Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 60 / VIAL | 1005.01 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C90 Πολλαπλό μυέλωμα και κακοήθη νεοπλάσματα από πλασματοκύτταρα
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Πολλαπλό μυέλωμα
KYPROLIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: Κύκλοι 28 ημερών (3 εβδομάδες θεραπεία, 12 ημέρες διακοπή)
- Δόση έναρξης: 20 mg/m2
- Τιτλοποίηση: Αρχική δόση 20 mg/m2 (μέγιστη 44 mg) τις ημέρες 1 και 2 του κύκλου 1. Εάν ανεκτό, αύξηση την ημέρα 8 του κύκλου 1 σε 27 mg/m2 (μέγιστη 60 mg) για σχήμα με λεναλιδομίδη ή σε 56 mg/m2 (μέγιστη 123 mg) για σχήματα με δεξαμεθαζόνη ή δαρατουμουμάμπη και δεξαμεθαζόνη.
-
Ασθενείς με BSA > 2,2 m2Θα πρέπει να λαμβάνουν δόση βασισμένη σε BSA 2,2 m2.
-
Ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται προσαρμογή της αρχικής δόσης για ήπια, μέτρια ή σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε χρόνια εξωνεφρική κάθαρση. Παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας τουλάχιστον κάθε μήνα. Προσαρμογές δόσης βάσει τοξικότητας (βλ. Πίνακα 4).
-
Αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείςΗ δόση πρέπει να χορηγείται μετά τη διαδικασία της εξωνεφρικής κάθαρσης.
-
Ασθενείς με ηπατική δυσλειτουργίαΔεν συνιστάται προσαρμογή της αρχικής δόσης για ήπια ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Παρακολούθηση ηπατικών ενζύμων και χολερυθρίνης μια φορά το μήνα. Προσαρμογές δόσης βάσει τοξικότητας (βλ. Πίνακα 4). Ιδιαίτερη προσοχή σε μέτρια και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία λόγω περιορισμένων δεδομένων.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς (≥ 75 ετών)Υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης ορισμένων ανεπιθύμητων ενεργειών (συμπεριλαμβανομένης της καρδιακής ανεπάρκειας).
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα δεν έχουν τεκμηριωθεί.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΓυναίκες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Συνδυαστική θεραπεία με λεναλιδομίδηπροσοχήΠρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις απαιτήσεις της λεναλιδομίδης για την πρόληψη της κύησης και τη διεξαγωγή τεστ κύησης.
-
Καρδιακές διαταραχές (καρδιακή ανεπάρκεια, ισχαιμία, έμφραγμα του μυοκαρδίου)υψηλός κίνδυνοςΔιακοπή Καρφιλζομίμπη σε συμβάντα βαθμού 3 ή 4 έως την ανάρρωση και επαναχορήγηση με μείωση δόσης κατόπιν αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου. Ενδελεχής αξιολόγηση παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου πριν τη θεραπεία. Πλήρης καρδιολογικός έλεγχος πριν την έναρξη θεραπείας σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου III/IV NYHA, πρόσφατο έμφραγμα, μη ελεγχόμενες αρρυθμίες/στηθάγχη. Βελτιστοποίηση κατάστασης με ρύθμιση αρτηριακής πίεσης και υγρών. Αντιμετώπιση με προσοχή και στενή παρακολούθηση.
-
Ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλαγές (επέκταση QT, κοιλιακή ταχυκαρδία)
-
Τοξικότητα πνευμόνων (ARDS, αναπνευστική ανεπάρκεια, πνευμονοπάθεια)υψηλός κίνδυνοςΑξιολόγηση και διακοπή Καρφιλζομίμπη έως την υποχώρηση του συμβάντος. Εξέταση επαναχορήγησης κατόπιν αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου.
-
Πνευμονική υπέρτασηυψηλός κίνδυνοςΚατάλληλη αξιολόγηση. Διακοπή Καρφιλζομίμπη έως την υποχώρηση ή επάνοδο στην αρχική κατάσταση. Εξέταση επαναχορήγησης κατόπιν αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου.
