Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
OSLIF BREEZHALER 150MCG/CAP
Διακοπή
|
150 / CAP | 30.01 € |
|
OSLIF BREEZHALER 300MCG/CAP
Διακοπή
|
300 / CAP | 30.42 € |
OSLIF BREEZHALER — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοή
- Χορήγηση: την ίδια ώρα της ημέρας κάθε μέρα
- Δόση έναρξης: 150 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 300 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως κατόπιν ιατρικής συμβουλής για πρόσθετο κλινικό όφελος, ειδικά σε ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠ.
-
ΕνήλικεςΔόση150 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση300 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως
-
Ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠΔόση300 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση300 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίωςΠαρέχει πρόσθετο κλινικό όφελος σε σχέση με το λαχάνιασμα.
-
Ηλικιωμένοι (65 ετών και άνω)Δεν απαιτείται αναπροσαρμογή της δόσης.
-
Ηπατική δυσλειτουργία (ήπια και μέτρια)Δεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης. Δεν υπάρχουν δεδομένα για σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Νεφρική δυσλειτουργίαΔεν απαιτείται τροποποίηση της δόσης.
-
Παιδιατρικός πληθυσμός (κάτω των 18 ετών)Δεν υπάρχει σχετική χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΆσθμαΠληθυσμόςασθενείς με άσθμαΔεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται στο άσθμα λόγω της απουσίας μακροχρόνιων δεδομένων για την έκβαση στο άσθμα. Κίνδυνος αύξησης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών σχετικών με το άσθμα, περιλαμβανομένων των θανάτων.
-
ΥπερευαισθησίαΕάν εμφανισθούν σημεία που να υποδηλώνουν αλλεργικές αντιδράσεις (συγκεκριμένα δυσκολίες στην αναπνοή και την κατάποση, διογκωμένη γλώσσα, χείλη και πρόσωπο, κνίδωση, δερματικό εξάνθημα) θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη και να υποκαθίσταται με εναλλακτική θεραπεία.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΕάν παρουσιαστεί παράδοξος βρογχόσπασμος, θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη και να υποκαθίσταται με εναλλακτική θεραπεία.
-
Επιδείνωση νόσουΠληθυσμόςασθενείς με ΧΑΠΔεν ενδείκνυται για τη θεραπεία οξέων επεισοδίων βρογχόσπασμου. Σε περίπτωση επιδείνωσης της ΧΑΠ, θα πρέπει να πραγματοποιηθεί εκ νέου αξιολόγηση του ασθενούς και του θεραπευτικού σχήματος. Αύξηση της ημερήσιας δόσης πέραν της μέγιστης δόσης των 300 μικρογραμμαρίων δεν είναι κατάλληλη.
-
Συστηματικές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςασθενείς με καρδιοαγγειακές διαταραχές (στεφανιαία νόσος, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, καρδιακές αρρυθμίες, υπέρταση), ασθενείς με διαταραχές σπασμών ή θυρεοτοξίκωση, ασθενείς που παρουσιάζουν ασυνήθιστη ανταπόκριση σε β2-αδρενεργικούς αγωνιστέςΘα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή.
-
Καρδιαγγειακές επιδράσειςπροσοχήΠληθυσμόςορισμένοι ασθενείς (με αυξήσεις του σφυγμού, της αρτηριακής πίεσης ή/και συμπτωμάτων), ασθενείς με γνωστή ή εικαζόμενη παράταση του διαστήματος QT ή που κάνουν θεραπεία με φαρμακευτικά προϊόντα που επηρεάζουν το διάστημα QTΣε περίπτωση που παρουσιαστούν κλινικά σημαντικές επιδράσεις, ενδέχεται να είναι απαραίτητη η διακοπή της θεραπείας. Πρέπει να χρησιμοποιούνται με προσοχή.
