TORASEMIDE(Τορασεμίδη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 3,5 ώρες
- DrugBank: 3.5 ώρες
- PubChem: 3,5 ώρες
Δέσμευση πρωτεϊνών
Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.
Βιοδιαθεσιμότητα
Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.
Απέκκριση
Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Ενδείξεις κατά έγγραφο
Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση
- Φόρτωση…
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Θεραπεία του οιδήματος (κατακράτηση υγρών)
που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με νεφρική νόσο ή με ηπατική νόσο
- R60 Οίδημα, μη ταξινομημένο αλλού
-
Θεραπεία της υπέρτασης
ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα
- I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος TORMIS
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως, πριν ή μετά το φαγητό
- Δόση έναρξης: 2,5 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία, εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο. Για υπέρταση, εάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε 4 - 6 εβδομάδες, η δόση θα αυξηθεί σε 10 mg άπαξ ημερησίως.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΔόση10 ή 20 mgΆπαξ ημερησίως. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
-
Χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΔόση20 mgΆπαξ ημερησίως. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΔόση5 ή 10 mgΆπαξ ημερησίως, χορηγείται μαζί με ανταγωνιστή της αλδοστερόνης ή με καλιοσυντηρητικά διουρητικά. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση. Εφάπαξ δόσεις άνω των 40 mg δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
-
ΥπέρτασηΔόση2,5 mg έως 5 mgΆπαξ ημερησίως. Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε περίοδο 4 - 6 εβδομάδων, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί σε 10 mg άπαξ ημερησίως, και αν δεν υπάρχει ανταπόκριση στην αυξημένη δόση θα πρέπει να προστεθεί κάποιο συμπληρωματικό φάρμακο για την υπέρταση στη θεραπευτική αγωγή.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ειδική ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις σουλφονυλουρίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)ΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
ανουρίαΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
Νεφρική ανεπάρκεια με ανουρίαΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
ηπατικό κώμα και προ-κώμαΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
υπότασηΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
εγκυμοσύνη και θηλασμόςΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
καρδιακές αρρυθμίεςΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
ταυτόχρονη θεραπεία με αμινογλυκοσίδες ή κεφαλοσπορίνεςΠληθυσμόςΑσθενείς με
-
νεφρική δυσλειτουργία λόγω φαρμάκων που προκαλούν νεφρική βλάβηΠληθυσμόςΑσθενείς με
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διαταραχές ηλεκτρολυτών και όγκουπρέπει να διορθωθούν πριν από τη θεραπεία
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια στη λακτάση LAPP (ανεπάρκεια που έχει παρατηρηθεί σε κάποιους πληθυσμούς στη Λαπωνία) ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςδεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καρδιακές γλυκοσίδεςπροσοχήΑνεπάρκεια καλίου και / ή μαγνησίου μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία του καρδιακού μυός σε τέτοια φάρμακα.
-
Αλατο- και γλυκοκορτικοειδή, καθαρτικάπαρακολούθησηΑύξηση της καλιουρητικής δράσης.
-
Αντιυπερτασικά φάρμακαπροσοχήΗ δράση τους μπορεί να αυξηθεί.
-
Αμινογλυκοσίδες αντιβιοτικάπροσοχήΑύξηση της τοξικότητας.
-
Παρασκευάσματα σισπλατίνηςπροσοχήΑύξηση της τοξικότητας.
-
ΚεφαλοσπορίνεςπροσοχήΑύξηση των νεφροτοξικών αποτελεσμάτων.
-
προσοχήΑύξηση της καρδιο-και νευροτοξικής επίδρασης.
-
Κουράριο (περιέχει μυοχαλαρωτικά)παρακολούθησηΑύξηση της δράσης του.
-
παρακολούθησηΑύξηση της δράσης της.
-
Σαλικυλικά (υψηλές δόσεις)προσοχήΑύξηση της τοξικότητας από σαλικυλικά λόγω ανταγωνισμού για απέκκριση από τα νεφρικά σωληνάρια.
