Clinio Logo
Clinio
Εμπορική Ονομασία ΣΕ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ

NATPAR

parathyroid hormone

νατπαρ

Σκευάσματα & Τιμολόγηση

Δεδομένα ΕΟΦ
Σκεύασμα Περιεκτικότητα Λιανική
25MCG / ML 5872.71 €
50MCG / ML 5874.35 €
75MCG / ML 5872.71 €

NATPAR — Πληροφορίες Συνταγογράφησης

Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα

medication

Δοσολογία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Γενικά Η θεραπεία θα πρέπει να επιβλέπεται από γιατρό ή άλλο ειδικευμένο επαγγελματία υγείας με εμπειρία στη διαχείριση ασθενών με υποπαραθυρεοειδισμό. Ο στόχος της θεραπείας με το Natpar είναι να επιτευχθεί έλεγχος ασβεστίου στο αίμα και να μειωθούν τα συμπτώματα (βλ. επίσης παράγραφο 4.4). Η βελτιστοποίηση των παραμέτρων του μεταβολισμού ασβεστίου-φωσφόρου θα πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για τη θεραπεία του υποπαραθυρεοειδισμού. Προτού ξεκινήσει η θεραπεία με το Natpar και κατά τη διάρκεια αυτής:

Επιβεβαιώστε ότι οι αποθήκες του οργανισμού σε βιταμίνη 25(OH)D είναι επαρκείς.

Επιβεβαιώστε ότι το μαγνήσιο ορού είναι εντός του εύρους αναφοράς. Δοσολογία Έναρξη θεραπείας με το Natpar 1 Ξεκινήστε τη θεραπεία με 50 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως ως υποδόρια ένεση στο μηρό (να εναλλάσσετε μηρό κάθε ημέρα). Εάν το ασβέστιο ορού πριν τη χορήγηση της δόσης είναι