-
ΥποκαλιαιμίαΠληθυσμόςορισμένοι ασθενείς, ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠΚίνδυνος σημαντικής υποκαλιαιμίας, η οποία μπορεί να παράγει ανεπιθύμητες καρδιαγγειακές ενέργειες. Η μείωση του καλίου ορού είναι συνήθως παροδική. Σε ασθενείς με σοβαρή ΧΑΠ, η υποκαλιαιμία μπορεί να ενισχυθεί και να αυξήσει την ευαισθησία σε καρδιακές αρρυθμίες.
-
ΥπεργλυκαιμίαΠληθυσμόςδιαβητικοί ασθενείςΗ γλυκόζη πλάσματος θα πρέπει να παρακολουθείται πιο προσεκτικά κατά την έναρξη της θεραπείας.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)αντένδειξηΠληθυσμόςασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να πάρουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Λοιπά συμπαθομιμητικά φαρμακευτικά προϊόντααντένδειξηΕνίσχυση των ανεπιθύμητων ενεργειών του Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη.ΣύστασηΔεν πρέπει να χρησιμοποιείται ταυτόχρονα, ειδικά με άλλους μακράς διάρκειας β2-αδρενεργικούς αγωνιστές.
-
Παράγωγα μεθυλοξανθίνης, στεροειδή, μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά (θεραπεία για την υποκαλιαιμία)προσοχήΕνίσχυση της πιθανής υποκαλιαιμικής δράσης των β2-αδρενεργικών αγωνιστών.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
Αναστολείς β-αδρενεργικών υποδοχέων (συμπεριλαμβανομένων οφθαλμικών σταγόνων)αντένδειξηΕξασθένιση ή ανταγωνισμός της δράσης.ΣύστασηΔεν πρέπει να χορηγείται ινδακατερόλη μαζί με αυτούς, εκτός αν υπάρχουν σοβαροί λόγοι. Αν απαιτείται, να προτιμούνται καρδιοεκλεκτικοί, αλλά με προσοχή.
-
Αναστολείς CYP3A4 και P-γλυκοπρωτεΐνης (P-gp)παρακολούθησηΑύξηση της συστηματικής έκθεσης σε ινδακατερόλη μέχρι δύο φορές.ΣύστασηΤο μέγεθος των αυξήσεων της έκθεσης λόγω αλληλεπιδράσεων δεν θέτει τυχόν θέματα ασφάλειας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Παραρρινοκολπίτιδα
- Υπερευαισθησία
- Σακχαρώδης διαβήτης και υπεργλυκαιμία (Συχνές)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Παραισθησία
- Ισχαιμική καρδιοπάθεια (Συχνές)
- Αίσθημα παλμών
- Κολπική μαρμαρυγή
- Ταχυκαρδία
- Βήχας
- Ρινόρροια
- Στοματοφαρυγγικό άλγος περιλαμβανομένου ερεθισμού του λαιμού (Συχνές)
- Παράδοξος βρογχόσπασμος (Όχι συχνές)
- Κνησμός/εξάνθημα (Συχνές)
- Μυϊκός σπασμός (Συχνές)
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυαλγία
- Θωρακικό άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Τρόμος (Συχνές - σε δόσεις 600 μικρογραμμαρίων)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΘωρακικό άλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΙσχαιμική καρδιοπάθειαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκός σπασμόςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΠαραρρινοκολπίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΡινόρροιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΣακχαρώδης διαβήτηςΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεργλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΠαράδοξος βρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερευαισθησίαΑνοσοποιητικό
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχουν στοιχεία από τη χρήση της ινδακατερόλης σε έγκυες γυναίκες. Μελέτες σε ζώα δεν κατέδειξαν άμεση ή έμμεση τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα σε κλινικά σχετικές εκθέσεις (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Όπως άλλοι β2-αδρενεργικοί αγωνιστές, η ινδακατερόλη μπορεί να αναστείλει τον τοκετό λόγω χαλαρωτικής δράσης στον λείο μυ της μήτρας. Το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη πρέπει να χορηγείται κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης μόνο εάν το αναμενόμενο όφελος υπερνικά τους πιθανούς κινδύνους.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΔεν είναι γνωστό εάν η ινδακατερόλη/οι μεταβολίτες απεκκρίνονται στο ανθρώπινο γάλα. Τα διαθέσιμα φαρμακοκινητικά/τοξικολογικά δεδομένα σε ζώα έδειξαν απέκκριση της ινδακατερόλης/μεταβολιτών στο γάλα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Ο κίνδυνος στο παιδί που θηλάζει δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Πρέπει να αποφασιστεί εάν θα διακοπεί ο θηλασμός ή θα διακοπεί/αποφευχθεί η θεραπεία με το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για την γυναίκα.