-
ΔύσπνοιαπροσοχήΑξιολόγηση για αποκλεισμό καρδιοαναπνευστικών παθήσεων. Σε βαθμό 3 και 4, διακοπή Καρφιλζομίμπη έως την υποχώρηση ή επάνοδο στην αρχική κατάσταση. Εξέταση επαναχορήγησης κατόπιν αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου.
-
Υπέρταση (υπερτασική κρίση, επείγοντα προβλήματα υπέρτασης)υψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς που έλαβαν Καρφιλζομίμπη σε συνδυασμό με δαρατουμουμάμπηΈλεγχος υπέρτασης πριν την έναρξη και κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Συχνή εξέταση για υπέρταση και αντιμετώπιση. Μείωση δόσης Καρφιλζομίμπη αν δεν είναι δυνατός ο έλεγχος. Σε υπερτασικές κρίσεις, διακοπή Καρφιλζομίμπη μέχρι την υποχώρηση ή επάνοδο στην αρχική κατάσταση. Εξέταση επαναχορήγησης κατόπιν αξιολόγησης οφέλους-κινδύνου.
-
Οξεία νεφρική ανεπάρκειαυψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με προχωρημένο υποτροπιάζον και ανθεκτικό πολλαπλό μυέλωμα (μονοθεραπεία), ασθενείς με χαμηλότερη κάθαρση κρεατινίνης στο αρχικό σημείοΜείωση ή διακοπή δόσης όπως είναι κατάλληλο.
-
Σύνδρομο λύσης όγκου (TLS)υψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό φορτίο όγκουΔιασφάλιση καλής ενυδάτωσης πριν τη χορήγηση. Εξέταση χορήγησης φαρμάκων που μειώνουν το ουρικό οξύ. Άμεση αντιμετώπιση. Διακοπή Καρφιλζομίμπη έως την υποχώρηση του TLS.
-
Αντιδράσεις κατά την έγχυσηυψηλός κίνδυνοςΧορήγηση δεξαμεθαζόνης πριν το Καρφιλζομίμπη για μείωση συχνότητας και βαρύτητας.
-
Αιμορραγία και θρομβοπενίαυψηλός κίνδυνοςΜείωση ή διακοπή δόσης όπως είναι κατάλληλο.
-
Φλεβικά θρομβοεμβολικά συμβάνταυψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς με επιβεβαιωμένο παράγοντα κινδύνου για θρομβοεμβολή (πρότερη θρόμβωση)Στενή παρακολούθηση. Ελαχιστοποίηση τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου (κάπνισμα, υπέρταση, υπερλιπιδαιμία). Προσοχή στη συγχορήγηση παραγόντων που αυξάνουν τον κίνδυνο θρόμβωσης. Εγρήγορση για σημεία/συμπτώματα θρομβοεμβολής. Θρομβοπροφύλαξη βάσει ατομικής αξιολόγησης οφέλους-κινδύνων.
-
Ηπατοτοξικότητα (ηπατική ανεπάρκεια, αυξημένες τρανσαμινάσες ορού)υψηλός κίνδυνοςΜείωση ή διακοπή δόσης όπως είναι κατάλληλο.
-
Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια (TTP/HUS)υψηλός κίνδυνοςΣε υποψία διάγνωσης, διακοπή Καρφιλζομίμπη και αξιολόγηση. Επανέναρξη θεραπείας αν αποκλειστεί η διάγνωση. Η ασφάλεια επανέναρξης σε ασθενείς με προηγούμενο TTP/HUS δεν είναι γνωστή.
-
Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟΑΕ)υψηλός κίνδυνοςΔιακοπή Καρφιλζομίμπη αν υπάρχει υποψία ΣΟΑΕ. Η ασφάλεια επανέναρξης σε ασθενείς με προηγούμενο ΣΟΑΕ δεν είναι γνωστή.