2,25 mmol/L, μπορεί να εξεταστεί μία δόση έναρξης των 25 μικρογραμμαρίων. 2 Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ενεργή βιταμίνη D, μειώστε τη δόση της ενεργής βιταμίνης D κατά 50%, εάν το ασβέστιο ορού πριν τη χορήγηση της δόσης είναι άνω των 1,87 mmol/L. 3 Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν συμπληρώματα ασβεστίου, διατηρήστε τη δόση του συμπληρώματος ασβεστίου. 4 Μετρήστε τη συγκέντρωση του ασβεστίου ορού πριν τη χορήγηση της δόσης εντός 2 έως 5 ημερών. Εάν το ασβέστιο ορού πριν τη χορήγηση της δόσης είναι κάτω των 1,87 mmol/L ή άνω των 2,55 mmol/L, αυτή η μέτρηση θα πρέπει να επαναληφθεί την επόμενη ημέρα. 5 Ρυθμίστε τη δόση της ενεργής βιταμίνης D ή του συμπληρώματος ασβεστίου ή και των δύο βάσει τις τιμής του ασβεστίου ορού και της κλινικής αξιολόγησης (δηλ. σημεία και συμπτώματα υπασβεστιαιμίας ή υπερασβεστιαιμίας). Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις του Natpar, της ενεργής βιταμίνης D και των συμπληρωμάτων ασβεστίου βάσει των επιπέδων του ασβεστίου ορού παρέχονται παρακάτω: Ασβέστιο ορού πριν τη χορήγηση της δόσης Άνω του ανώτερου φυσιολογικού ορίου (ULN) (2,55 mmol/L)* Μεγαλύτερο από 2,25 mmol/L και κάτω τουανώτερου φυσιολογικού ορίου (2,55 mmol/L)* Λιγότερο ή ίσο με 2,25 mmol/L και άνω των 2 mmol/L Ρυθμίστε πρώτο Natpar Να εξεταστεί η μείωση ή η διακοπή του Natpar και να γίνει επαναξιολόγηση μέσω μέτρησης του ασβεστίου ορού Να εξεταστεί η μείωση Ρυθμίστε δεύτερο Ρυθμίστε τρίτο Μορφές ενεργής βιταμίνης D Συμπλήρωμα ασβεστίου Να μειωθεί ή να διακοπεί** Να μειωθεί Να μειωθεί ή να διακοπεί** Καμία μεταβολή, ή μείωση εάν η ενεργή βιταμίνη D διακόπηκε ήδη πριν από αυτό το βήμα τιτλοποίησης Καμία μεταβολή Καμία μεταβολή Καμία μεταβολή 3 Να εξεταστεί η Λιγότερο αύξηση μετά από Να αυξηθεί Να αυξηθεί από 2 mmol/L τουλάχιστον 2-4 εβδομ άδες σε σταθερή δόση *Η τιμή του ULN μπορεί να ποικίλει ανά εργαστήριο **Να διακοπεί σε ασθενείς που λαμβάνουν την χαμηλότερη διαθέσιμη δόση 6 Επαναλάβετε τα βήματα 4 και 5 μέχρις ότου η συγκέντρωση-στόχος του ασβεστίου ορού πριν τη χορήγηση της δόσης είναι εντός του εύρους 2,0-2,25 mmol/L, η ενεργή βιταμίνη D έχει διακοπεί και η υποκατάσταση ασβεστίου είναι επαρκής ώστε να πληροί τις ημερήσιες απαιτήσεις. Ρυθμίσεις δοσολογίας Natpar μετά την περίοδο έναρξης Η συγκέντρωση του ασβεστίου ορού πρέπει να παρακολουθείται κατά την τιτλοποίηση (βλ. παράγραφο 4.4). Η δόση του Natpar μπορεί να αυξάνεται σταδιακά κατά 25 μικρογραμμάρια περίπου κάθε 2 έως 4 εβδομάδες, μέχρι τη μέγιστη ημερήσια δόση των 100 μικρογραμμαρίων. Καθοδική τιτλοποίηση έως το ελάχιστο των 25 μικρογραμμαρίων μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Συνιστάται να μετριέται η διορθωμένη ως προς αλβουμίνη συγκέντρωση ασβεστίου ορού 8-12 ώρες μετά τη χορήγηση δόσης του Natpar. Εάν το ασβέστιο ορού μετά τη δόση είναι >ULN, τότε πρώτα μειώστε την ενεργή βιταμίνη D και τα συμπληρώματα ασβεστίου και παρακολουθήστε την εξέλιξη. Οι μετρήσεις του ασβεστίου ορού πριν και μετά τη δόση θα πρέπει να επαναλαμβάνονται και να επιβεβαιώνεται ότι είναι εντός αποδεκτού εύρους προτού εξεταστεί η τιτλοποίηση σε υψηλότερη δόση Natpar. Εάν το ασβέστιο ορού μετά τη δόση παραμένει >ULN, η από του στόματος υποκατάσταση ασβεστίου θα πρέπει να μειωθεί περαιτέρω ή να διακοπεί (βλ. επίσης τον πίνακα ρυθμίσεων υπό τον τίτλο Έναρξη θεραπείας με το Natpar). Σε οποιοδήποτε επίπεδο δόσης του Natpar, εάν η μετά τη δόση διορθωμένη ως προς αλβουμίνη συγκέντρωση ασβεστίου ορού υπερβεί το ULN και έχει διακοπεί προσωρινά τόσο η ενεργή βιταμίνη D όσο και το από του στόματος ασβέστιο, ή υπάρχουν συμπτώματα που υποδηλώνουν υπερασβεστιαιμία, η δόση του Natpar θα πρέπει να μειωθεί (βλ. παράγραφο 4.4). Παράλειψη δόσης Στην περίπτωση παράλειψης μιας δόσης το Natpar πρέπει να χορηγηθεί το συντομότερο δυνατόν και πρέπει να ληφθούν επιπλέον πηγές ασβεστίου ή/και ενεργής βιταμίνης D, βάσει των συμπτωμάτων της υπασβεστιαιμίας. Παύση ή διακοπή της θεραπείας Η απότομη παύση ή διακοπή του Natpar μπορεί να καταλήξει σε βαριά υπασβεστιαιμία. Η παροδική ή μόνιμη διακοπή της θεραπείας με το Natpar πρέπει να συνοδεύεται από παρακολούθηση των επιπέδων ασβεστίου ορού και ρύθμιση, ανάλογα με τις ανάγκες, του εξωγενούς ασβεστίου ή/και της ενεργής βιταμίνης D (βλ. παράγραφο 4.4). Ειδικοί πληθυσμοί Ηλικιωμένοι Βλέπε παράγραφο 5.2. Νεφρική δυσλειτουργία Καμία ρύθμιση δόσης δεν είναι απαραίτητη σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (κάθαρση κρεατινίνης 30 έως 80 mL/λεπτό). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4). 4 Ηπατική δυσλειτουργία Καμία ρύθμιση δόσης δεν είναι απαραίτητη σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (συνολική βαθμολογία 7 έως 9 στην κλίμακα Child-Pugh). Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα σε ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία (βλ. παράγραφο 4.4). Παιδιατρικός πληθυσμός Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Natpar σε παιδιά ηλικίας κάτω των 18 ετών δεν έχουν ακόμα τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα. Τρόπος χορήγησης Το Natpar είναι κατάλληλο για αυτό-χορήγηση από τον ασθενή. Οι ασθενείς πρέπει να εκπαιδευτούν στις σωστές τεχνικές ένεσης από τον γιατρό που κάνει τη συνταγογράφηση ή από νοσηλευτή, προπαντός κατά την αρχική χρήση. Κάθε δόση πρέπει να χορηγείται ως υποδόρια ένεση άπαξ ημερησίως σε εναλλασσόμενους μηρούς. Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση και για τη χρήση της συσκευής έγχυσης τύπου πένας βλ. παράγραφο 6.6 και τις οδηγίες που περιλαμβάνονται στο φύλλο οδηγιών χρήσης. Το Natpar δεν πρέπει να χορηγείται ενδοφλεβίως ή ενδομυϊκώς.

block

Αντενδείξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more

Το Natpar αντενδείκνυται σε ασθενείς:

  • με υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1
  • οι οποίοι λαμβάνουν ή έχουν προηγουμένως λάβει ακτινοθεραπεία στο σκελετό
  • με σκελετικές κακοήθειες ή μεταστάσεις στα οστά
  • οι οποίοι βρίσκονται σε αυξημένο βασικό κίνδυνο για οστεοσάρκωμα όπως οι ασθενείς με οστική νόσο Paget ή κληρονομικές διαταραχές
  • με ανεξήγητες αυξήσεις της ειδικής για τα οστά αλκαλικής φωσφατάσης
  • με ψευδοϋποπαραθυρεοειδισµό.
warning

Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ιχνηλασιμότητα Προκειμένου να βελτιωθεί η ιχνηλασιμότητα των βιολογικών φαρμακευτικών προϊόντων, το όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια. Ο σκοπός της θεραπείας με το Natpar είναι να επιτευχθεί συγκέντρωση ασβεστίου ορού πριν τη χορήγηση της δόσης 2,0-2,25 mmol/L και συγκέντρωση ασβεστίου ορού 8-12 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης <2,55 mmol/L. Παρακολούθηση ασθενών κατά τη θεραπεία Τα επίπεδα ασβεστίου ορού πριν τη χορήγηση της δόσης και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά τη χορήγηση της δόσης πρέπει να παρακολουθούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας με το Natpar (βλ. παράγραφο 4.2). Σε μια πολυκεντρική κλινική δοκιμή, οι τιμές των διορθωμένων ως προς αλβουμίνη επιπέδων ασβεστίου ορού (ACSC) 6-10 ώρες μετά τη χορήγηση της δόσης ήταν κατά μέσο όρο 0,25 mmol/L υψηλότερες από τις τιμές πριν τη χορήγηση της δόσης, με μέγιστη αύξηση να παρατηρείται στα 0,7 mmol/L. Οι δόσεις ασβεστίου, βιταμίνης D ή Natpar μπορεί να χρειαστεί να μειωθούν εάν παρατηρηθεί υπερασβεστιαιμία μετά τη χορήγηση της δόσης, ακόμα κι αν οι συγκεντρώσεις ασβεστίου πριν τη χορήγηση της δόσης είναι αποδεκτές (βλ. παράγραφο 4.2). Υπερασβεστιαιμία Υπερασβεστιαιμία αναφέρθηκε σε κλινικές δοκιμές με το Natpar. Υπερασβεστιαιμία παρατηρήθηκε συχνά κατά τη διάρκεια της περιόδου τιτλοποίησης, κατά την οποία ρυθμίστηκαν οι δόσεις ασβεστίου 5 από του στόματος, ενεργής βιταμίνης D και Natpar. Η υπερασβεστιαιμία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ακολουθώντας τη συνιστώμενη δοσολογία, τις πληροφορίες παρακολούθησης και ρωτώντας τους ασθενείς σχετικά με τυχόν συμπτώματα υπερασβεστιαιμίας. Εάν αναπτυχθεί βαριά υπερασβεστιαιμία (>3,0 mmol/L ή πάνω από το ανώτερο φυσιολογικό όριο με συμπτώματα), θα πρέπει να εξεταστεί η ενυδάτωση και η παροδική διακοπή του Natpar, του ασβεστίου και της ενεργής βιταμίνης D έως ότου το ασβέστιο ορού επιστρέψει στα φυσιολογικά όρια. Κατόπιν εξετάστε τη συνέχιση του Natpar, του ασβεστίου και της ενεργής βιταμίνης D σε χαμηλότερες δόσεις (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8). Υπασβεστιαιμία Υπασβεστιαιμία, μια συχνή κλινική εκδήλωση του υποπαραθυρεοειδισμού, αναφέρθηκε σε κλινικές δοκιμές με το Natpar. Τα περισσότερα συμβάντα υπασβεστιαιμίας που συνέβησαν στις κλινικές δοκιμές ήταν ήπια έως μέτρια σε βαρύτητα. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά, έχουν αναφερθεί περιστατικά συμπτωματικής υπασβεστιαιμίας, συμπεριλαμβανομένων περιστατικών που οδήγησαν σε επιληπτικές κρίσεις σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Natpar. Ο κίνδυνος σοβαρής υπασβεστιαιμίας είναι υψηλότερος μετά από απόσυρση, παράλειψη ή απότομη διακοπή του Natpar, αλλά μπορεί να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή. Η παροδική ή μόνιμη διακοπή του Natpar πρέπει να συνοδεύεται από παρακολούθηση των επιπέδων ασβεστίου ορού και αύξηση του εξωγενούς ασβεστίου ή/και της ενεργής βιταμίνης D, ανάλογα με τις ανάγκες. Η υπασβεστιαιμία μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ακολουθώντας τη συνιστώμενη δοσολογία, τις πληροφορίες παρακολούθησης και ρωτώντας τους ασθενείς σχετικά με τυχόν συμπτώματα υπασβεστιαιμίας (βλ. παραγράφους 4.2 και 4.8). Ταυτόχρονη χρήση με καρδιακές γλικοσίδες Η υπερασβεστιαιμία οποιασδήποτε αιτίας μπορεί να προδιαθέσει σε τοξικότητα από δακτυλίτιδα. Σε ασθενείς που χρησιμοποιούν ταυτόχρονα το Natpar με καρδιακές γλυκοσίδες(όπως διγοξίνη ή διγιτοξίνη), να παρακολουθούνται τα επίπεδα του ασβεστίου ορού και των καρδιακών γλυκοσιδών καθώς και οι ίδιοι ασθενείς για σημεία και συμπτώματα τοξικότητας από δακτυλίτιδα (βλ. παράγραφο 4.5). Βαριά νεφρική ή ηπατική νόσος Το Natpar θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με βαριά νεφρική ή ηπατική νόσο επειδή δεν έχουν αξιολογηθεί σε κλινικές δοκιμές. Χρήση σε νεαρούς ενήλικες Το Natpar θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς με ανοικτές επιφύσεις καθώς αυτοί οι ασθενείς ενδέχεται να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο οστεοσαρκώματος (βλ. παράγραφο 4.3). Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείς Οι κλινικές μελέτες με το Natpar δεν περιλάμβαναν επαρκείς αριθμούς ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω ώστε να προσδιοριστεί εάν η απόκριση σε αυτά τα άτομα είναι διαφορετική από τα νεότερα άτομα. Ταχυφυλαξία Η επίδραση του Natpar στην αύξηση του ασβεστίου ενδέχεται να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου σε ορισμένους ασθενείς. Η ανταπόκριση της συγκέντρωσης ασβεστίου ορού στη χορήγηση του Natpar θα πρέπει να παρακολουθείται ανά διαστήματα προκειμένου να ανιχνευτεί κάτι τέτοιο και να εξεταστεί το ενδεχόμενο διάγνωσης ταχυφυλαξίας. Εάν η συγκέντρωση της βιταμίνης 25(OH)D στον ορό είναι χαμηλή, τότε η επαρκής υποκατάσταση ενδέχεται να αποκαταστήσει την ανταπόκριση του ασβεστίου ορού στο Natpar (βλ. παράγραφο 4.2). Ουρολιθίαση Το Natpar δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ουρολιθίαση. Το Natpar θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ενεργό ή πρόσφατη ουρολιθίαση λόγω της πιθανότητας επιδείνωσης αυτής της κατάστασης. 6 Υπερευαισθησία Έχουν υπάρξει μετεγκριτικές αναφορές αντιδράσεων υπερευαισθησίας σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με Natpar. Οι αντιδράσεις υπερευαισθησίας μπορεί να περιλαμβάνουν αναφυλαξία, δύσπνοια, αγγειοοίδημα, κνίδωση, εξάνθημα κ.λπ. Εάν εμφανιστούν σημεία ή συμπτώματα σοβαρής αντίδρασης υπερευαισθησίας, η θεραπεία με Natpar πρέπει να διακοπεί και η αντίδραση υπερευαισθησίας πρέπει να αντιμετωπιστεί σύμφωνα με την πρότυπη φροντίδα. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται μέχρι να υποχωρήσουν τα σημεία και τα συμπτώματα (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.8). Σε περίπτωση διακοπής του Natpar, απαιτείται παρακολούθηση για υπασβεστιαιμία (βλ. παράγραφο 4.2). Περιεκτικότητα σε νάτριο Το φάρμακο αυτό περιέχει λιγότερο από 1 mmol νατρίου (23 mg) ανά δόση, είναι αυτό που ονομάζουμε «ελεύθερο νατρίου».
swap_horiz

