ANTITHROMBIN III
Αντιθρομβίνη III
Θεραπευτικός παράγοντας σε κλινική χρήση. Δείτε το κλινικό και φαρμακολογικό προφίλ για περισσότερες λεπτομέρειες.
Εμπορικά Ονόματα
Κλινική Σύνοψη
Προτεραιότητα πηγών: SPC, ΕΟΦ, DrugBank
medication
SPC-KYBERNIN-P
Δοσολογία
expand_more
Δοσολογία
- Οδός: Ενδοφλέβια
- Χορήγηση: Βραδεία ένεση ή έγχυση (μέγιστο 4 ml/min)
- Δόση έναρξης: 30-50 IU/kg (στη συγγενή ανεπάρκεια)
- Τιτλοποίηση: Η δοσολογία και η συχνότητα, καθώς και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται στα βιολογικά δεδομένα και την κλινική κατάσταση. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα άνω του 80%.
-
Συγγενής ανεπάρκειαΔόση30-50 IU/kgΗ δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό θρομβοεμβολικών επεισοδίων, τους πραγματικούς κλινικούς παράγοντες κινδύνου και την εργαστηριακή αξιολόγηση.
-
Επίκτητη ανεπάρκειαΗ δοσολογία και η διάρκεια της θεραπείας εξαρτώνται από τα επίπεδα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα, την παρουσία σημείων αυξημένου μεταβολισμού, την υποκείμενη νόσο και τη βαρύτητα της κλινικής κατάστασης. Η χορηγητέα ποσότητα και η συχνότητα χορήγησης πρέπει πάντοτε να καθορίζονται με βάση την κλινική αποτελεσματικότητα και την εργαστηριακή αξιολόγηση.
-
Παιδιατρικός πληθυσμόςΔόση40-60 IU/kg/ημέραΗ δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται συχνότερα και να μην ξεπερνά το 120%.
block
SPC-KYBERNIN-P
Αντενδείξεις
expand_more
Αντενδείξεις
-
Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα.
warning
SPC-KYBERNIN-P
Προειδοποιήσεις
expand_more
Προειδοποιήσεις
-
Χρήση σε πρόωρα νεογνά για IRDSΠροσοχήΠληθυσμόςπρόωρα νεογνάΥποδεικνύει αυξημένο κίνδυνο ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θνησιμότητας, απουσία αποδεδειγμένης ευεργετικής επίδρασης.
-
Αντιδράσεις υπερευαισθησίαςΕίναι πιθανές αλλεργικού τύπου αντιδράσεις υπερευαισθησίας. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για τυχόν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της έγχυσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα σημεία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας (εξανθήματα, κνίδωση, σύσφιγξη θώρακα, συριγμός, υπόταση, αναφυλαξία). Εάν τα συμπτώματα εμφανιστούν, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώσουν το γιατρό τους. Σε περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να χορηγείται η τυπική θεραπευτική αγωγή.
-
Ιολογική ασφάλειαΤα μέτρα παραγωγής είναι αποτελεσματικά έναντι ελυτροφόρων ιών (HIV, HBV, HCV), αλλά μπορεί να έχουν μειωμένη αξία έναντι μη ελυτροφόρων ιών (HAV, παρβοϊός Β19). Η λοίμωξη από παρβοϊό Β19 είναι σοβαρή για έγκυες γυναίκες και άτομα με ανοσοανεπάρκεια ή αυξημένη ερυθροποίηση. Συνιστάται η καταγραφή ονομασίας και παρτίδας του προϊόντος. Πρέπει να εξετάζεται ο εμβολιασμός (ηπατίτιδα Α και Β) για ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά/επαναλαμβανόμενα προϊόντα αντιθρομβίνης.
