ROPIVACAINE
Ροπιβακαΐνη
Tα τοπικά αναισθητικά είναι ουσίες που προκαλούν αναστρέψιμο αποκλεισμό της μετάδοσης των ώσεων κατά μήκος των κεντρικών και περιφερικών νευρικών οδών. Η δράση τους πιστεύεται ότι οφείλεται σε αναστολή της διόδου των ιόντων νατρίου στις κυτταρικές μεμβράνες με αποτέλεσμα …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
ΕΟΦ
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Περινευρική και επισκληρίδιος χορήγηση με ένεση ή έγχυση
- Χορήγηση: δ/ε
- Δόση έναρξης: 25-50 mg/min (ρυθμός έγχυσης)
- Τιτλοποίηση: Μικρές προσαυξήσεις, δόσεις στο κατώτερο ή ανώτερο όριο ανάλογα με την περιοχή/κατάσταση.
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών - Χειρουργική Αναισθησία - Επισκληρίδιος οσφυική χορήγηση - ΧειρουργικήΔόση7,5 mg/ml: 15-25 ml (113-188 mg)Μέγ. δόση10,0 mg/ml: 15-20 ml (150-200 mg)Έναρξη δράσης 10-20 λεπτά, Διάρκεια 3-5 ώρες
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών - Χειρουργική Αναισθησία - Επισκληρίδιος οσφυική χορήγηση - Καισαρική τομήΔόση7,5 mg/ml: 15-20 ml (113-188 mg)Έναρξη δράσης 10-20 λεπτά, Διάρκεια 3-5 ώρες. Δοσολογία με μικρές προσαυξήσεις, αρχική δόση ~100 mg σε 3-5 λεπτά, 2 επιπλέον δόσεις των 50 mg αν χρειαστεί.
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών - Χειρουργική Αναισθησία - Επισκληρίδιος θωρακική χορήγηση - Επίτευξη αποκλεισμού για την ανακούφιση μετεγχειρητικού άλγουςΔόση7,5 mg/ml: 5-15 mlΈναρξη δράσης 10-20 λεπτά, Διάρκεια δ/ε.
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών - Χειρουργική Αναισθησία - Αποκλεισμός μειζόνων νεύρων - Αποκλεισμός βραχιόνιου πλέγματοςΔόση7,5 mg/ml: 30-40 ml (225-300 mg)Έναρξη δράσης 10-25 λεπτά, Διάρκεια 6-10 ώρες.
-
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών - Χειρουργική Αναισθησία - Τοπικός αποκλεισμόςΔόση7,5 mg/ml: 1-30 ml (7,5-225 mg)Έναρξη δράσης 1-15 λεπτά, Διάρκεια 2-6 ώρες.
-
Ενήλικες - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος οσφυική χορήγηση - Ταχεία (Bolus)Δόση2,0 mg/ml: 10-20 ml (20-40 mg)Έναρξη δράσης 10-15 λεπτά, Διάρκεια 0,5-1,5 ώρες.
-
Ενήλικες - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος οσφυική χορήγηση - Διαλείπουσες ενέσεις (top-up)Δόση2,0 mg/ml: 10-15 mlΕλάχιστο ενδιάμεσο διάστημα 30 λεπτά.
-
Ενήλικες - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος οσφυική χορήγηση - Συνεχής έγχυσηΔόση2,0 mg/ml: 6-10 ml/h (12-20 mg/h)δ/ε
-
Ενήλικες - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Επισκληρίδιος θωρακική χορήγηση - Συνεχής έγχυσηΔόση2,0 mg/ml: 6-14 ml/h (12-28 mg/h)δ/ε
-
Ενήλικες - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Τοπικός αποκλεισμόςΔόση2,0 mg/ml: 1-100 ml (2,0-200 mg)Έναρξη δράσης 1-5 λεπτά, Διάρκεια 2-6 ώρες.
-
Ενήλικες - Περιφερικός νευρικός αποκλεισμός - Συνεχής έγχυση ή διαλείπουσες ενέσειςΔόση2,0 mg/ml: 5-10 ml/h (10-20 mg/h)δ/ε
-
Παιδιά 0-12 ετών - Αντιμετώπιση οξέος άλγους - Μονήρης ιεροκοκκυγικός επισκληρίδιος αποκλεισμός (κάτω του Θ12, σωματικό βάρος ≤ 25 kg)Δόση2,0 mg/ml: 1 ml/kg (2 mg/kg)Δόση στο κατώτερο όριο για θωρακικούς, ανώτερο για οσφυικούς/ιεροκοκκυγικούς. Όγκος ≤ 25 ml.
-
Παιδιά 0-6 μηνών - Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση (≤ 25 kg)Δόση2,0 mg/ml: 0.1 ml/kg/h (0.2 mg/kg/h)Μέγ. δόση2,0 mg/ml: 1-2 mg/kg (bolus)Έγχυση έως 72 ώρες. Δόσεις στο κατώτερο όριο για θωρακικούς, ανώτερο για οσφυικούς/ιεροκοκκυγικούς.
-
Παιδιά 6-12 μηνών - Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση (≤ 25 kg)Δόση2,0 mg/ml: 0.2 ml/kg/h (0.4 mg/kg/h)Μέγ. δόση2,0 mg/ml: 1-2 mg/kg (bolus)Έγχυση έως 72 ώρες. Δόσεις στο κατώτερο όριο για θωρακικούς, ανώτερο για οσφυικούς/ιεροκοκκυγικούς.
-
Παιδιά 1-12 ετών - Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση (≤ 25 kg)Δόση2,0 mg/ml: 0.2 ml/kg/h (0.4 mg/kg/h)Μέγ. δόση2,0 mg/ml: 1-2 mg/kg (bolus)Έγχυση έως 72 ώρες. Συστήνεται για οσφυικούς αποκλεισμούς. Μείωση bolus για θωρακική αναλγησία. Όγκος ≤ 25 ml.
block
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη ροπιβακαΐνη ή σε άλλα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου.
-
Γενικές αντενδείξεις που σχετίζονται με επισκληρίδιο αναισθησία, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο τοπικό αναισθητικό, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.
-
Ενδοφλέβια περιοχική αναισθησία.
-
Μαιευτική παρατραχηλική αναισθησία
-
Υποογκαιμία
warning
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Γενικές προφυλάξεις για περιοχική αναισθησίαΗ διαδικασία πρέπει να γίνεται σε κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο με κατάλληλο προσωπικό. Εξοπλισμός και φάρμακα για παρακολούθηση και επείγουσα ανάνηψη πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα. Οι ασθενείς πρέπει να βρίσκονται σε βέλτιστη γενική κατάσταση και να έχουν ενδοφλέβια παροχή πριν τον αποκλεισμό. Ο κλινικός γιατρός πρέπει να λαμβάνει προφυλάξεις για την αποφυγή ενδοαγγειακής ένεσης και να είναι εκπαιδευμένος στη διάγνωση και αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών, συστηματικής τοξικότητας και επιπλοκών (π.χ. κατά λάθος υπαραχνοειδή ένεση που μπορεί να προκαλέσει υψηλό αποκλεισμό του νωτιαίου μυελού με άπνοια και υπόταση).
-
ΣπασμοίΈχουν εμφανιστεί πολύ συχνά μετά από αποκλεισμό του βραχιόνιου πλέγματος και επισκληρίδιο αποκλεισμό, πιθανώς λόγω κατά λάθος ενδοαγγειακής ένεσης ή ταχείας απορρόφησης.
-
Ενέσεις σε φλεγμαίνουσες περιοχέςΑπαιτείται προσοχή για την αποφυγή ενέσεων.
-
ΚαρδιαγγειακόΣπάνιες αναφορές καρδιακής ανακοπής, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και ασθενείς με καρδιακή νόσο, μετά από ακούσια ενδοαγγειακή χορήγηση. Η ανάνηψη μπορεί να είναι δύσκολη και να απαιτούνται παρατεταμένες προσπάθειες.ΠληθυσμόςΑσθενείς υπό αγωγή με αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη)Στενή παρακολούθηση και ΗΚΓ. Οι καρδιακές επιδράσεις μπορεί να είναι αθροιστικές.
-
Αποκλεισμοί κεφαλής και τραχήλουΣυσχετίζονται με υψηλότερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό.
-
Αποκλεισμοί μείζονων περιφερικών νεύρωνΜπορεί να απαιτούν μεγάλες ποσότητες τοπικού αναισθητικού σε περιοχές υψηλής αγγείωσης, με αυξημένο κίνδυνο ενδοαγγειακής ένεσης και/ή ταχείας συστηματικής απορρόφησης, οδηγώντας σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
-
ΥπερευαισθησίαΠιθανότητα διασταυρούμενης υπερευαισθησίας με άλλα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου.
-
ΥποογκαιμίαΑσθενείς με υποογκαιμία μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και σοβαρή υπόταση κατά τη διάρκεια επισκληρίδιου αναισθησίας, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο τοπικό αναισθητικό.
-
Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση υγείαςΠληθυσμόςΗλικιωμένοι, ασθενείς με μερικό/πλήρη αποκλεισμό καρδιακής αγωγιμότητας, προχωρημένη ηπατική νόσο, σοβαρή νεφρική δυσλειτουργίαΧρειάζονται ειδική προσοχή, αν και η περιοχική αναισθησία συνήθως ενδείκνυται.
-
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική νόσοΧρήση με προσοχή. Ίσως χρειαστεί μείωση επαναλαμβανόμενων δόσεων λόγω καθυστέρησης αποβολής.
-
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία (μεμονωμένες δόσεις ή βραχυπρόθεσμη θεραπεία)Συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή δοσολογίας. Ωστόσο, η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση πρωτεϊνών πλάσματος μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο συστηματικής τοξικότητας.