Αλληλεπιδράσεις

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Οι ινότροπες δράσεις των καρδιακών γλυκοσιδών επηρεάζονται από τα επίπεδα ασβεστίου ορού. Η συνδυασμένη χρήση Natpar και καρδιακών γλυκοσιδών (π.χ. διγοξίνη ή διγιτοξίνη) ενδέχεται να προδιαθέσει τους ασθενείς σε τοξικότητα από δακτυλίτιδα εάν αναπτυχθεί υπερασβεστιαιμία. Δεν διεξήχθησαν μελέτες αλληλεπίδρασης με καρδιακές γλυκοσίδες και Natpar (βλ. παράγραφο 4.4). Για οποιοδήποτε φάρμακο που επηρεάζει τα επίπεδα ασβεστίου ορού (π.χ. λίθιο, θειαζίδες), θα πρέπει να παρακολουθούνται τα επίπεδα ασβεστίου ορού των ασθενών. Η συγχορήγηση αλενδρονικού οξέος και Natpar ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση στην ασβεστιο-προστατευτική επίδραση, γεγονός που μπορεί να παρεμποδίσει την κανονικοποίηση του ασβεστίου ορού. Η ταυτόχρονη χρήση του Natpar με διφωσφονικά δεν συνιστάται. Το Natpar είναι μια πρωτεΐνη η οποία δεν μεταβολίζεται από και δεν αναστέλλει τα ηπατικά μικροσωμικά ένζυμα που μεταβολίζουν τα φάρμακα (π.χ. ισοένζυμα του κυτοχρώματος Ρ450). Το Natpar δε συνδέεται με πρωτεΐνες και έχει χαμηλό όγκο κατανομής.
sick

