AMLODIPINE
Αμλοδιπίνη
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως …
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
clinical_notes
DrugBank
Ενδείξεις
expand_more
Ενδείξεις
medication
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως το πρωί πριν από ένα γεύμα
- Δόση έναρξης: 4 mg
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί μετά από έναν μήνα θεραπείας.
-
ΥπέρτασηΔόση4 mg άπαξ ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg άπαξ ημερησίως μετά από έναν μήνα θεραπείας.
-
Ασθενείς με ισχυρώς ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (νεφραγγειακή υπέρταση, ένδεια νατρίου ή/και μείωση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, ανεπαρκής καρδιακή αντιρρόπηση ή σοβαρή υπέρταση)Δόση2 mgΗ έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να πραγματοποιείται υπό ιατρική παρακολούθηση.
-
Υπερτασικοί ασθενείς στους οποίους η θεραπεία με διουρητικά δεν μπορεί να διακοπείΔόση2 mgΗ νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δοσολογία θα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείςΔόση2 mgΜπορεί να αυξηθεί προοδευτικά στα 4 mg μετά από έναν μήνα και στη συνέχεια στα 8 mg, εάν είναι απαραίτητο, ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία.
-
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΔόση2 mgΜπορεί να αυξηθεί μετά από 2 εβδομάδες έως τα 4 mg ημερησίως, εάν είναι ανεκτή. Η ρύθμιση της δόσης θα μπορούσε να βασιστεί στην κλινική ανταπόκριση.
-
Ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο (σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, ασθενείς με πλημμελή νεφρική λειτουργία και μία τάση για ανάπτυξη διαταραχών των ηλεκτρολυτών, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά ή/και θεραπεία με αγγειοδιασταλτικούς παράγοντες)Η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά υπό προσεκτική παρακολούθηση.
-
Ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης (ένδεια νατρίου με ή χωρίς υπονατριαιμία, υποκαλιαιμία, ισχυρή θεραπεία με διουρητικά)Οι καταστάσεις αυτές θα πρέπει να έχουν διορθωθεί, εάν είναι δυνατόν, πριν τη θεραπεία. Η αρτηριακή πίεση, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας.
-
Σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσοςΔόση4 mg άπαξ ημερησίωςΕπί δύο εβδομάδες και μετά μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg άπαξ ημερησίως, ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία και υπό την προϋπόθεση ότι η δόση των 4 mg είναι καλά ανεκτή.
-
Ηλικιωμένοι ασθενείς με σταθεροποιημένη στεφανιανή νόσοΔόση2 mg άπαξ ημερησίωςΓια μια εβδομάδα, στη συνέχεια 4 mg άπαξ ημερησίως την επόμενη εβδομάδα, πριν την αύξηση της δόσης έως τα 8 mg άπαξ ημερησίως ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (Cl CR ≥ 60 ml/min)Δόση4 mg την ημέρα
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (30 < Cl CR < 60 ml/min)Δόση2 mg την ημέρα
-
Ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια (15 < Cl CR < 30 ml/min)Δόση2 mg κάθε δεύτερη ημέρα
-
Ασθενείς υπό αιμοκάθαρση (Cl CR < 15 ml/min)Δόση2 mg κατά την ημέρα της αιμοκάθαρσηςΗ δόση θα πρέπει να λαμβάνεται μετά την αιμοκάθαρση.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας.
block
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην περινδοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ.
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ.
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςΚύηση
warning
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσοςΕάν ένα επεισόδιο ασταθούς στηθάγχης (μείζων ή όχι) εμφανιστεί κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας με περινδοπρίλη, θα πρέπει να διεξάγεται μία προσεκτική εκτίμηση της αναλογίας οφέλους/κινδύνου πριν τη συνέχιση της θεραπείας.
-
ΥπότασηΟι αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσουν μία πτώση της αρτηριακής πίεσης. Συμπτωματική υπόταση παρατηρείται σπάνια σε μη επιπλεγμένους υπερτασικούς ασθενείς και είναι περισσότερο πιθανό να εμφανιστεί σε ασθενείς που παρουσιάζουν μείωση του όγκου αίματος, π.χ. λόγω διουρητικής θεραπείας, διατροφικού περιορισμού της πρόσληψης νατρίου, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου ή σε ασθενείς που πάσχουν από σοβαρή, εξαρτώμενη από τη ρενίνη, υπέρταση (βλ. παραγράφους 4.5 «Αλληλεπιδράσεις με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης» και 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια, έχει παρατηρηθεί συμπτωματική υπόταση. Αυτό είναι πιο πιθανό να συμβεί σε εκείνους τους ασθενείς με περισσότερο σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, όπως αντανακλάται από τη χρήση υψηλών δόσεων διουρητικών της αγκύλης, με υπονατριαιμία ή λειτουργική νεφρική βλάβη. Σε ασθενείς σε αυξημένο κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης, η έναρξη της θεραπείας και η ρύθμιση της δοσολογίας θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά (βλ. 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης» και 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Παρόμοια ζητήματα υφίστανται και για ασθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειακή εγκεφαλική νόσο στους οποίους μία υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης θα μπορούσε να προκαλέσει έμφραγμα του μυοκαρδίου ή αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Εάν εμφανιστεί υπόταση, ο ασθενής θα πρέπει να τοποθετείται σε ύπτια θέση, και, εάν είναι απαραίτητο, θα πρέπει να λαμβάνει μία ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%). Μία παροδική υποτασική ανταπόκριση δεν αποτελεί αντένδειξη για τη χορήγηση περαιτέρω δοσολογίας, η οποία μπορεί να χορηγηθεί συνήθως χωρίς δυσκολία, μόλις η αρτηριακή πίεση αυξηθεί μετά την αύξηση του όγκου του κυκλοφορούντος αίματος. Σε ορισμένους ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια που παρουσιάζουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή πίεση, μπορεί να εμφανιστεί επιπρόσθετη μείωση της συστηματικής αρτηριακής πίεσης με τη χρήση περινδοπρίλης. Αυτή η επίδραση είναι αναμενόμενη και συνήθως δεν αποτελεί αιτία διακοπής της θεραπείας. Εάν η υπόταση καταστεί συμπτωματική, μπορεί να είναι απαραίτητη μία ελάττωση της δόσης ή διακοπή της θεραπείας με περινδοπρίλη.
-
Στένωση αορτικής και μιτροειδούς βαλβίδας / υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΌπως και με όλους τους αναστολείς ΜΕΑ, η περινδοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται με προσοχή σε ασθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας και απόφραξη του χώρου εκροής της αριστερής κοιλίας, όπως αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθεια.
-
Νεφρική βλάβηΣε περιπτώσεις νεφρικής βλάβης (κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/min), η αρχική δοσολογία της περινδοπρίλης θα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την κάθαρση κρεατινίνης του ασθενούς (βλ. 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης») και στη συνέχεια σε συνάρτηση της ανταπόκρισης του ασθενούς στη θεραπεία. Η τακτική παρακολούθηση των επιπέδων καλίου και κρεατινίνης αποτελεί μέρος της συνήθους ιατρικής πρακτικής για αυτούς τους ασθενείς (βλ. 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Σε ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια, η εμφάνιση υπότασης μετά την έναρξη της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω βλάβη της νεφρικής λειτουργίας. Οξεία νεφρική ανεπάρκεια, συνήθως αναστρέψιμη, έχει αναφερθεί σε αυτή την κατάσταση. Σε ορισμένους ασθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή με στένωση της αρτηρίας σε μονήρη νεφρό που έχουν λάβει θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, έχουν παρατηρηθεί αυξήσεις των επιπέδων ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορού, συνήθως αναστρέψιμες με τη διακοπή της θεραπείας. Αυτό είναι ιδιαιτέρως πιθανό σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια. Εάν υφίσταται νεφραγγειακή υπέρταση, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος σοβαρής υπότασης και νεφρικής ανεπάρκειας. Σε αυτούς τους ασθενείς, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση της δόσης. Καθώς η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να αποτελεί έναν παράγοντα που συμβάλλει στα πιο πάνω, θα πρέπει να διακόπτεται και η νεφρική λειτουργία θα πρέπει να παρακολουθείται κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων της θεραπείας με περινδοπρίλη. Ορισμένοι υπερτασικοί ασθενείς χωρίς καμία έκδηλη προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσο έχουν αναπτύξει αυξήσεις στα επίπεδα ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορού, συνήθως ελάσσονες και παροδικές, ιδιαίτερα όταν η περινδοπρίλη έχει χορηγηθεί παράλληλα με ένα διουρητικό. Αυτό είναι περισσότερο πιθανό να εμφανιστεί σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική βλάβη. Μπορεί να απαιτηθεί ελάττωση της δοσολογίας ή/και διακοπή της θεραπείας με διουρητικά ή/και περινδοπρίλη.