-
Οξεία πορφυρίαΤο ROPIVACAINE/GENERICS ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση προκαλεί πιθανόν πορφυρία. Χορήγηση μόνο αν δεν υπάρχει ασφαλέστερη εναλλακτική. Λήψη προφυλάξεων σε ευάλωτους ασθενείς.
-
Έκδοχα με αναγνωρισμένη δράση/αποτέλεσμαΠεριέχει 3,4 mg νατρίου ανά ml. Να λαμβάνεται υπόψη από ασθενείς σε δίαιτα ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
-
Παρατεταμένη χορήγησηΠληθυσμόςΑσθενείς που συγχορηγούνται με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη, ενοξασίνη)Να αποφεύγεται (βλ. παράγραφο 4.5).
-
Παιδιατρικοί ασθενείςΠληθυσμόςΝεογνάΑπαιτείται ειδική προσοχή λόγω ανωριμότητας μεταβολικών οδών. Αυξημένος κίνδυνος συστηματικής τοξικότητας, ιδιαίτερα κατά τη συνεχή επισκληρίδιο έγχυση. Οι συνιστώμενες δόσεις βασίζονται σε περιορισμένα δεδομένα. Απαιτείται τακτική παρακολούθηση για συστηματική και τοπική νευροτοξικότητα, η οποία πρέπει να συνεχίζεται και μετά την έγχυση λόγω αργής αποβολής.
swap_horiz
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου (π.χ. λιδοκαΐνη, μεξιλετίνη)ΠροσοχήΑθροιστικές συστηματικές τοξικές επιδράσεις
-
Αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη)ΠροσοχήΑμοιβαία ενίσχυση (ανεπιθύμητων) ενεργειών
-
Γενικά αναισθητικά ή οπιοειδήΠαρακολούθησηΑμοιβαία ενίσχυση (ανεπιθύμητων) ενεργειών
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP1A2 (π.χ. φλουβοξαμίνη, ενοξασίνη)ΠροσοχήΜείωση κάθαρσης ροπιβακαΐνης στο πλάμα (έως 77%)ΣύστασηΑποφυγή παρατεταμένης χορήγησης ροπιβακαΐνης.
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A4 (π.χ. κετοκοναζόλη)ΠαρακολούθησηΜείωση κάθαρσης ροπιβακαΐνης στο πλάσμα κατά 15%ΣύστασηΚλινικά μη συσχετιζόμενη αναστολή.
sick
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Παραισθησία
- Ζάλη
- Κεφαλαλγία
- Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, Σπασμοί Grand mal, Επιληπτικές κρίσεις, Αίσθημα ελαφριάς κεφαλής, Περιστοματική παραισθησία, Αιμωδία της γλώσσας, Υπερακουσία, Εμβοές, Διαταραχές της όρασης, Δυσαρθρία, Μυϊκές δεσμιδώσεις, Τρόμος)
- Υπαισθησία
- Βραδυκαρδία
- Ταχυκαρδία
- Καρδιακή ανακοπή
- Καρδιακές αρρυθμίες
- Υπόταση
- Υπέρταση
- Συγκοπή
- Δύσπνοια
- Ναυτία
- Έμετος
- Κατακράτηση ούρων
- Αύξηση θερμοκρασίας
- Ρίγη
- Οσφυαλγία
- Υποθερμία
- Αλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειονευρωτικό οίδημα και κνίδωση)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΖάληΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΣυμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ (Σπασμοί, Σπασμοί Grand mal, Επιληπτικές κρίσεις, Αίσθημα ελαφριάς κεφαλής, Περιστοματική παραισθησία, Αιμωδία της γλώσσας, Υπερακουσία, Εμβοές, Διαταραχές της όρασης, Δυσαρθρία, Μυϊκές δεσμιδώσεις, Τρόμος)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΥπαισθησίαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαρδιακή ανακοπήΚαρδιακές διαταραχές
-
ΣπάνιεςΚαρδιακές αρρυθμίεςΚαρδιακές διαταραχές
-
Πολύ συχνέςΥπότασηΑγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΑγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΈμετοςΔιαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος
-
ΣυχνέςΚατακράτηση ούρωνΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣυχνέςΑύξηση θερμοκρασίαςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΡίγηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Όχι συχνέςΥποθερμίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσεις (αναφυλακτικές αντιδράσεις, αγγειονευρωτικό οίδημα και κνίδωση)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Άγνωστο
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΆγνωστοΕκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση για μαιευτική χρήση, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της ροπιβακαΐνης στην κύηση του ανθρώπου. Πειραματικές μελέτες στα ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες βλαπτικές επιδράσεις σχετικά με την κύηση, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
-
ΓαλουχίαΆγνωστοΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την έκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Δοσολογία
ROPIVACAINE/GENERICS πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο ή κάτω από την επίβλεψη κλινικών ιατρών με εμπειρία στην τοπική αναισθησία.
Δοσολογία
Ενήλικες και παιδιά ηλικίας άνω των 12 ετών:
Ο ακόλουθος πίνακας είναι ένας οδηγός της δοσολογίας για τις συνήθεις χρησιμοποιούμενες περιπτώσεις αποκλεισμού. Πρέπει να χρησιμοποιείται η μικρότερη απαιτούμενη δόση για την επίτευξη αποτελεσματικού αποκλεισμού. Η πείρα του κλινικού ιατρού και η γνώση της φυσικής κατάστασης του ασθενή έχουν σημασία για τον καθορισμό της δόσης.
ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ
| Συγκέντρωση mg/ml | Όγκος ml | Δόση mg | Έναρξη δράσης σε λεπτά | Διάρκεια
| σε ώρες | ||||
|---|---|---|---|---|
| Χειρουργική | ||||
| Αναισθησία | ||||
| Επισκληρίδιος οσφυική | ||||
| χορήγηση | ||||
| Χειρουργική | 7,5 | 15-25 | 113-188 | 10-20 |
| 10,0 | 15-20 | 150-200 | 10-20 | |
| Καισαρική τομή | 7,5 | 15-20 | 113-188¹⁾ | 10-20 |
| Επισκληρίδιος θωρακική | ||||
| χορήγηση | ||||
| Επίτευξη αποκλεισμού για την | ||||
| ανακούφιση μετεγχειρητικού | ||||
| άλγους | 7,5 | 5-15 | 38-113 | 10-20 |
| Αποκλεισμός μειζόνων | ||||
| νεύρων* | ||||
| Αποκλεισμός βραχιόνιου | ||||
| πλέγματος | 7,5 | 30-40 | 225-300³⁾ | 10-25 |
| Τοπικός αποκλεισμός | ||||
| (π.χ. αποκλεισμοί ελασσόνων | ||||
| νεύρων και τοπική διήθηση) | 7,5 | 1-30 | 7,5-225 | 1-15 |
ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΞΕΟΣ ΑΛΓΟΥΣ
| | Συγκέντρωση mg/ml | Όγκος ml | Δόση mg | Έναρξη δράσης σε λεπτά | Διάρκεια
| σε ώρες | |||||
|---|---|---|---|---|---|
| Επισκληρίδιος οσφυική | |||||
| χορήγηση | |||||
| Ταχεία (Bolus) | 2,0 | 10-20 | 20-40 | 10-15 | 0,5-1,5 |
| Διαλείπουσες ενέσεις (top-up) | |||||
| (π.χ. αντιμετώπιση του άλγους | |||||
| του τοκετού) | 2,0 | 10-15 | 20-30 | ||
| Συνεχής έγχυση π.χ. άλγος | |||||
| τοκετού | 2,0 | 6-10 ml/h | 12-20 mg/h | δ/ε | δ/ε |
| Αντιμετώπιση μετεγχειρητικού | |||||
| άλγους | 2,0 | 6-14 ml/h | 12-28 mg/h | δ/ε | δ/ε |
| Επισκληρίδιος θωρακική | |||||
| χορήγηση | |||||
| Συνεχής έγχυση (αντιμετώπιση | |||||
| μετεγχειρητικού άλγους) | 2,0 | 6-14 ml/h | 12-28 mg/h | δ/ε | δ/ε |
| Τοπικός αποκλεισμός | |||||
| (π.χ. αποκλεισμοί ελασσόνων | |||||
| νεύρων και τοπική διήθηση) | 2,0 | 1-100 | 2,0-200 | 1-5 | 2-6 |
| Περιφερικός νευρικός | |||||
| αποκλεισμός | |||||
| (μηριαίος ή διασκαληνικός | |||||
| αποκλεισμός) | |||||
| Συνεχής έγχυση ή διαλείπουσες | |||||
| ενέσεις (π.χ. αντιμετώπιση | |||||
| μετεγχειρητικού άλγους) | 2,0 | 5-10 ml/h | 10-20 mg/h | δ/ε | δ/ε |
Οι δόσεις στον πίνακα είναι εκείνες που θεωρούνται απαραίτητες για την επίτευξη επιτυχούς αποκλεισμού και θα πρέπει να θεωρούνται ως κατευθυντήριες οδηγίες για χρήση στους ενήλικες. Ο χρόνος έναρξης και η διάρκεια δράσης ποικίλουν στα διάφορα άτομα. Στη στήλη «Δόση» αναγράφεται το μέσο εύρος της δόσης που αναμένεται να απαιτηθεί. Πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι οδηγίες των σχετικών εγχειριδίων για τους παράγοντες που επηρεάζουν τις συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε ασθενούς.
