Σκευάσματα & Τιμολόγηση
| Σκεύασμα | Περιεκτικότητα | Λιανική |
|---|---|---|
|
PERINDOPRIL/ACTAVIS 2MG/TAB
Διακοπή
|
2 / TAB | 6.45 € |
|
PERINDOPRIL/ACTAVIS 4MG/TAB
Διακοπή
|
4 / TAB | 8.43 € |
|
PERINDOPRIL/ACTAVIS 8MG/TAB
Διακοπή
|
8 / TAB | 13.28 € |
PERINDOPRIL-ACTAVIS — Πληροφορίες Συνταγογράφησης
Περίληψη Χαρακτηριστικών Προϊόντος (ΠΧΠ), ανά ενότητα
medication
Δοσολογία
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Από του στόματος
- Χορήγηση: άπαξ ημερησίως το πρωί πριν από ένα γεύμα
- Δόση έναρξης: 4 mg άπαξ ημερησίως
- Τιτλοποίηση: Η δόση μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg άπαξ ημερησίως μετά από έναν μήνα θεραπείας (για υπέρταση). Για καρδιακή ανεπάρκεια, η δόση των 2 mg μπορεί να αυξηθεί σε 4 mg ημερησίως μετά από 2 εβδομάδες. Για σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσο, η δόση ξεκινά με 4 mg για δύο εβδομάδες και μπορεί να αυξηθεί σε 8 mg. Ηλικιωμένοι ασθενείς ακολουθούν ειδικά σχήματα τιτλοποίησης.
-
Ενήλικες (Υπέρταση)Δόση4 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση8 mg άπαξ ημερησίωςΗ δόση μπορεί να αυξηθεί στα 8 mg μετά από έναν μήνα θεραπείας.
-
Ασθενείς με ισχυρώς ενεργοποιημένο σύστημα ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνηςΔόση2 mg άπαξ ημερησίωςΈναρξη θεραπείας υπό ιατρική παρακολούθηση.
-
Υπερτασικοί ασθενείς που λαμβάνουν διουρητικά (αν δεν μπορούν να διακοπούν)Δόση2 mgΠαρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας και καλίου ορού. Η δόση ρυθμίζεται ανάλογα με την ανταπόκριση της αρτηριακής πίεσης.
-
Ηλικιωμένοι (Υπέρταση)Δόση2 mgΜέγ. δόση8 mgΠροοδευτική αύξηση σε 4 mg μετά από έναν μήνα, μετά σε 8 mg εάν απαραίτητο, ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία.
-
Ασθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΔόση2 mgΜέγ. δόση4 mg ημερησίωςΈναρξη υπό στενή ιατρική παρακολούθηση. Μπορεί να αυξηθεί σε 4 mg μετά από 2 εβδομάδες εάν ανεκτή.
-
Ασθενείς με σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσοΔόση4 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση8 mg άπαξ ημερησίωςΓια δύο εβδομάδες, μετά αύξηση στα 8 mg ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία και την ανεκτικότητα της δόσης των 4 mg.
-
Ηλικιωμένοι (Σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσος)Δόση2 mg άπαξ ημερησίωςΜέγ. δόση8 mg άπαξ ημερησίως2 mg για 1 εβδομάδα, μετά 4 mg για την επόμενη εβδομάδα, μετά έως 8 mg ανάλογα με τη νεφρική λειτουργία και ανεκτικότητα.
-
Ασθενείς με ηπατική ανεπάρκειαΔεν απαιτείται καμία ρύθμιση της δοσολογίας.