-
Αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείςΑναφυλακτοειδείς αντιδράσεις έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση µε µεµβράνες υψηλής ροής και λαμβάνουν ταυτόχρονα θεραπεία µε έναν αναστολέα ΜΕΑ. Σε αυτούς τους ασθενείς πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο χρήσης μίας μεμβράνης αιμοκάθαρσης διαφορετικού τύπου ή ένας αντιυπερτασικός παράγοντας άλλης κατηγορίας.
-
Μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει πείρα σε σχέση τη χορήγηση της περινδοπρίλης σε ασθενείς που έχουν υποβληθεί σε πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρού.
-
Υπερευαισθησία / ΑγγειoοίδημαΑγγειοοίδημα προσώπου, άκρων, χειλέων, γλώσσας, γλωττίδας ή/και λάρυγγα έχει αναφερθεί σπανίως σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της περινδοπρίλης (βλ. 4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»). Αυτό μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά τη διάρκεια της θεραπείας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η περινδοπρίλη θα πρέπει να διακόπτεται εγκαίρως και θα πρέπει να ξεκινά κατάλληλη παρακολούθηση, η οποία θα συνεχίζεται έως την πλήρη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Σε εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες το οίδημα περιορίζεται στο πρόσωπο και στα χείλη, η πάθηση εν γένει υποχωρεί χωρίς θεραπεία, αν και τα αντιισταμινικά έχουν αποδειχθεί χρήσιμα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Το αγγειοοίδημα που σχετίζεται με λαρυγγικό οίδημα μπορεί να είναι θανατηφόρο. Όπου υφίσταται προσβολή της γλώσσας, της γλωττίδας ή του λάρυγγα, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει απόφραξη των αεραγωγών, θα πρέπει να χορηγείται εγκαίρως θεραπεία έκτατης ανάγκης. Αυτή μπορεί να περιλαμβάνει τη χορήγηση αδρεναλίνης ή/και τη διατήρηση ανοιχτών αεραγωγών. Ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται υπό στενή ιατρική παρακολούθηση έως την πλήρη και παρατεταμένη υποχώρηση των συμπτωμάτων. Οι ασθενείς με ιστορικό αγγειοιδήματος που δεν σχετίζεται με τη θεραπεία με τους αναστολείς ΜΕΑ, μπορεί να βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο αγγειοιδήματος ενώ λαμβάνουν έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. 4.3 «Αντενδείξεις»). Αγγειοοίδημα του εντέρου έχει αναφερθεί σπάνια σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ. Οι ασθενείς αυτοί εμφάνισαν κοιλιακό άλγος (με ή χωρίς ναυτία και έμετο). Σε ορισμένες περιπτώσεις δεν προηγήθηκε αγγειοοίδημα προσώπου και τα επίπεδα της C1 εστεράσης ήταν φυσιολογικά. Το αγγειοοίδημα διαγνώστηκε με διαδικασίες που περιελάμβαναν αξονική τομογραφία της κοιλιακής χώρας ή υπέρηχο ή κατά τη διάρκεια χειρουργικής επέμβασης και τα συμπτώματα παρήλθαν μετά τη διακοπή του αναστολέα ΜΕΑ. Το εντερικό αγγειοιοοίδημα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στη διαφορική διάγνωση ασθενών υπό θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ που εμφανίζουν κοιλιακό άλγος.
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά τη διάρκεια αφαίρεσης λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL)Σπανίως, ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL) με θειϊκή δεξτράνη παρουσίασαν απειλητικές για τη ζωή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Αυτές οι αντιδράσεις αποφεύγονται με προσωρινή διακοπή της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση.
-
Αναφυλακτικές αντιδράσεις κατά τη διάρκεια απευαισθητοποίησηςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. με δηλητήριο υμενόπτερων) παρουσιάζουν αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις. Στους ίδιους ασθενείς, αυτές οι αντιδράσεις έχουν αποφευχθεί όταν η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ διεκόπη προσωρινά, αλλά επανεμφανίστηκαν κατά την ακούσια επαναπρόκληση.
-
Ηπατική ανεπάρκειαΣπανίως, οι αναστολείς ΜΕΑ έχουν συσχετιστεί με ένα σύνδρομο που ξεκινά με χολοστατικό ίκτερο και εξελίσσεται σε κεραυνοβόλο ηπατική νέκρωση και (ορισμένες φορές) σε θάνατο. Ο μηχανισμός αυτού του συνδρόμου δεν είναι κατανοητός. Οι ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ και αναπτύσσουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις των ηπατικών ενζύμων θα πρέπει να διακόπτουν τη θεραπεία με τον αναστολέα ΜΕΑ και να υποβάλλονται στην κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση (4.8 «Ανεπιθύμητες ενέργειες»).
-
Ουδετεροπενία / Ακοκκιοκυττάρωση / Θρομβοκυτταροπενία / ΑναιμίαΟυδετεροπενία / ακοκκιοκυττάρωση, θρομβοκυτταροπενία και αναιμία έχουν αναφερθεί σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ. Σε ασθενείς µε φυσιολογική νεφρική λειτουργία και χωρίς άλλους παράγοντες επιπλοκών, η ουδετεροπενία εμφανίζεται σπάνια. Η περινδοπρίλη θα πρέπει να χρησιμοποιείται µε ιδιαίτερη προσοχή σε ασθενείς µε αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία µε αλλοπουρινόλη ή προκαϊναµίδη ή έναν συνδυασμό αυτών των παραγόντων επιπλοκών, ιδιαίτερα όταν προϋπάρχει βλάβη της νεφρικής λειτουργίας. Ορισμένοι από αυτούς τους ασθενείς ανέπτυξαν σοβαρές λοιμώξεις, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις δεν ανταποκρίθηκαν σε εντατική αντιβιοτική θεραπεία. Εάν η περινδοπρίλη χορηγείται σε τέτοιους ασθενείς, συνιστάται περιοδικός έλεγχος του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και οι ασθενείς θα πρέπει να καθοδηγούνται να αναφέρουν οποιοδήποτε σημείο λοίμωξης (π.χ. πονόλαιμο, πυρετό).
-
ΦυλήΟι αναστολείς ΜΕΑ προκαλούν ένα υψηλότερο ποσοστό εμφάνισης αγγειοοιδήματος σε ασθενείς της μαύρης φυλής σε σχέση με ασθενείς άλλης φυλής. Όπως και με άλλους αναστολείς ΜΕΑ, η περινδοπρίλη μπορεί να είναι λιγότερο αποτελεσματική στη μείωση της αρτηριακής πίεσης σε άτομα της μαύρης φυλής από ό,τι σε άτομα άλλης φυλής, πιθανώς εξαιτίας ενός υψηλότερου επιπολασμού παθήσεων με χαμηλή ρενίνη στον πληθυσμό μαύρων υπερτασικών ασθενών.