- Ως προς τους αποκλεισμούς μειζόνων νεύρων, δοσολογική σύσταση μπορεί να δοθεί μόνο για τον αποκλεισμό του βραχιόνιου πλέγματος. Για άλλους αποκλεισμούς μειζόνων νεύρων, μπορεί να απαιτηθεί χορήγηση χαμηλότερων δόσεων. Ωστόσο, δεν υπάρχει επί του παρόντος εμπειρία συγκεκριμένων δοσολογικών συστάσεων για άλλους αποκλεισμούς.
¹⁾ Πρέπει να γίνεται δοσολόγηση με μικρές προσαυξήσεις και η αρχική δόση, που είναι περίπου 100 mg (97,5 mg = 13 ml, 105 mg = 14 ml) να χορηγείται σε διάστημα άνω των 3-5 λεπτών. Δύο επιπρόσθετες δόσεις, συνολικά 50mg, μπορεί εάν χρειάζεται να χορηγηθούν.
²⁾ δ/ε = δεν εφαρμόζεται
³⁾ Η δόση για τον αποκλεισμό μειζόνων νεύρων πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα με την περιοχή χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς. Ο διασκαληνικός και υπερκλείδιος αποκλεισμός του βραχιόνιου πλέγματος μπορεί να συνδέεται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιήθηκε (βλέπε παράγραφο 4.4).
Γενικά, στη χειρουργική αναισθησία (π.χ. επισκληρίδιος χορήγηση) απαιτείται η χρήση των υψηλότερων συγκεντρώσεων και δόσεων του φαρμάκου. Το σκεύασμα ROPIVACAINE/GENERICS 10 mg/ml συνιστάται για επισκληρίδιο αναισθησία όταν για την επέμβαση απαιτείται πλήρης κινητικός αποκλεισμός. Για την αναλγησία (π.χ. επισκληρίδιος χορήγηση για την αντιμετώπιση του οξέος άλγους) συνιστώνται οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις και δόσεις.
Τρόπος χορήγησης
Περινευρική και επισκληρίδιος χορήγηση με ένεση ή έγχυση.
Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης για την πρόληψη ενδοαγγειακής ένεσης. Όταν πρόκειται να ενεθεί μεγάλη δόση, συνιστάται η χορήγηση μίας δοκιμαστικής δόσης 3-5 ml λιδοκαΐνης (λιγνοκαΐνη) μαζί με αδρεναλίνη (επινεφρίνη) (Xylocaine 2% με αδρεναλίνη (επινεφρίνη) 1:200.000). Η κατά λάθος ενδοαγγειακή ένεση μπορεί να αναγνωριστεί από παροδική αύξηση της καρδιακής συχνότητας και η κατά λάθος ενδορραχιαία ένεση από σημεία αποκλεισμού του νωτιαίου μυελού.
Η αναρρόφηση πρέπει να επαναλαμβάνεται πριν και κατά τη διάρκεια χορήγησης της κύριας δόσης, η οποία πρέπει να ενίεται αργά ή σε σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, με ρυθμό 25-50 mg/min, με παράλληλη στενή παρακολούθηση των ζωτικών λειτουργιών του ασθενή και διατηρώντας λεκτική επαφή. Σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Στον επισκληρίδιο αποκλεισμό για χειρουργικές επεμβάσεις, έχουν χρησιμοποιηθεί μονήρεις δόσεις μέχρι και 250 mg ροπιβακαΐνης και έχουν γίνει καλά ανεκτές.
Στον αποκλεισμό του βραχιόνιου πλέγματος έχει χρησιμοποιηθεί μονήρης δόση 300 mg σε περιορισμένο αριθμό ασθενών και έχει γίνει καλά ανεκτή.
Σε αποκλεισμούς μακράς διαρκείας, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης είτε μέσω επαναλαμβανόμενης ταχείας (bolus) χορήγησης, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κίνδυνος τοξικής συγκέντρωσης στο πλάσμα ή πρόκλησης τοπικού τραυματισμού του νεύρου. Αθροιστικές δόσεις μέχρι και 675 mg ροπιβακαΐνης για χειρουργική και μετεγχειρητική αναλγησία, που χορηγήθηκαν σε διάστημα 24 ωρών έγιναν καλά ανεκτές στους ενήλικες, όπως και οι μετεγχειρητικές συνεχείς επισκληρίδιες εγχύσεις σε ρυθμό έως 28 mg/ώρα για 72 ώρες. Σε περιορισμένο αριθμό ασθενών χορηγήθηκαν υψηλότερες δόσεις έως 800 mg/ημέρα με σχετικά λίγες ανεπιθύμητες ενέργειες.
Για τη θεραπεία του μετεγχειρητικού άλγους συνιστάται η ακόλουθη τεχνική: εάν δεν έχει ήδη τοποθετηθεί προεγχειρητικά, επιτυγχάνεται επισκληρίδιος αποκλεισμός με ροπιβακαΐνη 7,5 mg/ml μέσω ενός καθετήρα που εισάγεται στον επισκληρίδιο χώρο. Η αναλγησία διατηρείται με την έγχυση ροπιβακαΐνης 2 mg/ml. Ρυθμός έγχυσης 6-14 ml (12-28 mg), ανά ώρα επιτυγχάνει επαρκή αναλγησία με ήπιο μόνο και μη εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό στις περισσότερες περιπτώσεις μέτριου έως σοβαρού μετεγχειρητικού άλγους. Η μέγιστη διάρκεια επισκληρίδιου αποκλεισμού είναι 3 ημέρες. Παρ’ όλα αυτά, πρέπει να γίνεται προσεκτικός έλεγχος του αναλγητικού αποτελέσματος, έτσι ώστε να αφαιρείται ο καθετήρας αμέσως μόλις η ένταση του άλγους το επιτρέπει. Με αυτή την τεχνική έχει παρατηρηθεί σημαντική μείωση της ανάγκης για οπιοειδή.
Σε κλινικές μελέτες δόθηκε επισκληρίδιος έγχυση ροπιβακαΐνης 2 mg/ml μόνη της ή αναμεμιγμένη με φαιντανύλη 1-4 µg/ml για την αντιμετώπιση μετεγχειρητικού άλγους με διάρκεια έως 72 ώρες. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης προσέφερε βελτιωμένη ανακούφιση από τον πόνο, αλλά προκάλεσε ανεπιθύμητες ενέργειες οπιοειδών. Ο συνδυασμός ροπιβακαΐνης και φαιντανύλης έχει διερευνηθεί μόνο για ροπιβακαΐνη 2 mg/ml.
Όταν γίνονται αποκλεισμοί περιφερικών νεύρων μακράς διαρκείας, είτε μέσω συνεχούς έγχυσης ή μέσω επαναλαμβανόμενων ενέσεων, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κίνδυνος τοξικής συγκέντρωσης στο πλάσμα ή πρόκλησης τοπικού τραυματισμού του νεύρου. Σε κλινικές μελέτες, επιτεύχθηκε αποκλεισμός του μηριαίου νεύρου με 300 mg ροπιβακαΐνης 7,5 mg/ml και διασκαληνικός αποκλεισμός με 225 mg ροπιβακαΐνης 7,5 mg/ml, αντίστοιχα, πριν την επέμβαση. Κατόπιν, η αναλγησία διατηρήθηκε με ροπιβακαΐνη 2 mg/ml. Ο ρυθμός έγχυσης ή οι διαλείπουσες ενέσεις 10-20 mg ανά ώρα για 48 ώρες παρείχαν επαρκή αναλγησία και έγιναν καλά ανεκτές.
Δεν έχει τεκμηριωθεί η χρήση ροπιβακαΐνης σε συγκεντρώσεις άνω των 7.5 mg/ml για Καισαρική τομή.
Παιδιατρικοί ασθενείς ηλικίας 0 έως και 12 ετών:
| Συγκέντρωση mg/ml | Όγκος ml/kg | Δόση
| mg/kg | ||
|---|---|---|
| ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΟΞΕΟΣ ΑΛΓΟΥΣ | ||
| (περί- και μετεγχειρητικά) | ||
| Μονήρης ιεροκοκκυγικός επισκληρίδιος | ||
| αποκλεισμός | ||
| Αποκλεισμοί κάτω του Θ12, σε παιδιά με | ||
| σωματικό βάρος μέχρι και 25 kg | 2,0 | 1 |
| Συνεχής επισκληρίδιος έγχυση | ||
| Σε παιδιά με σωματικό βάρος μέχρι και 25 kg | ||
| 0 έως 6 μηνών | ||
| Ταχεία (Bolus) δόση | ||
| α | 2,0 | |
| Έγχυση μέχρι και 72 ώρες | 2,0 | 0,1 ml/kg/h |
| 6 έως 12 μηνών | ||
| Ταχεία (Bolus) δόση | ||
| α | 2,0 | |
| Έγχυση μέχρι και 72 ώρες | 2,0 | 0,2 ml/kg/h |
| 1 έως 12 ετών | ||
| Ταχεία (Bolus) δόση | ||
| β | 2,0 | |
| Έγχυση μέχρι και 72 ώρες | 2,0 | 0,2 ml/kg/h |
α Δόσεις στο κατώτερο όριο του δοσολογικού εύρους συστήνονται για θωρακικούς επισκληρίδιους αποκλεισμούς, ενώ δόσεις στο ανώτερο όριο του δοσολογικού εύρους συστήνονται για οσφυικούς ή ιεροκοκκυγικούς επισκληρίδιους αποκλεισμούς.
β Συστήνεται για οσφυικούς επισκληρίδιους αποκλεισμούς. Είναι καλή πρακτική να μειώνεται η ταχεία (bolus) δόση για τη θωρακική επισκληρίδιο αναλγησία.
