τη συμμετοχή τους σε μία προηγούμενη μελέτη του romiplostim (συμπεριλαμβανομένης της μελέτης S5) μπορούσαν να ενταχθούν στη μελέτη S7 (20090340), μία μελέτη επέκτασης ανοιχτού σχεδιασμού για την αξιολόγηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της μακροχρόνιας χορήγησης romiplostim σε θρομβοκυτταροπενικούς παιδιατρικούς ασθενείς με ITP.
Συνολικά 66 ασθενείς εντάχθηκαν σε αυτή τη μελέτη, συμπεριλαμβανομένων 54 ασθενών (82%) που είχαν ολοκληρώσει τη μελέτη S5. Από αυτούς, οι 65 ασθενείς (98,5%) έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση romiplostim. Η διάμεση (Q1, Q3) διάρκεια της θεραπείας ήταν 135,0 εβδομάδες (95,0 εβδομάδες, 184,0 εβδομάδες). Η διάμεση (Q1, Q3) μέση εβδομαδιαία δόση ήταν 4,82 mcg/kg (1,88 mcg/kg, 8,79 mcg/kg). Η διάμεση (Q1, Q3) συχνότερα ληφθείσα δόση από τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας ήταν 5,0 mcg/kg (1,0 mcg/kg, 10,0 mcg/kg). Από τους 66 ασθενείς που εντάχθηκαν στη μελέτη, οι 63 ασθενείς είχαν ITP για > 12 μήνες. Και οι 63 ασθενείς έλαβαν τουλάχιστον 1 δόση romiplostim. Η διάμεση (Q1, Q3) διάρκεια της θεραπείας ήταν 138,0 εβδομάδες (91,1 εβδομάδες, 186,0 εβδομάδες). Η διάμεση (Q1, Q3) μέση εβδομαδιαία δόση ήταν 4,82 mcg/kg (1,88 mcg/kg, 8,79 mcg/kg). Η διάμεση (Q1, Q3) συχνότερα ληφθείσα δόση από τους ασθενείς κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας ήταν 5,0 mcg/kg (1,0 mcg/kg, 10,0 mcg/kg).
Σε ολόκληρη τη μελέτη, η συνολική επίπτωση ανταπόκρισης αιμοπεταλίων στους ασθενείς (1 ή περισσότερες μετρήσεις του αριθμού αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l χωρίς τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης) ήταν 93,8% (n = 61) και ήταν παρόμοια μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Σε όλους τους ασθενείς, ο διάμεσος (Q1, Q3) αριθμός μηνών με ανταπόκριση αιμοπεταλίων ήταν 30,0 μήνες (13,0 μήνες, 43,0 μήνες) και το διάμεσο (Q1, Q3) χρονικό διάστημα παραμονής στη μελέτη ήταν 34,0 μήνες (24,0 μήνες, 46,0 μήνες). Σε όλους τους ασθενείς, το διάμεσο (Q1, Q3) ποσοστό μηνών με ανταπόκριση αιμοπεταλίων ήταν 93,33% (67,57%, 100,00%) και ήταν παρόμοιο μεταξύ των ηλικιακών ομάδων.
Στο υποσύνολο των ασθενών με ITP για > 12 μήνες, η συνολική επίπτωση ανταπόκρισης αιμοπεταλίων στους ασθενείς ήταν 93,7% (n = 59) και ήταν παρόμοια μεταξύ των ηλικιακών ομάδων. Σε όλους τους ασθενείς, ο διάμεσος (Q1, Q3) αριθμός μηνών με ανταπόκριση αιμοπεταλίων ήταν 30,0 μήνες (13,0 μήνες, 43,0 μήνες) και το διάμεσο (Q1, Q3) χρονικό διάστημα παραμονής στη μελέτη ήταν 35,0 μήνες (23,0 μήνες, 47,0 μήνες). Σε όλους τους ασθενείς, το διάμεσο (Q1, Q3) ποσοστό μηνών με ανταπόκριση αιμοπεταλίων ήταν 93,33% (67,57%, 100,00%) και ήταν παρόμοιο μεταξύ των ηλικιακών ομάδων.