-
ΒήχαςΈχει αναφερθεί βήχας µε τη χρήση αναστολέων ΜΕΑ. Χαρακτηριστικά, ο βήχας είναι µη παραγωγικός βήχας, επίμονος και υποχωρεί μετά τη διακοπή της θεραπείας. Ο επαγόμενος από τους αναστολείς ΜΕΑ βήχας θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα.
-
Χειρουργική επέμβαση / ΑναισθησίαΣε ασθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή κατά τη διάρκεια αναισθησίας µε παράγοντες που προκαλούν υπόταση, η περινδοπρίλη ενδέχεται να αναστείλει τον σχηματισμό της αγγειοτασίνης ΙΙ λόγω της αντιρροπιστικής απελευθέρωσης ρενίνης. Η θεραπεία θα πρέπει να διακόπτεται μία ημέρα πριν τη χειρουργική επέμβαση. Εάν εμφανισθεί υπόταση και θεωρηθεί ότι οφείλεται στον μηχανισμό αυτόν, μπορεί να διορθωθεί µε την αύξηση του όγκου του αίματος.
-
ΥπερκαλιαιμίαΑυξήσεις στα επίπεδα καλίου στον ορό έχουν παρατηρηθεί σε ορισμένους ασθενείς που έλαβαν θεραπεία µε αναστολείς ΜΕΑ, συμπεριλαμβανομένης της περινδοπρίλης. Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη υπερκαλιαιµίας, συμπεριλαμβάνουν νεφρική ανεπάρκεια, επιδείνωση της νεφρικής λειτουργίας, προχωρημένη ηλικία (>70 ετών), σακχαρώδη διαβήτη, παρεμπίπτοντα συμβάντα, ιδιαίτερα αφυδάτωση, οξεία ρήξη καρδιακής αντιρροπήσεως, μεταβολική οξέωση και ταυτόχρονη χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών (π.χ. σπιρονολακτόνη, επλερενόνη, τριαμτερένη ή αμιλορίδη), υποκατάστατων καλίου ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο, ή εκείνους τους ασθενείς που λαμβάνουν άλλα φάρμακα που σχετίζονται µε αυξήσεις στα επίπεδα καλίου στον ορό (π.χ. ηπαρίνη). Η χρήση συμπληρωμάτων καλίου, καλιοσυντηρητικών διουρητικών ή υποκατάστατων αλάτων που περιέχουν κάλιο, ιδιαίτερα σε ασθενείς με νεφρική δυσλειτουργία μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση του καλίου ορού. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να προκαλέσει σοβαρές, ορισμένες φορές θανατηφόρες αρρυθμίες. Εάν κριθεί απαραίτητη η χρήση των προαναφερθέντων παραγόντων, πρέπει να χρησιμοποιούνται προσεκτικά και με συχνή παρακολούθηση των επιπέδων του καλίου στον ορό (βλέπε παράγραφο 4.5 Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης).
-
Διαβητικοί ασθενείςΣτους διαβητικούς ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος χορηγούµενους αντιδιαβητικούς παράγοντες ή ινσουλίνη, ο γλυκαιµικός έλεγχος θα πρέπει να παρακολουθείται στενά κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα της θεραπείας µε έναν αναστολέα ΜΕΑ (βλ. 4.5 «Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης, Αντιδιαβητικά»).
-
ΛίθιοΟ συνδυασμός λιθίου και περινδοπρίλης εν γένει δεν συνιστάται (βλ. 4.5 «Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοΟ συνδυασμός περινδοπρίλης και καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο εν γένει δεν συνιστάται (βλ. 4.5 «Αλληλεπίδραση με άλλα φαρμακευτικά προϊόντα και άλλες μορφές αλληλεπίδρασης»).
-
ΚύησηΗ χορήγηση αναστολέων ΜΕΑ δεν θα πρέπει να ξεκινά κατά τη διάρκεια της κύησης. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που προγραμματίζουν κύηση θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν εδραιωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν κρίνεται κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία (βλ. παραγράφους 4.3 και 4.6).
-
ΛακτόζηΑυτό το προϊόν περιέχει μονοϋδρική λακτόζη. Οι ασθενείς με σπάνια κληρονομικά προβλήματα, όπως δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζης, δεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο.
swap_horiz
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάΥπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης, ιδιαίτερα σε ασθενείς που είναι υπογκαιμικοί ή/και εμφανίζουν ένδεια νατρίου.ΣύστασηΔιακοπή του διουρητικού, αύξηση του όγκου του αίματος ή της πρόσληψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικές δόσεις περινδοπρίλης.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοΣημαντική αύξηση των επιπέδων καλίου ορού.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν η ταυτόχρονη χρήση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου ορού.
-
Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Ο κίνδυνος αυξάνεται με τη χρήση διουρητικών θειαζίδης.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης ≥ 3 g/ημέραΕνίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, περιλαμβανομένης ενδεχόμενης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, και αύξηση του νατρίου στον ορό, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα έκπτωση νεφρικής λειτουργίας.ΣύστασηΧορηγείται προσεκτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικάπροσοχήΑύξηση των υποτασικών επιδράσεων. Περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα)προσοχήΑυξημένη, μειωτική της γλυκόζης, επίδραση στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας. Πιθανότερο κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνδυαστικής θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική βλάβη.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (θρομβολυτικό), θρομβολυτικά, β-αποκλειστές, νιτρώδηΜπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / ΑναισθητικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Χρυσός (ενέσιμος)προσοχήΣπάνιες νιτροειδείς κρίσεις (ερυθρότητα προσώπου, ναυτία, έμετος και υπόταση).
-
ΣυμπαθητικομιμητικάΕνδέχεται να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις.
