Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 10 / TAB | 8.73 € | |
| 2.5 / TAB | 3.32 € | |
| 5 / TAB | 5.11 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
I10 Ιδιοπαθής υπέρταση
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Υπέρταση
-
R60 Οίδημα, μη ταξινομημένο αλλού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Κατακράτηση υγρών · Οίδημα
TORMIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Μορφή & Εμφάνιση
ΠΧΠ (SPC) §3
expand_more
Μορφή & Εμφάνιση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: Οποιαδήποτε στιγμή, πριν ή μετά το φαγητό, κατά προτίμηση με το πρωινό
- Δόση έναρξης: 2,5 mg έως 5 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση. Για την υπέρταση, εάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε 4-6 εβδομάδες, η δόση αυξάνεται σε 10 mg άπαξ ημερησίως.
-
Συμφορητική καρδιακή ανεπάρκειαΔόση10 ή 20 mg άπαξ ημερησίωςΕάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
-
Χρόνια νεφρική ανεπάρκειαΔόση20 mg άπαξ ημερησίωςΕάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση.
-
Κίρρωση του ήπατοςΔόση5 ή 10 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση40 mg εφάπαξΧορηγείται μαζί με ανταγωνιστή της αλδοστερόνης ή με καλιοσυντηρητικά διουρητικά. Εάν η διουρητική απόκριση είναι ανεπαρκής, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί περίπου στο διπλάσιο έως ότου επιτευχθεί επαρκής απόκριση. Εφάπαξ δόσεις άνω των 40 mg δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς.
-
ΥπέρτασηΔόση2,5 mg έως 5 mg άπαξ ημερησίωςΕάν δεν επιτευχθεί επαρκής μείωση της αρτηριακής πίεσης σε περίοδο 4 - 6 εβδομάδων, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί σε 10 mg άπαξ ημερησίως. Αν δεν υπάρχει ανταπόκριση στην αυξημένη δόση θα πρέπει να προστεθεί συμπληρωματικό φάρμακο για την υπέρταση.
-
ΗλικιωμένοιΔεν απαιτείται ειδική ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της τορασεμίδης σε παιδιά δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαΜειώνεται η νεφρική κάθαρση, όμως η συνολική συγκέντρωση της δραστικής ουσίας στο πλάσμα δεν μεταβάλλεται σημαντικά.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική ανεπάρκεια. Απαιτείται μεγάλη προσοχή σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος και ασκίτη και σε ασθενείς με ιστορικό ηπατικής εγκεφαλοπάθειας.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία, στις σουλφονυλουρίες ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Νεφρική ανεπάρκεια με ανουρία
-
Ηπατικό κώμαΠληθυσμόςΑσθενείς σε ηπατικό κώμα, μέχρι να βελτιωθεί ή να διορθωθεί η κατάσταση
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ισχυρή διούρησηΠροσεκτική ιατρική παρακολούθηση, προσαρμογή διαστημάτων δόσεων στις ατομικές ανάγκες, έλεγχος με ιδιαίτερη προσοχή στην αρχή της θεραπείας και στους ηλικιωμένους ασθενείς.
-
Κατακράτηση ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή κατακράτηση ούρωνΔιόρθωση πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας, μέγιστα μέτρα προφύλαξης.
-
Κατακράτηση ούρωνΠληθυσμόςΑσθενείς με μερική κατακράτηση ούρωνΣτενή παρακολούθηση.
-
Νεφρωσικό σύνδρομοΘεραπεία πρωτοπαθούς νόσου κατά προτεραιότητα.
-
Κίρρωση του ήπατος και ασκίτηςΈναρξη διούρησης σε νοσοκομείο (κίνδυνος σοβαρών μεταβολών ηλεκτρολυτών και ηπατικού κώματος).
-
Ηπατική εγκεφαλοπάθειαΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό ηπατικής εγκεφαλοπάθειαςΜεγάλη προσοχή κατά τη χορήγηση τορασεμίδης.
-
ΥποκαλιαιμίαΔιόρθωση πριν ή κατά τη θεραπεία. Συνιστάται παράλληλη χρήση ανταγωνιστή αλδοστερόνης ή καλιοσυντηρητικού φαρμάκου σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος.
-
ΥπονατριαιμίαΔιόρθωση πριν ή κατά τη θεραπεία.
-
ΥποογκαιμίαΔιόρθωση πριν ή κατά τη θεραπεία. Χορήγηση τορασεμίδης υπό εντατική παρακολούθηση σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
-
ΥπότασηΠληθυσμόςΥποτασικοί ασθενείς με οίδημα που απαιτούν θεραπεία με διουρητικάΔιόρθωση υπότασης πριν ή κατά τη θεραπεία.
-
Διαταραχές ηλεκτρολυτώνΠληθυσμόςΑσθενείς με αρρυθμίεςΜεγάλη προσοχή.
-
Ουρική αρθρίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς με ουρική αρθρίτιδαΜεγάλη προσοχή.
-
ΑλλεργίαΠληθυσμόςΑσθενείς αλλεργικοί στις σουλφοναμίδεςΕνδέχεται διασταυρούμενη αλλεργία στην τορασεμίδη.
-
Λακτόζη (έκδοχο)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Καρδιακοί γλυκοσίδεςπροσοχήΗ ανεπάρκεια καλίου που προκαλείται από την τορασεμίδη μπορεί να αυξήσει και να πολλαπλασιάσει τις ανεπιθύμητες ενέργειες των καρδιακών γλυκοσίδων.
-
Αλατο- και γλυκοκορτικοειδή, καθαρτικάπροσοχήΜπορεί να αυξηθεί το φαινόμενο της απώλειας καλίου.
-
ΑντιδιαβητικάπροσοχήΜπορεί να μειωθεί η δράση των αντιδιαβητικών φαρμάκων.
-
Αμινογλυκοσίδες, κυτταροστατικά παράγωγα πλατίνας, νεφροτοξικές κεφαλοσπορίνεςπροσοχήΜπορεί να αυξηθούν οι ωτοτοξικές και νεφροτοξικές δράσεις, ιδίως με υψηλές δόσεις τορασεμίδης.ΣύστασηΤυχόν συγχορήγηση πρέπει να γίνεται με προσοχή.
-
ΣαλικυλικάπροσοχήΗ τοξικότητα από σαλικυλικά μπορεί να αυξηθεί. Αυξάνεται ο κίνδυνος υποτροπιαζουσών κρίσεων ουρικής αρθρίτιδας.
-
Φάρμακα που μεταβολίζονται από CYP2C8 και CYP2C9 (π.χ. παράγωγα κουμαρίνης)παρακολούθησηΑμοιβαία αλληλεπίδραση, ώστε να αποφεύγονται ανεπιθύμητα επίπεδα αυτών των φαρμάκων στο πλάσμα.ΣύστασηΠρέπει να παρακολουθείται στενά η συγχορήγηση.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδηπροσοχήΗ αντιϋπερτασική και διουρητική δράση των διουρητικών της αγκύλης μειώνονται. Αύξηση του κινδύνου οξείας νεφρικής ανεπάρκειας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Θρομβοπενία
- Λευκοπενία
- Αναιμία
- Μεταβολική αλκάλωση
- ηλεκτρολυτική διαταραχή και διαταραχή υγρών (υποογκαιμία, υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Εγκεφαλική ισχαιμία
- Παραισθησία
- Συγκοπή
- Συγχυτική κατάσταση
- Διαταραχές όρασης
- Εμβοές
- Κώφωση
- Οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Στηθάγχη
- Υπόταση
- Εμβολή
- γαστρεντερικές διαταραχές (απώλεια όρεσης, άλγος στην άνω κοιλιακή χώρα, ναυτία, έμετο, διάρροια, δυσκοιλιότητα)
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- αυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση)
- αλλεργικές αντιδράσεις του δέρματος (κνησμός, εξάνθημα)
- σοβαρές δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)
- Αντίδραση φωτοευαισθησίας
- Μυϊκοί σπασμοί
- Κατακράτηση ούρων
- διόγκωση της ουροδόχου κύστης
- Αυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμα
- Αυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμα
- Αυξημένο ουρικό οξύ στο αίμα
- Κόπωση
- Αδυναμία
- αυξημένη γλυκόζη στο αίμα
- αυξημένα λιπίδια (αυξημένα τριγλυκερίδια ορού, αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΑδυναμίαΓενικές
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚόπωσηΓενικές
-
ΣυχνέςΜεταβολική αλκάλωσηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
Συχνέςγαστρεντερικές διαταραχές (απώλεια όρεξης, άλγος στην άνω κοιλιακή χώρα, ναυτία, έμετο, διάρροια, δυσκοιλιότητα)Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
Συχνέςηλεκτρολυτική διαταραχή και διαταραχή υγρών (υποογκαιμία, υποκαλιαιμία, υπονατριαιμία)Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Όχι συχνέςΑυξημένο ουρικό οξύ στο αίμαΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΚατακράτηση ούρωνΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςαυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμων (αυξημένη γ-γλουταμυλτρανσφεράση)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Όχι συχνέςαυξημένα λιπίδια (αυξημένα τριγλυκερίδια ορού, αυξημένη χοληστερόλη στο αίμα)Παρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςαυξημένη γλυκόζη στο αίμαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςδιόγκωση της ουροδόχου κύστηςΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα κρεατινίνης στο αίμαΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ουρίας στο αίμαΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΑντίδραση φωτοευαισθησίαςΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςαλλεργικές αντιδράσεις του δέρματος (κνησμός, εξάνθημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΑναιμίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
Μη γνωστέςΕγκεφαλική ισχαιμίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΕμβοέςΑυτί
-
Μη γνωστέςΕμβολήΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΚώφωσηΑυτί
-
Μη γνωστέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Μη γνωστέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΟξύ έμφραγμα μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Μη γνωστέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Μη γνωστέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Μη γνωστέςΣυγχυτική κατάστασηΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπότασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςσοβαρές δερματικές αντιδράσεις (σύνδρομο Stevens-Johnson, τοξική επιδερμική νεκρόλυση)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της κύησης, εκτός αν απαιτείται θεραπεία με τορασεμίδη λόγω της κλινικής κατάστασης της γυναίκας.Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τη χρήση της τορασεμίδης σε εγκύους. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα για την αναπαραγωγή και την ανάπτυξη (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασίσετε είτε να διακόψετε τον θηλασμό είτε τη θεραπεία με τορασεμίδη.Δεν υπάρχουν επαρκείς πληροφορίες για το αν η τορασεμίδη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ο κίνδυνος για το βρέφος που θηλάζει. Τα διουρητικά της αγκύλης μπορεί να διακόψουν τη γαλουχία.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει παρατηρηθεί καμία επίδραση στη γονιμότητα σε μελέτες σε ζώα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- αφυδάτωση
- υποογκαιμία
- υπόταση
- υπονατριαιμία
- υποκαλιαιμία
- υποχλωραιμική αλκάλωση
- αιμοσυμπύκνωση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Διουρητικά αγκύλης: Σουλφοναμίδες, αμιγείς, Κωδικός ATC: C03CA04
Μηχανισμός δράσης
Μελέτες μικροπαρακέντησης σε ζώα έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη δρα από το εσωτερικό τμήμα της βάσης του παχέος ανιόντος σκέλους της αγκύλης του Henle, όπου αναστέλλει το σύστημα της αντλίας Na+/K+/2Cl-. Οι μελέτες της κλινικής φαρμακολογίας έχουν επιβεβαιώσει τη θέση δράσης στον άνθρωπο, χωρίς να έχουν καταδείξει επιπτώσεις σε άλλα τμήματα του νεφρώνα. Συνεπώς, η διουρητική δράση συσχετίζεται καλύτερα με το ρυθμό απέκκρισης της τορασεμίδης στα ούρα σε σχέση με την συγκέντρωση στο αίμα.
Η τορασεμίδη αυξάνει τη νεφρική απέκκριση του νατρίου του χλωρίου και του νερού, αλλά δεν μεταβάλλει σημαντικά το ρυθμό σπειραματικής διήθησης, τη νεφρική ροή του πλάσματος, ή την οξεοβασική ισορροπία.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Οι διουρητικές επιδράσεις της τορασεμίδης αρχίζουν μέσα σε 10 λεπτά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση και φτάνουν στο μέγιστο την πρώτη ώρα. Με την από του στόματος χορήγηση, η διούρηση αρχίζει μέσα σε μία ώρα και φθάνει στο μέγιστο την πρώτη ή τη δεύτερη ώρα. Ανεξάρτητα από την οδό χορήγησης, η διούρηση παραμένει για περίπου 5 έως 8 ώρες. Σε υγιείς εθελοντές που έλαβαν εφάπαξ δόσεις, η σχέση δόσης-απόκρισης για απέκκριση νατρίου είναι γραμμική στις δόσεις από 2,5 έως 20 mg. Η αύξηση της απέκκρισης του καλίου είναι αμελητέα μετά από μία εφάπαξ δόση έως 10 mg και ήπια μόνο (5 έως 15 mEq) ως επακόλουθο μίας δόσης 20 mg.
Η τορασεμίδη έχει μελετηθεί σε ελεγχόμενες κλινικές μελέτες σε ασθενείς, με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙ έως ΙV, κατά την Καρδιολογική Εταιρεία της Νέας Υόρκης (New York Heart Association). Οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με 10 έως 20 mg τορασεμίδης καθημερινά σε αυτές τις μελέτες πέτυχαν σημαντικά μεγαλύτερες μειώσεις σωματικού βάρους και οιδήματος από εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο.
Σε κλινικές μελέτες ασθενών με νεφρική ανεπάρκεια χωρίς ανουρία που έλαβαν μία εφάπαξ δόση, οι υψηλές δόσεις τορασεμίδης (20 έως 200 mg) έδειξαν σημαντική αύξηση απέκκρισης νερού και νατρίου, ενώ δεν έχει εκτιμηθεί εάν, σε σοβαρές περιπτώσεις όπου οι ασθενείς υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η χρόνια θεραπεία με τορασεμίδη 200 mg θα προκαλούσε την κατακράτηση υγρών κατάσταση ισορροπίας.
Με τη χορήγηση ανταγωνιστών της αλδοστερόνης, η τορασεμίδη προκάλεσε επίσης αύξηση στην απέκκριση νατρίου και υγρών σε ασθενείς με οίδημα ή ασκίτη λόγω κίρρωσης του ήπατος. Ο ρυθμός της νεφρικής απέκκρισης του νατρίου που σχετίζεται με την τορασεμίδη είναι μικρότερος σε ασθενείς με κίρρωση σε σχέση με υγιείς εθελοντές (πιθανώς λόγω του συνεπαγόμενου υπεραλδοστερονισμού και της συνεπαγόμενης κατακράτησης νατρίου, χαρακτηριστικά της πυλαίας υπέρτασης και του ασκίτη). Ωστόσο, εξαιτίας της αυξημένης νεφρικής κάθαρσης της τορασεμίδης σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, αυτοί οι παράγοντες τείνουν να αντιρροπούνται και το αποτέλεσμα είναι μία γενική νατριουρητική απόκριση παρόμοια με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιείς εθελοντές.
Ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση έχουν δείξει ότι η τορασεμίδη μειώνει την αρτηριακή πίεση όταν χορηγείται μία φορά ημερησίως σε δόσεις των 5 έως 10 mg. Η αντιϋπερτασική δράση είναι κοντά στο μέγιστο μετά από 4 έως 6 εβδομάδες θεραπείας, αλλά μπορεί να αυξηθεί έως τις 12 εβδομάδες. Η συστολική και διαστολική αρτηριακή πίεση μειώνονται σε ύπτια και όρθια θέση. Δεν παρατηρήθηκε σημαντική ορθοστατική επίδραση και υπήρχε ελάχιστη διαφορά στη διακύμανση της μέγιστης μείωσης της πίεσης.
Όταν χορηγείται τορασεμίδη για πρώτη φορά, η ημερήσια απέκκριση νατρίου αυξάνεται για μία εβδομάδα τουλάχιστον. Ωστόσο, με τη χρόνια χορήγηση η καθημερινή απώλεια νατρίου εξισορροπείται με τη διατροφική πρόσληψη. Εάν η χορήγηση τορασεμίδης διακοπεί ξαφνικά, η αρτηριακή πίεση επιστρέφει στα επίπεδα που είχε πριν την έναρξη της θεραπείας, χωρίς να τα υπερβαίνει, μέσα σε λίγες ημέρες.
Η τορασεμίδη έχει συγχορηγηθεί με β-αδρενεργικούς αναστολείς, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτασίνης και ανταγωνιστές του ασβεστίου. Δεν παρατηρήθηκαν ανεπιθύμητες αλληλεπιδράσεις και δεν κρίθηκε αναγκαία η ρύθμιση της δοσολογίας.
Από όλους τους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με τορασεμίδη στις κλινικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, δεν έχουν παρατηρηθεί διαφορές λόγω ηλικίας στην αποτελεσματικότητα ή στην ασφάλεια μεταξύ μεγαλύτερων και νεότερων ασθενών.
Η βιοδιαθεσιμότητα των δισκίων τορασεμίδης είναι περίπου 80% με μικρή διακύμανση μεταξύ διαφορετικών ατόμων, το 90% διάστημα εμπιστοσύνης κυμαίνεται από 75% έως 89%. Η τορασεμίδη απορροφάται με μηδαμινό μεταβολισμό πρώτης διόδου, και η συγκέντρωση ορού φθάνει στο μέγιστο (Cmax) εντός μιας ώρας μετά από του στόματος χορήγηση. Η Cmax και η περιοχή κάτω από την καμπύλη (AUC) συγκέντρωσης ορού μετά από του στόματος χορήγηση είναι ανάλογη της δόσης με εύρος από 2,5 έως 200 mg. Ταυτόχρονη λήψη τροφής καθυστερεί τον χρόνο της Cmax περίπου 30 λεπτά, αλλά η συνολική βιοδιαθεσιμότητα (AUC) και η διουρητική δράση παραμένουν αμετάβλητες. Η απορρόφηση δεν επηρεάζεται ουσιαστικά από τη νεφρική ή ηπατική ανεπάρκεια.
Ο όγκος κατανομής της τορασεμίδης είναι από 12 έως 15 λίτρα σε φυσιολογικούς ενήλικες ή σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική ανεπάρκεια ή συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια. Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, ο όγκος κατανομής είναι περίπου ο διπλάσιος.
Ο χρόνος ημίσειας ζωής της τορασεμίδης στο αίμα σε φυσιολογικά άτομα, είναι περίπου 3,5 ώρες. Η τορασεμίδη αποβάλλεται από την κυκλοφορία τόσο μέσω του ηπατικού μεταβολισμού (περίπου το 80% της συνολικής κάθαρσης) όσο και από την απέκκριση στα ούρα (περίπου 20% της συνολικής κάθαρσης σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία). Στον άνθρωπο, ο κύριος μεταβολίτης είναι το παράγωγο καρβοξυλικού οξέος, το οποίο είναι βιολογικά αδρανές. Δύο ήσσονος σημασίας μεταβολίτες διαθέτουν κάποια διουρητική δράση, αλλά κατ’ ουσία, ο μεταβολισμός τερματίζει τη δράση της τορασεμίδης.
Δεδομένου ότι η τορασεμίδη συνδέεται με υψηλή συγγένεια με τις πρωτεΐνες του πλάσματος (>99%), η ποσότητα που φθάνει στα σωληναριακά ούρα μέσω της σπειραματικής διήθησης είναι πολύ μικρή. Το μεγαλύτερο μέρος της νεφρικής κάθαρσης της τορασεμίδης πραγματοποιείται με ενεργή απέκκριση της ένωσης από τα εγγύς σωληνάρια των σωληναριακών ούρων.
Η ηπατική και η νεφρική κάθαρση εμφανίζονται μειωμένες σε ασθενείς με μη αντιρροπούμενη συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, κατά πάσα πιθανότητα λόγω ηπατικής συμφόρησης και μείωσης της νεφρικής αιματικής ροής, αντίστοιχα. Η ολική κάθαρση της τορασεμίδης είναι περίπου 50% αυτής που έχει καταγραφεί σε υγιείς εθελοντές, ενώ ο χρόνος ημιζωής στο πλάσμα και η AUC εμφανίζονται κατ’ αντιστοιχία αυξημένες. Λόγω της μειωμένης νεφρικής κάθαρσης, ένα μικρότερο κλάσμα της χορηγούμενης δόσης είναι διαθέσιμο στη θέση ενδοαυλικής δράσης έτσι ώστε, για κάθε δεδομένη δόση, η νατριούρηση σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια είναι χαμηλότερη από ό,τι στα φυσιολογικά άτομα.
Σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία, η κάθαρση με τορασεμίδη εμφανίζεται σημαντικά μειωμένη, αλλά η συνολική κάθαρση του πλάσματος δεν αλλάζει σημαντικά. Στη θέση ενδοαυλικής δράσης αποδεσμεύεται ένα μικρό κλάσμα της χορηγούμενης δόσης και η νατριουρητική δράση του διουρητικού παραμένει μειωμένη. Διουρητική ανταπόκριση με υψηλότερες δόσεις μπορεί να επιτευχθεί ακόμη και σε περιπτώσεις νεφρικής ανεπάρκειας. Η συνολική κάθαρση πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής της τορασεμίδης παραμένουν φυσιολογικά σε περίπτωση μείωσης της νεφρικής λειτουργίας, επειδή η μεταβολική απέκκριση από το ήπαρ παραμένει ανεπηρέαστη.
Σε ασθενείς με κίρρωση του ήπατος, ο όγκος κατανομής, ο χρόνος ημίσειας ζωής στο πλάσμα και η νεφρική κάθαρση εμφανίζονται αυξημένα, ωστόσο η συνολική κάθαρση παραμένει αμετάβλητη.
Το φαρμακοκινητικό προφίλ της τορασεμίδης σε υγιείς ηλικιωμένους εθελοντές είναι παρόμοιο με το προφίλ των νέων εθελοντών, εκτός από τη μείωση της νεφρικής κάθαρσης η οποία σχετίζεται με τη επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας με το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, η συνολική κάθαρση του πλάσματος και ο χρόνος ημίσειας ζωής παραμένουν αμετάβλητα.