ALEMTUZUMAB(Αλεμτουζουμάμπη)
Ημίσεια ζωή
Ο χρόνος στον οποίο η συγκέντρωση του φαρμάκου στο πλάσμα πέφτει στο μισό. Από αυτόν προκύπτει κάθε πότε δίνεται: το μεσοδιάστημα των δόσεων ακολουθεί χονδρικά την ημιζωή, οπότε μικρή ημιζωή σημαίνει πολλές δόσεις την ημέρα και μεγάλη ημιζωή μία δόση ημερησίως ή αραιότερα. Σταθερά επίπεδα στο αίμα επιτυγχάνονται μετά από 4-5 ημιζωές. Ο κανόνας είναι ενδεικτικός — οι μορφές παρατεταμένης αποδέσμευσης και η εγκεκριμένη δοσολογία της ΠΧΠ υπερισχύουν.
Κατά την πηγή: περίπου 4-5 ημέρες
- DrugBank: 288 ώρες
Καθαρίζει (~5×t½)
Φαρμακοκινητική εκτίμηση, όχι κλινικός κανόνας. Μετά από 5 ημιζωές έχει αποβληθεί πάνω από το 95% της ουσίας από το πλάσμα. Ο αριθμός προκύπτει αυτόματα από τη μεγαλύτερη ημιζωή που αναφέρει η πηγή — συχνά την τελική φάση αποβολής ή την κατανομή στους ιστούς — γι' αυτό μπορεί να δείχνει εβδομάδες ή μήνες. ΔΕΝ είναι το διάστημα διακοπής πριν από επέμβαση ή πριν από φάρμακο που αλληλεπιδρά: αυτό καθορίζεται από τη φαρμακοδυναμική (η ασπιρίνη δρα στα αιμοπετάλια αφού φύγει από το πλάσμα), τους ενεργούς μεταβολίτες, τις μορφές depot, τη νεφρική και ηπατική λειτουργία, τον κίνδυνο της επέμβασης και τον λόγο της αγωγής. Ακολουθήστε την ΠΧΠ και το πρωτόκολλο της επέμβασης.
Σκευάσματα και τιμές
Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Επιμελημένα δεδομένα από το SPC
clinical_notes
Ενδείξεις
ΠΧΠ (SPC) §4.1
expand_more
Ενδείξεις
-
Ως μονοθεραπεία τροποποιητική της νόσου σε ενήλικες με υψηλής ενεργότητας υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (RRMS)
σε: Ενήλικες
Για ασθενείς με νόσο υψηλής ενεργότητας παρά την πλήρη και επαρκή θεραπευτική αγωγή με τουλάχιστον μία τροποποιητική της νόσου θεραπεία (DMT) Ή για ασθενείς με ταχέως εξελισσόμενη, σοβαρή υποτροπιάζουσα-διαλείπουσα πολλαπλή σκλήρυνση (2 ή περισσότερες υποτροπές που προκαλούν αναπηρία μέσα σε ένα έτος, και με 1 ή περισσότερες βλάβες που προσλαμβάνουν γαδολίνιο στην MRI εγκεφάλου ή σημαντική αύξηση στο φορτίο των Τ2 βλαβών συγκριτικά με προηγούμενη πρόσφατη MRI)
- G35 Πολλαπλή σκλήρυνση
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: ενδοφλέβια έγχυση
- Χορήγηση: 12 mg/ημέρα, χορηγούμενα με ενδοφλέβια έγχυση σε 2 αρχικές συνεδρίες και μέχρι 2 επιπρόσθετες εφόσον χρειάζεται.
- Δόση έναρξης: 12 mg/ημέρα
-
ΗλικιωμένοιΟι κλινικές μελέτες δεν περιέλαβαν ασθενείς άνω των 61 ετών. Δεν έχει διαπιστωθεί εάν ο πληθυσμός αυτός ανταποκρίνεται διαφορετικά απ’ ότι οι νεότεροι ασθενείς.
-
Νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργίαΤο Αλεμτουζουμάμπη δεν έχει μελετηθεί σε ασθενείς με νεφρική ή ηπατική δυσλειτουργία.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΗ ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα του Αλεμτουζουμάμπη σε παιδιά με ΠΣ ηλικίας 0 έως 18 ετών δεν έχουν ακόμη τεκμηριωθεί. Δεν υπάρχει σχετική χρήση της αλεμτουζουμάμπης σε παιδιά ηλικίας από τη γέννηση έως λιγότερο των 10 ετών για τη θεραπευτική αγωγή της πολλαπλής σκλήρυνσης. Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα
-
Λοίμωξη από τον ιό ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV)
-
Σοβαρή ενεργή λοίμωξη έως την πλήρη αποδρομήΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Μη ελεγχόμενη υπέρτασηΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό διαχωρισμού τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριώνΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίουΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Ιστορικό στηθάγχης ή εμφράγματος του μυοκαρδίουΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Γνωστή διαταραχή της πηκτικότητας, υπό αντιαιμοπεταλιακή ή αντιπηκτική αγωγήΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Άλλα συνοδά αυτοάνοσα νοσήματα (εκτός της ΠΣ)ΠληθυσμόςΑσθενείς
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Μη ενεργός νόσος / Σταθεροποιημένη νόσοςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΔεν ενδείκνυται
-
Ενημέρωση ασθενούς και παρακολούθησηπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠαροχή Φύλλου Οδηγιών Χρήσης, Κάρτας Προειδοποίησης Ασθενούς, Οδηγού Ασθενούς. Ενημέρωση για κινδύνους, οφέλη και ανάγκη παρακολούθησης τουλάχιστον 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση (ή επιπλέον συνεδρία).
-
Ιχνηλασιμότητα βιολογικών φαρμάκωνπροσοχήΤο όνομα και ο αριθμός παρτίδας του χορηγούμενου φαρμάκου πρέπει να καταγράφεται με σαφήνεια.
-
ΑυτοανοσίασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΑξιολόγηση για άλλες αυτοάνοσες παθήσεις. Ενημέρωση ασθενών και ιατρών για ενδεχόμενη μεταγενέστερη εμφάνιση αυτοάνοσων διαταραχών μετά την περίοδο παρακολούθησης των 48 μηνών.
-
Επίκτητη αιμοφιλία AσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν συμπτώματαΔιενέργεια εξετάσεων για διαταραχή της πηκτικότητας (aPTT). Σε περίπτωση παρατεταμένου aPTT παραπομπή σε αιματολόγο. Εκπαίδευση ασθενών για σημεία/συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
Θρομβωτική Θρομβοκυτταροπενική Πορφύρα (TTP)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΑπαιτεί επείγουσα αξιολόγηση και άμεση θεραπεία.
-
Αυτοάνοση εγκεφαλίτιδασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς με πιθανολογούμενη αυτοάνοση εγκεφαλίτιδαΥποβολή σε νευρολογικές απεικονιστικές εξετάσεις (MRI), ΗΕΓ, οσφυονωτιαία παρακέντηση και ορολογικό έλεγχο για τους κατάλληλους βιολογικούς δείκτες για την επιβεβαίωση της διάγνωσης και τον αποκλεισμό εναλλακτικών αιτιολογιών.
-
Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα (ITP)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΆμεση ιατρική παρέμβαση και παραπομπή σε ειδικό ιατρό εάν επιβεβαιωθεί ITP.
-
Νεφροπάθειες (συμπεριλαμβανομένης της νόσου anti-GBM)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΠεραιτέρω αξιολόγηση για νεφροπάθειες και άμεση παραπομπή σε ειδικό ιατρό αν παρατηρηθούν κλινικά σημαντικές αλλαγές στα επίπεδα κρεατινίνης ορού, ανεξήγητη αιματουρία ή/και πρωτεϊνουρία. Υπενθύμιση στον ασθενή να επαγρυπνεί για συμπτώματα και να αναζητά ιατρική βοήθεια.