-
ΓονιμότηταΜε προσοχήΈνας μειωμένος βαθμός εγκυμοσύνης έχει παρατηρηθεί σε αρουραίους. Ωστόσο, θεωρείται απίθανο η ινδακατερόλη να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα ή τη γονιμότητα στον άνθρωπο μετά από εισπνοή της μέγιστης συνιστώμενης δόσης (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Φάρμακα για αποφρακτικές παθήσεις των αεραγωγών, επιλεκτικοί, β2-αδρενοϋποδοχείς αγωνιστές, κωδικός ΑΤC: R03AC18
Μηχανισμός δράσης
Οι φαρμακολογικές δράσεις των αγωνιστών των β2-αδρενεργικών υποδοχέων μπορούν να αποδοθούν, τουλάχιστον εν μέρει, στη διέγερση της ενδοκυττάριας αδενυλικής κυκλάσης, του ενζύμου που καταλύει τη μετατροπή της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) σε κυκλική-3’, 5’-μονοφωσφορική αδενοσίνη (κυκλικό μονοφωσφορικό). Αυξημένα επίπεδα κυκλικής AMP προκαλούν χαλάρωση του βρογχικού λείου μυ. Μελέτες in vitro έχουν δείξει ότι η ινδακατερόλη, ένας μακράς δράσης β2-αδρενεργικός αγωνιστής, παρουσιάζει αγωνιστική δράση μεγαλύτερη κατά περισσότερες από 24 φορές στους β2-υποδοχείς σε σχέση με τους β1-υποδοχείς και αγωνιστική δράση μεγαλύτερη κατά 20 φορές σε σχέση με τους β3-υποδοχείς. Κατά την εισπνοή, η ινδακατερόλη δρα τοπικά στον πνεύμονα ως βρογχοδιασταλτικό. Η ινδακατερόλη είναι μερικός αγωνιστής στον ανθρώπινο β2-αδρενεργικό υποδοχέα με νανομοριακή δραστικότητα. Σε απομονωμένο ανθρώπινο βρόγχο, η ινδακατερόλη παρουσιάζει ταχεία έναρξη δράσης και μακρά διάρκεια δράσης. Παρά το ότι οι β2-υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι αδρενεργικοί υποδοχείς στον βρογχικό λείο μυ και οι β1-υποδοχείς είναι οι κυρίαρχοι υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, υπάρχουν ακόμη β2-αδρενεργικοί υποδοχείς στην ανθρώπινη καρδιά, οι οποίοι αποτελούν το 10 έως 50% των συνολικών αδρενεργικών υποδοχέων. Η ακριβής λειτουργία των β2-αδρενεργικών υποδοχέων στην καρδιά δεν είναι γνωστή, αλλά η παρουσία τους αυξάνει την πιθανότητα ότι ακόμη και άκρως εκλεκτικοί β2-αδρενεργικοί αγωνιστές μπορεί να έχουν επιδράσεις στην καρδιά.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη, χορηγούμενο άπαξ ημερησίως σε δόσεις των 150 και των 300 μικρογραμμαρίων παρείχε με συνέπεια κλινικά σημαντικές βελτιώσεις της πνευμονικής λειτουργίας (όπως μετράται με βάση τον μέγιστο εκπνεόμενο όγκο σε ένα δευτερόλεπτο, FEV1) μέσα σε 24 ώρες σε αρκετές κλινικές μελέτες φαρμακοδυναμικής και αποτελεσματικότητας. Υπήρχε ταχεία έναρξη δράσης μέσα σε 5 λεπτά μετά από την εισπνοή, με μια αύξηση του FEV1 σε σχέση με την αρχική τιμή των 110 έως 160 ml, συγκρίσιμη με τη δράση του ταχείας δράσης β2-αγωνιστή σαλβουταμόλη 200 μικρογραμμάρια και στατιστικά σημαντικά ταχύτερη σε σχέση με σαλμετερόλη/φλουτικαζόνη 50/500 μικρογραμμάρια. Οι μέσες μέγιστες βελτιώσεις του FEV1 σε σχέση με την αρχική τιμή ήταν 250 έως 330 ml σε σταθερή κατάσταση. Η βρογχοδιασταλτική δράση δεν εξαρτιόταν από το χρόνο χορήγησης της δόσης, πρωί ή βράδυ. Το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη εμφανίστηκε να μειώνει την πνευμονική υπερδιάταση, με αποτέλεσμα την αύξηση της εισπνεόμενης χωρητικότητας κατά την άσκηση και την ηρεμία σε σχέση με το εικονικό φάρμακο.