-
Χρήση μαζί με ηπαρίνηΠληθυσμόςΑσθενείς που λαμβάνουν αντιθρομβίνη μαζί με ηπαρίνηΓια την προσαρμογή της δόσης της ηπαρίνης και την αποφυγή υπερβολικής μείωσης της πηκτικότητας, απαιτούνται τακτικοί έλεγχοι της έκτασης των αντι-πηκτικών μηχανισμών (ΑΡΡΤ και αντι- FΧa δραστικότητα) ανά μικρά διαστήματα, ειδικά στα πρώτα λεπτά/ώρες. Απαιτείται καθημερινή μέτρηση των επιπέδων της αντιθρομβίνης για την προσαρμογή της δόσης, λόγω κινδύνου μείωσης των επιπέδων από παρατεταμένη θεραπεία με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
swap_horiz
SPC-KYBERNIN-P
Αλληλεπιδράσεις
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
-
προσοχήΑυξάνει τον κίνδυνο αιμορραγίας κατά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων ηπαρίνης. Ενισχύει έντονα τη δράση της αντιθρομβίνης. Μειώνει σημαντικά τον χρόνο ημίσειας ζωής της αντιθρομβίνης.ΣύστασηΗ σύγχρονη χορήγηση ηπαρίνης και αντιθρομβίνης σε ασθενή με αυξημένο κίνδυνο αιμορραγίας πρέπει να παρακολουθείται κλινικά και βιολογικά.
sick
SPC-KYBERNIN-P
Ανεπιθύμητες ενέργειες
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
- Υπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις (που μπορεί να περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, αίσθημα καύσου και νυγμού στο σημείο της έγχυσης, ρίγη, ερύθημα, γενικευμένη κνίδωση, κεφαλαλγία, εξάνθημα, υπόταση, λήθαργο, ναυτία, ανησυχία, ταχυκαρδία, αίσθημα σύσφιξης στο θώρακα, αιμωδία, έμετο, συριγμό)
- σοβαρή αναφυλαξία
- καταπληξία
- Πυρεξία
Λεπτομέρειες κατά συχνότητα expand_more
-
ΣπάνιεςΥπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σοβαρή αναφυλαξία και καταπληξίαΔιαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος
-
ΣπάνιεςΠυρεξίαΓενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης
pregnant_woman
SPC-KYBERNIN-P
Κύηση / γαλουχία
Επίπεδο κινδύνου: Με προσοχή
expand_more
Κύηση / γαλουχία
-
ΚύησηΜε προσοχήΔεν υπάρχει αρνητική εμπειρία σχετικά με τη χρήση κατά την κύηση. Ωστόσο, το Kybernin πρέπει να χορηγείται σε έγκυες γυναίκες με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης μόνο εφόσον ενδείκνυται σαφώς, λαμβάνοντας υπόψη ότι η κύηση ενέχει αυξημένο κίνδυνο θρομβοεμβολικών επεισοδίων.
-
ΓαλουχίαΜε προσοχήΔεν υπάρχει αρνητική εμπειρία σχετικά με τη χρήση κατά τη γαλουχία. Ωστόσο, το Kybernin πρέπει να χορηγείται σε θηλάζουσες γυναίκες με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης μόνο εφόσον ενδείκνυται σαφώς.
neurology
SPC-KYBERNIN-P
Μηχανισμός δράσης
expand_more
Μηχανισμός δράσης
monitor_heart
SPC-KYBERNIN-P
Φαρμακοδυναμική
expand_more
Φαρμακοδυναμική
biotech
SPC-KYBERNIN-P
Φαρμακοκινητική
expand_more
Φαρμακοκινητική
Σκευάσματα & Τιμολόγηση
Μονογραφίες Πηγών
Αναλυτικό περιεχόμενο ανά πηγή για τεκμηρίωση και έλεγχο
medication
Δοσολογία
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Δοσολογία
Η θεραπεία πρέπει να ξεκινά υπό την επιτήρηση ιατρού, έμπειρου στη θεραπεία ασθενών με ανεπάρκεια αντιθρομβίνης.
Δοσολογία
Στη συγγενή ανεπάρκεια, η δοσολογία πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή, λαμβάνοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό θρομβοεμβολικών επεισοδίων, τους πραγματικούς κλινικούς παράγοντες κινδύνου και την εργαστηριακή αξιολόγηση.