-
Θυρεοειδικές διαταραχέςσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΠεριοδικές εξετάσεις λειτουργίας θυρεοειδούς. Νόσος του θυρεοειδή συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για έγκυες γυναίκες.
-
ΚυτταροπενίεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠαρακολούθηση για κυτταροπενία με γενική εξέταση αίματος. Εάν επιβεβαιωθεί, άμεση ιατρική παρέμβαση και παραπομπή σε ειδικό ιατρό.
-
Αυτοάνοση ηπατίτιδα (AIH) και ηπατική βλάβησοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για τον κίνδυνο αυτοάνοσης ηπατίτιδας, ηπατικής βλάβης και σχετικών συμπτωμάτων.
-
Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που εμφανίζουν πρώιμες εκδηλώσεις παθολογικής ενεργοποίησης του ανοσοποιητικού συστήματοςΆμεση αξιολόγηση και εξέταση του ενδεχομένου διάγνωσης HLH.
-
Αντιδράσεις σχετιζόμενες με την έγχυση (ΑΣΕ)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται προκαταρκτική φαρμακευτική αγωγή. Παρακολούθηση ασθενών κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον 2 ώρες μετά την έγχυση. Εάν σοβαρές αντιδράσεις, διακοπή έγχυσης. Διαθέσιμα μέσα αντιμετώπισης αναφυλαξίας.
-
Νόσος Still με έναρξη στην ενήλικη ζωή (AOSD)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕξετάστε το ενδεχόμενο προσωρινής ή οριστικής διακοπής της θεραπείας εάν δεν μπορεί να τεκμηριωθεί εναλλακτική αιτιολογία.
-
Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
Ισχαιμία του μυοκαρδίου και έμφραγμα του μυοκαρδίουσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
Διαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριώνσοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
Πνευμονική κυψελιδική αιμορραγίασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
Θρομβοπενία (εντός ημερών από έγχυση)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
ΠερικαρδίτιδασπάνιαΠληθυσμόςΑσθενείςΕνημέρωση ασθενών για σημεία και συμπτώματα και αναζήτηση άμεσης ιατρικής φροντίδας.
-
ΠνευμονίτιδαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα αναφέρουν συμπτώματα πνευμονίτιδας (δύσπνοια, βήχα, συριγμό, πόνο στο στήθος ή σφίξιμο, αιμόπτυση).
-
Λοιμώξεις (γενικά)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΗ έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να καθυστερεί σε ασθενείς με σοβαρή ενεργή λοίμωξη έως την αποδρομή. Οι ασθενείς πρέπει να αναφέρουν τα συμπτώματα των λοιμώξεων στον ιατρό.
-
Λοιμώξεις από ιό ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Τραχηλική λοίμωξη από τον ιό των θηλωμάτων του ανθρώπου (HPV)προσοχήΠληθυσμόςΘήλεις ασθενείςΣυνιστάται ετήσιος προσυμπτωματικός έλεγχος για τον HPV.
-
Λοιμώξεις από τον κυτταρομεγαλοϊό (CMV)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΠριν από την έναρξη της θεραπείας πρέπει να αξιολογείται η ανοσολογική οροκατάσταση.
-
Λοιμώξεις από τον ιό Epstein-Barr (EBV)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Φυματίωση (ενεργή και λανθάνουσα)σοβαρόΠληθυσμόςΌλοι οι ασθενείςΠριν από την έναρξη της θεραπείας, όλοι οι ασθενείς πρέπει να αξιολογούνται τόσο για ενεργό, όσο και για ανενεργό («λανθάνουσα») λοίμωξη φυματίωσης.
-
Λιστερίωση/μηνιγγίτιδα από λιστέριασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΑποφυγή κατανάλωσης ωμών ή μη επαρκώς μαγειρεμένων κρεάτων, μαλακών τυριών και μη παστεριωμένων γαλακτοκομικών προϊόντων δύο εβδομάδες πριν, κατά τη διάρκεια και για τουλάχιστον ένα μήνα μετά την έγχυση.
-
Επιπολής μυκητιασικές λοιμώξειςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς
-
Προφυλακτική αγωγή κατά του έρπηταπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΈναρξη προφυλακτικής αγωγής με από του στόματος παράγοντα κατά του έρπητα από την πρώτη ημέρα της αγωγής με Αλεμτουζουμάμπη και συνέχιση για τουλάχιστον 1 μήνα μετά από κάθε συνεδρία.
-
Ταυτόχρονη χρήση με αντινεοπλασματικές ή ανοσοκατασταλτικές θεραπείεςπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΝα λαμβάνονται υπόψη οι συνδυαστικές επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο ανοσοκαταστολής.
-
Επανενεργοποίηση ιού ηπατίτιδας Β (HBV) ή ιού ηπατίτιδας C (HCV)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς με υψηλό κίνδυνο ή φορείς HBV/HCVΕξετάστε το ενδεχόμενο προσυμπτωματικού ελέγχου. Απαιτείται προσοχή σε φορείς HBV/HCV λόγω κινδύνου μη-αναστρέψιμης ηπατικής βλάβης.
-
Προϊούσα πολυεστιακή λευκοεγκεφαλοπάθεια (ΠΠΛ)σοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΠαρακολούθηση για σημεία ΠΠΛ. MRI πριν την έναρξη/επανέναρξη της θεραπείας και αξιολόγηση. Περαιτέρω αξιολόγηση (ΕΝΥ για DNA ιού JC, νευρολογικές αξιολογήσεις) κατά περίπτωση. Ενημέρωση συγγενών/φροντιστών. Η ΠΠΛ να εξετάζεται ως διαφορική διάγνωση. Δεν συνιστάται έναρξη ή επανέναρξη της θεραπείας σε περίπτωση διάγνωσης.
-
Οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδασοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείςΕάν υπάρχει υπόνοια, αξιολογήστε και χορηγείστε θεραπεία αμέσως.
-
ΚακοήθειαπροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με προϋπάρχουσα ή/και εξελισσόμενη κακοήθειαΑπαιτείται προσοχή για την έναρξη της θεραπείας.
-
ΑντισύλληψηπροσοχήΠληθυσμόςΓυναίκες σε αναπαραγωγική ηλικίαΝα χρησιμοποιούν αποτελεσματικές μεθόδους αντισύλληψης κατά τη διάρκεια και μέχρι 4 μήνες μετά την αγωγή με Αλεμτουζουμάμπη.
-
Εμβολιασμός (γενικά)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείςΣυνιστάται οι ασθενείς να έχουν ολοκληρώσει τις υποχρεώσεις ανοσοποίησης τουλάχιστον 6 εβδομάδες πριν από την αγωγή με το Αλεμτουζουμάμπη.
-
Εμβόλια με ζώντες ιούςαντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν λάβει πρόσφατα μια συνεδρία ΑλεμτουζουμάμπηΔεν πρέπει να χορηγούνται.