-
Παιδιά και έφηβοι (ηλικίας μικρότερης των 18 ετών)Δεν συνιστάται η χρήση.
block
Αντενδείξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στην περινδοπρίλη, σε οποιοδήποτε από τα έκδοχα ή σε άλλους αναστολείς ΜΕΑ
-
Ιστορικό αγγειοοιδήματος που σχετίζεται με προηγούμενη θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ
-
Κληρονομικό ή ιδιοπαθές αγγειοοίδημα
-
Δεύτερο και τρίτο τρίμηνο της κύησηςΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες (δεύτερο και τρίτο τρίμηνο)
warning
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Προειδοποιήσεις & Προφυλάξεις
-
Ασταθής στηθάγχη σε σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσοΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσοΠροσεκτική εκτίμηση αναλογίας οφέλους/κινδύνου πριν τη συνέχιση της θεραπείας εάν εμφανιστεί επεισόδιο ασταθούς στηθάγχης κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας
-
Συμπτωματική υπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΜη επιπλεγμένοι υπερτασικοί ασθενείςΈναρξη θεραπείας και ρύθμιση δοσολογίας υπό στενή παρακολούθηση
-
Συμπτωματική υπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που παρουσιάζουν μείωση του όγκου αίματος (π.χ. λόγω διουρητικής θεραπείας, διατροφικού περιορισμού νατρίου, αιμοκάθαρσης, διάρροιας ή εμέτου) ή σοβαρή, εξαρτώμενη από τη ρενίνη, υπέρτασηΈναρξη θεραπείας και ρύθμιση δοσολογίας υπό στενή παρακολούθηση
-
Συμπτωματική υπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια (με ή χωρίς σχετιζόμενη νεφρική ανεπάρκεια)Έναρξη θεραπείας και ρύθμιση δοσολογίας υπό στενή παρακολούθηση. Τοποθέτηση ασθενή σε ύπτια θέση και ενδοφλέβια έγχυση διαλύματος χλωριούχου νατρίου 9 mg/ml (0,9%) εάν εμφανιστεί υπόταση. Μείωση δόσης ή διακοπή θεραπείας με περινδοπρίλη εάν η υπόταση καταστεί συμπτωματική σε ασθενείς με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.
-
Συμπτωματική υπότασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με ισχαιμική καρδιοπάθεια ή αγγειακή εγκεφαλική νόσοΈναρξη θεραπείας και ρύθμιση δοσολογίας υπό στενή παρακολούθηση
-
Αποφρακτική νόσος καρδιακών βαλβίδωνΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με στένωση της μιτροειδούς βαλβίδας, αορτική στένωση ή υπερτροφική μυοκαρδιοπάθειαΧορήγηση με προσοχή
-
Νεφρική βλάβηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με νεφρική βλάβη (κάθαρση κρεατινίνης <60 ml/min)Ρύθμιση αρχικής δοσολογίας σύμφωνα με κάθαρση κρεατινίνης
-
Νεφρική βλάβηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκειαΠροσοχή για περαιτέρω βλάβη της νεφρικής λειτουργίας λόγω υπότασης
-
Νεφραγγειακή υπέρτασηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς με αμφοτερόπλευρη στένωση των νεφρικών αρτηριών ή στένωση της αρτηρίας σε μονήρη νεφρόΘεραπεία να ξεκινά υπό στενή ιατρική παρακολούθηση με χαμηλές δόσεις και προσεκτική τιτλοποίηση. Διακοπή διουρητικών και παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας κατά τις πρώτες εβδομάδες.
-
Νεφρική βλάβηΠροσοχήΠληθυσμόςΥπερτασικοί ασθενείς χωρίς έκδηλη προϋπάρχουσα νεφραγγειακή νόσο, λαμβάνοντες περινδοπρίλη παράλληλα με διουρητικόΕλάττωση δοσολογίας ή/και διακοπή διουρητικών ή/και περινδοπρίλης εάν εμφανιστούν αυξήσεις στα επίπεδα ουρίας αίματος και κρεατινίνης ορού
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αιμοκάθαρσηΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε αιμοκάθαρση με μεμβράνες υψηλής ροής και λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑΕξέταση χρήσης διαφορετικής μεμβράνης αιμοκάθαρσης ή άλλου αντιυπερτασικού παράγοντα
-
Χρήση σε μεταμόσχευση νεφρούΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που έχουν υποβληθεί σε πρόσφατη μεταμόσχευση νεφρούΔεν υπάρχει πείρα (εφαρμόζεται προσοχή)
-
ΑγγειοοίδημαΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΔιακοπή περινδοπρίλης, κατάλληλη παρακολούθηση έως πλήρη υποχώρηση συμπτωμάτων. Για λαρυγγικό οίδημα, χορήγηση αδρεναλίνης ή/και διατήρηση ανοιχτών αεραγωγών και στενή ιατρική παρακολούθηση.