Συνολικά 31 ασθενείς (47,7%) έλαβαν συγχορηγούμενη θεραπεία για την ΙΤΡ κατά τη διάρκεια της μελέτης, συμπεριλαμβανομένων 23 ασθενών (35,4%) που έλαβαν φαρμακευτική αγωγή διάσωσης και 5 ασθενών (7,7%) που λάμβαναν συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή για την ΙΤΡ κατά την έναρξη της μελέτης. Ο επιπολασμός συγχορηγούμενης φαρμακευτικής αγωγής για την ΙΤΡ από τους ασθενείς παρουσίασε μία τάση μείωσης στη διάρκεια της μελέτης: από 30,8% (εβδομάδες 1 έως 12) σε < 20,0% (εβδομάδες 13 έως 240) και στη συνέχεια 0% από την εβδομάδα 240 έως την ολοκλήρωση της μελέτης.
Στο υποσύνολο των ασθενών με ITP για > 12 μήνες, 29 ασθενείς (46,0%) έλαβαν συγχορηγούμενη θεραπεία για την ΙΤΡ κατά τη διάρκεια της μελέτης, συμπεριλαμβανομένων 21 ασθενών (33,3%) που έλαβαν φαρμακευτική αγωγή διάσωσης και 5 ασθενών (7,9%) που λάμβαναν συγχορηγούμενη φαρμακευτική αγωγή για την ΙΤΡ κατά την έναρξη της μελέτης. Ο επιπολασμός συγχορηγούμενης φαρμακευτικής αγωγής για την ΙΤΡ από τους ασθενείς παρουσίασε μία τάση μείωσης στη διάρκεια της μελέτης: από 31,7% (εβδομάδες 1 έως 12) σε < 20,0% (εβδομάδες 13 έως 240) και στη συνέχεια 0% από την εβδομάδα 240 έως την ολοκλήρωση της μελέτης.
Ο επιπολασμός χρήσης φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης από τους ασθενείς παρουσίασε μία τάση μείωσης στη διάρκεια της μελέτης: από 24,6% (εβδομάδες 1 έως 12) σε < 13,0% (εβδομάδες 13 έως 216), στη συνέχεια 0% μετά την εβδομάδα 216 έως την ολοκλήρωση της μελέτης. Παρόμοια μείωση του επιπολασμού χρήσης φαρμακευτικής αγωγής διάσωσης από τους ασθενείς στη διάρκεια της μελέτης παρατηρήθηκε στο υποσύνολο των ασθενών με ITP για > 12 μήνες: από 25,4% (εβδομάδες 1 έως 12) σε ≤ 13,1% (εβδομάδες 13 έως 216), στη συνέχεια 0% μετά την εβδομάδα 216 έως την ολοκλήρωση της μελέτης.
Η μελέτη S8 (20101221) ήταν μια φάσης 3, μακροπρόθεσμη, μονού σκέλους, ανοικτή, πολυκεντρική μελέτη που διενεργήθηκε σε 203 παιδιατρικούς ασθενείς με ITP διαγνωσθείσα για τουλάχιστον 6 μήνες και οι οποίοι είχαν λάβει τουλάχιστον 1 προηγούμενη θεραπεία για την ITP (εξαιρουμένου του romiplostim) ή δεν ήταν επιλέξιμοι για άλλες θεραπείες της ITP. Το romiplostim χορηγούνταν εβδομαδιαίως με υποδόρια ένεση με δόση έναρξης 1 mcg/kg και εβδομαδιαίες προσαυξήσεις έως μια μέγιστη δόση 10 mcg/kg για την επίτευξη ενός στοχευόμενου αριθμού αιμοπεταλίων μεταξύ 50 x 10^9/l και 200 x 10^9/l. Η διάμεση ηλικία των ασθενών ήταν τα 10 έτη (εύρος 1 έως 17 έτη) και η διάμεση διάρκεια της θεραπείας ήταν 155,9 (εύρος, 8,0 έως 163,0) εβδομάδες.