Οι δόσεις του πίνακα πρέπει να θεωρηθούν ως κατευθυντήριες οδηγίες για τη χρήση στην παιδιατρική. Υπάρχουν διαφορές από άτομο σε άτομο. Σε παιδιά με μεγάλο σωματικό βάρος είναι συχνά αναγκαία μία σταδιακή μείωση της δοσολογίας και πρέπει να βασίζεται στο ιδανικό σωματικό βάρος. Ο όγκος για μονήρη ιεροκοκκυγικό επισκληρίδιο αποκλεισμό και ο όγκος για επισκληρίδιες ταχείες (bolus) δόσεις δεν πρέπει να ξεπερνά τα 25 ml σε οποιοδήποτε ασθενή. Κανείς θα πρέπει να συμβουλεύεται τα σχετικά εγχειρίδια για τους παράγοντες που επηρεάζουν τις συγκεκριμένες τεχνικές αποκλεισμού καθώς και τις εξατομικευμένες ανάγκες κάθε ασθενούς.
Η χρήση της ροπιβακαΐνης στα παιδιά που έχουν γεννηθεί πρόωρα δεν έχει τεκμηριωθεί, ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.
Τρόπος χορήγησης
Συνιστάται προσεκτική αναρρόφηση πριν και κατά τη διάρκεια της ένεσης για την πρόληψη ενδοαγγειακής ένεσης. Κατά τη διάρκεια της ένεσης πρέπει να παρακολουθούνται στενά οι ζωτικές λειτουργίες του ασθενή. Σε περίπτωση που εμφανιστούν συμπτώματα τοξικότητας, η ένεση θα πρέπει να διακοπεί αμέσως.
Μία μονήρης ιεροκοκκυγική επισκληρίδιος ένεση ροπιβακαΐνης 2 mg/ml παρέχει ικανοποιητική μετεγχειρητική αναλγησία κάτω του Θ12 στην πλειονότητα των ασθενών όταν δόση των 2 mg/kg χρησιμοποιείται σε όγκο 1 ml/kg. Ο όγκος της ιεροκοκκυγικής επισκληρίδιου ένεσης μπορεί να προσαρμόζεται ώστε να επιτυγχάνεται διαφορετική κατανομή του αισθητικού αποκλεισμού, όπως συνιστάται από τα ισχύοντα εγχειρίδια. Σε παιδιά ηλικίας άνω των 4 ετών έχουν μελετηθεί δόσεις μέχρι 3 mg/kg με συγκέντρωση ροπιβακαΐνης 3 mg/ml. Παρ’ όλα αυτά η συγκέντρωση αυτή συνδέεται με υψηλότερη επίπτωση κινητικού αποκλεισμού.
Συνιστάται κλασματικός διαχωρισμός της υπολογιζόμενης δόσης του τοπικού αναισθητικού ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης.
Στην περίπτωση που συστήνεται έγχυση της ροπιβακαΐνης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ROPIVACAINE/GENERICS διάλυμα προς έγχυση.
block
Αντενδείξεις
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Αντενδείξεις
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Προειδοποιήσεις
Η διαδικασία της περιοχικής αναισθησίας πρέπει πάντα να γίνεται σε κατάλληλα εξοπλισμένο χώρο και με το κατάλληλο προσωπικό. Εξοπλισμός και φάρμακα απαραίτητα για την παρακολούθηση του ασθενούς και την εφαρμογή επείγουσας ανάνηψης πρέπει να είναι άμεσα διαθέσιμα. Οι ασθενείς στους οποίους διενεργείται μείζων αποκλεισμός πρέπει να βρίσκονται στη βέλτιστη γενική κατάσταση και να τους έχει γίνει εισαγωγή ενδοφλέβιας παροχής πριν από τη διενέργεια του αποκλεισμού. Ο υπεύθυνος κλινικός γιατρός πρέπει να πάρει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις ώστε να αποφευχθεί η ενδοαγγειακή ένεση και να είναι κατάλληλα εκπαιδευμένος και εξοικειωμένος με τη διάγνωση και την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων ενεργειών, της συστηματικής τοξικότητας και άλλων επιπλοκών (βλ. παράγραφο 4.8 Ανεπιθύμητες ενέργειες και 4.9 Υπερδοσολογία) όπως κατά λάθος υπαραχνοειδή ένεση, η οποία μπορεί να προκαλέσει έναν υψηλό αποκλεισμό του νωτιαίου μυελού που συνοδεύεται από άπνοια και υπόταση.
Σπασμοί έχουν εμφανιστεί πολύ συχνά μετά από αποκλεισμό του βραχιόνιου πλέγματος και επισκληρίδιο αποκλεισμό. Πιθανόν οφείλονται είτε σε κατά λάθος ενδοαγγειακή ένεση ή σε ταχεία απορρόφηση από το σημείο της ένεσης.
Απαιτείται προσοχή για την αποφυγή ενέσεων σε φλεγμαίνουσες περιοχές.
Καρδιαγγειακό Οι ασθενείς υπό αγωγή με αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη) πρέπει να βρίσκονται σε στενή παρακολούθηση και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η διενέργεια ΗΚΓ, καθώς οι καρδιακές επιδράσεις μπορεί να είναι αθροιστικές.
Έχουν γίνει σπάνια αναφορές καρδιακής ανακοπής κατά τη διάρκεια της χρήσης της ροπιβακαΐνης για επισκληρίδιο αναισθησία ή περιφερικό νευρικό αποκλεισμό, ιδιαίτερα μετά από ακούσια ατυχηματική ενδοαγγειακή χορήγηση σε ηλικιωμένους ασθενείς και σε ασθενείς με υποκείμενη καρδιακή νόσο. Σε κάποιες περιπτώσεις η καρδιοαναπνευστική ανάνηψη ήταν δύσκολη. Σε περίπτωση που σημειωθεί καρδιακή ανακοπή, μπορεί να απαιτηθούν παρατεταμένες προσπάθειες ανάνηψης για να βελτιωθεί η πιθανότητα επιτυχούς έκβασης.
Αποκλεισμοί κεφαλής και τραχήλου Ορισμένες διαδικασίες τοπικής αναισθησίας όπως ενέσεις στην περιοχή κεφαλής και τραχήλου μπορεί να συσχετίζονται με υψηλότερη συχνότητα σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιείται.
Αποκλεισμοί μείζονων περιφερικών νεύρων Οι αποκλεισμοί μείζονων περιφερικών νεύρων μπορεί να απαιτούν τη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων τοπικού αναισθητικού σε περιοχές υψηλής αγγείωσης, συχνά κοντά σε μεγάλα αγγεία στα οποία υπάρχει αυξημένος κίνδυνος ενδοαγγειακής ένεσης και/ή ταχείας συστηματικής απορρόφησης, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε υψηλές συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Υπερευαισθησία Η πιθανότητα διασταυρούμενης υπερευαισθησίας με άλλα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.
Υποογκαιμία Ασθενείς με υποογκαιμία οποιασδήποτε αιτιολογίας μπορεί να εμφανίσουν ξαφνική και σοβαρή υπόταση κατά τη διάρκεια επισκληρίδιου αναισθησίας, ανεξάρτητα από το χρησιμοποιούμενο τοπικό αναισθητικό.
Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση υγείας Ασθενείς σε κακή γενική κατάσταση υγείας, λόγω προχωρημένης ηλικίας ή άλλων επιβαρυντικών παραγόντων, όπως μερικός ή πλήρης αποκλεισμός καρδιακής αγωγιμότητας, προχωρημένη ηπατική νόσος ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, χρειάζονται ειδική προσοχή αν και η περιοχική αναισθησία συνήθως ενδείκνυται σ’ αυτούς τους ασθενείς.
Ασθενείς με ηπατική και νεφρική δυσλειτουργία Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται στο ήπαρ και γι’ αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική νόσο. Ίσως χρειαστεί να μειωθούν οι επαναλαμβανόμενες δόσεις, λόγω καθυστέρησης της αποβολής του φαρμάκου. Συνήθως δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με μειωμένη νεφρική λειτουργία, όταν χρησιμοποιούνται μεμονωμένες δόσεις ή βραχυπρόθεσμη θεραπεία. Η οξέωση και η μειωμένη συγκέντρωση πρωτεϊνών πλάσματος, που συχνά παρατηρούνται σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εμφάνισης συστηματικής τοξικότητας.
Οξεία πορφυρία Το ROPIVACAINE/GENERICS ενέσιμο διάλυμα και διάλυμα προς έγχυση προκαλεί πιθανόν πορφυρία και πρέπει να χορηγείται σε ασθενείς με οξεία πορφυρία, μόνο όταν δεν υπάρχει άλλη ασφαλέστερη εναλλακτική μέθοδος. Σε περιπτώσεις ευάλωτων ασθενών πρέπει να λαμβάνονται οι κατάλληλες προφυλάξεις σύμφωνα με τα συνήθη εγχειρίδια και/ή τη συμβουλή ειδικών στον τομέα αυτό της νόσου.
Έκδοχα με αναγνωρισμένη δράση/αποτέλεσμα Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν περιέχει 3,4 mg νατρίου ανά ml το ανώτατο. Αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη από ασθενείς που ακολουθούν διαιτολόγιο ελεγχόμενης πρόσληψης νατρίου.
Παρατεταμένη χορήγηση Παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς στους οποίους συγχορηγούνται ισχυροί αναστολείς του CYP1A2, όπως φλουβοξαμίνη και ενοξασίνη, βλέπε παράγραφο 4.5.