Η δοσολογία και η διάρκεια της θεραπείας υποκατάστασης στην επίκτητη ανεπάρκεια εξαρτώνται από τα επίπεδα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα, την παρουσία σημείων αυξημένου μεταβολισμού, την υποκείμενη νόσο και τη βαρύτητα της κλινικής κατάστασης. Η χορηγητέα ποσότητα και η συχνότητα χορήγησης πρέπει πάντοτε να καθορίζονται με βάση την κλινική αποτελεσματικότητα και την εργαστηριακή αξιολόγηση στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Ο αριθμός των μονάδων της αντιθρομβίνης που χορηγούνται, εκφράζεται σε Διεθνείς Μονάδες (IU), οι οποίες αντιστοιχούν στα σημερινά πρότυπα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO) για την αντιθρομβίνη. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα εκφράζεται είτε ποσοστιαία (σε σχέση με το φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα) ή σε Διεθνείς Μονάδες (σε σχέση με τα Διεθνή Πρότυπα για την αντιθρομβίνη στο πλάσμα).
Μια διεθνής μονάδα (IU) δραστικότητας αντιθρομβίνης ισοδυναμεί με την ποσότητα αντιθρομβίνης σε ένα ml φυσιολογικού ανθρώπινου πλάσματος. Ο υπολογισμός της απαιτούμενης δόσης της αντιθρομβίνης βασίζεται στο εμπειρικό εύρημα ότι 1 Διεθνής Μονάδα (IU) αντιθρομβίνης ανά kg σωματικού βάρους αυξάνει τη δραστικότητα της αντιθρομβίνης στο πλάσμα κατά 1,5% περίπου.
Η αρχική δόση καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο τύπο: Απαιτούμενες μονάδες = σωματικό βάρος [kg] x (100 - πραγματική δραστικότητα αντιθρομβίνης [%]) x 2/3
Η αρχική στοχευόμενη δραστικότητα αντιθρομβίνης εξαρτάται από την κλινική κατάσταση. Όταν καθορίζεται η ένδειξη για την υποκατάσταση της αντιθρομβίνης, η δόση πρέπει να είναι αρκετή ώστε να επιτευχθεί η επιθυμητή δραστικότητα αντιθρομβίνης και να διατηρηθούν τα αποτελεσματικά επίπεδα.
Η δοσολογία πρέπει να καθορίζεται και να παρακολουθείται βάσει των εργαστηριακών μετρήσεων της δραστικότητας της αντιθρομβίνης, που πρέπει να διενεργούνται τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα μέχρι να σταθεροποιηθεί ο ασθενής και στη συνέχεια μια φορά την ημέρα, κατά προτίμηση λίγο πριν από την επόμενη έγχυση. Για τη διόρθωση της δοσολογίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο τα σημεία του αυξημένου μεταβολισμού της αντιθρομβίνης σύμφωνα με τον εργαστηριακό έλεγχο, όσο και η κλινική πορεία. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να διατηρείται σε επίπεδα άνω του 80 % για τη διάρκεια της θεραπείας, εκτός εάν τα κλινικά δεδομένα υποδεικνύουν διαφορετικά αποτελεσματικά επίπεδα.
Η συνήθης δόση εκκίνησης στη συγγενή ανεπάρκεια είναι 30-50 IU/kg.
Στη συνέχεια, η δοσολογία και η συχνότητα, καθώς και η διάρκεια της θεραπείας πρέπει να προσαρμόζονται στα βιολογικά δεδομένα και την κλινική κατάσταση.
Παιδιατρικός πληθυσμός:
40-60 IU αντιθρομβίνης ανά kg βάρους σώματος την ημέρα, ανάλογα με την κατάσταση της πήξης του αίματος. Εάν η κλινική κατάσταση το απαιτεί, μπορεί να χρειαστούν υψηλότερες δοσολογίες σε μεμονωμένες περιπτώσεις. Τότε, η δραστικότητα της αντιθρομβίνης πρέπει να παρακολουθείται συχνότερα και να μην ξεπερνά το 120%.
Τρόπος χορήγησης
Για οδηγίες σχετικά με την ανασύσταση του φαρμακευτικού προϊόντος πριν από τη χορήγηση, βλέπε παράγραφο 6.6. Πραγματοποιείστε βραδεία ενδοφλέβια ένεση ή έγχυση του διαλύματος (μέγιστο 4 ml/min).
block
Αντενδείξεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Αντενδείξεις
Αντενδείξεις
- Υπερευαισθησία στη δραστική ουσία ή σε κάποιο από τα έκδοχα που αναφέρονται στην παράγραφο 6.1.
warning
Προειδοποιήσεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Προειδοποιήσεις
Ειδικές προειδοποιήσεις και προφυλάξεις κατά τη χρήση
Τα δεδομένα από κλινικές δοκιμές και συστηματικές αξιολογήσεις σχετικά με τη χρήση της αντιθρομβίνης στη θεραπεία πρόωρων νεογνών για τη μη εγκεκριμένη ένδειξη του Συνδρόμου Αναπνευστικής Δυσχέρειας Νεογνών (IRDS) υποδεικνύουν αυξημένο κίνδυνο ενδοκρανιακής αιμορραγίας και θνησιμότητας, απουσία αποδεδειγμένης ευεργετικής επίδρασης.
Όπως με όλα τα ενδοφλέβια χορηγούμενα προϊόντα πρωτεϊνών, αλλεργικού τύπου αντιδράσεις υπερευαισθησίας είναι πιθανές. Οι ασθενείς πρέπει να παρακολουθούνται στενά και να παρατηρούνται προσεκτικά για τυχόν συμπτώματα καθ’ όλη τη χρονική διάρκεια της έγχυσης. Οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται για τα πρώιμα σημεία των αντιδράσεων υπερευαισθησίας, συμπεριλαμβανομένων εξανθημάτων, γενικευμένης κνίδωσης, αίσθησης σύσφιγξης στο θώρακα, συριγμού, υπότασης και αναφυλαξίας. Εάν τα συμπτώματα αυτά εμφανιστούν μετά τη χορήγηση, οι ασθενείς πρέπει να ενημερώσουν το γιατρό τους.
Σε περίπτωση καταπληξίας, πρέπει να χορηγείται η τυπική θεραπευτική αγωγή.
Ιολογική ασφάλεια
Τα καθιερωμένα μέτρα για την πρόληψη των λοιμώξεων που προκύπτουν από τη χρήση φαρμακευτικών προϊόντων που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα περιλαμβάνουν την επιλογή των δοτών, τον έλεγχο των μεμονωμένων δωρεών και των δεξαμενών πλάσματος για ειδικούς δείκτες λοιμώξεων καθώς και την εισαγωγή αποτελεσματικών σταδίων για την αδρανοποίηση/απομάκρυνση ιών στην παραγωγική διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, όταν χορηγούνται φαρμακευτικά προϊόντα που παρασκευάζονται από ανθρώπινο αίμα ή πλάσμα, η πιθανότητα μετάδοσης λοιμωδών παραγόντων δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως. Αυτό ισχύει επίσης για άγνωστους ή ανακύπτοντες ιούς και άλλα παθογόνα.
Τα μέτρα που λαμβάνονται θεωρούνται αποτελεσματικά έναντι των ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ανθρώπινης ανοσοανεπάρκειας (HIV), ο ιός της ηπατίτιδας Β (HΒV) και ο ιός της ηπατίτιδας C (HCV).
Τα λαμβανόμενα μέτρα μπορεί να έχουν μειωμένη αξία έναντι των μη ελυτροφόρων ιών όπως ο ιός της ηπατίτιδας Α (HAV) και ο παρβοϊός Β19.
Η λοίμωξη από παρβοϊό Β19 μπορεί να είναι σοβαρή για τις έγκυες γυναίκες (εμβρυϊκή λοίμωξη) και για τα άτομα με ανοσοανεπάρκεια ή αυξημένη ερυθροποίηση (π.χ. αιμολυτική αναιμία).
Συνιστάται έντονα, κάθε φορά που το Kybernin χορηγείται σε έναν ασθενή, να καταγράφεται η ονομασία και ο αριθμός παρτίδας του προϊόντος, ώστε να διατηρείται ένας σύνδεσμος μεταξύ του ασθενούς και της παρτίδας του προϊόντος.
Πρέπει να εξετάζεται το ενδεχόμενο κατάλληλου εμβολιασμού (ηπατίτιδα Α και Β) σε ασθενείς που λαμβάνουν τακτικά/επαναλαμβανόμενα προϊόντα αντιθρομβίνης που προέρχονται από ανθρώπινο πλάσμα.
Κλινική και Βιολογική επαγρύπνηση, όταν η αντιθρομβίνη χρησιμοποιείται μαζί με ηπαρίνη:
- Για την προσαρμογή της δόσης της ηπαρίνης και την αποφυγή της υπερβολικής μείωσης της πηκτικότητας, πρέπει να διεξάγονται τακτικά έλεγχοι της έκτασης των αντι-πηκτικών μηχανισμών (ΑΡΡΤ και, όπου ενδείκνυται, αντι- FΧa δραστικότητα), ανά μικρά διαστήματα και ιδιαίτερα τα πρώτα λεπτά/ώρες μετά την έναρξη της χρήσης της αντιθρομβίνης.
- Καθημερινή μέτρηση των επιπέδων της αντιθρομβίνης, με σκοπό την προσαρμογή της εξατομικευμένης δόσης, λόγω του κινδύνου μείωσης των επιπέδων της αντιθρομβίνης από τη λήψη παρατεταμένης θεραπευτικής αγωγής με μη κλασματοποιημένη ηπαρίνη.
swap_horiz
Αλληλεπιδράσεις
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Αλληλεπιδράσεις
sick
Ανεπιθύμητες ενέργειες
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Ανεπιθύμητες ενέργειες
Υπερευαισθησία ή αλλεργικές αντιδράσεις (που μπορεί να περιλαμβάνουν αγγειοοίδημα, αίσθημα καύσου και νυγμού στο σημείο της έγχυσης, ρίγη, ερύθημα, γενικευμένη κνίδωση, κεφαλαλγία, εξάνθημα, υπόταση, λήθαργο, ναυτία, ανησυχία, ταχυκαρδία, αίσθημα σύσφιξης στο θώρακα, αιμωδία, έμετο, συριγμό) έχουν παρατηρηθεί σπανίως και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να εξελιχθούν σε σοβαρή αναφυλαξία (περιλαμβανομένης της καταπληξίας). Σε σπάνιες περιπτώσεις έχει παρατηρηθεί πυρετός.
Οι ακόλουθες ανεπιθύμητες ενέργειες βασίζονται στην μετεγκριτική εμπειρία. Στις περιπτώσεις για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα, χρησιμοποιήθηκαν οι παρακάτω πρότυπες κατηγορίες συχνότητας: Πολύ συχνές 1/10 Συχνές 1/100 έως <1/10 Όχι συχνές 1/1.000 έως <1/100 Σπάνιες 1/10.000 έως <1/1.000 Πολύ σπάνιες <1/10.000 (συμπεριλαμβανομένων αναφορών μεμονομένων περιπτώσεων)
| Κατηγορία/οργανικό σύστημα | Προτιμώμενος όρος | Συχνότητα |
|---|---|---|
| Διαταραχές του ανοσοποιητικού συστήματος | Υπερευαισθησία/αναφυλακτικές αντιδράσεις που περιλαμβάνουν σοβαρή αναφυλαξία και καταπληξία | Σπάνιες |
| Γενικές διαταραχές και καταστάσεις της οδού χορήγησης | Πυρεξία | Σπάνιες |
Για πληροφορίες σχετικά με την ιολογική ασφάλεια βλέπε παράγραφο 4.4.
Αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών Η αναφορά πιθανολογούμενων ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας του φαρμακευτικού προϊόντος είναι σημαντική. Επιτρέπει τη συνεχή παρακολούθηση της σχέσης οφέλους-κινδύνου του φαρμακευτικού προϊόντος. Ζητείται από τους επαγγελματίες του τομέα της υγειονομικής περίθαλψης να αναφέρουν οποιεσδήποτε πιθανολογούμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, Μεσογείων 284, ΤΚ 15562 Χολαργός, Αθήνα, τηλ: (+30) 213 20 40 380/337, φαξ: (+30) 210 65 49 585, ιστότοπος: http:// www. eof. gr.
pregnant_woman
Κύηση / γαλουχία
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Κύηση / γαλουχία
monitor_heart
Φαρμακοδυναμική
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Φαρμακοδυναμική
Φαρμακοθεραπευτική κατηγορία:Αντιθρομβωτικοί παράγοντες, κατηγορία ηπαρίνης,κωδικός ΑΤC: B01A B02
Η αντιθρομβίνη, μία γλυκοπρωτεΐνη μεγέθους 58 kD με 432 αμινοξέα, ανήκει στην οικογένεια της σερπίνης (αναστολέας της σερινοπρωτεάσης). Είναι ένας από τους σημαντικότερους φυσικούς αναστολείς της πήξης του αίματος. Οι παράγοντες που αναστέλλονται ισχυρότερα είναι η θρομβίνη και ο παράγοντας Χa, αλλά και οι παράγοντες ενεργοποίησης εξ’ επαφής, το ενδογενές σύστημα και το σύμπλοκο παράγοντα VIIa/ ιστικού παράγοντα. Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης ενισχύεται έντονα από την ηπαρίνη και η αντιπηκτική δράση της ηπαρίνης εξαρτάται από την παρουσία της αντιθρομβίνης.
Η αντιθρομβίνη περιέχει δύο λειτουργικά σημαντικές περιοχές. Η πρώτη περιέχει το ενεργό κέντρο και παρέχει μια θέση διάσπασης για τις πρωτεϊνάσες όπως η θρομβίνη, προϋπόθεση για τη δημιουργία ενός σταθερού συμπλόκου πρωτεϊνάσης- αναστολέα. Η δεύτερη είναι μία περιοχή δέσμευσης γλυκοζαμινογλυκανών, υπεύθυνη για την αλληλεπίδραση με την ηπαρίνη και τις συγγενείς ουσίες, που επιταχύνει την αναστολή της θρομβίνης. Τα σύμπλοκα αναστολέων-ενζύμων πήξης απομακρύνονται μέσω του δικτυο-ενδοθηλιακού συστήματος.
Η δραστικότητα της αντιθρομβίνης στους ενήλικες είναι 80-120% και τα επίπεδα στα νεογνά είναι περίπου 40-60%.
biotech
Φαρμακοκινητική
SPC-KYBERNIN-P
expand_more
Φαρμακοκινητική
Ενδοφλέβια χορήγηση σημαίνει ότι το σκεύασμα είναι άμεσα διαθέσιμο και η βιοδιαθεσιμότητα είναι ανάλογη με τη χορηγούμενη δόση. Η μέση in - vivo ανάκτηση βρέθηκε ότι είναι 65% σε 5 υγιείς εθελοντές (ποσοστιοποιημένη σε tmax= 1,15 ώρες).
To Kybernin κατανέμεται και μεταβολίζεται με τον ίδιο τρόπο όπως ο φυσιολογικός αναστoλέας.
Ο βιολογικός χρόνος ημιζωής είναι 2,5 ημέρες, αλλά μπορεί ωστόσο να μειωθεί σε μερικές ώρες υπό συνθήκες οξείας κατανάλωσης. Σε αυτούς τους ασθενείς απαιτείται προσδιορισμός της δραστικότητας της αντιθρομβίνης αρκετές φορές την ημέρα. Γι’ αυτό το σκοπό ενδείκνυται η ανάλυση με τη χρήση χρωμογονικού υποστρώματος.