-
Αντιδιαβητικά φάρμακαπροσοχήΗ δράση τους μπορεί να μειωθεί.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος)προσοχήΠιθανότητα νεφρικής ανεπάρκειας (αναλογία με φουροσεμίδη).
-
Αναστολέας ΜΕΑπροσοχήΠροσωρινή υπόταση κατά την έναρξη ή αλλαγή δοσολογίας.ΣύστασηΕλαχιστοποίηση με μείωση της δόσης έναρξης του αναστολέα ΜΕΑ και / ή τη μείωση ή τη προσωρινή διακοπή της δόσης της τορασεμίδης.
-
Φάρμακα που αυξάνουν τη πίεση του αίματος (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)παρακολούθησηΗ τορασεμίδη μπορεί να μειώσει την αρτηριακή ανταπόκριση.
-
Μη-στεροειδή αντί-φλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. ινδομεθακίνη), προβενεσίδηπαρακολούθησηΜπορεί να μειώσουν τη διουρητική και αντιυπερτασική δράση της τορασεμίδης.
-
προσοχήΜειωμένη απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης τορασεμίδης (σε μελέτη σε ζώα).
-
Αμινογλυκοσίδες και αιθακρυνικό οξύ (γενικά με διουρητικά)προσοχήΑύξηση της πιθανότητας ωτοτοξικότητας, ειδικά με μειωμένη νεφρική λειτουργία. (Δεν έχει μελετηθεί ειδικά με τορασεμίδη).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Διαταραχές ισοζυγίου ύδατος και ηλεκτρολυτών
- Αύξηση των επιπέδων ουρικού οξέος
- Αύξηση των επιπέδων γλυκόζης
- Αύξηση των επιπέδων λιπιδίων
- Επιδείνωση της μεταβολικής αλκάλωσης
- Υποκαλιαιμία
- Απώλεια όρεξης
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Υπόταση
- Αδυναμία
- Κατάσταση σύγχυσης
- Κράμπες
- Θρομβοεμβολικές επιπλοκές
- Κυκλοφορικές διαταραχές λόγω αιμοσυμπύκνωσης
- Συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος
- Παγκρεατίτιδα
- Ξηροστομία
- Καθίζηση
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στον ορό του αίματος
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό του αίματος
- Αύξηση των επιπέδων ορισμένων ηπατικών ενζύμων (π.χ. γ-GT)
- Μειώσεις των επιπέδων των ερυθρών αιμοσφαιρίων
- Μειώσεις των επιπέδων των λευκών αιμοσφαιρίων
- Μειώσεις των επιπέδων των αιμοπεταλίων
- Αλλεργικές αντιδράσεις
- Αναφυλαξία
- Κνησμός
- Φωτοευαισθησία
- Οπτικές ενοχλήσεις
- Παραισθησία των άκρων
- Εμβοές
- Απώλεια ακοής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΠαραισθησία των άκρωνΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΑλλεργικές αντιδράσειςΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑναφυλαξίαΑνοσοποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΑπώλεια ακοήςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοεμβολικές επιπλοκέςΚαρδιαγγειακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΚυκλοφορικές διαταραχές λόγω αιμοσυμπύκνωσηςΚαρδιαγγειακό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των επιπέδων των αιμοπεταλίωνΑιματολογία
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των επιπέδων των ερυθρών αιμοσφαιρίωνΑιματολογία
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των επιπέδων των λευκών αιμοσφαιρίωνΑιματολογία
-
Πολύ σπάνιεςΟπτικές ενοχλήσειςΝευρικό σύστημα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΦωτοευαισθησίαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑδυναμίαΓενικές
-
Μη γνωστέςΑπώλεια όρεξηςΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό του αίματοςΝεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΑυξημένα επίπεδα ουρίας στον ορό του αίματοςΝεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΑύξηση των επιπέδων γλυκόζηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑύξηση των επιπέδων λιπιδίωνΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΑύξηση των επιπέδων ορισμένων ηπατικών ενζύμων (π.χ. γ-GT)Ήπαρ
-