-
Εμβολιασμός κατά του ιού ανεμοβλογιάς-ζωστήρα (VZV)προσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή εμβολιασμό έναντι του VZVΠριν την αγωγή, εξέταση για αντισώματα κατά του VZV. Εξετάστε το ενδεχόμενο εμβολιασμού των αρνητικών για αντισώματα. Αναβάλετε την αγωγή με Αλεμτουζουμάμπη για 6 εβδομάδες μετά τον εμβολιασμό VZV.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
β-ιντερφερόνη και οξική γλατιραμέρηπροσοχήΔιακοπή αγωγής 28 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής με ΑλεμτουζουμάμπηΣύστασηΔιακοπή αγωγής 28 ημέρες πριν από την έναρξη της αγωγής με Αλεμτουζουμάμπη
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Ουρολοίμωξη
- Λοίμωξη από έρπητα ζωστήρα
- Λοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματος
- Γαστρεντερίτιδα
- Καντιντίαση του στόματος
- Αιδοιοκολπική καντιντίαση
- Γρίπη
- Λοίμωξη του ωτός
- Πνευμονία
- Λοίμωξη κόλπου
- Ονυχομυκητίαση
- Μυκητιασική δερματική λοίμωξη
- Αμυγδαλίτιδα
- Κυτταρίτιδα
- Φυματίωση
- Οδοντική λοίμωξη
- Λιστερίωση
- Μηνιγγίτιδα από λιστέρια
- Λοίμωξη από τον ιό του έρπητα
- Οξεία ιγμορίτιδα
- Λοίμωξη από τον κυτταρομεγαλοϊό
- Λοίμωξη από τον ιό Epstein-Barr (EBV) (συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης)
- Ουλίτιδα
- Ναυτία
- Κοιλιακό άλγος
- Έμετος
- Διάρροια
- Στοματίτιδα
- Δυσκοιλιότητα
- Γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση
- Ουλορραγία
- Ξηροστομία
- Δυσφαγία
- Διαταραχή γαστρεντερικού συστήματος
- Αιματοχεσία
- Θήλωμα δέρματος
- Κνίδωση
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Ερύθημα
- Εκχύμωση
- Αλωπεκία
- Υπεριδρωσία
- Ακμή
- Δερματίτιδα
- Φλύκταινα
- Νυκτερινοί ιδρώτες
- Έκζεμα
- Λεύκη
- Λεμφοπενία
- Λεμφαδενοπάθεια
- Αυτοάνοση θρομβοπενική πορφύρα
- Θρομβοπενία
- Αναιμία
- Λευκοκυττάρωση
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία
- Μειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρων
- Λευκοπενία, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίας
- Επίκτητη αιμοφιλία Α
- Αιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)
- Θρομβωτική θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (TTP)
- Μειωμένος αιματοκρίτης
- Αυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράση
- Αυξημένη γλυκόζη αίματος
- Σύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινών
- Σαρκοείδωση
- Οίδημα προσώπου
- Υπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας*
- Νόσος του Basedow
- Υπερθυρεοειδισμός
- Υποθυρεοειδισμός
- Βρογχοκήλη
- Αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συμπεριλαμβανομένης υποξείας θυρεοειδίτιδας
- Εξέταση για αντιθυρεοειδικά αντισώματα θετική
- Μειωμένη όρεξη
- Μειωμένο σωματικό βάρος
- Αυξημένο σωματικό βάρος
- Αϋπνία
- Άγχος
- Κατάθλιψη
- Κεφαλαλγία
- Υποτροπή πολλαπλής σκλήρυνσης
- Ζάλη
- Υπαισθησία
- Παραισθησία
- Τρόμος
- Διαταραχή αισθητικότητας
- Υπεραισθησία
- Κεφαλαλγία τάσης
- Ίλιγγος
- Δυσγευσία*
- Ημικρανία*
- Αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα
- Αιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο**
- Διαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών**
- Επιπεφυκίτιδα
- Θαμπή όραση
- Διπλωπία
- Ενδοκρινική οφθαλμοπάθεια
- Ωταλγία
- Ταχυκαρδία
- Βραδυκαρδία
- Κολπική μαρμαρυγή
- Αίσθημα παλμών*
- Ισχαιμία του μυοκαρδίου**
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου**
- Έξαψη
- Υπόταση
- Υπέρταση*
- Συσφιγκτικό αίσθημα λαιμού
- Ερεθισμός του λαιμού
- Πνευμονίτιδα
- Δύσπνοια
- Βήχας
- Επίσταξη
- Λόξυγκας
- Άλγος στοματοφάρυγγα
- Άσθμα
- Πνευμονική κυψελιδική αιμορραγία**
- Δυσπεψία*
- Αύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνης
- Ηπατίτιδα (που σχετίζεται με λοίμωξη EBV)
- Χολοκυστίτιδα
- Μη λιθιασική χολοκυστίτιδα
- Οξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδα
- Αυτοάνοση ηπατίτιδα
- Γενικευμένο εξάνθημα*
- Γυροειδής αλωπεκία
- Νόσος Still με έναρξη στην ενήλικη ζωή (AOSD)
- Μυαλγία
- Μυϊκή αδυναμία
- Αρθραλγία
- Οσφυαλγία
- Άλγος άκρου
- Μυϊκοί σπασμοί
- Αυχεναλγία
- Μυοσκελετικός πόνος
- Μυοσκελετική δυσκαμψία
- Δυσφορία άκρου
- Πρωτεϊνουρία
- Αιματουρία
- Νεφρολιθίαση
- Κετονουρία
- Αυξημένη κρεατινίνη αίματος
- Νεφροπάθειες συμπεριλαμβανομένης της νόσου antiGBM
- Μηνορραγία
- Ακανόνιστη έμμηνος ρύση
- Δυσπλασία τραχήλου
- Αμηνόρροια
- Πυρεξία
- Κόπωση
- Ρίγη
- Θωρακική δυσφορία
- Άλγος
- Περιφερικό οίδημα
- Εξασθένιση
- Γριπώδης συνδρομή
- Κακουχία
- Αντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυση
- Άλγος στη θέση έγχυσης
- Θετικό αποτέλεσμα σε βακτηριακή δοκιμασία
- Αυξημένος μέσος κυτταρικός όγκος
- Μώλωπας
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Πολύ συχνέςΈξαψηΑγγειακές
-
Πολύ συχνέςΑιδοιοκολπική καντιντίασηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΑντίδραση σχετιζόμενη με την έγχυσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΓαστρεντερίτιδαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΓενικευμένο εξάνθημα*Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Πολύ συχνέςΓρίπηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΕξάνθημαΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΕρεθισμός του λαιμούΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΚαντιντίαση του στόματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
Πολύ συχνέςΚνίδωσηΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚνησμόςΔέρμα
-
Πολύ συχνέςΚόπωσηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη από έρπητα ζωστήραΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη από τον ιό του έρπηταΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη κόλπουΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του κατώτερου αναπνευστικού συστήματοςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΛοίμωξη του ωτόςΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΜώλωπαςΤραυματισμοί
-
Πολύ συχνέςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
Πολύ συχνέςΝόσος του BasedowΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΟυρολοίμωξηΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίαΛοιμώξεις
-
Πολύ συχνέςΠνευμονίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΠυρεξίαΓενικές
-
Πολύ συχνέςΡίγηΓενικές
-
Πολύ συχνέςΣυσφιγκτικό αίσθημα λαιμούΑναπνευστικό
-
Πολύ συχνέςΣύνδρομο απελευθέρωσης κυτταροκινώνΑνοσοποιητικό
-
Πολύ συχνέςΤαχυκαρδίαΚαρδιά
-
Πολύ συχνέςΥπερευαισθησία συμπεριλαμβανομένης της αναφυλαξίας*Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
Πολύ συχνέςΥπερθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
Πολύ συχνέςΥποθυρεοειδισμόςΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΆγχοςΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΆλγοςΓενικές
-
ΣυχνέςΆλγος άκρουΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΆλγος στη θέση έγχυσηςΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
-
ΣυχνέςΆλγος στοματοφάρυγγαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΆσθμαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΊλιγγοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΑίσθημα παλμών*Καρδιακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΑιματουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑκανόνιστη έμμηνος ρύσηΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΑκμήΔέρμα
-
ΣυχνέςΑλωπεκίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΑμυγδαλίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΑναιμίαΑίμα
-
ΣυχνέςΑρθραλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑυξημένη ασπαρτική αμινοτρανσφεράσηΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΑυξημένη κρεατινίνη αίματοςΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΑυτοάνοση θρομβοπενική πορφύραΑίμα
-