-
Επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας Β (HBV)υψηλός κίνδυνοςΈλεγχος για HBV πριν την έναρξη θεραπείας. Εξέταση προφυλακτικής αντιϊικής αγωγής σε θετικούς. Διαβούλευση με ειδικούς στην αντιμετώπιση HBV. Η ασφάλεια επαναχορήγησης μετά έλεγχο HBV δεν είναι γνωστή.
-
Προϊούσα Πολυεστιακή Λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ)υψηλός κίνδυνοςΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν υποβληθεί σε προηγούμενη ή συνοδό ανοσοκατασταλτική θεραπείαΣε υποψία ΠΠΛ, αναστολή χορήγησης έως τον αποκλεισμό της διάγνωσης. Σε επιβεβαίωση ΠΠΛ, διακοπή carfilzomib.
-
ΑντισύλληψηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (ή/και σύντροφοι), άνδρες ασθενείςΟι γυναίκες να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για 1 μήνα μετά τη θεραπεία. Οι άνδρες να χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και για 3 μήνες μετά τη θεραπεία αν οι σύντροφοι τους είναι έγκυες ή αναπαραγωγικής ηλικίας και δεν χρησιμοποιούν αντισύλληψη. Το carfilzomib ενδέχεται να μειώσει την αποτελεσματικότητα των αντισυλληπτικών από το στόμα.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
CYP1A2, 2C8, 2C9, 2C19, 2B6 υποστρώματα (π.χ. αντισυλληπτικά από το στόμα)προσοχήΠιθανή επίδραση του carfilzomib ως επαγωγέαΣύστασηΘα πρέπει να εφαρμόζεται μία εναλλακτική, αποτελεσματική μέθοδος αντισύλληψης αν η ασθενής λαμβάνει αντισυλληπτικά από το στόμα.
-
P-gp υποστρώματα (π.χ. διγοξίνη, κολχικίνη)προσοχήΤο carfilzomib αναστέλλει την εκροή της διγοξίνης *in vitro*.ΣύστασηΘα πρέπει να δίνεται προσοχή.
-
OATP1B1 υποστρώματαπαρακολούθησηΤο carfilzomib αναστέλλει το OATP1B1 *in vitro*.ΣύστασηΟ κίνδυνος κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων είναι πιθανότατα χαμηλός λόγω ταχείας απομάκρυνσης.
-
UGT1A1 υποστρώματαπαρακολούθησηΤο carfilzomib αναστέλλει την ανθρώπινη UGT1A1 *in vitro*.ΣύστασηΟ κίνδυνος κλινικά σημαντικών αλληλεπιδράσεων είναι πιθανότατα χαμηλός λόγω ταχείας απομάκρυνσης.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Πνευμονία
- Λοίμωξη αναπνευστικού συστήματος
- Σηψαιμία
- Λοίμωξη πνευμόνων
- Γρίπη
- Έρπης ζωστήρας
- Ουρολοίμωξη
- Βρογχίτιδα
- Γαστρεντερίτιδα
- Ιογενής λοίμωξη
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Κολίτιδα από Clostridium difficile
- Λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό
- Ρινίτιδα
- Πνευμονική εμβολή
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Πνευμονικό οίδημα
- Επίσταξη
- Στοματοφαρυγγικό άλγος
- Δυσφωνία
- Συριγμός
- Σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας
- Οξεία αναπνευστική ανεπάρκεια
- Πνευμονική αιμορραγία
- Διάμεση πνευμονοπάθεια
- Πνευμονίτιδα
- Επανενεργοποίηση του ιού της ηπατίτιδας Β
- Υπερευαισθησία σε φάρμακο
- Θρομβοπενία
- Ουδετεροπενία
- Αναιμία
- Λεμφοπενία
- Λευκοπενία
- Εμπύρετη ουδετεροπενία
- Αιμολυτικό ουραιμικό σύνδρομο
- Θρομβωτική μικροαγγειοπάθεια
- Θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα
- Υποκαλιαιμία
- Αφυδάτωση
- Σύνδρομο λύσης όγκου
- Υπερκαλιαιμία
- Υπομαγνησιαιμία
- Υπονατριαιμία
- Υπερασβεστιαιμία
- Υπασβεστιαιμία