-
ΑγγειοοίδημαΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς με ιστορικό αγγειοιδήματος που δεν σχετίζεται με αναστολείς ΜΕΑΑυξημένος κίνδυνος αγγειοοιδήματος
-
Εντερικό αγγειοοίδημαΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ με κοιλιακό άλγοςΣυμπερίληψη στην διαφορική διάγνωση
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την αφαίρεση LDLΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αφαίρεσης LDL με θειϊκή δεξτράνηΠροσωρινή διακοπή θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ πριν από κάθε αφαίρεση
-
Αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις κατά την απευαισθητοποίησηΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολέα ΜΕΑ κατά τη διάρκεια αγωγής απευαισθητοποίησης (π.χ. με δηλητήριο υμενόπτερων)Προσωρινή διακοπή θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ
-
Ηπατική ανεπάρκειαΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΔιακοπή θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ και κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση εάν αναπτύξουν ίκτερο ή σημαντικές αυξήσεις ηπατικών ενζύμων
-
Αιματολογικές διαταραχέςΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς με αγγειακή νόσο του κολλαγόνου, υπό ανοσοκατασταλτική θεραπεία, θεραπεία με αλλοπουρινόλη ή προκαϊναµίδη ή συνδυασμό αυτών, ιδιαίτερα με προϋπάρχουσα βλάβη της νεφρικής λειτουργίαςΧρήση με ιδιαίτερη προσοχή, περιοδικός έλεγχος του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων, καθοδήγηση ασθενών να αναφέρουν σημεία λοίμωξης
-
Φυλετικές διαφορές στην αποτελεσματικότητα και τον κίνδυνο αγγειοοιδήματοςΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς της μαύρης φυλήςΕνημέρωση για υψηλότερο ποσοστό αγγειοοιδήματος και πιθανώς λιγότερη αποτελεσματικότητα
-
ΒήχαςΉπιοΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑΛαμβάνεται υπ’ όψιν ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης του βήχα
-
Υπόταση κατά τη χειρουργική επέμβαση/αναισθησίαΠροσοχήΠληθυσμόςΑσθενείς που υποβάλλονται σε μείζονα χειρουργική επέμβαση ή αναισθησία με παράγοντες που προκαλούν υπότασηΔιακοπή θεραπείας μία ημέρα πριν τη χειρουργική επέμβαση. Διόρθωση υπότασης με αύξηση όγκου αίματος εάν εμφανιστεί.
-
ΥπερκαλιαιμίαΣοβαρόΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αναστολείς ΜΕΑ, ιδίως με παράγοντες κινδύνου (νεφρική ανεπάρκεια, προχωρημένη ηλικία, σακχαρώδη διαβήτη κ.λπ.)Χρήση καλιοσυντηρητικών διουρητικών/συμπληρωμάτων καλίου με προσοχή και συχνή παρακολούθηση επιπέδων καλίου στον ορό
-
Γλυκαιμικός έλεγχος σε διαβητικούςΠροσοχήΠληθυσμόςΔιαβητικοί ασθενείς που λαμβάνουν από του στόματος χορηγούμενα αντιδιαβητικά ή ινσουλίνηΣτενή παρακολούθηση γλυκαιμικού ελέγχου κατά τον πρώτο μήνα της θεραπείας με αναστολέα ΜΕΑ
-
Συνδυασμός με λίθιοΠροσοχήΕν γένει δεν συνιστάται ο συνδυασμός λιθίου και περινδοπρίλης
-
Συνδυασμός με καλιοσυντηρητικά διουρητικά, συμπληρώματα καλίου ή υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοΠροσοχήΕν γένει δεν συνιστάται ο συνδυασμός περινδοπρίλης και καλιοσυντηρητικών διουρητικών, συμπληρωμάτων καλίου ή υποκατάστατων άλατος που περιέχουν κάλιο
-
Χορήγηση κατά την κύησηΑντενδείκνυταιΠληθυσμόςΈγκυες γυναίκες ή γυναίκες που προγραμματίζουν κύησηΔεν πρέπει να ξεκινά κατά την κύηση. Αλλαγή σε εναλλακτικές θεραπείες εάν προγραμματίζεται κύηση. Άμεση διακοπή εάν διαγνωσθεί κύηση.
