Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 2,2 / ML | 956.18 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις όπως αναγράφονται στην ΠΧΠ (§4.1)
-
επιληπτικές κρίσεις που συνδέονται με το σύνδρομο Dravet
σε: ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω
ως συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα
- G40 Επιληψία και επιληπτικά σύνδρομα
-
επιληπτικές κρίσεις που συνδέονται με το σύνδρομο Lennox-Gastaut
σε: ασθενείς ηλικίας 2 ετών και άνω
ως συμπληρωματική θεραπεία σε συνδυασμό με άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα
- G40 Επιληψία και επιληπτικά σύνδρομα
FINTEPLA — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
Η έναρξη και επίβλεψη της θεραπείας με το Fenfluramine θα πρέπει να πραγματοποιούνται από ιατρό με πείρα στη θεραπεία της επιληψίας. Η συνταγογράφηση και η διανομή του Fenfluramine πραγματοποιούνται σύμφωνα με το πρόγραμμα ελεγχόμενης πρόσβασής του (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις).
Δοσολογία
Παιδιά ηλικίας 2 ετών και άνω και ενήλικοι
Πίνακας 1: Συστάσεις δοσολογίας για το σύνδρομο Dravet (DS) και το σύνδρομο Lennox-Gastaut (LGS)
| Χωρίς συγχορήγηση στιριπεντόλης* | Με συγχορήγηση στιριπεντόλης (μόνο ασθενείς με DS) | |
|---|---|---|
| Δόση με βάση το βάρος ++ | Ημέρα 0 (Δόση έναρξης): 0,1 mg/kg λαμβανόμενη δύο φορές ημερησίωςΗμέρα 7: 0,2 mg/kg δύο φορές ημερησίωςΗμέρα 14 **: 0,35 mg/kg δύο φορές ημερησίως | Δόση με βάση το βάρος ++: 0,1 mg/kg λαμβανόμενη δύο φορές ημερησίωςΔόση συντήρησης: 0,2 mg/kg δύο φορές ημερησίως |
| Μέγιστη συνιστώμενη ημερήσια δόση | 26 mg (13 mg δύο φορές ημερησίως, δηλαδή 6,0 ml δύο φορές ημερησίως) | 17 mg (8,6 mg δύο φορές ημερησίως, δηλαδή 4,0 ml δύο φορές ημερησίως) |
| *Στους ασθενείς χωρίς συγχορήγηση στιριπεντόλης που χρήζουν ταχύτερης τιτλοποίησης, η δόση μπορεί να αυξάνεται κάθε 4 ημέρες. | Δεν εφαρμόζεται | |
| +Στους ασθενείς με σύνδρομο Dravet, η δόση μπορεί να αυξηθεί, με βάση την κλινική ανταπόκριση, έως τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, όπως απαιτείται. | ||
| ** Στους ασθενείς με σύνδρομο Lennox-Gastaut, η δόση θα πρέπει να αυξηθεί, σύμφωνα με την ανοχή, έως τη συνιστώμενη δόση συντήρησης (δηλαδή, Ημέρα 14) |
++Για να υπολογίσετε τον όγκο της δόσης έως και τη μέγιστη συνιστώμενη δόση, πρέπει να χρησιμοποιήσετε τον τύπο: Βάρος (kg) x Δόση με βάση το βάρος (mg/kg) ÷ 2,2 mg/ml = ml δόσης που πρέπει να λαμβάνεται δύο φορές ημερησίως Η υπολογιζόμενη δόση θα πρέπει να στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο ml. Εάν η υπολογιζόμενη δόση είναι ίση ή μικρότερη των 3 ml, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η σύριγγα των 3 ml με την πράσινη ένδειξη. Εάν η υπολογιζόμενη δόση είναι μεγαλύτερη των 3 ml, θα πρέπει να χρησιμοποιείται η σύριγγα των 6 ml με τη μοβ ένδειξη. Ο παρακάτω πίνακας πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για να ελέγχεται ο υπολογισμένος όγκος της δόσης. Ο Πίνακας 2 δεν υποκαθιστά την απαίτηση για υπολογισμό του συγκεκριμένου όγκου της δόσης.
Πίνακας 2: Εύρος όγκων δόσης σε ml για έλεγχο του υπολογισμού
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα (βλ. παράγραφο 6.1)
-
Παθήσεις της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας της καρδιάς
-
Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
-
Χρήση εντός 14 ημερών από τη χορήγηση αναστολέων της μονοαμινοξειδάσηςΠληθυσμόςασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Παθήσεις της αορτικής ή της μιτροειδούς βαλβίδας της καρδιάς και πνευμονική αρτηριακή υπέρτασηΑπαιτείται παρακολούθηση της καρδιακής λειτουργίας μέσω υπερηχοκαρδιογραφήματος. Αξιολόγηση σχέσης οφέλους-κινδύνου σε περίπτωση παθολογικών ευρημάτων. Διακοπή αγωγής σε περίπτωση επιβεβαιωμένης μεγάλης πιθανότητας πνευμονικής αρτηριακής υπέρτασης.
-
Μειωμένη όρεξη και απώλεια βάρουςΤο βάρος των ασθενών θα πρέπει να παρακολουθείται. Αξιολόγηση σχέσης οφέλους-κινδύνου σε ασθενείς με ιστορικό νευρικής ανορεξίας ή βουλιμίας πριν την έναρξη της θεραπείας.
-
Πρόγραμμα ελεγχόμενης πρόσβασης του FenfluramineΣχεδιάστηκε για να αποφεύγεται η εκτός ενδείξεων χρήση (off-label) για διαχείριση βάρους και για να διασφαλίζεται η περιοδική καρδιακή παρακολούθηση.
-
ΥπνηλίαΆλλα κατασταλτικά ΚΝΣ (συμπεριλαμβανομένου του αλκοόλ) ενδεχομένως να ενισχύουν την υπνηλία.
-
Αυτοκτονική συμπεριφορά και ιδεασμόςΣυνιστάται στους ασθενείς και στα άτομα που φροντίζουν ασθενείς να ζητούν ιατρική συμβουλή σε περίπτωση εμφάνισης ενδείξεων αυτοκτονικής συμπεριφοράς ή ιδεασμού.
-
Σύνδρομο σεροτονίνηςΠροσεκτική παρακολούθηση του ασθενούς, ιδιαίτερα κατά την έναρξη της θεραπείας και κατά την αύξηση των δόσεων. Εάν υπάρχει υποψία, μείωση δόσης ή διακοπή της θεραπείας.
-
Αυξημένη συχνότητα επιληπτικών κρίσεωνΕνδέχεται να χρήζει προσαρμογής της δόσης φενφλουραμίνης ή/και συγχορηγούμενων αντιεπιληπτικών φαρμάκων, ή διακοπής αγωγής.
-
ΚυπροεπταδίνηΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται για πιθανή επιδείνωση των επιληπτικών κρίσεων. Η αποτελεσματικότητα της φενφλουραμίνης ενδέχεται να μειωθεί.
-
ΓλαύκωμαΔιακόψετε τη χορήγηση θεραπείας σε ασθενείς με σημαντική μείωση της οπτικής οξύτητας. Εξετάστε διακοπή θεραπείας σε περίπτωση ανεξήγητου οφθαλμικού πόνου.
-
Επαγωγείς CYP1A2 και CYP2B6Παρακολούθηση για μειωμένη αποτελεσματικότητα και μπορεί να εξεταστεί αύξηση της δόσης φενφλουραμίνης (όχι > 52 mg/ημέρα). Σε περίπτωση διακοπής επαγωγέα, σταδιακή μείωση της δόσης φενφλουραμίνης στην αρχική δόση.
-
Αναστολείς CYP1A2 ή CYP2D6Παρακολούθηση για ανεπιθύμητα συμβάντα και ενδέχεται να απαιτηθεί μείωση της δόσης.
-
ΈκδοχαΠαραϋδροξυβενζοϊκό νάτριο και μεθυλπαραϋδροξυβενζοϊκό νάτριο μπορεί να προκαλέσουν αλλεργικές αντιδράσεις. Θείου διοξείδιο μπορεί σπάνια να προκαλέσει σοβαρές αντιδράσεις υπερευαισθησίας και βρογχόσπασμο. Ασθενείς με σπάνια κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης δεν πρέπει να λάβουν. Γλυκόζη μπορεί να είναι επιβλαβής για τα δόντια.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Άλλοι καταστολείς του κεντρικού νευρικού συστήματοςπροσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος
-
Σεροτονινεργικά φαρμακευτικά προϊόντα (SSRIs, SNRIs, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά, τριπτάνες)προσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος
-
Αναστολείς ΜΑΟπροσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος
-
Αντιψυχωσικά φάρμακα (που επηρεάζουν σεροτονινεργικά συστήματα)προσοχήΑύξηση του κινδύνου επιδείνωσης της καταστολής του κεντρικού νευρικού συστήματος
-
παρακολούθησηΑύξηση AUC0-INF και Cmax φενφλουραμίνης, μείωση AUC0-INF και Cmax νορφενφλουραμίνης. Δεν επηρεάζει PK κανναβιδιόλης.ΣύστασηΔεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης
-
Ριφαμπικίνη (ισχυρός επαγωγέας CYP3A, 2C19, μέτριος επαγωγέας CYP1A2, 2B6, 2C8, 2C9)προσοχήΜείωση AUC0-t και Cmax φενφλουραμίνης, μείωση AUC0-t νορφενφλουραμίνης, αύξηση Cmax νορφενφλουραμίνης.ΣύστασηΑύξηση της δόσης φενφλουραμίνης μπορεί να κριθεί απαραίτητη.
-
Ισχυροί επαγωγείς του CYP1A2 ή του CYP2B6προσοχήΜείωση συγκεντρώσεων φενφλουραμίνης.ΣύστασηΑύξηση της δόσης φενφλουραμίνης μπορεί να κριθεί απαραίτητη.
-
Φλουβοξαμίνη (ισχυρός αναστολέας CYP1A2)προσοχήΑύξηση AUC0-t (2.1x) και Cmax (1.2x) φενφλουραμίνης, μείωση AUC0-t (1.3x) και Cmax (1.4x) νορφενφλουραμίνης.
-
Παροξετίνη (ισχυρός αναστολέας CYP2D6)προσοχήΑύξηση AUC0-t (1.8x) και Cmax (1.1x) φενφλουραμίνης, μείωση AUC0-t (1.2x) και Cmax (1.3x) νορφενφλουραμίνης.
-
Υποστρώματα του CYP2D6 (π.χ. δεσιπραμίνη)παρακολούθησηΦενφλουραμίνη μπορεί να καταστείλει το CYP2D6, αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις του υποστρώματος στο πλάσμα.
-
Υποστρώματα του CYP2B6παρακολούθησηΦενφλουραμίνη μπορεί να επάγει το CYP2B6, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις του υποστρώματος στο πλάσμα.
-
Υποστρώματα του εντερικού CYP3A4παρακολούθησηΦενφλουραμίνη μπορεί να επάγει το εντερικό CYP3A4, μειώνοντας τις συγκεντρώσεις του υποστρώματος στο πλάσμα.
-
Υποστρώματα του MATE1παρακολούθησηΝορφενφλουραμίνη μπορεί να καταστείλει το MATE1, αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις του υποστρώματος στο πλάσμα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Βρογχίτιδα
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Μειωμένη γλυκόζη αίματος
- Μη φυσιολογική συμπεριφορά
- Επιθετικότητα
- Διέγερση
- Αϋπνία
- Διακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσης
- Ευερεθιστότητα
- Σύνδρομο σεροτονίνης
- Υπνηλία
- Αταξία
- Υποτονία
- Λήθαργος
- Επιληπτική κρίση
- Επιληπτική κατάσταση
- Τρόμος
- Βαλβιδική Καρδιακή Νόσος
- Πνευμονική αρτηριακή υπέρταση
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Υπερέκκριση σιέλου
- Έμετος
- Εξάνθημα
- Κόπωση
- Αυξημένη προλακτίνη αίματος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
Πολύ συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑταξίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη προλακτίνη αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΒρογχίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΔιέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔιακυμάνσεις συναισθηματικής διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΕπιληπτική κατάστασηΝευρικό
-
ΣυχνέςΕπιληπτική κρίσηΝευρικό
-
ΣυχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΛήθαργοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη γλυκόζη αίματοςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜη φυσιολογική συμπεριφοράΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπερέκκριση σιέλουΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΥποτονίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΒαλβιδική Καρδιακή ΝόσοςΚαρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΠνευμονική αρτηριακή υπέρτασηΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΣύνδρομο σεροτονίνηςΝευρικό
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΣαν προληπτικό μέτρο, είναι προτιμητέο να αποφεύγεται η χρήση του Fenfluramine κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης.Είναι περιορισμένα τα δεδομένα (περιπτώσεις έκβασης εγκυμοσύνης λιγότερες από 300) από τη χρήση της φενφλουραμίνης στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε περιπτώσεις όπου δεν υφίστατο πατρική ή μητρική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΠρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/θα αποφευχθεί η θεραπεία με το Fenfluramine λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Δεν είναι γνωστό εάν η φενφλουραμίνη/οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της φενφλουραμίνης/των μεταβολιτών της στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στο θηλάζον παιδί δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχει καταγραφεί επίδραση της φενφλουραμίνης στην ανθρώπινη γονιμότητα για κλινικές δόσεις έως 104 mg/kg. Ωστόσο, από μελέτες σε ζώα προκύπτει ότι η φενφλουραμίνη μπορεί να επηρεάσει τη γυναικεία γονιμότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- Διέγερση
- νωθρότητα
- σύγχυση
- εξάψεις
- τρόμος (ή ρίγος)
- πυρετός
- εφίδρωση
- κοιλιακό άλγος
- υπεραερισμός
- μη-αντιδραστική μυδρίαση
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: αντιεπιληπτικά, άλλα αντιεπιληπτικά. Κωδικός ATC: N03AX26
Μηχανισμός δράσης
Η φενφλουραμίνη είναι ένας παράγοντας έκλυσης σεροτονίνης και, ως εκ τούτου, διεγείρει πολλαπλούς υποτύπους 5-HT υποδοχέων μέσω της έκλυσης σεροτονίνης. Η φενφλουραμίνη μπορεί να μειώσει τις επιληπτικές κρίσεις δρώντας ως αγωνιστής επί συγκεκριμένων υποδοχέων σεροτονίνης στον εγκέφαλο, συμπεριλαμβανομένων των υποδοχέων 5-ΗΤ1D, 5-HT2A και 5-HT2C, καθώς και δρώντας στον υποδοχέα sigma-1. Ο ακριβής μηχανισμός δράσης της φενφλουραμίνης στο σύνδρομο Dravet και στο σύνδρομο Lennox-Gastaut δεν είναι γνωστός.
Κλινική αποτελεσματικότητα
Σύνδρομο Dravet
Παιδιά και νεαροί ενήλικες με σύνδρομο Dravet
Η αποτελεσματικότητα της φενφλουραμίνης σε παιδιά και νεαρούς ενήλικες με σύνδρομο Dravet αξιολογήθηκε σε τρεις τυχαιοποιημένες, πολυκεντρικές ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες (1501, 1502, 1504). Η Μελέτη 1 (n=119) και η Μελέτη 3 (n=143) είναι οι προοπτικές, συγχωνευμένες αναλύσεις των πρώτων 119 ενταγμένων ασθενών (Μελέτη 1) και των υπόλοιπων μετέπειτα ενταγμένων 143 ασθενών (Μελέτη 3) από 2 πανομοιότυπες διπλά τυφλές, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες ZX008-1501 και ZX008-1502. Η κλινική μελέτη 1501 και η κλινική μελέτη 1502 διεξήχθηκαν παράλληλα και ο σχεδιασμός τους ήταν πανομοιότυπος: 3 σκέλη, πολυκεντρικές, τυχαιοποιημένες, διπλά τυφλές, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενες με εικονικό φάρμακο κλινικές μελέτες, οι οποίες αποτελούνται από περίοδο αναφοράς 6 εβδομάδων, ακολουθούμενη από περίοδο τιτλοποίησης της δόσης διάρκειας 2 εβδομάδων και περίοδο συντήρησης 12 εβδομάδων. Η συνολική διάρκεια της θεραπείας ανήλθε σε 14 εβδομάδες. Ασθενείς οι οποίοι ελάμβαναν ταυτόχρονα αγωγή με στιριπεντόλη δεν εντάχθηκαν σε αυτές τις μελέτες. Οι επιλέξιμοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1:1 προκειμένου να λάβουν τη μία από τις δύο δόσεις φενφλουραμίνης (0,7 mg/kg/ημέρα ή 0,2 mg/kg/ημέρα, μέγιστη δόση 26 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο. Ο μέσος όρος (τυπική απόκλιση) ηλικίας των ασθενών που συμμετείχαν ήταν τα 9,0 (4,7) έτη στη Μελέτη 1 και τα 9,3 (4,7) έτη στη Μελέτη 3, με ηλικιακό εύρος από 2 έως 18 έτη. Στην πλειοψηφία τους οι ασθενείς ήταν ≥6 ετών (73,9% στη Μελέτη 1 και 74,6% στη Μελέτη 3). Όλοι οι συμμετέχοντες ασθενείς δεν ελέγχονταν επαρκώς με τουλάχιστον ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο, με ή χωρίς διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου ή/και κετογονική δίαιτα, ενώ τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα συγχορηγούμενα αντιεπιληπτικά φάρμακα (≥25% συνολικά) ήταν το βαλπροϊκό οξύ, η κλοβαζάμη, η τοπιραμάτη και η λεβετιρακετάμη.
Πίνακας 4: Σύνδρομο Dravet: Μελέτη 1 και Μελέτη 3: αποτελέσματα πρωτευόντων και επιλεγμένων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων δραστικότητας κατά την περίοδο συντήρησης
| Μελέτη 1 | Μελέτη 3 | |
|---|---|---|
| Εικονικό φάρμακο | Φενφλουραμίνη 0,2 mg/kg/ημέρα | |
| Συχνότητα επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς κατά την περίοδο συντήρησης | ||
| Συχνότητα επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς κατά την έναρξη, Ν, Διάμεση τιμή (ανά 28 ημέρες) (ελάχ., μέγ.) | 4031,4(3,3, 147,3) | 3917,5(4,8, 623,5) |
| Συχνότητα επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς στο τέλος της περιόδου συντήρησης. Ν, Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) | 3925,7(3,6, 204,7) | 3917,1(0,0, 194,3) |
| Μείωση της μέσης μηνιαίας προσαρμοσμένης στην τιμή αναφοράς συχνότητας επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο | 36,7%p=0,016 | |
| Ποσοστιαία (%) μείωση επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς κατά την Περίοδο συντήρησης | ||
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥50% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς - μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 4 (10,3%)ES1=33,3%RR2: 4,25 | 17 (43,6%)ES=62,2% |
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥75% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς - μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 2 (5.1%)ES=20,5%RR: 5,00 | 10 (25,6%)ES=47,4% |
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥100% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς - μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 0 (0%) | 6 (15,4%)ES=15,4% |
| Μέγιστο διάστημα χωρίς επιληπτική κρίση κατά την Περίοδο τιτλοποίησης + συντήρησης | ||
| Μέγιστο διάστημα χωρίς επιληπτική κρίση (διάμεση τιμή) | 9,5 ημέρες | 15,0 ημέρεςp=0,035 |
1 Μέγεθος της επίδρασης (ES) (Διαφορά κινδύνου) υπολογιζόμενη ως αναλογία ενεργού ουσίας-εικονικού φαρμάκου, 2 RR: Σχετικός κίνδυνος *49 ασθενείς εντάχθηκαν και μόλις στους 48 χορηγήθηκε θεραπεία
Η Μελέτη 2 (παλαιότερα γνωστή ως Μελέτη 1504) (N=87) ήταν μια κλινική μελέτη δύο σκελών, πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, παράλληλων ομάδων, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, η οποία συμπεριέλαβε περίοδο αναφοράς 6 εβδομάδων, ακολουθούμενη από περίοδο τιτλοποίησης της δόσης διάρκειας 3 εβδομάδων και περίοδο συντήρησης 12 εβδομάδων. Η συνολική διάρκεια της θεραπείας ανήλθε σε 15 εβδομάδες. Οι επιλέξιμοι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν 1:1 προκειμένου να τους χορηγηθεί δόση 0,4 mg/kg/ημέρα φενφλουραμίνης (με μέγιστη δόση τα 17 mg/ημέρα) ή εικονικό φάρμακο ως συμπληρωματική θεραπεία στη συνήθη σταθερή αγωγή τους με στιριπεντόλη (συν κλοβαζάμη ή/και βαλπροϊκό οξύ) και ενδεχομένως άλλα αντιεπιληπτικά φάρμακα. Ο μέσος όρος (τυπική απόκλιση) ηλικίας των ασθενών που συμμετείχαν στη Μελέτη 2 ήταν τα 9,1 (4,80) χρόνια, με ηλικιακό εύρος από 2 έως 19 έτη. Στην πλειοψηφία τους οι ασθενείς ήταν ≥6 ετών (72,4%) και στη μειοψηφία τους <6 ετών (27,6%), άνδρες (57,5%) και, όπου αναφέρεται, λευκοί (59,8%). Όλοι οι συμμετέχοντες ασθενείς δεν ελέγχονταν επαρκώς με τουλάχιστον ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο, συμπεριλαμβανομένης της στιριπεντόλης, με ή χωρίς διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου ή/και κετογονική δίαιτα. Η μέση αρχική συχνότητα εμφάνισης επιληπτικών κρίσεων ανά 28 μέρες ήταν 10,7 και 14,0 στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου και της φενφλουραμίνης με χορηγούμενη δόση 0,4 mg/kg/ημέρα, αντίστοιχα.
Πίνακας 5: Σύνδρομο Dravet: Μελέτη 2 (παλαιότερα γνωστή ως Μελέτη ZX008-1504): αποτελέσματα πρωτευόντων και επιλεγμένων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων δραστικότητας κατά την περίοδο συντήρησης
| Μελέτη 2 | |
|---|---|
| Εικονικό φάρμακο + στιριπεντόλη | |
| Συχνότητα επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς κατά την περίοδο συντήρησης | |
| Ν Τιμή αναφοράς. Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) | 4410,7(2,7, 162,7) |
| N Στο τέλος της περιόδου συντήρησης. Διάμεση τιμή (ελάχ., μέγ.) | 4411,4(0,7, 169,3) |
| Μείωση της μέσης μηνιαίας προσαρμοσμένης στην τιμή αναφοράς συχνότητας επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο | |
| Ποσοστιαία (%) μείωση επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς κατά την Περίοδο συντήρησης | |
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥50% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς- μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 4 (9,1%)ES1=45,7RR2: 6,02 |
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥75% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς - μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 2 (4,5%)ES=36,0%RR: 8,90 |
| Αριθμός (%) ασθενών με ≥100% μείωση των μηνιαίων επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς - μεταβολή από την τιμή αναφοράς | 0 (0%) |
| Μέγιστο διάστημα χωρίς επιληπτική κρίση κατά την Περίοδο τιτλοποίησης + συντήρησης | |
| Μέγιστο διάστημα χωρίς επιληπτική κρίση (διάμεση τιμή) | 13,0 ημέρες |
1 Μέγεθος της επίδρασης (ES) (Διαφορά κινδύνου) υπολογιζόμενη ως αναλογία ενεργού ουσίας-εικονικού φαρμάκου, 2 RR: Σχετικός κίνδυνος
Ενήλικες
Δεδομένου ότι ο πληθυσμός με σύνδρομο Dravet που συμμετείχε τόσο στη Μελέτη 1, στη Μελέτη 2 όσο και στη Μελέτη 3 αποτελείτο κυρίως από παιδιατρικούς ασθενείς, και μόνον 11 ενήλικες ασθενείς ηλικίας 18-19 ετών (3,2%), τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλειά της φενφλουραμίνης στον ενήλικο πληθυσμό με σύνδρομο Dravet είναι περιορισμένα.
Δεδομένα από κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης
Οι ασθενείς με σύνδρομο Dravet που συμμετείχαν στη Μελέτη 1, στη Μελέτη 2 και στη Μελέτη 3 θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε μια ανοικτής επισήμανσης κλινική μελέτη επέκτασης (Μελέτη 5). Ο πρωτεύων στόχος της κλινικής μελέτης επέκτασης ανοικτής επισήμανσης (OLE) ήταν η μακροχρόνια ασφάλεια της φενφλουραμίνης σε δόσεις των 0,2 έως 0,7 mg/kg/ημέρα, όπου η δόση της φενφλουραμίνης θα μπορούσε να τιτλοποιηθεί για βελτιστοποίηση της θεραπείας. Αναφέρονται δεδομένα για 374 ασθενείς που συμμετείχαν στην κλινική μελέτη ανοικτής επισήμανσης και έλαβαν φενφλουραμίνη για έως και 3 έτη (διάμεση περίοδος θεραπείας: 824 ημέρες, εύρος: 7-1280). Παρατηρήθηκε διάμεση ποσοστιαία μεταβολή από την τιμή έναρξης στη συχνότητα επιληπτικών κρίσεων με ακούσιους μυϊκούς σπασμούς (CSF) κατά τη διάρκεια της συνολικής Περιόδου θεραπείας OLE της τάξης του -66,81% (p <0,001). Από τους 375 συμμετέχοντες στην κλινική μελέτη, το 12,8% διέκοψαν τη μελέτη λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας, το 2,9% λόγω ανεπιθύμητων συμβάντων, το 5,3% κατόπιν αιτήματος του γιατρού ή της οικογένειας.
Σύνδρομο Lennox-Gastaut
Παιδιά και ενήλικες με σύνδρομο Lennox-Gastaut
Η αποτελεσματικότητα της φενφλουραμίνης για τη θεραπεία των επιληπτικών κρίσεων που συνδέονται με το σύνδρομο Lennox-Gastaut σε ασθενείς ηλικίας 2 έως 35 ετών αξιολογήθηκε σε μια τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική μελέτη (Μέρος 1 Μελέτης 4). Το Μέρος 1 περιλαμβάνει 2 ανεξάρτητα αναλυμένες κοόρτες, την Κοόρτη A κα την Κοόρτη B. Η Κοόρτη Α είναι η κύρια κοόρτη ανάλυσης και περιλαμβάνει ασθενείς από τη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη και την Αυστραλία και η Κοόρτη Β περιλαμβάνει ασθενείς από την Ιαπωνία.
Κοόρτη Α Μέρους 1 Μελέτης 4
Η Κοόρτη Α του Μέρους 1 της Μελέτης 4 συνέκρινε μια δόση φενφλουραμίνης των 0,7 mg/kg/ημέρα (N=87) και 0,2 mg/kg/ημέρα (N=89) (έως μέγιστη δόση 26 mg/ ημέρα) με εικονικό φάρμακο (N=87). Οι ασθενείς είχαν διαγνωστεί με σύνδρομο Lennox-Gastaut και δεν ελέγχονταν επαρκώς με τουλάχιστον ένα αντιεπιληπτικό φάρμακο, με ή χωρίς διέγερση του πνευμονογαστρικού νεύρου ή/και κετογονική δίαιτα. Η μελέτη περιλάμβανε μια περίοδο αναφοράς 4 εβδομάδων, κατά τη διάρκεια της οποίας οι ασθενείς έπρεπε να έχουν τουλάχιστον 8 επιληπτικές κρίσεις με πτώση, ενώ λάμβαναν σταθερή αντιεπιληπτική φαρμακευτική θεραπεία. Οι επιληπτικές κρίσεις με πτώση περιλάμβαναν: γενικευμένες τονικοκλονικές, δευτεροπαθώς γενικευμένες τονικοκλονικές, τονικές, ατονικές ή τονικές-ατονικές κρίσεις που επιβεβαιώθηκε ότι κατέληγαν σε πτώσεις. Μετά την περίοδο αναφοράς ακολούθησε τυχαιοποίηση σε περίοδο τιτλοποίησης 2 εβδομάδων και επακόλουθη περίοδο συντήρησης 12 εβδομάδων, κατά τις οποίες η δόση της φενφλουραμίνης παρέμεινε σταθερή. Στο Μέρος 1 της Μελέτης 4, το 99% των ασθενών ελάμβαναν μεταξύ 1 και 4 συγχορηγούμενων αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Τα πιο συχνά χρησιμοποιούμενα συγχορηγούμενα αντιεπιληπτικά φάρμακα (σε τουλάχιστον 25% των ασθενών) ήταν η κλοβαζάμη (45,2%), η λαμοτριγίνη (33,5%) και το βαλπροϊκό οξύ (55,9%). Το πρωτεύον καταληκτικό σημείο αποτελεσματικότητας στο μέρος 1 της μελέτης 4 ήταν η ποσοστιαία μεταβολή σε σχέση με την τιμή αναφοράς στη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων με πτώση ανά 28 ημέρες κατά τη διάρκεια των συνδυασμένων περιόδων τιτλοποίησης και συντήρησης 14 εβδομάδων (δηλαδή, κατά την περίοδο θεραπείας) στην ομάδα της φενφλουραμίνης 0,7 mg/kg/ημέρα σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Τα βασικά δευτερεύοντα καταληκτικα σημεία συμπεριλάμβαναν την αναλογία ασθενών που επιτυγχάνουν ≥50% μείωση σε σχέση με την τιμή αναφοράς στη συχνότητα των επιληπτικών κρίσεων με πτώση ανά 28 ημέρες για την ομάδα φενφλουραμίνης 0,7 mg/kg/ημέρα σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου και την αναλογία ασθενών που επιτυγχάνουν βελτίωση (ελάχιστη, μεγάλη ή πολύ μεγάλη βελτίωση) στην κλίμακα Γενικής Εντύπωσης Βελτίωσης Κλινικής Κατάστασης (CGI-I), όπως αξιολογείται από τον Κύριο Ερευνητή για την ομάδα φενφλουραμίνης 0,7 mg/kg/ημέρα σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Στο Μέρος 1 της Μελέτης 4, η διάμεση ποσοστιαία μεταβολή σε σχέση με την τιμή αναφοράς (μείωση) της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων με πτώση ανά 28 ημέρες ήταν σημαντικά μεγαλύτερη για την ομάδα της φενφλουραμίνης 0,7 mg/kg/ημέρα σε σύγκριση με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (Πίνακας 6). Παρατηρήθηκε μείωση των επιληπτικών κρίσεων με πτώση εντός 2 εβδομάδων από την έναρξη θεραπείας με φενφλουραμίνη και η επίδραση παρέμεινε σταθερή κατά τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας 14 εβδομάδων. Μεταξύ των ασθενών με ≥124 επιληπτικές κρίσεις με πτώση ανά 28 ημέρες κατά την περίοδο αναφοράς, η μείωση της DSF ήταν -19,98%, -7,37%, -11,21% για ασθενείς στην ομάδα φενφλουραμίνης των 0,7 mg/kg/ημέρα, των 0,2 mg/kg/ημέρα και στην ομάδα εικονικού φαρμάκου, αντίστοιχα.
Πίνακας 6: Σύνδρομο Lennox-Gastaut: Κοόρτη Α Μέρους 1 Μελέτης 4 πρωτευόντων και επιλεγμένων δευτερευόντων καταληκτικών σημείων δραστικότητας κατά την περίοδο συντήρησης
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική της φενφλουραμίνης και της νορφενφλουραμίνης μελετήθηκαν σε υγιή άτομα, σε παιδιατρικούς ασθενείς με σύνδρομο Dravet και σε παιδιατρικούς και ενήλικους ασθενείς με σύνδρομο Lennox-Gastaut.
Απορρόφηση
Η φενφλουραμίνη έχει χρόνο έως τη μέγιστη συγκέντρωση στο πλάσμα (Tmax) που κυμαίνεται από 3 έως 5 ώρες σε σταθερή κατάσταση. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της φενφλουραμίνης είναι περίπου 68%-83%. Δεν παρατηρήθηκε επίδραση της τροφής στη φαρμακοκινητική της φενφλουραμίνης ή της νορφενφλουραμίνης. Σε υγιείς εθελοντές, η Cmax φενφλουραμίνης επιτυγχάνεται ~3 ώρες μετά από τη χορήγηση εφάπαξ δόσης από του στόματος και ανέρχεται σε 28,6 ng/ml μετά από δόση 0,35 mg/kg και σε 59,3 ng/ml μετά από δόση 0,7 mg/kg φενφλουραμίνης. Η AUCinf ανέρχεται σε 673 ng × h/ml και σε 1660 ng × h/ml μετά από δόσεις 0,35 mg/kg και 0,7 mg/kg, αντίστοιχα. Σε υγιείς εθελοντές, η Cmax νορφενφλουραμίνης επιτυγχάνεται ~12 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσης από του στόματος και ανέρχεται σε 11,7 ng/ml και σε 16,1 ng/ml μετά τη χορήγηση δόσης 0,35 mg/kg ή 0,7 mg/kg, αντίστοιχα. Η AUCinf ανέρχεται σε 798 ng × h/ml και ~ 800 ng × h/ml μετά από χορήγηση δόσεων 0,35 mg/kg και 0,7 mg/kg, αντίστοιχα. Σε υγιείς εθελοντές οι Cmax και AUCinf της φενφλουραμίνης φαίνεται πως είναι ανάλογες κατά τη χορήγηση δόσεων εύρους από 0,35 έως 0,7 mg/kg. Σε υγιείς εθελοντές οι Cmax και AUCinf της νορφενφλουραμίνης είναι χαμηλότερες από τις ανάλογες τιμές για δόσεις εύρους από 0,35 έως 0,7 mg/kg. Η αύξηση της AUCinf ήταν κατά 0,5 φορές μεγαλύτερη για τη δόση των 0,7 mg/kg σε σύγκριση με τη δόση των 0,35 mg/kg. Η αύξηση της Cmax ήταν 0,7 φορές μεγαλύτερη για τη δόση των 0,7 mg/kg σε σύγκριση με τη δόση των 0,35 mg/kg. Στους παιδιατρικούς ασθενείς με σύνδρομο Dravet που ακολούθησαν θεραπεία με φενφλουραμίνη με δόση 0,2 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, η έκθεση σε σταθερή κατάσταση (AUC0-24) ανήλθε σε 371 ngh/ml για τη φενφλουραμίνη και σε 222 ngh/ml για τη νορφενφλουραμίνη. Στους παιδιατρικούς ασθενείς που ακολούθησαν θεραπεία με φενφλουραμίνη με δόση των 0,7 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως με μέγιστη δόση τα 26 mg/ημέρα, η έκθεση σε σταθερή κατάσταση AUC0-24 ανήλθε σε 1400 ngh/ml για τη φενφλουραμίνη και σε 869 ngh/ml για τη νορφενφλουραμίνη, μετά από δόση 0,7 mg/kg/ημέρα χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως. Η Cmax,ss ανήλθε σε 68,6 ng/ml για τη φενφλουραμίνη και σε 37,8 ng/ml για τη νορφενφλουραμίνη. Κατά τη συγχορήγηση στιριπεντόλης, η AUC0-24 σε σταθερή κατάσταση ανήλθε σε 1030 ngh/ml για τη φενφλουραμίνη και σε 139 ngh/ml για τη νορφενφλουραμίνη μετά από δόση 0,2 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενη δύο φορές ημερησίως, ενώ η AUC0-24 σε σταθερή κατάσταση ανήλθε σε 3240 ngh/ml για τη φενφλουραμίνη και σε 364 ngh/ml για τη νορφενφλουραμίνη, κατόπιν χορήγησης δόσης 0,35 mg/kg/ημέρα, δύο φορές ημερησίως. Στους παιδιατρικούς και ενήλικους ασθενείς με σύνδρομο Lennox-Gastaut που λαμβάνουν φενφλουραμίνη 0,7 mg/kg/ημέρα, χορηγούμενο δύο φορές ημερησίως, έως συνολική ημερήσια δόση 26 mg φενφλουραμίνης, η συστηματική έκθεση (Cmax και AUC0-24h) της φενφλουραμίνης σε σταθερή κατάσταση είναι ελαφρώς χαμηλότερη, κατά μέσο όρο, αλλά δεν θεωρείται σημαντικά διαφορετική απ’ ό,τι σε ασθενείς με σύνδρομο Dravet. Οι χρόνοι ημιζωής πλάσματος της φενφλουραμίνης και της νορφενφλουραμίνης καταδεικνύουν ότι η σταθερή κατάσταση θα έχει επιτευχθεί σε ποσοστό περίπου 94% σε 4 ημέρες για τη φενφλουραμίνη και σε 5 ημέρες για τη νορφενφλουραμίνη (4 ημιζωές). Σε υγιή άτομα, η αναλογία συσσώρευσης Cmax είναι κατά 3,7 φορές μεγαλύτερη για τη φενφλουραμίνη και κατά 6,4 φορές μεγαλύτερη για τη νορφενφλουραμίνη ενώ ο δείκτης συσσώρευσης AUC0-24 είναι κατά 2,6 φορές μεγαλύτερος για τη φενφλουραμίνη και κατά 3,7 φορές μεγαλύτερος για τη νορφενφλουραμίνη.
Κατανομή
Η φενφλουραμίνη προσδένεται κατά 50% σε ανθρώπινες πρωτεΐνες του πλάσματος in vitro και η πρόσδεση αυτή είναι ανεξάρτητη από τις συγκεντρώσεις φενφλουραμίνης. Ο γεωμετρικός μέσος όγκος (CV%) κατανομής (Vz/F) της φενφλουραμίνης ανέρχεται σε 11,9 (16,5%) l/kg μετά από του στόματος χορήγηση φενφλουραμίνης σε υγιή άτομα.
Βιομετασχηματισμός
Ποσοστό μεγαλύτερο από το 75% της φενφλουραμίνης μεταβολίζεται σε νορφενφλουραμίνη πριν από την αποβολή της, κυρίως από τα CYP1A2, CYP2B6 και CYP2D6. Η νορφενφλουραμίνη στη συνέχεια απαμινώνεται και οξειδώνεται για να σχηματίσει αδρανείς μεταβολίτες. Ο βαθμός στον οποίο οι αδρανείς αυτοί μεταβολίτες είναι παρόντες στο πλάσμα και τα ούρα δεν είναι γνωστός. Η συμμετοχή ενζύμων πλην των CYP (π.χ. των UGT) στον μεταβολισμό της νορφενφλουραμίνης δεν είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με δεδομένα από τη βιβλιογραφία, η νορφενφλουραμίνη μπορεί να υποστεί γλυκουρονιδίωση σε μεγάλο βαθμό.
Μεταφορείς
Η φενφλουραμίνη και η νορφενφλουραμίνη δεν ήταν in vitro υποστρώματα της P-γλυκοπρωτεΐνης, των BCRP, OATP1B1, OATP1B3, OATP1A2, OATP2B1, OCT1, OAT1, OAT3, OCT2, MATE1 και MATE2-K.
Αποβολή
Το μεγαλύτερο ποσοστό της χορηγούμενης από του στόματος φενφλουραμίνης (>90%) απεκκρίνεται στα ούρα ως μεταβολίτης, ενώ στα κόπρανα εντοπίζεται σε ποσοστό μικρότερο του 5%. Σε υγιή άτομα, η μέση γεωμετρική (CV%) κάθαρση (CL/F) της φενφλουραμίνης ανέρχεται σε 6,9 l/h (29%) και ο χρόνος ημιζωής σε 20 ώρες, μετά από του στόματος χορηγούμενη φενφλουραμίνη. Ο χρόνος ημιζωής αποβολής της νορφενφλουραμίνης ανέρχεται σε ~30 ώρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Γενετικοί πολυμορφισμοί
Δεν παρατηρήθηκε επίδραση του γονοτύπου των CYP1A2, CYP2B6, CYP2C19, CYP2D6 ή CYP3A4 στη φαρμακοκινητική της φενφλουραμίνης ή της νορφενφλουραμίνης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Η νεφρική αποβολή αποτελεί την κυριότερη οδό απομάκρυνσης της φενφλουραμίνης, ενώ πάνω από το 90% της χορηγούμενης δόσης αποβάλλεται στα ούρα ως μητρική ένωση ή ως μεταβολίτες. Σε μια μελέτη για τη σύγκριση της φαρμακοκινητικής εφάπαξ δόσης φενφλουραμίνης 0,35 mg/kg σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (καθοριζόμενη με τροποποίηση της διατροφής σε νεφρική νόσο με εκτιμώμενο ρυθμό σπειραματικής διήθησης <30 ml/min/1,73 m2) και σε αντίστοιχους υγιείς εθελοντές, οι Cmax και AUC0-t της φενφλουραμίνης αυξήθηκαν κατά 20% και 87%, αντίστοιχα, στη σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Οι αυξήσεις αυτές στις εκθέσεις της φενφλουραμίνης δεν είναι κλινικά σημαντικές. Μικρές και μη σημαντικές αλλαγές στις AUC0-t και Cmax της νορφενφλουραμίνης παρατηρήθηκαν σε ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία. Δεν συνιστάται προσαρμογή της δόσης όταν το Fenfluramine χορηγείται σε ασθενείς με ήπια έως σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία, ωστόσο, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο βραδύτερης τιτλοποίησης. Εάν αναφερθούν ανεπιθύμητες ενέργειες, μπορεί να απαιτηθεί μείωση της δόσης.
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε μια μελέτη για τη σύγκριση της φαρμακοκινητικής εφάπαξ δόσης φενφλουραμίνης 0,35 mg/kg σε άτομα με ήπια, μέτρια ή σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pugh τάξη A, B, ή C, αντίστοιχα), η AUC0-t της φενφλουραμίνης αυξήθηκε κατά 95% στα άτομα με ήπια ηπατική δυσλειτουργία, 113% στα άτομα με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και 185% στα άτομα με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία σε σχέση με τα αντίστοιχα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι αυξήσεις στη Cmax της φενφλουραμίνης ποίκιλαν από 19% έως 29% στην ηπατική δυσλειτουργία. Οι συστηματικές εκθέσεις της νορφενφλουραμίνης είτε αυξήθηκαν ελαφρώς έως και 18% (AUC0-t) είτε μειώθηκαν έως και 45% (Cmax) στα άτομα με ηπατική δυσλειτουργία. Στα άτομα με ήπια, μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία, η μέση ημίσεια ζωή αποβολής της φενφλουραμίνης στο πλάσμα αυξήθηκε στις 34,5 ώρες, 41,1 ώρες και 54,6 ώρες, αντίστοιχα, συγκριτικά με τις 22,8 ώρες στα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Η αντίστοιχη μέση ημίσεια ζωή αποβολής της φενφλουραμίνης στο πλάσμα ήταν 54,0 ώρες, 72,5 ώρες και 69,0 ώρες, αντίστοιχα, συγκριτικά με τις 30,2 ώρες στα άτομα με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Οι διαφορές στις εκθέσεις στην ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν θεωρούνται κλινικά σημαντικές. Η δόση της φενφλουραμίνης θα πρέπει να μειωθεί στους ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. (βλ. Δοσολογία) Η αναδρομική ανάλυση της έκθεσης σε σταθερή κατάσταση στη φενφλουραμίνη και τη νορφενφλουραμίνη στη Μελέτη 2, Κοόρτη 2 (n=12) δεν υπέδειξε κλινικά σημαντικές μεταβολές με απουσία ή παρουσία σταθερών δόσεων στιριπεντόλης σε ασθενείς με σύνδρομο Dravet στις κλινικές μελέτες Φάσης 3 οι οποίοι κατηγοριοποιήθηκαν ως έχοντες ήπια ηπατική δυσλειτουργία, σε σύγκριση με εκείνους με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (AST/ALT και BILI ≤ ULN). Η φενφλουραμίνη δεν συνιστάται για χρήση σε ασθενείς με μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία υπό θεραπεία με στιριπεντόλη.
Σωματικό βάρος
Η κάθαρση του φαρμάκου και η φαρμακοκινητική έκθεση της φενφλουραμίνης και της νορφενφλουραμίνης είναι σταθερές για μεγάλο εύρος BMI (από 12,3 έως 35 kg/m2).
Φύλο
Η φαρμακοκινητική της φενφλουραμίνης και της νορφενφλουραμίνης ήταν σταθερές μεταξύ ανδρών και γυναικών.
Φυλή
Δεδομένου ότι η αξιολόγηση περιορίστηκε σε μικρό μέγεθος δείγματος μη-λευκών συμμετεχόντων δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα σχετικά με την επίδραση της φυλής στη φαρμακοκινητική. Οι γενετικοί πολυμορφισμοί των ενζύμων που μεταβολίζουν τη φενφλουραμίνη είναι παρόμοιοι στις διάφορες φυλές και μόνο η συχνότητά τους διαφέρει. Συνεπώς, παρότι η μέση έκθεση μπορεί να διαφέρει ελαφρώς ανάλογα με τη φυλή, το εύρος έκθεσης αναμένεται να είναι παρόμοιο.