Επιδράσεις στην ηλεκτροφυσιολογία της καρδίας
Μια διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό και δραστικό φάρμακο (μοξιφλοξακίνη) μελέτη για 2 εβδομάδες σε 404 υγιείς εθελοντές κατέδειξε μέγιστες μέσες (90% διαστήματα εμπιστοσύνης) παρατάσεις του διαστήματος QTcF (σε χιλιοστά του δευτερολέπτου) της τάξεως των 2,66 (0,55, 4,77) 2,98 (1,02, 4,93) και 3,34 (0,86, 5,82) μετά από πολλαπλές δόσεις των 150 μικρογραμμαρίων, των 300 μικρογραμμαρίων και των 600 μικρογραμμαρίων αντίστοιχα. Δεν υπήρχαν στοιχεία σχέσης συγκέντρωσης -δQTc στο εύρος των δόσεων που αξιολογήθηκαν. Όπως καταδείχθηκε σε 605 ασθενείς με ΧΑΠ σε μια διπλή τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο μελέτη Φάσης ΙΙΙ διάρκειας 26 εβδομάδων, δεν υπήρξε κλινικά σχετική διαφορά στην ανάπτυξη αρρυθμικών επεισοδίων που παρακολουθήθηκαν μέσα σε 24 ώρες, στην έναρξη της μελέτης και έως 3 φορές κατά την περίοδο θεραπείας των 26 εβδομάδων, ανάμεσα σε ασθενείς που έλαβαν συνιστώμενες δόσεις θεραπείας με Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη και σε εκείνους τους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο ή θεραπεία με τιοτρόπιο.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Στο πρόγραμμα κλινικής ανάπτυξης συμπεριλαμβάνονταν τυχαιοποιημένες, ελεγχόμενες μελέτες σε ασθενείς με κλινική διάγνωση ΧΑΠ, μία διάρκειας 12 εβδομάδων, δύο διάρκειας έξι μηνών (μία από τις οποίες παρατάθηκε στο ένα έτος για να αξιολογηθεί η ασφάλεια και η ανοχή) και μία διάρκειας ενός έτους. Σε αυτές τις μελέτες συμπεριλαμβάνονταν μέτρα της πνευμονικής λειτουργίας και εκβάσεων υγείας, όπως της δύσπνοιας, των παροξυσμών και της σχετιζόμενης με την υγεία ποιότητας ζωής.
