Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
LOTESTROL 2,5MG/TAB
Διακοπή
|
2,5 / TAB | 38.27 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
C50 Κακοήθης νεοπλασία του μαστού
Περιλαμβάνει (όροι από SPC): Καρκίνος μαστού · Καρκίνος μαστού προχωρημένου σταδίου · Καρκίνος του μαστού · Ορμονοεξαρτώμενος διηθητικός καρκίνος του μαστού · Πρώιμος διηθητικός καρκίνος μαστού
LOTESTROL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: μία φορά την ημέρα, με ή χωρίς τροφή
- Δόση έναρξης: 2,5 mg μία φορά την ημέρα
-
Ενήλικες και ηλικιωμένες ασθενείςΔόση2,5 mgμία φορά την ημέρα. Δεν απαιτείται προσαρμογή της δοσολογίας στις ηλικιωμένες ασθενείς.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ λετροζόλη δεν συνιστάται για χρήση σε παιδιά και εφήβους. Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα της λετροζόλης σε παιδιά και έφηβους ηλικίας έως 17 ετών δεν έχει ακόμα τεκμηριωθεί. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι περιορισμένα και δε μπορεί να γίνει σύσταση για τη δοσολογία.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκειαμε κάθαρση κρεατινίνης > 10 ml/min: Δεν απαιτείται καμία προσαρμογή της δοσολογίας. Με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη των 10 ml/min: Δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΉπια έως μέτρια (Child-Pugh Α ή Β): Δεν απαιτείται προσαρμογή της δόσης. Σοβαρή (Child-Pugh C): απαιτούν στενή παρακολούθηση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
-
Προεμμηνοπαυσιακή ενδοκρινολογική κατάσταση
-
ΚύησηΠληθυσμόςΓυναίκες
-
ΘηλασμόςΠληθυσμόςΓυναίκες
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Εμμηνοπαυσιακή φάσηΠληθυσμόςΑσθενείς των οποίων η εμμηνοπαυσιακή κατάσταση δεν είναι ξεκάθαρηΤα επίπεδα ωχρινοτρόπου ορμόνης (LH), ωοθυλακιοτρόπου ορμόνης (FSH) και/ή οιστραδιόλης θα πρέπει να μετρούνται πριν την έναρξη της αγωγής με τη λετροζόλη. Μόνο γυναίκες σε μετεμμηνοπαυσική ενδοκρινολογική φάση θα πρέπει να λαμβάνουν λετροζόλη.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με κάθαρση κρεατινίνης μικρότερη από 10 ml/minΗ πιθανή σχέση κίνδυνος/όφελος πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά πριν τη χορήγηση της λετροζόλης.
-
Ηπατική δυσλειτουργίαΠληθυσμόςΑσθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (Child-Pough C)Τέτοιες ασθενείς θα πρέπει να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση (βλ. Φαρμακοκινητικές).
-
Επιδράσεις στα οστάΠληθυσμόςΓυναίκες με ιστορικό οστεοπόρωσης και/ή καταγμάτων ή σε αυτές που διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοπόρωσηςΠρέπει να έχει γίνει τυπική μέτρηση της οστικής πυκνότητας πριν την έναρξη της επικουρικής και παρατεταμένης επικουρικής αγωγής με λετροζόλη και πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια και μετά το πέρας της αγωγής με λετροζόλη. Πρέπει να ξεκινά και να παρακολουθείται προσεκτικά, όπως απαιτείται, θεραπευτική ή προφυλακτική αγωγή για την οστεοπόρωση. Στην επικουρική θεραπεία ένα σχήμα διαδοχικής θεραπείας (λετροζόλη για 2 χρόνια ακολουθούμενη από ταμοξιφαίνη για 3 χρόνια) θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη ανάλογα με το προφίλ ασφαλείας κάθε ασθενούς (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοδυναμικές).
-
Τενοντίτιδα και ρήξη τενόντωνΑπαιτείται στενή παρακολούθηση της ασθενούς καθώς και λήψη κατάλληλων μέτρων (π.χ. ακινητοποίηση) για τον επηρεασμένο τένοντα (βλ. Ανεπιθύμητες ενέργειες).