- Υποφωσφοραιμία
- Υπερουριχαιμία
- Υπολευκωματιναιμία
- Υπεργλυκαιμία
- Μειωµένη όρεξη
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάσταση σύγχυσης
- Ζάλη
- Περιφερική νευροπάθεια
- Κεφαλαλγία
- Παραισθησία
- Υπαισθησία
- Ενδοκρανιακή αιμορραγία
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Σύνδρομο οπίσθιας αναστρέψιμης εγκεφαλοπάθειας (ΣΟAΕ)
- Καταρράκτης
- Θαμπή όραση
- Εμβοές
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Αίσθημα παλμών
- Καρδιακή ανακοπή
- Καρδιομυοπάθεια
- Ισχαιμία μυοκαρδίου
- Περικαρδίτιδα
- Περικαρδιακή συλλογή
- Κοιλιακή ταχυκαρδία
- Μειωμένο κλάσμα εξώθησης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη
- Αυξημένο ουρικό οξύ αίματος
- Yπέρταση
- Υπερτασική κρίση
- Αιμορραγία
- Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση
- Υπόταση
- Έξαψη
- Πνευμονική υπέρταση
- Έμετος
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Ναυτία
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- Δυσπεψία
- Οδονταλγία
- Διάτρηση γαστρεντερικού σωλήνα
- Οξεία παγκρεατίτιδα
- Αυξημένη αμινοτρανσφεράση της αλανίνης
- Αυξημένη γ-γλουταμυλ-τρανσφεράση
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ηπατική ανεπάρκεια
- Χολόσταση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Υπεριδρωσία
- Αγγειοοίδημα
- Οσφυαλγία
- Αρθραλγία
- Άλγος άκρου
- Μυϊκοί σπασμοί
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυοσκελετικός πόνος θώρακα
- Οστικός πόνος
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Οξεία νεφρική βλάβη
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Νεφρική δυσλειτουργία
- Μειωμένη νεφρική κάθαρση κρεατινίνης
- Πυρεξία
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένιση
- Κόπωση
- Ρίγος
- Θωρακικό άλγος
- Άλγος
- Αντίδραση στη θέση έγχυσης
- Γριπώδες σύνδρομο
- Δυσφορία
- Αντίδραση που σχετίζεται με την έγχυση
- Σύνδρομο πολυοργανικής δυσλειτουργίας
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Καρφιλζομίμπη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, εκτός εάν το δυνητικό όφελος υπερκαλύπτει τον δυνητικό κίνδυνο του εμβρύου.Δεν υπάρχουν δεδομένα από τη χρήση carfilzomib σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα κατέδειξαν τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα. Βάσει του μηχανισμού δράσης του και των ευρημάτων σε ζώα, το Καρφιλζομίμπη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυο γυναίκα. Αν το Καρφιλζομίμπη χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή αν η ασθενής μείνει έγκυος κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το παρόν φαρμακευτικό προϊόν, θα πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο. Συστήνεται η χρήση αποτελεσματικών μεθόδων αντισύλληψης για γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και για άνδρες.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός αντενδείκνυται κατά την διάρκεια και για τουλάχιστον 2 ημέρες μετά την θεραπεία με Καρφιλζομίμπη.Δεν είναι γνωστό εάν το carfilzomib ή οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Βάση των φαρμακολογικών του ιδιοτήτων, ο κίνδυνος στα νεογέννητα/βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΔεν έχουν πραγματοποιηθεί μελέτες γονιμότητας σε ζώα.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ρίγους