Πνευμονική λειτουργία Το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη, χορηγούμενο άπαξ ημερησίως σε δόσεις των 150 μικρογραμμαρίων και των 300 μικρογραμμαρίων, παρουσίασε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις της πνευμονικής λειτουργίας. Στο κύριο καταληκτικό σημείο των 12 εβδομάδων (κατώτατος FEV1 σε 24 ώρες), η δόση των 150 μικρογραμμαρίων οδήγησε σε αύξηση 130 έως 180 ml σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (p<0,001) και αύξηση 60 ml σε σχέση με τη σαλμετερόλη 50 μικρογραμμάρια δις ημερησίως (p<0,001). Η δόση των 300 μικρογραμμαρίων οδήγησε σε αύξηση 170 έως 180 ml σε σχέση με το εικονικό φάρμακο (p<0,001) και αύξηση 100 ml σε σχέση με τη φορμοτερόλη 12 μικρογραμμάρια δις ημερησίως (p<0,001). Και οι δύο δόσεις οδήγησαν σε αύξηση 40 έως 50 ml σε σχέση με ανοιχτού σχεδιασμού χορήγηση τιοτροπίου 18 μικρογραμμάρια άπαξ ημερησίως (150 μικρογραμμάρια, p=0,004, 300 μικρογραμμάρια, p=0,01). Η βρογχοδιασταλτική δράση 24 ωρών του Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη διατηρήθηκε από την πρώτη δόση καθ’ όλη την περίοδο θεραπείας διάρκειας ενός έτους χωρίς στοιχεία απώλειας αποτελεσματικότητας (ταχυφυλαξία).
Συμπτωματικά οφέλη Και οι δύο δόσεις κατέδειξαν στατιστικά σημαντική βελτίωση της ανακούφισης από τα συμπτώματα σε σχέση με το εικονικό φάρμακο για δύσπνοια και την κατάσταση της υγείας (σύμφωνα με αξιολόγηση με το Δείκτη Μεταβατικής Δύσπνοιας [TDI] και το Αναπνευστικό Ερωτηματολόγιο St. George [SGRQ] αντίστοιχα). Ο βαθμός της ανταπόκρισης ήταν γενικά μεγαλύτερος από ότι παρατηρήθηκε με ενεργά συγκριτικά φάρμακα (Πίνακας 2). Επιπροσθέτως, ασθενείς που έλαβαν θεραπεία με Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη χρειάστηκαν σημαντικά λιγότερο φάρμακο διάσωσης, παρουσίασαν περισσότερες ημέρες κατά τις οποίες δεν ήταν απαραίτητο φάρμακο διάσωσης σε σχέση με το εικονικό φάρμακο και παρουσίασαν σημαντικά βελτιωμένο ποσοστό ημερών χωρίς ημερήσια συμπτώματα. Ανάλυση αποτελεσματικότητας για θεραπεία διάρκειας 6 μηνών κατέδειξε πως ο βαθμός παροξυσμών ΧΑΠ ήταν στατιστικά σημαντικά χαμηλότερος σε σχέση με το εικονικό φάρμακο. Σύγκριση θεραπείας με το εικονικό φάρμακο έδειξε αναλογία βαθμών 0,68 (95% CI [0,47, 0,98], τιμή p 0,036) και 0,74 (95% CI [0,56, 0,96], τιμή p 0,026) στα 150 μικρογραμμάρια και στα 300 μικρογραμμάρια αντίστοιχα. Υπάρχει περιορισμένη εμπειρία για την θεραπεία των ατόμων αφρικάνικης καταγωγής.
Πίνακας 2 Ανακούφιση από συμπτώματα σε διάρκεια θεραπείας 6 μηνών
| Δόση θεραπείας (μικρογραμμάρια) | Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν MCID TDI† | Ποσοστό ασθενών που πέτυχαν MCID SGRQ† | Μείωση σε εισπνοές/ημέρα της χρήσης φαρμάκου διάσωσης εν. έναρξης της μελέτης | Ποσοστό ημερών χωρίς χρήση φαρμάκου διάσωσης |
|---|---|---|---|---|
| Ινδακατερόλη 150 άπαξ ημερησίως | 57 a | 53 a | 1,3 a | 60 a |
| Ινδακατερόλη 300 άπαξ ημερησίως | 62 b | 58 b | 1,5 b | 57 b |
| Τιοτρόπιο 18 άπαξ ημερησίως | 54 a | 49 | 0,3 a | 42 a |
| Σαλμετερόλη 50 δις ημερησίως | 71 b | 53 | 0,4 b | 42 b |
| Φορμοτερόλη 12 δις ημερησίως | 59 c | 55 c | 1,2 a | 55 a |
| Εικονικό φάρμακο | 57 | 47 | 1,6 b | 58 b |
Σχεδιασμός μελέτης με a: ινδακατερόλη 150 μικρογραμμάρια, σαλμετερόλη και εικονικό φάρμακο, b: ινδακατερόλη 150 και 300 μικρογραμμάρια, τιοτρόπιο και εικονικό φάρμακο c: ινδακατερόλη 300 μικρογραμμάρια, φορμοτερόλη και εικονικό φάρμακο † MCID = ελάχιστα κλινικά σημαντική διαφορά (μεταβολή ≥1 μονάδας στον TDI, μεταβολή ≥4 μονάδων στο SGRQ) δ/α= δεν αξιολογήθηκε στους έξι μήνες
Παιδιατρικός πληθυσμός Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Ινδακατερόλη Ινδακατερόλη σε όλες τις υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) (βλ. Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
Η ινδακατερόλη είναι ένα εναντιομερές μόριο με R-γεωμετρική διευθέτηση. Φαρμακοκινητικά δεδομένα ελήφθησαν από αρκετές κλινικές μελέτες, από υγιείς εθελοντές και ασθενείς με ΧΑΠ.