Παιδιατρικοί ασθενείς Τα νεογνά μπορεί να χρειαστούν ειδική προσοχή λόγω της ανωριμότητας των μεταβολικών οδών. Οι υψηλότερες διακυμάνσεις στις συγκεντρώσεις του πλάσματος της ροπιβακαΐνης που παρατηρήθηκαν σε κλινικές μελέτες στα νεογνά υποδεικνύουν ότι μπορεί να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος συστηματικής τοξικότητας σε αυτή την ηλικιακή ομάδα, ιδιαίτερα κατά τη συνεχή επισκληρίδιο έγχυση. Οι συνιστώμενες δόσεις στα νεογνά βασίζονται σε περιορισμένα κλινικά δεδομένα. Όταν η ροπιβακαΐνη χρησιμοποιείται σε αυτή την ομάδα των ασθενών, απαιτείται τακτική παρακολούθηση για συστηματική τοξικότητα (π.χ. σημεία τοξικότητας από το ΚΝΣ, ΗΚΓ, SpO ) και για τοπική νευροτοξικότητα (π.χ. παρατεταμένη ανάνηψη), και πρέπει να συνεχίζεται και μετά το τέλος της έγχυσης, λόγω της αργής αποβολής που σημειώνεται στα νεογνά.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Η ροπιβακαΐνη θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς που λαμβάνουν άλλα τοπικά αναισθητικά ή παράγοντες με παρόμοια δομή με τα αμιδικού τύπου τοπικά αναισθητικά, π.χ. ορισμένα αντιαρρυθμικά, όπως λιδοκαΐνη και μεξιλετίνη, καθώς οι συστηματικές τοξικές επιδράσεις είναι αθροιστικές. Ταυτόχρονη χρήση της ροπιβακαΐνης με γενικά αναισθητικά ή οπιοειδή μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία ενίσχυση των (ανεπιθύμητων) ενεργειών τους. Δεν έχουν διεξαχθεί ειδικές μελέτες αλληλεπίδρασης με τη ροπιβακαΐνη και τα αντιαρρυθμικά φάρμακα τάξης ΙΙΙ (π.χ. αμιωδαρόνη), αλλά συνιστάται προσοχή (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4 Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Το κυτόχρωμα P450 (CYP) 1A2 λαμβάνει μέρος στο σχηματισμό της 3-υδρόξυ ροπιβακαΐνης, του κύριου μεταβολίτη. Κατά τη διάρκεια συγχορήγησης φλουβοξαμίνης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP1A2, η κάθαρση της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα in vivo μειώθηκε έως 77%. Έτσι, ισχυροί αναστολείς του CYP1A2, όπως η φλουβοξαμίνη και η ενοξασίνη, όταν συγχορηγούνται κατά την παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης μπορούν να αλληλεπιδράσουν μαζί της. Η παρατεταμένη χορήγηση της ροπιβακαΐνης θα πρέπει να αποφεύγεται σε ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονα αγωγή με ισχυρούς αναστολείς του CYP1A2, βλέπε επίσης 4.4.
Κατά τη διάρκεια συγχορήγησης κετοκοναζόλης, ενός εκλεκτικού και ισχυρού αναστολέα του CYP3A4, η κάθαρση της ροπιβακαΐνης στο πλάσμα in vivo μειώθηκε κατά 15%. Ωστόσο, η αναστολή αυτού του ισοενζύμου δεν είναι πιθανό να έχει κλινική συσχέτιση.
In vitro, η ροπιβακαΐνη είναι συναγωνιστικός αναστολέας για το CYP2D6 αλλά δεν φαίνεται να αναστέλλει αυτό το ισοένζυμο στις συγκεντρώσεις που επιτυγχάνονται στο πλάσμα κατά την κλινική πρακτική.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του ROPIVACAINE/GENERICS είναι παρόμοιες με εκείνες των άλλων τοπικών αναισθητικών μακράς δράσης αμιδικού τύπου. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου πρέπει να διακριθούν από τις φυσιολογικές δράσεις του νευρικού αποκλεισμού καθεαυτού π.χ. μείωση της αρτηριακής πίεσης και βραδυκαρδία κατά τη διάρκεια νωτιαίου/επισκληρίδιου αποκλεισμού.
Οι συχνότητες που χρησιμοποιούνται στον Πίνακα της παραγράφου 4.8 είναι: πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10), όχι συχνές (≥1/1.000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10.000 έως < 1/1.000) και πολύ σπάνιες (<1/10.000).
| Κατηγορία οργανικού συστήματος | Συχνότητα | Ανεπιθύμητη ενέργεια |
|---|---|---|
| Ψυχιατρικές διαταραχές | Όχι συχνές | Άγχος |
| Διαταραχές του νευρικού | ||
| συστήματος | Συχνές | Παραισθησία, Ζάλη, Κεφαλαλγία |
| Όχι συχνές | Συμπτώματα τοξικότητας του ΚΝΣ | |
| (Σπασμοί, Σπασμοί Grand mal, | ||
| Επιληπτικές κρίσεις, Αίσθημα | ||
| ελαφριάς κεφαλής, Περιστοματική | ||
| παραισθησία, Αιμωδία της γλώσσας, | ||
| Υπερακουσία, Εμβοές, Διαταραχές | ||
| της όρασης, Δυσαρθρία, Μυϊκές | ||
| δεσμιδώσεις, Τρόμος)*, Υπαισθησία | ||
| Καρδιακές διαταραχές | Συχνές | Βραδυκαρδία, Ταχυκαρδία |
| Σπάνιες | Καρδιακή ανακοπή, Καρδιακές | |
| αρρυθμίες | ||
| Αγγειακές διαταραχές | Πολύ συχνές | Υπόταση |
| α | ||
| Συχνές | Υπέρταση | |
| Όχι συχνές | Συγκοπή | |
| Διαταραχές του αναπνευστικού | ||
| συστήματος, του θώρακα και του | ||
| μεσοθωρακίου | Όχι συχνές | Δύσπνοια |
| Διαταραχές του γαστρεντερικού | ||
| συστήματος | Πολύ συχνές | Ναυτία |
| Συχνές | Έμετος | |
| β | ||
| Διαταραχές των νεφρών και των | ||
| ουροφόρων οδών | Συχνές | Κατακράτηση ούρων |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις | ||
| της οδού χορήγησης | Συχνές | Αύξηση θερμοκρασίας, Ρίγη, |
| Οσφυαλγία | ||
| Όχι συχνές | Υποθερμία | |
| Σπάνιες | Αλλεργικές αντιδράσεις | |
| (αναφυλακτικές αντιδράσεις, | ||
| αγγειονευρωτικό οίδημα και | ||
| κνίδωση) |
α Η υπόταση είναι λιγότερο συχνή στα παιδιά (> 1/100).
β Ο έμετος είναι περισσότερο συχνός στα παιδιά (>1/10).
*Αυτά τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως λόγω κατά λάθος ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή ταχείας απορρόφησης,βλέπε παράγραφο 4.9.
Ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με τη φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Νευρολογικές επιπλοκές
Νευροπάθεια και δυσλειτουργία του νωτιαίου μυελού (π.χ. σύνδρομο προσθίας νωτιαίας αρτηρίας, αραχνοειδίτιδα, σύνδρομο ιππουρίδας), που μπορούν σε σπάνιες περιπτώσεις να έχουν ως αποτέλεσμα μόνιμες συνέπειες, έχουν συσχετιστεί με την περιοχική αναισθησία, ανεξάρτητα από το τοπικό αναισθητικό που χρησιμοποιήθηκε.
Πλήρης νωτιαίος αποκλεισμός
Ο πλήρης νωτιαίος αποκλεισμός μπορεί να συμβεί εάν μία επισκληρίδιος δόση χορηγηθεί κατά λάθος ενδορραχιαία.
Οξεία συστηματική τοξικότητα
Οι συστηματικές τοξικές αντιδράσεις περιλαμβάνουν κυρίως το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) και το καρδιαγγειακό σύστημα. Τέτοιες αντιδράσεις προκαλούνται από υψηλή συγκέντρωση στο αίμα κάποιου τοπικού αναισθητικού, η οποία μπορεί να εμφανιστεί λόγω (κατά λάθος) ενδοαγγειακής ένεσης, υπερδοσολογίας ή εξαιρετικά ταχείας απορρόφησης από περιοχές με αυξημένη αγγείωση (βλέπε επίσης παράγραφο 4.4). Οι αντιδράσεις του ΚΝΣ είναι παρόμοιες για όλα τα τοπικά αναισθητικά αμιδικού τύπου, ενώ οι καρδιακές αντιδράσεις εξαρτώνται περισσότερο από το φάρμακο τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.
Τοξικότητα Κεντρικού Νευρικού Συστήματος
Η τοξικότητα από το κεντρικό νευρικό σύστημα είναι μία σταδιακή αντίδραση με συμπτώματα και σημεία κλιμακούμενης βαρύτητας. Αρχικά, παρατηρούνται συμπτώματα όπως διαταραχές της όρασης ή της ακοής, περιστοματική αιμωδία, ζάλη, αίσθημα ελαφράς κεφαλής, αίσθημα μυρμηγκιάσματος και παραισθησία. Η δυσαρθρία, η μυική ακαμψία και οι μυικές δεσμιδώσεις είναι πιο σοβαρές και μπορεί να προηγούνται της έναρξης γενικευμένων σπασμών. Αυτά τα σημεία δεν πρέπει να παρερμηνευτούν ως νευρωτική συμπεριφορά. Μπορεί να ακολουθήσουν απώλεια συνείδησης και επιληπτικοί σπασμοί grand mal, οι οποίοι μπορεί να διαρκούν από λίγα δευτερόλεπτα έως μερικά λεπτά. Κατά τη διάρκεια των σπασμών εμφανίζεται ταχέως υποξία και υπερκαπνία λόγω της αυξημένης μυικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με την παρέμβαση στην αναπνοή. Σε σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και άπνοια. Η αναπνευστική και η μεταβολική οξέωση αυξάνει και παρατείνει τις τοξικές επιδράσεις των τοπικών αναισθητικών.