sick
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- υπογλυκαιμία
- Μειώσεις των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη
- θρομβοκυτταροπενία
- λευκοπενία/ουδετεροπενία
- ακοκκιοκυττάρωση
- πανκυτταροπενία
- αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια του G-6PDH)
- διαταραχές της διάθεσης ή του ύπνου
- κεφαλαλγία
- ζάλη
- ίλιγγος
- παραισθησία
- σύγχυση
- διαταραχές της όρασης
- εμβοές
- αρρυθμία
- στηθάγχη
- έμφραγμα του μυοκαρδίου
- υπόταση
- επιδράσεις οφειλόμενες σε υπόταση
- αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- αγγειίτιδα
- βήχας
- δύσπνοια
- βρογχόσπασμος
- ηωσινοφιλική πνευμονία
- ρινίτιδα
- ναυτία
- έμετος
- κοιλιακό άλγος
- δυσγευσία
- δυσπεψία
- διάρροια
- δυσκοιλιότητα
- ξηροστομία
- παγκρεατίτιδα
- ηπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατική
- εξάνθημα
- κνησμός
- αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, των βλεννογόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας ή/και του λάρυγγα
- κνίδωση
- πολύμορφο ερύθημα
- μυϊκές κράμπες
- νεφρική ανεπάρκεια
- οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- ανικανότητα
- εξασθένηση
- εφίδρωση
- Αύξηση των επιπέδων ουρίας αίματος και κρεατινίνης πλάσματος
- υπερκαλιαιμία
- αύξηση των ηπατικών ενζύμων
- αύξηση της χολερυθρίνης ορού
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
Μη γνωστέςυπογλυκαιμία
-
Πολύ σπάνιεςΜειώσεις των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη
-
Πολύ σπάνιεςθρομβοκυτταροπενία
-
Πολύ σπάνιεςλευκοπενία/ουδετεροπενία
-
Πολύ σπάνιεςακοκκιοκυττάρωση
-
Πολύ σπάνιεςπανκυτταροπενία
-
Πολύ σπάνιεςαιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια του G-6PDH)
-
Ασυνήθειςδιαταραχές της διάθεσης ή του ύπνου
-
Συνήθειςκεφαλαλγία
-
Συνήθειςζάλη
-
Συνήθειςίλιγγος
-
Συνήθειςπαραισθησία
-
Πολύ σπάνιεςσύγχυση
-
Συνήθειςδιαταραχές της όρασης
-
Συνήθειςεμβοές
-
Πολύ σπάνιεςαρρυθμία
-
Πολύ σπάνιεςστηθάγχη
-
Πολύ σπάνιεςέμφραγμα του μυοκαρδίου
-
Συχνέςυπόταση
-
Συχνέςεπιδράσεις οφειλόμενες σε υπόταση
-
Πολύ σπάνιεςαγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
-
Μη γνωστέςαγγειίτιδα
-
Συνήθειςβήχας
-
Συνήθειςδύσπνοια
-
Ασυνήθειςβρογχόσπασμος
-
Πολύ σπάνιεςηωσινοφιλική πνευμονία
-
Πολύ σπάνιεςρινίτιδα
-
Συνήθειςναυτία
-
Συνήθειςέμετος
-
Συνήθειςκοιλιακό άλγος
-
Συνήθειςδυσγευσία
-
Συνήθειςδυσπεψία
-
Συνήθειςδιάρροια
-
Συνήθειςδυσκοιλιότητα
-
Ασυνήθειςξηροστομία
-
Πολύ σπάνιεςπαγκρεατίτιδα
-
Πολύ σπάνιεςηπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατική
-
Συνήθειςεξάνθημα
-
Συνήθειςκνησμός
-
Ασυνήθειςαγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, των βλεννογόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας ή/και του λάρυγγα
-
Ασυνήθειςκνίδωση
-
Πολύ σπάνιεςπολύμορφο ερύθημα
-
Συνήθειςμυϊκές κράμπες
-
Ασυνήθειςνεφρική ανεπάρκεια
-
Πολύ σπάνιεςοξεία νεφρική ανεπάρκεια
-
Ασυνήθειςανικανότητα
-
Συνήθειςεξασθένηση
-
Ασυνήθειςεφίδρωση
-
ΔιερευνήσειςΑύξηση των επιπέδων ουρίας αίματος και κρεατινίνης πλάσματος
-
Διερευνήσειςυπερκαλιαιμία
-
Σπάνιεςαύξηση των ηπατικών ενζύμων
-
Σπάνιεςαύξηση της χολερυθρίνης ορού
pregnant_woman
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΑποφεύγεταιΗ χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης.
-
ΚύησηΑντενδείκνυταιΗ χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης.
-
ΚύησηΜε προσοχήΕάν υπάρχει έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου του εμβρύου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση υπότασης.
-
ΓαλουχίαΑποφεύγεταιΕπειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Perindopril/Actavis κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η χρήση του Perindopril/Actavis δεν συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαιτέρως κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
neurology
DrugBank
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
bloodtype
DrugBank
Απέκκριση
expand_more
Απέκκριση
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Δοσολογία
Συνιστάται η περινδοπρίλη να λαμβάνεται άπαξ ημερησίως το πρωί πριν από ένα γεύμα. Η δόση θα πρέπει να εξατομικεύεται σύμφωνα με το προφίλ του ασθενούς (βλ. 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση») και την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
Υπέρταση Η περινδοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με άλλες κατηγορίες αντιυπερτασικής θεραπείας. Η συνιστώμενη δόση έναρξης είναι 4 mg χορηγούμενα άπαξ ημερησίως το πρωί. Οι ασθενείς με ένα ισχυρώς ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης (πιο συγκεκριμένα, νεφραγγειακή υπέρταση, ένδεια νατρίου ή/και μείωση του κυκλοφορούντος όγκου αίματος, ανεπαρκής καρδιακή αντιρρόπηση ή σοβαρή υπέρταση) μπορεί να εμφανίσουν μία υπερβολική πτώση της αρτηριακής πίεσης μετά την αρχική δόση. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστάται μία δόση έναρξης 2 mg και η έναρξη της θεραπείας θα πρέπει να πραγματοποιείται υπό ιατρική παρακολούθηση. Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg άπαξ ημερησίως μετά από έναν μήνα θεραπείας.
Συμπτωματική υπόταση μπορεί να εμφανιστεί μετά την έναρξη της θεραπείας με περινδοπρίλη. Αυτό είναι περισσότερο πιθανό να συμβεί σε ασθενείς που λαμβάνουν παράλληλα θεραπεία με διουρητικά. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή καθώς αυτοί οι ασθενείς μπορεί να εμφανίζουν ένδεια νατρίου ή/και μείωση του όγκου αίματος. Εάν είναι δυνατόν, η θεραπεία με διουρητικά θα πρέπει να διακόπτεται 2 έως 3 ημέρες πριν την έναρξη της θεραπείας με περινδοπρίλη (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Σε υπερτασικούς ασθενείς στους οποίους η θεραπεία με διουρητικά δεν μπορεί να διακοπεί, η θεραπεία με περινδοπρίλη θα πρέπει να ξεκινά με μία δόση 2 mg. Η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται. Η επακόλουθη δοσολογία της περινδοπρίλης θα πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης. Εάν απαιτείται, η θεραπεία με διουρητικά μπορεί να ξεκινήσει εκ νέου.
Σε ηλικιωμένους ασθενείς, η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά με μία δόση 2 mg, η οποία μπορεί προοδευτικά να αυξηθεί στα 4 mg μετά από έναν μήνα και στη συνέχεια στα 8 mg, εάν είναι απαραίτητο, ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία (βλ. πίνακα πιο κάτω).
Συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια Συνιστάται η θεραπεία με περινδοπρίλη, η οποία εν γένει συνδυάζεται με μη καλιοσυντηρητικά διουρητικά ή/και διγοξίνη ή/και έναν β-αποκλειστή, να ξεκινά υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με μία συνιστώμενη δόση έναρξης 2 mg, η οποία θα λαμβάνεται το πρωί. Αυτή η δόση μπορεί να αυξηθεί μετά από 2 εβδομάδες έως τη δόση των 4 mg ημερησίως, εάν είναι ανεκτή. Η ρύθμιση της δόσης θα μπορούσε να βασιστεί στην κλινική ανταπόκριση κάθε μεμονωμένου ασθενούς. Επί σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και σε άλλους ασθενείς που θεωρείται ότι βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο (ασθενείς με πλημμελή νεφρική λειτουργία και μία τάση για ανάπτυξη διαταραχών των ηλεκτρολυτών, ασθενείς που λαμβάνουν ταυτόχρονη θεραπεία με διουρητικά ή/και θεραπεία με αγγειοδιασταλτικούς παράγοντες), η θεραπεία θα πρέπει να ξεκινά υπό προσεκτική παρακολούθηση (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Σε ασθενείς σε υψηλό κίνδυνο συμπτωματικής υπότασης, π.χ. σε ασθενείς με ένδεια νατρίου με ή χωρίς υπονατριαιμία, ασθενείς με υποκαλιαιμία ή ασθενείς που λάμβαναν ισχυρή θεραπεία με διουρητικά, οι καταστάσεις αυτές θα πρέπει να έχουν διορθωθεί, εάν είναι δυνατόν, πριν τη θεραπεία με περινδοπρίλη. Η αρτηριακή πίεση, η νεφρική λειτουργία και τα επίπεδα καλίου στον ορό θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με περινδοπρίλη (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
Σταθεροποιημένη στεφανιανή νόσος Η θεραπεία με περινδοπρίλη θα πρέπει να ξεκινά σε μία δόση 4 mg άπαξ ημερησίως επί δύο εβδομάδες και μετά μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg άπαξ ημερησίως, ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία και υπό την προϋπόθεση ότι η δόση των 4 mg είναι καλά ανεκτή. Οι ηλικιωμένοι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν 2 mg άπαξ ημερησίως για μια εβδομάδα, στη συνέχεια 4 mg άπαξ ημερησίως την επόμενη εβδομάδα, πριν την αύξηση της δόσης έως τα 8 mg άπαξ ημερησίως ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία (βλ. Πίνακα 1 «Ρύθμιση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας»). Η δόση θα πρέπει να αυξάνεται μόνον εφόσον η προηγούμενη χαμηλότερη δόση είναι καλά ανεκτή.