- υπόταση
- νεφρικής ανεπάρκεια
- θρομβοπενία
- λεμφοπενία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αντινεοπλασματικοί παράγοντες, άλλοι αντινεοπλασματικοί παράγοντες, κωδικός ATC: L01XG02
Μηχανισμός δράσης
Το carfilzomib είναι ένας αναστολέας πρωτεασώματος της τετραπεπτιδικής εποξυκετόνης που προσδένεται επιλεκτικά και με μη αναστρέψιμο τρόπο στα Ν-ενεργά κέντρα του 20S πρωτεασώματος που περιέχουν θρεονίνη. Το πρωτεάσωμα 20S είναι το βασικό σωμάτιο εντός του πρωτεασώματος 26S και εμφανίζει μικρή ή μηδενική δράση έναντι άλλων τάξεων πρωτεασών. Το carfilzomib είχε αντιπολλαπλασιαστική και προαποπτωτική δράση σε προκλινικά μοντέλα σε αιματολογικούς όγκους. Στα ζώα, το carfilzomib ανέστειλε τη δράση του πρωτεασώματος στο αίμα και στον ιστό και καθυστέρησε την ανάπτυξη όγκων σε μοντέλα πολλαπλού μυελώματος. Βρέθηκε in vitro ότι το carfilzomib προκαλεί ελάχιστη νευροτοξικότητα και ελάχιστη αντίδραση σε μη πρωτεασωματικές πρωτεάσες.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η ενδοφλέβια χορήγηση carfilzomib προκάλεσε καταστολή της δράσης τύπου χυμοθρυψίνης (CT-L) του πρωτεασώματος όταν μετρήθηκε στο αίμα 1 ώρα μετά την πρώτη δόση. Δόσεις ≥ 15 mg/m2 επέφεραν σταθερή (≥ 80%) αναστολή της δράσης τύπου χυμοθρυψίνης (CT-L) του πρωτεασώματος. Επιπροσθέτως, η χορήγηση carfilzomib προκάλεσε αναστολή της μεμβρανικής πρωτεΐνης λανθάνουσας φάσης 2 (LMP2) και των υπομονάδων του συμπλέγματος τύπου 1 πολυκαταλυτικής ενδοπεπτιδάσης (MECL1) του ανοσοπρωτεασώματος που κυμαίνονται από 26% έως 32% και από 41% έως 49%, αντίστοιχα, στα 20 mg/m2. Η αναστολή του πρωτεασώματος διατηρήθηκε για ≥ 48 ώρες μετά την πρώτη δόση carfilzomib για κάθε εβδομάδα χορήγησης. Η συνδυασμένη χορήγηση με λεναλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη δεν επηρέασε την αναστολή του πρωτεασώματος. Σε υψηλότερη δόση των 56 mg/m2, δεν υπήρξε μόνο μεγαλύτερη αναστολή των υπομονάδων CT-L (≥ 90%) σε σύγκριση με αυτή των 15 έως 20 mg/m2, αλλά υπήρξε και μεγαλύτερη αναστολή των άλλων πρωτεασωμικών υπομονάδων (LMP7, MECL1, και LMP2). Υπήρξε περίπου 8%, 23% και 34% αύξηση στην αναστολή των υπομονάδων των LMP7, MECL1, και LMP2 αντίστοιχα στη δόση των 56 mg/m2 σε σύγκριση με αυτή των 15 έως 20 mg/m2. Παρόμοια αναστολή του πρωτεασώματος από το carfilzomib επιτεύχθηκε με εγχύσεις των 2-10 λεπτών και 30 λεπτών στα δύο επίπεδα δόσεων (20 και 36 mg/m2) όπου δοκιμάστηκε.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Καρφιλζομίμπη σε συνδυασμό με λεναλιδομίδη και δεξαμεθαζόνη για τη θεραπεία ασθενών με υποτροπιάζον πολλαπλό μυέλωμα - Μελέτη PX-171-009 (ASPIRE)
- Η μελέτη αξιολόγησε το Καρφιλζομίμπη στην αρχική δόση των 20 mg/m2, η οποία αυξήθηκε στα 27 mg/m2 στον κύκλο 1, την ημέρα 8, χορηγούμενη δύο φορές την εβδομάδα για 3 από τις 4 εβδομάδες ως 10 λεπτη έγχυση. Η θεραπεία με Καρφιλζομίμπη χορηγήθηκε για 18 κύκλους το μέγιστο.