Απορρόφηση
Ο διάμεσος χρόνος έως την επίτευξη των μέγιστων συγκεντρώσεων της ινδακατερόλης στον ορό ήταν περίπου 15 λεπτά μετά από εφάπαξ ή επαναλαμβανόμενες εισπνεόμενες δόσεις. Η συστηματική έκθεση σε ινδακατερόλη αυξήθηκε με αυξανόμενη δόση (150 μικρογραμμάρια έως 600 μικρογραμμάρια) κατά τρόπο ανάλογο της δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα της ινδακατερόλης μετά από εισπνεόμενη δόση ήταν κατά μέσο όρο 43 με 45%. Η συστηματική έκθεση προκύπτει από σύνθετη πνευμονική και γαστρεντερική απορρόφηση, περίπου 75% της συστηματικής έκθεσης προερχόταν από πνευμονική απορρόφηση και περίπου 25% από γαστρεντερική απορρόφηση. Οι συγκεντρώσεις της ινδακατερόλης στον ορό αυξήθηκαν με επαναλαμβανόμενη άπαξ ημερησίως χορήγηση. Σταθερή κατάσταση επιτεύχθηκε μέσα σε 12 έως 14 ημέρες. Η μέση αναλογία συσσώρευσης της ινδακατερόλης, δηλ. AUC μέσα στο διάστημα χορήγησης της δόσης των 24 ωρών την ημέρα 14 σε σχέση με την ημέρα 1, βρισκόταν στο εύρος από 2,9 έως 3,5 για άπαξ ημερησίως εισπνεόμενες δόσεις από 150 μικρογραμμάρια και 600 μικρογραμμάρια.
Κατανομή
Μετά από ενδοφλέβια έγχυση, ο όγκος κατανομής της ινδακατερόλης κατά την διάρκεια της τελικής φάσης αποβολής ήταν 2557 λίτρα, καταδεικνύοντας εκτεταμένη κατανομή. Η in vitro σύνδεση με πρωτεΐνη στον ανθρώπινο ορό και πλάσμα ήταν 94,1 έως 95,3% και 95,1 έως 96,2% αντίστοιχα.
Βιομετασχηματισμός
Μετά από χορήγηση από το στόμα ραδιοσημασμένης ινδακατερόλης σε μελέτη ADME στον άνθρωπο, η αμετάβλητη ινδακατερόλη ήταν το κύριο συστατικό στον ορό και ευθυνόταν για περίπου το ένα τρίτο της συνολικής σχετιζόμενης με το φάρμακο AUC μέσα σε 24 ώρες. Ένα υδροξυλιωμένο παράγωγο ήταν ο κυρίαρχος μεταβολίτης στον ορό. Φαινολικό O-γλυκουρονίδιο της ινδακατερόλης και υδροξυλιωμένη ινδακατερόλη ήταν άλλοι κυρίαρχοι μεταβολίτες. Ένα διαστερεομερές του υδροξυλιωμένου παραγώγου, ένα N-γλυκουρονίδιο της ινδακατερόλης και C- και N-αποαλκυλιωμένα παράγωγα ήταν άλλοι μεταβολίτες που αναγνωρίστηκαν. In vitro έρευνες έδειξαν ότι το UGT1A1 είναι η μόνη UGT ισομορφή που μεταβόλισε την ινδακατερόλη στο φαινολικό Ο-γλυκουρονίδιο. Οι οξειδωτικοί μεταβολίτες συναντήθηκαν σε επωάσεις με ανασυνδυασμένο CYP1A1, CYP2D6 και CYP3A4. Συμπεραίνεται ότι το CYP3A4 είναι το κυρίαρχο ισοένζυμο που ευθύνεται για την υδροξυλίωση της ινδακατερόλης. In vitro έρευνες έδειξαν περαιτέρω ότι η ινδακατερόλη είναι υπόστρωμα με χαμηλή συγγένεια για την αντλία εκροής P-gp.