Ρύθμιση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας: Η δοσολογία σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια θα πρέπει να βασίζεται στην κάθαρση της κρεατινίνης, όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1 πιο κάτω:
Πίνακας 1: Ρύθμιση της δοσολογίας επί νεφρικής ανεπάρκειας
| Κάθαρση κρεατινίνης (ml/min) | συνιστώμενη δόση |
|---|---|
| Cl CR ≥ 60 | 4 mg την ημέρα |
| 30 < Cl CR < 60 | 2 mg την ημέρα |
| 15 < Cl CR < 30 | 2 mg κάθε δεύτερη ημέρα |
| Ασθενείς υπό αιμοκάθαρση* | 2 mg κατά την ημέρα της αιμοκάθαρσης |
- Η απέκκριση της περινδοπριλάτης μέσω αιμοκάθαρσης είναι 70 ml/min. Για ασθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση, η δόση θα πρέπει να λαμβάνεται μετά την αιμοκάθαρση.
Ρύθμιση της δοσολογίας επί ηπατικής ανεπάρκειας: Δεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας σε ασθενείς με ηπατική ανεπάρκεια (βλ. παραγράφους 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση» και 5.2 «Φαρμακοκινητικές ιδιότητες»).
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας μικρότερης των 18 ετών) Η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της χρήσης σε παιδιά και εφήβους δεν έχει τεκμηριωθεί. Συνεπώς, η χρήση σε παιδιά και εφήβους δεν συνιστάται.
block
Αντενδείξεις
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στην περινδοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ.
- Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ.
- Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα.
- Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησης (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.6).
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Προειδοποιήσεις
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
Διουρητικά Οι ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά και ιδιαίτερα όσοι είναι υπογκαιμικοί ή/και εμφανίζουν ένδεια νατρίου, μπορεί να παρουσιάσουν υπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης μετά την έναρξη της θεραπείας με ένα αναστολέα ΜΕΑ. Η πιθανότητα υποτασικών επιδράσεων μπορεί να μειωθεί μέσω διακοπής του διουρητικού, μέσω αύξησης του όγκου του αίματος ή της πρόσληψης άλατος πριν την έναρξη της θεραπείας με χαμηλές και προοδευτικές δόσεις περινδοπρίλης.
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο Αν και τα επίπεδα καλίου στον ορό συνήθως παραμένουν εντός των φυσιολογικών ορίων, υπερκαλιαιμία μπορεί να εμφανιστεί σε ορισμένους ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με περινδοπρίλη. Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπειρονολακτόνη, τριατμερένη ή αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιο μπορεί να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση των επιπέδων καλίου ορού. Συνεπώς, ο συνδυασμός περινδοπρίλης με τα προαναφερθέντα φάρμακα δεν συνιστάται (βλ. παράγραφο 4.4). Εάν η ταυτόχρονη χρήση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, θα πρέπει να γίνεται με προσοχή και με συχνή παρακολούθηση του καλίου ορού.
Λίθιο Αναστρέψιμες αυξήσεις των συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα έχουν αναφερθεί κατά τη διάρκεια της ταυτόχρονης χρήσης λιθίου και αναστολέων ΜΕΑ. Η ταυτόχρονη χρήση διουρητικών θειαζίδης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας λιθίου και να ενισχύσει τον ήδη αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης τοξικότητας λιθίου με τους αναστολείς ΜΕΑ. Η χρήση περινδοπρίλης και λιθίου δεν συνιστάται, αλλά εάν ο συνδυασμός αποδειχθεί απαραίτητος, θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό (βλ. παράγραφο 4.4).
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης ≥ 3 g/ημέρα Όταν οι αναστολείς ΜΕΑ συγχορηγούνται με μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (δηλαδή ακετυλοσαλικυλικό οξύ σε αντιφλεγμονώδη δοσολογικά σχήματα, αναστολείς COX-2 και μη εκλεκτικά ΜΣΑΦ), μπορεί να εμφανιστεί ενίσχυση του αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Η ταυτόχρονη χρήση αναστολέων ΜΕΑ και ΜΣΑΦ μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο κίνδυνο επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας, περιλαμβανομένης ενδεχόμενης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας, καθώς και σε αύξηση του νατρίου στον ορό, ιδιαίτερα σε ασθενείς με προϋπάρχουσα έκπτωση νεφρικής λειτουργίας. Ο συνδυασμός πρέπει να χορηγείται προσεκτικά, ιδιαίτερα στους ηλικιωμένους. Οι ασθενείς πρέπει να ενυδατώνονται επαρκώς και να δίνεται προσοχή στην παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη της ταυτόχρονης θεραπείας και περιοδικά στη συνέχεια.
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά Η ταυτόχρονη χρήση αυτών των παραγόντων μπορεί να αυξήσει τις υποτασικές επιδράσεις της περινδοπρίλης. Η ταυτόχρονη χρήση με νιτρογλυκερίνη και άλλα νιτρώδη ή άλλα αγγειοδιασταλτικά, μπορεί να μειώσει περαιτέρω την αρτηριακή πίεση.
Αντιδιαβητικοί παράγοντες Επιδημιολογικές μελέτες υποδηλώνουν ότι η συγχορήγηση αναστολέων ΜΕΑ και αντιδιαβητικών φαρμάκων (ινσουλίνες, αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα), μπορεί να προκαλέσει αυξημένη, μειωτική της γλυκόζης, επίδραση στο αίμα με κίνδυνο εμφάνισης υπογλυκαιμίας. Tο φαινόμενο αυτό φάνηκε να είναι περισσότερο πιθανό να εμφανιστεί κατά τις πρώτες εβδομάδες της συνδυαστικής θεραπείας και σε ασθενείς με νεφρική βλάβη.
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ, θρομβολυτικά, β-αποκλειστές, νιτρώδη Η περινδοπρίλη μπορεί να χρησιμοποιηθεί ταυτόχρονα με ακετυλοσαλικυλικό οξύ (όταν χρησιμοποιείται ως θρομβολυτικό), θρομβολυτικά, β-αποκλειστές ή/και νιτρώδη.
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / Αναισθητικά Η ταυτόχρονη χρήση συγκεκριμένων αναισθητικών φαρμακευτικών προϊόντων, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών και αντιψυχωσικών παραγόντων με αναστολείς ΜΕΑ μπορεί να προκαλέσει περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης (βλ. παράγραφο 4.4).
Χρυσός: Έχουν αναφερθεί σπάνια νιτροειδείς κρίσεις (τα συμπτώματα περιλαμβάνουν ερυθρότητα προσώπου, ναυτία, έμετο και υπόταση) σε ασθενείς υπό θεραπεία με ενέσιμο χρυσό (χρυσοθειομηλικό νάτριο) και ταυτόχρονη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ περιλαμβανομένης της περινδοπρίλης.
Συμπαθητικομιμητικά Τα συμπαθητικομιμητικά ενδέχεται να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες έχουν παρατηρηθεί κατά τη διάρκεια της θεραπείας με περινδοπρίλη και ταξινομούνται υπό τις ακόλουθες συχνότητες:
Πολύ συνήθεις (≥1/10), συνήθεις (≥1/100 και <1/10), ασυνήθεις (≥1/1000 έως <1/100), σπάνιες (≥1/10000 έως <1/1000) και πολύ σπάνιες (<1/10000), όχι γνωστές (δεν μπορούν να εκτιμηθούν με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα).