-
Συγχορήγηση με αντι-οιστρογόναΗ συγχορήγηση της λετροζόλης με ταμοξιφαίνη, άλλα αντι-οιστρογόνα ή θεραπείες που περιέχουν οιστρογόνα θα πρέπει να αποφεύγεται καθώς τέτοιες δραστικές ουσίες μπορεί να ελαττώσουν τη φαρμακολογική δράση της λετροζόλης (βλ. Αλληλεπιδράσεις).
-
ΛακτόζηΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλατόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Αργιλιούχος λάκκα της ταρτραζίνηςΜπορεί να προκαλέσει αλλεργικές αντιδράσεις.
-
ΝάτριοΤο φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά επικαλυμμένο με λεπτό υμένιο δισκίο, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
παρακολούθησηδεν επηρέασε τις συγκεντρώσεις της λετροζόλης στο πλάσμα
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP450προσοχήΗ επίδραση είναι άγνωστη
-
Οιστρογόνααντένδειξημπορεί να ελαττώσουν τη φαρμακολογική δράση της λετροζόληςΣύστασηπρέπει να αποφεύγεται
-
Άλλα αντί-οιστρογόνααντένδειξημπορεί να ελαττώσουν τη φαρμακολογική δράση της λετροζόληςΣύστασηπρέπει να αποφεύγεται
-
Θεραπείες που περιέχουν οιστρογόνααντένδειξημπορεί να ελαττώσουν τη φαρμακολογική δράση της λετροζόληςΣύστασηπρέπει να αποφεύγεται
-
αντένδειξημειώνει σημαντικά τις συγκεντρώσεις της λετροζόλης στο πλάσμα και μπορεί να ελαττώσει τη φαρμακολογική δράση της λετροζόληςΣύστασηπρέπει να αποφεύγεται
-
Φάρμακα των οποίων ο μεταβολισμός εξαρτάται κυρίως από CYP2A6, CYP2C19, έχουν στενό θεραπευτικό δείκτη (π.χ. φενυτοϊνη, κλοπιδογρέλη)προσοχήη λετροζόλη αναστέλλει αυτά τα ισοένζυμαΣύστασηπρέπει να δίδεται προσοχή
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ουρολοίμωξη
- Πόνος από τον όγκο
- Λευκοπενία
- Αναφυλακική αντίδραση
- Υπερχοληστερολαιμία
- Μειωμένη όρεξη
- Αυξημένη όρεξη
- Αυξημένο βάρος
- Μειωμένο βάρος
- Κατάθλιψη
- Άγχος
- Νευρικότητα
- Ευερεθιστότητα
- Αϋπνία
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Υπνηλία
- Διαταραχές μνήμης
- Δυσγευσία
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα
- Εγκεφαλικό έμφρακτο
- Δυσαισθησίες (συμπεριλαμβανομένων παραισθησιών, υπαισθησίες)
- Καταρράκτης
- Ερεθισμός οφθαλμών
- Θαμπή όραση
- Αίσθημα παλμών
- Ταχυκαρδία
- Ισχαιμικά καρδιακά συμβάματα (που περιλαμβάνουν εμφάνιση ή επιδείνωση ήδη υπάρχουσας στηθάγχης, στηθάγχη που απαιτεί χειρουργική επέμβαση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, ισχαιμία του μυοκαρδίου)
- Εξάψεις
- Υπέρταση
- Αρτηριακή θρόμβωση
- Θρομβοφλεβίτιδα (συμπεριλαμβανομένων επιπολής και εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδων)
- Πνευμονική εμβολή
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Ναυτία
- Δυσπεψία
- Δυσκοιλιότητα
- Κοιλιακό άλγος
- Διάρροια
- Έμετος
- Ξηροστομία
- Στοματίτιδα
- Αυξημένα ηπατικά ένζυμα
- Υπερχολερυθριναιμία
- Ίκτερος
- Ηπατίτιδα
- Υπερίδρωση
- Αλωπεκία
- Ερυθηματώδες εξάνθημα
- Κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα
- Ψωριασικό εξάνθημα
- Φυσαλιδώδες εξάνθημα
- Ξηροδερμία
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Αγγειοοίδημα
- Τοξική επιδερμική νεκρόλυση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Αρθραλγία
- Μυαλγία
- Οστικό άλγος
- Οστεοπόρωση
- Οστικά κατάγματα
- Αρθρίτιδα
- Τενοντίτιδα
- Ρήξη τένοντα
- Εκτινασσόμενος δάκτυλος
- Πολυουρία
- Κολπική αιμορραγία
- Αιδοιοκολπική ξηρότητα
- Μαστοδυνία
- Κολπόρροια
- Κόπωση
- Εξασθένηση
- Κακουχία
- Περιφερικό οίδημα
- Γενικευμένο οίδημα
- Ξηρότητα βλεννογόνων
- Δίψα
- Πυρεξία
- Άλγος στο στήθος
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
Πολύ συχνέςΕξάψειςΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΕξασθένησηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚακουχίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΥπερίδρωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΥπερχοληστερολαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΆλγος στο στήθοςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑρθρίτιδαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΑυξημένο βάροςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΕρυθηματώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚηλιδοβλατιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚολπική αιμορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροδερμίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΟστεοπόρωσηΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟστικά κατάγματαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟστικό άλγοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦυσαλιδώδες εξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΨωριασικό εξάνθημαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΊκτεροςΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑιδοιοκολπική ξηρότηταΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένα ηπατικά ένζυμαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΓενικευμένο οίδημαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔίψαΓενικές
-
Όχι συχνέςΔιαταραχές μνήμηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔυσαισθησίες (συμπεριλαμβανομένων παραισθησιών, υπαισθησίες)Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΔυσγευσίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός οφθαλμώνΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΘρομβοφλεβίτιδα (συμπεριλαμβανομένων επιπολής και εν τω βάθει θρομβοφλεβίτιδων)Αγγειακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμικά καρδιακά συμβάματα (που περιλαμβάνουν εμφάνιση ή επιδείνωση ήδη υπάρχουσας στηθάγχης, στηθάγχη που απαιτεί χειρουργική επέμβαση, έμφραγμα του μυοκαρδίου, ισχαιμία του μυοκαρδίου)Καρδιακές διαταραχές
-
Όχι συχνέςΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΚολπόρροιαΔιαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού
-
Όχι συχνέςΛευκοπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΜαστοδυνίαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΜειωμένο βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΝευρικότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΞηρότητα βλεννογόνωνΓενικές
-
Όχι συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΠολυουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Όχι συχνέςΠόνος από τον όγκοΝεοπλάσματα
-
Όχι συχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΣύνδρομο καρπιαίου σωλήναΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΤενοντίτιδαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΥπερχολερυθριναιμίαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΑρτηριακή θρόμβωσηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλικό έμφρακτοΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική εμβολήΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΡήξη τένονταΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΑγγειοοίδημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΑναφυλακική αντίδρασηΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΕκτινασσόμενος δάκτυλοςΜυοσκελετικό
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Μη γνωστέςΤοξική επιδερμική νεκρόλυσηΔέρμα
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΣύμφωνα με την εμπειρία που υπάρχει στον άνθρωπο από τη οποία έχουν υπάρξει μεμονωμένες περιπτώσεις συγγενών ανωμαλιών (συμφύσεις χειλέων αιδοίου, αμφίβολα γεννητικά όργανα) η λετροζόλη μπορεί να προκαλέσει συγγενείς διαμαρτίες όταν χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Μελέτες σε ζώα έχουν δείξει αναπαραγωγική τοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΓαλουχίαΑντενδείκνυταιΔεν είναι γνωστό εάν η λετροζόλη και οι μεταβολίτες της απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί.