-
Περιεκτικότητα σε λακτόζηΑντένδειξηΠληθυσμόςΑσθενείς με δυσανεξία στη γαλακτόζη, ανεπάρκεια της λακτάσης Lapp ή δυσαπορρόφηση της γλυκόζης-γαλακτόζηςΔεν θα πρέπει να λαμβάνουν αυτό το φάρμακο
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
ΔιουρητικάπροσοχήΥπερβολική μείωση της αρτηριακής πίεσης (υπόταση).ΣύστασηΜείωση πιθανότητας μέσω διακοπής του διουρητικού, αύξησης του όγκου αίματος ή πρόσληψης άλατος πριν την έναρξη της περινδοπρίλης. Έναρξη με χαμηλές, προοδευτικές δόσεις περινδοπρίλης.
-
Καλιοσυντηρητικά διουρητικά (π.χ. σπειρονολακτόνη, τριαμτερένη, αμιλορίδη), συμπληρώματα καλίου, υποκατάστατα άλατος που περιέχουν κάλιοπροσοχήΣημαντική αύξηση των επιπέδων καλίου ορού (υπερκαλιαιμία).ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν η ταυτόχρονη χρήση ενδείκνυται λόγω αποδεδειγμένης υποκαλιαιμίας, με προσοχή και συχνή παρακολούθηση καλίου ορού.
-
προσοχήΑναστρέψιμες αυξήσεις συγκεντρώσεων λιθίου στον ορό και τοξικότητα. Αυξημένος κίνδυνος τοξικότητας με ταυτόχρονη χρήση θειαζιδικών διουρητικών.ΣύστασηΔεν συνιστάται. Εάν κριθεί απαραίτητο, προσεκτική παρακολούθηση των επιπέδων λιθίου στον ορό.
-
Μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα (ΜΣΑΦ), συμπεριλαμβανομένης της ασπιρίνης ≥ 3 g/ημέραπροσοχήΕνίσχυση αντιυπερτασικού αποτελέσματος. Αυξημένος κίνδυνος επιδείνωσης της νεφρικής λειτουργίας (συμπεριλαμβανομένης οξείας νεφρικής ανεπάρκειας) και αύξησης νατρίου στον ορό, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους ασθενείς με προϋπάρχουσα έκπτωση νεφρικής λειτουργίας.ΣύστασηΧορήγηση με προσοχή, επαρκής ενυδάτωση, παρακολούθηση νεφρικής λειτουργίας μετά την έναρξη και περιοδικά.
-
Αντιυπερτασικοί παράγοντες και αγγειοδιασταλτικά (π.χ. νιτρογλυκερίνη, άλλα νιτρώδη)παρακολούθησηΑύξηση των υποτασικών επιδράσεων της περινδοπρίλης, περαιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Αντιδιαβητικοί παράγοντες (ινσουλίνες, αντιδιαβητικοί παράγοντες από το στόμα)παρακολούθησηΑυξημένη μειωτική της γλυκόζης επίδραση, κίνδυνος υπογλυκαιμίας, ιδιαίτερα κατά τις πρώτες εβδομάδες και σε ασθενείς με νεφρική βλάβη.
-
Ακετυλοσαλικυλικό οξύ (ως θρομβολυτικό), θρομβολυτικά, β-αποκλειστές, νιτρώδηπαρακολούθησηΜπορούν να χρησιμοποιηθούν ταυτόχρονα.