Διαταραχές του μεταβολισμού και της θρέψης: Μη γνωστές: υπογλυκαιμία (βλ. παραγράφους 4.4 και 4.5).
Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος: Μειώσεις των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και αιματοκρίτη, θρομβοκυτταροπενία, λευκοπενία/ουδετεροπενία και περιπτώσεις ακοκκιοκυττάρωσης ή πανκυτταροπενίας έχουν αναφερθεί πολύ σπάνια. Σε ασθενείς με συγγενή ανεπάρκεια του G-6PDH, έχουν αναφερθεί πολύ σπάνιες περιπτώσεις αιμολυτικής αναιμίας (βλ. παράγραφο 4.4 Ιδιαίτερες προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση).
Ψυχιατρικές διαταραχές: Ασυνήθεις: διαταραχές της διάθεσης ή του ύπνου
Διαταραχές του νευρικού συστήματος: Συνήθεις: κεφαλαλγία, ζάλη, ίλιγγος, παραισθησία Πολύ σπάνιες: σύγχυση
Οφθαλμικές διαταραχές: Συνήθεις: διαταραχές της όρασης
Διαταραχές του ωτός και του λαβυρίνθου: Συνήθεις: εμβοές
Καρδιακές διαταραχές: Πολύ σπάνιες: αρρυθμία, στηθάγχη και έμφραγμα του μυοκαρδίου, πιθανώς οφειλόμενα σε υπερβολική υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4).
Αγγειακές διαταραχές: Συχνές: υπόταση και επιδράσεις οφειλόμενες σε υπόταση Πολύ σπάνιες: αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, πιθανώς οφειλόμενο σε υπερβολική υπόταση σε ασθενείς υψηλού κινδύνου (βλ. παράγραφο 4.4). Μη γνωστές: αγγειίτιδα
Διαταραχές του αναπνευστικού συστήματος, του θώρακα και του μεσοθωρακίου: Συνήθεις: βήχας, δύσπνοια Ασυνήθεις: βρογχόσπασμος Πολύ σπάνιες: ηωσινοφιλική πνευμονία, ρινίτιδα
Διαταραχές του γαστρεντερικού συστήματος: Συνήθεις: ναυτία, έμετος, κοιλιακό άλγος, δυσγευσία, δυσπεψία, διάρροια, δυσκοιλιότητα Ασυνήθεις: ξηροστομία Πολύ σπάνιες: παγκρεατίτιδα
Διαταραχές του ήπατος και των χοληφόρων: Πολύ σπάνιες: ηπατίτιδα είτε κυτταρολυτική είτε χολοστατική (βλ. παράγραφο 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»)
Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού: Συνήθεις: εξάνθημα, κνησμός Ασυνήθεις: αγγειοοίδημα του προσώπου, των άκρων, των χειλέων, των βλεννογόνων, της γλώσσας, της γλωττίδας ή/και του λάρυγγα, κνίδωση (βλ. 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση»). Πολύ σπάνιες: πολύμορφο ερύθημα
Διαταραχές του μυοσκελετικού συστήματος, του συνδετικού ιστού και των οστών: Συνήθεις: μυϊκές κράμπες
Διαταραχές των νεφρών και των ουροφόρων οδών: Ασυνήθεις: νεφρική ανεπάρκεια Πολύ σπάνιες: οξεία νεφρική ανεπάρκεια
Διαταραχές του αναπαραγωγικού συστήματος και του μαστού: Ασυνήθεις: ανικανότητα
Γενικές διαταραχές: Συνήθεις: εξασθένηση Ασυνήθεις: εφίδρωση
Διερευνήσεις: Αύξηση των επιπέδων ουρίας αίματος και κρεατινίνης πλάσματος, μπορεί επίσης να εμφανιστεί υπερκαλιαιμία αναστρέψιμη κατά τη διακοπή της θεραπείας, ιδιαίτερα στην παρουσία νεφρικής ανεπάρκειας, σοβαρής καρδιακής ανεπάρκειας και νεφραγγειακής υπέρτασης. Έχουν αναφερθεί σπανίως αύξηση των ηπατικών ενζύμων και της χολερυθρίνης ορού.
Κλινικές δοκιμές Κατά τη διάρκεια της τυχαιοποιημένης περιόδου της μελέτης EUROPA συλλέχθηκαν μόνο οι σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Ελάχιστοι ασθενείς εμφανίζουν σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες: 16 (0,3%) από τους 6122 ασθενείς που λάμβαναν περινδοπρίλη και 12 (0,2%) από τους 6107 ασθενείς που λάμβαναν εικονικό φάρμακο. Σε ασθενείς που λάμβαναν περινδοπρίλη, παρατηρήθηκε υπόταση σε 6 ασθενείς, αγγειοοίδημα σε 3 ασθενείς και αιφνίδια καρδιακή ανακοπή σε 1 ασθενή. Περισσότεροι ασθενείς που λάμβαναν περινδοπρίλη διέκοψαν τη θεραπεία λόγω βήχα, υπότασης ή άλλης δυσανεξίας σε σχέση με εκείνους που λάμβαναν εικονικό φάρμακο, 6,0% (n=366) έναντι 2,1% (n=129), αντίστοιχα.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Κύηση / γαλουχία
Κύηση
Η χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης (βλ. Δοσολογία). Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης (βλ. Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Οι επιδημιολογικές ενδείξεις σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης ήταν αμφιλεγόμενες. Ωστόσο, μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυοι θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν εδραιωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν κρίνεται κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία.
Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ / AIIRA κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης, είναι γνωστό ότι προκαλεί εµβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράµνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιµία). (Βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα).
Εάν υπάρχει έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου του εμβρύου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση υπότασης (βλ. επίσης Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
Γαλουχία
Επειδή δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Perindopril/Actavis κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, η χρήση του Perindopril/Actavis δεν συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαιτέρως κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα: αναστολείς ΜΕΑ, περινδοπρίλη. Κωδικός ATC: C09A A04
Η περινδοπρίλη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτασίνη Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ (Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτασίνης, ΜΕΑ). Το μετατρεπτικό ένζυμο, ή κινάση, είναι μία εξωπεπτιδάση που επιτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης προκαλεί την αποδόμηση της αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης σε ένα αδρανές επταπεπτίδιο.
Η αναστολή του ΜΕΑ προκαλεί μία μείωση της αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα, η οποία οδηγεί σε αυξημένη δραστηριότητα της ρενίνης πλάσματος (μέσω αναστολής της αρνητικής ανάδρασης της απελευθέρωσης ρενίνης) και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Καθώς το ΜΕΑ ενεργοποιεί τη βραδυκινίνη, η αναστολή του ΜΕΑ οδηγεί επίσης σε αυξημένη δραστηριότητα των κυκλοφορούντων και τοπικών συστημάτων καλλικρεΐνης-κινίνης (και συνεπώς επίσης στην ενεργοποίηση του συστήματος της προσταγλανδίνης). Είναι πιθανό ότι αυτός ο μηχανισμός συμβάλλει στη μειωτική της αρτηριακής πίεσης δράση των αναστολέων ΜΕΑ και είναι μερικώς υπεύθυνο για ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους (π.χ. βήχας).
Η περινδοπρίλη δρα μέσω του δραστικού μεταβολίτη της, της περινδοπριλάτης. Οι άλλοι μεταβολίτες δεν καταδεικνύουν αναστολή της δραστηριότητας του ΜΕΑ in vitro.
Υπέρταση Η περινδοπρίλη είναι δραστική σε όλους τους βαθμούς βαρύτητας της υπέρτασης. ήπια, μέτρια, σοβαρή. Παρατηρείται μία μείωση της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση. Η περινδοπρίλη μειώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, οδηγώντας σε μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ως αποτέλεσμα αυτού, η ροή του περιφερικού αίματος αυξάνεται, χωρίς καμία επίδραση στον καρδιακό ρυθμό. Η νεφρική ροή του αίματος κατά κανόνα αυξάνεται, ενώ ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) είναι συνήθως αμετάβλητος. Η αντιυπερτασική δραστηριότητα είναι μέγιστη μεταξύ 4 και 6 ωρών μετά από μία μονή δόση και διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες: η επίδραση στη φάση ύφεσης είναι περίπου το 87-100% της επίδρασης στη φάση αιχμής Η μείωση της αρτηριακής πίεσης πραγματοποιείται ταχέως. Στους ανταποκριθέντες ασθενείς, η ομαλοποίηση επιτυγχάνεται εντός ενός μήνα και εμμένει χωρίς την εμφάνιση ταχυφύλαξης. Η διακοπή της θεραπείας δεν οδηγεί σε φαινόμενο υποτροπής (rebound effect).
Η περινδοπρίλη μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Στον άνθρωπο, η περινδοπρίλη έχει επιβεβαιωθεί ότι επιδεικνύει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Βελτιώνει την ελαστικότητα των μεγάλων αρτηριών και μειώνει το λόγο μέσου χιτώνα/αυλού των μικρών αρτηριών.
Η συμπληρωματική θεραπεία με θειαζιδικό διουρητικό έχει ως αποτέλεσμα συνεργία αθροιστικού τύπου. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ με μία θειαζίδη μειώνει επίσης τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας που προκαλείται από τη θεραπεία με διουρητικά.
Καρδιακή ανεπάρκεια Η περινδοπρίλη μειώνει το καρδιακό έργο μέσω της μείωσης του προφορτίου και του μεταφορτίου. Μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν καταδείξει:
- μείωση της πίεσης πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας,
- μείωση των συνολικών περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων,
- αύξηση της καρδιακής παροχής και βελτίωση του καρδιακού δείκτη.
Με συγκριτικές μελέτες, η πρώτη χορήγηση 2 mg περινδοπρίλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια καρδιακή ανεπάρκεια δεν σχετίστηκε με οποιαδήποτε σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο.
Ασθενείς με σταθεροποιημένη στεφανιανή νόσο Η μελέτη EUROPA ήταν μία πολυκεντρική, διεθνής, τυχαιοποιημένη, διπλά τυφλή, ελεγχόμενη με εικονικό φάρμακο κλινική δοκιμή διάρκειας 4 ετών. Τυχαιοποιήθηκαν δώδεκα χιλιάδες διακόσιοι δέκα οκτώ (12.218) ασθενείς ηλικίας άνω των 18 ετών για να λάβουν είτε περινδοπρίλη 8 mg (n=6.110) είτε εικονικό φάρμακο (n=6108). Ο πληθυσμός της δοκιμής είχε ενδείξεις στεφανιαίας νόσου χωρίς ενδείξεις κλινικών σημείων καρδιακής ανεπάρκειας. Συνολικά, 90% των ασθενών είχαν υποστεί προηγούμενο έμφραγμα του μυοκαρδίου ή/και είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη επαναγγείωση στεφανιαίων. Οι περισσότεροι ασθενείς έλαβαν τη φαρμακευτική αγωγή της μελέτης επιπροσθέτως της συμβατικής θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων των αναστολέων αιμοπεταλίων, των υπολιπιδαιμικών παραγόντων και των β-αποκλειστών.
Το κύριο κριτήριο αποτελεσματικότητας ήταν το σύνθετο σημείο της καρδιαγγειακής θνησιμότητας, του μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και της καρδιακής ανακοπής με επιτυχή ανάνηψη. Η θεραπεία με περινδοπρίλη 8 mg άπαξ ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική απόλυτη μείωση του κύριου τελικού σημείου κατά 1,9%, ισοδύναμη με μία μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 20% (95% CI [9,4 - 28,6] - p<0,001). Σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και επαναγγείωσης, παρατηρήθηκε μία απόλυτη μείωση κατά 2,2% που αντιστοιχεί σε μείωση του RRR κατά 22,4% (95% CI [12,0 - 31,6] - p<0,001) στο κύριο τελικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-PERINDOPRIL-ACTAVIS
expand_more
Φαρμακοκινητική
Μετά την από του στόματος χορήγηση, η απορρόφηση της περινδοπρίλης είναι ταχεία και η μέγιστη συγκέντρωση επιτυγχάνεται εντός 1 ώρας. Η βιοδιαθεσιμότητα είναι από 65 έως 70%.
Περίπου 20% της συνολικής ποσότητας της περινδοπρίλης που απορροφάται μετατρέπεται σε περινδοπριλάτη, τον δραστικό μεταβολίτη της. Εκτός από τη δραστική περινδοπριλάτη, η περινδοπρίλη έχει άλλους πέντε μεταβολίτες, οι οποίοι είναι στο σύνολό τους ανενεργοί. Ο χρόνος ημίσειας ζωής της περινδοπρίλης στο πλάσμα είναι ίσος με 1 ώρα.
Η μέγιστη συγκέντρωση της περινδοπριλάτης στο πλάσμα επιτυγχάνεται εντός 3 έως 4 ωρών.
Καθώς η πρόσληψη τροφής μειώνει τη μετατροπή σε περινδοπριλάτη, και συνεπώς τη βιοδιαθεσιμότητα, η περινδοπρίλη θα πρέπει να χορηγείται από του στόματος σε μία μονή ημερήσια δόση το πρωί πριν από ένα γεύμα.
Ο όγκος κατανομής είναι περίπου 0,2 l/kg για την αδέσμευτη περινδοπριλάτη. Η σύνδεση με τις πρωτεΐνες είναι μικρή (η σύνδεση της περινδοπριλάτης με το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης είναι μικρότερη από 30%), αλλά εξαρτάται από τη συγκέντρωση.
Η περινδοπριλάτη απεκκρίνεται στα ούρα και ο χρόνος ημίσειας ζωής του αδέσμευτου κλάσματός της είναι περίπου 3 έως 5 ώρες Ο διαχωρισμός της περινδοπριλάτης που είναι συνδεδεμένη με το μετατρεπτικό ένζυμο της αγγειοτασίνης οδηγεί σε έναν «αποτελεσματικό» χρόνο ημίσειας ζωής απέκκρισης 25 ωρών, ενώ η σταθερή κατάσταση επιτυγχάνεται εντός 4 ημερών.
Δεν παρατηρείται συσσώρευση περινδοπρίλης μετά από επαναλαμβανόμενη χορήγηση.
Η αποβολή της περινδοπριλάτης είναι μειωμένη στους ηλικιωμένους, καθώς και σε ασθενείς με καρδιακή ή νεφρική ανεπάρκεια. Η ρύθμιση της δοσολογίας στη νεφρική ανεπάρκεια είναι επιθυμητή ανάλογα με τον βαθμό της ανεπάρκειας (κάθαρση κρεατινίνης).
Η νεφρική κάθαρση της περινδοπριλάτης είναι ίση με 70 ml/min.
Η κινητική της περινδοπρίλης μεταβάλλεται σε ασθενείς με κίρρωση: η ηπατική κάθαρση του μητρικού μορίου μειώνεται στο ήμισυ. Ωστόσο, δεν μειώνεται η ποσότητα της σχηματισθείσας περινδοπριλάτης και συνεπώς δεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας (βλ. επίσης παραγράφους 4.2 «Δοσολογία και τρόπος χορήγησης» και 4.4 «Ειδικές προειδοποιήσεις και ιδιαίτερες προφυλάξεις κατά τη χρήση»).