-
ΓονιμότηταΗ φαρμακολογική δράση της λετροζόλης είναι η μείωση της παραγωγής οιστρογόνων μέσω της αναστολής της αρωματάσης. Σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, η αναστολή της σύνθεσης των οιστρογόνων οδηγεί σε ανατροφοδοτούμενες αυξήσεις στα επίπεδα γοναδοτροπινών (LH, FSH). Τα αυξημένα επίπεδα FSH αντίστοιχα διεγείρουν την ανάπτυξη ωοθυλακίων και μπορεί να προάγουν την ωορρηξία.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Η εξάλειψη της δια των οιστρογόνων αυξητικής διέγερσης αποτελεί προϋπόθεση για την ανταπόκριση του όγκου σε περιπτώσεις όπου η ανάπτυξη του ιστού του όγκου εξαρτάται από την παρουσία οιστρογόνων και χρησιμοποιείται ενδοκρινική θεραπεία. Σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, τα οιστρογόνα παράγονται κυρίως από τη δράση του ενζύμου της αρωματάσης, που μετατρέπει τα επινεφριδικά ανδρογόνα - κυρίως την ανδροστενεδιόνη και την τεστοστερόνη - σε οιστρόνη και οιστραδιόλη. Η καταστολή της βιοσύνθεσης των οιστρογόνων στους περιφερικούς ιστούς και σε αυτόν τον ίδιο τον καρκινικό ιστό μπορεί κατά συνέπεια να επιτευχθεί με την ειδική αναστολή του ενζύμου της αρωματάσης.
Η λετροζόλη είναι ένας μη στεροειδής αναστολέας της αρωματάσης. Αναστέλλει το ένζυμο αρωματάση, δεσμεύοντας ανταγωνιστικά την αίμη του κυτοχρώματος P450 της αρωματάσης, με αποτέλεσμα τη μείωση της βιοσύνθεσης των οιστρογόνων σε όλους τους ιστούς όπου αυτό υπάρχει.
Σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, εφάπαξ δόσεις των 0,1 mg, 0,5 mg και 2,5 mg λετροζόλης καταστέλλουν την οιστρόνη και οιστραδιόλη του ορού κατά 75%, 78% και 78% ως προς τις αρχικές τιμές αντίστοιχα. Η μέγιστη καταστολή επιτυγχάνεται σε 48-78 ώρες.
Σε μετεμμηνοπαυσιακές ασθενείς με προχωρημένο καρκίνο του μαστού, ημερήσιες δόσεις 0,1 mg έως 5 mg καταστέλλουν τις συγκεντρώσεις οιστραδιόλης, οιστρόνης και θειϊκής οιστρόνης στο πλάσμα κατά 75-95% ως προς τις αρχικές τιμές σε όλες τις ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία. Με δόσεις 0,5 mg και υψηλότερες, πολλές τιμές της οιστρόνης και της θειϊκής οιστρόνης είναι κάτω από το όριο ανίχνευσης των αναλύσεων, δείχνοντας ότι μεγαλύτερη καταστολή των οιστρογόνων επιτυγχάνεται με αυτές τις δόσεις. Η καταστολή των οιστρογόνων διατηρήθηκε καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας σε όλες αυτές τις ασθενείς.
Η λετροζόλη παρουσιάζει υψηλή ειδικότητα ως προς την αναστολή της δράσης της αρωματάσης. Μείωση της επινεφριδικής στεροειδογένεσης δεν έχει παρατηρηθεί. Δεν βρέθηκαν κλινικά σημαντικές μεταβολές στις συγκεντρώσεις κορτιζόλης, αλδοστερόνης, 11-δεοξυκορτιζόλης, 17-υδροξυ-προγεστερόνης και ACTH στο πλάσμα, ή στη δραστηριότητα της ρενίνης του πλάσματος μεταξύ μετεμμηνοπαυσιακών ασθενών, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ημερήσια δόση λετροζόλης 0,1 έως 5 mg. Η δοκιμασία διέγερσης της ACTH, που έγινε μετά από 6 και 12 εβδομάδες θεραπείας με ημερήσιες δόσεις 0,1 mg, 0,25 mg, 0,5 mg, 1 mg, 2,5 mg και 5 mg, δεν έδειξε οποιαδήποτε ελάττωση παραγωγής αλδοστερόνης ή κορτιζόλης. Έτσι, δεν είναι απαραίτητη η συμπληρωματική αγωγή με γλυκοκορτικοειδή και αλατοκορτικοειδή.
Δεν σημειώθηκαν μεταβολές στις συγκεντρώσεις ανδρογόνων (ανδροστενδιόνη και τεστοστερόνη) στο πλάσμα μεταξύ υγιών μετεμμηνοπαυσιακών γυναικών μετά από εφάπαξ δόσεις 0,1 mg, 0,5 mg και 2,5 mg λετροζόλης ή στις συγκεντρώσεις ανδροστενδιόνης στο πλάσμα μεταξύ μετεμμηνοπαυσιακών ασθενών, που υποβλήθηκαν σε θεραπεία με ημερήσιες δόσεις 0,1 mg έως 5 mg, υποδεικνύοντας ότι ο αποκλεισμός της βιοσύνθεσης των οιστρογόνων δεν οδηγεί σε συσσώρευση ανδρογονικών προδρόμων. Tα επίπεδα LH και FSH στο πλάσμα δεν επηρεάζονται από τη λετροζόλη σε ασθενείς, ούτε και η θυρεοειδική λειτουργία, όπως εκτιμήθηκε από τη δοκιμασία λήψης TSH, T4 και T3.
Απορρόφηση
Η λετροζόλη απορροφάται γρήγορα και πλήρως από το γαστρεντερικό σωλήνα (μέση απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 99,9%). Η τροφή μειώνει ελαφρά το ρυθμό της απορρόφησης (διάμεση tmax: 1 ώρα χωρίς τροφή, έναντι 2 ωρών με τροφή και μέση Cmax: 129 ± 20,3 nmol/L χωρίς τροφή έναντι 98,7 ± 18,6 nmol/L με τροφή), αλλά το μέγεθος της απορρόφησης (ΑUC) δεν μεταβάλλεται. Η μικρή επίδραση στο ρυθμό της απορρόφησης δεν θεωρείται ότι έχει κλινική σημασία και κατά συνέπεια η λήψη της λετροζόλης μπορεί να γίνεται χωρίς οι ώρες των γευμάτων να λαμβάνονται υπόψη.
Κατανομή
Η δέσμευση της λετροζόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι περίπου 60%, κυρίως με τη λευκωματίνη (55%). Η συγκέντρωση της λετροζόλης στα ερυθροκύτταρα είναι περίπου το 80% αυτής στο πλάσμα. Μετά από χορήγηση 2,5 mg 14C-σεσημασμένης λετροζόλης, περίπου το 82% της ραδιενέργειας στο πλάσμα ήταν αναλλοίωτη ένωση. Η συστηματική έκθεση στους μεταβολίτες είναι κατά συνέπεια χαμηλή. Η λετροζόλη κατανέμεται γρήγορα και εκτεταμένα στους ιστούς. Ο φαινόμενος όγκος κατανομής σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 1,87 ± 0,47 L/kg.
Βιομετασχηματισμός
Η μεταβολική κάθαρση σε έναν φαρμακολογικά αδρανή μεταβολίτη καρβινόλης είναι η κύρια οδός αποβολής της λετροζόλης (CLm = 2,1 L/h), αλλά είναι σχετικά αργή όταν συγκριθεί με την ηπατική ροή του αίματος (περίπου 90 L/h). Τα ισοένζυμα 3Α4 και 2Α6 του κυτοχρώματος P450 βρέθηκαν ότι είναι ικανά να μετατρέψουν τη λετροζόλη σε αυτόν το μεταβολίτη.
Σχηματισμός ελασσόνων, μη καθορισμένων μεταβολιτών και απευθείας απέκκριση από τους νεφρούς και τα κόπρανα παίζουν μόνον ελάσσονα ρόλο στη γενική αποβολή της λετροζόλης. Μέσα σε 2 εβδομάδες μετά τη χορήγηση 2,5 mg 14C-σεσημασμένης λετροζόλης σε υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές εθελόντριες, 88,2 ± 7,6% της ραδιενέργειας ανακτήθηκε στα ούρα και 3,8 ± 0.9% στα κόπρανα. Τουλάχιστον το 75% της ραδιενέργειας που ανακτήθηκε στα ούρα μέχρι 216 ώρες (84,7 ± 7,8% της δόσης) αποδόθηκε στο γλυκουρονίδιο του μεταβολίτη της καρβινόλης, περίπου 9% σε δύο μη καθορισμένους μεταβολίτες και 6% στην αναλλοίωτη λετροζόλη.
Αποβολή
Η φαινόμενη τελική ημιπερίοδος αποβολής στο πλάσμα είναι περίπου 2 ημέρες. Μετά από ημερήσια χορήγηση 2,5 mg, επίπεδα σταθερής κατάστασης επιτυγχάνονται μέσα σε 2 έως 6 εβδομάδες. Οι συγκεντρώσεις στο πλάσμα σε σταθερή κατάσταση είναι περίπου 7 φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις που μετρώνται μετά από εφάπαξ δόση 2,5 mg, ενώ είναι 1,5 έως 2 φορές υψηλότερες από τις τιμές σταθερής κατάστασης, που προβλέπονται από τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν μετά από μία εφάπαξ δόση, δείχνοντας μία ελαφρά μη γραμμική σχέση στη φαρμακοκινητική της λετροζόλης επί ημερήσιας χορήγησης 2,5 mg. Δεδομένου ότι τα επίπεδα σταθερής κατάστασης διατηρούνται με το πέρασμα του χρόνου, μπορεί να συναχθεί ότι δεν παρουσιάζεται συνεχής συσσώρευση της λετροζόλης.
Γραμμικότητα/μη γραμμικότητα
Η φαρμακοκινητική της λετροζόλης ήταν δοσο-εξαρτώμενη μετά από εφάπαξ από του στόματος δόση έως 10 mg (εύρος δόσης: 0,01 mg έως 30 mg) και μετά από ημερήσιες δόσεις έως 1,0 mg (εύρος δόσης: 0,1 mg έως 5 mg). Μετά από εφάπαξ δόση 30mg από του στόματος παρατηρήθηκε ελαφριά over-proportional αύξηση στην τιμή AUC. Η δόση over-propertionality πιθανόν να είναι αποτέλεσμα του κορεσμού της μεταβολικής διαδικασίας αποβολής. Σταθερά επίπεδα επιτεύχθηκαν μετά από 1 έως 32 μήνες σε όλα τα δοσολογικά σχήματα που ελέγχθηκαν (0,1-5,0 mg ανά μέρα).
Ειδικοί πληθυσμοί
Ηλικιωμένοι
H ηλικία δεν είχε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της λετροζόλης.
Νεφρική δυσλειτουργία
Σε μία μελέτη που περιλάμβανε 19 εθελόντριες με ποικίλου βαθμού νεφρική λειτουργία (24ωρη κάθαρση κρεατινίνης 9 - 116 ml/min) δεν βρέθηκε καμία επίδραση στη φαρμακοκινητική της λετροζόλης μετά από εφάπαξ δόση 2,5 mg. Ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται τροποποίηση της δόσης για τους ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία (CLcr ≥10 mL/min). Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τους ασθενείς με σοβαρή νεφρική δυσλειτουργία (CLcr <10 mL/min).
Ηπατική δυσλειτουργία
Σε μία παρόμοια μελέτη, που περιλάμβανε άτομα ποικίλου βαθμού ηπατικής λειτουργία, οι μέσες τιμές AUC των εθελοντριών με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία ήταν (βαθμολογία B κατά Child-Pugh) 37% υψηλότερες από ό,τι σε φυσιολογικά άτομα, και πάλι όμως εντός του φάσματος που παρατηρείται σε άτομα χωρίς δυσλειτουργία της λειτουργίας. Σε μια μελέτη που συγκρίθηκε η φαρμακοκινητική της λετροζόλης, μετά από μία εφάπαξ από του στόματος δόση, σε οκτώ άρρενες με κίρρωση του ήπατος και σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία (βαθμολογία C κατά Child-Pugh) με αυτή υγιών εθελοντών (n=8), η AUC και ο t1/2 αυξήθηκαν κατά 95 και 187% αντίστοιχα. Γι’ αυτό τον λόγο, η λετροζόλη πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία και μετά από προσεκτική μελέτη της σχέσης πιθανού κινδύνου/όφελος σε κάθε ασθενή.