Ανεπιθύμητες ενέργειες

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Περίληψη του προφίλ ασφαλείας Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες μεταξύ των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με το Natpar ήταν υπερασβεστιαιμία, υπασβεστιαιμία και οι σχετιζόμενες με αυτές κλινικές εκδηλώσεις μεταξύ των οποίων κεφαλαλγία, διάρροια, έμετος, παραισθησία, υπαισθησία και υπερασβεστιουρία. Στις κλινικές μελέτες, αυτές οι αντιδράσεις ήταν γενικά ήπιες έως μέτριες σε βαρύτητα και παροδικές και αντιμετωπίστηκαν με ρυθμίσεις στη δόση του Natpar, του ασβεστίου ή/και της ενεργής βιταμίνης D (βλ. παραγράφους 4.4 και 5.1). Κατάλογος ανεπιθύμητων ενεργειών σε μορφή πίνακα Οι ανεπιθύμητες ενέργειες για ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με το Natpar στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη και στη μετεγκριτική εμπειρία αναγράφονται παρακάτω ανά κατηγορία/οργανικό σύστημα κατά MedDRA και συχνότητα. Οι συχνότητες ορίζονται ως πολύ συχνές (≥1/10), συχνές (≥1/100 έως <1/10) και μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα). Όλες οι ανεπιθύμητες ενέργειες που παρουσιάστηκαν κατά τη μετεγκριτική εμπειρία εμφανίζονται με πλαγιογράφηση. Κατηγορία/οργανικό σύστημα Πολύ συχνές (1/10) Συχνές (1/100 έως <1/10) Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης Ψυχιατρικές διαταραχές Διαταραχές του νευρικού συστήματος υπομαγνησιαιμία†, τετανία† υπερασβεστιαιμία, υπασβεστιαιμία άγχος†, αϋπνία* κεφαλαλγία*,†, υπαισθησία†, παραισθησία† υπνηλία* Καρδιακές διαταραχές Αγγειακές διαταραχές Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου Διαταραχές του γαστρεντερικού Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος και του συνδετικού ιστού αίσθημα καρδιακών παλμών*,† υπέρταση* βήχας† διάρροια*,†, ναυτία*, έμετος* αρθραλγία*, μυϊκοί σπασμοί† άλγος άνω κοιλιακής χώρας* μυϊκές δεσμιδώσεις†, μυοσκελετικό άλγος†, μυαλγία†, αυχεναλγία†, πόνος στα άκρα 8 Μη γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα) Αντιδράσεις υπερευαισθησίας, (δύσπνοια, αγγειοοίδημα, κνίδωση, εξάνθημα) Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης υπερασβεστιουρία*, συχνουρία† εξασθένιση*, θωρακικό άλγος†, κόπωση, αντιδράσεις στη θέση ένεσης, δίψα* Παρακλινικές θετικά αντισώματα εξετάσεις αντι-PTH, μειωμένη 25υδροξυχοληκαλσιφερό λη αίματος†, μειωμένη βιταμίνη D *Σημεία και συμπτώματα ενδεχομένως σχετιζόμενα με υπερασβεστιαιμία τα οποία παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές. † Σημεία και συμπτώματα ενδεχομένως σχετιζόμενα με υπασβεστιαιμία τα οποία παρατηρήθηκαν στις κλινικές δοκιμές. Περιγραφή επιλεγμένων ανεπιθύμητων ενεργειών Υπερασβεστιαιμία και υπασβεστιαιμία παρουσιάστηκαν συχνά κατά τη διάρκεια της περιόδου τιτλοποίησης δόσης. Ο κίνδυνος σοβαρής υπασβεστιαιμίας ήταν μεγαλύτερος μετά την απόσυρση του Natpar. Μετά την κυκλοφορία του φαρμάκου στην αγορά έχουν αναφερθεί περιστατικά υπασβεστιαιμίας που οδηγούν σε επιληπτικές κρίσεις (βλ. παράγραφο 4.4). Αντιδράσεις στη θέση ένεσης Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη, το 9,5% (8/84) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με Natpar και το 15% (6/40) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με εικονικό φάρμακο παρουσίασαν αντίδραση στη θέση ένεσης και όλες οι αντιδράσεις ήταν ήπιες ή μέτριες σε βαρύτητα. Ανοσογονικότητα Σε συμφωνία με τις δυνητικά ανοσογονικές ιδιότητες των φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν πεπτίδια, η χορήγηση Natpar ενδέχεται να πυροδοτήσει την ανάπτυξη αντισωμάτων. Στην ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη σε ενήλικες με υποπαραθυρεοειδισμό, το ποσοστό εμφάνισης αντισωμάτων αντι-παραθορμόνης (ΡΤΗ) ήταν 8,8% (3/34) και 5,9% (1/17) σε ασθενείς οι οποίοι έλαβαν υποδόρια χορήγηση 50 έως 100 μικρογραμμαρίων Natpar ή εικονικού φαρμάκου μια φορά ημερησίως για 24 εβδομάδες, αντίστοιχα. Σε όλες τις κλινικές μελέτες σε ασθενείς με υποπαραθυρεοειδισμό έπειτα από θεραπεία με Natpar για έως 7,4 χρόνια, το ποσοστό εμφάνισης ανοσογονικότητας ήταν 16/87 (18,4%) και δεν φάνηκε να αυξάνεται με το πέρασμα του χρόνου. Αυτοί οι 16 ασθενείς είχαν χαμηλό τίτλο αντι-PTH αντισωμάτων, και, στους 12 εξ αυτών έγινε ακολούθως, αρνητικοποίηση των αντισωμάτων τους. Η εμφανώς παροδική φύση των αντισωμάτων έναντι ΡΤΗ οφείλεται πιθανώς στο χαμηλό τίτλο αυτών. Δύο από αυτούς τους ασθενείς είχαν αντισώματα με ουδέτερη δραστηριότητα. Αυτοί οι ασθενείς διατήρησαν μια κλινική ανταπόκριση χωρίς ενδείξεις ανεπιθύμητων ενεργειών σχετιζόμενων με το ανοσοποιητικό. Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες μέσω του εθνικού συστήματος αναφοράς που αναγράφεται στο Παράρτημα V. 9
pregnant_woman

Κύηση / Γαλουχία

ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Κύηση Δεν διατίθενται δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Natpar στις έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλέπε παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στις έγκυες γυναίκες ή στο αναπτυσσόμενο έμβρυο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα ξεκινήσει ή θα διακοπεί η θεραπεία με το Natpar κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης λαμβάνοντας υπόψη τους γνωστούς κινδύνους της θεραπείας έναντι του οφέλους για τη γυναίκα. Θηλασμός Δεν είναι γνωστό εάν το Natpar απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση του Natpar στο γάλα (βλ. παράγραφο 5.3). Ο κίνδυνος στα νεογέννητα / βρέφη δεν μπορεί να αποκλειστεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με το Natpar, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα. Γονιμότητα Δεν υπάρχουν δεδομένα σχετικά με την επίδραση του Natpar στη γονιμότητα του ανθρώπου. Τα δεδομένα σε ζώα δεν κατέδειξαν δυσλειτουργία στη γονιμότητα. 7
biotech

Φαρμακολογία

Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ομοιόσταση ασβεστίου, παραθορμόνες και ανάλογα, κωδικός ATC: H05AA03 Μηχανισμός δράσης Η ενδογενής παραθορμόνη (PTH) εκκρίνεται από τους παραθυρεοειδείς αδένες ως ένα πολυπεπτίδιο 84 αμινοξέων. Η ΡΤΗ ασκεί τη δράση της μέσω μεμβρανικών υποδοχέων παραθορμόνης, που υπάρχουν στα οστά, στους νεφρούς και στο νευρικό ιστό. Οι υποδοχείς παραθορμόνης ανήκουν στην οικογένεια των υποδοχέων συζευγμένων με G-πρωτεΐνες. Η PTH έχει ποικίλες σημαντικές φυσιολογικές λειτουργίες που περιλαμβάνουν τον κεντρικό της ρόλο στη διατήρηση των επιπέδων ασβεστίου και φωσφόρου ορού εντός αυστηρά ρυθμισμένων επιπέδων, στη ρύθμιση της νεφρικής απέκκρισης του ασβεστίου και του φωσφόρου, στην ενεργοποίηση της βιταμίνης D και στη διατήρηση του φυσιολογικού οστικού μεταβολισμού. Το Natpar παράγεται σε E. coli χρησιμοποιώντας τεχνολογία ανασυνδυασμένου DNA και είναι πανομοιότυπο με την αλληλουχία 84 αμινοξέων ενδογενούς ανθρώπινης παραθορμόνης. Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις Η PTH (1-84) είναι ο κύριος ρυθμιστής της ομοιόστασης του ασβεστίου πλάσματος. Στους νεφρούς, η PTH(1-84) αυξάνει τη νεφρική σωληναριακή επαναρρόφηση του ασβεστίου και προωθεί την απέκκριση του φωσφόρου. Η συνολική δράση της ΡΤΗ είναι να αυξάνει τη συγκέντρωση ασβεστίου ορού, να μειώνει την απέκκριση του ασβεστίου στα ούρα και να μειώνει τη συγκέντρωση του φωσφόρου ορού. Το Natpar έχει την ίδια βασική αλληλουχία αμινοξέων με την ενδογενή παραθορμόνη και μπορεί να αναμένεται να έχει τις ίδιες φυσιολογικές δράσεις. Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια Η ασφάλεια και η κλινική αποτελεσματικότητα του Natpar σε ενήλικες με υποπαραθυρεοειδισμό προέρχεται από 1 τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη και μια ανοικτή μελέτη παράτασης. Σε αυτές τις μελέτες, το Natpar ήταν αυτοχορηγούμενο, με ημερήσιες δόσεις που κυμαίνονταν απο 25 έως 100 μικρογραμμάρια ανά υποδόρια ένεση. Μελέτη 1 - REPLACE Ο στόχος αυτής της μελέτης ήταν να διατηρηθεί το ασβέστιο ορού με το Natpar, μειώνοντας ή αντικαθιστώντας παράλληλα το ασβέστιο από του στόματος και την ενεργή βιταμίνη D. Η μελέτη ήταν μια διάρκειας 24 εβδομάδων τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο, πολυκεντρική μελέτη. Σε αυτή τη μελέτη, ασθενείς με χρόνιο υποπαραθυρεοειδισμό που λάμβαναν ασβέστιο και ενεργές μορφές βιταμίνης D (μεταβολίτης ή ανάλογα βιταμίνης D) τυχαιοποιήθηκαν στο Natpar (n=84) ή σε εικονικό φάρμακο (n=40). Η μέση ηλικία ήταν τα 47,3 έτη (εύρος 19 έως 74 ετών) και το 79% ήταν γυναίκες. Οι ασθενείς είχαν υποπαραθυρεοειδισμό για 13,6 χρόνια κατά μέσο όρο. Κατά την τυχαιοποίηση, οι ενεργές μορφές της βιταμίνης D μειώθηκαν κατά 50% και οι ασθενείς κατανεμήθηκαν στο Natpar 50 μικρογραμμάρια ημερησίως ή σε εικονικό φάρμακο. Η τυχαιοποίηση 10 ακολουθήθηκε από μια φάση τιτλοποίησης 12 εβδομάδων του Natpar και μια 12 εβδομάδων φάση διατήρησης της δόσης του Natpar. Ενενήντα τοις εκατό των ασθενών που τυχαιοποιήθηκαν ολοκλήρωσαν 24 εβδομάδες θεραπείας. Για την ανάλυση αποτελεσματικότητας, τα άτομα που πληρούσαν τρία στοιχεία ενός τριμερούς κριτηρίου ανταπόκρισης θεωρήθηκαν ανταποκρινόμενοι. Oανταποκρινόμενος ορίστηκε χρησιμοποιώντας ένα σύνθετο πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας με τουλάχιστον 50% μείωση από την αρχικήδόση ενεργού βιταμίνης D ΚΑΙ τουλάχιστον 50% μείωση από τ την αρχική δόση του από του στόματος ασβεστίου ΚΑΙ μια διορθωμένη ως προς αλβουμίνη συγκέντρωση ολικού ασβεστίου ορού σταθερή ή κανονικοποιημένη σε σύγκριση με την τιμή κατά την έναρξη (βασική κατάσταση) (≥1,875 mmol/L) που δεν υπερέβη το ανώτερο όριο του φυσιολογικού εύρους εργαστηριακών τιμών. Στη λήξη της θεραπείας, 46/84 (54,8%) ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με το Natpar πέτυχαν το πρωτεύον τελικό σημείο έναντι 1/40 (2,5%) με το εικονικό φάρμακο (p<0,001). Την Εβδομάδα 24, για τους ασθενείς που ολοκλήρωσαν τη μελέτη, 34/79 (43%) ασθενείς που έλαβαν το Natpar ήταν ανεξάρτητοι θεραπείας με ενεργή βιταμίνη D και λάμβαναν όχι περισσότερο από 500 mg κιτρικού ασβεστίου, σε σύγκριση με 2/33 (6,1%) των ασθενών με το εικονικό φάρμακο (p<0,001). Εξήντα εννιά τοις εκατό (58/84) των ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν στο Natpar έδειξαν μείωση στο ασβέστιο από του στόματος κατά ≥50% σε σύγκριση με το 7,5% (3/40) των ατόμων που τυχαιοποιήθηκαν στο εικονικό φάρμακο. Η μέση ποσοστιαία αλλαγή από την έναρξη θεραπείας (βασική κατάσταση) στο ασβέστιο από του στόματος ήταν -51,8% (Τ.Α. 44,6) σε άτομα που λάμβαναν Natpar σε σύγκριση με 6,5% (Τ.Α. 38,5) στην ομάδα εικονικού φαρμάκου (p<0,001). Επιπλέον, το 87% (73/84) των ασθενών που έλαβαν θεραπεία με το Natpar έδειξε ≥50% μείωση στην από στόματος ενεργή βιταμίνη D έναντι του 45% (18/40) στην ομάδα εικονικού φαρμάκου. Μελέτη 2 - RACE Η μελέτη 2 είναι μια εξαετής, μακροπρόθεσμη, ανοικτή μελέτη επέκτασης, με ημερήσια υποδόρια χορήγηση Natpar σε άτομα με υποπαραθυρεοειδισμό τα οποία ολοκλήρωσαν προηγούμενες μελέτες με το Natpar. Συνολικά 49 άτομα εγγράφηκαν στη μελέτη. Τα άτομα αυτά έλαβαν δόσεις των 25 μικρογραμμαρίων, των 50 μικρογραμμαρίων, των 75 μικρογραμμαρίων ή των 100 μικρογραμμαρίων/ημέρα για περίπου 72 μήνες (μέση τιμή 2.038 ημέρες (~5,6 έτη). Ο ελάχιστος χρόνος έκθεσης στο Natpar ήταν 41 ημέρες και ο μέγιστος ήταν 2.497 ημέρες (~6,8 έτη). Το 61,2% (30/49) των ατόμων πληρούσαν το πρωτεύον τελικό σημείο αποτελεσματικότητας στο τέλος της θεραπείας, το οποίο ορίζεται ως η διορθωμένη ως προς αλβουμίνη συγκέντρωση ολικού ασβεστίου ορού η οποία ήταν κανονικοποιημένη ή σταθερή σε σύγκριση με την τιμή κατά τη βασική τιμή εναρξης και δεν υπερέβαινε το ανώτερο φυσιολογικό όριο, ≥50% μείωση από τη βασική τιμή ή ≤500 mg της ημερήσιας υποκατάστασης ασβεστίου, και ≥50% μείωση από τη βασική κατάσταση ή ≤0,25 μg της ημερήσιας υποκατάστασης καλσιτριόλης. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν τη διατήρηση των φυσιολογικών επιδράσεων του Natpar επί 72 μήνες συμπεριλαμβανομένης της διατήρησης των μέσων διορθωμένων ως προς αλβουμίνη επιπέδων ασβεστίου ορού (n=49, 2,09 (SD 0,174) mmol/L κατά την έναρξη, n=38, 2,08 (SD 0,167) mmol/L στους 72 μήνες), της μείωσης στο φωσφόρο ορού (n=49, 1,56 (SD 0,188) mmol/L κατά την έναρξη, n=36, 1,26 (SD 0,198) mmol/L στους 72 μήνες) και της διατήρησης φυσιολογικού του γινομένου φωσφόρου-ασβεστίου (<4,4 mmol2/L2) για όλα τα άτομα (n=49 κατα την εναρξη, n=36 στους 72 μήνες). Οι μακροπρόθεσμες επιδράσεις συμπεριέλαβαν τη μείωση της μέσης απέκκρισης ασβεστίου στα ούρα εντός φυσιολογικού ορίου (n=48, 8,92 (SD 5,009) mmol/ημέρα κατά την έναρξη, n=32, 5,63(SD 11 3,207) mmol/ημέρα στους 72 μήνες) και τη σταθεροποίηση εντός φυσιολογικών ορίων των μέσων επιπέδων κρεατινίνης ορού (n=49, 84,7 (SD 18,16) µmol/L κατά την έναρξη, n=38, 78,2 (SD 18,52) µmol/L στους 72 μήνες). Επιπλέον, διατηρήθηκε φυσιολογική η οστική πυκνότητα. Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Natpar σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στον υποπαραθυρεοειδισμό (βλέπε παράγραφο 4.2 για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Αυτό το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με τη διαδικασία που αποκαλείται «έγκριση υπό όρους». Αυτό σημαίνει ότι αναμένονται περισσότερες αποδείξεις σχετικά με το φαρμακευτικό προϊόν. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων θα αξιολογεί τουλάχιστον ετησίως τις νέες πληροφορίες για το παρόν φαρμακευτικό προϊόν και η παρούσα Περίληψη των Χαρακτηριστικών του Προϊόντος θα επικαιροποιείται αναλόγως.
Φαρμακοκινητική
Η φαρμακοκινητική του Natpar έπειτα από υποδόρια χορήγηση στο μηρό ατόμων με υποπαραθυρεοειδισμό ήταν συνεπής με εκείνη που παρατηρήθηκε σε υγιείς μεταεμμηνοπαυσιακές γυναίκες οι οποίες έλαβαν παραθορμόνη στο μηρό και στην κοιλία. Απορρόφηση Το Natpar που χορηγήθηκε υποδορίως είχε απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα 53%. Κατανομή Το Natpar έπειτα από ενδοφλέβια χορήγηση έχει όγκο κατανομής 5,35 L σε σταθερή κατάσταση. Βιομετασχηματισμός In vitro και in vivo μελέτες κατέδειξαν ότι η κάθαρση του Natpar είναι κυρίως μια ηπατική διαδικασία με τους νεφρούς να διαδραματίζουν μικρότερο ρόλο. Αποβολή Στο ήπαρ, η παραθορμόνη διασπάται από καθεψίνες. Στους νεφρούς, η παραθορμόνη και τα C-τελικά θραύσματα απεκρίνονται μέσω σπειραματικής διήθησης. Φαρμακοκινητικές/φαρμακοδυναμικές σχέσεις Η παραθορμόνη (rDNA) αξιολογήθηκε σε μια ανοικτή μελέτη PK/PD(φαρμακοκινητικής/φαρμακοδυναμικής) στην οποία 7 ασθενείς με υποπαραθυρεοειδισμό έλαβαν απλές υποδόριες δόσεις των 50 και 100 μικρογραμμαρίων με ένα 7-ήμερο μεσοδιάστημα έκπλυσης μεταξύ των δόσεων. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις στο πλάσμα (μέση Tmax) του Natpar επιτυγχάνονται εντός 5 έως 30 λεπτών και μια δεύτερη συνήθως μικρότερη μέγιστη συγκέντρωση σε 1 έως 2 ώρες. Ο φαινομενικός τελικός χρόνος ημιζωής (t1/2) ήταν 3,02 και 2,83 ώρες για τη δόση των 50 και 100 μικρογραμμαρίων, αντίστοιχα. Οι μέγιστες μέσες αυξήσεις του ασβεστίου ορού, που πραγματοποιήθηκαν στις 12 ώρες, ήταν περίπου 0,125 mmol/L και 0,175 mmol/L με τη δόση των 50 και 100 μικρογραμμαρίων αντίστοιχα. Επίδραση στο μεταβολισμό μετάλλων Η θεραπεία με το Natpar αυξάνει τη συγκέντρωση του ασβεστίου ορού σε ασθενείς με υποπαραθυρεοειδισμό και αυτή η αύξηση πραγματοποιείται με τρόπο που σχετίζεται με τη δόση. Μετά από μια εφάπαξ ένεση παραθορμόνης (rDNA), το μέσο ολικό ασβέστιο ορού έφτασε το μέγιστο επίπεδό του μεταξύ 10 και 12 ωρών. Η ασβεστιαιμική ανταπόκριση διατηρήθηκε για περισσότερες από 24 ώρες μετά τη χορήγηση. 12 Απέκκριση ασβεστίου στα ούρα Η θεραπεία με το Natpar δημιουργεί μείωση στην απέκκριση ασβεστίου στα ούρα κατά 13 και 23% (δόση των 50 και 100 μικρογραμμαρίων αντίστοιχα) έως το ναδίρ στο χρονικό σημείο 3 έως 6 ωρών, που επιστρέφει στα προ χορήγησης δόσης επίπεδα μέχρι 16 έως 24 ώρες. Φωσφορικά Έπειτα από ένεση με Natpar, τα επίπεδα φωσφόρου ορού μειώνονται αναλογικά με τα επίπεδα PTH(1-84) κατά τις πρώτες 4 ώρες και διαρκούν επί 24 ώρες μετά την ένεση. Ενεργή βιταμίνη D Η 1,25(OH)2D ορού αυξάνεται έπειτα από μια μεμονωμένη δόση Natpar σε μέγιστα επίπεδα σε περίπου 12 ώρες με επιστροφή κοντά στα επίπεδα βασικής κατάστασης μέσα σε 24 ώρες. Μεγαλύτερη αύξηση στα επίπεδα της 1,25(OH)2D στον ορό παρατηρήθηκε με τη δόση των 50 μικρογραμμαρίων από ότιμε τη δόση των 100 μικρογραμμαρίων, πιθανώς λόγω άμεσης αναστολής του ενζύμου 25-υδροξυβιταμίνη D-1-υδροξυλάση στους νεφρούς από ασβέστιο ορού. Ειδικοί πληθυσμοί Ηπατική δυσλειτουργία Μια φαρμακοκινητική μελέτη σε άτομα χωρίς υποπαραθυρεοειδισμό διεξάχθηκε σε 6 άντρες και 6 γυναίκες με μέτρια ηπατική δυσλειτουργία (ταξινόμηση κατά Child-Pugh 7-9 [Κατηγορία Β] σε σύγκριση με μια αντίστοιχη ομάδα 12 ατόμων με φυσιολογική ηπατική λειτουργία. Έπειτα από μια μεμονωμένη υποδόρια δόση των 100 μικρογραμμαρίων, οι τιμές της μέσης Cmax και οι διορθωμένες από τη βασική κατάσταση τιμές Cmax ήταν 18% έως 20% μεγαλύτερες στα άτομα με μέτρια δυσλειτουργίαπαρά σε εκείνα με φυσιολογική λειτουργία. Δεν υπήρχαν φαινομενικές διαφορές στα προφίλ συγκέντρωσης-χρόνου του ολικού ασβεστίου ορού μεταξύ των 2 ομάδων ηπατικής λειτουργίας. Δεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας για το Natpar σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια ηπατική δυσλειτουργία. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με βαριά ηπατική δυσλειτουργία. Νεφρική δυσλειτουργία Η φαρμακοκινητική έπειτα από μια μεμονωμένη υποδόρια δόση Natpar των 100 μικρογραμμαρίων αξιολογήθηκε σε 16 μη δυσλειτουργικά άτομα (κάθαρση κρεατινίνης (CLcr) > 80 mL/λεπτό) και σε 16 άτομα με νεφρική δυσλειτουργία. Η μέση μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της PTH έπειτα από 100 μικρογραμμάρια παραθορμόνης (rDNA) σε άτομα με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr 30 έως 80 mL/λεπτό) ήταν περίπου 23% υψηλότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Η έκθεση σε ΡΤΗ όπως μετρήθηκε από την AUC0-last και τη διορθωμένη από τη βασική κατάσταση AUC0-last ήταν περίπου 3,9% και 2,5% αντίστοιχα, υψηλότερη από εκείνη που παρατηρήθηκε σε άτομα με φυσιολογική νεφρική λειτουργία. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων, καμία ρύθμιση δόσης δεν είναι απαραίτητη σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια νεφρική δυσλειτουργία (CLcr 30 έως 80 mL/λεπτό). Δεν διεξήχθησαν μελέτες σε ασθενείς υπό αιμοκάθαρση. Δεν υπάρχουν δεδομένα για ασθενείς με βαριά νεφρική δυσλειτουργία. Παιδιατρικός πληθυσμός Φαρμακοκινητικά δεδομένα σε παιδιατρικούς ασθενείς δεν είναι διαθέσιμα. Ηλικιωμένοι Οι κλινικές μελέτες με το Natpar δεν περιελάμβαναν επαρκείς αριθμούς ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω ώστε να προσδιοριστεί εάν η ανταπόκριση σε αυτά τα άτομα είναι διαφορετική από τα νεότερα άτομα. Φύλο Δεν παρατηρήθηκαν κλινικά σχετικές διαφορές φύλου στη μελέτη REPLACE. Σωματικό βάρος Δεν απαιτείται ρύθμιση δόσης βάσει του σωματικού βάρους. 13
info Πληροφορίες

Δραστική Ουσία

parathyroid hormone

Κωδικός ATC5

H05AA03
pill
Εργαλεία & Οδηγίες Όλα →