Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
PARLODEL 10MG/CAP
Διακοπή
|
10 / CAP | 11.59 € |
|
PARLODEL 2,5MG/TAB
Διακοπή
|
2,5 / TAB | 4.26 € |
|
PARLODEL 5MG/CAP
Διακοπή
|
5 / CAP | 7.77 € |
PARLODEL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: πάντοτε μαζί με το φαγητό
- Δόση έναρξης: 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Για το **προεμμηνορρυσιακό σύνδρομο**, η δοσολογία αυξάνεται τμηματικά κατά μισό δισκίο ημερησίως έως ένα δισκίο δύο φορές την ημέρα μέχρι ότου αρχίσει η εμμηνορρυσία. Για τη **νόσο του Parkinson**, η θεραπεία αρχίζει με 1,25 mg βρωμοκρυπτίνης (μισό δισκίο) ημερησίως το βράδυ, κατά την πρώτη βδομάδα. Η αύξηση της ημερήσιας δοσολογίας πρέπει να είναι βαθμιαία, με κλάσματα του 1,25 mg ημερησίως κάθε εβδομάδα. Αν δεν επιτευχθεί επαρκής θεραπευτική ανταπόκριση μέσα σε 6-8 εβδομάδες, η δόση μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω με κλάσματα των 2,5 mg ημερησίως κάθε εβδομάδα.
-
Προλακτινοεξαρτώμενες διαταραχές του κύκλου ή και γαλακτόρροια, σύνδρομο γαλακτόρροιας ή και αμηνόρροιας μετά την διακοπή λήψης των αντισυλληπτικών δισκίωνΔόση1,25 mg 2 ή 3 φορές ημερησίωςΑύξηση σε 2,50 mg 2 ή 3 φορές ημερησίως αν η δόση αποδειχθεί ανεπαρκής. Η θεραπεία συνεχίζεται έως ότου επανέλθει ο εμμηνορροïκός κύκλος στο φυσιολογικό ή και αποκατασταθεί η ωορρηξία. Μπορεί να συνεχισθεί για πολλούς κύκλους για πρόληψη υποτροπής.
-
Προλακτινοεξαρτώμενο προεμμηνορρυσιακό σύνδρομοΔόση1,25 mg ημερησίωςΗ θεραπεία αρχίζει την 14η μέρα του κύκλου.
-
Προλακτινοεξαρτώμενος ανδρικός υπογοναδισμός, στείρωση, ανικανότηταΔόση1,25 mg 2 ή 3 φορές ημερησίωςΜέγ. δόση10 mg ημερησίωςΑυξάνεται βαθμιαίως σε 5-10 mg ημερησίως.
-
Προλακτινοπαραγωγά αδενώματα υποφύσεωςΔόση1,25 mg 2 ή 3 φορές ημερησίωςΑυξάνεται βαθμιαίως σε αρκετά δισκία ή καψάκια ημερησίως, όπως απαιτείται για να διατηρείται η προλακτίνη του πλάσματος σε επαρκή καταστολή.
-
Μεγαλακρία, Υποφυσιακά αδενώματα που παράγουν αυξητική ορμόνηΔόση1,25 mg 2 ή 3 φορές ημερησίωςΜέγ. δόση20 mg ημερησίωςΑυξάνεται βαθμιαίως σε 10 mg έως 20 mg ημερησίως, ανάλογα με την κλινική ανταπόκριση και τις παρενέργειες.
-
Αναστολή ή διακοπή της γαλουχίαςΔόση2,50 mg δυο φορές ημερησίωςΓια 14 ημέρες. Για πρόληψη της έναρξης παραγωγής γάλακτος, η θεραπεία θα πρέπει να αρχίζει όσο το δυνατό γρηγορότερα μετά τον τοκετό ή την αποβολή. Αν υπάρξει έκκριση γάλακτος μετά τη διακοπή, μπορεί να επαναληφθεί η θεραπεία για άλλη μια εβδομάδα στην ίδια δοσολογία.
-
Μασταλγία ινώδους κυστικής μαστοπάθειαςΔόση1,25 mg 2 ή 3 φορές ημερησίωςΜέγ. δόση7,50 mg ημερησίωςΑυξάνεται βαθμιαίως σε 5-7,50 mg ημερησίως.
-
Νόσος του ParkinsonΔόση1,25 mg ημερησίως (αρχική δόση)Μέγ. δόση30 mg/ημέραΤο σύνηθες σχήμα για μονοθεραπεία ή συνδυασμένη θεραπεία είναι 10-30 mg βρωμοκρυπτίνης ημερησίως. Η μέγιστη συνιστώμενη δόση για θεραπεία συντήρησης είναι 30 mg/ημέρα και δεν πρέπει να υπερβαίνεται. Σε ασθενείς με κινητικές διαταραχές υπό λεβοδόπα, συνιστάται μείωση της δοσολογίας της λεβοδόπα πριν την έναρξη του Βρωμοκρυπτίνη.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Γνωστή υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα ή σε άλλα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας
-
Μη ελεγχόμενη υπέρταση
-
Υπερτασικές διαταραχές της κύησης (συμπεριλαμβανομένων της εκλαμψίας, προεκλαμψίας ή υπέρτασης που επάγεται από την κύηση)
-
Υπέρταση μετά τον τοκετό και κατά τη λοχεία
-
Ιστορικό στεφανιαίας νόσου ή άλλων σοβαρών καρδιαγγειακών παθήσεων, ή συμπτώματα/ιστορικό σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχώνΠληθυσμόςγια χρήση στην καταστολή της γαλουχίας ή άλλων μη απειλητικών για τη ζωή ενδείξεων
-
Καρδιακή βαλβιδοπάθεια όπως διαγνώστηκε με τη χρήση ηχοκαρδιογραφίας πριν από τη θεραπείαΠληθυσμόςΓια μακροχρόνια θεραπεία
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
ΥπερπρολακτιναιμίαΠληθυσμόςΓυναίκες που λαμβάνουν θεραπεία με Βρωμοκρυπτίνη σε καταστάσεις που δε σχετίζονται με υπερπρολακτιναιμίαΤο φάρμακο θα πρέπει να χορηγείται στη χαμηλότερη δραστική δόση που είναι απαραίτητη για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Αυτό είναι απαραίτητο για να αποφευχθεί η πιθανότητα καταστολής των επιπέδων προλακτίνης στο πλάσμα κάτω από τα φυσιολογικά επίπεδα με αποτέλεσμα τη διαταραχή της ωχρινικής λειτουργίας.
-
Μασταλγία και οζώδεις ή/και κυστικές αλλοιώσεις των μαστώνΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε θεραπεία για μασταλγία και οζώδεις ή/και κυστικές αλλοιώσεις των μαστώνΘα πρέπει να αποκλειστεί η κακοήθεια με την εφαρμογή κατάλληλων διαγνωστικών διαδικασιών.
-
Αιμορραγία από το γαστρεντερικό σύστημα / Πεπτικό έλκοςΠληθυσμόςΑσθενείςΘα πρέπει να εξετάζονται προσεκτικά για πεπτικό έλκος πριν από την έναρξη της θεραπείας, να παρακολουθούνται στενά όσο λαμβάνουν τη θεραπεία και να τους δοθούν οδηγίες να αναφέρουν αμέσως κάθε ανεπιθύμητη ενέργεια από το γαστρεντερικό.
-
Ορθοστατική υπότασηΠληθυσμόςΓενικά (ιδιαίτερα κατά τις λίγες πρώτες ημέρες της θεραπείας)Θα πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή κατά την οδήγηση και το χειρισμό μηχανημάτων.
-
Υπνηλία και επεισόδια αιφνίδιας έναρξης ύπνουΠληθυσμόςΑσθενείς (κυρίως με νόσο του Parkinson)Οι ασθενείς θα πρέπει να ενημερωθούν για την παρενέργεια αυτή και πρέπει να τους δοθούν οδηγίες να είναι προσεκτικοί όταν οδηγούν ή χειρίζονται μηχανήματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας με βρωμοκρυπτίνη. Οι ασθενείς οι οποίοι παρουσίασαν υπνηλία ή/και επεισόδιο αιφνίδιας έναρξης ύπνου πρέπει να απέχουν από την οδήγηση ή το χειρισμό μηχανημάτων (βλ. Οδήγηση). Επιπλέον, θα πρέπει να εξετασθεί μείωση της δοσολογίας ή διακοπή της θεραπείας.
-
Πλευριτική και περικαρδιακή συλλογή υγρού, πλευριτική και πνευμονική ίνωση, συμπιεστική περικαρδίτιδαΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Βρωμοκρυπτίνη (ειδικά μακροχρόνια θεραπεία και υψηλές δόσεις)Οι ασθενείς με ανεξήγητες διαταραχές του πνεύμονα και του υπεζωκότα θα πρέπει να εξετάζονται σχολαστικά και θα πρέπει να εξετασθεί το ενδεχόμενο διακοπής της θεραπείας με Βρωμοκρυπτίνη.
-
Οπισθοπεριτοναϊκή ίνωσηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν Βρωμοκρυπτίνη (ιδιαίτερα μακροχρόνια σε υψηλές ημερήσιες δόσεις)Η θεραπεία με Βρωμοκρυπτίνη θα πρέπει να διακόπτεται αν διαγνωστούν ή υπάρχει υποψία αλλοιώσεων τύπου ινώσεως στον οπισθοπεριτοναϊκό χώρο.
-
Κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, ανεπάρκειας λακτάσης ή δυσαπορρόφησης της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν πρέπει να λαμβάνουν το φάρμακο αυτό.
-
Σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες μετά τον τοκετό (υπέρταση, έμφραγμα μυοκαρδίου, επιληπτικές κρίσεις, εγκεφαλικό επεισόδιο, ψυχιατρικές διαταραχές)ΠληθυσμόςΓυναίκες μετά τον τοκετό που έλαβαν θεραπεία με βρωμοκρυπτίνη για την αναστολή της γαλουχίαςΕάν αναπτυχθούν υπέρταση, υποκείμενο θωρακικό άλγος, σοβαρή, προϊούσα ή εμμένουσα κεφαλαλγία (με ή χωρίς διαταραχές στην όραση), ή ένδειξη τοξικότητας του κεντρικού νευρικού συστήματος, η χορήγηση της βρωμοκρυπτίνης πρέπει να διακόπτεται και ο ασθενής πρέπει να αξιολογείται αμέσως.
-
Ταυτόχρονη χορήγηση φαρμάκων που μπορεί να επηρεάσουν την αρτηριακή πίεση (π.χ. αγγειοσυσπαστικά, συμπαθητικομιμητικά, αλκαλοειδή ερυσιβώδους ολύρας)ΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει πρόσφατα ή λαμβάνουν ταυτόχρονα τέτοια φάρμακαΙδιαίτερη προσοχή απαιτείται. Η ταυτόχρονη χρήση τους δε συνιστάται στη περίοδο της λοχείας.
-
Υπολειτουργία υπόφυσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με αδενώματα που εκκρίνουν προλακτίνηΘα πρέπει να γίνεται πλήρης έλεγχος της υποφυσιακής λειτουργίας και έναρξη κατάλληλης θεραπείας υποκατάστασης πριν τη χορήγηση του Βρωμοκρυπτίνη. Σε ασθενείς με δευτεροπαθή επινεφριδιακή ανεπάρκεια, είναι απαραίτητη η υποκατάσταση με κορτικοστεροειδή.
-
Αύξηση του μεγέθους του όγκου σε μακροαδενώματα της υπόφυσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με μακροαδενώματα της υπόφυσηςΘα πρέπει να παρακολουθείται προσεκτικά και αν εμφανιστούν σημεία επέκτασης του όγκου θα πρέπει να τίθεται ζήτημα χειρουργικής αντιμετώπισης.
-
Εγκυμοσύνη σε ασθενείς με αδενώματα της υπόφυσηςΠληθυσμόςΑσθενείς με αδενώματα της υπόφυσης που προκύπτει εγκυμοσύνη μετά τη χορήγηση ΒρωμοκρυπτίνηΕπιβάλλεται η προσεκτική παρακολούθηση.
-
Διαταραχή των οπτικών πεδίων λόγω έλξης του οπτικού χιάσματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με μακροπρολακτινώματαΣυνιστάται η παρακολούθηση των οπτικών πεδίων, για την έγκαιρη αναγνώριση της δευτεροβάθους απώλειας του πεδίου λόγω βλάβης του χιάσματος και προσαρμογή της δόσης του φαρμάκου.
-
Διαταραχές ελέγχου των παρορμήσεωνΠληθυσμόςΑσθενείςΟι ασθενείς θα πρέπει να παρακολουθούνται τακτικά. Μείωση ή διακοπή της δοσολογίας θα πρέπει να εξετάζεται εάν αναπτύσσονται τέτοια συμπτώματα.
-
Χρήση σε παιδιατρικούς ασθενείςΠληθυσμόςΠαιδιά και έφηβοι (ηλικίας 7 έως 17 ετών)Συνιστάται προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης.
-
Χρήση σε ηλικιωμένους ασθενείςΠληθυσμόςΗλικιωμένοιΗ επιλογή της δόσης θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά, ξεκινώντας από το χαμηλότερο άκρο του εύρους δόσης.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς και/ή υποστρώματα του CYP3A4 (π.χ. αντιμυκητιασικά τύπου αζόλης, αναστολείς πρωτεάσης HIV)προσοχήΑναμένεται να αναστέλλουν την κάθαρση της βρωμοκρυπτίνης και να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα.ΣύστασηΑπαιτείται προσοχή.
-
Μακρολιδικά αντιβιοτικά (όπως ερυθρομυκίνη, ιοσαμυκίνη)παρακολούθησηΑυξάνουν τα επίπεδα της βρωμοκρυπτίνης στο πλάσμα.
-
Οκτρεοτίδη (σε μεγαλακρικούς ασθενείς)παρακολούθησηΑυξημένα επίπεδα της βρωμοκρυπτίνης στο πλάσμα.
-
Ανταγωνιστές ντοπαμίνης (όπως αντιψυχωτικά – φαινοθειαζίνες, βουτυροφενόνες, θειοξανθίνες – μετοκλοπραμίδη, δομπεριδόνη)προσοχήΜπορεί να μειώσουν τη δραστηριότητα του Βρωμοκρυπτίνη, καθώς το Βρωμοκρυπτίνη ασκεί τη θεραπευτική του δράση διεγείροντας τους κεντρικούς υποδοχείς ντοπαμίνης.
-
ΟινόπνευμαπροσοχήΜειώνει την ανοχή του φαρμάκου.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Σύγχυση
- Παραισθήσεις
- Ψυχωσικές διαταραχές
- Αϋπνία
- Παθολογική χαρτοπαιξία
- Υπερσεξουαλικότητα
- Ψυχαναγκαστική κατανάλωση φαγητού
- Ψυχικές διαταραχές
- ψυχοκινητική διέγερση
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Δυσκινησία
- Υπνηλία
- Παραισθησία
- Υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας
- Σπασμοί
- Ξηροστομία
- Ναυτία
- Δυσκοιλιότητα
- Έμετος
- Διάρροια
- Γαστρεντερική αιμορραγία
- ξαφνική έναρξη ύπνου
- Οπτικές διαταραχές
- Θολή όραση
- Εμβοές
- Περικαρδίτιδα
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Αρρυθμία
- Καρδιακή βαλβιδοπάθεια
- Καρδιακή ανεπάρκεια
- Περικαρδιακή συλλογή
- Έμφραγμα μυοκαρδίου
- συμπιεστική περικαρδίτιδα
- Υπόταση
- Ωχρότητα δακτύλων
- Φαινόμενο Raynaud
- Υπέρταση
- ορθοστατική υπόταση (πολύ σπάνια οδηγεί σε συγκοπή)
- Συμφόρηση ρινικού βλεννογόνου
- Συλλογή πλευριτικού υγρού
- Πνευμονική ίνωση
- Δύσπνοια
- πλευρίτις
- επιγάστριο άλγος
- γαστρεντερικό έλκος
- Οπισθοπεριτοναϊκή ίνωση
- Αλλεργική αντίδραση δέρματος
- απώλεια τριχών
- Κράμπες ποδών
- Κόπωση
- Περιφερικό οίδημα
- Ένα σύνδρομο που μοιάζει με το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο κατά την απότομη διακοπή του Βρωμοκρυπτίνη
- αυξημένη γενετήσια ορμή
- ψυχαναγκαστική επιθυμία για δαπάνες ή αγορές
- αυξημένη πρόσληψη τροφής (υπερφαγία)
- εγκεφαλική αποπληξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΣυμφόρηση ρινικού βλεννογόνουΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΑλλεργική αντίδραση δέρματοςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑπώλεια τριχώνΔέρμα
-
Όχι συχνέςΔυσκινησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚράμπες ποδώνΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΟρθοστατική υπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΠαραισθήσειςΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΣυγκοπήΝευρικό
-
Όχι συχνέςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
Όχι συχνέςΨυχοκινητική διέγερσηΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερική αιμορραγίαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΓαστρεντερικό έλκοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΕγκεφαλική αποπληξίαΓενικές διαταραχές (σε γυναίκες που έλαβαν για αναστολή γαλουχίας)
-
ΣπάνιεςΕμβοέςΑυτί
-
ΣπάνιεςΕπιγάστριο άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣπάνιεςΘολή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΟπισθοπεριτοναϊκή ίνωσηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣπάνιεςΟπτικές διαταραχέςΟφθαλμικές
-
ΣπάνιεςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΠερικαρδίτιδαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣπάνιεςΠλευρίτιδαΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΠνευμονική ίνωσηΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣπασμοίΝευρικό
-
ΣπάνιεςΣυλλογή πλευριτικού υγρούΑναπνευστικό
-
ΣπάνιεςΣυμπιεστική περικαρδίτιδαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣπάνιεςΥπέρτασηΑγγειακές
-
ΣπάνιεςΥπνηλίαΝευρικό
-
ΣπάνιεςΨυχικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
ΣπάνιεςΨυχωσικές διαταραχέςΨυχιατρικές
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή ανεπάρκειαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΚαρδιακή βαλβιδοπάθειαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΞαφνική έναρξη ύπνουΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΠερικαρδιακή συλλογήΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύνδρομο που μοιάζει με το κακόηθες νευροληπτικό σύνδρομο κατά την απότομη διακοπή του ΒρωμοκρυπτίνηΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Πολύ σπάνιεςΥπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέραςΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΦαινόμενο RaynaudΑγγειακές
-
Πολύ σπάνιεςΩχρότητα δακτύλωνΑγγειακές
-
Μη γνωστέςΑυξημένη γενετήσια ορμήΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΠαθολογική χαρτοπαιξίαΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπερσεξουαλικότηταΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΥπερφαγίαΜεταβολισμός
-
Μη γνωστέςΨυχαναγκαστική επιθυμία για δαπάνες ή αγορέςΨυχιατρικές
-
Μη γνωστέςΨυχαναγκαστική κατανάλωση φαγητούΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΠρέπει να διακόπτεται όταν βεβαιωθεί κύηση, εκτός αν υπάρχει ιατρικός λόγος για συνέχιση της θεραπείας. Εάν συνεχιστεί, δεν επιδρά δυσμενώς στην διαδρομή και στην έκβασή της. Σε παρουσία αδενώματος υποφύσεως και διακοπή θεραπείας, απαιτείται στενή επαγρύπνηση. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα διόγκωσης προλακτινώματος, η θεραπεία πρέπει να ξαναρχίζει.Δεν έχει παρατηρηθεί καμία αύξηση της συχνότητας των αποβολών μετά τη διακοπή. Έχει χορηγηθεί σε όλη τη διάρκεια της κυήσεως σε γυναίκες με μεγάλα προλακτινώματα (με υπερεφιππική επέκταση) χωρίς τερατογόνο επίδραση. Σε μακροχρόνια λήψη συνιστάται γυναικολογική εξέταση κάθε 12 μήνες πριν από την εμμηνόπαυση και σε 6 μήνες μετά την εμμηνόπαυση. Μπορεί να κριθεί κατάλληλη η χειρουργική επέμβαση σε άλλες περιπτώσεις.
-
ΓαλουχίαΔεν πρέπει να χορηγείται σε γυναίκες που θηλάζουν.Επειδή το Βρωμοκρυπτίνη αναστέλλει την παραγωγή γάλακτος.
-
ΓονιμότηταΗ γονιμότητα μπορεί να αποκατασταθεί με τη θεραπεία με Βρωμοκρυπτίνη. Στις γυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικία που δεν επιθυμούν να συλλάβουν θα πρέπει να παρέχονται οδηγίες για τη χρήση κάποιας αξιόπιστης μεθόδου αντισύλληψης.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία
Αγωνιστής της ντοπαμίνης (κωδικός ATC N04BC01), αναστολέας της έκκρισης προλακτίνης (κωδικός ATC G02CB01).
Μηχανισμός δράσης
Το Βρωμοκρυπτίνη αναστέλλει την έκκριση της προλακτίνης ορμόνης του προσθίου λοβού της υποφύσεως, χωρίς να επηρεάζει τα φυσιολογικά επίπεδα των άλλων ορμονών της υποφύσεως. Η προλακτίνη είναι απαραίτητη για την έναρξη και τη διατήρηση της παραγωγής γάλακτος κατά τη λοχεία. Σε άλλες περιόδους, η αυξημένη έκκριση προλακτίνης έχει ως αποτέλεσμα την παθολογική παραγωγή γάλακτος (γαλακτόρροια) ή και διαταραχές της ωορρηξίας και της εμμηνορρυσίας. Το Βρωμοκρυπτίνη είναι σε θέση να περιορίσει τα παθολογικώς αυξημένα επίπεδα της αυξητικής ορμόνης σε ασθενείς με μεγαλακρία. Οι επιδράσεις αυτές οφείλονται σε διέγερση των υποδοχέων της ντοπαμίνης.
Ως ειδικός αναστολέας της εκκρίσεως προλακτίνης, το Βρωμοκρυπτίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταστολή ή την πρόληψη της φυσιολογικής παραγωγής γάλακτος καθώς και για τη θεραπεία των παθολογικών καταστάσεων που χαρακτηρίζονται από υπερπρολακτιναιμία. Στην αμηνόρροια ή/και στην ανωορρηξία (με ή χωρίς γαλακτόρροια), το Βρωμοκρυπτίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση του εμμηνορροϊκού κύκλου και της ωορρηξίας. Τα συνήθη μέτρα που λαμβάνονται κατά την καταστολή της παραγωγής γάλακτος, όπως ο περιορισμός της λήψεως υγρών, δεν είναι αναγκαία με το Βρωμοκρυπτίνη. Το Βρωμοκρυπτίνη δεν διαταράσσει την υποστροφή της μήτρας κατά τη λοχεία και δεν αυξάνει τον κίνδυνο θρομβοεμβολών. Το Βρωμοκρυπτίνη σταματά, όπως έχει αποδειχθεί, την αύξηση ή περιορίζει το μέγεθος των αδενωμάτων της υποφύσεως που εκκρίνουν προλακτίνη (προλακτινωμάτων). Σε μεγαλακρικούς ασθενείς - εκτός από τη μείωση του επιπέδου της αυξητικής ορμόνης και της προλακτίνης στο πλάσμα - το Βρωμοκρυπτίνη ασκεί ευεργετική επίδραση στα κλινικά συμπτώματα και στην ανοχή της γλυκόζης. Σε ασθενείς με ινώδη κυστική μαστοπάθεια το Βρωμοκρυπτίνη δρα ευεργετικά και ανακουφίζει από τη μαστοδυνία που συνοδεύει συχνά τέτοιες καταστάσεις, αποκαθιστώντας στο φυσιολογικό της υποκείμενη διαταραχή του ισοζυγίου προγεστερόνης/οιστρογόνων. Ταυτοχρόνως, περιορίζει την έκκριση της προλακτίνης σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα.
Λόγω της ντοπαμινεργικής του δραστικότητας, το Βρωμοκρυπτίνη σε δόσεις υψηλότερες συνήθως από εκείνες που συνιστώνται στις ενδοκρινολογικές ενδείξεις είναι αποτελεσματικό για τη θεραπεία της νόσου του Parkinson, η οποία χαρακτηρίζεται από μία ειδική μελανορραβδωτή ανεπάρκεια. Η διέγερση των υποδοχέων ντοπαμίνης με το Βρωμοκρυπτίνη μπορεί να αποκαταστήσει στις καταστάσεις αυτές το νευροχημικό ισοζύγιο μέσα στο ραβδωτό σώμα. Κλινικώς το Βρωμοκρυπτίνη βελτιώνει τον τρόμο, την δυσκαμψία, τη βραδυκινησία και άλλα παρκινσονικά συμπτώματα σε όλα τα στάδια της νόσου. Συνήθως, το θεραπευτικό αποτέλεσμα διαρκεί επί έτη (ως τώρα καλά αποτελέσματα έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβλήθηκαν σε θεραπεία ως 8 χρόνια). Το Βρωμοκρυπτίνη μπορεί να χορηγηθεί είτε μόνο του - σε πρώιμα αλλά και σε προχωρημένα στάδια - είτε σε συνδυασμό με άλλα αντιπαρκινσονικά φάρμακα. Ο συνδυασμός με θεραπεία με λεβοδόπα έχει σαν αποτέλεσμα την επίταση της αντιπαρκινσονικής επιδράσεως, επιτρέποντας συχνά την ταυτόχρονη ελάττωση της δοσολογίας της λεβοδόπα. Το Βρωμοκρυπτίνη αποβαίνει ιδιαιτέρως ευεργετικό σε ασθενείς υπό θεραπεία με λεβοδόπα που δείχνουν επιδείνωση της θεραπευτικής τους ανταποκρίσεως ή επιπλοκές, όπως ανώμαλες ακούσιες κινήσεις (χοριοαθετωσική δυσκινησία ή και επώδυνη δυστονία), ανεπάρκεια του τέλους της δόσεως και φαινόμενο “ON-OFF”). Το Βρωμοκρυπτίνη βελτιώνει την καταθλιπτική συμπτωματολογία που παρατηρείται συχνά στους παρκινσονικούς. Αυτό οφείλεται στις ενδογενείς αντικαταθλιπτικές ιδιότητες του Βρωμοκρυπτίνη, όπως αυτές βεβαιώνονται σε ελεγχόμενες μελέτες σε μη παρκινσονικούς ασθενείς με ενδογενή ή ψυχογενή κατάθλιψη.
Απορρόφηση
Το Βρωμοκρυπτίνη απορροφάται ταχέως και καλά. Όταν τα δισκία ή τα καψάκια χορηγούνται σε υγιείς εθελοντές, η ημιπερίοδος ζωής είναι 0,2 με 0,5 ώρες και το μέγιστο της βρωμοκρυπτίνης στο πλάσμα του αίματος επιτυγχάνεται μέσα σε 1 με 3 ώρες. Μια από του στόματος δόση 5 mg βρωμοκρυπτίνης οδήγησε σε Cmax 0,465 ng/ml. Η καταστολή της έκκρισης της προλακτίνης ξεκινά μέσα σε 1 με 2 ώρες από την πέψη και φτάνει στο μέγιστο (π.χ. μείωση της προλακτίνης στο πλάσμα περισσότερο από 80%) μέσα σε 5 με 10 ώρες και παραμένει κοντά στο μέγιστο για 8 έως 12 ώρες.
Βιομετατροπή
Η βρωμοκρυπτίνη υφίσταται εκτεταμένη βιομετατροπή πρώτης διόδου στο ήπαρ, αντανακλούμενη από τα πολύπλοκα προφίλ μεταβολισμού και την πλήρη απουσία γονικού φαρμάκου στα ούρα και κόπρανα. Δείχνει υψηλή συγγένεια με το CYP3A και τα υδροξύλια στο δακτύλιο της προλίνης του κυκλοπεπτιδικού υπολείμματος που αποτελούν το κύριο μεταβολικό μονοπάτι. Oι αναστολείς και/ή τα πιθανά υποστρώματα του CYP3A4 αναμένεται ενδεχομένως να αναστέλλουν την κάθαρση της κρεατινίνης και να οδηγήσουν σε αυξημένα επίπεδα. Η βρωμοκρυπτίνη επίσης είναι ένας ισχυρός αναστολέας του CYP3A4 με υπολογισμένη τιμή IC50 1,69 μM. Εντούτοις λόγω των χαμηλών θεραπευτικών συγκεντρώσεων της ελεύθερης βρωμοκρυπτίνης στους ασθενείς δεν θα πρέπει να αναμένεται σημαντική μεταβολή του μεταβολισμού ενός δευτέρου φαρμάκου του οποίου η κάθαρση γίνεται από το CYP3A4.
Απέκκριση
Η απομάκρυνση του γονικού φαρμάκου από το πλάσμα είναι διφασική με τελικό χρόνο ημίσειας ζωής στις 15 ώρες (εύρος 8 με 20 ώρες). Το δραστικό φάρμακο και οι μεταβολίτες απεκκρίνονται σχεδόν πλήρως από το ήπαρ και μόνο 6% απεκκρίνεται από τους νεφρούς. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος ανέρχεται σε 96%.
Χαρακτηριστικά ανάλογα με τον ασθενή
Σε ασθενείς με βλάβη της ηπατικής λειτουργίας, η ταχύτητα της απομάκρυνσης μπορεί να καθυστερεί και τα επίπεδα του φαρμάκου στο πλάσμα να αυξηθούν, με αποτέλεσμα να χρειάζεται ρύθμιση της δόσης.
- Ο ντοπαμινεργικός υποδοχέας D2 αποτελεί επταμεταβλητό υποδοχέα που σχετίζεται με πρωτεΐνες Gi. - Στα λακτοτροπικά κύτταρα, η διέγερση του ντοπαμινεργικού υποδοχέα D2 οδηγεί σε αναστολή της αδενυλικής κυκλάσης, με μείωση του ενδοκυττάριου cAMP και…