Clinio Logo
Clinio
ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΟΥΣΙΑ C03CA04 SPC ΕΟΦ DrugBank PubChem Σκευάσματα

TORASEMIDE(Τορασεμίδη)

Ημίσεια ζωή

Ημίσεια ζωή

Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.

Κατά την πηγή: περίπου 3,5 ώρες

Άλλες πηγές αναφέρουν:
  • DrugBank: 3.5 ώρες
  • PubChem: 3,5 ώρες
3.5 ώρες ΠΧΠ (SPC)
Δέσμευση πρωτεϊνών

Δέσμευση πρωτεϊνών

Το ποσοστό του φαρμάκου που κυκλοφορεί δεσμευμένο σε πρωτεΐνες του πλάσματος. Δρα μόνο το ελεύθερο κλάσμα, γι' αυτό η υψηλή δέσμευση αυξάνει τον κίνδυνο αλληλεπιδράσεων εκτόπισης.

> 99% DrugBank
Βιοδιαθεσιμότητα

Βιοδιαθεσιμότητα

Το ποσοστό της χορηγούμενης δόσης που φτάνει αναλλοίωτο στη συστηματική κυκλοφορία.

80% DrugBank
Απέκκριση

Απέκκριση

Η κύρια οδός αποβολής του φαρμάκου. Δείχνει πού χρειάζεται προσαρμογή δόσης — σε νεφρική ή σε ηπατική ανεπάρκεια.

Νεφρά/Ήπαρ DrugBank
Καθαρίζει (~5×t½)

Καθαρίζει (~5×t½)

Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.

17.5 ώρες arrow_forward

Σκευάσματα και τιμές

Φόρτωση...
Δεδομένα ΕΟΦ (04/2026)

Ενδείξεις κατά έγγραφο

Ατομικές ενδείξεις όπως δηλώνονται στα πιστοποιημένα κείμενα των SPC, με τεκμηρίωση

έλεγχος κάλυψης…
  1. Φόρτωση…

Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Επιμελημένα δεδομένα από το SPC

SPC
Κείμενο ενός σκευάσματος, όχι της δραστικής. Οι ενότητες προέρχονται από την ΠΧΠ του TORMIS και καλύπτουν 7 από 10 συσκευασίες της δραστικής. Άλλες φαρμακοτεχνικές μορφές και οδοί χορήγησης μπορεί να έχουν διαφορετικές ενδείξεις, δοσολογία και προειδοποιήσεις — συμβουλευθείτε την ΠΧΠ του σκευάσματος που συνταγογραφείτε.
clinical_notes

Ενδείξεις

ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
  1. Θεραπεία του οιδήματος (κατακράτηση υγρών)

    που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια ή με νεφρική νόσο ή με ηπατική νόσο

    • R60 Οίδημα, μη ταξινομημένο αλλού
  2. Θεραπεία της υπέρτασης

    ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλα αντιϋπερτασικά φάρμακα

    • I10 Ιδιοπαθής υπέρταση

Αναζήτηση φαρμάκων ανά ένδειξη
medication

Μορφή & Εμφάνιση

ΠΧΠ (SPC) §3 · περιγραφή σκευάσματος TORMIS
expand_more
Δισκία.
Tormis 5 mg δισκία: Τα δισκία είναι λευκά με φακοειδές σχήμα.
Tormis 10 mg δισκία: Τα δισκία είναι λευκά με φακοειδές σχήμα και χαραγμένα
με αυλακώσεις. Τα δισκία έχουν χαραγή για την διευκόλυνση της κατάποσης,
αλλά όχι για να διαχωριστούν σε ίσες δόσεις.
medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οδός:
από του στόματος
Χορήγηση:
άπαξ ημερησίως, πριν ή μετά το φαγητό
Δόση έναρξης:
2,5 mg άπαξ ημερησίως
Τιτλοποίηση:
Για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και ηπατική δυσλειτουργία, εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο. Για υπέρταση, εάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε 4 - 6 εβδομάδες, η δόση θα αυξηθεί σε 10 mg άπαξ ημερησίως.
  • Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια
    Δόση10 ή 20 mg
    Άπαξ ημερησίως. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
    Δόση20 mg
    Άπαξ ημερησίως. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
  • Ηπατική δυσλειτουργία
    Δόση5 ή 10 mg
    Άπαξ ημερησίως, χορηγείται μαζί με ανταγωνιστή της αλδοστερόνης ή με καλιοσυντηρητικά διουρητικά. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση. Εφάπαξ δόσεις άνω των 40 mg δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
  • Υπέρταση
    Δόση2,5 mg έως 5 mg
    Άπαξ ημερησίως. Εάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε περίοδο 4 - 6 εβδομάδων, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί σε 10 mg άπαξ ημερησίως, και αν δεν υπάρχει ανταπόκριση στην αυξημένη δόση θα πρέπει να προστεθεί κάποιο συμπληρωματικό φάρμακο για την υπέρταση στη θεραπευτική αγωγή.
  • Ηλικιωμένοι
    Δεν απαιτείται ειδική ρύθμιση της δοσολογίας.
  • Παιδιατρικός πληθυσμός
    Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις σουλφονυλουρίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • ανουρία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • Νεφρική ανεπάρκεια με ανουρία
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • ηπατικό κώμα και προ-κώμα
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • υπόταση
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • εγκυμοσύνη και θηλασμός
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • καρδιακές αρρυθμίες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • ταυτόχρονη θεραπεία με αμινογλυκοσίδες ή κεφαλοσπορίνες
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
  • νεφρική δυσλειτουργία λόγω φαρμάκων που προκαλούν νεφρική βλάβη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Διαταραχές ηλεκτρολυτών και όγκου
    πρέπει να διορθωθούν πριν από τη θεραπεία
  • Λακτόζη
    ΠληθυσμόςΑσθενείς με κληρονομική δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια στη λακτάση LAPP (ανεπάρκεια που έχει παρατηρηθεί σε κάποιους πληθυσμούς στη Λαπωνία) ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης
    δεν πρέπει να παίρνουν αυτό το φάρμακο
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
  • Καρδιακές γλυκοσίδες
    προσοχή
    Ανεπάρκεια καλίου και / ή μαγνησίου μπορεί να αυξήσει την ευαισθησία του καρδιακού μυός σε τέτοια φάρμακα.
  • Αλατο- και γλυκοκορτικοειδή, καθαρτικά
    παρακολούθηση
    Αύξηση της καλιουρητικής δράσης.
  • Αντιυπερτασικά φάρμακα
    προσοχή
    Η δράση τους μπορεί να αυξηθεί.
  • Αμινογλυκοσίδες αντιβιοτικά
    προσοχή
    Αύξηση της τοξικότητας.
  • Παρασκευάσματα σισπλατίνης
    προσοχή
    Αύξηση της τοξικότητας.
  • Κεφαλοσπορίνες
    προσοχή
    Αύξηση των νεφροτοξικών αποτελεσμάτων.
  • προσοχή
    Αύξηση της καρδιο-και νευροτοξικής επίδρασης.
  • Κουράριο (περιέχει μυοχαλαρωτικά)
    παρακολούθηση
    Αύξηση της δράσης του.
  • παρακολούθηση
    Αύξηση της δράσης της.
  • Σαλικυλικά (υψηλές δόσεις)
    προσοχή
    Αύξηση της τοξικότητας από σαλικυλικά λόγω ανταγωνισμού για απέκκριση από τα νεφρικά σωληνάρια.
  • Αντιδιαβητικά φάρμακα
    προσοχή
    Η δράση τους μπορεί να μειωθεί.
  • Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (συμπεριλαμβανομένου του ακετυλοσαλικυλικού οξέος)
    προσοχή
    Πιθανότητα νεφρικής ανεπάρκειας (αναλογία με φουροσεμίδη).
  • Αναστολέας ΜΕΑ
    προσοχή
    Προσωρινή υπόταση κατά την έναρξη ή αλλαγή δοσολογίας.
    ΣύστασηΕλαχιστοποίηση με μείωση της δόσης έναρξης του αναστολέα ΜΕΑ και / ή τη μείωση ή τη προσωρινή διακοπή της δόσης της τορασεμίδης.
  • Φάρμακα που αυξάνουν τη πίεση του αίματος (π.χ. αδρεναλίνη, νοραδρεναλίνη)
    παρακολούθηση
    Η τορασεμίδη μπορεί να μειώσει την αρτηριακή ανταπόκριση.
  • Μη-στεροειδή αντί-φλεγμονώδη φάρμακα (π.χ. ινδομεθακίνη), προβενεσίδη
    παρακολούθηση
    Μπορεί να μειώσουν τη διουρητική και αντιυπερτασική δράση της τορασεμίδης.
  • Μειωμένη απορρόφηση της από του στόματος χορηγούμενης τορασεμίδης (σε μελέτη σε ζώα).
  • Αμινογλυκοσίδες και αιθακρυνικό οξύ (γενικά με διουρητικά)
    προσοχή
    Αύξηση της πιθανότητας ωτοτοξικότητας, ειδικά με μειωμένη νεφρική λειτουργία. (Δεν έχει μελετηθεί ειδικά με τορασεμίδη).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
  • Διαταραχές ισοζυγίου ύδατος και ηλεκτρολυτών
  • Αύξηση των επιπέδων ουρικού οξέος
  • Αύξηση των επιπέδων γλυκόζης
  • Αύξηση των επιπέδων λιπιδίων
  • Επιδείνωση της μεταβολικής αλκάλωσης
Μεταβολισμός
  • Υποκαλιαιμία
  • Απώλεια όρεξης
Νευρικό
  • Κεφαλαλγία
  • Ζάλη
  • Υπνηλία
Αγγειακές
  • Υπόταση
Γενικές
  • Αδυναμία
Ψυχιατρικές
  • Κατάσταση σύγχυσης
Μυοσκελετικό
  • Κράμπες
Καρδιαγγειακό σύστημα
  • Θρομβοεμβολικές επιπλοκές
  • Κυκλοφορικές διαταραχές λόγω αιμοσυμπύκνωσης
Γαστρεντερικό σύστημα
  • Συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος
Γαστρεντερικό
  • Παγκρεατίτιδα
  • Ξηροστομία
Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
  • Καθίζηση
  • Αυξημένα επίπεδα ουρίας στον ορό του αίματος
  • Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό του αίματος
Ήπαρ
  • Αύξηση των επιπέδων ορισμένων ηπατικών ενζύμων (π.χ. γ-GT)
Αιματολογία
  • Μειώσεις των επιπέδων των ερυθρών αιμοσφαιρίων
  • Μειώσεις των επιπέδων των λευκών αιμοσφαιρίων
  • Μειώσεις των επιπέδων των αιμοπεταλίων
Ανοσοποιητικό
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
  • Αναφυλαξία
Δέρμα
  • Κνησμός
  • Φωτοευαισθησία
Νευρικό σύστημα
  • Οπτικές ενοχλήσεις
  • Παραισθησία των άκρων
Αυτί
  • Εμβοές
  • Απώλεια ακοής
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
  • Παραισθησία των άκρων
    Νευρικό σύστημα
    Σπάνιες
  • Αλλεργικές αντιδράσεις
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Αναφυλαξία
    Ανοσοποιητικό
    Πολύ σπάνιες
  • Απώλεια ακοής
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Εμβοές
    Αυτί
    Πολύ σπάνιες
  • Θρομβοεμβολικές επιπλοκές
    Καρδιαγγειακό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Κνησμός
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Κυκλοφορικές διαταραχές λόγω αιμοσυμπύκνωσης
    Καρδιαγγειακό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Μειώσεις των επιπέδων των αιμοπεταλίων
    Αιματολογία
    Πολύ σπάνιες
  • Μειώσεις των επιπέδων των ερυθρών αιμοσφαιρίων
    Αιματολογία
    Πολύ σπάνιες
  • Μειώσεις των επιπέδων των λευκών αιμοσφαιρίων
    Αιματολογία
    Πολύ σπάνιες
  • Οπτικές ενοχλήσεις
    Νευρικό σύστημα
    Πολύ σπάνιες
  • Παγκρεατίτιδα
    Γαστρεντερικό
    Πολύ σπάνιες
  • Φωτοευαισθησία
    Δέρμα
    Πολύ σπάνιες
  • Αδυναμία
    Γενικές
    Μη γνωστές
  • Απώλεια όρεξης
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στον ορό του αίματος
    Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αυξημένα επίπεδα ουρίας στον ορό του αίματος
    Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων γλυκόζης
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων λιπιδίων
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων ορισμένων ηπατικών ενζύμων (π.χ. γ-GT)
    Ήπαρ
    Μη γνωστές
  • Αύξηση των επιπέδων ουρικού οξέος
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Διαταραχές ισοζυγίου ύδατος και ηλεκτρολυτών
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Επιδείνωση της μεταβολικής αλκάλωσης
    Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
    Μη γνωστές
  • Ζάλη
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Καθίζηση (σε ασθενείς με απόφραξη των ουροφόρων οδών ή κατακράτηση ούρων)
    Νεφρικό και ουροποιητικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Κατάσταση σύγχυσης
    Ψυχιατρικές
    Μη γνωστές
  • Κεφαλαλγία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Κράμπες
    Μυοσκελετικό
    Μη γνωστές
  • Ξηροστομία
    Γαστρεντερικό
    Μη γνωστές
  • Συμπτώματα του γαστρεντερικού συστήματος
    Γαστρεντερικό σύστημα
    Μη γνωστές
  • Υπνηλία
    Νευρικό
    Μη γνωστές
  • Υποκαλιαιμία
    Μεταβολισμός
    Μη γνωστές
  • Υπόταση
    Αγγειακές
    Μη γνωστές
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται expand_more
  • Κύηση
    Η τορασεμίδη αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.
    Δεν υπήρξε εμβρυοτοξικότητα ή τερατογένεση σε αρουραίους και κουνέλια σε χαμηλότερες δόσεις. Παρατηρήθηκε μητρική και εμβρυϊκή τοξικότητα (μείωση μέσου σωματικού βάρους, αύξηση παλίνδρομων κυήσεων και καθυστέρηση εμβρυϊκής οστεοποίησης) σε κουνέλια και αρουραίους σε υψηλότερες δόσεις.
  • Γαλουχία
    Η χορήγησή της αντενδείκνυται κατά τη γαλουχία.
    Δεν είναι γνωστό εάν η τορασεμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
e911_emergency

Υπερδοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Συμπτώματα
  • έντονη διούρηση
  • απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών
  • υπνηλία
  • σύγχυση
  • υπόταση
  • κυκλοφορική κατάρρευση
  • γαστρεντερικές ενοχλήσεις
Αντιμετώπιση
Μείωση της δόσης ή διακοπή της τορασεμίδης και αντικατάσταση υγρών και ηλεκτρολυτών.
ΑιμοκάθαρσηΌχι
directions_car

Επίδραση στην οδήγηση

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επηρεάζει την οδήγησηΝαι
Η επίδραση είναι σημαντική, ειδικά αν λαμβάνεται ταυτόχρονα με αλκοόλ.
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική

Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά αγκύλης: Σουλφοναμίδες, αμιγείς, Κωδικός ATC: C03CA04

Μηχανισμός δράσης

Μελέτες μικροπαρακέντησης σε ζώα έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη δρα από το εσωτερικό τμήμα της βάσης του παχέος ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle, όπου αναστέλλει το σύστημα της αντλίας Na+/K+/2Cl-. Οι μελέτες της κλινικής φαρμακολογίας έχουν επιβεβαιώσει τη θέση δράσης στον άνθρωπο, χωρίς να έχουν καταδείξει επιπτώσεις σε άλλα τμήματα του νεφρώνα. Συνεπώς, η διουρητική δράση συσχετίζεται καλύτερα με το ρυθμό απέκκρισης της τορασεμίδης στα ούρα σε σχέση με την συγκέντρωση στο αίμα. Η τορασεμίδη αυξάνει τη νεφρική απέκκριση του νατρίου του χλωρίου και του νερού, αλλά δεν μεταβάλλει σημαντικά το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, τη νεφρική ροή του πλάσματος, ή την οξεοβασική ισορροπία.

Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις

Οι διουρητικές επιδράσεις της τορασεμίδης αρχίζουν μέσα σε 10 λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και φτάνουν στο μέγιστο την πρώτη ώρα. Με την από του στόματος χορήγηση, η διούρηση αρχίζει μέσα σε μία ώρα και φθάνει στο μέγιστο την πρώτη ή τη δεύτερη ώρα. Ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης, η διούρηση παραμένει για περίπου 6 έως 8 ώρες. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν εφάπαξ δόσεις, η σχέση δόσης-απόκρισης για απέκκριση νατρίου είναι γραμμική στις δόσεις από 2,5 έως 20 mg. Η αύξηση της απέκκρισης του καλίου είναι αμελητέα μετά από μία εφάπαξ δόση έως 10 mg και ήπια μόνο (5 έως 15 mEq) ως επακόλουθο μίας δόσης 20 mg. Η τορασεμίδη έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ασθενείς, με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ έως ΙV, κατά την Καρδιολογική Εταιρεία της Νέας Υόρκης (New York Heart Association). Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 10 έως 20 mg τορασεμίδης καθημερινά σε αυτές τις μελέτες πέτυχαν σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις σωματικού βάρους και οιδήματος από εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Σε κλινικές μελέτες ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια χωρίς ανουρία που έλαβαν μία εφάπαξ δόση, οι υψηλές δόσεις τορασεμίδης (20 έως 200 mg) έδειξαν σημαντική αύξηση απέκκρισης νερού και νατρίου, ενώ δεν έχει εκτιμηθεί εάν, σε σοβαρές περιπτώσεις όπου οι ασθενείς υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η χρόνια θεραπεία με τορασεμίδη 200 mg θα προκαλούσε την κατακράτηση υγρών κατάσταση ισορροπίας. Με τη χορήγηση ανταγωνιστών της αλδοστερόνης, η τορασεμίδη αυξάνει την απέκκριση νατρίου και υγρών σε ασθενείς με οίδημα ή ασκίτη λόγω κίρρωσης του ήπατος. Ο ρυθμός της νεφρικής απέκκρισης του νατρίου που σχετίζεται με την τορασεμίδη είναι μικρότερος σε ασθενείς με κίρρωση σε σχέση με υγιείς εθελοντές (πιθανώς λόγω υπεραλδοστερονισμού και κατακράτησης νατρίου, χαρακτηριστικά της πυλαίας υπέρτασης και του ασκίτη). Ωστόσο, εξαιτίας της αυξημένης νεφρικής κάθαρσης της τορασεμίδης σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, αυτοί οι παράγοντες τείνουν να αντιρροπούνται και το αποτέλεσμα είναι μία γενική νατριουρητική απόκριση παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιείς εθελοντές. Ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη μειώνει την αρτηριακή πίεση όταν χορηγείται μία φορά ημερησίως σε δόσεις των 5 έως 10 mg. Η αντιϋπερτασική δράση είναι κοντά στο μέγιστο μετά από 4 έως 6 εβδομάδες θεραπείας, αλλά μπορεί να αυξηθεί έως τις 12 εβδομάδες. Η συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση μειώνονται σε ύπτια και όρθια θέση. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική ορθοστατική επίδραση και υπήρχε ελάχιστη διαφορά στη διακύμανση της μέγιστης μείωσης της πίεσης. Όταν η τορασεμίδη χορηγείται για πρώτη φορά, η ημερήσια απέκκριση νατρίου αυξάνεται για μία εβδομάδα τουλάχιστον. Ωστόσο, με τη χρόνια χορήγηση η καθημερινή απώλεια νατρίου εξισορροπείται με τη διατροφική πρόσληψη. Εάν η χορήγηση τορασεμίδης διακοπεί ξαφνικά, η αρτηριακή πίεση επιστρέφει στα επίπεδα που είχε πριν την έναρξη της θεραπείας, χωρίς να τα υπερβαίνει, μέσα σε λίγες ημέρες. Η τορασεμίδη έχει συγχορηγηθεί με β-αδρενεργικούς αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και ανταγωνιστές του ασβεστίου. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις και δεν κρίθηκε αναγκαία η ρύθμιση της δοσολογίας. Από όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τορασεμίδη στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές λόγω ηλικίας στην αποτελεσματικότητα ή στην ασφάλεια μεταξύ μεγαλύτερων και νεότερων ασθενών.

description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Φαρμακοκινητική
Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων τορασεμίδης είναι περίπου 80% με μικρή διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ατόμων, το 90% διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται από 75% έως 89%. Η τορασεμίδη απορροφάται με ελάχιστο μεταβολισμό πρώτης διόδου, και η συγκέντρωση ορού φθάνει στο μέγιστο (Cmax) εντός μιας ώρας μετά από του στόματος χορήγηση. Η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) συγκέντρωσης ορού μετά από του στόματος χορήγηση είναι ανάλογη της δόσης με εύρος από 2,5 έως 200 mg. Ταυτόχρονη λήψη τροφής καθυστερεί τον χρόνο της Cmax περίπου 30 λεπτά, αλλά η συνολική βιοδιαθεσιμότητα (AUC) και η διουρητική δράση παραμένουν αμετάβλητες. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τη νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία. Ο όγκος κατανομής της τορασεμίδης είναι από 12 έως 15 λίτρα σε φυσιολογικούς ενήλικες ή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, ο όγκος κατανομής είναι περίπου ο διπλάσιος. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τορασεμίδης στο αίμα σε φυσιολογικά άτομα, είναι περίπου 3,5 ώρες. Η τορασεμίδη αποβάλλεται από την κυκλοφορία τόσο μέσω του ηπατικού μεταβολισμού (περίπου το 80% της συνολικής κάθαρσης) όσο και από την απέκκριση στα ούρα (περίπου 20% της συνολικής κάθαρσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία). Στον άνθρωπο, ο κύριος μεταβολίτης είναι το παράγωγο καρβοξυλικού οξέος, το οποίο είναι βιολογικά αδρανές. Δύο ήσσονος σημασίας μεταβολίτες διαθέτουν κάποια διουρητική δράση, αλλά κατ’ ουσία, ο μεταβολισμός τερματίζει τη δράση της τορασεμίδης. Δεδομένου ότι η τορασεμίδη συνδέεται με υψηλή συγγένεια με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (>99%), η ποσότητα που φθάνει στα σωληναριακά ούρα μέσω της σπειραματικής διήθησης είναι πολύ μικρή. Το μεγαλύτερο μέρος της νεφρικής κάθαρσης της τορασεμίδης πραγματοποιείται με ενεργή απέκκριση της ένωσης από τα εγγύς σωληνάρια των σωληναριακών ούρων. Η ηπατική και η νεφρική κάθαρση είναι μειωμένες σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κατά πάσα πιθανότητα λόγω ηπατικής συμφόγησης και μείωσης της νεφρικής αιματικής ροής, αντίστοιχα. Η ολική κάθαρση της τορασεμίδης είναι περίπου 50% αυτής που έχει καταγραφεί σε υγιείς εθελοντές, ενώ ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα και η AUC εμφανίζονται κατ’αντιστοιχία αυξημένες. Λόγω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης, ένα μικρότερο κλάσμα της χορηγούμενης δόσης είναι διαθέσιμο στη θέση ενδοαυλικής δράσης έτσι ώστε, για κάθε δεδομένη δόση, η νατριούρηση σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια είναι χαμηλότερη από ό,τι στα φυσιολογικά άτομα. Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η κάθαρση με τορασεμίδη εμφανίζεται σημαντικά μειωμένη, αλλά η συνολική κάθαρση του πλάσματος δεν αλλάζει σημαντικά. Απελευθερώνεται στη θέση ενδοαυλικής δράσης ένα μικρό κλάσμα της χορηγούμενης δόσης και η νατριουρητική δράση του διουρητικού παραμένει μειωμένη. Μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας διουρητική ανταπόκριση με υψηλότερες δόσεις. Η συνολική κάθαρση πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής της τορασεμίδης παραμένουν φυσιολογικά σε περίπτωση μείωσης της νεφρικής λειτουργίας, επειδή η μεταβολική απέκκριση από το ήπαρ παραμένει ανεπηρέαστη. Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, ο όγκος κατανομής, ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα και η νεφρική κάθαρση είναι αυξημένα, αλλά η συνολική κάθαρση παραμένει αμετάβλητη. Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τορασεμίδης σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές είναι παρόμοιο με αυτό νέων εθελοντών, εκτός από τη μείωση της νεφρικής κάθαρσης που σχετίζεται με τη μείωση της νεφρικής λειτουργίας λόγω ηλικίας. Ωστόσο, η συνολική κάθαρση του πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής παραμένουν αμετάβλητα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φόρτωση…
Μηχανισμός δράσης
Η Torasemide αναστέλλει το σύστημα μεταφορέα Na+/K+/2Cl- (μέσω παρεμβολής στο σημείο πρόσδεσης του χλωριδίου) στον αυλό του παχέος ανιόντος τμήματος της αγκύλης του Henle, οδηγώντας σε μείωση της επαναρρόφησης νατρίου και…
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Διουρητικά αγκύλης: Σουλφοναμίδες, αμιγείς, Κωδικός ATC: C03CA04 ### Μηχανισμός δράσης Μελέτες μικροπαρακέντησης σε ζώα έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη δρα από το εσωτερικό τμήμα της βάσης του παχέος ανιόντος σκέλους της αγκύλης…
Φαρμακοκινητική
Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων τορασεμίδης είναι περίπου 80% με μικρή διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ατόμων, το 90% διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται από 75% έως 89%. Η τορασεμίδη απορροφάται με ελάχιστο μεταβολισμό πρώτης διόδου, και η συγκέντρωση…
Μεταβολισμός
Η τορασεμίδη μεταβολίζεται εκτενώς στο ήπαρ και μόνο το 20% της δόσης παραμένει αμετάβλητο και ανακτάται στα ούρα. Μεταβολίζεται μέσω των ηπατικών CYP2C8 και CYP2C9 κυρίως με αντιδράσεις υδροξυλίωσης, οξείδωσης και αναγωγής σε 5 μεταβολίτες. Ο κύριος…
Απέκκριση
Νεφρά/Ήπαρ

Παρακολούθηση Αγωγής

Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα

event_available
science

Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
Γλυκόζη αίματος glucoseΓλυκαιμικός έλεγχος / διαβήτης τακτική Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη
Λιπίδια αίματος monitoringΛιπιδαιμικός έλεγχος τακτική Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη
stethoscope

Κλινική εξέταση & ζωτικά

Έλεγχος Σύστημα Συχνότητα Προϋπόθεση
ασθενών με τάση υπερουριχαιμίας και ουρικής αρθρίτιδας more_horizΆλλο / λοιπά προσεκτική —
ισορροπία των ηλεκτρολυτών more_horizΆλλο / λοιπά τακτική Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη
κρεατινίνη στο αίμα more_horizΆλλο / λοιπά τακτική Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη
μεταβολισμός των υδατανθράκων more_horizΆλλο / λοιπά — σε λανθάνοντα ή έκδηλο σακχαρώδη διαβήτη
ουρικό οξύ στο αίμα more_horizΆλλο / λοιπά τακτική Μακροχρόνια θεραπεία με τορασεμίδη
checklist Συνδυάζετε πολλά φάρμακα; Δείτε το συγκεντρωτικό πρόγραμμα παρακολούθησης arrow_forward

Μονογραφίες Πηγών

Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο

DrugBank

Description

expand_more
Torasemide (rINN) ή torsemide (USAN) είναι ένας διουρητικός της αγκύλης τύπου πυριδινο-σουλφονυλουρίας, που χρησιμοποιείται κυρίως στη διαχείριση του οιδήματος που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Χρησιμοποιείται επίσης σε χαμηλές δόσεις για τη διαχείριση της υπέρτασης. Κυκλοφορεί με την εμπορική ονομασία Demadex.
DrugBank

Indication

expand_more
Για τη θεραπεία οιδήματος που σχετίζεται με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, νεφρική νόσο ή ηπατική νόσο. Επίσης για τη θεραπεία της υπέρτασης μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλους αντιυπερτασικούς παράγοντες.
DrugBank

Pharmacology

expand_more
Torasemide (INN) ή torsemide (USAN) είναι ένας νέος διουρητικός της αγκύλης που ανήκει στην κατηγορία των πυριδινο-σουλφονυλουριών. Διαφέρει από άλλους θειαζιδικούς διουρητικούς στο ότι ενσωματώνεται ένα σύστημα διπλού δακτυλίου στη δομή του. Όπως οι θειαζίδες, οι διουρητικοί της αγκύλης πρέπει να εκκρίνονται στο σωληναριακό υγρό από τα κύτταρα του εγγύς σωληναρίου. Στο παχύ ανιόν τμήμα της αγκύλης, η επαναρρόφηση Na+ και Cl- επιτυγχάνεται από έναν συμμεταφορέα Na+/K+/2Cl-. Το παχύ ανιόν τμήμα έχει υψηλή ικανότητα επαναρρόφησης και είναι υπεύθυνο για την επαναρρόφηση του 25% του διηθημένου φορτίου Na+. Οι διουρητικοί της αγκύλης δρουν μπλοκάροντας αυτόν τον συμμεταφορέα. Λόγω της μεγάλης ικανότητας απορρόφησης και της ποσότητας Na+ που φτάνει στο ανιόν τμήμα, οι διουρητικοί της αγκύλης έχουν ισχυρή διουρητική δράση. Επιπλέον, τα πιο περιφερικά τμήματα του νεφρώματος δεν έχουν την ικανότητα επαναρρόφησης για να αντισταθμίσουν αυτό το αυξημένο φορτίο. Η ωσμωτική κλίση για την επαναρρόφηση του νερού μειώνεται επίσης, με αποτέλεσμα την αύξηση της ποσότητας του νερού που απεκκρίνεται.
DrugBank

Mechanism of action

expand_more
Η Torasemide αναστέλλει το σύστημα μεταφορέα Na+/K+/2Cl- (μέσω παρεμβολής στο σημείο πρόσδεσης του χλωριδίου) στον αυλό του παχέος ανιόντος τμήματος της αγκύλης του Henle, οδηγώντας σε μείωση της επαναρρόφησης νατρίου και χλωρίου. Αυτό οδηγεί σε αύξηση του ρυθμού παράδοσης σωληναριακού υγρού και ηλεκτρολυτών στα περιφερικά σημεία έκκρισης ιόντων υδρογόνου και καλίου, ενώ η συστολή του όγκου του πλάσματος αυξάνει την παραγωγή αλδοστερόνης. Η αυξημένη παράδοση και τα υψηλά επίπεδα αλδοστερόνης προάγουν την επαναρρόφηση νατρίου στους περιφερικούς σωληναρίσκους. Αυξάνοντας την παράδοση νατρίου στον περιφερικό νεφρικό σωληναρίσκο, η torasemide αυξάνει έμμεσα την απέκκριση καλίου μέσω του μηχανισμού ανταλλαγής νατρίου-καλίου. Οι επιδράσεις της torasemide σε άλλα τμήματα του νεφρώματος δεν έχουν αποδειχθεί. Έτσι, η torasemide αυξάνει την ουρική απέκκριση νατρίου, χλωρίου και νερού, αλλά δεν μεταβάλλει σημαντικά τον ρυθμό σπειραματικής διήθησης, τη νεφρική αιματική ροή ή την οξεοβασική ισορροπία. Οι επιδράσεις της torasemide ως αντιυπερτασικού οφείλονται στις διουρητικές της δράσεις. Μειώνοντας τον εξωκυττάριο και τον ενδοαγγειακό όγκο, η αρτηριακή πίεση μειώνεται προσωρινά, και η καρδιακή παροχή επίσης μειώνεται.
DrugBank

Absorption

expand_more
Απορροφάται ταχέως μετά από από του στόματος χορήγηση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα είναι 80%. Η τροφή δεν επηρεάζει την απορρόφηση.
DrugBank

Half life

expand_more
3.5 ώρες
DrugBank

Protein binding

expand_more

99%

DrugBank

Route of elimination

expand_more
Η Torsemide απομακρύνεται από την κυκλοφορία τόσο μέσω ηπατικής μεταβολισμού (περίπου 80% της συνολικής κάθαρσης) όσο και μέσω απέκκρισης στα ούρα (περίπου 20% της συνολικής κάθαρσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία).
DrugBank

Volume of distribution

expand_more
  • 12 έως 15 L [σε φυσιολογικούς ενήλικες ή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια]
DrugBank

Toxicity

expand_more
Συμπτώματα υπερδοσολογίας περιλαμβάνουν αφυδάτωση, υποογκαιμία, υπόταση, υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, υποχλωραιμική αλκάλωση και αιμοπερίσφιξη. Η LD50 από το στόμα σε αρουραίο είναι 5 g/kg και η ενδοφλέβια LD50 σε αρουραίο είναι 500 mg/kg.
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →

Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης

📋 Καρδιακή Ανεπάρκεια Υπουργείο Υγείας — Επιστημονική Ομάδα Καρδιαγγειακών Νοσημάτων
🧮 Εργαλείο

Το φάρμακο περιλαμβάνεται στο φαρμακευτικό οπλοστάσιο (Διουρητικά αγκύλης (συμπτωματικά)) του πρωτοκόλλου. Δείτε την πλήρη οδηγία για τα κριτήρια συνταγογράφησης.

Επιστημονικό Προφίλ

expand_more
CID
41781
Μοριακός τύπος
C16H20N4O3S
Μοριακό βάρος
348.4
IUPAC
1-[[4-(3-methylanilino)-3-pyridinyl]sulfonyl]-3-propan-2-ylurea
InChIKey
NGBFQHCMQULJNZ-UHFFFAOYSA-N
Κατάταξη MeSH

Φάρμακα που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της οξείας ή χρόνιας αγγειακής ΥΠΕΡΤΑΣΗΣ ανεξαρτήτως φαρμακολογικού μηχανισμού. Μεταξύ των αντιυπερτασικών παραγόντων περιλαμβάνονται τα ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ (ειδικά τα ΘΕΙΑΖΙΔΙΚΑ ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ); Β-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; Α-ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΠΗΔΗΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΓΟΝΙΣΤΕΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΜΕΤΑΤΡΕΠΤΙΚΟΥ ΕΝΖΥΜΟΥ ΑΓΓΕΙΟΤΕΝΣΙΝΗΣ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΔΙΑΥΛΩΝ ΑΣΒΕΣΤΙΟΥ; ΑΝΑΣΤΟΛΕΙΣ ΓΑΓΓΛΙΩΝ και ΑΓΓΕΙΟΔΙΑΣΤΑΛΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ.

Παράγοντες που προάγουν την απέκκριση ούρων μέσω των επιδράσεών τους στη λειτουργία των νεφρών.

Παράγοντες που αναστέλλουν τους ΣΥΜΜΕΤΑΦΟΡΕΙΣ ΝΑΤΡΙΟΥ-ΚΑΛΙΟΥ-ΧΛΩΡΙΟΥ που συγκεντρώνονται στο παχύ ανιόν του αγκύλου του Henle στο σημείο σύνδεσης της ΑΓΚΥΛΗΣ ΤΟΥ HENLE και των ΜΑΚΡΩΝ ΣΩΛΗΝΑΡΙΩΝ ΤΟΥ ΝΕΦΡΟΥ, ΚΑΤΙΟΝΤΟΣ. Δρουν ως ΔΙΟΥΡΗΤΙΚΑ. Η υπερβολική χρήση σχετίζεται με ΥΠΟΚΑΛΑΙΜΙΑ και ΥΠΕΡΓΛΥΚΑΙΜΙΑ.