Η ανάνηψη επέρχεται από την ανακατανομή του τοπικού αναισθητικού από το κεντρικό νευρικό σύστημα και τον επακόλουθο μεταβολισμό και την απέκκριση. Η ανάνηψη μπορεί να είναι ταχεία εκτός και εάν έχουν ενεθεί μεγάλες ποσότητες φαρμάκου.
Τοξικότητα από το Καρδιαγγειακό Σύστημα
Η καρδιαγγειακή τοξικότητα είναι ενδεικτική μίας σοβαρότερης κατάστασης. Μπορεί να εμφανιστούν υπόταση, βραδυκαρδία, αρρυθμία, ακόμη και καρδιακή ανακοπή, ως αποτέλεσμα των υψηλών συστηματικών συγκεντρώσεων των τοπικών αναισθητικών. Σε εθελοντές η ενδοφλέβια έγχυση ροπιβακαΐνης είχε ως αποτέλεσμα σημεία καταστολής της αγωγιμότητας και της συσταλτικότητας.
Τα σημεία της τοξικότητας από το κεντρικό νευρικό σύστημα γενικά προηγούνται των καρδιαγγειακών τοξικών δράσεων, εκτός εάν ο ασθενής λαμβάνει κάποιο γενικό αναισθητικό ή είναι σε βαριά καταστολή με φάρμακα όπως οι βενζοδιαζεπίνες ή τα βαρβιτουρικά.
Στα παιδιά μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπισθούν πρώϊμα συμπτώματα τοξικότητας από την χρήση τοπικών αναισθητικών, επειδή ίσως δεν είναι σε θέση να περιγράψουν τα συμπτώματα αυτά. Βλέπε επίσης παράγραφο 4.4.
Αντιμετώπιση της οξείας συστηματικής τοξικότητας
Βλέπε παράγραφο 4.9 Υπερδοσολογία.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Εκτός από την επισκληρίδιο χορήγηση για μαιευτική χρήση, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της ροπιβακαΐνης στην κύηση του ανθρώπου. Πειραματικές μελέτες στα ζώα δεν υποδεικνύουν άμεσες ή έμμεσες βλαπτικές επιδράσεις σχετικά με την κύηση, την εμβρυονική/εμβρυική ανάπτυξη, τον τοκετό ή τη μεταγεννητική ανάπτυξη (βλέπε παράγραφο 5.3 Προκλινικά δεδομένα για την ασφάλεια).
Γαλουχία
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σχετικά με την έκκριση της ροπιβακαΐνης στο ανθρώπινο μητρικό γάλα.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αναισθητικά, τοπικά, Αμίδια Κωδικός ATC: N01B B09
Η ροπιβακαΐνη είναι ένα μακράς δράσης αμιδικού τύπου τοπικό αναισθητικό με αναισθητική και αναλγητική δράση. Σε υψηλές δόσεις το ROPIVACAINE/GENERICS προκαλεί χειρουργική αναισθησία, ενώ σε χαμηλότερες δόσεις προκαλεί αισθητικό αποκλεισμό με περιορισμένο και μη-εξελισσόμενο κινητικό αποκλεισμό.
Ο μηχανισμός είναι η αναστρέψιμη ελάττωση της διαπερατότητας της μεμβράνης των νευρικών ινών για τα ιόντα νατρίου. Συνεπώς, μειώνεται η ταχύτητα εκπόλωσης και αυξάνει ο ουδός διεγερσιμότητας, με αποτέλεσμα να προκαλείται τοπικός αποκλεισμός των νευρικών ώσεων.
Η πιο χαρακτηριστική ιδιότητα της ροπιβακαΐνης είναι η μακρά διάρκεια δράσης. Η έναρξη και η διάρκεια της αποτελεσματικότητας της τοπικής αναισθησίας εξαρτώνται από το σημείο χορήγησης και τη δόση, αλλά δεν επηρεάζονται από την παρουσία αγγειοσυσπαστικού (π.χ. αδρεναλίνη (επινεφρίνη)). Για λεπτομέρειες σχετικά με την έναρξη και διάρκεια δράσης του ROPIVACAINE/GENERICS, βλέπε τον πίνακα στην παράγραφο «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης».
Ενδοφλέβιες εγχύσεις ροπιβακαΐνης έγιναν καλά ανεκτές σε υγιείς εθελοντές σε χαμηλές δόσεις και με αναμενόμενα συμπτώματα από το ΚΝΣ στις μέγιστες ανεκτές δόσεις. Η κλινική εμπειρία με το φάρμακο αυτό δείχνει ότι έχει ικανοποιητικά όρια ασφάλειας όταν χρησιμοποιείται επαρκώς στις συνιστώμενες δόσεις.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-ROPIVACAINE-GENERICS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Η ροπιβακαΐνη έχει κέντρο συμμετρίας και διατίθεται ως καθαρό S-(-)-εναντιομερές. Παρουσιάζει μεγάλη λιποδιαλυτότητα. Όλοι οι μεταβολίτες έχουν τοπική αναισθητική δράση, αλλά με αξιοσημείωτα μικρότερη ισχύ και μικρότερη διάρκεια δράσης από τη ροπιβακαΐνη.
Η συγκέντρωση στο πλάσμα της ροπιβακαΐνης εξαρτάται από τη δόση, την οδό χορήγησης και την αγγείωση της θέσης ένεσης. Η ροπιβακαΐνη ακολουθεί γραμμική φαρμακοκινητική και η Cmax είναι ανάλογη της δόσης.
Η ροπιβακαΐνη απορροφάται πλήρως και διφασικά από τον επισκληρίδιο χώρο με χρόνους ημίσειας ζωής των δύο φάσεων της τάξης των 14 λεπτών και 4 ωρών στους ενήλικες. Η βραδεία απορρόφηση είναι ο παράγοντας που καθορίζει το ρυθμό αποβολής της ροπιβακαΐνης, πράγμα που εξηγεί γιατί ο φαινόμενος χρόνος ημίσειας ζωής της αποβολής είναι μεγαλύτερος μετά από επισκληρίδιο χορήγηση συγκριτικά με την ενδοφλέβια χορήγηση. Και στα παιδιά επίσης, η ροπιβακαΐνη παρουσιάζει διφασική απορρόφηση από τον ιεροκοκκυγικό επισκληρίδιο χώρο.
Η ροπιβακαΐνη έχει μέση ολική κάθαρση πλάσματος της τάξης των 440 ml/min, νεφρική κάθαρση του 1 ml/min, όγκο κατανομής σε σταθεροποιημένη κατάσταση 47 λίτρα και τελικό χρόνο ημίσειας ζωής 1,8 ώρες μετά από ενδοφλέβια χορήγηση. Η ροπιβακαΐνη έχει ενδιάμεση τιμή λόγου ηπατικής απέκκρισης περίπου 0,4. Είναι κυρίως συνδεδεμένη στην α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη στο πλάσμα με κλάσμα μη δεσμευμένης ουσίας περίπου 6%.
Έχει παρατηρηθεί αύξηση των ολικών συγκεντρώσεων στο πλάσμα κατά τη διάρκεια συνεχούς επισκληρίδιου και διασκαληνικής έγχυσης, που σχετίζεται με μετεγχειρητική αύξηση της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης.
Οι διακυμάνσεις στη συγκέντρωση της ελεύθερης ουσίας, δηλαδή της φαρμακολογικά ενεργούς ουσίας, είναι πολύ λιγότερες από την ολική συγκέντρωση στο πλάσμα.
Λόγω του μέτριου έως χαμηλού βαθμού διύλισης της ροπιβακαΐνης από το ήπαρ, η ταχύτητα της αποβολής της αναμένεται να εξαρτάται από τη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα. Η αύξηση της α1-όξινης γλυκοπρωτεΐνης (AAG) μετεγχειρητικά θα αυξήσει το κλάσμα του μη δεσμευμένου φαρμάκου λόγω της αυξημένης σύνδεσης με τις πρωτεΐνες, γεγονός που πρόκειται να αυξήσει τη συνολική κάθαρση και να οδηγήσει σε αύξηση της ολικής συγκέντρωσης στο πλάσμα, όπως παρατηρείται κατά τις μελέτες που πραγματοποιούνται σε παιδιατρικούς και σε ενήλικες ασθενείς. Η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης παραμένει αμετάβλητη όπως καταδεικνύεται από το γεγονός πως οι συγκεντρώσεις του μη δεσμευμένου φαρμάκου κατά την διάρκεια έγχυσης που πραγματοποιείται μετεγχειρητικά παραμένουν σταθερές. Η συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα είναι εκείνη που σχετίζεται με τις συστηματικές φαρμακοδυναμικές επιδράσεις και με την τοξικότητα.
Η ροπιβακαΐνη διαπερνά εύκολα τον πλακούντα και αποκαθίσταται ταχέως η ισορροπία σε σχέση με τις συγκεντρώσεις του ελεύθερου κλάσματος. Ο βαθμός της σύνδεσης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος στο έμβρυο είναι μικρότερος απ’ ότι στη μητέρα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να σημειώνονται χαμηλότερες ολικές συγκεντρώσεις πλάσματος στο έμβρυο απ’ ότι στη μητέρα.
Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης. Συνολικά το 86% της δόσης απεκκρίνεται με τα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση από το οποίο μόνο το 1% σχετίζεται με το αμετάβλητο φάρμακο. Ο κύριος μεταβολίτης είναι η 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνη, της οποίας ποσοστό ίσο με περίπου 37% απεκκρίνεται στα ούρα, κυρίως ως συζευγμένη ένωση. Η απέκκριση στα ούρα της 4-υδρόξυ- ροπιβακαΐνης, του Ν-αφαλκυλιωμένου μεταβολίτη (PPX) και του 4-υδρόξυ αφαλκυλιωμένου μεταβολίτη αντιστοιχεί σε 1-3%. Το άθροισμα της συζευγμένης και της μη συζευγμένης 3-υδρόξυ-ροπιβακαΐνης δίνει μόνο ανιχνεύσιμες συγκεντρώσεις στο πλάσμα.