Το μέσο (SD) και το διάμεσο ποσοστό του χρόνου με ανταπόκριση αιμοπεταλίων (αριθμός αιμοπεταλίων ≥ 50 x 10^9/l) εντός των πρώτων 6 μηνών από την έναρξη του romiplostim χωρίς τη χρήση φαρμάκου διάσωσης για τις προηγούμενες 4 εβδομάδες ήταν 50,57% (37,01) και 50,0%, αντίστοιχα. Εξήντα (29,6%) ασθενείς συνολικά έλαβαν φαρμακευτική αγωγή διάσωσης. Επιτρέπονταν φαρμακευτική αγωγή διάσωσης (δηλ. κορτικοστεροειδή, μεταγγίσεις αιμοπεταλίων, IVIG, αζαθειοπρίνη, αντι-D ανοσοσφαιρίνη και δαναζόλη).
Η μελέτη S8 αξιολόγησε επίσης τον μυελό των οστών ως προς τον σχηματισμό ρετικουλίνης και κολλαγόνου, καθώς και για ανωμαλίες σε παιδιατρικούς ασθενείς με ITP οι οποίοι λάμβαναν θεραπεία με romiplostim. Η τροποποιημένη κλίμακα βαθμολόγησης Bauermeister χρησιμοποιήθηκε για τις αξιολογήσεις της ρετικουλίνης και του κολλαγόνου, ενώ για την κατάδειξη ανωμαλιών στον μυελό των οστών χρησιμοποιήθηκαν κυτταρογενετική και φθορίζων in situ υβριδισμός (FISH). Με βάση την ομάδα στην οποία εκχωρήθηκαν κατά τον χρόνο ένταξης στη μελέτη, οι ασθενείς αξιολογήθηκαν ως προς τον σχηματισμό ρετικουλίνης και κολλαγόνου στο έτος 1 (ομάδα 1) ή στο έτος 2 (ομάδα 2) σε σύγκριση με την τιμή αναφοράς του μυελού των οστών κατά την έναρξη της μελέτης. Από το σύνολο των 79 ασθενών που εντάχθηκαν στις 2 ομάδες, οι 27 από τους 30 (90%) ασθενείς στην ομάδα 1 και οι 36 από τους 49 (73,5%) ασθενείς στην ομάδα 2 είχαν αξιολογήσιμες βιοψίες μυελού των οστών κατά τη διάρκεια της μελέτης. Αυξημένος σχηματισμός ινών ρετικουλίνης αναφέρθηκε για το 18,5% (5 εκ των 27) ασθενών στην ομάδα 1 και το 47,2% (17 εκ των 36) ασθενών στην ομάδα 2. Κανένας ασθενής σε οποιαδήποτε εκ των δύο ομάδων δεν ανέπτυξε ίνωση κολλαγόνου ή ανωμαλία του μυελού των οστών η οποία να μη συνάδει με υποκείμενη διάγνωση ITP.
Η φαρμακοκινητική του romiplostim περιελάμβανε διαμεσολαβούμενη από το φαρμακολογικό στόχο διάθεση στον οργανισμό η οποία ενδεχομένως διαμεσολαβείται από τους υποδοχείς θρομβοποιητίνης (TPO) στα αιμοπετάλια και σε άλλα κύτταρα της θρομβοποιητικής σειράς, όπως τα μεγακαρυοκύτταρα.
Απορρόφηση
Μετά από υποδόρια χορήγηση 3 έως 15 mcg/kg, τα μέγιστα επίπεδα romiplostim στον ορό ασθενών με ITP σημειώθηκαν μετά από 7-50 ώρες (μέσος όρος 14 ώρες). Οι συγκεντρώσεις στον ορό ποικίλαν μεταξύ των ασθενών και δε συσχετίζονταν με τη δόση που είχε χορηγηθεί. Τα επίπεδα romiplostim στον ορό φαίνεται πως είναι αντιστρόφως ανάλογα με τον αριθμό των αιμοπεταλίων.