ΕΟΦ · 2.6.2
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
expand_more
Αποκλειστές διαύλων ασβεστίου
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου παρεμποδίζουν την είσοδο ιόντων ασβεστίου από τους διαύλους των κυτταρικών μεμβρανών. Η δράση αυτή ασκείται κυρίως στον καρδιακό μυ και τις λείες μυϊκές ίνες των αγγείων. Στον καρδιακό μυ προκαλούν ελάττωση της συσπαστικότητας, η οποία όμως αντισταθμίζεται από την ελάττωση του μεταφορτίου από την αγγειοδιαστολή. Στα αγγεία προκαλείται ελάττωση του μυϊκού τόνου και αγγειοδιαστολή τόσο στα περιφερικά όσο και στα στεφανιαία αγγεία. Τέλος, στο ερεθισματαγωγό σύστημα προκαλούν ελάττωση της ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος. Για τους παραπάνω λόγους θα πρέπει να αποφεύγονται στην καρδιακή ανεπάρκεια την οποία ενδέχεται να επιδεινώσουν.
Οι εκπρόσωποι της ομάδας αυτής διαφέρουν αρκετά ως προς τα σημεία στα οποία ασκεί ο καθένας την κύρια δράση του. Οι διαφορές που παρουσιάζουν μεταξύ τους ως προς τη δράση τους οι ποικίλοι ανταγωνιστές ασβεστίου είναι μεγαλύτερες σε σχέση με εκείνες μεταξύ β-αποκλειστών. Υπάρχουν ως εκ τούτου σημαντικές διαφορές μεταξύ βεραπαμίλης και ανταγωνιστών ασβεστίου που είναι παράγωγα της διυδροπυριδίνης όπως η νιφεδιπίνη, η νικαρδιπίνη και η ισραδιπίνη. Η βεραπαμίλη χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της στηθάγχης, της υπέρτασης και των αρρυθμιών. Μειώνει την καρδιακή παροχή, επιβραδύνει την καρδιακή συχνότητα και πιθανόν να επηρεάσει την κολποκοιλιακή αγωγιμότητα. Μπορεί να προκαλέσει καρδιακή ανεπάρκεια σε ασθενείς με δυσλειτουργία της αριστερής κοιλίας, να επιδεινώσει διαταραχές της αγωγιμότητας και να προκαλέσει υπόταση. Κατά κανόνα, δεν πρέπει να χορηγείται μαζί με β-αποκλειστές. Η δυσκοιλιότητα αποτελεί την πλέον κοινή ανεπιθύμητη ενέργεια.
Η νιφεδιπίνη μειώνει τον τόνο των λείων μυικών ινών και διαστέλλει τις στεφανιαίες και περιφερικές αρτηρίες. Έχει μεγαλύτερη δράση στα αγγεία και μικρότερη στο μυοκάρδιο σε σχέση με τη βεραπαμίλη και δεν έχει αντιαρρυθμική δράση. Σπάνια προκαλεί καρδιακή ανεπάρκεια γιατί ακόμα και η μάλλον ασήμαντη αρνητική ινότροπη δράση της αντιρροπείται από την αγγειοδιασταλτική της. Η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη μοιάζουν με την νιφεδιπίνη και δεν έχουν αρνητική ινότροπη δράση. Έχουν μακρότερο χρόνο δράσης και μπορούν να χορηγηθούν άπαξ ημερησίως. Η νιφεδιπίνη, η αμλοδιπίνη και η φελοδιπίνη χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της στηθάγχης και της υπέρτασης. Είναι πολύτιμα φάρμακα στην αγωγή των μορφών στηθάγχης που σχετίζονται με σπασμό των στεφανιαίων αγγείων. Χρησιμοποιούνται σαν φάρμακα επικουρικά των β-αποκλειστών και σε ασθενείς που δεν ανέχονται τους β-αποκλειστές. Κοινές ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων αυτών είναι οι εξάψεις και η κεφαλαλγία (μειώνεται μετά από μερικές μέρες) καθώς και το οίδημα των κάτω άκρων (δεν ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στη χορήγηση διουρητικών). Οι ανεπιθύμητες ενέργειες οφείλονται στην αγγειοδιασταλτική δράση των φαρμάκων αυτών.
Η ισραδιπίνη και η λασιδιπίνη έχουν παρόμοια δράση με εκείνη της νιφεδιπίνης. Έχουν ένδειξη μόνο για την αγωγή της αρτηριακής υπέρτασης.
Η διλτιαζέμη έχει δράση ενδιάμεση μεταξύ βεραπαμίλης και διυδροπυριδινών. Είναι δραστική στις περισσότερες μορφές της στηθάγχης. Η συσκευασία μακράς δράσης του φαρμάκου αυτού χρησιμοποιείται επίσης για την αγωγή της υπέρτασης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε ασθενείς στους οποίους οι β-αποκλειστές είτε αντενδείκνυνται είτε είναι αναποτελεσματικοί. Έχει μικρότερη αρνητική ινότροπη δράση σε σχέση με την βεραπαμίλη. Η από κοινού χρήση του φαρμάκου με β-αποκλειστές απαιτεί προσοχή.
Οι ανταγωνιστές ασβεστίου δεν μειώνουν τον κίνδυνο εμφράγματος του μυοκαρδίου σε ασθενείς με ασταθή στηθάγχη. Πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε ασθενείς που έχουν συμπτώματα ανθεκτικά μετά από χορήγηση β-αποκλειστών, νιτρωδών, ασπιρίνης και ηπαρίνης.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η απότομη διακοπή φαρμάκου αυτής της κατηγορίας μπορεί να προκαλέσει αύξηση των στηθαγχικών συμπτωμάτων.
DrugBank
Description
expand_more
Description
DrugBank
Indication
expand_more
Indication
DrugBank
Pharmacology
expand_more
Pharmacology
DrugBank
Mechanism of action
expand_more
Mechanism of action
DrugBank
Absorption
expand_more
Absorption
DrugBank
Half life
expand_more
Half life
DrugBank
Protein binding
expand_more
Protein binding
DrugBank
Route of elimination
expand_more
Route of elimination
DrugBank
Toxicity
expand_more
Toxicity
science
PubChem
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
neurology
PubChem
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
biotech
PubChem
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
expand_more
Απορρόφηση / κατανομή / απέκκριση
water_drop
PubChem
Δέσμευση πρωτεϊνών
expand_more
Δέσμευση πρωτεϊνών
hub
PubChem
Μεταβολισμός
expand_more
Μεταβολισμός
hourglass
PubChem
Ημίσεια ζωή
expand_more
Ημίσεια ζωή
category
PubChem
MeSH classification
expand_more
MeSH classification
fact_check
PubChem
FDA classification
expand_more
FDA classification
Ημίσεια ζωή
Δέσμευση πρωτεϊνών
Βιοδιαθεσιμότητα
Απέκκριση
Scientific Profile
Σχετικά Εργαλεία
Πρωτόκολλα Συνταγογράφησης
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ Anti-anginal-1-CCB C08CA01Συμπτωματική 1ης γραμμής — αναστολείς ασβεστίουΣταθερή στηθάγχη — εναλλακτικά ή σε συνδυασμό. Σε ΥΤ/βρογχόσπασμο/μη ανοχή β-αναστολέαΔοσολογία: 5–10 mg × 1 · Συνεχής
Συνταγογραφείται εφόσον ο ασθενής εντάσσεται σε κάποιο από τα παρακάτω βήματα:
-
ΒΗΜΑ 1 C08CA01ΒΗΜΑ 1 — Διπλός συνδυασμός
- Έναρξη φαρμακευτικής αγωγής — προτεινόμενος ο διπλός συνδυασμός
- Μονοθεραπεία μόνο σε: χαμηλό ΚΑ κίνδυνο & ΑΠ < 150/95· υψηλή-φυσιολογική ΑΠ με πολύ υψηλό κίνδυνο· κακή κατάσταση/προχωρημένη ηλικία
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 60% · Συνεχής -
ΒΗΜΑ 2 C08CA01ΒΗΜΑ 2 — Τριπλός συνδυασμός
- Μη επίτευξη στόχου με τον διπλό συνδυασμό
Δοσολογία: Στη μέγιστη ανεκτή δόση — ρύθμιση έως 90% · Συνεχής