Παρόμοια εικόνα μεταβολιτών έχει βρεθεί σε παιδιά άνω του ενός έτους.
Δεν υπάρχουν αποδείξεις για in vivo δημιουργία ρακεμικού μίγματος ροπιβακαΐνης.
Παιδιατρική
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης περιγράφηκε μέσα από μια συγκεντρωτική πληθυσμιακή ανάλυση των φαρμακοκινητικών δεδομένων που προέκυψαν από 192 παιδιά ηλικίας μεταξύ 0 και 12 ετών. Η κάθαρση της ροπιβακαΐνης και του μεταβολίτη PPX που δεν είναι δεσμευμένα και ο όγκος κατανομής της αδέσμευτης ροπιβακαΐνης εξαρτώνται τόσο από το σωματικό βάρος όσο και από την ηλικία έως ότου συντελεστεί η ωρίμανση της λειτουργίας του ήπατος, ενώ αφότου συντελεστεί η ωρίμανση της λειτουργίας του ήπατος εξαρτώνται ως επί τω πλείστον από το σωματικό βάρος. Η ωρίμανση της κάθαρσης της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης δείχνει να ολοκληρώνεται μέχρι την ηλικία των 3 ετών, η αντίστοιχη ωρίμανση της κάθαρσης του PPX μεταβολίτη μέχρι την ηλικία του ενός έτους και ο όγκος κατανομής της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης μέχρι την ηλικία των 2 ετών. Η όγκος κατανομής του μη δεσμευμένου μεταβολίτη PPX εξαρτάται αποκλειστικά από το σωματικό βάρος. Καθώς ο μεταβολίτης PPX έχει μακρύτερο χρόνο ημίσειας ζωής και μικρότερο βαθμό κάθαρσης, κατά την επισκληρίδιο έγχυση ενδέχεται να σημειωθεί συσσώρευσή του.
Η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης (Clu) για τις ηλικίες άνω των 6 μηνών έχει φτάσει τις τιμές εντός του εύρους που απαντάται στους ενήλικες. Οι τιμές της ολικής κάθαρσης (CL) της ροπιβακαΐνης που παραθέτονται στον πίνακα που ακολουθεί είναι αυτές που δεν επηρεάζονται από την αύξηση που σημειώνεται στην AAG μετεγχειρητικά.
Προσεγγιστικές τιμές των φαρμακοκινητικών παραμέτρων που έχουν προκύψει από την συγκεντρωτική φαρμακοκινητική ανάλυση παιδιατρικού πληθυσμού
Ηλικία | BW α | Clu β | Vu γ | CL δ | t ε | t 1/2ppx ζ
| kg | (L/h/kg) | (L/kg) | (L/h/kg) | (h) | (h) | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Νεογέννητα | 3,27 | 2,40 | 21,86 | 0,096 | 6,3 | 43,3 |
| 1 μηνός | 4,29 | 3,60 | 25,94 | 0,143 | 5,0 | 25,7 |
| 6 μηνών | 7,85 | 8,03 | 41,71 | 0,320 | 3,6 | 14,5 |
| 1 έτους | 10,15 | 11,32 | 52,60 | 0,451 | 3,2 | 13,6 |
| 4 ετών | 16,69 | 15,91 | 65,24 | 0,633 | 2,8 | 15,1 |
| 10 ετών | 32,19 | 13,94 | 65,57 | 0,555 | 3,3 | 17,8 |
α Διάμεσο βάρος σώματος για την ανάλογη ηλικία από τη βάση δεδομένων του WHO.
β Κάθαρση της ελεύθερης ροπιβακαΐνης
γ Όγκος κατανομής της ελεύθερης ροπιβακαΐνης
δ Ολική κάθαρση της ροπιβακαΐνης
ε Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης
ζ Τελικός χρόνος ημίσειας ζωής του PPX
Η προσομοιούμενη μέση μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα (C u max ) έπειτα από μονήρη ιεροκοκκυγικό αποκλεισμό (single caudal block) έτεινε να είναι υψηλότερη στα νεογέννητα, και ο χρόνος μέχρι την επίτευξη της C u max (t max ) μειώθηκε με την αύξηση της ηλικίας. Η προσομοιούμενη μέση συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα στο τέλος μιας συνεχούς επισκληρίδιου έγχυσης χρονικής διάρκειας 72 ωρών στη συνιστώμενη δόση επίσης κατέδειξε υψηλότερα επίπεδα στα νεογέννητα σε σύγκριση με τα επίπεδα που σημειώθηκαν στα μεγαλύτερης ηλικίας βρέφη και στα παιδιά. Βλέπε επίσης παράγραφο 4.4.
Προσομοιούμενο μέσο και παρατηρούμενο εύρος της C u max του μη δεσμευμένου φαρμάκου έπειτα από μονήρη ιεροκοκκυγικό αποκλεισμό
Ηλικιακή ομάδα | Δόση (mg/kg) | C u max α (mg/L) | t max β (ώρες) | C u max γ
| (mg/L) | ||||
|---|---|---|---|---|
| 0-1 μηνός | 2,00 | 0,0582 | 2,00 | 0,05-0,08 (n=5) |
| 1-6 μηνών | 2,00 | 0,0375 | 1,50 | 0,02-0,09 (n=18) |
| 6-12 μηνών | 2,00 | 0,0283 | 1,00 | 0,01-0,05 (n=9) |
| 1-10 ετών | 2,00 | 0,0221 | 0,50 | 0,01-0,05 (n=60) |
α Μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα του μη δεσμευμένου φαρμάκου
β Χρόνος μέχρι την επίτευξη της μέγιστης συγκέντρωσης του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα
γ Παρατηρούμενη και διορθωμένη ως προς τη δόση μέγιστη συγκέντρωση του μη δεσμευμένου φαρμάκου στο πλάσμα
Στην ηλικία των 6 μηνών, όπου είναι το όριο για την μετάβαση στη συνιστώμενη δόση για την επισκληρίδιο συνεχή έγχυση, η κάθαρση της μη δεσμευμένης ροπιβακαΐνης ανήλθε σε ποσοστό 34% και του μη δεσμευμένου PPX μεταβολίτη ανήλθε σε ποσοστό 71% της τιμής που λαμβάνει όταν έχει επιτελεστεί η ωρίμανση. Η τιμή της συστηματικής κάθαρσης είναι υψηλότερη στα νεογέννητα και επίσης κατά τι υψηλότερη στα βρέφη ηλικίας μεταξύ 1 και 6 μηνών σε σύγκριση με τα μεγαλύτερα παιδιά, το οποίο σχετίζεται με το γεγονός πως (στα βρέφη ηλικίας μεταξύ 1 και 6 μηνών) δεν έχει συντελεστεί πλήρως η ωρίμανση της ηπατικής λειτουργίας. Ωστόσο, το παραπάνω αντισταθμίζεται εν μέρει από το ότι η συνιστώμενη δόση για την συνεχή έγχυση σε βρέφη κάτω των 6 μηνών είναι μειωμένη κατά 50%.
Οι προσομοιώσεις αναφορικά με τις συνολικές συγκεντρώσεις των μη δεσμευμένων ροπιβακαΐνης και μεταβολίτη PPX στο πλάσμα, βάσει των φαρμακοκινητικών παραμέτρων και της μεταβλητότητας που σημειώθηκε κατά την πληθυσμιακή ανάλυση, υποδηλώνουν πως στην περίπτωση του μονήρους ιεροκοκκυγικού αποκλεισμού η συνιστώμενη δόση θα πρέπει να αυξηθεί κατά έναν παράγοντα 2,7 στην ομάδα των μικρότερων ηλικιακά παιδιών και κατά έναν παράγοντα 7,4 στην ομάδα των παιδιών ηλικίας 1- 10 ετών, προκειμένου το προβλεπόμενο όριο του 90% διαστήματος εμπιστοσύνης να αγγίξει το όριο της συστηματικής τοξικότητας. Οι αντίστοιχοι παράγοντες για τη συνεχή επισκληρίδιο έγχυση είναι 1,8 και 3,8 αντίστοιχα.
ΕΟΦ · 15.1
Tοπικά αναισθητικά
expand_more
Tοπικά αναισθητικά
ΕΟΦ · 15.2
Γενικά Aναισθητικά
expand_more
Γενικά Aναισθητικά
Tα γενικά αναισθητικά διακρίνονται σε
-
Xορηγούμενα ενδοφλεβίως και
-
Xορηγούμενα δι’ εισπνοής
Στα ενδοφλέβια αναισθητικά υπάγονται τα ταχείας έναρξης και σχετικά βραχείας διάρκειας δράσης βαρβιτουρικά, όπως θειοπεντάλη και μη βαρβιτουρικά, όπως βενζοδιαζεπίνες, νευροληπταναισθητικά, κεταμίνη, ετομιδάτη, προποφόλη κ.ά.
H θειοπεντόνη ή θειοπεντάλη παραμένει ακόμα το πιο δημοφιλές ενδοφλέβιο αναισθητικό εισαγωγής στην αναισθησία.
Aπό τις βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται η διαζεπάμη και η μιδαζολάμη. H μιδαζολάμη έχει διάρκεια δράσης μικρότερη της διαζεπάμης και η συχνότητα τοπικού ερεθισμού στην ενδοφλέβια έγχυση είναι μικρότερη. Mπορεί να χορηγηθεί στον τοκετό. Ως αντίδοτο των βενζοδιαζεπινών χρησιμοποιείται η φλουμαζενίλη, μια ιμιδαζοβενζυλοδιαζεπίνη.
Tα νευροληπταναισθητικά σε συνδυασμό με οπιοειδή βραχείας διάρκειας δράσης (π.χ. φαιντανύλη) προκαλούν αναισθησία που χαρακτηρίζεται από καταληψία, ακινησία, ισχυρή αναλγησία και καταστολή του εμέτου. Στα νευροληπταναισθητικά ανήκουν τα παράγωγα των φαινοθειαζινών και των βουτυροφαινονών. H χρήση των φαινοθειαζινών σήμερα είναι πολύ περιορισμένη λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών τους. H χλωροπρομαζίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ελεγχόμενη υπόταση και υποθερμία και η προμεθαζίνη ως φάρμακο προνάρκωσης σε άτομα με ιστορικό αλλεργίας. Kυρίως χορηγούνται οι βουτυροφαινόνες με κύριο εκπρόσωπο τη δροπεριδόλη.
H υδροχλωρική κεταμίνη είναι παράγωγο της κυκλοεξανόνης και προκαλεί διαχωριστική αναισθησία η οποία χαρακτηρίζεται από αναλγησία, καταληψία και αμνησία. Mετά την εισαγωγή νεωτέρων παραγόντων βραχείας διάρκειας δράσης, όπως η ετομιδάτη και η προποφόλη, η χρήση της έχει περιοριστεί σημαντικά κυρίως λόγω της εμφάνισης σοβαρών ανεπιθυμήτων ενεργειών στη μετεγχειρητική περίοδο (βλ. Κεταμίνη). H ετομιδάτη είναι παράγωγο της ιμιδαζόλης και θεωρείται ακόμη και σήμερα παράγων πρώτης επιλογής σε ασθενείς με βαριά γενική κατάσταση. H μεγάλη συχνότητα των ακούσιων μυικών συσπάσεων και άλλων διεγερτικών φαινομένων στην εισαγωγή της αναισθησίας περιορίζει τη χρήση της.
H προποφόλη είναι παράγωγο των φαινολών. Tα χαρακτηριστικά της ανάνηψης (ταχεία και πλήρης) και η πιθανή αντιεμετική της δράση την καθιστούν τον παράγοντα πρώτης επιλογής σε βραχείας διάρκειας χειρουργικές επεμβάσεις.
Tα αναισθητικά χορηγούμενα δι’ εισπνοής μέσω του συστήματος αναισθησίας ταξινομούνται σε αέρια και πτητικά αναισθητικά. Στα αέρια υπάγονται το υποξείδιο του αζώτου και στα πτητικά αναισθητικά οι αλογονωμένοι υδρογονάνθρακες (αλοθάνιο) και οι αλογονωμένοι αιθέρες (ενφλουράνιο, ισοφλουράνιο, δεσφλουράνιο, σεβοφλουράνιο). Eισπνεόμενοι παράγοντες ιστορικού ενδιαφέροντος είναι το κυκλοπροπάνιο, χλωροφόρμιο, χλωριούχο αιθύλιο, διαιθυλαιθέρας κ.ά., ενώ η χρήση του μεθοξυφλουρανίου έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί λόγω των ανεπιθύμητων ενεργειών του.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Clearance
expand_more
Clearance
- 387 +/- 107 mL/min
- κάθαρση ελεύθερης πλάσματος=7.2 +/- 1.6 L/min
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοδυναμική
Σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα τοπικά αναισθητικά, η παρουσία [επινεφρίνης] δεν επηρεάζει τον χρόνο έναρξης, τη διάρκεια δράσης ή τη συστηματική απορρόφηση της ροπιβακαΐνης.
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
Μηχανισμός Δράσης
Τα τοπικά αναισθητικά όπως η ροπιβακαΐνη μπλοκάρουν τη γένεση και τη διεξαγωγή νευρικών ερεθισμάτων, πιθανώς αυξάνοντας το όριο για ηλεκτρική διέγερση στο νεύρο, επιβραδύνοντας τη διάδοση του νευρικού ερεθίσματος και μειώνοντας τον ρυθμό ανόδου του δυναμικού ενέργειας. Συγκεκριμένα, μπλοκάρουν τους διαύλους νατρίου και μειώνουν τις πιθανότητες εκπόλωσης και των συνεπακόλουθων δυναμικών ενέργειας. Γενικά, η εξέλιξη της αναισθησίας σχετίζεται με τη διάμετρο, τη μυελίνωση και την ταχύτητα αγωγιμότητας των επηρεαζόμενων νευρικών ινών.
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Απορρόφηση, Κατανομή & Απέκκριση
Η φαρμακοκινητική της ροπιβακαΐνης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη δόση, τη διαδρομή χορήγησης και την κατάσταση του ασθενούς. Μετά από επισκληρίδιο χορήγηση, η ροπιβακαΐνη υφίσταται πλήρη και διφασική απορρόφηση.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, το 86% της χορηγούμενης δόσης ροπιβακαΐνης απεκκρίνεται στα ούρα, εκ των οποίων το 1% αποτελεί αμετάβλητο μητρικό φάρμακο.
Μετά από ενδοαγγειακή έγχυση, η ροπιβακαΐνη έχει σταθερό όγκο κατανομής 41 ± 7 λίτρα. Η ροπιβακαΐνη μπορεί να διαπεράσει εύκολα τον πλακούντα.
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, η ροπιβακαΐνη έχει μέση κάθαρση πλάσματος 387 ± 107 mL/min, μη δεσμευμένη κάθαρση πλάσματος 7.2 ± 1.6 L/min και νεφρική κάθαρση 1 mL/min.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
Σύνδεση με Πρωτεΐνες
Η ροπιβακαΐνη συνδέεται 94% με πρωτεΐνες στο πλάσμα, κυρίως με την α1-όξινη γλυκοπρωτεΐνη.
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Μεταβολισμός
Η ροπιβακαΐνη υφίσταται εκτενή μεταβολισμό, κυρίως μέσω αρωματικής υδροξυλίωσης που μεσολαβείται από το CYP1A2 σε 3-OH-ροπιβακαΐνη. Οι κύριοι μεταβολίτες που απεκκρίνονται στα ούρα είναι ο N-απελκυλιωμένος μεταβολίτης (PPX) και η 3-OH-ροπιβακαΐνη. Άλλοι προσδιορισμένοι μεταβολίτες περιλαμβάνουν την 4-OH-ροπιβακαΐνη, τους μεταβολίτες 3-υδροξυ-N-απελκυλιωμένη (3-OH-PPX) και 4-υδροξυ-N-απελκυλιωμένη (4-OH-PPX), και τη 2-υδροξυ-μεθυλ-ροπιβακαΐνη (η οποία έχει ταυτοποιηθεί αλλά όχι ποσοτικοποιηθεί). Η μη δεσμευμένη PPX, η 3-υδροξυ- και η 4-υδροξυ-ροπιβακαΐνη έχουν δείξει φαρμακολογική δραστηριότητα σε ζωικά μοντέλα μικρότερη από αυτή της ροπιβακαΐνης.
Η ροπιβακαΐνη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν την 3-υδροξυ-ροπιβακαΐνη και την PPX.
Ήπαρ
Διαδρομή Απέκκρισης: Η ροπιβακαΐνη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ, κυρίως με αρωματική υδροξυλίωση που μεσολαβείται από το κυτόχρωμα P4501A σε 3-υδροξυ ροπιβακαΐνη. Μετά από μία μόνο IV δόση, περίπου το 37% της συνολικής δόσης απεκκρίνεται στα ούρα ως ελεύθερη και συζευγμένη 3-υδροξυ ροπιβακαΐνη. Συνολικά, το 86% της δόσης ροπιβακαΐνης απεκκρίνεται στα ούρα μετά από ενδοφλέβια χορήγηση, εκ των οποίων μόνο το 1% αφορά αμετάβλητο φάρμακο.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
Βιολογικός Χρόνος Ημίσειας Ζωής
Ο μέσος τελικός χρόνος ημίσειας ζωής της ροπιβακαΐνης είναι 1.8 ± 0.7 ώρες μετά από ενδοαγγειακή χορήγηση και 4.2 ± 1 ώρα μετά από επισκληρίδιο χορήγηση.
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που μπλοκάρουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά σε νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με ένα νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8th ed) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά-εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ταξινόμηση FDA
7IO5LYA57N
ΡΟΠΙΒΑΚΑΪΝΗ
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κατηγορία [EPC] - Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου
Χημική Δομή [CS] - Αμίδια
Φυσιολογικές Επιπτώσεις [PE] - Τοπική Αναισθησία
Η ροπιβακαΐνη είναι ένα Τοπικό Αναισθητικό Αμιδίου. Η φυσιολογική επίπτωση της ροπιβακαΐνης είναι μέσω Τοπικής Αναισθησίας.
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Ταξινόμηση MeSH
Φάρμακα που μπλοκάρουν τη νευρική αγωγιμότητα όταν εφαρμόζονται τοπικά σε νευρικό ιστό σε κατάλληλες συγκεντρώσεις. Δρουν σε οποιοδήποτε μέρος του νευρικού συστήματος και σε κάθε τύπο νευρικής ίνας. Σε επαφή με ένα νευρικό στέλεχος, αυτά τα αναισθητικά μπορούν να προκαλέσουν αισθητική και κινητική παράλυση στην νευρούμενη περιοχή. Η δράση τους είναι πλήρως αναστρέψιμη. (Από Gilman AG, et. al., Goodman and Gilman’s The Pharmacological Basis of Therapeutics, 8th ed) Σχεδόν όλα τα τοπικά αναισθητικά δρουν μειώνοντας την τάση των δυνητικά-εξαρτώμενων διαύλων νατρίου να ενεργοποιούνται.