ΣυχνέςΑυτοάνοση θυρεοειδίτιδα συμπεριλαμβανομένης υποξείας θυρεοειδίτιδαςΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΑυχεναλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΑϋπνίαΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΑύξηση της αμινοτρανσφεράσης της αλανίνηςΔιαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
ΣυχνέςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΒραδυκαρδίαΚαρδιά
-
ΣυχνέςΒρογχοκήληΕνδοκρινικό
-
ΣυχνέςΓριπώδης συνδρομήΓενικές
-
ΣυχνέςΔερματίτιδαΔέρμα
-
ΣυχνέςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΔυσγευσία*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΔυσπεψία*Διαταραχές του γαστρεντερικού
-
ΣυχνέςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕκχύμωσηΔέρμα
-
ΣυχνέςΕνδοκρινική οφθαλμοπάθειαΟφθαλμικές διαταραχές
-
ΣυχνέςΕξέταση για αντιθυρεοειδικά αντισώματα θετικήΔιαταραχές του ενδοκρινικού συστήματος
-
ΣυχνέςΕξασθένισηΓενικές
-
ΣυχνέςΕπίσταξηΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΕπιπεφυκίτιδαΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΕρύθημαΔέρμα
-
ΣυχνέςΖάληΝευρικό
-
ΣυχνέςΗμικρανία*Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
ΣυχνέςΘαμπή όρασηΟφθαλμικές
-
ΣυχνέςΘρομβοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΘωρακική δυσφορίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚακουχίαΓενικές
-
ΣυχνέςΚατάθλιψηΨυχιατρικές
-
ΣυχνέςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΚυτταρίτιδαΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΛεμφαδενοπάθειαΑίμα
-
ΣυχνέςΛεμφοπενίαΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοκυττάρωσηΑίμα
-
ΣυχνέςΛευκοπενία, συμπεριλαμβανομένης της ουδετεροπενίαςΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣυχνέςΛοίμωξη από τον κυτταρομεγαλοϊόΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΛόξυγκαςΑναπνευστικό
-
ΣυχνέςΜειωμένη όρεξηΜεταβολισμός
-
ΣυχνέςΜειωμένος αιματοκρίτηςΕργαστηριακές
-
ΣυχνέςΜηνορραγίαΑναπαραγωγικό
-
ΣυχνέςΜυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυκητιασική δερματική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΜυοσκελετικός πόνοςΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκή αδυναμίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΜυϊκοί σπασμοίΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟδοντική λοίμωξηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟνυχομυκητίασηΛοιμώξεις
-
ΣυχνέςΟξεία ιγμορίτιδαΛοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣυχνέςΟσφυαλγίαΜυοσκελετικό
-
ΣυχνέςΟυλίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΠαραισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΠεριφερικό οίδημαΓενικές
-
ΣυχνέςΠρωτεϊνουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΣυχνέςΣτοματίτιδαΓαστρεντερικό
-
ΣυχνέςΤρόμοςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπέρταση*Αγγειακές διαταραχές
-
ΣυχνέςΥπαισθησίαΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπεριδρωσίαΔέρμα
-
ΣυχνέςΥποτροπή πολλαπλής σκλήρυνσηςΝευρικό
-
ΣυχνέςΥπότασηΑγγειακές
-
ΣυχνέςΦυματίωσηΛοιμώξεις
-
Όχι συχνέςΈκζεμαΔέρμα
-
Όχι συχνέςΑιματοχεσίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΑιμολυτική αναιμίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΑμηνόρροιαΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΑυξημένη γλυκόζη αίματοςΕργαστηριακές
-
Όχι συχνέςΑυξημένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΑυξημένος μέσος κυτταρικός όγκοςΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΑυτοάνοση εγκεφαλίτιδαΔιαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΓαστροοισοφαγική παλινδρόμησηΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΓυροειδής αλωπεκίαΔιαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή αισθητικότηταςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΔιαταραχή γαστρεντερικού συστήματοςΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔιπλωπίαΟφθαλμικές
-
Όχι συχνέςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσπλασία τραχήλουΑναπαραγωγικό
-
Όχι συχνέςΔυσφαγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΔυσφορία άκρουΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΕπίκτητη αιμοφιλία ΑΔιαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Όχι συχνέςΘετικό αποτέλεσμα σε βακτηριακή δοκιμασίαΠαρακλινικές εξετάσεις
-
Όχι συχνέςΚετονουρίαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΚεφαλαλγία τάσηςΝευρικό
-
Όχι συχνέςΚολπική μαρμαρυγήΚαρδιά
-
Όχι συχνέςΛεύκηΔέρμα
-
Όχι συχνέςΜειωμένο σωματικό βάροςΜεταβολισμός
-
Όχι συχνέςΜειωμένος αριθμός ερυθροκυττάρωνΑίμα
-
Όχι συχνέςΜη λιθιασική χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΜυοσκελετική δυσκαμψίαΜυοσκελετικό
-
Όχι συχνέςΝεφρολιθίασηΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Όχι συχνέςΝεφροπάθειες συμπεριλαμβανομένης της νόσου antiGBMΔιαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών
-
Όχι συχνέςΝυκτερινοί ιδρώτεςΔέρμα
-
Όχι συχνέςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΟίδημα προσώπουΑνοσοποιητικό
-
Όχι συχνέςΟξεία μη λιθιασική χολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΟυλορραγίαΓαστρεντερικό
-
Όχι συχνέςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Όχι συχνέςΥπεραισθησίαΝευρικό
-
Όχι συχνέςΦλύκταιναΔέρμα
-
Όχι συχνέςΧολοκυστίτιδαΉπαρ
-
Όχι συχνέςΩταλγίαΑυτί
-
ΣπάνιεςΑιμοφαγοκυτταρική λεμφοϊστιοκυττάρωση (HLH)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΘρομβωτική θρομβοκυτταροπενική πορφύρα (TTP)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΛιστερίωσηΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΛοίμωξη από τον ιό Epstein-Barr (EBV) (συμπεριλαμβανομένης της επανενεργοποίησης)Λοιμώξεις και παρασιτώσεις
-
ΣπάνιεςΜηνιγγίτιδα από λιστέριαΛοιμώξεις
-
ΣπάνιεςΣαρκοείδωσηΑνοσοποιητικό
-
Μη γνωστέςΈμφραγμα του μυοκαρδίου**Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΑιμορραγικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο**Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΑυτοάνοση ηπατίτιδαΉπαρ
-
Μη γνωστέςΔιαχωρισμός τραχηλικών-εγκεφαλικών αρτηριών**Διαταραχές του νευρικού συστήματος
-
Μη γνωστέςΗπατίτιδα (που σχετίζεται με λοίμωξη EBV)Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων
-
Μη γνωστέςΘήλωμα δέρματοςΔέρμα
-
Μη γνωστέςΙσχαιμία του μυοκαρδίου**Καρδιακές διαταραχές
-
Μη γνωστέςΝόσος Still με έναρξη στην ενήλικη ζωή (AOSD)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
Μη γνωστέςΠνευμονική κυψελιδική αιμορραγία**Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωράκιου
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΤο Αλεμτουζουμάμπη θα πρέπει να χορηγηθεί κατά τη διάρκεια της κύησης μόνον εάν το πιθανό όφελος δικαιολογεί τον πιθανό κίνδυνο για το έμβρυο.Είναι περιορισμένα τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση της αλεμτουζουμάμπης στις έγκυες γυναίκες. Είναι γνωστό ότι η ανθρώπινη IgG μπορεί να διαπεράσει τον πλακουντιακό φραγμό· η αλεμτουζουμάμπη ενδέχεται να διαπεράσει επίσης τον πλακουντιακό φραγμό και συνεπώς να αποτελέσει δυνητικά κίνδυνο για το έμβρυο. Μελέτες σε ζώα έχουν καταδείξει τοξικότητα στην αναπαραγωγική ικανότητα (βλ. Προκλινικά δεδομένα). Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη μπορεί να βλάψει το έμβρυο όταν χορηγείται σε έγκυες γυναίκες ή εάν μπορεί να επηρεάσει την αναπαραγωγική ικανότητα. Η νόσος του θυρεοειδή (βλ. Ειδικές προειδοποιήσεις Θυρεοειδικές διαταραχές) συνιστά ιδιαίτερο κίνδυνο για τις γυναίκες που είναι έγκυρες. Εάν ο υποθυρεοειδισμός δεν αντιμετωπιστεί κατά την κύηση υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αποβολής και επιπτώσεων στο έμβρυο, όπως διανοητική καθυστέρηση και νανισμό. Στις μητέρες με νόσο του Graves, τα μητρικά αντισώματα κατά του υποδοχέα της θυρεοειδοτρόπου ορμόνης μπορούν να μεταβιβαστούν στο αναπτυσσόμενο έμβρυο και μπορούν να προκαλέσουν παροδική νεογνική νόσο του Graves.
-
ΓαλουχίαΟ θηλασμός πρέπει να διακόπτεται κατά τη διάρκεια κάθε θεραπευτικής συνεδρίας με Αλεμτουζουμάμπη και για 4 μήνες μετά την τελευταία έγχυση κάθε συνεδρίας.Η αλεμτουζουμάμπη ανιχνεύθηκε στο γάλα και στα νεογνά θηλυκών ποντικών που γαλουχούσαν. Δεν είναι γνωστό εάν η αλεμτουζουμάμπη απεκκρίνεται στο ανθρώπινο γάλα. Ο κίνδυνος στο θηλάζον νεογέννητο/βρέφος δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ωστόσο, τα οφέλη από την ανοσία που προσδίδεται μέσω του μητρικού γάλακτος ενδέχεται να υπερισχύουν των κινδύνων από την δυνητική έκθεση του θηλάζοντος νεογέννητου/βρέφους στην αλεμτουζουμάμπη.
-
ΓονιμότηταΆγνωστηΔεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα κλινικής ασφάλειας σχετικά με την επίδραση του Αλεμτουζουμάμπη στη γονιμότητα. Σε μια υπο-μελέτη με 13 άνδρες ασθενείς που έλαβαν Αλεμτουζουμάμπη (είτε 12 mg είτε 24 mg), δεν παρατηρήθηκε ασπερμία, αζωοσπερμία, σταθερά μειούμενος αριθμός σπερματοζωαρίων, διαταραχές κινητικότητας ή αύξηση στις μορφολογικές ανωμαλίες των σπερματοζωαρίων. Είναι γνωστό ότι η CD52 απαντάται στους αναπαραγωγικούς ιστούς του ανθρώπου και των τρωκτικών. Τα στοιχεία από μελέτες σε ζώα κατέδειξαν επιδράσεις στη γονιμότητα ανθρωποποιημένων ποντικών (βλ. Προκλινικά δεδομένα), ωστόσο μια δυνητική επίδραση στην ανθρώπινη γονιμότητα κατά την περίοδο της έκθεσης είναι άγνωστη με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα.
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
e911_emergency
Υπερδοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Υπερδοσολογία
- κεφαλαλγία
- εξάνθημα
- υπόταση
- φλεβοκομβική ταχυκαρδία
directions_car
Επίδραση στην οδήγηση
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Επίδραση στην οδήγηση
science
Έκδοχα
ΠΧΠ (SPC) §2 & §6.1
expand_more
Έκδοχα
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία: Ανοσοκατασταλτικά, Μονοκλωνικά αντισώματα, κωδικός ATC: L04AG06
Μηχανισμός δράσης
Η αλεμτουζουμάμπη είναι ένα ανασυνδυασμένο ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα που παράγεται από DNA και στρέφεται κατά της γλυκοπρωτεΐνης CD52 της κυτταρικής επιφάνειας, μεγέθους 21-28 kD. Η αλεμτουζουμάμπη είναι ένα κάππα αντίσωμα IgG1 με δομή από ανθρώπινες μεταβλητές περιοχές και σταθερές περιοχές, και με περιοχές καθορισμού συμπληρωματικότητας από μονοκλωνικό αντίσωμα τρωκτικού (αρουραίου). Το αντίσωμα έχει κατά προσέγγιση μοριακό βάρος 150 kD. Η αλεμτουζουμάμπη συνδέεται με το CD52, ένα αντιγόνο της κυτταρικής επιφάνειας που απαντάται σε υψηλά επίπεδα στα T (CD3+) και τα B (CD19+) λεμφοκύτταρα και σε χαμηλότερα επίπεδα στα φυσικά φονικά κύτταρα, τα μονοκύτταρα και τα μακροφάγα. Η ποσότητα του CD52 που ανιχνεύεται στα ουδετερόφιλα, τα πλασματοκύτταρα και τα βλαστικά κύτταρα του μυελού των οστών είναι μικρή ή μηδενική. Η αλεμτουζουμάμπη δρα μέσω αντισωματοεξαρτώμενης δια κυττάρων επιτελούμενης κυτταρόλυσης και μέσω λύσης που επιτελείται από το συμπλήρωμα, μετά τη σύνδεσή της με την κυτταρική επιφάνεια των T και των B λεμφοκυττάρων. Ο μηχανισμός μέσω του οποίου το Αλεμτουζουμάμπη ασκεί τη θεραπευτική του δράση στην ΠΣ δεν έχει διευκρινιστεί πλήρως. Ωστόσο, έρευνες δείχνουν ότι ασκεί ανοσοτροποποιητική δράση μέσω εξάλειψης και επαναποικισμού των λεμφοκυττάρων, συμπεριλαμβανομένων και των εξής:
- Μεταβολές στον αριθμό, τις αναλογίες και τις ιδιότητες ορισμένων λεμφοκυτταρικών υποπληθυσμών μετά τη θεραπεία
- Αυξημένη παρουσία ρυθμιστικών υποπληθυσμών T κυττάρων
- Αυξημένη παρουσία T και B λεμφοκυττάρων μνήμης
- Παροδικές επιδράσεις σε συστατικά της εγγενούς ανοσίας (δηλαδή, ουδετερόφιλα, μακροφάγα, φυσικά φονικά κύτταρα) Η μείωση στα επίπεδα των κυκλοφορούντων Β και Τ κυττάρων από το Αλεμτουζουμάμπη και ο επακόλουθος επαναποικισμός τους ενδέχεται να ελαττώνουν την πιθανότητα υποτροπής, το οποίο τελικά επιβραδύνει την εξέλιξη της νόσου.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Το Αλεμτουζουμάμπη εξαλείφει τα κυκλοφορούντα Τ και Β λεμφοκύτταρα μετά από κάθε συνεδρία, με τις κατώτατες τιμές να παρατηρούνται 1 μήνα μετά από μία συνεδρία (το πρωιμότερο χρονικό σημείο μετά τη θεραπεία στις μελέτες φάσης 3). Τα λεμφοκύτταρα επαναποικίζουν με την πάροδο του χρόνου, με την ανάκαμψη των Β κυττάρων συνήθως να ολοκληρώνεται εντός 6 μηνών. Οι αριθμοί των λεμφοκυττάρων CD3+ και CD4+ αυξάνονται πιο αργά προς το φυσιολογικό, αλλά γενικά δεν επανέρχονται στα αρχικά επίπεδα μέχρι τους 12 μήνες μετά την αγωγή. Το 40% των ασθενών περίπου παρουσίασε συνολικό αριθμό λεμφοκυττάρων που έφθανε το κατώτερο φυσιολογικό όριο (LLN) μέχρι τους 6 μήνες μετά από κάθε συνεδρία, και το 80% των ασθενών περίπου είχε συνολικό αριθμό λεμφοκυττάρων που έφθανε το LLN μέχρι τους 12 μήνες μετά από κάθε συνεδρία. Τα ουδετερόφιλα, τα μονοκύτταρα, τα ηωσινόφιλα, τα βασεόφιλα και τα φυσικά φονικά κύτταρα επηρεάζονται μόνο παροδικά από το Αλεμτουζουμάμπη.