Κατανομή
Ο όγκος κατανομής του romiplostim μετά από ενδοφλέβια χορήγηση ελαττώθηκε μη γραμμικά από 122 σε 78,8 και, εν συνεχεία, σε 48,2 ml/kg για ενδοφλέβιες δόσεις 0,3, 1,0 και 10 mcg/kg, αντιστοίχως, σε υγιή άτομα. Αυτή η μη γραμμική ελάττωση του όγκο κατανομής συνάδει με τη διαμεσολαβούμενη από το φαρμακολογικό στόχο σύνδεση του romiplostim (στα μεγακαρυοκύτταρα και τα αιμοπετάλια) που μπορεί να κορεστεί στις υψηλότερες δόσεις που χορηγούνται.
Αποβολή
Ο χρόνος ημίσειας ζωής αποβολής του romiplostim σε ασθενείς με ITP κυμαινόταν από 1 έως 34 ημέρες (μέσος όρος 3,5 ημέρες). Η απέκκριση του romiplostim ορού εξαρτάται εν μέρει από τον υποδοχέα θρομβοποιητίνης (TPO) στα αιμοπετάλια. Ως αποτέλεσμα μίας χορηγηθείσας δόσης, οι ασθενείς με υψηλό αριθμό αιμοπεταλίων παρουσιάζουν χαμηλές συγκεντρώσεις του φαρμάκου στον ορό και το αντίστροφο. Σε μία άλλη κλινική δοκιμή της ITP, δεν παρατηρήθηκε συσσώρευση υψηλών συγκεντρώσεων στον ορό μετά από 6 εβδομαδιαίες δόσεις romiplostim (3 mcg/kg).
Ειδικοί πληθυσμοί
Η φαρμακοκινητική του romiplostim σε ασθενείς με νεφρική και ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί, ενώ φαίνεται να μην επηρεάζεται σε κλινικά σημαντικό βαθμό από την ηλικία, το βάρος και το φύλο.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Δεδομένα φαρμακοκινητικής του romiplostim συλλέχθηκαν από δύο μελέτες σε 21 παιδιατρικούς ασθενείς με ITP. Στη μελέτη S6 (20060195), οι συγκεντρώσεις του romiplostim ήταν διαθέσιμες από 17 ασθενείς σε δόσεις που κυμαίνονταν από 1 έως 10 mcg/kg. Στη Μελέτη S7 (20090340), οι εντατικές συγκεντρώσεις του romiplostim ήταν διαθέσιμες από 4 ασθενείς (2 σε δόση 7 mcg/kg και 2 σε δόση 9 mcg/kg). Οι συγκεντρώσεις του romiplostim στον ορό παιδιατρικών ασθενών με ITP ήταν εντός του εύρους που παρατηρήθηκε σε ενήλικες ασθενείς με ITP που λάμβαναν romiplostim στο ίδιο δοσολογικό εύρος. Παρομοίως με τις παρατηρήσεις σε ενήλικες με ITP, η φαρμακοκινητική του romiplostim παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις στους παιδιατρικούς ασθενείς με ITP, δεν είναι αξιόπιστη και δεν έχει προγνωστική αξία. Ωστόσο, τα δεδομένα είναι ανεπαρκή για να εξαχθεί οποιοδήποτε ουσιαστικό συμπέρασμα σε σχέση με την επίδραση της δόσης και της ηλικίας στη φαρμακοκινητική του romiplostim.
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | Λάθη κατά τη φαρμακευτική αγωγή |
| Γενική αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Αυξημένη ρετικουλίνη στο μυελό των οστών |
| Επίχρισμα περιφερικού αίματος | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας | Αυξημένη ρετικουλίνη στο μυελό των οστών |
| Ερυθρά αιμοσφαίρια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | — |
| Λευκά αιμοσφαίρια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | — | — |