Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
| 250 / DOSE | 5.40 € | |
|
RINOSOL 50MCG/DOSE
Διακοπή
|
50 / DOSE | 2.51 € |
Ενδείξεις
Εγκεκριμένες ενδείξεις από το SPC, ομαδοποιημένες κατά ICD-10
-
J45 Άσθμα
RINOSOL — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: εισπνοής
- Χορήγηση: δύο φορές ημερησίως και/ή «κατ’ επίκληση»
- Δόση έναρξης: 1 εισπνοή δύο φορές την ημέρα
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία θα πρέπει να τιτλοποιείται στη χαμηλότερη δόση με την οποία διατηρείται αποτελεσματικός έλεγχος των συμπτωμάτων.
-
Ενήλικες (≥18 ετών) με Άσθμα (Αγωγή συντήρησης)ΔόσηΜία ή δύο εισπνοές δύο φορές ημερησίωςΜέγ. δόση4 εισπνοές την ημέραΣυνδυαστικά με ένα ξεχωριστό «κατ’ επίκληση» ταχείας έναρξης δράσης βρογχοδιασταλτικό.
-
Ενήλικες (≥18 ετών) με Άσθμα (Αγωγή συντήρησης και ανακούφισης)Δόση1 εισπνοή δύο φορές την ημέρα (συντήρηση) + 1 επιπρόσθετη εισπνοή «κατ’ επίκληση» για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Αν τα συμπτώματα επιμένουν μετά από λίγα λεπτά, μια πρόσθετη εισπνοή μπορεί να ληφθεί.Μέγ. δόση8 εισπνοέςΣτενή παρακολούθηση απαιτείται για τις δοσο-εξαρτώμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς που λαμβάνουν συχνά μεγάλο αριθμό εισπνοών «κατ’ επίκληση».
-
Ενήλικες (≥18 ετών) με ΧΑΠΔόσηΔύο εισπνοές δύο φορές ημερησίως
-
Παιδιά και έφηβοι (<18 ετών)Η ασφάλεια και αποτελεσματικότητα δεν έχουν καθιερωθεί. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται σε παιδιά ηλικίας από 5-11 ετών. Δεν μπορεί να γίνει σύσταση ως προς τη δοσολογία για εφήβους 12-17 ετών.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔεν απαιτείται ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργίαΔεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη διπροπιονική Βεκλομεθαζόνη, στη διυδρική φουμαρική Φορμοτερόλη ή σε κάποιο από τα έκδοχα
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Διακοπή θεραπείαςΗ δοσολογία να ελαττώνεται σταδιακά. Να μην διακόπτεται απότομα.
-
Έναρξη θεραπείαςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα μην ξεκινούν θεραπεία κατά τη διάρκεια παρόξυνσης ή οξείας επιδείνωσης άσθματος.
-
Ανεπιθύμητες ενέργειες/Κρίσεις άσθματοςΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνέχιση θεραπείας, αναζήτηση ιατρικής συμβουλής αν συμπτώματα ανεξέλεγκτα/επιδεινώνονται.
-
Παράδοξος βρογχόσπασμοςΆμεση αντιμετώπιση με βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης, διακοπή Foster Βεκλομεθαζόνη, αξιολόγηση, έναρξη εναλλακτικής θεραπείας.
-
Έναρξη αντιμετώπισης άσθματοςΔεν προορίζεται για την έναρξη αντιμετώπισης του άσθματος.
-
Οξείες ασθματικές κρίσειςΠληθυσμόςΑσθενείςΝα έχουν πάντοτε μαζί βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης (είτε Foster Βεκλομεθαζόνη για συντήρηση+ανακούφιση, είτε ξεχωριστό για συντήρηση μόνο).
-
Καθημερινή χρήσηΠληθυσμόςΑσθενείςΝα λαμβάνουν καθημερινά, ακόμη και ασυμπτωματικοί.
-
Εισπνοές ανακούφισης / Προφυλακτική χρήσηΓια αντιμετώπιση συμπτωμάτων άσθματος. Όχι για τακτική προφυλακτική χρήση (π.χ. πριν την άσκηση). Για προφυλακτική χρήση, εξετάζεται ξεχωριστό βρογχοδιασταλτικό ταχείας δράσης.
-
Μείωση δόσηςΕξέταση σταδιακής ελάττωσης δόσης μετά τον έλεγχο συμπτωμάτων. Τακτική εξέταση ασθενών κατά τη μείωση. Χρήση χαμηλότερης αποτελεσματικής δόσης.
-
Πνευμονία σε ασθενείς με ΧΑΠΠληθυσμόςΑσθενείς με ΧΑΠ που λαμβάνουν εισπνεόμενα κορτικοστεροειδήΟι γιατροί να παραμένουν σε εγρήγορση για πιθανή ανάπτυξη πνευμονίας. Παράγοντες κινδύνου: κάπνισμα, μεγαλύτερη ηλικία, χαμηλό ΔΜΣ, σοβαρή ΧΑΠ.
-
Συστηματικές επιδράσεις εισπνεόμενων κορτικοστεροειδώνΤιτλοποίηση δόσης στη χαμηλότερη αποτελεσματική δόση.
-
Επινεφριδιακή καταστολή / κρίσηΠληθυσμόςΑσθενείς σε παρατεταμένη θεραπεία με υψηλές δόσεις ICS. Παιδιά και έφηβοι <16 ετών με δόσεις > συνιστώμενες.Εξέταση επιπρόσθετης κάλυψης με συστηματικά κορτικοστεροειδή σε περιόδους στρες ή προγραμματισμένης χειρουργικής επέμβασης.
-
Κίνδυνος επινεφριδιακής δυσλειτουργίαςΠληθυσμόςΑσθενείς που μεταφέρονται από από του στόματος σε ICS, ασθενείς με ιστορικό επείγουσας/παρατεταμένης υψηλής δόσης ICS.Να λαμβάνεται υπόψη σε επείγουσες/προγραμματισμένες στρεσογόνες καταστάσεις. Εξέταση χορήγησης κατάλληλης θεραπείας κορτικοστεροειδών. Συμβουλή ειδικού πριν από προγραμματισμένη διαδικασία.
-
Λοιμώξεις αναπνευστικούπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ενεργό ή λανθάνουσα πνευμονική φυματίωση, μυκητιασικές και ιογενείς λοιμώξεις των αεροφόρων οδών.Χορήγηση με προσοχή.
-
Καρδιακές παθήσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με καρδιακές αρρυθμίες (κολποκοιλιακό αποκλεισμό 3ου βαθμού, ταχυαρρυθμίες), ιδιοπαθή υποβαλβιδική αορτική στένωση, υπερτροφική αποφρακτική μυοκαρδιοπάθεια, ισχαιμική καρδιοπάθεια, βαριά καρδιακή ανεπάρκεια, βαριά αρτηριακή υπέρταση και ανεύρυσμα.Χρήση με προσοχή (μπορεί να περιλαμβάνει παρακολούθηση ζωτικών σημείων).
-
Επιμήκυνση διαστήματος QTcπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με γνωστή ή ύποπτη επιμήκυνση QTc (συγγενή ή φαρμακοεπαγόμενη, QTc > 0,44 δευτερόλεπτα).Προσοχή.
-
Συνοδές παθήσειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με θυρεοτοξίκωση, σακχαρώδη διαβήτη, φαιοχρωμοκύττωμα και μη αντιμετωπισθείσα υποκαλιαιμία.Προσοχή.
-
ΥποκαλιαιμίαπροσοχήΠληθυσμόςΓενικά, ειδικά σε σοβαρό ή ασταθές άσθμα.Προσοχή. Συνιστάται παρακολούθηση επιπέδων καλίου στον ορό.
-
Αύξηση γλυκόζης αίματοςΠληθυσμόςΑσθενείς με διαβήτη.Να παρακολουθούνται στενά τα επίπεδα γλυκόζης αίματος.
-
Χορήγηση αναισθησίας (με αλογονωμένα αναισθητικά)Να μην χορηγείται το Foster Βεκλομεθαζόνη για τουλάχιστον 12 ώρες πριν την έναρξη της αναισθησίας.
-
Στοματική υγιεινήΠληθυσμόςΑσθενείςΞέπλυμα στόματος/γαργάρες με νερό ή βούρτσισμα δοντιών μετά την εισπνοή.
-
Έκδοχα (Λακτόζη)ΠληθυσμόςΑσθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα δυσανεξίας στη γαλακτόζη, πλήρη ανεπάρκεια λακτάσης ή κακή απορρόφηση γλυκόζης-γαλακτόζης.Να μην πάρουν αυτό το φάρμακο.
-
Οπτική διαταραχήΣε περίπτωση θολής όρασης ή άλλων οπτικών διαταραχών, παραπομπή σε οφθαλμίατρο.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
Ισχυροί αναστολείς του CYP3A (π.χ. ριτοναβίρη, κομπισιστάτη)προσοχήΠιθανότητα συστηματικών επιδράσεωνΣύστασηΣυνιστάται προσοχή και κατάλληλη παρακολούθηση.
-
β-αποκλειστές (συμπεριλαμβανομένων των οφθαλμικών σταγόνων)αντένδειξηΗ δράση της φορμοτερόλης θα ελαττωθεί ή θα απαλειφθεί.ΣύστασηΘα πρέπει να αποφεύγονται σε ασθματικούς ασθενείς.
-
Θεοφυλλίνη ή άλλα β-αδρενεργικά φάρμακαπροσοχήΔυνητικά αθροιστικές επιδράσειςΣύστασηΑπαιτείται προσοχή κατά την ταυτόχρονη συνταγογράφηση.
-
Κινιδίνη, δισοπυραμίδη, προκαϊναμίδη, φαινοθειαζίνες, ορισμένα αντισταμινικά (π.χ. τερφεναδίνη), αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης, τρικυκλικά αντικαταθλιπτικάπροσοχήΠαράταση του διαστήματος QTc και αύξηση του κινδύνου κοιλιακών αρρυθμιών.
-
L-ντοπαμίνη, L-θυροξίνη, ωκυτοκίνη, οινόπνευμαπροσοχήΕπηρεάζουν αρνητικά την καρδιακή ανεκτικότητα στα β2-συμπαθητικομιμητικά.
-
Αναστολείς της μονοαμινοξειδάσης (συμπεριλαμβανομένων φουραζολιδόνης και προκαρβαζίνης)προσοχήΕνδέχεται να επισπεύσει την εμφάνιση υπερτασικών αντιδράσεων.
-
Αναισθησία με αλογονωμένους υδρογονάνθρακεςπροσοχήΑυξημένος κίνδυνος αρρυθμιών.
-
Παράγωγα ξανθίνης, στεροειδή ή διουρητικάπροσοχήΜπορεί να ενισχύσει μία πιθανή υποκαλιαιμική επίδραση των β2-αγωνιστών. Η υποκαλιαιμία μπορεί να αυξήσει την προδιάθεση για την εμφάνιση αρρυθμιών σε ασθενείς που έχουν λάβει θεραπεία με γλυκοσίδες δακτυλίτιδας.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Ρινοφαρυγγίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Πνευμονία (σε ασθενείς με ΧΑΠ) (Συχνές)
- Άλλες μυκητιασικές λοιμώξεις του στόματος (Μη Γνωστή)
- Υπερτριγλυκεριδαιμία
- Σύνδρομο Cushing (Μη Γνωστή)
- Χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν στο σύνδρομο Cushing (Μη Γνωστή)
- Επινεφριδιακή καταστολή (Μη Γνωστή)
- Δυνητικά σοβαρή υποκαλιαιμία (Μη Γνωστή)
- Ψυχοκινητική υπερδραστηριότητα (Μη Γνωστή)
- Διαταραχές ύπνου (Μη Γνωστή)
- Άγχος (Μη Γνωστή)
- Κατάθλιψη (Μη Γνωστή)
- Επιθετικότητα (Μη Γνωστή)
- Διαταραχές στη συμπεριφορά (κυρίως στα παιδιά) (Μη Γνωστή)
- Αϋπνία (Μη Γνωστή)
- Ανησυχία (Μη Γνωστή)
- Όραση θολή (Μη Γνωστή)
- Καταρράκτης (Μη Γνωστή)
- Γλαύκωμα (Μη Γνωστή)
- Τρόμος
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη (Μη Γνωστή)
- Ταχυκαρδία
- Στηθάγχη
- Κολπική βραδυκαρδία (Όχι συχνές)
- Ισχαιμία μυοκαρδίου (Όχι συχνές)
- Αίσθημα παλμών (Μη Γνωστή)
- Κολπική μαρμαρυγή (Μη Γνωστή)
- Κοιλιακές έκτακτες συστολές (Μη Γνωστή)
- Ταχυαρρυθμία (Μη Γνωστή)
- Ερεθισμός λαιμού
- Δύσπνοια
- Δυσφωνία
- Βήχας
- Παροξύνσεις του άσθματος (Όχι συχνές)
- Στοματοφαρυγγικό άλγος (Όχι συχνές)
- Παράδοξος βρογχόσπασμος με άμεση αύξηση του συριγμού, του βήχα και της δύσπνοιας (Μη Γνωστή)
- Ναυτία
- Διαταραχές της γεύσης (Μη Γνωστή)
- Κόπωση
- Ευερεθιστότητα (Όχι συχνές)
- Καθυστέρηση της ανάπτυξης (σε παιδιά και εφήβους) (Μη Γνωστή)
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα με επιμήκυνση του διαστήματος QT (Όχι συχνές)
- Ελεύθερη κορτιζόλη ούρων μειωμένη (Όχι συχνές)
- Κορτιζόλη αίματος μειωμένη (Όχι συχνές)
- Κάλιο αίματος αυξημένο (Όχι συχνές)
- Γλυκόζη αίματος αυξημένη (Όχι συχνές)
- Ηλεκτροκαρδιογράφημα με πτωχή πρόοδο του επάρματος-R (Όχι συχνές)
- Μείωση της οστικής πυκνότητας (Μη Γνωστή)
- Μυϊκές κράμπες (Μη Γνωστή)
- Μυαλγία (Μη Γνωστή)
- Αύξηση/μείωση της πίεσης του αίματος (Μη Γνωστή)
- Εξάνθημα (Μη Γνωστή)
- Κνίδωση (Μη Γνωστή)
- Κνησμός (Μη Γνωστή)
- Ερύθημα (Μη Γνωστή)
- Οίδημα των οφθαλμών (Μη Γνωστή)
- Οίδημα του προσώπου (Μη Γνωστή)
- Οίδημα των χειλιών (Μη Γνωστή)
- Οίδημα του φάρυγγα (αγγειοοίδημα) (Μη Γνωστή)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣυχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο κάλιο αίματοςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔυσφωνίαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΕυερεθιστότηταΨυχιατρικές
-
Όχι συχνέςΙσχαιμία μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚολπική βραδυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη ελεύθερη κορτιζόλη ούρωνΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΜειωμένη κορτιζόλη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠαράταση διαστήματος QT στο ΗΚΓΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΠαροξύνσεις του άσθματοςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Όχι συχνέςΠτωχή πρόοδος επάρματος R στο ΗΚΓΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΡινοφαρυγγίτιδαΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΣτοματοφαρυγγικό άλγοςΑναπνευστικό
-
Όχι συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΥπερτριγλυκεριδαιμίαΜεταβολισμός
-
Μη ΓνωστήΆγχοςΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΆλλες μυκητιασικές λοιμώξεις του στόματοςΛοιμώξεις και Παρασιτώσεις
-
Μη ΓνωστήΌραση θολήΟφθαλμικές διαταραχές
-
Μη ΓνωστήΑίσθημα παλμώνΚαρδιά
-
Μη ΓνωστήΑνησυχίαΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΑύξηση/μείωση της πίεσης του αίματοςΑγγειακές διαταραχές
-
Μη ΓνωστήΓλαύκωμαΟφθαλμικές
-
Μη ΓνωστήΔιαταραχές στη συμπεριφορά (κυρίως στα παιδιά)Ψυχιατρικές διαταραχές
-
Μη ΓνωστήΔιαταραχές ύπνουΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΔιαταραχή γεύσηςΝευρικό
-
Μη ΓνωστήΔυνητικά σοβαρή υποκαλιαιμίαΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη ΓνωστήΕξάνθημαΔέρμα
-
Μη ΓνωστήΕπιθετικότηταΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΕπινεφριδιακή καταστολήΕνδοκρινικό
-
Μη ΓνωστήΕρύθημαΔέρμα
-
Μη ΓνωστήΖάληΝευρικό
-
Μη ΓνωστήΚαθυστέρηση της ανάπτυξης (σε παιδιά και εφήβους)Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
Μη ΓνωστήΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
Μη ΓνωστήΚαταρράκτηςΟφθαλμικές
-
Μη ΓνωστήΚνίδωσηΔέρμα
-
Μη ΓνωστήΚνησμόςΔέρμα
-
Μη ΓνωστήΚοιλιακές έκτακτες συστολέςΚαρδιά
-
Μη ΓνωστήΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Μη ΓνωστήΜείωση οστικής πυκνότηταςΕνδοκρινικό
-
Μη ΓνωστήΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
Μη ΓνωστήΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
Μη ΓνωστήΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Μη ΓνωστήΟίδημα του φάρυγγα (αγγειοοίδημα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη ΓνωστήΟίδημα των οφθαλμώνΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη ΓνωστήΟίδημα χειλιώνΓαστρεντερικό
-
Μη ΓνωστήΠαράδοξος βρογχόσπασμος με άμεση αύξηση του συριγμού, του βήχα και της δύσπνοιαςΔιαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου
-
Μη ΓνωστήΣύνδρομο CushingΕνδοκρινικό
-
Μη ΓνωστήΤαχυαρρυθμίαΚαρδιά
-
Μη ΓνωστήΧαρακτηριστικά που προσομοιάζουν στο σύνδρομο CushingΔιαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης
-
Μη ΓνωστήΨυχοκινητική υπερδραστηριότηταΨυχιατρικές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αποφεύγεται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΓονιμότηταΔεν υπάρχουν δεδομένα στον άνθρωπο. Σε μελέτες πειραματόζωων με αρουραίους, η παρουσία της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης σε υψηλές δόσεις στο συνδυασμό συνδέθηκε με μειωμένη γονιμότητα του θηλυκού και εμβρυοτοξικότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα).
-
ΚύησηΗ χρήση φορμοτερόλης δεν πρέπει να συνιστάται κατά τη διάρκεια της κύησης και ιδιαίτερα κατά το τελευταίο διάστημα της κύησης ή κατά τη διάρκεια του τοκετού, εκτός και αν δεν υπάρχει άλλη (ασφαλέστερη) εδραιωμένη εναλλακτική. Η χορήγηση του Foster Βεκλομεθαζόνη κατά τη διάρκεια της κύησης θα πρέπει να εξετάζεται μόνον εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερισχύουν των δυνητικών κινδύνων.Δεν υπάρχουν σχετικά κλινικά δεδομένα για τη χρήση του Foster Βεκλομεθαζόνη σε εγκύους γυναίκες. Οι μελέτες στα πειραματόζωα με τη χρήση του συνδυασμού διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και φορμοτερόλης κατέδειξαν ενδείξεις τοξικότητας για την αναπαραγωγή και το έμβρυο μετά από υψηλή συστηματική έκθεση (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Υψηλές δόσεις κορτικοστεροειδών που χορηγούνται σε κυοφορούντα ζώα είναι γνωστό ότι προκαλούν ανωμαλίες στην ανάπτυξη του εμβρύου, συμπεριλαμβανομένου του λυκοστόματος και της επιβράδυνσης της ενδομήτριας ανάπτυξης. Εξαιτίας των τοκολυτικών δράσεων των β2-συμπαθητικομιμητικών παραγόντων θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή κατά το τελευταίο διάστημα πριν από τον τοκετό.
-
ΓαλουχίαΗ χορήγηση του Foster Βεκλομεθαζόνη σε γυναίκες που θηλάζουν θα πρέπει να εξετάζεται μόνο εάν τα αναμενόμενα οφέλη υπερισχύουν των δυνητικών κινδύνων. Θα πρέπει να ληφθεί απόφαση για τη διακοπή του θηλασμού ή τη διακοπή/αποχή από τη θεραπεία με Foster Βεκλομεθαζόνη, λαμβάνοντας υπόψη το όφελος του θηλασμού για το παιδί και το όφελος της θεραπείας για τη γυναίκα.Δεν υπάρχουν σχετικά κλινικά δεδομένα για τη χρήση του Foster Βεκλομεθαζόνη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας στον άνθρωπο. Αν και δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από πειράματα σε ζώα, είναι εύλογο να υποτεθεί ότι η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη εκκρίνεται στο γάλα, όπως και τα άλλα κορτικοστεροειδή. Αν και δεν είναι γνωστό κατά πόσον η φορμοτερόλη περνά στο ανθρώπινο μητρικό γάλα, έχει ανιχνευθεί στο γάλα θηλαζόντων ζώων.
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- ναυτία
- έμετος
- κεφαλαλγία
- τρόμος
- υπνηλία
- αίσθημα παλμών
- ταχυκαρδία
- κοιλιακές αρρυθμίες
- επιμήκυνση του διαστήματος QTc
- μεταβολική οξείδωση
- υποκαλιαιμία
- υπεργλυκαιμία
- παροδική καταστολή της επινεφριδιακής λειτουργίας
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:
Αδρενεργικά, εισπνεόμενα: Φορμοτερόλη σε συνδυασμό με φάρμακα για τις αποφρακτικές παθήσεις των αεροφόρων οδών. Κωδικός ATC: R03 AK08.
Μηχανισμός δράσης και φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Foster Βεκλομεθαζόνη περιέχει διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και φορμοτερόλη σε φαρμακοτεχνική μορφή ξηρής κόνεως που καταλήγει σε μικροσωματιδιακό αερόλυμα με μέσο όρο διάμεσης μάζας αεροδυναμικής διαμέτρου (MMAD) 1,4 - 1,5 μικρόμετρα σε συν-εναπόθεση των δύο συστατικών. Τα σωματίδια του αερολύματος Foster Βεκλομεθαζόνη είναι κατά μέσο όρο αρκετά μικρότερα από τα σωματίδια που αποδίδονται από τις μη μικροσωματιδιακές φαρμακοτεχνικές μορφές. Μια μελέτη εναπόθεσης του φαρμάκου με ραδιοσήμανση σε ασθματικούς ενήλικες, έδειξε ότι ένα υψηλό ποσοστό του φαρμάκου (υπολογίζεται στο 42% της ονομαστικής δόσης) εναποτίθεται στον πνεύμονα, με ομοιογενή εναπόθεση μέσω των αεραγωγών. Αυτά τα χαρακτηριστικά κατανομής υποστηρίζουν τη χρήση χαμηλής δόσης κορτικοστεροειδούς με βελτιωμένη τοπική φαρμακοδυναμική επίδραση, τα οποία φάνηκαν ισοδύναμα με τα αντίστοιχα του διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση (βλ. Κλινική εμπειρία). Οι δύο δραστικές ουσίες του Foster Βεκλομεθαζόνη έχουν διαφορετικούς τρόπους δράσης. Όπως και με άλλους συνδυασμούς εισπνεόμενων κορτικοστεροειδών και β2-αγωνιστών, παρατηρούνται αθροιστικές επιδράσεις σε σχέση με τη μείωση των παροξύνσεων του άσθματος.
-
Διπροπιονική Βεκλομεθαζόνη Η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη που χορηγείται μέσω εισπνοών στις συνιστώμενες δόσεις επιδεικνύει γλυκοκορτικοειδική αντιφλεγμονώδη δράση στους πνεύμονες, έχοντας ως αποτέλεσμα τη μείωση των συμπτωμάτων και των παροξύνσεων του άσθματος με λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες από τη συστηματική χορήγηση κορτικοστεροειδών.
-
Φορμοτερόλη Η φορμοτερόλη είναι ένας εκλεκτικός β2-αδρενεργικός αγωνιστής που προκαλεί χάλαση των λείων μυϊκών ινών των βρόγχων σε ασθενείς με αναστρέψιμη απόφραξη των αεραγωγών. Η βρογχοδιασταλτική επίδραση εμφανίζεται ταχέως, εντός 1-3 λεπτών μετά την εισπνοή και έχει μία διάρκεια 12 ωρών μετά από τη χορήγηση μίας δόσης.
Κλινική εμπειρία
Η αποτελεσματικότητα των δύο συστατικών του Foster Βεκλομεθαζόνη κόνις για εισπνοή, έχει αξιολογηθεί σε τρεις ξεχωριστές μελέτες σε σύγκριση με 100 μικρογραμμάρια/6 μικρογραμμάρια της φαρμακοτεχνικής μορφής του διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση σε ασθενείς με μέτριο έως σοβαρό επίμονο άσθμα. Συνολικά, η αποτελεσματικότητα των δύο εισπνεόμενων φαρμακοτεχνικών μορφών αναμένεται να είναι ισοδύναμη στην κλινική πρακτική τόσο σε 1 όσο και σε 2 εισπνοές δύο φορές ημερησίως. Σε μία μελέτη ο πρωτεύον στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστατικού εισπνεόμενου κορτικοστεροειδούς μετρούμενη επί της βρογχοδιαστολής (προ-δόσης FEV1). Κλινικά σημαντική βελτίωση της προ-δόσης FEV1 παρατηρήθηκε σε 696 ασθενείς με μέτριο έως σοβαρό συμπτωματικό άσθμα στο τέλος της περιόδου θεραπείας των 3 μηνών, σε σύγκριση με τις τιμές εκκίνησης, με 1 εισπνοή δις ημερησίως και 2 εισπνοές δις ημερησίως και των δύο σκευασμάτων. Παρατηρήθηκε μέση αύξηση τουλάχιστον 250 ml. Δεν υπήρξε κλινικά σχετική διαφορά στην προδόσης FEV1 μεταξύ του Foster Βεκλομεθαζόνη κόνις για εισπνοή και του διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση σε καμία από τις δύο δοσολογίες. Σημαντική ανταπόκριση στη δόση παρατηρήθηκε στην πρωινή PEF. Δεν επετεύχθη στατιστικά σημαντική ανταπόκριση στη δόση της προ-δόσης FEV1. Μετρήσεις ελέγχου του άσθματος όπως οι δείκτες των πρωινών και των βραδινών συμπτωμάτων του άσθματος και το ποσοστο των ημερών χωρίς συμπτώματα βελτιώθηκαν σημαντικά από την γραμμή εκκίνησης έως το τέλος της περιόδου θεραπείας, ιδιαίτερα για τις δύο υψηλές δοσολογίες και των δύο φαρμακοτεχνικών μορφών. Στη δεύτερη μελέτη ο πρωτεύον στόχος ήταν η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του συστατικού β2-αγωνιστού μακράς δράσης του Foster Βεκλομεθαζόνη. Σ’ αυτή τη μελέτη η βρογχοδιαστολή στην έναρξη και έως 12 ώρες μετά τη χορήγηση εφάπαξ δόσεων μετρήθηκε με διαδοχικές σπιρομετρικές αξιολογήσεις της FEV1 (FEV1 AUC κατά τουλάχιστον το 80% της διάρκειας δράσης της φορμοτερόλης). Σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, μία εισπνοή και τέσσερις εισπνοές Foster Βεκλομεθαζόνη και των δύο δραστικών βελτίωσαν σημαντικά την FEV1 AUC0-12. Και οι δύο δόσεις του Foster Βεκλομεθαζόνη κόνις για εισπνοή δεν ήταν κατώτερες από την αντίστοιχη δόση της μορφής του διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση. Στατιστικά σημαντική ανταπόκριση στη δόση βρέθηκε και στις δύο φαρμακοτεχνικές μορφές μεταξύ της χαμηλής και της υψηλής δοσολογίας. Στην τρίτη μελέτη, μετά από περίοδο εισαγωγής 4 εβδομάδων με το διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση του σταθερού συνδυασμού διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης/φορμοτερόλης, 1 εισπνοή δις ημερησίως, 755 ελεγχόμενοι ασθματικοί ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν σε θεραπεία 8 εβδομάδων με την ίδια συσκευή εισπνοής, με το Foster Βεκλομεθαζόνη κόνις για εισπνοή ή με διπροπιονική βεκλομεθαζόνη 100 μικρογραμμάρια ανά δόση κόνις για εισπνοή, όλα χορηγούμενα ως 1 εισπνοή δις ημερησίως. Ο πρωτεύον στόχος ήταν η αλλαγή από τη γραμμή εκκίνησης καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου θεραπείας της μέσης πρωινής εκπνευστικής ροής (PEF). Μετά από θεραπεία 8 εβδομάδων δεν υπήρχε διαφορά στο πρωτεύον τελικό σημείο μεταξύ των δύο συσκευών εισπνοών που περιείχαν το συνδυασμό, ενώ ήταν και τα δύο σημαντικά καλύτερα από τη μονοθεραπεία με τη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη. Δεν βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των δύο συσκευών εισπνοών που περιείχαν το συνδυασμό όσον αφορά στις μετρήσεις των συμπτωμάτων όπως τη βαθμολογία στο ερωτηματολόγιο του ελέγχου του άσθματος και του αριθμού των ελευθέρων από θεραπεία διάσωσης ημερών. Μια μελέτη με εικονικό φάρμακο με ανοιχτή ετικέτα διεξήχθη για να επαληθεύσει ότι η εισπνευστική ροή η οποία μπορεί να δημιουργηθεί από το Foster Βεκλομεθαζόνη δεν επηρεάζεται από την ηλικία του ασθενούς, την ασθένεια και την βαρύτητα της ασθένειας και επομένως η ενεργοποίηση και η απόδοση του φαρμάκου μέσω της συσκευής θα μπορούσε να επιτευχθεί σε όλους τους ασθενείς. Το πρωτεύον τελικό σημείο ήταν το ποσοστό των ασθενών σε κάθε ηλικιακή ομάδα και κάθε ομάδα της νόσου που ήταν ικανό να ενεργοποιήσει τη συσκευή εισπνοής. Ογδόντα εννέα ασθενείς, στο ηλικιακό εύρος από 5-84 ετών, συμπεριλαμβανομένων μετρίων και βαρέων ασθματικών (FEV1 > 60% και ≤ 60% προβλεπόμενης, αντίστοιχα) και ασθενών με μέτρια και βαριά ΧΑΠ (FEV1 > 50% και < 50% προβλεπόμενης αντίστοιχα) έλαβαν μέρος στη μελέτη. Όλοι οι ασθενείς, ανεξαρτήτου ηλικίας, νόσου και βαρύτητας της νόσου, ήταν ικανοί να αναπτύξουν επαρκή εισπνευστική ροή ώστε να ενεργοποιήσουν τη συσκευή εισπνοής Βεκλομεθαζόνη. Μία επιπρόσθετη μελέτη με εικονικό φάρμακο με ανοιχτή ετικέτα, κατέδειξε, από την αξιολόγηση του εισπνευστικού προφίλ του Foster Βεκλομεθαζόνη, ότι ασθενείς με ήπια έως σοβαρή ΧΑΠ, ανεξάρτητα από το λειτουργικό περιορισμό τους, ήταν σε θέση να ενεργοποιήσουν και να χρησιμοποιήσουν τη συσκευή αποτελεσματικά.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Υπάρχουν πολύ περιορισμένα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα σχετικά με τη χρήση του Foster Βεκλομεθαζόνη σε παιδιά ηλικίας από 5-11 ετών. Σε σύγκριση με μια ισοδύναμη δόση εγκεκριμένων προϊόντων ελεύθερου συνδυασμού που περιέχουν άνυδρη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη (BDP) και φορμοτερόλη (FF), η χορήγηση μίας εφάπαξ δόσης μιας πειραματικής φαρμακοτεχνικής μορφής σταθερής δόσης που περιέχει τα ίδια ενεργά μικροσωματιδιακά συστατικά με το Foster Βεκλομεθαζόνη, αλλά χρησιμοποιώντας χαμηλότερης περιεκτικότητας δόση (50μg BDP και 6μg FF), είχε ως αποτέλεσμα σημαντικά υψηλότερη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα και για τα δύο συστατικά (βλ. Φαρμακοκινητικές). Αυτή η υψηλότερη συστηματική βιοδιαθεσιμότητα σχετίστηκε με στατιστικά σημαντική μείωση του καλίου στο πλάσμα (σημείο εκτίμησης 0,94, 95%CI [0,92, 0,96]) και αύξηση του μέσου καρδιακού ρυθμού (σημείο εκτίμησης 1,06, 95%CI [1,01, 1,10]). Επιπλέον, τάση για καταστολή της κορτιζόλης και αύξηση των τιμών της γλυκόζης στα ούρα παρατηρήθηκε σε παιδιά της ομάδας ελέγχου σε σύγκριση με τη θεραπεία αναφοράς. Σε εφήβους ελήφθησαν περιορισμένες μόνο πληροφορίες. Σε μια τρίμηνη τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη, 162 άτομα ηλικίας από 12 έως 17 ετών με διάγνωση μέτριου έως σοβαρού άσθματος έλαβαν είτε Foster Βεκλομεθαζόνη ή την αντίστοιχη φαρμακοτεχνική μορφή διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση, ως 1 ή 2 εισπνοές δις ημερησίως. Η αλλαγή στην προ-δόσης FEV1 στο τέλος της θεραπείας ήταν μεγαλύτερη στους εφήβους από ό, τι στους ενήλικες. (βλ. Δοσολογία, Ανεπιθύμητες ενέργειες και Φαρμακοκινητικές) για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση.
Διπροπιονική Βεκλομεθαζόνη
Η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη είναι προ-φάρμακο με ασθενή συγγένεια σύνδεσης με τους υποδοχείς των γλυκοκορτικοειδών, το οποίο υδρολύεται από τα ένζυμα εστεράσες προς τον δραστικό μεταβολίτη 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη, η οποία έχει περισσότερο ισχυρή τοπική αντιφλεγμονώδη δραστικότητα από το προ-φάρμακο διπροπιονική βεκλομεθαζόνη.
Απορρόφηση, κατανομή και βιομετασχηματισμός
Η εισπνεόμενη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη απορροφάται ταχέως από τους πνεύμονες. Πριν την απορρόφηση υφίσταται εκτεταμένη μετατροπή στον ενεργό μεταβολίτη της τη 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη από τα ένζυμα εστεράσες που ανευρίσκονται στους περισσότερους ιστούς. Η συστηματική διαθεσιμότητα του δραστικού μεταβολίτη προέρχεται από την απορρόφηση από τους πνεύμονες και από τη γαστρεντερική απορρόφηση της καταπινόμενης δόσης. Η βιοδιαθεσιμότητα της καταπινόμενης δόσης της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης είναι αμελητέα, ωστόσο η προ-συστηματική μετατροπή σε 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη έχει ως αποτέλεσμα μέρος της δόσης να απορροφάται ως δραστικός μεταβολίτης. Σημειώνεται σχεδόν γραμμική αύξηση της συστηματικής έκθεσης με την αύξηση της εισπνεόμενης δόσης. Η απόλυτη βιοδιαθεσιμότητα μετά την εισπνοή από δοσιμετρική συσκευή εισπνοής υπό πίεση είναι περίπου 2% και 62% της ονομαστικής δόσης για την αμετάβλητη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και τη 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη, αντίστοιχα. Μετά την ενδοφλέβια χορήγηση, η διάθεση της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και του δραστικού μεταβολίτη της χαρακτηρίζονται από υψηλή κάθαρση στο πλάσμα (150 και 120 L/h αντίστοιχα), με μικρό όγκο κατανομής στη σταθεροποιημένη κατάσταση για τη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη (20 L) και μεγαλύτερη κατανομή στους ιστούς για το δραστικό της μεταβολίτη (424 L). H μεταβολική διάθεση της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης κυρίως (82%) οδηγεί στον ενεργό μεταβολίτη τη 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι μετρίως υψηλή (87%).
Αποβολή
Η απέκκριση στα κόπρανα αποτελεί την κύρια οδό απέκκρισης της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης, κυρίως με τη μορφή πολικών μεταβολιτών. Η νεφρική απέκκριση της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και των μεταβολιτών της είναι αμελητέα. Οι χρόνοι ημίσειας ζωής της τελικής απέκκρισης είναι 0,5 ώρες και 2,7 ώρες για τη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και τη 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη αντίστοιχα.
Ειδικοί πληθυσμοί
Η φαρμακοκινητική της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία δεν έχει μελετηθεί. Εντούτοις, καθώς η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη υφίσταται πολύ γρήγορο μεταβολισμό από τα ένζυμα εστεράσες που ανευρίσκονται στο εντερικό υγρό, τον ορό, τους πνεύμονες και το ήπαρ, που οδηγεί στη δημιουργία των περισσότερο πολικών προϊόντων 21-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη, 17-μονοπροπιονική-βεκλομεθαζόνη και βεκλομεθαζόνη, δεν αναμένεται η ηπατική δυσλειτουργία να τροποποιήσει το φαρμακοκινητικό προφίλ και το προφίλ ασφαλείας της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης. Καθώς η διπροπιονική βεκλομεθαζόνη ή οι μεταβολίτες της δεν ανιχνεύονται στα ούρα, δεν αναμένεται αύξηση της συστηματικής έκθεσης σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία.
Φορμοτερόλη
Απορρόφηση και κατανομή
Μετά την εισπνοή, η φορμοτερόλη απορροφάται τόσο από τους πνεύμονες όσο και από το γαστρεντερικό σωλήνα. Το κλάσμα της εισπνεόμενης δόσης που καταπίνεται μετά από τη χορήγηση με δοσιμετρική συσκευή εισπνοής (MDI) κυμαίνεται μεταξύ 60% και 90%. Τουλάχιστον 65% του κλάσματος που καταπίνεται, απορροφάται από τη γαστρεντερική οδό. Οι μέγιστες συγκεντρώσεις του αμετάβλητου φαρμάκου στο πλάσμα εμφανίζονται εντός 0,5 έως 1 ώρας μετά από την από του στόματος χορήγηση. Η σύνδεση της φορμοτερόλης με τις πρωτεΐνες του πλάσματος είναι 61-64% με το 34% να συνδέεται με τη λευκωματίνη. Δεν σημειώθηκε κορεσμός της σύνδεσης εντός του εύρους των συγκεντρώσεων που επιτεύχθηκαν με τις θεραπευτικές δόσεις. Ο χρόνος ημίσειας ζωής απέκκρισης που προσδιορίζεται μετά την από του στόματος χορήγηση είναι 2-3 ώρες. Η απορρόφηση της φορμοτερόλης είναι γραμμική μετά από εισπνοή 12 έως 96 μg φουμαρικής φορμοτερόλης.
Βιομετασχηματισμός
Η Φορμοτερόλη μεταβολίζεται σε μεγάλο βαθμό και η κύρια οδός ενέχει την άμεση σύζευξη με τη φαινολική ομάδα υδροξυλίου. Το σύμπλοκο γλυκουρονικού οξέος είναι αδρανές. Η δεύτερη μείζονα οδός ενέχει Ο-απομεθυλίωση ακολουθούμενη από σύζευξη με τη φαινολική 2’-ομάδα υδροξυλίου. Τα ισοένζυμα CYP2D6, CYP2C19 και CYP2C9 του κυτοχρώματος P450 ενέχονται στην Ο-απομεθυλίωση της φορμοτερόλης. Το ήπαρ φαίνεται ότι αποτελεί την κύρια θέση μεταβολισμού. Η φορμοτερόλη δεν αναστέλλει τα ένζυμα του CYP450 σε θεραπευτικά σχετικές συγκεντρώσεις.
Αποβολή
Η αθροιστική απέκκριση της φορμοτερόλης στα ούρα μετά από μία εφάπαξ εισπνοή από μία συσκευή εισπνοής ξηράς κόνεως αυξήθηκε γραμμικά στο δοσολογικό εύρος των 12 - 96 μg. Κατά μέσο όρο 8% και 25% της δόσης απεκκρίνεται ως αμετάβλητη και ολική φορμοτερόλη, αντίστοιχα. Βάσει των συγκεντρώσεων στο πλάσμα που έχουν μετρηθεί μετά από εισπνοή μίας εφάπαξ δόσης 120 μg από 12 υγιή άτομα, ο μέσος χρόνος ημίσειας ζωής της τελικής απέκκρισης προσδιορίστηκε στις 10 ώρες. Τα (R,R)- και (S,S)-εναντιομερή αντιστοιχούσαν σε περίπου 40% και 60% του αμετάβλητου φαρμάκου που απεκκρίθηκε στα ούρα, αντίστοιχα. Η σχετική αναλογία των δύο εναντιομερών παρέμεινε σταθερή εντός του δοσολογικού εύρους που μελετήθηκε, και δεν υπήρξαν ενδείξεις σχετικής συσσώρευσης του ενός εναντιομερούς έναντι του άλλου μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση. Μετά από του στόματος χορήγηση (40 έως 80 μg), 6% έως 10% της δόσης ανακτήθηκε στα ούρα ως αμετάβλητο φάρμακο σε υγιή άτομα. Έως και 8% της δόσης ανακτήθηκε ως γλυκουρονίδιο. Συνολικά 67% μίας από του στόματος δόσης φορμοτερόλης απεκκρίνεται στα ούρα (κυρίως ως μεταβολίτες) και το υπόλοιπο στα κόπρανα. Η νεφρική κάθαρση της φορμοτερόλης είναι 150 ml/min.
Ειδικοί πληθυσμοί
- Ηπατική/Νεφρική δυσλειτουργία: η φαρμακοκινητική της φορμοτερόλης δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με ηπατική ή νεφρική δυσλειτουργία.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Σε μελέτες φαρμακοκινητικής μίας εφάπαξ δόσης σε παιδιά με άσθμα ηλικίας από 5-11 ετών, δύο πειραματικές φαρμακοτεχνικές μορφές σταθερής δόσης, οι οποίες περιέχουν τα ίδια μικροσωματιδιακά ενεργά συστατικά όπως το Foster Βεκλομεθαζόνη, αλλά χρησιμοποιώντας χαμηλότερης περιεκτικότητας δόση (A: 50µg BDP and 6µg FF = 50/6; B: 35µg BDP and 4µg FF = 35/4), συγκρίθηκαν με ισοδύναμες δόσεις εγκεκριμένων ελεύθερων συνδυασμών BDP και FF. Λόγω της απουσίας αποκλεισμού με άνθρακα, μόνο η συστηματική έκθεση καθορίστηκε ως παράμετρος ασφάλειας. Σε σύγκριση με τον ελεύθερο συνδυασμό, ο συνδυασμός BDP/FF 50/60 οδήγησε σε μεγαλύτερη συστηματική έκθεση (AUC0t) και μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) και των τριών αναλυόμενων ουσιών, της μητρικής ένωσης BDP, του ενεργού μεταβολίτη 17-μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη (Β17MP) και της φορμοτερόλης. Μετέπειτα μείωση της περιεκτικότητας της δόσης περίπου 30% σε BDP/FF 35/4 είχε πάλι σαν αποτέλεσμα σημαντικά υψηλή AUC0t της B17MP (σημειακός εκτιμητής 152.5, 90%CI [141.1 164.8]) όπως και της μητρικής ένωσης BDP (σημειακός εκτιμητής 188.6, 90%CI [163.8 217.1]). Η AUC0 της φορμοτερόλης ήταν ενδιάμεση και η Cmax ξεπέρασε ελαφρώς τα όρια βιοϊσοδυναμίας 80-125%.
Κλινική εμπειρία
Η συστηματική έκθεση στη διπροπιονική βεκλομεθαζόνη και τη φορμοτερόλη με τον σταθερό συνδυασμό συγκρίθηκε ως προς τις μεμονωμένες δραστικές ουσίες. Δεν υπήρξε ένδειξη φαρμακοκινητικών ή φαρμακοδυναμικών (συστηματικών) αλληλεπιδράσεων μεταξύ της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης και της φορμοτερόλης. Η φαρμακοκινητική της κόνεως για εισπνοή στο Foster Βεκλομεθαζόνη συγκρίθηκε με εκείνη της φαρμακοτεχνικής μορφής του αντίστοιχου διαλύματος για εισπνοή υπό πίεση. Η ανάλυση του στεροειδούς συστατικού επικεντρώθηκε στη 17-μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη, που αποτελεί τον κύριο ενεργό μεταβολίτη της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης. Η συστηματική απορρόφηση και ο μεταβολισμός της διπροπιονικής βεκλομεθαζόνης ήταν ταχύς και η Cmax επετεύχθη στα 5 λεπτά μετά τη χορήγηση της δόσης και για τις δύο θεραπείες αλλά ήταν υψηλότερη (+68%) με την κόνις για εισπνοή Foster Βεκλομεθαζόνη. Η AUCt ήταν περίπου 3 φορές υψηλότερη μετά την εισπνοή Foster Βεκλομεθαζόνη σε σχέση με το διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση. Η Cmax για τη 17-μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη, τον κύριο δραστικό μεταβολίτη, που αντιπροσωπεύει περίπου το 82% της συνολικής ποσότητας στο αίμα, επιτυγχάνεται κατά μέσον όρο μετά από 30 λεπτά και 15 λεπτά με το Βεκλομεθαζόνη και το διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση αντίστοιχα. Η συγκέντρωση της 17-μονοπροπιονικής βεκλομεθαζόνης στο πλάσμα ήταν χαμηλότερη (Cmax -49% και AUCt -29%) μετά την χορήγηση της κόνεως για εισπνοή από ότι με το διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση. Μετά την εισπνοή του Foster Βεκλομεθαζόνη η μέγιστη συγκέντρωση (Cmax) της φορμοτερόλης εμφανίστηκε εντός 5 λεπτών και ήταν υψηλότερη (+47%) για την κόνιςγια εισπνοή υπό πίεση, ενώ η συνολική έκθεση (AUCt) ήταν συγκρίσιμη για τις δύο θεραπείες. Σε μία μελέτη η σχετική απόδοση στον πνεύμονα μελετήθηκε με χρήση άνθρακα αποκλεισμού ώστε να αποκλειστεί η απορρόφηση του φαρμάκου από το γαστρεντερικό σωλήνα και χρησιμοποιώντας για το προϊόν αναφοράς (διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση) τον εγκεκριμένο αεροθάλαμο AeroChamber Plus®. Σ’ αυτές τις συνθήκες, το Βεκλομεθαζόνη και το διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση φάνηκαν ισοδύναμα ως προς την AUCt και για τη 17-μονοπροπιονική βεκλομεθαζόνη και για τη φορμοτερόλη (ο λόγος κόνις για εισπνοή υπό πίεση/διάλυμα για εισπνοή υπό πίεση και το διάστημα εμπιστοσύνης 90% ήταν μεταξύ 80-125%). Εντούτοις, η Cmax της 17-μονοπροπιονικής βεκλομεθαζόνης ήταν χαμηλότερη (-38%) μετά την εισπνοή από το Βεκλομεθαζόνη.