Μη γνωστέςΑύξηση των επιπέδων ουρικού οξέοςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές ισοζυγίου ύδατος και ηλεκτρολυτώνΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΕπιδείνωση της μεταβολικής αλκάλωσηςΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη γνωστέςΖάληΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚαθίζηση (σε ασθενείς με απόφραξη των ουροφόρων οδών ή κατακράτηση ούρων)Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΚατάσταση σύγχυσηςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΚράμπεςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΣυμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματοςΓαστρεντερικό σύστημα
-
Μη γνωστέςΥπνηλίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥποκαλιαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ τορασεμίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Δεν υπήρξε εμβρυοτοξικότητα ή τερατογένεση σε αρουραίους και κουνέλια σε χαμηλότερες δόσεις. Παρατηρήθηκε μητρική και εμβρυϊκή τοξικότητα (μείωση μέσου σωματικού βάρους, αύξηση παλίνδρομων κυήσεων και καθυστέρηση εμβρυϊκής οστεοποίησης) σε κουνέλια και αρουραίους σε υψηλότερες δόσεις.
-
ΓαλουχίαΗ χορήγησή της αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία.Δεν είναι γνωστό εάν η τορασεμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- έντονη διούρηση
- απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών
- υπνηλία
- σύγχυση
- υπόταση
- κυκλοφορική κατάρρευση
- γαστρεντερικές ενοχλήσεις
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά αγκύλης: Σουλφοναμίδες, αμιγείς, Κωδικός ATC: C03CA04
Μηχανισμός δράσης
Μελέτες μικροπαρακέντησης σε ζώα έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη δρα από το εσωτερικό τμήμα της βάσης του παχέος ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle, όπου αναστέλλει το σύστημα της αντλίας Na+/K+/2Cl-. Οι μελέτες της κλινικής φαρμακολογίας έχουν επιβεβαιώσει τη θέση δράσης στον άνθρωπο, χωρίς να έχουν καταδείξει επιπτώσεις σε άλλα τμήματα του νεφρώνα. Συνεπώς, η διουρητική δράση συσχετίζεται καλύτερα με το ρυθμό απέκκρισης της τορασεμίδης στα ούρα σε σχέση με την συγκέντρωση στο αίμα. Η τορασεμίδη αυξάνει τη νεφρική απέκκριση του νατρίου του χλωρίου και του νερού, αλλά δεν μεταβάλλει σημαντικά το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, τη νεφρική ροή του πλάσματος, ή την οξεοβασική ισορροπία.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι διουρητικές επιδράσεις της τορασεμίδης αρχίζουν μέσα σε 10 λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και φτάνουν στο μέγιστο την πρώτη ώρα. Με την από του στόματος χορήγηση, η διούρηση αρχίζει μέσα σε μία ώρα και φθάνει στο μέγιστο την πρώτη ή τη δεύτερη ώρα. Ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης, η διούρηση παραμένει για περίπου 6 έως 8 ώρες. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν εφάπαξ δόσεις, η σχέση δόσης-απόκρισης για απέκκριση νατρίου είναι γραμμική στις δόσεις από 2,5 έως 20 mg. Η αύξηση της απέκκρισης του καλίου είναι αμελητέα μετά από μία εφάπαξ δόση έως 10 mg και ήπια μόνο (5 έως 15 mEq) ως επακόλουθο μίας δόσης 20 mg. Η τορασεμίδη έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ασθενείς, με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ έως ΙV, κατά την Καρδιολογική Εταιρεία της Νέας Υόρκης (New York Heart Association). Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 10 έως 20 mg τορασεμίδης καθημερινά σε αυτές τις μελέτες πέτυχαν σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις σωματικού βάρους και οιδήματος από εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε κλινικές μελέτες ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια χωρίς ανουρία που έλαβαν μία εφάπαξ δόση, οι υψηλές δόσεις τορασεμίδης (20 έως 200 mg) έδειξαν σημαντική αύξηση απέκκρισης νερού και νατρίου, ενώ δεν έχει εκτιμηθεί εάν, σε σοβαρές περιπτώσεις όπου οι ασθενείς υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η χρόνια θεραπεία με τορασεμίδη 200 mg θα προκαλούσε την κατακράτηση υγρών κατάσταση ισορροπίας. Με τη χορήγηση ανταγωνιστών της αλδοστερόνης, η τορασεμίδη αυξάνει την απέκκριση νατρίου και υγρών σε ασθενείς με οίδημα ή ασκίτη λόγω κίρρωσης του ήπατος. Ο ρυθμός της νεφρικής απέκκρισης του νατρίου που σχετίζεται με την τορασεμίδη είναι μικρότερος σε ασθενείς με κίρρωση σε σχέση με υγιείς εθελοντές (πιθανώς λόγω υπεραλδοστερονισμού και κατακράτησης νατρίου, χαρακτηριστικά της πυλαίας υπέρτασης και του ασκίτη). Ωστόσο, εξαιτίας της αυξημένης νεφρικής κάθαρσης της τορασεμίδης σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, αυτοί οι παράγοντες τείνουν να αντιρροπούνται και το αποτέλεσμα είναι μία γενική νατριουρητική απόκριση παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη μειώνει την αρτηριακή πίεση όταν χορηγείται μία φορά ημερησίως σε δόσεις των 5 έως 10 mg. Η αντιϋπερτασική δράση είναι κοντά στο μέγιστο μετά από 4 έως 6 εβδομάδες θεραπείας, αλλά μπορεί να αυξηθεί έως τις 12 εβδομάδες. Η συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση μειώνονται σε ύπτια και όρθια θέση. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική ορθοστατική επίδραση και υπήρχε ελάχιστη διαφορά στη διακύμανση της μέγιστης μείωσης της πίεσης. Όταν η τορασεμίδη χορηγείται για πρώτη φορά, η ημερήσια απέκκριση νατρίου αυξάνεται για μία εβδομάδα τουλάχιστον. Ωστόσο, με τη χρόνια χορήγηση η καθημερινή απώλεια νατρίου εξισορροπείται με τη διατροφική πρόσληψη. Εάν η χορήγηση τορασεμίδης διακοπεί ξαφνικά, η αρτηριακή πίεση επιστρέφει στα επίπεδα που είχε πριν την έναρξη της θεραπείας, χωρίς να τα υπερβαίνει, μέσα σε λίγες ημέρες. Η τορασεμίδη έχει συγχορηγηθεί με β-αδρενεργικούς αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και ανταγωνιστές του ασβεστίου. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις και δεν κρίθηκε αναγκαία η ρύθμιση της δοσολογίας. Από όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τορασεμίδη στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές λόγω ηλικίας στην αποτελεσματικότητα ή στην ασφάλεια μεταξύ μεγαλύτερων και νεότερων ασθενών.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Γλυκόζη αίματος | glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης | τακτική | Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη |
| Λιπίδια αίματος | monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος | τακτική | Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| ασθενών με τάση υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας | more_horizΆλλο / λοιπά | προσεκτική | — |
| ισορροπία των ηλεκτρολυτών | more_horizΆλλο / λοιπά | τακτική | Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη |
| κρεατινίνη στο αίμα | more_horizΆλλο / λοιπά | τακτική | Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη |
| μεταβολισμός των υδατανθράκων | more_horizΆλλο / λοιπά | — | σε λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη |
| ουρικό οξύ στο αίμα | more_horizΆλλο / λοιπά | τακτική | Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
99%
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
- 12 έως 15 L [σε φυσιολογικούς ενήλικες ή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια]
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
Η τορασεμίδη είναι το διουρητικό με την υψηλότερη από του στόματος βιοδιαθεσιμότητα, ακόμη και σε προχωρημένα στάδια χρόνιας νεφρικής νόσου. Αυτή η βιοδιαθεσιμότητα τείνει να είναι υψηλότερη από 80%, ανεξαρτήτως της κατάστασης του ασθενούς. Η μέγιστη συγκέντρωση στον ορό αναφέρεται ότι είναι 1 ώρα και οι παράμετροι απορρόφησης δεν επηρεάζονται από τη συνδυαστική χρήση με τροφή.
Η τορασεμίδη μεταβολίζεται κυρίως στο ήπαρ και απεκκρίνεται στα κόπρανα, από τα οποία περίπου το 70-80% της χορηγούμενης δόσης απεκκρίνεται μέσω αυτής της οδού. Από την άλλη πλευρά, περίπου το 20-30% της χορηγούμενης δόσης ανευρίσκεται στα ούρα.
Ο όγκος κατανομής της τορασεμίδης είναι 0,2 L/kg.
Ο ρυθμός κάθαρσης της τορασεμίδης μειώνεται σημαντικά από την παρουσία νεφρικών διαταραχών.
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
Η τορασεμίδη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και μόνο το 20% της δόσης παραμένει αμετάβλητο και ανακτάται στα ούρα. Μεταβολίζεται μέσω των ηπατικών CYP2C8 και CYP2C9 κυρίως με αντιδράσεις υδροξυλίωσης, οξείδωσης και αναγωγής σε 5 μεταβολίτες. Ο κύριος μεταβολίτης, ο Μ5, είναι φαρμακολογικά ανενεργός. Υπάρχουν 2 δευτερεύοντες μεταβολίτες, ο Μ1, ο οποίος έχει τη δέκατη δραστικότητα της τορασεμίδης, και ο Μ3, ο οποίος έχει ίση δραστικότητα με την τορασεμίδη. Συνολικά, η τορασεμίδη φαίνεται να ευθύνεται για το 80% της συνολικής διουρητικής δραστηριότητας, ενώ οι μεταβολίτες Μ1 και Μ3 ευθύνονται για το 9% και 11% αντίστοιχα.
Η τορασεμίδη έχει γνωστούς ανθρώπινους μεταβολίτες που περιλαμβάνουν τη N-[(4-{[3-(υδροξυμεθυλ)φαινυλ]ιμινο}-1,4-διυδροπυριδιν-3-υλ)σουλφονυλ]προπαν-2-καρβαμιμιδο οξύ.
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ); Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΠΗΔΗΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη λειτουργία των νεφρών.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ που συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν του αγκύλου του Henle στο σημείο σύνδεσης της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΜΑΚΡΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ, ΚΑΤΙΟΝΤΟΣ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
W31X2H97FB
ΤΟΡΑΣΕΜΙΔΗ
Φυσιολογικές Επιδράσεις [PE] - Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle
Καθιερωμένη Φαρμακολογική Κλάση [EPC] - Διουρητικό Αγκύλης
Η τορασεμίδη είναι ένα Διουρητικό Αγκύλης. Η φυσιολογική επίδραση της τορασεμίδης οφείλεται στην Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle.
ΤΟΡΑΣΕΜΙΔΗ
Αυξημένη Διούρηση στην Αγκύλη του Henle [PE]; Διουρητικό Αγκύλης [EPC]
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Διουρητικά αγκύλης (συμπτωματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.
Επιστημονικό Προφίλ
expand_more
Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ); Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΠΗΔΗΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.
Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη λειτουργία των νεφρών.
Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ που συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν του αγκύλου του Henle στο σημείο σύνδεσης της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΜΑΚΡΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ, ΚΑΤΙΟΝΤΟΣ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.