Αποβολή
Σε κλινικές μελέτες στις οποίες συμπεριλαμβανόταν συλλογή ούρων, η ποσότητα της ινδακατερόλης που αποβαλλόταν αμετάβλητη μέσω των ούρων ήταν γενικώς χαμηλότερη του 2% της δόσης. Η νεφρική κάθαρση της ινδακατερόλης ήταν, κατά μέσο όρο, από 0,46 και 1,20 λίτρα/ώρα. Σε σχέση με την κάθαρση της ινδακατερόλης στον ορό της τάξεως των 23,3 λίτρων/ώρα, είναι εμφανές ότι η νεφρική κάθαρση διαδραματίζει ήσσονα ρόλο (περίπου 2 έως 5% της συστηματικής κάθαρσης) στην αποβολή της συστηματικά διαθέσιμης ινδακατερόλης. Σε μια μελέτη ADME στον άνθρωπο, κατά την οποία η ινδακατερόλη χορηγήθηκε από το στόμα, η οδός αποβολής από τα κόπρανα ήταν κυρίαρχη σε σχέση με την ουρική οδό. Η ινδακατερόλη αποβαλλόταν στα ανθρώπινα κόπρανα κυρίως ως αμετάβλητη μητρική ουσία (54% της δόσης) και, σε μικρότερο βαθμό, υδροξυλιωμένοι μεταβολίτες ινδακατερόλης (23% της δόσης). Η ισορροπία της μάζας ήταν πλήρης με ≥90% της δόσης να ανακτάται στα απεκκρίματα. Οι συγκεντρώσεις της ινδακατερόλης στον ορό μειώθηκαν κατά πολυφασικό τρόπο με μέση τελική ημιζωή που κυμαίνεται από 45,5 έως 126 ώρες. Η αποτελεσματική ημιζωή, η οποία υπολογίζεται από τη συσσώρευση της ινδακατερόλης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση της δόσης, κυμάνθηκε από 40 έως 52 ώρες, γεγονός συνεπές με τον παρατηρούμενο χρόνο έως τη σταθερή κατάσταση που είναι περίπου 12 έως 14 ημέρες.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η ανάλυση φαρμακοκινητικής πληθυσμού έδειξε ότι δεν υπάρχει κλινικά σχετική επίδραση της ηλικίας (ενήλικοι έως 88 ετών), του φύλου, του βάρους (32 έως 168 kg) ή της φυλής στη φαρμακοκινητική της ινδακατερόλης. Δεν έδειξε τυχόν διαφορά ανάμεσα σε εθνικές υποομάδες σε αυτόν τον πληθυσμό. Ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία δεν παρουσίασαν σχετικές μεταβολές της Cmax ή της AUC της ινδακατερόλης, ούτε διέφερε η σύνδεση με πρωτεΐνες ανάμεσα σε ασθενείς με ήπια και μέτρια ηπατική δυσλειτουργία και τις υγιείς ομάδες ελέγχου. Δεν πραγματοποιήθηκαν μελέτες σε ασθενείς με σοβαρή ηπατική δυσλειτουργία. Λόγω της πολύ χαμηλής συμβολής της ουρικής οδού στην ολική αποβολή από τον οργανισμό, δεν πραγματοποιήθηκε μελέτη σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.