-
Τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά / Αντιψυχωσικά / ΑναισθητικάπροσοχήΠεραιτέρω μείωση της αρτηριακής πίεσης.
-
Χρυσός (ενέσιμος χρυσοθειομηλικός νάτριο)προσοχήΣπάνιες νιτροειδείς κρίσεις (ερυθρότητα προσώπου, ναυτία, έμετος, υπόταση).
-
ΣυμπαθητικομιμητικάπαρακολούθησηΕνδέχεται να ελαττώσουν τις αντιυπερτασικές επιδράσεις των αναστολέων ΜΕΑ.
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
ΠΧΠ (SPC)
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπογλυκαιμία
- Μειώσεις επιπέδων αιμοσφαιρίνης
- Μειώσεις επιπέδων αιματοκρίτη
- Θρομβοκυτταροπενία
- Λευκοπενία
- Ουδετεροπενία
- Ακοκκιοκυττάρωση
- Πανκυτταροπενία
- Αιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με ανεπάρκεια G-6PDH) (Πολύ σπάνιες)
- Διαταραχές της διάθεσης ή του ύπνου (Ασυνήθεις)
- Κεφαλαλγία
- Ζάλη
- Ίλιγγος
- Παραισθησία
- Δυσγευσία
- Σύγχυση
- Διαταραχή όρασης
- Εμβοές
- Αρρυθμία
- Στηθάγχη
- Έμφραγμα του μυοκαρδίου
- Υπόταση και επιδράσεις οφειλόμενες σε υπόταση (Συνήθεις)
- Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο
- Αγγειίτιδα
- Βήχας
- Δύσπνοια
- Βρογχόσπασμος
- Ηωσινοφιλική πνευμονία
- Ρινίτιδα
- Ναυτία
- Έμετος
- Κοιλιακό άλγος
- Δυσπεψία
- Διάρροια
- Δυσκοιλιότητα
- Ξηροστομία
- Παγκρεατίτιδα
- Ηπατίτιδα (κυτταρολυτική είτε χολοστατική) (Πολύ σπάνιες)
- Εξάνθημα
- Κνησμός
- Κνίδωση
- Πολύμορφο ερύθημα
- Εφίδρωση
- Αγγειοοίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, βλεννογόνων, γλώσσας, γλωττίδας ή/και λάρυγγα) (Ασυνήθεις)
- Μυϊκές κράμπες
- Νεφρική ανεπάρκεια
- Οξεία νεφρική ανεπάρκεια
- Ανικανότητα
- Εξασθένηση
- Αύξηση των επιπέδων ουρίας αίματος (Μη γνωστές)
- Αύξηση της κρεατινίνης πλάσματος (Μη γνωστές)
- Υπερκαλιαιμία (αναστρέψιμη) (Μη γνωστές)
- Αύξηση των ηπατικών ενζύμων (Σπάνιες)
- Αύξηση της χολερυθρίνης ορού (Σπάνιες)
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΑυξημένα επίπεδα ηπατικών ενζύμωνΕργαστηριακές
-
ΣπάνιεςΑύξηση χολερυθρίνης ορούΕργαστηριακές
-
Πολύ σπάνιεςΈμφραγμα του μυοκαρδίουΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΑγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιοΝευρικό
-
Πολύ σπάνιεςΑιμολυτική αναιμία (σε ασθενείς με ανεπάρκεια G-6PDH)Διαταραχές του αιμοποιητικού και του λεμφικού συστήματος
-
Πολύ σπάνιεςΑκοκκιοκυττάρωσηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΑρρυθμίαΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΗπατίτιδαΉπαρ
-
Πολύ σπάνιεςΗωσινοφιλική πνευμονίαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΘρομβοκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΛευκοπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένη αιμοσφαιρίνηΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΜειωμένος αιματοκρίτηςΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΟξεία νεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
Πολύ σπάνιεςΟυδετεροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠαγκρεατίτιδαΓαστρεντερικό
-
Πολύ σπάνιεςΠανκυτταροπενίαΑίμα
-
Πολύ σπάνιεςΠολύμορφο ερύθημαΔέρμα
-
Πολύ σπάνιεςΡινίτιδαΑναπνευστικό
-
Πολύ σπάνιεςΣτηθάγχηΚαρδιά
-
Πολύ σπάνιεςΣύγχυσηΨυχιατρικές
-
ΣυνήθειςΈμετοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΊλιγγοςΝευρικό
-
Μη γνωστέςΑγγειίτιδαΑγγειακές
-
ΑσυνήθειςΑγγειοοίδημα (προσώπου, άκρων, χειλέων, βλεννογόνων, γλώσσας, γλωττίδας ή/και λάρυγγα)Διαταραχές του δέρματος και του υποδόριου ιστού
-
ΑσυνήθειςΑνικανότηταΑναπαραγωγικό
-
Μη γνωστέςΑύξηση κρεατινίνης πλάσματοςΕργαστηριακές
-
Μη γνωστέςΑύξηση ουρίας αίματοςΕργαστηριακές
-
ΣυνήθειςΒήχαςΑναπνευστικό
-
ΑσυνήθειςΒρογχόσπασμοςΑναπνευστικό
-
ΣυνήθειςΔιάρροιαΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθειςΔιαταραχές διάθεσηςΨυχιατρικές
-
ΑσυνήθειςΔιαταραχές του ύπνουΨυχιατρικές
-
ΣυνήθειςΔιαταραχές όρασηςΟφθαλμικές
-
ΣυνήθειςΔυσγευσίαΝευρικό
-
ΣυνήθειςΔυσκοιλιότηταΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔυσπεψίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΔύσπνοιαΑναπνευστικό
-
ΣυνήθειςΕμβοέςΑυτί
-
ΣυνήθειςΕξάνθημαΔέρμα
-
ΣυνήθειςΕξασθένησηΓενικές
-
ΣυνήθειςΕπιδράσεις λόγω υπότασηςΑγγειακές
-
ΑσυνήθειςΕφίδρωσηΔέρμα
-
ΣυνήθειςΖάληΝευρικό
-
ΣυνήθειςΚεφαλαλγίαΝευρικό
-
ΑσυνήθειςΚνίδωσηΔέρμα
-
ΣυνήθειςΚνησμόςΔέρμα
-
ΣυνήθειςΚοιλιακό άλγοςΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΜυϊκές κράμπεςΜυοσκελετικό
-
ΣυνήθειςΝαυτίαΓαστρεντερικό
-
ΑσυνήθειςΝεφρική ανεπάρκειαΝεφρά/Ουροποιητικό
-
ΑσυνήθειςΞηροστομίαΓαστρεντερικό
-
ΣυνήθειςΠαραισθησίαΝευρικό
-
Μη γνωστέςΥπερκαλιαιμία (αναστρέψιμη)Διερευνήσεις
-
Μη γνωστέςΥπογλυκαιμίαΜεταβολισμός
-
ΣυνήθειςΥπότασηΑγγειακές
pregnant_woman
Κύηση / Γαλουχία
ΠΧΠ (SPC)
Επίπεδο κινδύνου: Αντενδείκνυται
expand_more
Κύηση / Γαλουχία
-
ΚύησηΗ χρήση αναστολέων ΜΕΑ δεν συνιστάται κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης. Η χρήση των αναστολέων ΜΕΑ αντενδείκνυται κατά τη διάρκεια του 2ου και 3ου τριμήνου της κύησης.Οι επιδημιολογικές ενδείξεις σχετικά με τον κίνδυνο τερατογένεσης μετά από έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της κύησης ήταν αμφιλεγόμενες. Ωστόσο, μία μικρή αύξηση του κινδύνου δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Εκτός εάν η συνέχιση της θεραπείας με αναστολείς ΜΕΑ κρίνεται απαραίτητη, οι ασθενείς που σχεδιάζουν να μείνουν έγκυοι θα πρέπει να αλλάζουν σε εναλλακτικές αντιυπερτασικές θεραπείες που έχουν εδραιωμένο προφίλ ασφαλείας για χρήση κατά την κύηση. Όταν διαγνωσθεί