Κλινική αποτελεσματικότητα και ασφάλεια
Η ασφάλεια και η αποτελεσματικότητα της αλεμτουζουμάμπης στην ΠΣ αξιολογήθηκαν σε 3 τυχαιοποιημένες, τυφλές ως προς τον αξιολογητή κλινικές δοκιμές, σε σύγκριση με δραστική ουσία και σε 1 μη ελεγχόμενη, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη επέκτασης σε ασθενείς με RRMS. Ο σχεδιασμός/τα δημογραφικά στοιχεία των Μελετών 1, 2, 3 και 4 φαίνονται στον Πίνακα 2. Τα αποτελέσματα για τις Μελέτες 1 και 2 παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.
Βαρύτητα υποτροπής
Σε αντιστοιχία με την επίδραση στο ποσοστό υποτροπών, οι υποστηρικτικές αναλύσεις από τη Μελέτη 1 (CAMMS323) έδειξαν ότι το Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά λιγότερους ασθενείς με σοβαρή υποτροπή που βρίσκονταν υπό αγωγή με Αλεμτουζουμάμπη (μείωση 61%, p=0,0056) και σε σημαντικά λιγότερες υποτροπές που οδήγησαν σε αγωγή με στεροειδή (μείωση 58%, p<0,0001) σε σύγκριση με την IFNB-1a. Οι υποστηρικτικές αναλύσεις από τη Μελέτη 2 (CAMMS32400507) έδειξαν ότι το Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά λιγότερους ασθενείς με σοβαρή υποτροπή ενώ βρίσκονταν υπό αγωγή με Αλεμτουζουμάμπη (μείωση 48%, p=0,0121) και σε σημαντικά λιγότερες υποτροπές που οδήγησαν σε αγωγή με στεροειδή (μείωση 56%, p<0,0001) ή σε νοσηλεία (μείωση 55%, p=0,0045) σε σύγκριση με την IFNB-1a.
Επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας(Confirmed disability improvement, CDI)
Ο χρόνος μέχρι την έναρξη της CDI ορίστηκε ως η μείωση κατά τουλάχιστον έναν βαθμό στην κλίμακα EDSS από βαθμολογία EDSS ≥ 2 κατά την εισαγωγή, η οποία διατηρήθηκε για 6 μήνες τουλάχιστον. Η CDI είναι μέτρο της εμμένουσας βελτίωσης της αναπηρίας. Το 29% των ασθενών που αντιμετωπίστηκαν με Αλεμτουζουμάμπη σημείωσαν CDI στη Μελέτη 2, ενώ μόνο το 13% των ασθενών υπό αγωγή με υποδόρια IFNB-1a έφθασαν σε αυτό το τελικό σημείο. Η διαφορά ήταν στατιστικώς σημαντική (p=0,0002). Η Μελέτη 3 (μελέτη φάσης 2 CAMMS223) αξιολόγησε την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα του Αλεμτουζουμάμπη σε ασθενείς με RRMS για ένα διάστημα 3 χρόνων. Οι ασθενείς είχαν EDSS μεταξύ 0-3,0, τουλάχιστον 2 κλινικά επεισόδια ΠΣ κατά τα 2 προηγούμενα χρόνια και ≥1 βλάβη προσλαμβάνουσα γαδολίνιο κατά την είσοδό τους στη μελέτη. Οι ασθενείς δεν είχαν λάβει προηγούμενη θεραπεία για την ΠΣ. Οι ασθενείς αντιμετωπίστηκαν με Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα (N=108) ή 24 mg/ημέρα (N=108), χορηγούμενο μία φορά την ημέρα για 5 ημέρες το μήνα 0 και για 3 ημέρες το μήνα 12, ή υποδόρια IFNB-1a 44 μg (N=107) χορηγούμενη 3 φορές ανά εβδομάδα για 3 χρόνια. Σαράντα έξι ασθενείς έλαβαν μια τρίτη συνεδρία με Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα ή 24 mg/ημέρα για 3 ημέρες το μήνα 24. Στα 3 χρόνια, το Αλεμτουζουμάμπη ελάττωσε τον κίνδυνο 6μηνης CDW κατά 76% [λόγος κινδύνων 0,24 (95% CI: 0,110, 0,545), p<0,0006] και ελάττωσε το ARR κατά 67% [λόγος ρυθμού επίπτωσης 0,33 (95% CI: 0,196, 0,552), p<0,0001] σε σύγκριση με την υποδόρια IFNB-1a. Το Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα οδήγησε σε σημαντικά χαμηλότερες βαθμολογίες EDSS (βελτιωμένες σε σύγκριση με τις βαθμολογίες κατά την εισαγωγή) επί 2 χρόνια παρακολούθησης, σε σύγκριση με την IFNB-1a (p<0,0001). Στην υποομάδα των ασθενών με RRMS με 2 ή περισσότερες υποτροπές κατά το προηγούμενο έτος και τουλάχιστον 1 βλάβη T1 που προσλαμβάνει Gd στην έναρξη της μελέτης, το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών ήταν 0,26 (95% CI: 0,20, 0,34) στην ομάδα που έλαβε Αλεμτουζουμάμπη (n = 205) και 0,51 (95% CI: 0,40, 0,64) στην ομάδα της IFNB-1a (n = 102) (p<0,0001). Σε αυτή την ανάλυση περιλαμβάνονται δεδομένα μόνο από μελέτες Φάσης 3 (CAMMS324 και CAMMS323) λόγω των διαφορών στους αλγορίθμους διενέργειας της MRI μεταξύ των μελετών Φάσης 2 και Φάσης 3. Αυτά τα αποτελέσματα προέρχονται από μία post hoc ανάλυση και θα πρέπει να ερμηνεύονται με προσοχή.
Δεδομένα μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας
Η Μελέτη 4 ήταν μία Φάσης 3, πολυκεντρική, ανοικτή, τυφλή ως προς τον αξιολογητή μελέτη επέκτασης της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας για ασθενείς με RRMS οι οποίοι συμμετείχαν στις Μελέτες 1, 2 ή 3 (προηγούμενες μελέτες φάσης 3 και 2) για την αξιολόγηση της μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας και ασφάλειας του Αλεμτουζουμάμπη. Η μελέτη παρέχει δεδομένα για την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια για μία διάμεση περίοδο 6 ετών από την ένταξη στις Μελέτες 1 και 2. Οι ασθενείς στη μελέτη επέκτασης (Μελέτη 4) πληρούσαν τα κριτήρια για να λάβουν, κατ’ επίκληση, επιπλέον συνεδρίες με Αλεμτουζουμάμπη κατόπιν τεκμηριωμένης επανεμφάνισης ενεργότητας της νόσου, που ορίστηκε ως εμφάνιση ≥ 1 υποτροπής της ΠΣ και/ή ≥ 2 νέων ή αυξανόμενων βλαβών στον εγκέφαλο ή στο νωτιαίο μυελό στη μαγνητική τομογραφία (MRI). Οι πρόσθετες συνεδρίες Αλεμτουζουμάμπη χορηγήθηκαν ως 12 mg/ημέρα για 3 διαδοχικές ημέρες (συνολική δόση 36 mg), τουλάχιστον 12 μήνες μετά από την προηγούμενη συνεδρία. Στη Μελέτη 4 εντάχθηκαν το 91,8% των ασθενών που έλαβαν Αλεμτουζουμάμπη 12 mg στις Μελέτες 1 και 2. Το 82,7% αυτών των ασθενών ολοκλήρωσαν τη μελέτη. Περίπου το ήμισυ (51,2%) των ασθενών που έλαβαν αρχικά Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα στη Μελέτη 1 ή 2 και εντάχθηκαν στη Μελέτη 4, έλαβαν μόνο τις 2 αρχικές συνεδρίες Αλεμτουζουμάμπη και καμία άλλη τροποποιητική της νόσου θεραπεία καθ’ όλη τη διάρκεια των 6 ετών παρακολούθησης. Το 46,6% των ασθενών που έλαβαν αρχικά Αλεμτουζουμάμπη 12 mg/ημέρα στη Μελέτη 1 ή 2 έλαβαν επιπλέον συνεδρίες κατόπιν τεκμηριωμένων ενδείξεων ενεργότητας της ΠΣ (υποτροπή και/ή MRI) και της απόφασης του θεράποντος ιατρού για επανέναρξη της θεραπείας. Κανένα χαρακτηριστικό κατά την είσοδο στη μελέτη δεν οδήγησε στον εντοπισμό των ασθενών οι οποίοι αργότερα θα λάμβαναν μία ή περισσότερες επιπλέον συνεδρίες. Καθ’ όλη τη διάρκεια των 6 ετών από την αρχική θεραπεία με Αλεμτουζουμάμπη, οι ασθενείς που συνέχισαν στη φάση παρακολούθησης επέδειξαν ποσοστά υποτροπής της ΠΣ, σχηματισμού εγκεφαλικών βλαβών στην MRI και απώλειας εγκεφαλικού όγκου που ήταν σε συμφωνία με τις επιδράσεις της θεραπείας με Αλεμτουζουμάμπη που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια των Μελετών 1 και 2, καθώς επίσης και ως επί το πλείστον, σταθερές ή βελτιωμένες βαθμολογίες αναπηρίας. Συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης στη μελέτη 4 (επέκτασης), οι ασθενείς που αρχικά θεραπεύτηκαν με Αλεμτουζουμάμπη στις μελέτες 1 και 2, αντίστοιχα, είχαν ετησιοποιημένο αριθμό υποτροπών 0,17 και 0,23, επιβεβαιωμένη επιδείνωση της αναπηρίας 22,3% και 29,7%, ενώ επιβεβαιωμένη βελτίωση της αναπηρίας επετεύχθη σε 32,7% και 42,5% Σε κάθε ένα χρόνο από τη μελέτη 4, οι ασθενείς και από τις δύο μελέτες συνέχισαν να δείχνουν ένα μικρότερο κίνδυνο σχηματισμού νέων Τ2 (27,4% έως 33,2%) ή ενισχυμένων με γαδολίνιο βλαβών (9,4% έως 13,5%) και το διάμεσο ετησιοποιημένο ποσοστό αλλαγών στο κλάσμα του εγκεφαλικού παρεγχύματος κυμαινόταν από 0,19% σε - 0,09%. Ανάμεσα στους ασθενείς που έλαβαν μία ή δύο επιπλέον συνεδρίες με Αλεμτουζουμάμπη, παρατηρήθηκαν βελτιώσεις στο ποσοστό υποτροπών, την MRI ενεργότητα και το μέσο βαθμό αναπηρίας κατά την επανάληψη της θεραπείας (συνεδρίες 3 και 4) όταν συγκρίθηκαν με την έκβαση το προηγούμενο έτος. Γι αυτούς τους ασθενείς, το ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών μειώθηκε από 0,79 το προηγούμενο έτος από τη συνεδρία 3 σε 0,18 το επόμενο έτος και η μέση βαθμολογία στην EDSS από 2,89 σε 2,69. Το ποσοστό των ασθενών με νέες ή αυξανόμενες Τ2 βλάβες μειώθηκε από 50,8% το έτος πριν από τη συνεδρία 3 σε 35,9% ένα έτος αργότερα και οι ενισχυμένες με γαδολίνιο βλάβες από 32,2% σε 11,9%. Παρόμοιες βελτιώσεις στο ετησιοποιημένο ποσοστό υποτροπών, τη μέση βαθμολογία στην EDSS και τις νέες ή αυξανόμενες Τ2 και ενισχυμένες με γαδολίνιο βλάβες παρατηρήθηκαν μετά από τη συνεδρία 4, όταν συγκρίθηκαν με το αμέσως προηγούμενο έτος. Αυτές οι βελτιώσεις διατηρήθηκαν στη συνέχεια, αλλά δε μπορούν να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη μακροχρόνια αποτελεσματικότητα (πχ 3 και 4 έτη μετά από τις επιπλέον συνεδρίες) γιατί πολλοί ασθενείς συμπλήρωσαν τη μελέτη πριν να φτάσουν σε αυτά τα χρονικά σημεία. Τα οφέλη και οι κίνδυνοι από τη χορήγηση 5 ή περισσότερων συνεδριών δεν έχουν τεκμηριωθεί πλήρως.
Ανοσογονικότητα
Όπως με όλες τις θεραπευτικές πρωτεΐνες, υπάρχει πιθανότητα για ανοσογονικότητα. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν το ποσοστό των ασθενών των οποίων τα αποτελέσματα εξέτασης θεωρήθηκαν θετικά για αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης, με μια ενζυμική δοκιμή ανοσοπροσρόφησης (ELISA) και επιβεβαιώθηκαν με μια δοκιμή ανταγωνιστικής δέσμευσης. Τα θετικά δείγματα αξιολογήθηκαν περαιτέρω για ενδείξεις αναστολής in vitro με χρήση μιας μεθόδου κυτταρομετρίας ροής. Οι ασθενείς σε κλινικές δοκιμές για την ΠΣ έδωσαν δείγματα ορού στον 1, στους 3 και στους 12 μήνες μετά από κάθε συνεδρία, για να προσδιοριστούν τα αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης. Το 85% περίπου των ασθενών που έλαβαν Αλεμτουζουμάμπη ήταν θετικοί για αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης κατά τη διάρκεια της μελέτης και το ≥90% αυτών των ασθενών ήταν επίσης θετικοί για αντισώματα που ανέστελλαν τη δέσμευση της αλεμτουζουμάμπης in vitro. Οι ασθενείς που ανέπτυξαν αντισώματα κατά της αλεμτουζουμάμπης, το έκαναν μέχρι τους 15 μήνες μετά την αρχική έκθεση. Στη διάρκεια 2 συνεδριών δεν υπήρξε συσχέτιση της παρουσίας αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης ή ανασταλτικών αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης με μείωση στην αποτελεσματικότητα, μεταβολή στη φαρμακοδυναμική ή εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, συμπεριλαμβανομένων και των αντιδράσεων που σχετίζονται με την έγχυση. Οι υψηλοί τίτλοι αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης που παρατηρήθηκαν σε ορισμένους ασθενείς συσχετίστηκαν με μη πλήρη εξάλειψη των λεμφοκυττάρων μετά την τρίτη ή την τέταρτη συνεδρία, αλλά δεν παρατηρήθηκε σαφής επίδραση των αντισωμάτων κατά της αλεμτουζουμάμπης στο προφίλ κλινικής αποτελεσματικότητας ή ασφάλειας του Αλεμτουζουμάμπη. Η επίπτωση των αντισωμάτων εξαρτάται σημαντικά από την ευαισθησία και την ειδικότητα της μεθόδου ανάλυσης. Επιπλέον, η παρατηρούμενη επίπτωση θετικού αποτελέσματος για τα αντισώματα (συμπεριλαμβανομένων και των ανασταλτικών αντισωμάτων) σε κάποια μέθοδο ανάλυσης ενδέχεται να επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, όπως η μεθοδολογία της ανάλυσης, ο χειρισμός των δειγμάτων, ο χρόνος δειγματοληψίας, τα συγχορηγούμενα φάρμακα και η υποκείμενη νόσος. Για τους λόγους αυτούς, η σύγκριση της επίπτωσης των αντισωμάτων κατά του Αλεμτουζουμάμπη με την επίπτωση των αντισωμάτων έναντι άλλων προϊόντων μπορεί να είναι παραπλανητική.
Παιδιατρικός πληθυσμός
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει απαλλαγή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Αλεμτουζουμάμπη σε παιδιά από τη γέννηση έως λιγότερο των 10 ετών για τη θεραπευτική αντιμετώπιση της πολλαπλής σκλήρυνσης (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση). Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων έχει δώσει αναβολή από την υποχρέωση υποβολής των αποτελεσμάτων των μελετών με το Αλεμτουζουμάμπη σε μία ή περισσότερες υποκατηγορίες του παιδιατρικού πληθυσμού στην RRMS (βλέπε Δοσολογία για πληροφορίες σχετικά με την παιδιατρική χρήση).
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
description Πρωτότυπο κείμενο ΠΧΠ expand_more
Παρακολούθηση Αγωγής
Εργαστηριακοί & κλινικοί έλεγχοι από το SPC, ανά σύστημα
Αρχικός έλεγχος — πριν την έναρξη
- Γενική αίματος (CBC) με διαφορικό · Πριν την έναρξη της αγωγής, στη συνέχεια σε μηνιαία βάση, μέχρι τουλάχιστον 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση. Μετά βάσει κλινικών ευρημάτων. Άμεσα αν υπάρχει υποψία ITP.
- Κρεατινίνη ορού · Πριν την έναρξη της αγωγής, στη συνέχεια σε μηνιαία βάση, μέχρι να παρέλθουν τουλάχιστον 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Μετά βάσει κλινικών ευρημάτων.
- Ανάλυση ούρων (μικροσκοπική) · Πριν την έναρξη της αγωγής, στη συνέχεια σε μηνιαία διαστήματα, μέχρι να παρέλθουν τουλάχιστον 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Μετά βάσει κλινικών ευρημάτων.
- Επίπεδα θυρεοειδοτρόπου ορμόνης · Πριν την έναρξη της αγωγής, στη συνέχεια κάθε 3 μήνες, μέχρι να παρέλθουν 48 μήνες από την τελευταία έγχυση. Μετά βάσει κλινικών ευρημάτων ή σε περίπτωση κύησης.
-
MRI εγκεφάλου
· Πριν την έναρξη και την εκ νέου χορήγηση της θεραπείας
Για σημεία ΠΠΛ
Εργαστηριακές εξετάσεις (αίμα / ούρα)
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηπατική λειτουργία (LFTs) | gastroenterologyΗπατική λειτουργία | Πριν από την αρχική θεραπεία και σε μηνιαία βάση για τουλάχιστον 48 μήνες μετά την τελευταία έγχυση. | — |
| Αιμοπετάλια | bloodtypeΑιματολογικός έλεγχος | Αμέσως μετά την έγχυση τις Ημέρες 3 και 5 του πρώτου κύκλου έγχυσης, καθώς και αμέσως μετά την έγχυση της Ημέρας 3 κάθε επόμενου κύκλου. Παρακολούθηση κλινικά σημαντικής θρομβοπενίας έως την αποδρομή. | — |
| Προσυμπτωματικός έλεγχος HPV | coronavirusΛοιμώξεις & ιολογικός έλεγχος | Ετήσιος | Θήλεις ασθενείς |
Κλινική εξέταση & ζωτικά
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Έλεγχος εγκεφαλονωτιαίου μυελού (ΕΝΥ) για DNA του ιού JC και επαναληπτικές νευρολογικές αξιολογήσεις | more_horizΆλλο / λοιπά | Κατά περίπτωση | Με υποψία ΠΠΛ |
| Ανοσολογική οροκατάσταση | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | Για λοιμώξεις CMV |
| Αξιολόγηση για ενεργό ή ανενεργό («λανθάνουσα») λοίμωξη φυματίωσης | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν από την έναρξη της θεραπείας | — |
| Γενική εξέταση αίματος με καθορισμό τύπου, τρανσαμινάσες ορού, κρεατινίνη ορού, εξέταση της θυρεοειδικής λειτουργίας και ανάλυση ούρων με μικροσκοπική εξέταση | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν την έγχυση | — |
| Εξετάσεις για αντισώματα κατά του VZV | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν ξεκινήσουν μια συνεδρία με LEMTRADA | Ασθενείς χωρίς ιστορικό ανεμοβλογιάς ή εμβολιασμό έναντι του VZV |
| Ζωτικά σημεία (καρδιακή συχνότητα, αρτηριακή πίεση) | more_horizΆλλο / λοιπά | Πριν την έγχυση, συνεχής/συχνή (τουλάχιστον ανά μία ώρα) κατά τη διάρκεια της έγχυσης. | — |
ΗΚΓ / Καρδιολογικός έλεγχος
| Έλεγχος | Σύστημα | Συχνότητα | Προϋπόθεση |
|---|---|---|---|
| Ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) | cardiologyΚαρδιακή λειτουργία (ΗΚΓ/καρδιά) | Πριν την έγχυση | — |
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
DrugBank
Description
expand_more
Description
Περιγραφή
Ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα ειδικό για αντιγόνα λυμφοκυττάρων. Είναι ένα ανθρωποποιημένο μονοκλωνικό αντίσωμα (Campath-1H) που προέρχεται από ανασυνδυασμένο DNA και κατευθύνεται έναντι της γλυκοπρωτεΐνης CD52 στην επιφάνεια των κυττάρων, 21-28 kD. Το αντίσωμα Campath-1H είναι IgG1 κάππα με ανθρώπινες μεταβλητές περιοχές πλαισίου και σταθερές περιοχές, και περιοχές προσδιορισμού συμπληρωματικότητας από ένα μυϊκό (αρουραίου) μονοκλωνικό αντίσωμα (Campath-1G). Το Campath παράγεται σε εναιώρημα κυτταρικής καλλιέργειας θηλαίων (ωοθηκική κύστη κινέζικου χάμστερ) σε μέσο που περιέχει νεομυκίνη.
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
Ένδειξη
Το Alemtuzumab (Campath) είναι μια θεραπεία με μονοκλωνικά αντισώματα που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της B-κυτταρικής χρόνιας λεμφοκυτταρικής λευχαιμίας.
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
Φαρμακολογία
Το Campath χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της λευχαιμίας, εκμεταλλευόμενο τη λύση των κυττάρων που φέρουν CD52, μέσω μεσολάβησης αντισωμάτων. Το αντιγόνο CD52 είναι μια πρωτεΐνη επιφάνειας κυττάρων που βρίσκεται σε ουσιαστικά όλα τα B και T λεμφοκύτταρα, σε μια πλειοψηφία μονοκυττάρων, μακροφάγων και στα περισσότερα κοκκιοκύτταρα. Το αντιγόνο CD52 δεν υπάρχει στα ερυθροκύτταρα ή στα αιμοποιητικά κυτταρικά βλαστοκύτταρα. Στη λευχαιμία υπάρχει περίσσεια B και T κυττάρων, οπότε το Campath επιτρέπει την επιλεκτική μείωση των πληθυσμών των λεμφοκυττάρων.
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
Μηχανισμός Δράσης
Το Campath συνδέεται με το αντιγόνο CD52 που υπάρχει στα περισσότερα B και T λεμφοκύτταρα. Αυτή η σύνδεση οδηγεί σε απόπτωση των λευχαιμικών κυττάρων με εξαρτώμενο από τα αντισώματα τρόπο.
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
Χρόνος Ημίσειας Ζωής
~288 ώρες
DrugBank
Volume of distribution
expand_more
Volume of distribution
Όγκος Κατανομής
- 0.18 L/kg
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ RRMS-2 L04AA34RRMS Βήμα 2 — EDSS < 3.0 με δυσμενείς παράγοντες ή ενεργή νόσος
- ≥ 2 υποτροπές/έτος, ή μέτρια/σοβαρή υποτροπή, ή μερική αποκατάσταση, ή ενεργή νόσος απεικονιστικά
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Κύκλοι -
ΒΗΜΑ RRMS-3 L04AA34RRMS Βήμα 3 — EDSS ≥ 3.0 και ≤ 7.5
- Υποβέλτιστη αποτελεσματικότητα υπό θεραπεία βάσης — εντατικοποίηση με παράγοντες υψηλής αποτελεσματικότητας
Δοσολογία: Κατά ΠΧΠ · Κύκλοι