- Οι ασθενείς που εμφάνιζαν τα ακόλουθα αποκλείστηκαν: ρυθμός κάθαρσης κρεατινίνης < 50 ml/λεπτό, συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙΙ ή IV κατά NYHA ή έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 4 μηνών, εξέλιξη της νόσου κατά τη διάρκεια θεραπείας με βορτεζομίμπη ή λεναλιδομίδη/δεξαμεθαζόνη.
- Βελτιωμένη επιβίωση χωρίς εξέλιξη της νόσου (PFS) για KRd έναντι Rd (HR = 0,69, p < 0,0001), 45% βελτίωση της PFS ή 31% μείωση του κινδύνου.
- Στατιστικά σημαντικό πλεονέκτημα στην συνολική επιβίωση (OS) για KRd (HR = 0,79, 95% CI: 0,67, 0,95, p = 0,0045).
To Καρφιλζομίμπη σε συνδυασμό με δεξαμεθαζόνη για την θεραπεία ασθενών με υποτροπιάζον πολλαπλό μυέλωμα - μελέτη 2011-003 (ENDEAVOR)
- Η μελέτη αξιολόγησε το Καρφιλζομίμπη στην αρχική δόση των 20 mg/m2, η οποία αυξήθηκε στα 56 mg/m2 στον κύκλο 1, την ημέρα 8, χορηγούμενη δύο φορές την εβδομάδα για 3 από τις 4 εβδομάδες ως 30 λεπτη έγχυση.
- Οι ασθενείς που είχαν τα ακόλουθα αποκλείστηκαν: ρυθμό κάθαρσης κρεατινίνης < 15 ml/λεπτό, συµφορητική καρδιακή ανεπάρκεια σταδίου ΙΙΙ ή IV κατά NYHA, έμφραγμα του μυοκαρδίου εντός των τελευταίων 4 μηνών ή όσοι είχαν κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας (LVEF) < 40%.
- Σημαντική βελτίωση στην PFS για Kd σε σχέση με Vd (HR: 0,53, 95% CI: 0,44, 0,65 [τιμή p < 0,0001]).
Απορρόφηση
Η Cmax και η AUC μετά από δίλεπτη έως δεκάλεπτη ενδοφλέβια έγχυση 27 mg/m2 ήταν 4.232 ng/ml και 379 ng-hr/ml, αντίστοιχα. Μετά από επαναλαμβανόμενες δόσεις 15 και 20 mg/m2 Καρφιλζομίμπη, η συστηματική έκθεση (AUC) και ο χρόνος ημίσειας ζωής ήταν παρόμοια τις ημέρες 1 και 15 ή 16 του κύκλου 1, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν υπήρχε συστηματική συσσώρευση carfilzomib. Σε δόσεις μεταξύ 20 και 56 mg/m2, σημειώθηκε δοσοεξαρτώμενη αύξηση της έκθεσης. Η 30 λεπτη έγχυση είχε ως αποτέλεσμα ένα παρόμοιο χρόνο ημίσειας ζωής και AUC, αλλά 2 έως 3 φορές χαμηλότερο Cmax σε σύγκριση με αυτό που παρατηρήθηκε με την έγχυση 2-10 λεπτών της ίδιας δόσης. Έπειτα από την 30 λεπτη έγχυση της δόσης των 56 mg/m2, η AUC (948 ng-hr/ml) ήταν κατά προσέγγιση 2,5 φορές αυτής που παρατηρήθηκε στο επίπεδο των 27 mg/m2, και η Cmax (2.079 ng/ml) χαμηλότερη σε σύγκριση με αυτή των 27 mg/m2 κατά την έγχυση 2-10 λεπτών έγχυση.
Κατανομή
Ο μέσος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση μετά από χορήγηση μιας δόσης carfilzomib 20 mg/m2 ήταν 28 l. Όταν δοκιμάστηκε in vitro, η σύνδεση του carfilzomib με τις πρωτεΐνες του ανθρώπινου πλάσµατος ήταν, κατά μέσο όρο, 97% σε εύρος συγκέντρωσης µεταξύ 0,4-4 μικρογραμμομορίων.
Βιομετασχηματισμός
Το carfilzomib μεταβολίστηκε ταχέως και εκτεταμένα. Οι κύριοι μεταβολίτες που μετρήθηκαν σε ανθρώπινο πλάσμα και ούρα και παρήχθησαν in vitro από ανθρώπινα ηπατοκύτταρα, ήταν πεπτιδικά κλάσματα και διόλη του carfilzomib, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι κύριες οδοί μεταβολισμού ήταν η διάσπαση της πεπτιδάσης και η υδρόλυση εποξειδίου. Οι μεσολαβούμενοι από το κυτόχρωμα P450 μηχανισμοί έπαιξαν μικρό ρόλο στο συνολικό μεταβολισμό του carfilzomib. Οι μεταβολίτες δεν έχουν καμία γνωστή βιολογική δράση.
Αποβολή
Μετά από ενδοφλέβια χορήγηση δόσεων ≥ 15 mg/m2, η καρφιλζομίμπη αποβλήθηκε πολύ γρήγορα από τη συστηματική κυκλοφορία με χρόνο ημίσειας ζωής ≤ 1 ώρα την ημέρα 1 του κύκλου 1. Η συστηματική κάθαρση κυμαινόταν από 151 έως 263 l/ώρα και υπερέβη την ηπατική αιματική ροή, γεγονός που υποδηλώνει ότι η καρφιλζομίμπη αποβλήθηκε κυρίως εξωηπατικώς. Το carfilzomib αποβάλλεται κυρίως μέσω του μεταβολισμού με επακόλουθη απέκκριση των μεταβολιτών της στα ούρα.
Ειδικοί πληθυσµοί
Φαρμακοκινητικές αναλύσεις του πληθυσμού δείχνουν ότι η ηλικία, το φύλο ή η φυλή δεν έχουν καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της καρφιλζομίμπης.
Ηπατική δυσλειτουργία Μια φαρμακοκινητική μελέτη αξιολόγησε 33 ασθενείς με υποτροπιάζουσες ή σταδιακά προχωρημένες κακοήθειες οι οποίοι είχαν φυσιολογική ηπατική λειτουργία, ελαφρά ηπατική δυσλειτουργία ή μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Η φαρμακοκινητική του carfilzomib δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Η κατάσταση της αρχικής ηπατικής λειτουργίας δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στη συνολική συστημική έκθεση (AUClast) του carfilzomib έπειτα από χορήγηση εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενων δόσεων. Ωστόσο, σε ασθενείς με ήπια ή μέτρια αρχική ηπατική λειτουργία, υπήρξε υψηλότερη επίπτωση ηπατικών λειτουργικών ανωμαλιών, ≥ 3 βαθμού ανεπιθύμητα συμβάντα και σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάντα σε σύγκριση με ασθενείς με φυσιολογική ηπατική λειτουργία (βλ. Δοσολογία).
Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική του carfilzomib μελετήθηκε σε δύο αποκλειστικές μελέτες νεφρικής δυσλειτουργίας. Τα αποτελέσματα και των δύο μελετών έδειξαν ότι η κατάσταση της νεφρικής λειτουργίας δεν είχε αξιοσημείωτη επίδραση στην έκθεση σε carfilzomib έπειτα από χορήγηση εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενων δόσεων. Οι εκθέσεις στον μεταβολίτη M14 ήταν μεγαλύτερες (περίπου 4 φορές) σε ασθενείς με ESRD από ό,τι σε ασθενείς με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Σοβαρά ανεπιθύμητα συμβάματα που σχετίζονται με την έκπτωση της νεφρικής λειτουργίας ήταν πιο συχνά σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία στην αρχική κατάσταση (βλ. Δοσολογία).