κύηση, η θεραπεία με αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να διακόπτεται αμέσως και, εάν κρίνεται κατάλληλο, θα πρέπει να ξεκινά εναλλακτική θεραπεία. Η έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ / AIIRA κατά τη διάρκεια του δευτέρου και τρίτου τριμήνου της κύησης, είναι γνωστό ότι προκαλεί εµβρυοτοξικότητα στον άνθρωπο (μειωμένη νεφρική λειτουργία, ολιγοϋδράµνιο, καθυστέρηση της οστεοποίησης του κρανίου) και νεογνική τοξικότητα (νεφρική ανεπάρκεια, υπόταση, υπερκαλιαιµία) (βλ. επίσης Προκλινικά δεδομένα). Εάν υπάρχει έκθεση σε αναστολείς ΜΕΑ από το δεύτερο τρίμηνο της κύησης, συνιστάται υπερηχογραφικός έλεγχος της νεφρικής λειτουργίας και του κρανίου του εμβρύου. Βρέφη των οποίων οι μητέρες έχουν λάβει αναστολείς ΜΕΑ θα πρέπει να παρακολουθούνται στενά για την εμφάνιση υπότασης (βλ. επίσης Αντενδείξεις και Ειδικές προειδοποιήσεις).
-
ΓαλουχίαΗ χρήση του Perindopril/Περινδοπρίλη δεν συνιστάται και προτιμώνται εναλλακτικές θεραπείες με καλύτερα τεκμηριωμένα προφίλ ασφαλείας κατά τη διάρκεια της γαλουχίας, ιδιαιτέρως κατά τον θηλασμό ενός νεογέννητου ή πρόωρου βρέφους.Δεν υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του Perindopril/Περινδοπρίλη κατά τη διάρκεια της γαλουχίας.
biotech
Φαρμακολογία
Φαρμακοδυναμική & Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακολογία
Φαρμακοθεραπευτική ομάδα
Αναστολείς ΜΕΑ, περινδοπρίλη. Κωδικός ATC: C09A A04
Μηχανισμός δράσης
Η περινδοπρίλη είναι ένας αναστολέας του ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτασίνη Ι σε αγγειοτασίνη ΙΙ (Μετατρεπτικό Ένζυμο Αγγειοτασίνης, ΜΕΑ). Το μετατρεπτικό ένζυμο, ή κινάση, είναι μία εξωπεπτιδάση που επιτρέπει τη μετατροπή της αγγειοτασίνης Ι στην αγγειοσυσπαστική αγγειοτασίνη ΙΙ, όπως επίσης προκαλεί την αποδόμηση της αγγειοδιασταλτικής βραδυκινίνης σε ένα αδρανές επταπεπτίδιο. Η αναστολή του ΜΕΑ προκαλεί μία μείωση της αγγειοτασίνης ΙΙ στο πλάσμα, η οποία οδηγεί σε αυξημένη δραστηριότητα της ρενίνης πλάσματος (μέσω αναστολής της αρνητικής ανάδρασης της απελευθέρωσης ρενίνης) και μειωμένη έκκριση αλδοστερόνης. Καθώς το ΜΕΑ ενεργοποιεί τη βραδυκινίνη, η αναστολή του ΜΕΑ οδηγεί επίσης σε αυξημένη δραστηριότητα των κυκλοφορούντων και τοπικών συστημάτων καλλικρεΐνης-κινίνης (και συνεπώς επίσης στην ενεργοποίηση του συστήματος της προσταγλανδίνης). Είναι πιθανό ότι αυτός ο μηχανισμός συμβάλλει στη μειωτική της αρτηριακής πίεσης δράση των αναστολέων ΜΕΑ και είναι μερικώς υπεύθυνο για ορισμένες από τις ανεπιθύμητες ενέργειές τους (π.χ. βήχας). Η περινδοπρίλη δρα μέσω του δραστικού μεταβολίτη της, της περινδοπριλάτης. Οι άλλοι μεταβολίτες δεν καταδεικνύουν αναστολή της δραστηριότητας του ΜΕΑ in vitro.
Φαρμακοδυναμικές επιδράσεις
Υπέρταση
Η περινδοπρίλη είναι δραστική σε όλους τους βαθμούς βαρύτητας της υπέρτασης. Παρατηρείται μία μείωση της συστολικής και της διαστολικής αρτηριακής πίεσης τόσο σε ύπτια όσο και σε όρθια θέση. Η περινδοπρίλη μειώνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις, οδηγώντας σε μείωση της αρτηριακής πίεσης. Ως αποτέλεσμα αυτού, η ροή του περιφερικού αίματος αυξάνεται, χωρίς καμία επίδραση στον καρδιακό ρυθμό. Η νεφρική ροή του αίματος κατά κανόνα αυξάνεται, ενώ ο ρυθμός σπειραματικής διήθησης (GFR) είναι συνήθως αμετάβλητος. Η αντιυπερτασική δραστηριότητα είναι μέγιστη μεταξύ 4 και 6 ωρών μετά από μία μονή δόση και διατηρείται για τουλάχιστον 24 ώρες: η επίδραση στη φάση ύφεσης είναι περίπου το 87-100% της επίδρασης στη φάση αιχμής. Η μείωση της αρτηριακής πίεσης πραγματοποιείται ταχέως. Στους ανταποκριθέντες ασθενείς, η ομαλοποίηση επιτυγχάνεται εντός ενός μήνα και εμμένει χωρίς την εμφάνιση ταχυφύλαξης. Η διακοπή της θεραπείας δεν οδηγεί σε φαινόμενο υποτροπής (rebound effect). Η περινδοπρίλη μειώνει την υπερτροφία της αριστερής κοιλίας. Στον άνθρωπο, η περινδοπρίλη έχει επιβεβαιωθεί ότι επιδεικνύει αγγειοδιασταλτικές ιδιότητες. Βελτιώνει την ελαστικότητα των μεγάλων αρτηριών και μειώνει το λόγο μέσου χιτώνα/αυλού των μικρών αρτηριών. Η συμπληρωματική θεραπεία με θειαζιδικό διουρητικό έχει ως αποτέλεσμα συνεργία αθροιστικού τύπου. Ο συνδυασμός ενός αναστολέα ΜΕΑ με μία θειαζίδη μειώνει επίσης τον κίνδυνο υποκαλιαιμίας που προκαλείται από τη θεραπεία με διουρητικά.
Καρδιακή ανεπάρκεια
Η περινδοπρίλη μειώνει το καρδιακό έργο μέσω της μείωσης του προφορτίου και του μεταφορτίου. Μελέτες σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια έχουν καταδείξει:
- μείωση της πίεσης πλήρωσης της αριστερής και της δεξιάς κοιλίας,
- μείωση των συνολικών περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων,
- αύξηση της καρδιακής παροχής και βελτίωση του καρδιακού δείκτη. Σε συγκριτικές μελέτες, η πρώτη χορήγηση 2 mg περινδοπρίλης σε ασθενείς με ήπια έως μέτρια καρδιακή ανεπάρκεια δεν σχετίστηκε με οποιαδήποτε σημαντική μείωση της αρτηριακής πίεσης σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο.
Ασθενείς με σταθεροποιημένη στεφανιαία νόσο
Η μελέτη EUROPA έδειξε ότι η θεραπεία με περινδοπρίλη 8 mg άπαξ ημερησίως είχε ως αποτέλεσμα μία σημαντική απόλυτη μείωση του κύριου τελικού σημείου (καρδιαγγειακής θνησιμότητας, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και καρδιακής ανακοπής με επιτυχή ανάνηψη) κατά 1,9%, ισοδύναμη με μία μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 20% (95% CI [9,4 - 28,6] - p<0,001). Σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή/και επαναγγείωσης, παρατηρήθηκε μία απόλυτη μείωση κατά 2,2% που αντιστοιχεί σε μείωση του RRR κατά 22,4% (95% CI [12,0 - 31,6] - p<0,001) στο κύριο τελικό σημείο σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο.